Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
Δημήτηρης Λιαντίνης

"Όταν ήρθε ο Καποδίστριας στ’ Ανάπλι και παρατάχθηκαν οι σημαίνοντες να τον υποδεχτούν, έφτασε και η σειρά του Κολοκοτρώνη. Τον αγκάλιασε ο γέρος, τον εφίλησε, και του είπε: «Καλώς όρισες αφέντη. Εδώ ο τόπος που ήρθες είναι καλός. Αλλά πατάς στα σκατά». Σε λίγο καιρό τον ένα τον δικάσανε σε θάνατο. Τον άλλο τον εσκότωσαν μια Κυριακή πρωί."
"Ακούσατε πουθενά σε Ευρώπη ή σε Αμερική, σε Σαχαλίνη, Ταγκανίκα ή Εσκιμώους, η παιδεία ενός έθνους, η μεγάλη ελπίδα και το μυστήριο των μυστηρίων του, να μπερδεύεται με το αντερί και το ράσο;"
"Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο.
Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου"
Το δίκαιο των ανθρωπίνων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό. Αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την κόλαση να γκρεμιστεί πάνω μου.
"Το πρόβλημά των Ελλήνων του '21 ήταν όχι να σταθούν απέναντι στον πόθο της ζωής, αλλά να πράξουν απέναντι στο φόβο του θανάτου. Ο θάνατος ήταν η φωνή στο στόμα και η γραφή στη σημαία τους. Σήμερα που αυτές οι κατηγορίες ζωής στέκουν παροπλισμένες και εν αναμονή «κανιβαλισμού», είναι δύσκολο ξεπερνώντας την αντίσταση της παχυδερμίας να φτάσει κανείς στην αμεσότητα εκείνης της τραγικής αίσθησης."
"Κανείς δεν ημπορεί να αποδείξει ότι ο χορτασμένος που δεν έκλεψε, δεν θα εγινόταν κλέφτης, εάν πεινούσε."
Οι βάσεις της ευημερίας
Σταθη Ν. Καλυβα*
Ας ανακεφαλαιώσουμε. Η χώρα αντιμετωπίζει δύο τεράστιες προκλήσεις: το χρέος και το έλλειμμα. Το γιγαντιαίο χρέος που συσσωρεύσαμε συναρτάται με τα ευρύτερα δημοσιονομικά προβλήματα του ευρωπαϊκού Νότου, την ευρωπαϊκή νομισματική αρχιτεκτονική και την ευρωπαϊκή ενοποίηση γενικότερα. Επομένως, η λύση στο πρόβλημα αυτό απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων στο ευρωπαϊκό και το ελληνικό επίπεδο. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός πως το χρέος συσσωρεύτηκε με δική μας ευθύνη και πως η αξιοπιστία της χώρας υπονομεύθηκε αποκλειστικά από δικές μας πρακτικές.
Η δεύτερη πρόκληση, η ανάγκη συμπίεσης του ελλείμματος, προϋποθέτει την αύξηση των κρατικών εσόδων και το συμμάζεμα της κρατικής σπατάλης και απαιτεί χειρισμούς που να μην πνίγουν ταυτόχρονα την οικονομική δραστηριότητα. Για να προστατεύσει την πολιτική της βάση, δηλαδή το κρατικό κομμάτι της οικονομίας, η κυβέρνηση έδωσε έμφαση στα εισπρακτικά μέτρα. Γρήγορα, η επιλογή αυτή αποδείχθηκε αντιπαραγωγική και κατέστησε σαφή την ανάγκη για θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα περιορίζουν το κόστος του κράτους και την επιβάρυνση που αυτό ασκεί στην παραγωγική δραστηριότητα. Οι μεταρρυθμίσεις αγγίζουν ένα ευρύτατο πλέγμα κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών που οδήγησε στην κρίση, από τη φοροδιαφυγή και την προσοδοφορία ώς τις πελατειακές πρακτικές και τη διαφθορά. Ετσι, η οξύτητα της κρίσης οδήγησε για πρώτη φορά σε (δειλά, πρόχειρα, αποσπασματικά και συχνά αυτοαναιρούμενα) μέτρα που επιχειρούν να ακουμπήσουν τις ρίζες του ελλείμματος αντί να θεραπεύσουν τα συμπτώματά του.
Η οξύτητα της κρίσης είναι όμως αυτή που μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός πως ακόμα και αν πετύχει, η αντιμετώπιση του χρέους και του ελλείμματος δεν εγγυάται καθόλου την επιστροφή στις ανέμελες μέρες της ευημερίας που βίωσε η χώρα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Μια οικονομία μπορεί να μην παράγει ούτε μεγάλα ελλείμματα αλλά ούτε και ανάπτυξη. Αν επιθυμούμε όχι απλώς την έξοδο από την κρίση αλλά την μελλοντική κατάκτηση της ευημερίας, πρέπει να κινηθούμε έγκαιρα και σοβαρά με στόχο τον αναπτυξιακό προσανατολισμό της χώρας. Αυτός στηρίζεται σε δύο θεμέλια, δίχως τα οποία καμία χώρα δεν μπορεί να παράγει πλούτο: το ανθρώπινο κεφάλαιο και το κράτος του νόμου, ή αλλιώς την Παιδεία και τη Δικαιοσύνη. Και οι δύο πάσχουν βαριά. Οι κενές ρητορικές μεγαλοστομίες (π.χ. για τη σημασία του ασύλου και της δημόσιας παιδείας ή για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης) συνήθως συγκαλύπτουν την απουσία των αναγκαίων τομών.
Τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι γνωστά και δεν χρειάζονται μιαν ακόμη περιγραφή. Η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία πάσχουν από αντίστοιχα, αν όχι μεγαλύτερα, προβλήματα. Παράγουν ένα προϊόν ταυτόχρονα ακριβό και υποβαθμισμένο που αντανακλά αξίες και μεθόδους του 19ου αιώνα. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφόρηση είναι διάχυτη και η τεχνολογία μεταλλάσσεται με απίστευτους ρυθμούς, η πολυτιμότερη δεξιότητα είναι η κριτική και ευέλικτη διαχείριση της γνώσης. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα όμως παραμένει προσκολλημένο στην στείρα απομνημόνευση, παράγοντας ανθρώπους με αυξημένο κομφορμισμό, περιορισμένη δημιουργικότητα και ελάχιστη κριτική ικανότητα. Μέχρι τώρα, η κοινωνία κάπως αναπλήρωνε το κενό με σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις. Ακόμα και αν αυτές συνεχιστούν, δεν αρκούν. Πρόκειται για τεράστια σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού που εγγυάται χαμηλά επίπεδα μελλοντικής ανάπτυξης.
Για τη Δικαιοσύνη, παραπέμπω στο καίριο άρθρο του Σταύρου Τσακυράκη («Βήμα», 8 Αυγούστου), όπου περιγράφεται ένα σύστημα σε πλήρη κατάρρευση. Οπως ακριβώς συνέβη με το χρέος, έτσι και στη Δικαιοσύνη η κατάσταση έχει ξεφύγει. Οι εκκρεμείς υποθέσεις αυξάνονται με αλματώδη ρυθμό: ξεπερνούν τις 149.000 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, τις 11.000 στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και τις 31.000 στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σήμερα, μία διοικητική διαφορά χρειάζεται πάνω από 17 χρόνια για να εκδικασθεί απ’ όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και σε πέντε χρόνια θα χρειάζεται 30 χρόνια. Αυτό ισοδυναμεί με αρνησιδικία ευρύτατης κλίμακας. Και εδώ είναι προφανές πως δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη δίχως αξιόπιστη εγγύηση της τήρησης των νόμων.
Είναι μήπως υπερβολική η ενασχόληση με τέτοια θέματα τη στιγμή που η χώρα κινδυνεύει να πτωχεύσει; Πόσα ανοιχτά μέτωπα αντέχει; Η απάντηση είναι απλή: η ριζική αναδιάρθρωση της Παιδείας και της Δικαιοσύνης αποτελούν μονόδρομο για την επίτευξη ευημερίας. Προφανώς, οι τομές αυτές είναι δύσκολες. Ας το δούμε όμως διαφορετικά: τέτοιες τομές είναι δυνατές μόνο σε περιόδους κρίσεων. Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι ούτε η αναπόφευκτη αντίσταση των βολεμένων ούτε η αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, αλλά η απουσία οράματος και πρωτοβουλίας που στους συγκεκριμένους τομείς δεν μπορεί παρά να προέλθει από την πολιτική ηγεσία. Από την άποψη αυτή, η πλήρης ανυποληψία της αντιπολίτευσης δεν αποτελεί άλλοθι για την εξόφθαλμη κυβερνητική ανεπάρκεια.
Σήμερα, το κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας μάς κατατάσσει στην 28η θέση παγκοσμίως. Ξεχνάμε πως ακόμα και μέσα στο σκότος της ύφεσης παραμένουμε εξαιρετικά προνομιούχοι. Ας αναλογιστούμε όμως το εξής: αν δεν επιχειρήσουμε άμεσα πολύ βαθιές αναδιαρθρώσεις, σύντομα θα νοσταλγήσουμε το σημερινό βιοτικό μας επίπεδο σαν μια χρυσή εποχή που έληξε οριστικά.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 27/3/2011
Ας ανακεφαλαιώσουμε. Η χώρα αντιμετωπίζει δύο τεράστιες προκλήσεις: το χρέος και το έλλειμμα. Το γιγαντιαίο χρέος που συσσωρεύσαμε συναρτάται με τα ευρύτερα δημοσιονομικά προβλήματα του ευρωπαϊκού Νότου, την ευρωπαϊκή νομισματική αρχιτεκτονική και την ευρωπαϊκή ενοποίηση γενικότερα. Επομένως, η λύση στο πρόβλημα αυτό απαιτεί συνδυασμό παρεμβάσεων στο ευρωπαϊκό και το ελληνικό επίπεδο. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός πως το χρέος συσσωρεύτηκε με δική μας ευθύνη και πως η αξιοπιστία της χώρας υπονομεύθηκε αποκλειστικά από δικές μας πρακτικές.
