Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

ΒΙΒΛΙΟ

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο βιβλίο αυτό διαλύουν τυχόν ελπίδες ότι η χώρα θα επανέλθει αυτόματα στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος, ωσάν η κρίση να ήταν απλώς μια βραχυχρόνια καθοδική πορεία του οικονομικού κύκλου που το πολύ σε 2-3 έτη θα επανέλθει σε ανοδική τροχιά

KEYNES: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
Συγγραφέας: SKIDELSKY ROBERT

Πρόλογος: ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ
Μετάφραση: ΜΕΝΤΖΑΛΙΡΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Επιστημονική επιμέλεια: ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ

Το βιβλίο "Keynes: Επιστροφή στη διδασκαλία του" έρχεται την κατάλληλη στιγμή, αποκαλύπτοντας την κοντόφθαλμη προσέγγιση της οικονομικής θεωρίας των τελευταίων δεκαετιών, που απέδιδε στην αγορά την ιδιότητα να βρίσκει αυτόματα λύσεις στα προβλήματα χωρίς την κρατική παρέμβαση. Σήμερα, έχει γίνει πλέον αντιληπτό ότι υπάρχει εγγενής τάση στο σύστημα να παράγει ανισορροπία. Έτσι, οι ιδέες του Keynes για την αβεβαιότητα, τη χαλιναγώγηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την αρχιτεκτονική του διεθνούς νομισματικού συστήματος είναι πιο επίκαιρες από ποτέ.

Ο αναγνώστης θα βρει εδώ μια γλαφυρή παρουσίαση της οικονομικής σκέψης του Keynes και μια ερμηνεία των βαθύτερων αιτίων της σημερινής κρίσης ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης επέκτασης του χρηματοπιστωτικού τομέα τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές επίπεδο.


Η οικονομική θεωρία του Keynes δεν υπήρξε ποτέ πιο επίκαιρη και το βιβλίο του Robert Skidelsky είναι ένας οδηγός για την κατανόησή της… Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Paul Krugman, Observer

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Keynes ήταν ότι έσωσε τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές… Με τις ιδέες του, ο καπιταλισμός απέκτησε πιο ανθρώπινο πρόσωπο και η ελεύθερη οικονομία μεγαλύτερη σταθερότητα. Όμως, η θεωρία του ξεχάστηκε… και πλέον βλέπουμε τις συνέπειες. Η διδασκαλία του Keynes είναι απαραίτητη σήμερα για να σώσουμε ξανά τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές.

Joseph Stiglitz, London Review of Books

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

«...ζυγόν δεν υπομένει»

Πολλοί από όσους πίστεψαν ότι με την είσοδο της τρόικας στην Ελλάδα και την πτώση της κυβέρνησης Γ. Α. Παπανδρέου τελείωσε η περίοδος της Μεταπολίτευσης θα πρέπει να αισθάνονται ότι τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών τούς διαψεύδουν. Διότι, αν το κύριο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης Παπανδρέου ήταν η μετατροπή του ξέφραγου αμπελιού του κράτους της Νέας Δημοκρατίας σε παιδική χαρά αφελών ουμανιστικών ευχών και οραμάτων, η άνοδος στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Ανεξάρτητοι Ελληνες και αρχηγών όπως ο κ. Τσίπρας και ο κ. Καμμένος δείχνει ότι όχι μόνο το πεδίο της παιδικής χαράς έχει αναζωογονηθεί με νέο αίμα αλλά και ότι ο ελληνικός λαός δεν έχει τη διάθεση να απαλλαγεί από τη μεταπολιτευτική νοοτροπία του.
Βέβαια στο πεδίο αυτό έχουν εισβάλει με σιδερολοστούς στα χέρια και τα αφηνιασμένα παιδιά του ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού με τον δικό τους αρχηγό εκτοπίζοντας παντελώς τους αδέξιους ακροδεξιούς του κ. Καρατζαφέρη, η απόρριψη των καιροσκοπικών μεταμορφώσεων του οποίου έδειξε ότι ο ελληνικός λαός θέλει ξεκάθαρες, καθαρτικές των ανομημάτων του, τοποθετήσεις. Οσο για το ΚΚΕ, η μη προσχώρηση σε αυτό νέων οπαδών, παρά τις ξέχειλες πάθους κινητοποιήσεις του, επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι, παρά τις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές μεταλλαγές, ο αριθμός στην Ελλάδα των πάσης φύσεως παλαιοημερολογιτών παραμένει αναλλοίωτος.
Αναρωτιέται κανείς σε τι διαφέρουν από την περίφημη προεκλογική βεβαιότητα του κ. Παπανδρέου ότι «λεφτά υπάρχουν» οι προεκλογικές διακηρύξεις των κκ. Τσίπρα και Καμμένου για κατάργηση των υποχρεώσεών μας του μνημονίου. Οπως ο κ. Παπανδρέου επεξήγησε, κατόπιν εορτής, ότι με τη φράση του εννοούσε πως θα μπορούσαν να βρεθούν χρήματα με ποικίλους τρόπους (τους οποίους, βέβαια, δεν προσδιόριζε προεκλογικώς και δεν κατόρθωσε να υλοποιήσει μετεκλογικώς - αν υποθέσουμε ότι το επιχείρησε), έτσι και οι δύο εν λόγω αρχηγοί, που δηλώνουν ότι τα κόμματά τους επιθυμούν να παραμείνουμε στην ευρωζώνη, μας διαβεβαιώνουν ότι τα λεφτά που υπάρχουν είναι εκείνα που θα συσσωρευθούν αφενός με τη διαπρύσια καταγγελία της σύμβασης του μνημονίου (ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα μιλάει συγχρόνως - ανερυθρίαστα - και για αναδιαπραγμάτευσή της) και αφετέρου με την - υποτιθέμενη - συνέχιση της δωρεάς εισροής στη χώρα μας ευρωπαϊκών δισεκατομμυρίων (η δημαγωγία σε όλο της το μεγαλείο).
Η ιστορία δείχνει ότι οι λαϊκές ετυμηγορίες δεν είναι πάντοτε αλάνθαστες. Βέβαια ο ελληνικός λαός ψήφισε στις παρούσες εκλογές εν θερμώ: υπό το κράτος αγανάκτησης και οργής εναντίον των δύο κομμάτων εξουσίας που λυμαίνονταν τον τόπο. Ψήφισε και υπό το κράτος φτώχειας και απελπισίας για τη βίαιη αποκοπή του από την ευρωπαϊκή ευμάρεια, την οποία θεωρούσε δικαιωματική του κατάκτηση - εκφράστηκε, δηλαδή, με αισθήματα που δικαιολογούν, ως έναν βαθμό, τις όχι ψύχραιμες εκλογικές αποφάσεις του. Λέω «ως έναν βαθμό» γιατί η προσεκτική μελέτη των εκλογικών αποτελεσμάτων δείχνει ότι αυτά δεν είναι απόρροια οργής και απελπισίας μόνο• ότι έχουν παραχθεί και από την κοινή πεποίθηση ότι με το μνημόνιο ο λαός στερείται τις αναφαίρετες, όπως πιστεύει, παροχές που του επιδαψίλευαν ανέξοδα επί δεκαετίες τα δύο εναλλασσόμενα κόμματα εξουσίας, αλλά και η ιδιότυπη ισχύς της ποικιλόμορφης Αριστεράς• παροχές τις οποίες, βέβαια, εξεμαίευε και ο ίδιος ο λαός όχι μόνο συννόμως αλλά και, σε εγκληματική έκταση, παρανόμως. Εκείνο που δείχνει ότι το γενικό πνεύμα της Μεταπολίτευσης παραμένει ακόμη ζωντανό είναι η αντίληψη πως δεν χρωστάμε τίποτε και ότι η επιβολή μιας έστω και μερικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών μας αποτελεί εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που νιώθουν ότι η εκλογική ετυμηγορία υπαγορεύτηκε περισσότερο από το αίσθημα που με τόση ενάργεια έχει κωδικοποιήσει ο εθνικός μας θούριος («Του Ελληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει»)• και μάλιστα με τρόπο που ενθάρρυνε τους κερδισμένους των εκλογών να επιδεικνύουν μιαν ασύμμετρη με τις διαστάσεις της νίκης τους υπεροψία. Θα περίμενε κανείς ότι μετά το τόσο θετικό γι' αυτούς αποτέλεσμα ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Ανεξάρτητοι Ελληνες, αντιλαμβανόμενοι την κρισιμότητα των περιστάσεων, θα έβαζαν νερό στο κρασί τους. Αντ' αυτού τους βλέπουμε να έχουν περιπέσει στην κατάσταση της βαθιάς «υπεροψίας και μέθης» που περιγράφει ο Καβάφης στο ποίημά του «Ο Δαρείος». Προσέξτε τη διατύπωση του τελεσίγραφου που ο στρατάρχης του ΣΥΡΙΖΑ - καβάλα στο ξύλινο αλογάκι του και κραδαίνοντας το ξίφος του - απηύθυνε αμέσως μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων προς τους αρχηγούς της Νέας Δημοκρατίας και του ΠαΣοΚ:
«Αν έχουν ειλικρινά μετανιώσει για τις καταστροφικές τους επιλογές που διέλυσαν την κοινωνία, μέχρι αύριο που θα τους συναντήσω να έχουν ήδη στείλει επιστολή στους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των κρατών-μελών της που να αναφέρει ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν ισχύουν οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν σε παλαιότερη επιστολή τους».
Το ιταμό ύφος με το οποίο ο αριστερός κ. Τσίπρας απαιτεί δηλώσεις μετανοίας παρόμοιες με εκείνες του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς δεν είναι, αναλογικά, διαφορετικό από το «εγέρθητω» που απηύθυνε προς τους εμβρόντητους δημοσιογράφους ο μυώδης υπαρχηγός του κ. Μιχαλολιάκου.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Ο ναζισμός δεν είναι οπι άλλοι