Η δεύτερη πρόκληση, η ανάγκη συμπίεσης του ελλείμματος, προϋποθέτει την αύξηση των κρατικών εσόδων και το συμμάζεμα της κρατικής σπατάλης και απαιτεί χειρισμούς που να μην πνίγουν ταυτόχρονα την οικονομική δραστηριότητα. Για να προστατεύσει την πολιτική της βάση, δηλαδή το κρατικό κομμάτι της οικονομίας, η κυβέρνηση έδωσε έμφαση στα εισπρακτικά μέτρα. Γρήγορα, η επιλογή αυτή αποδείχθηκε αντιπαραγωγική και κατέστησε σαφή την ανάγκη για θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα περιορίζουν το κόστος του κράτους και την επιβάρυνση που αυτό ασκεί στην παραγωγική δραστηριότητα. Οι μεταρρυθμίσεις αγγίζουν ένα ευρύτατο πλέγμα κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών που οδήγησε στην κρίση, από τη φοροδιαφυγή και την προσοδοφορία ώς τις πελατειακές πρακτικές και τη διαφθορά. Ετσι, η οξύτητα της κρίσης οδήγησε για πρώτη φορά σε (δειλά, πρόχειρα, αποσπασματικά και συχνά αυτοαναιρούμενα) μέτρα που επιχειρούν να ακουμπήσουν τις ρίζες του ελλείμματος αντί να θεραπεύσουν τα συμπτώματά του.
Η οξύτητα της κρίσης είναι όμως αυτή που μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός πως ακόμα και αν πετύχει, η αντιμετώπιση του χρέους και του ελλείμματος δεν εγγυάται καθόλου την επιστροφή στις ανέμελες μέρες της ευημερίας που βίωσε η χώρα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Μια οικονομία μπορεί να μην παράγει ούτε μεγάλα ελλείμματα αλλά ούτε και ανάπτυξη. Αν επιθυμούμε όχι απλώς την έξοδο από την κρίση αλλά την μελλοντική κατάκτηση της ευημερίας, πρέπει να κινηθούμε έγκαιρα και σοβαρά με στόχο τον αναπτυξιακό προσανατολισμό της χώρας. Αυτός στηρίζεται σε δύο θεμέλια, δίχως τα οποία καμία χώρα δεν μπορεί να παράγει πλούτο: το ανθρώπινο κεφάλαιο και το κράτος του νόμου, ή αλλιώς την Παιδεία και τη Δικαιοσύνη. Και οι δύο πάσχουν βαριά. Οι κενές ρητορικές μεγαλοστομίες (π.χ. για τη σημασία του ασύλου και της δημόσιας παιδείας ή για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης) συνήθως συγκαλύπτουν την απουσία των αναγκαίων τομών.
Τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι γνωστά και δεν χρειάζονται μιαν ακόμη περιγραφή. Η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία πάσχουν από αντίστοιχα, αν όχι μεγαλύτερα, προβλήματα. Παράγουν ένα προϊόν ταυτόχρονα ακριβό και υποβαθμισμένο που αντανακλά αξίες και μεθόδους του 19ου αιώνα. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφόρηση είναι διάχυτη και η τεχνολογία μεταλλάσσεται με απίστευτους ρυθμούς, η πολυτιμότερη δεξιότητα είναι η κριτική και ευέλικτη διαχείριση της γνώσης. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα όμως παραμένει προσκολλημένο στην στείρα απομνημόνευση, παράγοντας ανθρώπους με αυξημένο κομφορμισμό, περιορισμένη δημιουργικότητα και ελάχιστη κριτική ικανότητα. Μέχρι τώρα, η κοινωνία κάπως αναπλήρωνε το κενό με σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις. Ακόμα και αν αυτές συνεχιστούν, δεν αρκούν. Πρόκειται για τεράστια σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού που εγγυάται χαμηλά επίπεδα μελλοντικής ανάπτυξης.
Για τη Δικαιοσύνη, παραπέμπω στο καίριο άρθρο του Σταύρου Τσακυράκη («Βήμα», 8 Αυγούστου), όπου περιγράφεται ένα σύστημα σε πλήρη κατάρρευση. Οπως ακριβώς συνέβη με το χρέος, έτσι και στη Δικαιοσύνη η κατάσταση έχει ξεφύγει. Οι εκκρεμείς υποθέσεις αυξάνονται με αλματώδη ρυθμό: ξεπερνούν τις 149.000 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, τις 11.000 στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και τις 31.000 στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σήμερα, μία διοικητική διαφορά χρειάζεται πάνω από 17 χρόνια για να εκδικασθεί απ’ όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και σε πέντε χρόνια θα χρειάζεται 30 χρόνια. Αυτό ισοδυναμεί με αρνησιδικία ευρύτατης κλίμακας. Και εδώ είναι προφανές πως δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη δίχως αξιόπιστη εγγύηση της τήρησης των νόμων.
Είναι μήπως υπερβολική η ενασχόληση με τέτοια θέματα τη στιγμή που η χώρα κινδυνεύει να πτωχεύσει; Πόσα ανοιχτά μέτωπα αντέχει; Η απάντηση είναι απλή: η ριζική αναδιάρθρωση της Παιδείας και της Δικαιοσύνης αποτελούν μονόδρομο για την επίτευξη ευημερίας. Προφανώς, οι τομές αυτές είναι δύσκολες. Ας το δούμε όμως διαφορετικά: τέτοιες τομές είναι δυνατές μόνο σε περιόδους κρίσεων. Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι ούτε η αναπόφευκτη αντίσταση των βολεμένων ούτε η αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, αλλά η απουσία οράματος και πρωτοβουλίας που στους συγκεκριμένους τομείς δεν μπορεί παρά να προέλθει από την πολιτική ηγεσία. Από την άποψη αυτή, η πλήρης ανυποληψία της αντιπολίτευσης δεν αποτελεί άλλοθι για την εξόφθαλμη κυβερνητική ανεπάρκεια.
Σήμερα, το κατά κεφαλήν εισόδημα της χώρας μάς κατατάσσει στην 28η θέση παγκοσμίως. Ξεχνάμε πως ακόμα και μέσα στο σκότος της ύφεσης παραμένουμε εξαιρετικά προνομιούχοι. Ας αναλογιστούμε όμως το εξής: αν δεν επιχειρήσουμε άμεσα πολύ βαθιές αναδιαρθρώσεις, σύντομα θα νοσταλγήσουμε το σημερινό βιοτικό μας επίπεδο σαν μια χρυσή εποχή που έληξε οριστικά.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 27/3/2011
Κυριακή 6 Μαρτίου 2011
Ενας άλλος δρόμος
Στάθης N. Kαλύβας
Είναι κατανοητές οι αντιδράσεις που προκαλεί η κρίση. Αλλο όμως κατανόηση και άλλο αποδοχή ή, ακόμη χειρότερα, επιβράβευση. Δυστυχώς, η Ελλάδα διαθέτει μια παράδοση διαμαρτυρίας που, έχοντας διαδοχικά διαποτίσει τρεις τουλάχιστον γενιές, κοντεύει να την πνίξει. Αποτελεί μάλιστα ιδιάζουσα παθολογία, όπως δείχνει η σύγκριση με το τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες.
Οι αντιδράσεις αυτές είναι προβληματικές για πέντε τουλάχιστον λόγους. Είναι ανεύθυνες γιατί οι φορείς τους προτείνουν ως λύση τη συνέχιση των πρακτικών που οδήγησαν στην χρεοκοπία· είναι στείρες και αδιέξοδες γιατί τόσο το χρέος όσο και το έλλειμμα της χώρας εξασφαλίζουν τον δραστικό περιορισμό των πρακτικών αυτών· είναι ιδιοτελείς γιατί προτάσσουν το πιο στενό συμφέρον έναντι του συλλογικού· είναι συγχρόνως βαθιά υποκριτικές γιατί πλασάρουν την ιδιοτέλεια ως προστασία των κοινωνικών αγαθών· τέλος, είναι επικίνδυνες γιατί προάγουν το χάος και την γενική διάλυση. Με μια λέξη, είναι ανήθικες. Δεν αρκεί όμως ο στιγματισμός τους. Είναι αναγκαία η σταδιακή υποκατάστασή τους με μια διαφορετική δημόσια παρέμβαση. Οπως δείχνουν τέσσερα πρόσφατα παραδείγματα, υπάρχει ένας άλλος δρόμος.
Υποδεικνύοντας τον περασμένο Οκτώβριο την απαξίωση των πολιτικών, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Δράμας, Χαρά Κεφαλίδου, ζήτησε να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα (από περικοπές των μισθών των βουλευτών ώς την άρση της βουλευτικής ασυλίας) που θα δημιουργούσαν ένα αίσθημα εμπιστοσύνης στους πολίτες. «Απολαμβάνουμε», έγραφε, «προνομίων τα οποία έχουν να κάνουν λιγότερο με την άσκηση του λειτουργήματός μας και περισσότερο με τη, σε κάποιο βαθμό, συντεχνιακή νοοτροπία που καλλιεργήθηκε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες στους κόλπους μας». «Τώρα που ζητάμε από τον λαό πρωτοφανείς θυσίες», πρόσθετε, «πρώτοι εμείς να περικόψουμε τα προνόμιά μας. Οταν ηγείσαι, έχεις αυξημένες ευθύνες». Η παρέμβασή της έτυχε προβολής όχι όμως και συνέχειας. Η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι συνάδελφοί της είναι εύγλωττη απόδειξη του γεγονότος πως η πολιτική τάξη της χώρας λειτουργεί ως η ισχυρότερη συντεχνία της, εκείνη που δίνει τον τόνο και αποτελεί το παράδειγμα των υπολοίπων.
Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Φώτης Γεωργελές παραλλήλισε τους δημοσιογράφους με τις συντεχνίες του Δημοσίου, που αφού απόλαυσαν αμέριμνα το πάρτι, τώρα που έληξε κατηγορούν τους πολιτικούς γιατί δεν φρόντισαν να διαρκέσει κι άλλο. Αντιδρούν στην κρίση, που σε μεγάλο βαθμό προήλθε από το διαπλεκόμενο μοντέλο ενημέρωσης (κρατική διαφήμιση, χαριστικά δάνεια και επιδοτήσεις, εκδοτικές οφειλές, άδειες κ. λπ.) με απεργίες και λαϊκίστικες κορώνες που ουσιαστικά ισοδυναμούν με την απαίτηση να πληρώνονται ακόμα και εάν το προϊόν της εργασίας τους δεν έχει αγοραστές. «Δεν έχουν κανένα πρόβλημα», καταλήγει, «αν ο πλούτος της κοινωνίας αντί σε κοινωνικές δαπάνες πηγαίνει στη συντήρηση δεκάδων τηλεοράσεων και ραδιοφώνων, δημιουργώντας πολιτικό χρήμα».
Τον περασμένο Ιούνιο, 46 δικηγόροι καταδίκασαν με δημόσια δήλωσή τους τις συμπεριφορές των Δικηγορικών Συλλόγων ως «στείρες αναχρονιστικές συντεχνιακές λογικές που βυθίζουν όλο και περισσότερο την χώρα στην πτώχευση». Βασικός σκοπός των Δικηγορικών Συλλόγων, υποστήριζαν, είναι «η διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου άσκησης του λειτουργήματός των δικηγόρων και η αποτροπή επικράτησης του νόμου της ζούγκλας στην απονομή της Δικαιοσύνης, ενεργώντας πρωτίστως προς όφελος του κοινωνικού συνόλου» γι’ αυτό και δεν νοείται να αναπτύσσουν πρακτικές απλής «συνδικαλιστικής οργάνωσης», κηρύσσοντας «αποχές» των μελών τους και αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο δικηγόρος είναι «συμπράττων λειτουργός της Δικαιοσύνης». Είναι υποκριτικό, σημείωναν, να κάνουν λόγο οι Σύλλογοι για ζημία του κοινωνικού συνόλου από την κατάργηση των κατώτατων δικηγορικών αμοιβών και την ίδια στιγμή να αντιδρούν λυσσωδώς στην κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης στα συμβόλαια. Συνεπώς, κατέληγαν, πρέπει να πάψουν «οι συντεχνιακής έμπνευσης διεκδικήσεις και οι αλλεπάλληλες αποφάσεις για αποχές που τις συνοδεύουν».
Τέλος, 20 πανεπιστημιακοί αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην απεργία της 23ης Φεβρουαρίου γιατί, όπως υποστήριξαν, «την ώρα της κρίσης δεν μπορούμε να λέμε πως η κρίση δεν αφορά εμένα, ας πληρώσουν οι άλλοι», ούτε «μπορούμε να κρατούμε όμηρο την κοινωνία, απαιτώντας να πληρώσουν τον μισθό μας οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι». Απαίτησαν περισσότερη αλληλεγγύη και περισσότερη και καλύτερη δουλειά, αντί των συνεχών και αδιέξοδων κινητοποιήσεων και των συντεχνιακών εκβιασμών. Και κατέθεσαν το αντίτιμο της εργασίας τους την ημέρα της απεργίας υπέρ των συναδέλφων τους που προσφέρουν διδακτικό έργο χωρίς να αμείβονται. Οπως δήλωσε μια από τους υπογράφοντες, η Βάσω Κιντή, «εμείς έχουμε την ευθύνη για το τι θα γίνει η χώρα και εμείς πρέπει να την αναλάβουμε».
Το κοινό στοιχείο των τεσσάρων αυτών παρεμβάσεων έγκειται στην θαρραλέα υιοθέτηση μιας διαφορετικής δημόσιας στάσης που είναι εποικοδομητική και ορθολογική και που προτάσσει την λογική της προσωπικής ευθύνης και του συλλογικού συμφέροντος. Λέγεται συχνά πως η κρίση στρέφει την μια επαγγελματική ομάδα εναντίον της άλλης. Η πραγματική διαιρετική τομή, όμως, είναι εκείνη που διαπερνά τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες στο εσωτερικό τους. Είναι προφανές ποιο δρόμο πρέπει να προκρίνουμε και να ενισχύσουμε, αν επιθυμούμε να αποφύγουμε την κατάρρευση της χώρας.
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-3-2011
Είναι κατανοητές οι αντιδράσεις που προκαλεί η κρίση. Αλλο όμως κατανόηση και άλλο αποδοχή ή, ακόμη χειρότερα, επιβράβευση. Δυστυχώς, η Ελλάδα διαθέτει μια παράδοση διαμαρτυρίας που, έχοντας διαδοχικά διαποτίσει τρεις τουλάχιστον γενιές, κοντεύει να την πνίξει. Αποτελεί μάλιστα ιδιάζουσα παθολογία, όπως δείχνει η σύγκριση με το τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες.
Οι αντιδράσεις αυτές είναι προβληματικές για πέντε τουλάχιστον λόγους. Είναι ανεύθυνες γιατί οι φορείς τους προτείνουν ως λύση τη συνέχιση των πρακτικών που οδήγησαν στην χρεοκοπία· είναι στείρες και αδιέξοδες γιατί τόσο το χρέος όσο και το έλλειμμα της χώρας εξασφαλίζουν τον δραστικό περιορισμό των πρακτικών αυτών· είναι ιδιοτελείς γιατί προτάσσουν το πιο στενό συμφέρον έναντι του συλλογικού· είναι συγχρόνως βαθιά υποκριτικές γιατί πλασάρουν την ιδιοτέλεια ως προστασία των κοινωνικών αγαθών· τέλος, είναι επικίνδυνες γιατί προάγουν το χάος και την γενική διάλυση. Με μια λέξη, είναι ανήθικες. Δεν αρκεί όμως ο στιγματισμός τους. Είναι αναγκαία η σταδιακή υποκατάστασή τους με μια διαφορετική δημόσια παρέμβαση. Οπως δείχνουν τέσσερα πρόσφατα παραδείγματα, υπάρχει ένας άλλος δρόμος.
Υποδεικνύοντας τον περασμένο Οκτώβριο την απαξίωση των πολιτικών, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Δράμας, Χαρά Κεφαλίδου, ζήτησε να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα (από περικοπές των μισθών των βουλευτών ώς την άρση της βουλευτικής ασυλίας) που θα δημιουργούσαν ένα αίσθημα εμπιστοσύνης στους πολίτες. «Απολαμβάνουμε», έγραφε, «προνομίων τα οποία έχουν να κάνουν λιγότερο με την άσκηση του λειτουργήματός μας και περισσότερο με τη, σε κάποιο βαθμό, συντεχνιακή νοοτροπία που καλλιεργήθηκε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες στους κόλπους μας». «Τώρα που ζητάμε από τον λαό πρωτοφανείς θυσίες», πρόσθετε, «πρώτοι εμείς να περικόψουμε τα προνόμιά μας. Οταν ηγείσαι, έχεις αυξημένες ευθύνες». Η παρέμβασή της έτυχε προβολής όχι όμως και συνέχειας. Η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι συνάδελφοί της είναι εύγλωττη απόδειξη του γεγονότος πως η πολιτική τάξη της χώρας λειτουργεί ως η ισχυρότερη συντεχνία της, εκείνη που δίνει τον τόνο και αποτελεί το παράδειγμα των υπολοίπων.
Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Φώτης Γεωργελές παραλλήλισε τους δημοσιογράφους με τις συντεχνίες του Δημοσίου, που αφού απόλαυσαν αμέριμνα το πάρτι, τώρα που έληξε κατηγορούν τους πολιτικούς γιατί δεν φρόντισαν να διαρκέσει κι άλλο. Αντιδρούν στην κρίση, που σε μεγάλο βαθμό προήλθε από το διαπλεκόμενο μοντέλο ενημέρωσης (κρατική διαφήμιση, χαριστικά δάνεια και επιδοτήσεις, εκδοτικές οφειλές, άδειες κ. λπ.) με απεργίες και λαϊκίστικες κορώνες που ουσιαστικά ισοδυναμούν με την απαίτηση να πληρώνονται ακόμα και εάν το προϊόν της εργασίας τους δεν έχει αγοραστές. «Δεν έχουν κανένα πρόβλημα», καταλήγει, «αν ο πλούτος της κοινωνίας αντί σε κοινωνικές δαπάνες πηγαίνει στη συντήρηση δεκάδων τηλεοράσεων και ραδιοφώνων, δημιουργώντας πολιτικό χρήμα».
Τον περασμένο Ιούνιο, 46 δικηγόροι καταδίκασαν με δημόσια δήλωσή τους τις συμπεριφορές των Δικηγορικών Συλλόγων ως «στείρες αναχρονιστικές συντεχνιακές λογικές που βυθίζουν όλο και περισσότερο την χώρα στην πτώχευση». Βασικός σκοπός των Δικηγορικών Συλλόγων, υποστήριζαν, είναι «η διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου άσκησης του λειτουργήματός των δικηγόρων και η αποτροπή επικράτησης του νόμου της ζούγκλας στην απονομή της Δικαιοσύνης, ενεργώντας πρωτίστως προς όφελος του κοινωνικού συνόλου» γι’ αυτό και δεν νοείται να αναπτύσσουν πρακτικές απλής «συνδικαλιστικής οργάνωσης», κηρύσσοντας «αποχές» των μελών τους και αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο δικηγόρος είναι «συμπράττων λειτουργός της Δικαιοσύνης». Είναι υποκριτικό, σημείωναν, να κάνουν λόγο οι Σύλλογοι για ζημία του κοινωνικού συνόλου από την κατάργηση των κατώτατων δικηγορικών αμοιβών και την ίδια στιγμή να αντιδρούν λυσσωδώς στην κατάργηση της υποχρεωτικής παράστασης στα συμβόλαια. Συνεπώς, κατέληγαν, πρέπει να πάψουν «οι συντεχνιακής έμπνευσης διεκδικήσεις και οι αλλεπάλληλες αποφάσεις για αποχές που τις συνοδεύουν».
Τέλος, 20 πανεπιστημιακοί αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην απεργία της 23ης Φεβρουαρίου γιατί, όπως υποστήριξαν, «την ώρα της κρίσης δεν μπορούμε να λέμε πως η κρίση δεν αφορά εμένα, ας πληρώσουν οι άλλοι», ούτε «μπορούμε να κρατούμε όμηρο την κοινωνία, απαιτώντας να πληρώσουν τον μισθό μας οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι». Απαίτησαν περισσότερη αλληλεγγύη και περισσότερη και καλύτερη δουλειά, αντί των συνεχών και αδιέξοδων κινητοποιήσεων και των συντεχνιακών εκβιασμών. Και κατέθεσαν το αντίτιμο της εργασίας τους την ημέρα της απεργίας υπέρ των συναδέλφων τους που προσφέρουν διδακτικό έργο χωρίς να αμείβονται. Οπως δήλωσε μια από τους υπογράφοντες, η Βάσω Κιντή, «εμείς έχουμε την ευθύνη για το τι θα γίνει η χώρα και εμείς πρέπει να την αναλάβουμε».