PDF Εκτύπωση E-mail
Δευτέρα, 07 Μαΐου 2012 11:18
γράφει ο Μιχάλης Γελασάκης   
manos_xatzidakis03O Mάνος Χατζιδάκις αποδυκνύει για μια ακόμη φορά ότι ήταν μπροστά για την εποχή του και είχε μάτια και αυτιά ανοιχτά φιλτράροντας το κάθε τι που συνέβαινε και έχοντας ταχύτατα αντανακλαστικά το κατέγραφε και το παρατηρούσε. Έμπαινε σε βάθος στα φαινόμενα της εποχής και γι' αυτό κατάφερε να είναι διαχρονικός. Παρακάτω παραθέτουμε αυτούσιο ένα κείμενό του για το νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του. Το κείμενο αυτό είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία
"Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενυσχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.
Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.
manos_hadjidakis-fasismosΕνώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.
Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.
Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.
(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).
manos_hadjidakis04Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).
Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.
Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.
manos_xatzidakis02Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.
Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.
Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

Δεσμευμένοι - ελευθεριάζοντες

 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, λίγο μετά το Κραχ του 1929 που άλλαξε βίαια τον κόσμο, ξεκίνησε μια τιτάνια διαμάχη μεταξύ φιλελεύθερων οικονομολόγων για το τι είχε συμβεί και τι έπρεπε να γίνει για να καταπολεμηθεί η Κρίση. Σήμερα, το δικό μας 1929 (το Κραχ του 2008-12), έχει ξαναφέρει στο προσκήνιο την ίδια περίπου συζήτηση διεθνώς. Άλλη μια φορά απόψεις του φιλελεύθερου Keynes συγκρούονται αλύπητα με τις αντίθετες απόψεις του φιλελεύθερου Hayek. Από την μία έχουμε φιλελεύθερους που θεωρούν, όπως ο Hayek, ότι η λύση βρίσκεται στο να αφεθεί η αγορά να λειτουργήσει όπως μόνο εκείνη μπορεί (με μειώσεις τιμών και μισθών που θα φέρουν την ανάκαμψη των ποσοτήτων και της απασχόλησης) και από την άλλη έχουμε φιλελεύθερους που θεωρούν, όπως ο Keynes, ότι χωρίς συντονισμένη από το κράτος επενδυτική πολιτική οι αγορές θα παραπαίουν με τεράστιο κόστος για όλους.
Ο λόγος που έκρινα σκόπιμο να γράψω τα παρακάτω είναι ότι στο Μνημονιστάν που ζούμε, ή λατινιστί Bailoutistan (*), η συζήτηση αυτή παίρνει μια πολύ περίεργη μορφή (αν θέλετε μια αγγλική έκδοση του παρόντος, πατήστε εδώ). Μια μορφή που αντανακλά βασικές κακοήθειες της ελληνικής πραγματικότητας. Σήμερα θα επικεντρωθώ στους έλληνες οπαδούς μίας εκ των δύο αυτών σχολών: σε εκείνους που εμπνέονται από τον φιλελεύθερο Hayek (μεταξύ άλλων, όπως π.χ. ο von Mises). Και θα θέσω ερωτήματα σχετικά με την συνέπεια των λόγων τους με την σκέψη και στάση του Hayek.
Πριν φτάσουμε όμως εκεί, ας θυμηθούμε την τιτάνια διαμάχη των δύο ανδρών που ξεκίνησαν αυτή την συζήτηση στις σκοτεινές μέρες του Μεσοπόλεμου.
Hayek εναντίον Keynes
Λίγο μετά το Κραχ του 1929, ο John Maynard Keynes, ο φιλελεύθερος καθηγητής οικονομικών στο Cambridge, έσπασε το πιο ισχυρό ταμπού του επαγγέλματος των πανεπιστημιακών οικονομολόγων της εποχής: Ήρθε σε ρήξη με την άποψη του Βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών που θεωρούσε δεδομένο πως μια οικονομία σε βαθειά ύφεση θα ανακάμψει αυτόματα. Ότι, εφόσον μειωθούν οι μισθοί και τα επιτόκια «αρκετά», κάποια στιγμή θα αντιδράσουν δημιουργικά οι επιχειρηματίες αυξάνοντας την απασχόληση και τις επενδύσεις τους.
Η ένσταση του Keynes ήταν ότι, μετά από μία κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (όπως εκείνη του 1929 ή του 2008) που μετατρέπεται σε ύφεση της πραγματικής οικονομίας, είναι πολύ πιθανόν η παραγωγή, οι επενδύσεις και τα εισοδήματα να «κλειδωθούν» σε πολύ χαμηλά επίπεδα – σε μια «κακή» ισορροπία από την οποία καμία μείωση μισθών και επιτοκίων δεν μπορεί να βοηθήσει την οικονομία να αποδράσει. Υπό αυτές της συνθήκες αποτελμάτωσης, υποστήριξε ο Keynes, η προσπάθεια μείωσης των δημόσιων ελλειμμάτων μέσα από περικοπές δημόσιων δαπανών, και μείωσης της ανεργίας μέσω μείωσης των μισθών, μόνο σε αυτό-γκολ θα οδηγήσει τους διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής. Γιατί; Επειδή η μείωση των δημόσιων δαπανών θα ενισχύσει την ύφεση, η μείωση των μισθών θα μειώσει κι άλλο την συνολική ζήτηση, τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν κι άλλο, η ανεργία θα φουντώσει και, έτσι, όλοι θα βγουν χαμένοι: εργαζόμενοι, δημόσιο, επιχειρηματίες.
Όλα αυτά σας είναι πλέον γνωστά και δεν σκοπεύω να εντρυφήσω περαιτέρω στην άποψη του Keynes. Απλά την παραθέτω ως εισαγωγή στην σκέψη του μεγάλου αντίπαλου του Keynes, του Friedrich von Hayek. Η παρέμβαση του Hayek ήταν και παραμένει σημαντική. Καθώς η κριτική του Keynes κέρδιζε έδαφος, όσο η άποψη του Υπουργείου Οικονομικών εξευτελιζόταν καθημερινά (όσο οι περικοπές μισθών και δαπανών αποτύγχαναν να τιθασεύσουν ελλείμματα και ανεργία), ο Hayek ήταν εκείνος που (α) εξαπόλυσε την ισχυρότερη κριτική εναντίον του Keynes (και της πολιτικής κρατικών παρεμβάσεων που υποστήριζε ο Keynes), και (β) παρουσίασε μια διαφορετική εξήγηση των αιτίων της Κρίσης αλλά και του τι πρέπει να γίνει.
Η διάγνωση του Hayek για τα αίτια της Κρίσης ήταν απλή: Οφείλονται σε περιόδους δημιουργίας φθηνού χρήματος από το χρηματοπιστωτικό σύστημα (τις τράπεζες ως επί το πλείστον) το οποίο διοχετεύεται σε τομείς, κλάδους, επιχειρήσεις και χώρες υψηλού ρίσκου. Αυτό που συμβαίνει, κατά τον Hayek, είναι ότι περίοδοι σταθερότητας ρίχνουν τα επιτόκια και έτσι οι τράπεζες αρχίζουν να θέλουν να δανείσουν σε επισφαλείς πελάτες για να τους χρεώνουν υψηλότερα επιτόκια. Αυτό δημιουργεί λογιών-λογιών φούσκες: Φούσκες επενδύσεων, φούσκες καταναλωτικές, φούσκες δημόσιου δανεισμού και δημόσιων έργων, φούσκες στα χρηματιστήρια. Οι φούσκες δημιουργούν αισιοδοξία, η αισιοδοξία αυξάνει τις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, αυτές με την σειρά τους αυξάνουν τα εισοδήματα, τα μεγαλύτερα εισοδήματα επιτρέπουν στους επισφαλείς πελάτες των τραπεζών να αποπληρώνουν τα δάνειά τους κ.ο.κ. έως ότου έρχεται η στιγμή της αλήθειας, σκάνε οι φούσκες και όλοι χρωστούν σε όλους χωρίς κανείς να μπορεί να πληρώσει.
Έως εδώ οι Hayek και Keynes δεν διαφωνούν. Η διαφωνία τους αρχίζει στο τι πρέπει να γίνει όταν οι φούσκες πλέον σκάσουν. Αντίθετα με τον Keynes που πίστευε ότι το κράτος πρέπει να αποτρέψει την αποτελμάτωση και την δημιουργία μιας «κακής» ισορροπίας, ο Hayek έκρινε ότι το Κραχ ήταν η Πραγματικότητα ενώ η πρότερη περίοδος Ανάπτυξης ήταν το Ψέμμα. Ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι «να αφήσουμε την ύφεση να κάνει την δουλειά της» - το σκληρό αλλά «θεάρεστο έργο» της. Και ποιο είναι αυτό το «θεάρεστο έργο» που επιτελεί η ύφεση; Καταστρέφει («ρευστοποιεί» ήταν το ρήμα που χρησιμοποιούσε ο Hayek) τα «κακά χρέη», διαλύει δηλαδή τα χρέη που χτίστηκαν ηλιθιωδώς την Εποχή του Ψέμματος και τα οποία δεν μπορούν πλέον να αποπληρωθούν. Κι αν αυτό σημαίνει ότι πολλοί θα υποφέρουν, τι να κάνουμε. Ας είναι. Όπως το επόμενο πρωί ενός κακού μεθυσιού το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να πάρουμε μια ασπιρίνη και να κάνουμε υπομονή, έτσι και με τα Κραχ: η ύφεση που τα ακολουθεί είναι επίπονη αλλά καθαρτική και πρέπει να την αφήσουμε να λειτουργήσει λυτρωτικά, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις που θυμίζουν την προσπάθεια μετρίασης του πονοκέφαλου πίνοντας κι άλλα οινοπνευματώδη. Η πτώχευση του υπερχρεωμένων οργανισμών, επιχειρήσεων, νοικοκυριών, κρατών, είναι τραυματική αλλά απαραίτητη. Θυμίζει τον ρόλο της Κόλασης στο Χριστιανικό Δόγμα: δυσάρεστη αλλά μη εξαιρετέα.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να προσέξουμε μια ειδοποιό διαφορά του Hayek από όψιμους θιασώτες της αγοράς, όπως οι πολιτικοί της Βρετανίας τότε ή της ΕΕ σήμερα, οι οποίοι πασχίζουν, εν καιρώ Κρίσης, να χαϊδεύουν αυτιά. Εκεί που η επίσημη τοποθέτηση του Βρετανικού υπουργείου οικονομικών τότε, ή της ΕΕ σήμερα, ήταν ότι η μείωση των δημόσιων δαπανών και των μισθών θα μας επιστρέψει στην προ της Κρίσης ευημερία και θα βοηθήσει να αποπληρωθούν τα χρέη, ο Hayek δεν υπόσχεται τίποτα τέτοιο. Όταν του έλεγαν ότι η ύφεση, ακόμα και να αφεθεί να πράξει το «θεάρεστο καθήκον» της, μπορεί να μην πετύχει ποτέ να αναπληρώσει τα χαμένα εισοδήματα, ή να αποπληρώσει τα παλαιά και νέα χρέη, εκείνος σήκωνε τους ώμους του και έλεγε: αυτά έχει η ζωή! Ο λόγος πίσω από αυτή την στωικότητα ήταν, βέβαια, ότι ο ίδιος θεωρούσε την ανάπτυξη που προηγήθηκε του Κραχ κίβδηλη. Άρα, ρωτούσε: Γιατί να επιστρέψουμε εκεί μετά το Κραχ; Κι αν δεν επιστρέψουμε εκεί, που θα πάμε; Η απάντηση του Hayek ήταν αφοπλιστική: Δεν έχουμε ιδέα! Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε αλλά, χειρότερα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι, όπου και να καταλήξουμε, θα είναι «καλύτερα» από εκεί που θα βρεθούμε αν ακολουθήσουμε την πολιτική των μεγαλύτερων παρεμβάσεων ενός κράτους το οποίο, αρνούμενο την πραγματικότητα (ότι η πρότερη ανάπτυξη ήταν φούσκα, και ότι τα χρέη που χτίστηκαν πάνω της δεν μπορούν να αποπληρωθούν), δημιουργεί νέα χρέη και οικοδομεί ένα μέλλον χειρότερο από εκείνο που θα είχαμε αν (το κράτος) καθόταν στα αυγά του.
Ας αφήσουμε λοιπόν, προτείνει ο Hayek, την ύφεση και μια ακολουθία πτωχεύσεων να καθαρίσουν τον Κόπρο του Αυγείου που μας άφησε το φαγοπότι των περασμένων ετών. Ας αφήσουμε την αγορά να κάνει εκείνο που ξέρει καλύτερα: να παραγάγει το βέλτιστο από όλα τα εφικτά μέλλοντα μας σπάζοντας τις φούσκες και διαγράφοντας ανόητα χρέη.
Τι θα έλεγε ο Hayek για την Ελλάδα, σήμερα;
Όπως θα παρατηρήσατε από τα πιο πάνω, σκοπός μου δεν είναι να κρίνω την θεωρία του Hayek. Ούτε και να αναλωθούμε σε μια αντιπαράθεση του  Hayek με τον Keynes. Όχι, σκοπός μου είναι να εστιάσω (α) στο τι θα έλεγε ο Hayek σήμερα περί Μνημονίων κλπ και (β) στον περίεργο τρόπο με τον οποίο τα Μνημόνια «μετάλλαξαν» έλληνες φιλελευθέρους των οποίων η σκέψη έχει, υποτίθεται, επηρεαστεί από θεωρητικούς όπως ο Hayek.
Τι θα μας έλεγε λοιπόν ο Hayek σήμερα αν μπορούσε να μας στείλει μήνυμα από το υπερπέραν; Επιτρέψτε μου να ισχυριστώ ότι το μήνυμα αυτό θα περιείχε τουλάχιστον δύο εξηγήσεις της τραγικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα μας και η οποία απειλεί να την μετατρέψει σε κρανίου τόπον.
Η πρώτη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας
Ο Hayek, συνεπής με την εξήγησή του όλων των περιόδων ύφεσης, θα καταδείκνυε τις φούσκες που σχηματίστηκαν την περίοδο 1996-2008  λόγω υπερβολικής τραπεζικής πίστης τόσο προς τον ιδιωτικό όσο και προς τον δημόσιο τομέα. Αυτός ο οχετός πίστης (δανεισμού) σχημάτισε φούσκες στο χρηματιστήριο, στην αγορά ακινήτων, στον δημόσιο τομέα και στην αγορά εργασίας. Τα ποτάμια χρήματος που έρρεαν προς την Ελλάδα ώθησαν όλες τις τιμές στα ουράνια δημιουργώντας μια επίπλαστη «ανάπτυξη» που θα μετατρεπόταν σε κραχ με την ίδια σιγουριά που η μέρα δίνει την θέση της στην νύχτα. Και καθώς ο ρυθμός της επίπλαστης «ανάπτυξης», σε σύγκριση με τον πραγματικό παραγωγικό ιστό της οικονομίας, ήταν τόσο μεγάλος, το ίδιο βαρύγδουπη ήταν και η πτώση που ακολούθησε.
Συνεπώς, οι έλληνες πρέπει να αποδεχθείτε (είναι σαν να ακούω τον Hayek να μας λέει) ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική από την «ρευστοποίηση» χάρτινων τίτλων (δηλαδή, να μάθουμε να ζούμε με χαμηλές τιμές μετοχών στο χρηματιστήριο), την ρευστοποίηση των αγροτικών εισοδημάτων (τουλάχιστον όσων αγροτών βασίζονται στην καλοσύνη των ευρωπαίων φορολογουμένων), την ρευστοποίηση των τιμών των ακινήτων (ενθυμούμενοι πως είχαμε φτάσει στο σημείο διαμερίσματα στο Κολονάκι να κοστίζουν ακριβότερα από lofts στην Νέα Υόρκη), την ρευστοποίηση της εργασίας (δηλαδή των θέσεων εργασίας που δεν παράγουν προϊόν αξίας αρκετής για να καλύψουν το κόστος τους) κλπ.
Η δεύτερη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας
Μετά την διάγνωση της ασθένειας, ο Hayek θα προέβαινε σε εντονότατη κριτική της θεραπείας που εφαρμόζεται εδώ και δύο χρόνια και, συγκεκριμένα, της προσπάθειας να αποφευχθεί η στάση πληρωμών, το default, του ελληνικού δημοσίου απέναντι στους δανειστές του εντός της ευρωζώνης. Ο Hayek, για να το πω σκληρότερα, θα αναθεμάτιζε την ιδέα νέου κρατικού δανεισμού σε πτωχευμένο κράτος για να αποπληρωθούν τα παλαιά και νεότερα δανεικά. Θυμηθείτε την άποψή του ότι όλα τα «κακά χρέη» πρέπει να «ρευστοποιηθούν», δηλαδή να διαγραφούν, καθώς (α) δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθούν και (β) είναι απαραίτητο, μετά το Κραχ, να τιμωρηθούν ανάλογα τόσο αυτοί που τα πήραν όσο και εκείνοι που τα έδωσαν. Γιατί λοιπόν να ρευστοποιηθούν όλα τα «κακά χρέη» εκτός από εκείνα του δημοσίου; Για τον Hayek απάντηση σοβαρή δεν υπάρχει. Μήπως όμως ο ίδιος ο Hayek θα άλλαζε γνώμη επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στην ευρωζώνη, δηλαδή σε μια νομισματική ένωση που στις μέρες του δεν υπήρχε ακόμη; Μήπως το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει το ευρώ, και η Ελλάδα είναι μέλος του, εξαιρεί το δημόσιο χρέος μιας χώρας-μέλους από το επιχείρημα του υπέρ της ρευστοποίησης των «κακών χρεών»;
Πριν απαντήσω, αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στην αμφίθυμη σχέση του Hayek με την ιδέα ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος υπό την αιγίδα μιας Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Γνωστός πολέμιος των Κεντρικών Τραπεζών (**), ο Hayek είχε τα εξής να πει για το ευρώ που τελικά προέκυψε:
«Αν και κατανοώ πλήρως την επιθυμία για την ολοκλήρωση της Δυτικής Ευρώπης μέσα από την απόλυτη ελευθερία των χρηματικών ροών μεταξύ των χωρών της, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για την επίτευξη αυτού του σκοπού μέσω της δημιουργίας ενός νέου ευρωπαϊκού νομίσματος το οποίο θα διαχειρίζεται μία υπερ-εθνική αρχή. Πέραν του ότι το βρίσκω απίθανο να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη σε μια κοινή νομισματική πολιτική την οποία θα ασκεί η υπερεθνική αρχή,… δεν μου φαίνεται καθόλου πιθανόν η διαχείριση του κοινού νομίσματος να είναι καλύτερη απ’ ότι η διαχείριση των σημερινών εθνικών νομισμάτων.»
Ο Hayek τελικά αποδέχθηκε το ευρώ ως μέρος της προσπάθειας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, χωρίς βέβαια να σταματήσει ποτέ να διατυπώνει τις επιφυλάξεις του – π.χ. την άποψη ότι είναι δύσκολη η συμβίωση σταθερών νομισμάτων και κυβερνητικών πολιτικών, που στόχο έχουν την επιβίωση των κομμάτων που τις στηρίζουν! Πάντως όπως και να ερμήνευε τις προσπάθειες της κας Merkel, του κ. Sarkozy και του κ. Draghi να «σώσουν» το ευρώ, ένα πράγμα δεν τελεί υπό αμφισβήτηση: Ο Friedrich von Hayek θα φύλαγε τα πιο δηλητηριώδη σχόλιά του για τις προσπάθειες των ευρωπαίων ηγετών να επιλύσουν το πρόβλημα του χρέους χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία δημιουργώντας μια νέα κατηγορία τοξικού χρέους (θυμηθείτε τα τοξικά ευρωομόλογα του EFSF) που στόχο έχει την (αδύνατη) εξυπηρέτηση «κακών χρεών» του ένοχου παρελθόντος με κόστος την υποθήκευση του μέλλοντος όλης της Ευρώπης.
Εν κατακλείδι, αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν σήμερα ο Hayek θα πρότεινε την  διατήρηση της ευρωζώνης ως έχει ή όχι, είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα επιχειρηματολογούσε έντονα και καταλυτικά υπέρ της «ρευστοποίησης» των «κακών χρεών» των τραπεζών και των κρατών-μελών. Ένα ολοκληρωτικό default (όχι απλώς στάση αλλά κατάργηση πληρωμών) θα ήταν, στα μάτια του Hayek, η μοναδική ατραπός που δεν έρχεται σε αντίθεση με το όραμά του όσον αφορά τα μεγάλα ζητήματα της ευρωζώνης. Ένα όραμα που θα τον έθετε σε πορεία σύγκρουσης με την λογική των δανειακών πακέτων «διάσωσης» καθώς και με την πρακτική της ΕΚΤ που πρόσφατα τύπωσε περίπου €1 τρις φρέσκου χρήματος με σκοπό τον δανεισμό των πτωχευμένων τραπεζών.