Το κοινό στοιχείο των τεσσάρων αυτών παρεμβάσεων έγκειται στην θαρραλέα υιοθέτηση μιας διαφορετικής δημόσιας στάσης που είναι εποικοδομητική και ορθολογική και που προτάσσει την λογική της προσωπικής ευθύνης και του συλλογικού συμφέροντος. Λέγεται συχνά πως η κρίση στρέφει την μια επαγγελματική ομάδα εναντίον της άλλης. Η πραγματική διαιρετική τομή, όμως, είναι εκείνη που διαπερνά τις διάφορες επαγγελματικές ομάδες στο εσωτερικό τους. Είναι προφανές ποιο δρόμο πρέπει να προκρίνουμε και να ενισχύσουμε, αν επιθυμούμε να αποφύγουμε την κατάρρευση της χώρας.
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-3-2011
Σε αναζήτηση πνευματικής πυξίδας
Tου Θάνου Bερέμη
Θελήσαμε να ασχοληθούμε εδώ με ένα φαινόμενο του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, όταν η ήπειρός μας γνώριζε τη μεγαλύτερη ηθική κρίση της Ιστορίας της. Οτι σημαντικοί διανοούμενοι όπως ο Καρλ Σμιτ επέλεξαν να γίνουν στήριγμα του πιο βάρβαρου πολιτεύματος, είναι μια από τις απώλειες εκείνης της εποχής. Οτι ο Σμιτ ίσως ασκεί ακόμα γοητεία σε σκεπτόμενους ανθρώπους που πασχίζουν να βρουν πυξίδα στο σύγχρονο πέλαγος, είναι ανησυχητικό. Αν ο διαφωτισμός και ο ορθολογισμός έχουν διανύσει την πορεία τους και βρισκόμαστε ήδη στον μεταμοντέρνο σχετικισμό, θα το μάθουμε προσεχώς, ελπίζω όχι λίαν προσεχώς. Ομως σίγουρα τα φαντάσματα των παραστρατημένων δεν μας βοηθούν να αποκτήσουμε το αναγκαίο έρμα για το δύσκολο ταξίδι που βρίσκεται μπροστά μας.
Ο Γερμανός φιλόσοφος του Δικαίου, Καρλ Σμιτ, έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό της χώρας μας χάρη στον φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη και τη διαμάχη του με τον Ριχάρδο Σωμερίτη. Εκτοτε ο Σμιτ απέκτησε μεγαλύτερη ορατότητα και υπήρξε αντικείμενο μελέτης από αριστερούς και μη επιστήμονες.
Τι είναι αυτό που έκανε το έργο του Σμιτ ελκυστικό σε αριστερούς διανοητές όπως οι Βάλτερ Μπένγιαμιν και Γκέοργκ Λούκατς, και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία ο αντι-σημίτης νομικός συνέπλεε και σε ορισμένες περιστάσεις εκθείαζε τον ναζισμό; Ηταν άραγε ο αντιφιλελεύθερος λόγος του, η ροπή του προς το ισχυρό κράτος ή η ανάλυσή του της λαϊκής βούλησης; Η εχθρότητά του προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό ασφαλώς τον κατέστησε μεταπολεμικά ελκυστικό σε κάποιους αριστερούς διανοούμενους και αυτός έσπευσε να δείξει στους νέους αντιεξουσιαστές Γερμανούς ένα πρόσωπο γεμάτο κατανόηση. Ετσι, μέμφεται την ομοιογένεια που δημιουργεί στην κοινωνία η δημοκρατία διότι έτσι εξοντώνεται η ετερογένεια. Ουδείς λόγος για τη βιολογική εξόντωση των ετερογενών του χιτλερικού συστήματος.
Οπως πολλοί σημαντικοί διανοητές του γερμανικού Μεσοπολέμου, ο Σμιτ ανήκει σε μια παράδοση που παραπέμπει στον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα. Ο Σίλερ πίστευε ότι το μεγαλείο των συμπατριωτών του αντλούσε δυνάμεις από τις αναζητήσεις τους, όχι στα εγκόσμια, αλλά στον υπερβατικό κόσμο του πνεύματος. Πράγματι, πολλοί από τους μεγάλους σύγχρονους του Σμιτ, συνεργασθέντες (Χάιντεγκερ) και μη (Σπέγκλερ) με το χιτλερικό καθεστώς, υπήρξαν προϊόντα των γοητευτικών αναζητήσεων που επισήμανε ο Σίλερ.
Ο ίδιος ο Σμιτ αποτελεί παράδειγμα φιλοσοφικής αμφιθυμίας. Αν και συντηρητικός ερμηνευτής του Συνταγματικού Δικαίου, διέθετε τεράστιο φάσμα ενδιαφερόντων που συχνά έρχονταν σε αντίθεση με τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ηταν υποστηρικτής του ναζισμού αν και αμετακίνητος καθολικός, πιστός χριστιανός αν και υπηρέτης της πιο απάνθρωπης κοσμικής αντίληψης.
Η έλξη που άσκησαν επάνω του τόσο διαφορετικοί ριζοσπάστες, όπως ο σωβινιστής Σαρλ Μοράς και ο αντίποδάς του στη θεωρία του συνδικαλισμού, Ζορζ Σορέλ, περιγράφει και τη ροπή της εποχής του προς την ακρασφάλεια. Είναι ίσως δυνατό να τον κατατάξουμε στην παράδοση του Νίτσε καθώς ασκεί σοβαρή κριτική στον φιλελεύθερο ρασιοναλισμό και έλκεται από την ισχύ και τη βούληση των ισχυρών. Η παρατήρηση για τον διαχωρισμό ανάμεσα στην εσωτερική πίστη και την εξωτερική υπακοή των πρώτων Φιλελευθέρων του 17ου αιώνα στους νόμους του κράτους, αποδίδει το προσωπικό του δίλημμα.
Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας απασχόλησε ιδιαίτερα τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου. Αισθανόταν δέος μπροστά στην έννοια της κυριαρχίας, η οποία αντλούσε κύρος από την αστείρευτη εξουσία του λαού. Ο λαός, όμως, ως απεριόριστη πηγή εξουσίας τον τρόμαζε. Βρήκε ωστόσο μια εύσχημη λύση στο πρόβλημα αυτό στο έργο του Μακιαβέλι, ο οποίος υπήρξε για τον Σμιτ μια αδελφή διάνοια. Υιοθέτησε έτσι την ιδέα του «εντεταλμένου δικτάτορα» που ο Μακιαβέλι είχε ανακαλύψει στη ρωμαϊκή δημοκρατία. Πρόκειται για θεσμό που λειτούργησε από το 500 π. Χ. ώς τον τρίτο αιώνα, με σκοπό την προστασία του πολιτεύματος σε περίπτωση στρατιωτικής συνωμοσίας. Η ερμηνεία του ίδιου του Σμιτ ήταν ότι ο θεσμός προοριζόταν για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, ακόμα και με επιβολή καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης, περιορισμένης διάρκειας.
Ο μαρξισμός, κατά τον Σμιτ, αποτελούσε μόνιμη απειλή για τη νομιμότητα. Η επίκληση μιας ανατροπής που αντλούσε το φιλοσοφικό της κύρος όχι από τη λογική του Δικαίου, αλλά από κάποια αποκρυπτογράφηση της Ιστορίας, απασχόλησε επίμονα τον Σμιτ στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ανάμεσα στο 1921-24 κατέληξε σε τρία σχέδια για την αντιμετώπιση της απειλής: Το πρώτο απέβλεπε στη βίαιη καταστολή μαζικών εξεγέρσεων με αυταρχικό, αντι-επαναστατικό καθεστώς. Το δεύτερο, που ήταν και το πιο ουτοπικό, βασιζόταν στο κύρος της Καθολικής Εκκλησίας ως μοναδικού ζωντανού εκπροσώπου της ευρωπαϊκής παράδοσης. Το τρίτο προσανατολιζόταν όχι προς την καταστολή, αλλά την ενσωμάτωση των μαζών σε μια «ομογενοποιημένη εθνική δημοκρατία». Ο όρος «ομογενοποίηση» αποτελεί εκ των υστέρων μακάβρια αναφορά σε γεγονότα που έμελλαν να συμβούν.
Τι έμεινε σταθερό από τις πολιτικές μεταμορφώσεις του Σμιτ και τις μεταστάσεις του από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, στην τελευταία κυβέρνηση πριν από τον Χίτλερ έως την παρέα των διανοουμένων που συμβουλευόταν ο Γκέριγκ;
Ο Σμιτ υποστήριξε τους ναζί, γιατί πίστεψε ότι αυτοί θα ήταν ο από μηχανής θεός που θα έσωζε το αστικό σύστημα από μια σοβιετική κατάληξη. Εβλεπε την ιδεολογία των χιτλερικών σαν αναγκαία λύση, πέραν του νομικού ορθολογισμού, ο οποίος δεν μπόρεσε να σώσει την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το μεταπολεμικό του έργο περιέχει πολλές οξυδερκείς σκέψεις, αλλά αποδίδει συγχρόνως και την προσωπική του ηθική έκπτωση. Η ερμηνεία του της λέξης «νόμος» σχετίζεται με τη «νομή» και τέλος του «νέμομαι», εξομοιώνοντας τους νόμους με την αυθαιρεσία της βίας του ναζισμού.
Θ. Βερέμης αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
Θελήσαμε να ασχοληθούμε εδώ με ένα φαινόμενο του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, όταν η ήπειρός μας γνώριζε τη μεγαλύτερη ηθική κρίση της Ιστορίας της. Οτι σημαντικοί διανοούμενοι όπως ο Καρλ Σμιτ επέλεξαν να γίνουν στήριγμα του πιο βάρβαρου πολιτεύματος, είναι μια από τις απώλειες εκείνης της εποχής. Οτι ο Σμιτ ίσως ασκεί ακόμα γοητεία σε σκεπτόμενους ανθρώπους που πασχίζουν να βρουν πυξίδα στο σύγχρονο πέλαγος, είναι ανησυχητικό. Αν ο διαφωτισμός και ο ορθολογισμός έχουν διανύσει την πορεία τους και βρισκόμαστε ήδη στον μεταμοντέρνο σχετικισμό, θα το μάθουμε προσεχώς, ελπίζω όχι λίαν προσεχώς. Ομως σίγουρα τα φαντάσματα των παραστρατημένων δεν μας βοηθούν να αποκτήσουμε το αναγκαίο έρμα για το δύσκολο ταξίδι που βρίσκεται μπροστά μας.