Η περίεργη περίπτωση των ελλήνων libertarians-οπαδών του Hayek
Στην Ελλάδα υπάρχουν φιλελεύθεροι συμπατριώτες μας που έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα από την σκέψη του Friedrich von Hayek, του συμπατριώτη του Lutwig von Mises, του αμερικανού Robert Nozick, και γενικότερα της σχολής σκέψης που στις αγγλοσαξονικές χώρες είναι γνωστή ως libertarians (ελευθεριάζοντες). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δράση του κ. Σ. Μάνου και της κας Μ. Ξαφά οι οποίοι, με συνέπεια, εδώ και καιρό (πολύ πριν την Κρίση) αρθρώνουν λόγο που διακατέχεται από την σκέψη του Hayek. Όμως, από τότε που το ελληνικό δημόσιο πτώχευσε, και ήρθαν τα απανωτά Μνημόνια, αυτή η μικρή αλλά με σημαντικό ειδικό βάρος, και πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις, πολιτική παράταξη μετετράπη σε μια «περίεργη περίπτωση».
Τι το «περίεργο» την χαρακτηρίζει; Το εξής: Ενώ οι έλληνες ελευθεριάζοντες διατηρούν την προσήλωσή τους στην θυμωμένη ανάλυση του Hayek όσον αφορά την «πρώτη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας», από τότε που μας ήρθε το Μνημόνιο τελούν υπό πλήρη και βαθειά άρνηση όσον αφορά την «δεύτερη εξήγηση» που θα έδινε ο μεγάλος Αυστριακός γκουρού τους.
Τους ακούω και τους διαβάζω, με πολλή μάλιστα προσοχή, να μεταδίδουν το μήνυμα του Hayek ότι, στο Μνημονιστάν μας (και ιδίως στην Ελλάδα), δεν υπάρχει επιλογή πέραν την «ρευστοποίησης» των τιμών των μετοχών, των επιδοτούμενων αγροτικών εισοδημάτων, των τιμών των ακινήτων, των περισσότερων δημόσιων οργανισμών, και βέβαια ενός μεγάλου τμήματος των υπαρχουσών θέσεων εργασίας. Μιλούν ευθαρσώς για την ανάγκη μεγάλης μείωσης του εθνικού και προσωπικού εισοδήματος έως ότου τα εισοδήματα πιάσουν «πάτο», έρθουν δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με την παραγωγική ικανότητα της χώρας. (Προφανώς θεωρούν ακόμα και το σημερινό επίπεδο εισοδήματος πολύ υψηλό, φούσκα που δεν έχει ακόμα ξεφουσκώσει ικανοποιητικά, και που έχει ακόμα κι άλλο «αέρα» να δώσει έως ότου βρεθούμε στην «ισορροπία».) Όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, την μία φούσκα, το ένα «κακό χρέος», που δεν είναι διατεθειμένοι να δούνε να «ρευστοποιείται» είναι το δημόσιο χρέος. Γιατί αυτή η εξαίρεση;
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι θεωρούν την ελληνική περίπτωση μια «ιδιαιτερότητα» εντός της οποίας τα διδάγματα του Hayek αφορούν τα πάντα εκτός του δημόσιου χρέους. Πράγματι, αν τους ρωτήσουμε, είναι πιθανότατο να μας απαντήσουν με τρόπο που να υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς πως έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ελληνικές ελίτ, στον ίδιο τους τον εαυτό, να ηγηθούν των μεταρρυθμίσεων που θα προκύψουν μέσα από τις «ρευστοποιήσεις» που, όπως επέμενε ο Hayek, αποτελούν την μόνη «λύση». Και από την στιγμή που δεν πιστεύουν ότι η ελληνική κοινωνία θα τους δώσει την ευκαιρία να ηγηθούν αυτής της μέσω-ρευστοποιήσεων-μεταρρύθμισης, εναποθέτουν όλες τους τις ελπίδες στις υπερ-εθνικές ελίτ (π.χ. τρόικα). Υπό αυτό το πρίσμα, αν για να ασχοληθούν οι υπερ-εθνικές ελίτ με την Ελλάδα [και να θέσουν σε λειτουργία στο εσωτερικό της χώρας (ίσως και με την επιστράτευση των εγχώριων θιασωτών του Hayek) τον απαραίτητο συνδυασμό «ρευστοποιήσεων» και «μεταρρυθμίσεων»] χρειάζεται η αποδοχή ότι το δημόσιο χρέος θα είναι η μοναδική φούσκα (απομεινάρι της προ του Κραχ εποχής) που δεν θα ρευστοποιηθεί (ώστε να μην θυμώσουν οι ξένες τράπεζες που στηρίζουν, και στηρίζονται από, τις υπερ-εθνικές ελίτ), τότε ίσως να αξίζει να θυσιαστεί η αρχή του Hayek για την «ρευστοποίηση» όλων των «κακών χρεών».
Απελπισμένες σκέψεις οδηγούν σε απελπισμένες παραδοχές. Όσο όμως απελπισμένοι και να είναι οι εγχώριοι οπαδοί του Hayek, πρέπει κατά βάθος να κατανοούν ότι ο Αυστριακός θεωρητικός που τους καθοδηγούσε ως τώρα δεν θα τους συγχωρούσε αυτή την απελπισμένη παράδοση στην λογική των Μνημονίων: ο κατ’ εξοχήν πολέμιος των κρατικών παρεμβάσεων που στόχο έχουν την διατήρηση μη διατηρήσιμων χρεών και τιμών, δεν θα συγχωρούσε την υποστήριξη Μνημονίων που φορτώνουν νέα δημόσια τοξικά χρέη στις ήδη υπάρχουσες δημοσιονομικές φούσκες του ευρωζωνικού γίγνεσθαι.
Επίλογος
Αναρωτιούνται κάποιοι γιατί έντιμοι άνθρωποι και πολιτικοί σχηματισμοί με ελευθεριάζουσες απόψεις (που για τη  πλειοψηφία δεν φαντάζουν πιο ακραίες από εκείνες αριστερών κομμάτων, ή του ΛΑΟΣ), δεν κατάφεραν να ανεβάσουν τα ποσοστά τους πάνω από το 1%. Η απάντηση είναι διττή. Πρώτον, οι ιδέες τύπου Hayek φοβίζουν καθώς προδιαγράφουν δάκρυα και αίμα χωρίς να υπόσχονται την επιστροφή στην ανάπτυξη (δείτε τα χαμηλά ποσοστά του Ron Paul στις ΗΠΑ σήμερα). Δεύτερον, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία στην χώρα μας, λόγω ενός σιωπηλού Φαουστιανού Συμφώνου μεταξύ (α) των πιο προβεβλημέων ελευθεριαζόντων Χαγιεκικών του Μνημονιστάν και (β) της τρόικας. Ένα «Σύμφωνο» το οποίο επιλέγουν οι ελευθεριάζοντες της Περιφέρειας να τους αυτο-δεσμεύει στην πολιτική παχυλών νέων δανείων σε πτωχευμένα κράτη και τράπεζες με αντάλλαγμα (που ελπίζουν ότι θα πάρουν) την προνομιακή τους πρόκριση από τις υπερεθνικές ελίτ ως διαχειριστές της εσωτερικής «ρευστοποίησης» των πάντων – πλην του δημόσιου χρέους.
Θυμάστε, πιστεύω, το επεισόδιο όπου ο Sherlock Holmes έλυσε ένα από πολλά μυστήρια επειδή πρόσεξε ότι ένας σκύλος δεν γαύγισε. Το αίνιγμα εδώ λύνεται με τον ίδιο λίγο-πολύ τρόπο: Το σχετικό ερώτημα είναι «Ποια φούσκα δεν σκάει;» «Γιατί οι έλληνες οπαδοί του Hayek Ελλάδα εξαιρούν το δημόσιο χρέος από τον κατάλογο των υπό «ρευστοποίηση» περιουσιακών στοιχείων;» «Γιατί οι ιρλανδοί σύντροφοί τους εξαιρούν τα χρέη των ιδιωτικών τραπεζών τους;» «Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Hayek δεν θα δικαιολογούσε τέτοιες εξαιρέσεις, ιδίως δεδομένου ότι οι εξαιρούμενες φούσκες είναι οι μεγαλύτερες και η μη «ρευστοποίησή» τους αναιρεί το «θεάρεστο έργο» της Κρίσης;» Μια πιθανή απάντηση είναι το Φαουστιανό Σύμφωνο στο οποίο ήδη αναφέρθηκα. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει αυτή την ιδεολογική και θεωρητική σύγχυση. Στην περίπτωση τόσο της Ελλάδας όσο και της Ιρλανδίας υπάρχει μία ακόμα εξήγηση: η πολύ «κοντινή» σχέση μεταξύ κάποιων εκ των ηγετικών στελεχών αυτής της σχολής σκέψης με τις τράπεζες των οποίων οι μεγαλομέτοχοι θα «ρευστοποιηθούν» άνευ Μνημονίων.
Με άλλα λόγια, τα Μνημόνια της ευρωζώνης (όχι μόνο στην Ελλάδα) έχουν κι άλλο ένα θύμα το οποίο έως τώρα έχει περάσει απαρατήρητο: την ιδεολογική ακεραιότητα της μόνης δεξιόστροφης πολιτικής παράταξης που έχει να προσφέρει σημαντικές ιδέες όσον αφορά τα αίτια και την φύση της Κρίσης. Η τοξικότητα των Μνημονίων έχει διαβρώσει την ιδεολογική εντιμότητα της «σχολής» που έως τώρα αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο καθαρής σκέψης στο οποίο κατέφευγαν για να εμπνευστούν, στις δύσκολες στιγμές τους, οι ευρωπαϊκές ελίτ.  Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί κόμματα του χώρου, όπως η Δράση, αδυνατούν να εμπνεύσουν ένα κοινό που μπορεί να μην έχει διαβάσει Hayek αλλά διαισθάνεται την περίεργη αυτή απόκλιση των εγχώριων οπαδών του από τις ίδιες τους τις αρχές.
(*) Μια «χώρα» που ξεκινά στον Έβρο, συνεχίζεται μέχρι την Αδριατική, επεκτείνεται στον Ατλαντικό και φτάνει μέχρι και το σμαραγδένιο νησί δυτικά της Αγγλίας.
(**) Το 1974 ο Hayek υποστήριξε (βλ. εδώ) την κατάργηση των Κεντρικών Τραπεζών και την ιδιωτικοποίηση του χρήματος. Για την ακρίβεια, πρότεινε να δοθεί στις εμπορικές τράπεζες το δικαίωμα να τυπώνει η κάθε μία το δικό της χρήμα και, έτσι, να εναπόκειται στους ιδιώτες-πολίτες να επιλέγουν ποιο νόμισμα (ποιανής τράπεζας) εμπιστεύονται για τις συναλλαγές τους.
(***) Βλ. Friedrich von Hayek, “Market Standards for Money”, Economic Affairs, April-May 1986.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τι εστί Τράπεζα σήμερον