Ο Γερμανός φιλόσοφος του Δικαίου, Καρλ Σμιτ, έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό της χώρας μας χάρη στον φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη και τη διαμάχη του με τον Ριχάρδο Σωμερίτη. Εκτοτε ο Σμιτ απέκτησε μεγαλύτερη ορατότητα και υπήρξε αντικείμενο μελέτης από αριστερούς και μη επιστήμονες.
Τι είναι αυτό που έκανε το έργο του Σμιτ ελκυστικό σε αριστερούς διανοητές όπως οι Βάλτερ Μπένγιαμιν και Γκέοργκ Λούκατς, και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία ο αντι-σημίτης νομικός συνέπλεε και σε ορισμένες περιστάσεις εκθείαζε τον ναζισμό; Ηταν άραγε ο αντιφιλελεύθερος λόγος του, η ροπή του προς το ισχυρό κράτος ή η ανάλυσή του της λαϊκής βούλησης; Η εχθρότητά του προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό ασφαλώς τον κατέστησε μεταπολεμικά ελκυστικό σε κάποιους αριστερούς διανοούμενους και αυτός έσπευσε να δείξει στους νέους αντιεξουσιαστές Γερμανούς ένα πρόσωπο γεμάτο κατανόηση. Ετσι, μέμφεται την ομοιογένεια που δημιουργεί στην κοινωνία η δημοκρατία διότι έτσι εξοντώνεται η ετερογένεια. Ουδείς λόγος για τη βιολογική εξόντωση των ετερογενών του χιτλερικού συστήματος.
Οπως πολλοί σημαντικοί διανοητές του γερμανικού Μεσοπολέμου, ο Σμιτ ανήκει σε μια παράδοση που παραπέμπει στον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα. Ο Σίλερ πίστευε ότι το μεγαλείο των συμπατριωτών του αντλούσε δυνάμεις από τις αναζητήσεις τους, όχι στα εγκόσμια, αλλά στον υπερβατικό κόσμο του πνεύματος. Πράγματι, πολλοί από τους μεγάλους σύγχρονους του Σμιτ, συνεργασθέντες (Χάιντεγκερ) και μη (Σπέγκλερ) με το χιτλερικό καθεστώς, υπήρξαν προϊόντα των γοητευτικών αναζητήσεων που επισήμανε ο Σίλερ.
Ο ίδιος ο Σμιτ αποτελεί παράδειγμα φιλοσοφικής αμφιθυμίας. Αν και συντηρητικός ερμηνευτής του Συνταγματικού Δικαίου, διέθετε τεράστιο φάσμα ενδιαφερόντων που συχνά έρχονταν σε αντίθεση με τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις. Ηταν υποστηρικτής του ναζισμού αν και αμετακίνητος καθολικός, πιστός χριστιανός αν και υπηρέτης της πιο απάνθρωπης κοσμικής αντίληψης.
Η έλξη που άσκησαν επάνω του τόσο διαφορετικοί ριζοσπάστες, όπως ο σωβινιστής Σαρλ Μοράς και ο αντίποδάς του στη θεωρία του συνδικαλισμού, Ζορζ Σορέλ, περιγράφει και τη ροπή της εποχής του προς την ακρασφάλεια. Είναι ίσως δυνατό να τον κατατάξουμε στην παράδοση του Νίτσε καθώς ασκεί σοβαρή κριτική στον φιλελεύθερο ρασιοναλισμό και έλκεται από την ισχύ και τη βούληση των ισχυρών. Η παρατήρηση για τον διαχωρισμό ανάμεσα στην εσωτερική πίστη και την εξωτερική υπακοή των πρώτων Φιλελευθέρων του 17ου αιώνα στους νόμους του κράτους, αποδίδει το προσωπικό του δίλημμα.
Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας απασχόλησε ιδιαίτερα τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου. Αισθανόταν δέος μπροστά στην έννοια της κυριαρχίας, η οποία αντλούσε κύρος από την αστείρευτη εξουσία του λαού. Ο λαός, όμως, ως απεριόριστη πηγή εξουσίας τον τρόμαζε. Βρήκε ωστόσο μια εύσχημη λύση στο πρόβλημα αυτό στο έργο του Μακιαβέλι, ο οποίος υπήρξε για τον Σμιτ μια αδελφή διάνοια. Υιοθέτησε έτσι την ιδέα του «εντεταλμένου δικτάτορα» που ο Μακιαβέλι είχε ανακαλύψει στη ρωμαϊκή δημοκρατία. Πρόκειται για θεσμό που λειτούργησε από το 500 π. Χ. ώς τον τρίτο αιώνα, με σκοπό την προστασία του πολιτεύματος σε περίπτωση στρατιωτικής συνωμοσίας. Η ερμηνεία του ίδιου του Σμιτ ήταν ότι ο θεσμός προοριζόταν για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, ακόμα και με επιβολή καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης, περιορισμένης διάρκειας.
Ο μαρξισμός, κατά τον Σμιτ, αποτελούσε μόνιμη απειλή για τη νομιμότητα. Η επίκληση μιας ανατροπής που αντλούσε το φιλοσοφικό της κύρος όχι από τη λογική του Δικαίου, αλλά από κάποια αποκρυπτογράφηση της Ιστορίας, απασχόλησε επίμονα τον Σμιτ στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ανάμεσα στο 1921-24 κατέληξε σε τρία σχέδια για την αντιμετώπιση της απειλής: Το πρώτο απέβλεπε στη βίαιη καταστολή μαζικών εξεγέρσεων με αυταρχικό, αντι-επαναστατικό καθεστώς. Το δεύτερο, που ήταν και το πιο ουτοπικό, βασιζόταν στο κύρος της Καθολικής Εκκλησίας ως μοναδικού ζωντανού εκπροσώπου της ευρωπαϊκής παράδοσης. Το τρίτο προσανατολιζόταν όχι προς την καταστολή, αλλά την ενσωμάτωση των μαζών σε μια «ομογενοποιημένη εθνική δημοκρατία». Ο όρος «ομογενοποίηση» αποτελεί εκ των υστέρων μακάβρια αναφορά σε γεγονότα που έμελλαν να συμβούν.
Τι έμεινε σταθερό από τις πολιτικές μεταμορφώσεις του Σμιτ και τις μεταστάσεις του από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, στην τελευταία κυβέρνηση πριν από τον Χίτλερ έως την παρέα των διανοουμένων που συμβουλευόταν ο Γκέριγκ;
Ο Σμιτ υποστήριξε τους ναζί, γιατί πίστεψε ότι αυτοί θα ήταν ο από μηχανής θεός που θα έσωζε το αστικό σύστημα από μια σοβιετική κατάληξη. Εβλεπε την ιδεολογία των χιτλερικών σαν αναγκαία λύση, πέραν του νομικού ορθολογισμού, ο οποίος δεν μπόρεσε να σώσει την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το μεταπολεμικό του έργο περιέχει πολλές οξυδερκείς σκέψεις, αλλά αποδίδει συγχρόνως και την προσωπική του ηθική έκπτωση. Η ερμηνεία του της λέξης «νόμος» σχετίζεται με τη «νομή» και τέλος του «νέμομαι», εξομοιώνοντας τους νόμους με την αυθαιρεσία της βίας του ναζισμού.
Θ. Βερέμης αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
Το τίμημα του ελάχιστου κοινού παρονομαστή
Tου Στεφανου Kασιματη
Eίτε πιστεύει κανείς ότι οι μεταρρυθμίσεις που μας υπαγορεύει το Μνημόνιο συνιστούν υποδούλωση της ωραιότερης χώρας του κόσμου (που ως γνωστόν κατοικείται από τον εξυπνότερο λαό του κόσμου κ.λπ.) στους Εβραιομασόνους και τους Νεφελίμ είτε πιστεύει ότι είναι αλλαγές που τις υπαγορεύει η απλή λογική και θα έπρεπε εδώ και καιρό να τις είχαμε κάνει μόνοι μας, όλοι συμφωνούμε ότι οι οριζόντιες περικοπές, όπως κάθε μορφής βίαια εξίσωση, κρύβουν τις μεγαλύτερες αδικίες.
Παραδείγματος χάριν, κούρεμα αποδοχών, κατά το ίδιο ποσοστό, στον συνταξιούχο των 800 ευρώ, ο οποίος δούλεψε σαράντα χρόνια στην πραγματική αγορά και στον κομματικό εφοριακό, που αμείβεται πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον δημόσιο υπάλληλο, είναι άδικο -και μάλιστα άδικο με μια χροιά γαϊδουριάς, που το κάνει ακόμη απεχθέστερο. (Αν ορισμένοι βρίσκετε την έννοια «κομματικός εφοριακός» ισοπεδωτική γενίκευση, ας αναρωτηθείτε πότε είχαμε Βουλή χωρίς συνδικαλιστές εφοριακούς στα έδρανα, εκλεγμένους και με τα δύο μεγάλα κόμματα, επίσης πότε είχαμε κυβέρνηση χωρίς συνδικαλιστή εφοριακό σε θέση υφυπουργού...)
Η αδικία των οριζοντίων περικοπών μπορεί να έχει συνέπειες οδυνηρά τραγικές σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως ανακάλυψαν κατάπληκτοι οι πάντες μετά τη δολοφονία των δύο ηρωικών νεαρών αστυνομικών. Εχει όμως και μακροπρόθεσμες, που ίσως είναι οι χειρότερες, καθώς επηρεάζουν τους περισσότερους. Οι οριζόντιες περικοπές αφαιρούν και το τελευταίο υπόλειμμα προσχήματος ηθικής ακεραιότητας του συστήματος. Φθείρουν το σύνολο των δεδομένων και συμφωνημένων κανόνων, που κρατούν την κοινωνία στοιχειωδώς ενωμένη ώστε να λειτουργεί. Αποκαρδιώνουν τον κόσμο και τον ωθούν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, όταν περισσότερο από ποτέ είναι αναγκαία η συμμετοχή όλων στην προσπάθεια – αν, βέβαια, θέλουμε να σωθούμε.
Τι είναι αυτό όμως που κάνει την κυβέρνηση να καταφεύγει στις οριζόντιες περικοπές; Νομίζω το ίδιο με αυτό που την κάνει, εδώ και τρεις εβδομάδες, να παραπαίει και να παράγει μία αντικειμενικώς αξιοσημείωτη αλληλουχία γκαφών. Είναι το ότι, όσο και αν οι οριζόντιες περικοπές προξενούν αντιδράσεις, πρόσκαιρα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να κερδίζει λίγο χρόνο, ώστε να καθυστερεί εκείνο που φοβάται περισσότερο και προφανώς δεν το μπορεί κιόλας: τη μείωση του κράτους με κάθετες παρεμβάσεις, κάτι το οποίο όταν γίνει θα δώσει τη χαριστική βολή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, διότι προϋποθέτει απολύσεις προσωπικού.
Βλέπετε, η αρχή επί της οποίας αναπτύχθηκε το ελληνικό Δημόσιο στην εποχή 1981-2009 όριζε τη διασπορά των λίγων στους πολλούς. Πολλές θέσεις εργασίας, δηλαδή, έστω και αν ο μισθός ήταν μικρός, υπό την άρρητη προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος θα είχε ευκαιρίες να βελτιώσει την οικονομική θέση του μέσω της διαφθοράς – νοουμένης είτε με τον παραδοσιακό τρόπο (μπαξίσι, γρηγορόσημο κ.λπ.) είτε ως συνδιαλλαγή μεταξύ συνδικαλιστών και πολιτευτών για την παροχή σκανδαλωδών (μες στον σουρεαλισμό τους) επιδομάτων.
Βολικό από την οπτική γωνία πολιτευομένων που ψηφοθηρούν, έχει όμως ένα σοβαρό μειονέκτημα για όλους τους άλλους (των ευνοηθέντων συμπεριλαμβανομένων) και το οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα: Το κέντρο βάρους του συστήματος από την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες μετακινείται στην ευημερία των ίδιων των λειτουργών του. Ετσι, το κράτος σταδιακά γίνεται αυτοσκοπός και κάποια στιγμή όλοι προσγειωνόμαστε στη φρικτή πραγματικότητα της γενίκευσης ότι δεν υπάρχει κράτος. Ουσιαστικά, δεν πρόκειται για κάτι διαφορετικό από το μοντέλο της «Ολυμπιακής», το οποίο εν τέλει εφαρμόσαμε στο σύνολο του Δημοσίου. (Και μάλλον δεν πρέπει να είναι τυχαίο αυτό, αφού τη χρυσή εποχή του ΠΑΣΟΚ το Greek dream ήταν ο διορισμός στην Ολυμπιακή υπό οιαδήποτε ιδιότητα...)
Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι η κυβέρνηση έφθασε στο σημείο πέρα από το οποίο είναι αδύνατο να προχωρήσει χωρίς απώλειες· και το γεγονός το έχουν πάρει είδηση οι δανειστές μας. Αφότου η τύχη της ελληνικής οικονομίας έγινε διεθνώς πρώτο θέμα και δεσμεύθηκαν 110 δισ. για δανειακές ανάγκες που δεν ήταν δυνατόν να καλύψουμε από τις αγορές, οι δανειστές μας παρακολουθούν στενά την εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα. Αρκεί να μιλήσει κανείς με τους εκπροσώπους τους εδώ, για να διαπιστώσει ότι την γνωρίζουν πλέον όσο καλά και εμείς. Αυτό το καταλαβαίνουν οι λίγοι σοβαροί της κυβέρνησης, αλλά οι περισσότεροι στον πολιτικό κόσμο αδυνατούν να το συλλάβουν, τους υπερβαίνει. Δεν είναι περίεργο, διότι, όσα και αν ξόδεψαν σε ταξίδια στο εξωτερικό οι Ελληνες τα χρόνια της δανεικής ευημερίας, οι ορίζοντες των περισσότερων πολιτικών σπανίως ξεπέρασαν εκείνους της εκλογικής περιφερείας τους. (Είναι αποδεδειγμένο, άλλωστε, ότι για τους περισσότερους Ελληνες ταξίδι στο εξωτερικό σημαίνει πρωτίστως ψώνια...)
Κανείς δεν πρόκειται να πεισθεί για τη σοβαρότητα της προσπάθειας που καταβάλει η Ελλάδα να επιζήσει της κρίσης, όσο η κυβέρνηση (αυτή ή όποια άλλη – άνευ σημασίας η διαφορά) δεν τολμά να προχωρήσει σε απολύσεις προκειμένου να μειώσει την έκταση του Δημοσίου. Οσο δεν αλλάζει η σχέση ποσότητας και ποιότητας στη λογική του Δημοσίου, η επαγγελματική μοίρα ενός κλητήρα, που η δουλειά του είναι να περνά πέντε-έξι ώρες στο καθησιό, θα εξακολουθεί να καθορίζει τη μοίρα ενός άλλου υπαλλήλου, ας πούμε ενός πιλότου της Πολεμικής Αεροπορίας, του οποίου η εκπαίδευση κόστισε στον φορολογούμενο εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και στον οποίο η πολιτεία εμπιστεύθηκε τον χειρισμό ενός μηχανήματος αξίας 30 εκατομμυρίων δολαρίων.
Δεν είναι μόνον ότι εξισώσεις εις βάρος της αξίας είναι άδικες, αλλά έτσι, χωρίς στοχευμένες και εις βάθος περικοπές, ούτε οι αιτίες των ελλειμμάτων εξαλείφονται (και, άρα, η καταστροφή γίνεται αναπόφευκτη) ούτε έχουμε ελπίδα να φτιάξουμε σοβαρό κράτος –απλώς, κάνουμε φθηνότερο το ήδη υπάρχον και, πιθανώς, αθλιότερο. Οι απολύσεις είναι το σκληρό τίμημα της «δημοκρατικής» αρχής του ελάχιστου κοινού παρονομαστή.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-3-2011
Eίτε πιστεύει κανείς ότι οι μεταρρυθμίσεις που μας υπαγορεύει το Μνημόνιο συνιστούν υποδούλωση της ωραιότερης χώρας του κόσμου (που ως γνωστόν κατοικείται από τον εξυπνότερο λαό του κόσμου κ.λπ.) στους Εβραιομασόνους και τους Νεφελίμ είτε πιστεύει ότι είναι αλλαγές που τις υπαγορεύει η απλή λογική και θα έπρεπε εδώ και καιρό να τις είχαμε κάνει μόνοι μας, όλοι συμφωνούμε ότι οι οριζόντιες περικοπές, όπως κάθε μορφής βίαια εξίσωση, κρύβουν τις μεγαλύτερες αδικίες.
Παραδείγματος χάριν, κούρεμα αποδοχών, κατά το ίδιο ποσοστό, στον συνταξιούχο των 800 ευρώ, ο οποίος δούλεψε σαράντα χρόνια στην πραγματική αγορά και στον κομματικό εφοριακό, που αμείβεται πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον δημόσιο υπάλληλο, είναι άδικο -και μάλιστα άδικο με μια χροιά γαϊδουριάς, που το κάνει ακόμη απεχθέστερο. (Αν ορισμένοι βρίσκετε την έννοια «κομματικός εφοριακός» ισοπεδωτική γενίκευση, ας αναρωτηθείτε πότε είχαμε Βουλή χωρίς συνδικαλιστές εφοριακούς στα έδρανα, εκλεγμένους και με τα δύο μεγάλα κόμματα, επίσης πότε είχαμε κυβέρνηση χωρίς συνδικαλιστή εφοριακό σε θέση υφυπουργού...)
Η αδικία των οριζοντίων περικοπών μπορεί να έχει συνέπειες οδυνηρά τραγικές σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως ανακάλυψαν κατάπληκτοι οι πάντες μετά τη δολοφονία των δύο ηρωικών νεαρών αστυνομικών. Εχει όμως και μακροπρόθεσμες, που ίσως είναι οι χειρότερες, καθώς επηρεάζουν τους περισσότερους. Οι οριζόντιες περικοπές αφαιρούν και το τελευταίο υπόλειμμα προσχήματος ηθικής ακεραιότητας του συστήματος. Φθείρουν το σύνολο των δεδομένων και συμφωνημένων κανόνων, που κρατούν την κοινωνία στοιχειωδώς ενωμένη ώστε να λειτουργεί. Αποκαρδιώνουν τον κόσμο και τον ωθούν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, όταν περισσότερο από ποτέ είναι αναγκαία η συμμετοχή όλων στην προσπάθεια – αν, βέβαια, θέλουμε να σωθούμε.
Τι είναι αυτό όμως που κάνει την κυβέρνηση να καταφεύγει στις οριζόντιες περικοπές; Νομίζω το ίδιο με αυτό που την κάνει, εδώ και τρεις εβδομάδες, να παραπαίει και να παράγει μία αντικειμενικώς αξιοσημείωτη αλληλουχία γκαφών. Είναι το ότι, όσο και αν οι οριζόντιες περικοπές προξενούν αντιδράσεις, πρόσκαιρα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να κερδίζει λίγο χρόνο, ώστε να καθυστερεί εκείνο που φοβάται περισσότερο και προφανώς δεν το μπορεί κιόλας: τη μείωση του κράτους με κάθετες παρεμβάσεις, κάτι το οποίο όταν γίνει θα δώσει τη χαριστική βολή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, διότι προϋποθέτει απολύσεις προσωπικού.
Βλέπετε, η αρχή επί της οποίας αναπτύχθηκε το ελληνικό Δημόσιο στην εποχή 1981-2009 όριζε τη διασπορά των λίγων στους πολλούς. Πολλές θέσεις εργασίας, δηλαδή, έστω και αν ο μισθός ήταν μικρός, υπό την άρρητη προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος θα είχε ευκαιρίες να βελτιώσει την οικονομική θέση του μέσω της διαφθοράς – νοουμένης είτε με τον παραδοσιακό τρόπο (μπαξίσι, γρηγορόσημο κ.λπ.) είτε ως συνδιαλλαγή μεταξύ συνδικαλιστών και πολιτευτών για την παροχή σκανδαλωδών (μες στον σουρεαλισμό τους) επιδομάτων.