Photo: fuglylogic Γιάνης Βαρουφάκης του Γιάνη Βαρουφάκη Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν ιδιωτικές τράπεζες που λειτουργούσαν ως κανονικές επιχειρήσεις. Που έπαιρναν δηλαδή ρίσκο και είτε, εφόσον τους «έβγαινε», κέρδιζαν είτε, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν «κατ’ ευχήν», διακινδύνευαν την ύπαρξή τους. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.
Τέτοιες τράπεζες σήμερα δεν υπάρχουν. Σήμερα οι «ιδιωτικές» τράπεζες, παγκοσμίως, αποτελούν έναν παραπλανητικό ευφημισμό. Ιδίως μετά το Κραχ του 2008, οι τράπεζες λειτουργούν ως μορφώματα που συνδυάζουν τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, αποτελώντας έτσι βαρίδια που τραβάνε τις κοινωνίες και τις αγορές μαζί τους στον πυθμένα ενός ωκεανού ζημιών και χρέους.
Αυτές τις μέρες, που μια υπό προθεσμία (και υπό αμφιλεγόμενη νομιμοποίηση) κυβέρνηση «διαπραγματεύεται» την λεγόμενη επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, καλό είναι να θυμηθούμε τι εστί τράπεζα την σήμερον. Για να το θυμηθούμε όμως αυτό, χρειαζόμαστε μια αναδρομή στο ιστορικό του πώς φτάσαμε εδώ που είμαστε.
Όταν οι τράπεζες λειτουργούσαν ως επιχειρήσεις
Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι κραταιές τράπεζες (π.χ. του Λονδίνου) λειτουργούσαν ως ιδιωτικές εταιρείες απεριόριστης ευθύνης. Οι ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι τις διεύθυναν κιόλας (ή τουλάχιστον επέβλεπαν τον τρόπο διοίκησης), διέτρεχαν τον κίνδυνο να χάσουν και το σπίτι τους ακόμα αν η τράπεζα δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες (σε ρευστό) των καταθετών της ή να ανταποκριθεί στα δάνεια που είχε η ίδια συνάψει με πιστωτές. Στην προσπάθειά τους να περιοριστεί αυτός ο κίνδυνος, οι τραπεζίτες κρατούσαν στα ταμεία τους, για να έχουν «καβάτζα», την δική τους χρηματική περιουσία  (σε ρευστό, μετοχές ή ομολογίες) και δεν δάνειζαν ποτέ πάνω από το 50% των συνολικών τους κεφαλαίων (δηλαδή του αθροίσματος των χρημάτων που είτε κατέθεταν στην τράπεζα οι πελάτες της είτε κατέθεταν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες).
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν για αντικειμενικούς λόγους. Κατ’ αρχάς, καθώς ο καπιταλισμός απογειωνόταν, με την δημιουργία νέων, πανάκριβων αλλά και, παράλληλα, υπερκερδοφόρων δικτύων (π.χ. σιδηροδρομικά, τηλεγραφικά, ηλεκτροφόρα δίκτυα), οι επιχειρήσεις είχαν ανάγκη τεράστιων δανείων – για τα οποία ήταν έτοιμες να καταβάλουν αντίστοιχα τεράστιους τόκους. Έτσι, σιγά-σιγά οι τράπεζες «αναγκάστηκαν» να αποποιηθούν τον εγγενή συντηρητισμό τους. Το πρώτο βήμα έγινε το 1826 στο Λονδίνο. Έως τότε, καμία τράπεζα δεν είχε το δικαίωμα να έχει πάνω από έξι μετόχους. Αυτός ο περιορισμός ήταν ο πρώτος που υπέκυψε στις νέες ανάγκες για μεγαλύτερη δανειοδοτική δυνατότητα: ξάφνου, ο αριθμός των μετόχων πολλαπλασιάστηκε, τα κεφάλαια που διέθεσαν οι νέοι μέτοχοι πέρασαν στα βιβλία των τραπεζών και, έτσι, οι τράπεζες μπόρεσαν να χρηματοδοτήσουν την Β’ Βιομηχανική Επανάσταση (μέσα του 19ου αιώνα και μετέπειτα). Πάντως, παρά αυτά τα ανοίγματα, οι μέτοχοι (αν και πιο πολλοί) παρέμειναν υπό την απειλή της προσωπικής πτώχευσης, σε περίπτωση του η τράπεζα παρέπαιε. Αυτή η απειλή αρκούσε ώστε οι ιδιοκτήτες των τραπεζών, οι τραπεζίτες, να κρατάνε σφικτά τα ηνία των διευθυντών τους, στους οποίους δεν επέτρεπαν να διακινδυνεύσουν την περιουσία τους.
Ο περιορισμός της ευθύνης των μετόχων-ιδιοκτητών των τραπεζών νομοθετήθηκε το 1855-6. Έχει ενδιαφέρον ότι οι τραπεζίτες, αντί να αδράξουν την ευκαιρία να αποποιηθούν τον κίνδυνο της προσωπικής πτώχευσης, αντιστάθηκαν στον νέο νόμο – προσπάθησαν, για δεκαετίες, να κρατήσουν το καθεστώς της απεριόριστης ευθύνης διατυμπανίζοντας ότι επέλεγαν να επενδύσουν το προσωπικό τους ρίσκο στην τράπεζά τους ως τίτλο τιμής, ως μέρος του συμβολαίου με τους καταθέτες (του στυλ: «αν πτωχεύσει η τράπεζά μας, να ξέρετε ότι θα καταστραφούμε κι εμείς»). Χρειάστηκε να έρθει η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, με τις πολλαπλές πτωχεύσεις τραπεζιτών, για να πειστούν οι τραπεζίτες (δηλαδή οι ιδιοκτήτες των τραπεζών) να «περιορίσουν την ευθύνη τους», κόβοντας τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τις τύχες της τράπεζάς τους με την τύχη της προσωπικής τους περιουσίας.
Το τέρας της μόχλευσης (leverage)
Στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι τράπεζες αρχίζουν να μεταλλάσσονται σε κάτι που σιγά-σιγά παύει να θυμίζει τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, το σύνολο του ενεργητικού όλων των τραπεζών (δηλαδή, των δανείων που δίνουν και των κεφαλαίων που διακρατούν ως «καβάτζα») κυμαινόταν γύρω το 50% του ΑΕΠ μιας αναπτυγμένης χώρας (π.χ. Βρετανίας, Γαλλίας κλπ). Σήμερα, κυμαίνεται μεταξύ του 300% και του 500% του ΑΕΠ. Μια τράπεζα, όπως η Deutsche Bank ή η BNP, μπορεί να έχει ενεργητικό μεγαλύτερο του ΑΕΠ της χώρας στην οποία εδρεύει.
Πώς συνέβη αυτό; Η απάντηση, μονολεκτική: Μόχλευση. Τι είναι αυτό το φρούτο; Κάτι που όλοι γνωρίζουμε με άλλο, απλούστερο, όρο: Χρέος (ή, για την ακρίβεια, ο λόγος του χρέους). Αν σας πω ότι για κάθε €10 που έχω, δανείστηκα €120, θα με περάσετε για τρελό. Όμως αν είμαι τραπεζίτης, και έχω κάνει το ίδιο πράγμα, δεν θα πω ποτέ ότι δανείστηκα. Θα πω απλώς ότι ο συντελεστής μόχλευσης της τράπεζάς μου είναι 12 (δηλαδή, €120 χρέους για κάθε €10 κεφαλαίων που διαθέτει το ταμείο μου). Όχι μόνο ακούγεται καλύτερο και πιο «τεχνοκρατικό» αυτό αλλά, δεδομένης της κατάστασης στο τραπεζικό σύστημα σήμερα, θα θεωρηθεί και ιδιαίτερα συντηρητικός συντελεστής μόχλευσης!
Ποια η σημασία του συντελεστή μόχλευσης; Αποτελεί το μυστικό του αμύθητου πλούτου των τραπεζιτών στις εποχές των παχιών αγελάδων και της βαθιάς τους πτώχευσης σήμερα. Έστω μια τράπεζα που κερδίζει ένα ποσοστό 1% επί των κεφαλαίων που διαθέτει ή διαχειρίζεται (εκ μέρους καταθετών, πελατών κλπ). Επιλέγοντας όμως έναν συντελεστή μόχλευσης ίσο με, π.χ., το δώδεκα, η καλή τράπεζα δωδεκαπλασιάζει τα κέρδη της χωρίς ιδρώτα ή κόπο. Αυτόματα, δωδεκαπλασιάζονται τα μερίσματα των μετόχων, τα bonus των διευθυντών, οι μισθοί των μεγαλο-υπαλλήλων κλπ κλπ. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι το 2008, λίγο πριν την κατάρρευση ολόκληρου του τραπεζικού οικοδομήματος, ο συντελεστής μόχλευσης των ευρωπαϊκών τραπεζών είχε φτάσει το ιλιγγιώδες 50 προς 1, καταλαβαίνουμε τι είχε συμβεί: γιατί οι αποδοχές των διοικούντων έφτασαν την στρατόσφαιρα, οι τιμές των τραπεζικών μετοχών ήταν η «ατμομηχανή» των χρηματιστηρίων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα έριχνε την σκιά του στην «πραγματική» οικονομία.
Μετά την Άνοδο, η Πτώση
Για να κινδυνεύσει να πτωχεύσει μια τράπεζα με συντελεστή μόχλευσης 2 προς 1, χρειάζεται να έχει ζημίες ίσες με το μισό (το 50%) των δανείων που έχει παράσχει και των τοποθετήσεων που έχει επιλέξει. Όταν όμως ο συντελεστής μόχλευσης φτάσει στο 20 προς 1 (ένα μέγεθος που χαρακτήριζε τις ελληνικές τράπεζες προ της Κρίσης), τότε αρκούν για να πτωχεύσει ζημίες της τάξης του 5%. Κι όταν ο συντελεστής μόχλευσης φτάσει στο επίπεδο που ισχύει στην περίπτωση (για να φέρω ως παράδειγμα μια «κραταιά» τράπεζα που όλοι γνωρίζουμε) μιας Deutsche Bank (περί το 50 προς 1), αν μόλις το 1,25% των δανείων που έχει διαθέσει «ατυχήσουν» (π.χ. οικογένειες που λόγω ανεργίας δεν μπορούν να αποπληρώσουν το στεγαστικό τους ή επιχειρήσεις που κλείνουν) ξάφνου η καλή τράπεζα, με την βούλα του νόμου, φαλίρισε. Να γιατί, παρά τα αμύθητα κέρδη των τραπεζών προ του 2008, σήμερα είναι όλες του πτωχευμένες. Το μόνο που χρειάστηκε για να πάνε οι ελληνικές τράπεζες από τον Παράδεισο στην Κόλαση ήταν ζημίες της τάξης του 5% - κάτι απόλυτα φυσιολογικό σε μια υφεσιακή οικονομία.
Αυτά έχει το μαγικό ραβδί της μόχλευσης: όσο πιο ψηλά σε εκσφεντονίζει στην περίοδο της «Ακμής», τόσο πιο μεγάλη και τραυματική η πτώση στην περίοδο της «Ύφεσης» που ακολουθεί.
Καλά, δεν πρόσεχαν;
Αυτό δεν το είχαν σκεφτεί οι καλοί οικονομολόγοι που προσλάμβαναν οι τράπεζες να τους συμβουλεύουν (και οι οποίοι, σήμερα, συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό μας); Δεν το είχαν σκεφτεί οι Κεντρικές Τράπεζες; Γιατί δεν τους έβαζαν χέρι; Οι λόγοι είναι δύο, ο εξής ένας: το χρήμα έρεε τόσο καταρρακτωδώς που όποιος τόλμαγε να πει κάτι, να κρούσει κάποιον κώδωνα κινδύνου, είτε συνειδητοποιούσε ότι την φωνή του την έπνιγε ο αχός του εκκολαπτόμενου κέρδους είτε (στις σπάνιες περιπτώσεις που φώναζε αρκετά δυνατά για να ακουστεί) αγνοείτο επιδεικτικά, έχανε την δουλειά του, χαρακτηριζόταν «παλιομοδίτης», «εκκεντρικός», «συντηρητικός, «αριστερός» κλπ. Τόσο απλά.
Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος, περισσότερο στην σφαίρα της θεωρίας, ο οποίος παρουσιαζόταν ως απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα από Κεντρικούς Τραπεζίτες (καλή ώρα από τον κ. Παπαδήμο): Η πεποίθηση των (καθεστωτικών) οικονομολόγων ότι η αγορά έχει τον τρόπο της να αυτο-ρυθμίζεται. Π.χ. μπορεί οι τραπεζίτες να μην φοβούνται την πτώχευση της τράπεζάς τους (από τότε που οι τράπεζες έγιναν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης) όμως, σκεφτόταν ο θιασώτης της αγοράς, οι πιστωτές των τραπεζών, οι οποίοι κινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους (σε περίπτωση που πτωχεύσουν), θα ασκούν de facto έλεγχο στις πρακτικές των τραπεζιτών. Πώς; Αρνούμενοι να δανείσουν τραπεζίτες που το «παρακάνουν» με την μόχλευση. Πού τέτοια τύχη; Αυτό μπορεί να συνέβαινε μέχρι το 1929-1933. Μετά την τραυματική εμπειρία των μαζικών λουκέτων στις τράπεζες, όλοι γνώριζαν ότι το κράτος, η Κεντρική Τράπεζα, δεν θα αφήσει ποτέ τις τράπεζες να κλείσουν ή, το ίδιο είναι, να αφήσουν απλήρωτους τους πιστωτές τους. (Δεν βλέπετε με τι μανία επιμένει σήμερα η ΕΚΤ ότι οι ιρλανδοί φορολογούμενοι, που δεν έφταιξαν σε απολύτως τίποτα, πρέπει να αποπληρώνουν για τα επόμενα 20 χρόνια τα χρέη των πτωχευμένων ιδιωτικών τραπεζών;) Έτσι, λοιπόν, οι τραπεζίτες, ανεξέλεγκτοι τόσο από τους μετόχους τους όσο και από τους πιστωτές τους, είχαν κάθε λόγο να δανείζονται με τρόπο που ούτε το ελληνικό δημόσιο δεν έχει κάνει...
Χαμένοι και κερδισμένοι
Την εποχή της φούσκας, οι διευθύνοντες τις τράπεζες όχι μόνο δεν αντιμετώπιζαν την κριτική και τον έλεγχο των μετόχων και των πιστωτών τους αλλά, κι εδώ είναι η ουσία, μέτοχοι και πιστωτές τους χειροκροτούσαν περισσότερο όσο πιο μεγάλο συντελεστή μόχλευσης επέλεγαν. Επρόκειτο για ένα απίστευτο φαγοπότι άνευ ρίσκου (τουλάχιστον για τους συμμετέχοντες σε αυτό). Όσο τα πράγματα πήγαιναν καλά (η φούσκα καλά κρατούσε), μεγαλύτερος συντελεστής μόχλευσης σήμαινε μεγαλύτερα κέρδη, ελκυστικότερα μερίσματα, παχυλότερους υπερ-μισθούς. Κι αν ερχόταν η Πτώση (όπως και ήρθε), ούτε γάτα ούτε ζημιά: Ο λογαριασμός θα πληρωνόταν από το γκουβέρνο (δηλαδή τον ταλαίπωρο τον φορολογούμενο) και από την Κεντρική Τράπεζα.
Εν ολίγοις, αν κάποιος διάβολος ήθελε να σχεδιάσει ένα τραπεζικό σύστημα ταγμένο στο να δημιουργήσει συνθήκες τεράστιας Κρίσης, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο από αυτό το οποίο, ψευδεπίγραφα, χαρακτηρίζεται «σύγχρονο σύστημα ιδιωτικών τραπεζών»... Ποιος κερδίζει από αυτό; Ποιος χάνει; Είναι προφανές ότι χάνει η κοινωνία στο σύνολό της. Ποιοι κερδίζουν; Δύο είναι οι συνομοταξίες των κερδισμένων από αυτό το αλισβερίσι ιδιωτικής και δημόσιας διαφθοράς:
Πρώτον, οι βραχυπρόθεσμοι επενδυτές σε τραπεζικά (όχι κρατικά) ομόλογα και μετοχές. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχει εκλείψει το είδος των μακροπρόθεσμων μετόχων. Ως επί το πλείστον, οι μετοχές των τραπεζών πωλούνται το πολύ μερικούς μήνες (συνήθως μερικές μέρες) αφού αγοραστούν. Ένα ολόκληρο παρατραπεζικό σύστημα έχει στηθεί στην βάση των πολύ βραχυπρόθεσμων αγορών και πωλήσεων τραπεζικών μετοχών, τα λεγόμενα hedge funds (τα οποία κερδοσκοπούν στοιχηματίζοντας στις μικρές αυξομειώσεις των τιμών των μετοχών, ιδίως του τραπεζικού τομέα). Κάτι αντίστοιχο «παίζεται» και με τα ομόλογα έκδοσης των ιδιωτικών τραπεζών. Για να το πω απλά, η αυξημένη μόχλευση φέρνει και αυξημένες διακυμάνσεις στις τιμές των μετοχών και των ομολόγων των τραπεζών. Αυτές οι διακυμάνσεις είναι το ψωμοτύρι των hedge funds.
Δεύτερον, οι μεγαλο-μέτοχοι των τραπεζών που ελέγχουν την διοίκηση απομυζώντας όχι τόσο πολύ μεγάλα μερίσματα αλλά υπερ-μισθούς που οι ίδιοι δίνουν στους εαυτούς τους και τα λοιπά «οφέλη» που, εξ ορισμού, γεύεται όποιος διαχειρίζεται την «ροή του χρήματος».
Και τώρα; Η επίσημη έκφανση
Αυτές τις μέρες κλείνει από την κυβέρνηση Παπαδήμου το μέγα θέμα της επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Επισήμως, το θέμα τίθεται ως εξής: Το ελληνικό δημόσιο αθέτησε τις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες. Αναγκάζοντάς τις να κουρέψουν το 53% της ονομαστικής αξίας των δανείων τους προς το δημόσιο, τις έφερε σε δύσκολη θέση. Έτσι ώστε να μην φαλιρίσουν, και να δώσουν και κανένα δάνειο σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά (αναστέλλοντας την στάση δανείων που έχει «στεγνώσει» την αγορά), το κράτος μας θα δανειστεί από το EFSF, αυξάνοντας έτσι το δημόσιο χρέος κι άλλο, για να τα δώσει στις τράπεζες. Κι επειδή είναι παράνομο να δώσει κεφάλαια στις τράπεζες χωρίς αντάλλαγμα κάποια περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών (καθώς το κράτος δεν δικαιούται, τουλάχιστον επισήμως, να δωρίζει αμύθητες περιουσίες σε ανώνυμες εταιρείες), θα πρέπει να λάβει μετοχές των τραπεζών. Όμως αυτό συνεπάγεται μερική κρατικοποίηση. Κι επειδή, λέγεται, η κρατικοποίηση των τραπεζών είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί, ο κ. Παπαδήμος και οι σύμβουλοί του (με βασικό σύμβουλο ως πρότινος έμμισθο σύμβουλο μίας εκ των πτωχευμένων, υπό ανακεφαλαιοποίηση, τραπεζών) πασχίζουν να βρουν μια φόρμουλα έτσι ώστε οι μετοχές που θα πάρει το δημόσιο ως αντάλλαγμα για τα νέα χρέη που φορτώνει στην πλάτη του φορολογούμενου εκ μέρους των τραπεζών δεν θα δίνουν στο δημόσιο δικαίωμα συμμετοχής στην διοίκηση. Με απλά λόγια, το δημόσιο θα πάρει μετοχές που τελικά δεν θα είναι ακριβώς... μετοχές.
Το απεχθές παιχνίδι των ημερών