Βολικό από την οπτική γωνία πολιτευομένων που ψηφοθηρούν, έχει όμως ένα σοβαρό μειονέκτημα για όλους τους άλλους (των ευνοηθέντων συμπεριλαμβανομένων) και το οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα: Το κέντρο βάρους του συστήματος από την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες μετακινείται στην ευημερία των ίδιων των λειτουργών του. Ετσι, το κράτος σταδιακά γίνεται αυτοσκοπός και κάποια στιγμή όλοι προσγειωνόμαστε στη φρικτή πραγματικότητα της γενίκευσης ότι δεν υπάρχει κράτος. Ουσιαστικά, δεν πρόκειται για κάτι διαφορετικό από το μοντέλο της «Ολυμπιακής», το οποίο εν τέλει εφαρμόσαμε στο σύνολο του Δημοσίου. (Και μάλλον δεν πρέπει να είναι τυχαίο αυτό, αφού τη χρυσή εποχή του ΠΑΣΟΚ το Greek dream ήταν ο διορισμός στην Ολυμπιακή υπό οιαδήποτε ιδιότητα...)
Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι η κυβέρνηση έφθασε στο σημείο πέρα από το οποίο είναι αδύνατο να προχωρήσει χωρίς απώλειες· και το γεγονός το έχουν πάρει είδηση οι δανειστές μας. Αφότου η τύχη της ελληνικής οικονομίας έγινε διεθνώς πρώτο θέμα και δεσμεύθηκαν 110 δισ. για δανειακές ανάγκες που δεν ήταν δυνατόν να καλύψουμε από τις αγορές, οι δανειστές μας παρακολουθούν στενά την εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα. Αρκεί να μιλήσει κανείς με τους εκπροσώπους τους εδώ, για να διαπιστώσει ότι την γνωρίζουν πλέον όσο καλά και εμείς. Αυτό το καταλαβαίνουν οι λίγοι σοβαροί της κυβέρνησης, αλλά οι περισσότεροι στον πολιτικό κόσμο αδυνατούν να το συλλάβουν, τους υπερβαίνει. Δεν είναι περίεργο, διότι, όσα και αν ξόδεψαν σε ταξίδια στο εξωτερικό οι Ελληνες τα χρόνια της δανεικής ευημερίας, οι ορίζοντες των περισσότερων πολιτικών σπανίως ξεπέρασαν εκείνους της εκλογικής περιφερείας τους. (Είναι αποδεδειγμένο, άλλωστε, ότι για τους περισσότερους Ελληνες ταξίδι στο εξωτερικό σημαίνει πρωτίστως ψώνια...)
Κανείς δεν πρόκειται να πεισθεί για τη σοβαρότητα της προσπάθειας που καταβάλει η Ελλάδα να επιζήσει της κρίσης, όσο η κυβέρνηση (αυτή ή όποια άλλη – άνευ σημασίας η διαφορά) δεν τολμά να προχωρήσει σε απολύσεις προκειμένου να μειώσει την έκταση του Δημοσίου. Οσο δεν αλλάζει η σχέση ποσότητας και ποιότητας στη λογική του Δημοσίου, η επαγγελματική μοίρα ενός κλητήρα, που η δουλειά του είναι να περνά πέντε-έξι ώρες στο καθησιό, θα εξακολουθεί να καθορίζει τη μοίρα ενός άλλου υπαλλήλου, ας πούμε ενός πιλότου της Πολεμικής Αεροπορίας, του οποίου η εκπαίδευση κόστισε στον φορολογούμενο εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και στον οποίο η πολιτεία εμπιστεύθηκε τον χειρισμό ενός μηχανήματος αξίας 30 εκατομμυρίων δολαρίων.
Δεν είναι μόνον ότι εξισώσεις εις βάρος της αξίας είναι άδικες, αλλά έτσι, χωρίς στοχευμένες και εις βάθος περικοπές, ούτε οι αιτίες των ελλειμμάτων εξαλείφονται (και, άρα, η καταστροφή γίνεται αναπόφευκτη) ούτε έχουμε ελπίδα να φτιάξουμε σοβαρό κράτος –απλώς, κάνουμε φθηνότερο το ήδη υπάρχον και, πιθανώς, αθλιότερο. Οι απολύσεις είναι το σκληρό τίμημα της «δημοκρατικής» αρχής του ελάχιστου κοινού παρονομαστή.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-3-2011
Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011
Οταν κυβερνούν οι αντιεξουσιαστές φιλόσοφοι…
Το ερώτημα είναι παμπάλαιο: ποιος πρέπει να κυβερνά; Η απάντηση του Πλάτωνος είναι γνωστή: οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες. Οι λαοί θα ευτυχήσουν όταν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν. Ο φιλόσοφος μοιάζει με τον κυβερνήτη ενός πλοίου. Οι ναύτες είναι αμαθείς και καβγατζήδες, δεν ξέρουν την τέχνη της ναυσιπλοΐας. Μόνο ο φιλόσοφος γνωρίζει, λέει ο Πλάτων: τους ανέμους, τον ουρανό, τα αστέρια και μπορεί, κατά συνέπεια, να διευθύνει το πλοίο. Τι καθιστά τον φιλόσοφο τον μόνο άξιο κυβερνήτη; Η αγάπη της σοφίας, η πραγματική γνώση του Αγαθού, η γνωστική πρόσβαση σε αρχετυπικές Ιδέες που παραμένουν αναλλοίωτες. Η ορθή πολιτεία διευθύνεται από «άρχοντας αληθώς επιστήμονας», από φιλό-σοφους.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Παρά τους ταυτολογικούς ορισμούς του Πλάτωνος περί της εγκράτειας και αφιλοχρηματίας των φιλοσόφων, δεν παύουν να ανήκουν στο ανθρώπινο είδος: έχουν φιλοδοξίες, προκαταλήψεις, φόβους και πάθη. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς είναι ένα ένσαρκο ον, ριζωμένο στον χώρο και τον χρόνο· η κρίση του ενδέχεται να είναι εσφαλμένη, η ηθική του συνείδηση σε καταστολή, η πολιτική του οξύνοια στομωμένη, τα συναισθήματά του ακατέργαστα. Το παράδειγμα του φιλο-ναζί Χάιντεγκερ, του μεγαλύτερου ίσως φιλόσοφου του 20ού αιώνα, δείχνει ότι η πλάνη δεν χαρακτηρίζει μόνο τους πολλούς, αλλά και την υψηλότερη αριστοκρατία του πνεύματος.
Προσέξτε πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Φιλοσοφίας, κ. Πελεγρίνης: «Ως πρύτανης προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση στον θεσμό. Πιο ανθρώπινη. Αλλωστε, σκοπός μου ήταν και είναι να υπηρετήσω το πανεπιστήμιο, όχι να το εξουσιάσω. Για μένα, η λέξη εξουσιάζω αναλύεται ως “έξω η εξουσία”». Ο Πλάτων θα έφριττε στη σκέψη ότι η ιδιότητα του φιλό-σοφου ουδόλως αποτρέπει έναν πρύτανη-κυβερνήτη να υιοθετεί μια αφελή, σχεδόν παιδαριώδη, αντίληψη της εξουσίας.
Ο κ. Πελεγρίνης, επικεφαλής ενός μεγάλου οργανισμού με χιλιάδες εργαζόμενους και προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, φαίνεται να πιστεύει ότι η άσκηση της εξουσίας είναι απλώς θέμα προσωπικού ορισμού, όχι συστατικό μέρος κάθε θεσμού. Αν θεωρήσω λ.χ. ότι, ως δάσκαλος, διευθυντής οργανισμού, ή αστυνομικός, δεν ασκώ εξουσία, τότε, ως δια μαγείας, δεν ασκώ εξουσία! Είναι σαν να ορίζει ο υπουργός Οικονομικών μόνος του το χρέος έναντι των δανειστών της χώρας! Η πραγματικότητα είναι αυτό που θεωρώ ότι είναι!
Ο συλλογισμός αυτός παραβλέπει αυτό που ο φιλόσοφος Τζον Σιρλ ονομάζει «θεσμικά γεγονότα» («institutional facts»): γεγονότα των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από κοινωνικούς θεσμούς. Τα δέκα ευρώ που έδωσα χθες στον ταξιτζή δεν είναι ένα απλό κομμάτι χαρτί αλλά χρήματα, η αξία των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη του θεσμού των εγχρήματων συναλλαγών. Η εξουσία ενός πρύτανη δεν εξοβελίζεται επειδή έτσι νομίζει ένας πρύτανης, όπως η εξουσία του πρωθυπουργού δεν καταργείται ακόμα κι όταν ο πρωθυπουργός φενακιστικά δηλώνει «αντιεξουσιαστής» (βλ. δηλώσεις Παπανδρέου Γ΄).
Ως επικεφαλής ενός θεσμού ο πρύτανης εφαρμόζει κανόνες, κατευθύνει, ελέγχει – ασκεί εξουσία. Βεβαίως υπάρχουν πολλοί τρόποι να ασκήσει κανείς εξουσία, αλλά το βέβαιο είναι ότι η εξουσία του δεν εξαερώνεται. Η εξουσία δεν είναι εξωτερική ως προς τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ενυπάρχει σε αυτές, τις διαπερνά – απορρέει από τις ασυμμετρίες, την ανισότητα πρόσβασης σε υλικούς και συμβολικούς πόρους, τις θεσμικές διαφορές.
Οταν οι λαθρομετανάστες κατέλαβαν πρόσφατα τη Νομική Σχολή, από τον πρύτανη αναμέναμε υπεύθυνη δράση, αφού αυτό ορίζουν η θεσμική και έννομη τάξη. Οι ρόλοι και οι εξ αυτών ευθύνες συγκροτούνται στο εσωτερικό θεσμών, δεν τους ορίζουμε ιδιωτικώς. Η επιλογή του φιλόσοφου-πρύτανη να ορίσει το πρόβλημα της κατάληψης κυρίως ως «μεταναστευτικό», και η με κάθε κόστος «αναζήτηση ανώδυνης λύσης» εκ μέρους του συνάδει με τη σολιψιστική αντίληψη του ρόλου του: το πρόβλημα είναι όπως το ορίζω! Επανατοποθετώ τον ρόλο μου σε νέα, ορισμένα από εμένα, συμφραζόμενα, προκειμένου να μη χρειαστεί να λάβω επώδυνες αποφάσεις.