Οι τράπεζες πρέπει να ανακεφαλαιωθούν. Αυτό θα ήταν απαραίτητο ανεξάρτητα από το «κούρεμα» του δημόσιου χρέους. Ο συντελεστής μόχλευσής τους ήταν τέτοιος (βλ. πιο πάνω) που μια οικονομική ύφεση της τάξης του -5% για μια μόνο χρονιά θα τις οδηγούσε, έτσι κι αλλιώς, στην πτώχευση. Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες λειτούργησαν καταστροφικά (και αυτοκαταστροφικά) για πολύ καιρό (θυμάστε τα εορτοδάνεια, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που αγόραζαν σαν να ήταν σοκολατάκια;), και σπατάλησαν βουνά κερδών στον βωμό της μόχλευσης, καμία κοινωνία δεν μπορεί να συνέλθει, καλώς ή κακώς, αν δεν βγουν από την μαύρη τρύπα οι τράπεζές της.
Η ανακεφαλαίωση δεν μπορεί να γίνει, βέβαια, από ιδιωτικά κεφάλαια. Ποιος επενδυτής ρίχνει τα χρήματά του σε μια μαύρη τρύπα, από την οποία δε θα τα ξαναπάρει ποτέ; Κανείς. Να γιατί η Ευρώπη αποφάσισε να κάνει αυτό που κάποιοι φωνάζουμε ότι έπρεπε να έχει γίνει πριν δυο χρόνια: η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με δημόσιο, ευρωπαϊκό χρήμα. Αυτό, τελικά, αποφασίστηκε να γίνει, έστω και καθυστερημένα. Χρήματα που δανείζεται το EFSF εκ μέρους ολόκληρης της ευρωζώνης, θα δοθούν στις τράπεζες όχι ως δανεικά αλλά ως «έγχυση» νέων κεφαλαίων. [Μην ξεχνάμε ότι ο πτωχευμένος δεν σώζεται με νέα δάνεια – κεφάλαια χρειάζεται.]
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα πρέπει να γίνει «μετάγγιση» κεφαλαίων από το ευρωπαϊκό δημόσιο στις ιδιωτικές τράπεζες. Αυτό είναι (και πρέπει να είναι) δεδομένο. Το ερώτημα είναι: Με τι ανταλλάγματα; Η άποψη που πασχίζουν να περάσουν στην κοινή γνώμη τραπεζίτες και κυβέρνηση είναι ότι τα ανταλλάγματα πρέπει να είναι τέτοια που να αποφευχθεί, πάση θυσία, η κρατικοποίηση των τραπεζών. Κι επειδή στην Ελλάδα, η λέξη «κράτος» δεν ηχεί πολύ χειρότερα από την λέξη «μαφία», ο κόσμος τείνει να αποδεχθεί αυτή την άποψη. Την άποψη που λέει ότι το κράτος πρέπει, ως αντάλλαγμα, να πάρει είτε «ομολογίες» είτε μια άλλη μορφή μετοχών που δεν δίνουν στον κάτοχό του δικαίωμα συμμετοχής ή ελέγχου της διοίκησης.
Αν αυτή η «άποψη» περάσει, ο ελληνικός λαός θα έχει, άλλη μια φορά, συναινέσει στις ραδιουργίες μιας αρπακτικής διαπλεκόμενης συμμαχίας κράτους και επιτήδειων ιδιωτών που στόχο έχουν την διαφύλαξη των συμφερόντων τους εναντίον τόσο του κοινωνικού συνόλου όσο και των τραπεζών της χώρας. Αν η κυβέρνηση Παπαδήμου, στην εκπνοή της, περάσει την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με τρόπο που αφήνει στο απυρόβλητο την διαπλοκή μεταξύ των μετόχων, διευθυντών, και πιστωτών των τραπεζών η οποία τις έριξε στον γκρεμό (την οποία περιέγραψα πιο πάνω), θα έχει καταφέρει το μεγαλύτερο πλήγμα στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας μετά το Μνημόνιο. Αν μια τέτοια τεράστια αποτυχία της διοίκησης των τραπεζών μας δεν οδηγήσει στην απώλεια της εξουσίας επί των τραπεζών των μεγαλο-μετόχων-διευθυνόντων που συμμετείχαν με τόση χαρά και ευεξία στο φαγοπότι της μόχλευσης, η κυβέρνηση θα έχει στείλει το εξής μήνυμα στους τραπεζίτες: Ξαναθρέψτε το τέρας της μόχλευσης – ο φορολογούμενος, αν όχι ο Έλληνας τότε σίγουρα ο Ευρωπαίος, εδώ είναι!
Επίλογος: Ο θρίαμβος της Πτωχοτραπεζοκρατίας επί του καπιταλισμού
Μέσα στην αγωνία του «συστήματος» μεγαλο-μετόχων των τραπεζών, πιστωτών των τραπεζών και των υποτιθέμενων ρυθμιστών των τραπεζών (δηλαδή των κυβερνώντων που πασχίζουν να διατηρήσουν μια «συγκινητικά» στενή σχέση με τους τραπεζίτες) να μην χάσουν τον έλεγχο αυτής της χήνας που γεννά τα χρυσά αυγά, ακούμε τους εκπροσώπους τους στα ΜΜΕ, στην Βουλή κλπ να αποτροπιάζονται με την ιδέα ότι το κράτος θα πάρει κοινές μετοχές ως αντάλλαγμα για τα κεφάλαια που φορτώνεται ως νέο χρέος για να τα δώσει στις τράπεζες. Πρόκειται για ανείπωτη υποκρισία.
Κάποτε, οι φιλελεύθεροι επιχειρηματολογούσαν εναντίον των κρατικοποιήσεων στην βάση ότι ήταν υποχρεωτικές, δηλαδή ότι το κράτος σου έπαιρνε την επιχείρηση με το έτσι θέλω, σου έδινε μια γελοία αποζημίωση και σε πέταγε στον δρόμο. Όμως η σημερινή περίπτωση διαφέρει ριζικά. Το κράτος δεν έχει καμία όρεξη να βάλει χέρι στις τράπεζες. Οι τράπεζες ζητιανεύουν κεφάλαια από το κράτος. Μόνο που δεν θέλουν να δώσουν ως αντάλλαγμα αυτό που πρέπει: ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Ποτέ έως τώρα δεν είχα ακούσει επιχείρημα εναντίον των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του δημοσίου. Γιατί περί αυτού πρόκειται: Από την μία οι τράπεζες θα πτωχεύσουν χωρίς τα κεφάλαια του δημοσίου, και ζητούν κεφάλαια από το δημόσιο. Από την άλλη θέλουν να τα πάρουν χωρίς να είναι ούτε δανεικά (καθώς δάνεια παίρνουν αβέρτα από την ΕΚΤ, με επιτόκιο 1%, χωρίς να τις σώζουν, πτωχευμένες ούσες) ούτε και να αποδίδουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στους φορολογούμενους που δανείζονται για να τα πάρουν.
Όσο για το επιχείρημα ότι αν συμμετέχει το δημόσιο πιο δυναμικά στο μετοχικό κεφάλαιο των ιδιωτικών τραπεζών, τότε οι τράπεζες θα γίνουν κρατικοδίαιτες, διεφθαρμένες και αναποτελεσματικές, η απάντησή μου είναι η εξής: Όπως είδαμε πιο πάνω, εδώ και καιρό, ιδιωτικές τράπεζες (με την σωστή έννοια του επιθετικού προσδιορισμού) δεν υπάρχουν. Σε ολόκληρο τον κόσμο, και ιδίως στην χώρα μας, οι τράπεζες έχουν μετατραπεί σε αρπακτικά μορφώματα ιδιωτικο-κρατικού χαρακτήρα. Οπότε ας αφήσουμε τις ανοησίες περί ανάγκης να αποφευχθεί η κρατικοποίηση των ιδιωτικών τραπεζών. Αυτά είναι λόγια που σκοπό έχουν την τρομοκράτηση της κοινωνίας ώστε να συναινέσει στις επιταγές της Πτωχοτραπεζοκρατίας (ένα καθεστώς που δίνει την μέγιστη εξουσία στους πιο πτωχευμένους τραπεζίτες) η οποία έχει υπονομεύσει πλήρως τον... καπιταλισμό.
Τι θα έπρεπε, λοιπόν, να συζητάμε σήμερα; Θα έπρεπε να συζητάμε όχι το αν θα δοθούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των τραπεζών στους φορολογούμενους που δανείζονται για να επανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες, αλλά τι μορφή πρέπει να πάρουν αυτά τα δικαιώματα ώστε και οι τράπεζες να ορθοποδήσουν και η οικονομία να πάρει ανάσες. Κι επειδή ούτε κι εγώ (όπως οι περισσότεροι) δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στους κυβερνώντες μας (ούτε στους σημερινούς ούτε και στους επόμενους), μετά χαράς να συζητήσουμε μια σειρά από καινοτόμες, δημοκρατικές, τεχνοκρατικές λύσεις. Π.χ. από την στιγμή που τα κεφάλαια έρχονται από το EFSF, γιατί να μην πάρει τις μετοχές των τραπεζών το…EFSF (το οποίο να μπορεί να ορίσει, κατά το δοκούν, Ευρωπαίους τεχνοκράτες στα ΔΣ των τραπεζών ώστε να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των Ευρωπαίων πολιτών που δανείστηκαν αυτά τα χρήματα); Μάλιστα, κάτι τέτοιο θα μας έδινε την δυνατότητα να αιτηθούμε από την ΕΕ τα κεφάλαια αυτά να μην βαρύνουν το ελληνικό δημόσιο χρέος, μιας και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα θα περάσουν απ’ ευθείας στην ευρωζώνη.
Λύσεις υπάρχουν που ούτε επιβραβεύουν την υφιστάμενη Κλεπτοκρατία μετόχων-διευθυντών-πολιτικών ούτε και οδηγούν τις τράπεζες στην αγκαλιά του ελληνικού δημοσίου. Όσοι όμως σήμερα κόπτονται για τον κίνδυνο «κρατικοποίησης» των τραπεζών, και όσοι διαπραγματεύονται μαζί τους στο Μαξίμου, προσφέρουν χέρι βοήθειας στην Πτωχοτραπεζοκρατία που επιβουλεύεται τόσο την ελληνική οικονομία όσο και τις ελληνικές τράπεζες. 