Αν μερικοί ναρκισσιστικά προσποιούνται ότι θέλουν να καταργήσουν την εξουσία του ρόλου τους, υπάρχουν άλλοι που περιβάλλουν με σοφιστείες τη θέλησή τους για εξουσία. «Ναι, είναι γεγονός [ότι θέλω να ασκήσω εξουσία]», ομολογεί ο σκαπανεύς της μεταμοντέρνας σοφιστικής κ. Βέλτσος. «[…] Μόνο που η εξουσία δεν είναι η […] καθυπόταξη του άλλου. Είναι σχέσεις δύναμης και ο εξουσιαζόμενος ασκεί και αυτός εξουσία στον εξουσιαστή. Αφού, λοιπόν, η εξουσία ασκείται έτσι κι αλλιώς, δεν ντρέπομαι να την ασκήσω κι εγώ […]» (BHMA gazino, 6/7/2008). Προσέξτε την οργουελική χρήση της γλώσσας. Αν όλα είναι θέμα αυτο-εξυπηρετικών ορισμών, η εξουσία του φρουρού του Γκουαντάναμο δεν διαφέρει και πολύ από την εξουσία του κρατούμενου! Η εξουσία δεν απαιτεί τόσο δημόσια λογοδοσία, όσο «βελτιώνει τον χαρακτήρα» του εξουσιαστή!
Οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες όχι μόνο δεν είναι απαραίτητα καλύτεροι κυβερνήτες, αλλά είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι κυβερνήτες. Πρώτον γιατί η αίγλη που συνήθως τους περιβάλλει (την οποία, φυσικά, τόσο απολαμβάνουν!) είναι πολύ πιθανόν να αναδείξει τα ναρκισσιστικά στοιχεία του χαρακτήρα τους· και δεύτερον γιατί ρέπουν προς την εκλεπτυσμένη φενάκη και την περίτεχνη σοφιστεία, προκειμένου να αποφύγουν το δημοκρατικό «λόγον διδόναι».
Ο Πλάτων έθεσε το λάθος ερώτημα, επεσήμανε ο Καρλ Πόπερ. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος πρέπει να κυβερνά», αλλά «πώς ελαχιστοποιούμε την κακή διακυβέρνηση». Στη δημοκρατία δεν χρειαζόμαστε «αληθώς επιστήμονας» να μας διοικήσουν, αλλά ανθρώπους με σωστό χαρακτήρα, εκλεπτυσμένη κρίση, αίσθηση καθήκοντος, και ισχυρή βούληση. Κρίνετε μόνοι σας σε ποιο βαθμό τους έχουμε.
Χ. Κ. Τσούκας καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
ΚΑΘΗΜΕΙΝΗ 27-2-2011
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Παρά τους ταυτολογικούς ορισμούς του Πλάτωνος περί της εγκράτειας και αφιλοχρηματίας των φιλοσόφων, δεν παύουν να ανήκουν στο ανθρώπινο είδος: έχουν φιλοδοξίες, προκαταλήψεις, φόβους και πάθη. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς είναι ένα ένσαρκο ον, ριζωμένο στον χώρο και τον χρόνο· η κρίση του ενδέχεται να είναι εσφαλμένη, η ηθική του συνείδηση σε καταστολή, η πολιτική του οξύνοια στομωμένη, τα συναισθήματά του ακατέργαστα. Το παράδειγμα του φιλο-ναζί Χάιντεγκερ, του μεγαλύτερου ίσως φιλόσοφου του 20ού αιώνα, δείχνει ότι η πλάνη δεν χαρακτηρίζει μόνο τους πολλούς, αλλά και την υψηλότερη αριστοκρατία του πνεύματος.
Προσέξτε πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Φιλοσοφίας, κ. Πελεγρίνης: «Ως πρύτανης προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση στον θεσμό. Πιο ανθρώπινη. Αλλωστε, σκοπός μου ήταν και είναι να υπηρετήσω το πανεπιστήμιο, όχι να το εξουσιάσω. Για μένα, η λέξη εξουσιάζω αναλύεται ως “έξω η εξουσία”». Ο Πλάτων θα έφριττε στη σκέψη ότι η ιδιότητα του φιλό-σοφου ουδόλως αποτρέπει έναν πρύτανη-κυβερνήτη να υιοθετεί μια αφελή, σχεδόν παιδαριώδη, αντίληψη της εξουσίας.
Ο κ. Πελεγρίνης, επικεφαλής ενός μεγάλου οργανισμού με χιλιάδες εργαζόμενους και προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, φαίνεται να πιστεύει ότι η άσκηση της εξουσίας είναι απλώς θέμα προσωπικού ορισμού, όχι συστατικό μέρος κάθε θεσμού. Αν θεωρήσω λ.χ. ότι, ως δάσκαλος, διευθυντής οργανισμού, ή αστυνομικός, δεν ασκώ εξουσία, τότε, ως δια μαγείας, δεν ασκώ εξουσία! Είναι σαν να ορίζει ο υπουργός Οικονομικών μόνος του το χρέος έναντι των δανειστών της χώρας! Η πραγματικότητα είναι αυτό που θεωρώ ότι είναι!
Ο συλλογισμός αυτός παραβλέπει αυτό που ο φιλόσοφος Τζον Σιρλ ονομάζει «θεσμικά γεγονότα» («institutional facts»): γεγονότα των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από κοινωνικούς θεσμούς. Τα δέκα ευρώ που έδωσα χθες στον ταξιτζή δεν είναι ένα απλό κομμάτι χαρτί αλλά χρήματα, η αξία των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη του θεσμού των εγχρήματων συναλλαγών. Η εξουσία ενός πρύτανη δεν εξοβελίζεται επειδή έτσι νομίζει ένας πρύτανης, όπως η εξουσία του πρωθυπουργού δεν καταργείται ακόμα κι όταν ο πρωθυπουργός φενακιστικά δηλώνει «αντιεξουσιαστής» (βλ. δηλώσεις Παπανδρέου Γ΄).
Ως επικεφαλής ενός θεσμού ο πρύτανης εφαρμόζει κανόνες, κατευθύνει, ελέγχει – ασκεί εξουσία. Βεβαίως υπάρχουν πολλοί τρόποι να ασκήσει κανείς εξουσία, αλλά το βέβαιο είναι ότι η εξουσία του δεν εξαερώνεται. Η εξουσία δεν είναι εξωτερική ως προς τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ενυπάρχει σε αυτές, τις διαπερνά – απορρέει από τις ασυμμετρίες, την ανισότητα πρόσβασης σε υλικούς και συμβολικούς πόρους, τις θεσμικές διαφορές.
Οταν οι λαθρομετανάστες κατέλαβαν πρόσφατα τη Νομική Σχολή, από τον πρύτανη αναμέναμε υπεύθυνη δράση, αφού αυτό ορίζουν η θεσμική και έννομη τάξη. Οι ρόλοι και οι εξ αυτών ευθύνες συγκροτούνται στο εσωτερικό θεσμών, δεν τους ορίζουμε ιδιωτικώς. Η επιλογή του φιλόσοφου-πρύτανη να ορίσει το πρόβλημα της κατάληψης κυρίως ως «μεταναστευτικό», και η με κάθε κόστος «αναζήτηση ανώδυνης λύσης» εκ μέρους του συνάδει με τη σολιψιστική αντίληψη του ρόλου του: το πρόβλημα είναι όπως το ορίζω! Επανατοποθετώ τον ρόλο μου σε νέα, ορισμένα από εμένα, συμφραζόμενα, προκειμένου να μη χρειαστεί να λάβω επώδυνες αποφάσεις.
Αν μερικοί ναρκισσιστικά προσποιούνται ότι θέλουν να καταργήσουν την εξουσία του ρόλου τους, υπάρχουν άλλοι που περιβάλλουν με σοφιστείες τη θέλησή τους για εξουσία. «Ναι, είναι γεγονός [ότι θέλω να ασκήσω εξουσία]», ομολογεί ο σκαπανεύς της μεταμοντέρνας σοφιστικής κ. Βέλτσος. «[…] Μόνο που η εξουσία δεν είναι η […] καθυπόταξη του άλλου. Είναι σχέσεις δύναμης και ο εξουσιαζόμενος ασκεί και αυτός εξουσία στον εξουσιαστή. Αφού, λοιπόν, η εξουσία ασκείται έτσι κι αλλιώς, δεν ντρέπομαι να την ασκήσω κι εγώ […]» (BHMA gazino, 6/7/2008). Προσέξτε την οργουελική χρήση της γλώσσας. Αν όλα είναι θέμα αυτο-εξυπηρετικών ορισμών, η εξουσία του φρουρού του Γκουαντάναμο δεν διαφέρει και πολύ από την εξουσία του κρατούμενου! Η εξουσία δεν απαιτεί τόσο δημόσια λογοδοσία, όσο «βελτιώνει τον χαρακτήρα» του εξουσιαστή!
Οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες όχι μόνο δεν είναι απαραίτητα καλύτεροι κυβερνήτες, αλλά είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι κυβερνήτες. Πρώτον γιατί η αίγλη που συνήθως τους περιβάλλει (την οποία, φυσικά, τόσο απολαμβάνουν!) είναι πολύ πιθανόν να αναδείξει τα ναρκισσιστικά στοιχεία του χαρακτήρα τους· και δεύτερον γιατί ρέπουν προς την εκλεπτυσμένη φενάκη και την περίτεχνη σοφιστεία, προκειμένου να αποφύγουν το δημοκρατικό «λόγον διδόναι».
Ο Πλάτων έθεσε το λάθος ερώτημα, επεσήμανε ο Καρλ Πόπερ. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος πρέπει να κυβερνά», αλλά «πώς ελαχιστοποιούμε την κακή διακυβέρνηση». Στη δημοκρατία δεν χρειαζόμαστε «αληθώς επιστήμονας» να μας διοικήσουν, αλλά ανθρώπους με σωστό χαρακτήρα, εκλεπτυσμένη κρίση, αίσθηση καθήκοντος, και ισχυρή βούληση. Κρίνετε μόνοι σας σε ποιο βαθμό τους έχουμε.
Χ. Κ. Τσούκας καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
ΚΑΘΗΜΕΙΝΗ 27-2-2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)