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Συνθηκολογημένοι Κεϋνσιανοί (μέρος Β')


Η Ισχύς της Προφητείας
Η ομορφιά της αρχαίας μυθολογίας οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στον τρόπο με τον οποίο οι προφητείες αποκτούν εξουσία επί των ανθρώπων. Για παράδειγμα, αν ο Βασιλιάς της Θήβας δεν είχε πιστέψει την προφητεία ότι ο αγέννητος ακόμα γιος του κάποια στιγμή θα τον σκότωνε, ο Οιδίποδας ούτε Οιδίποδας θα λεγόταν ούτε και θα σκότωνε τον πατέρα του πάνω σε έναν καυγά σε μια διασταύρωση, όπου βέβαια δεν τον αναγνώρισε ως πατέρα του εξ αιτίας της... προφητείας. Η προφητεία, την ώρα που γίνεται πιστευτή, αλλάζει τον κόσμο και «γεννά» τα γεγονότα που προφητεύει.
Το ίδιο συμβαίνει, ισχυρίζεται ο Keynes, σε μια οικονομία, ιδίως στον Καιρό της Κρίσης: Αν οι περισσότεροι επιχειρηματίες πιστέψουν ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα (η ζήτηση θα προκύψει) τότε τα πράγματα θα βελτιωθούν (καθώς η αισιοδοξία τους θα φέρει τις επενδύσεις που θα αναζωογονήσουν την οικονομική δραστηριότητα) επιβεβαιώνοντας τις αισιόδοξες προβλέψεις τους. Όμως, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι πως αν οι περισσότεροι επιχειρηματίες πιστέψουν ότι τα πράγματα θα δυσκολέψουν (η ζήτηση θα μειωθεί κι άλλο) τότε η κατάσταση θα χειροτερεύσει (καθώς η απαισιοδοξία τους θα αναβάλει τις επενδύσεις) επιβεβαιώνοντας την απαισιοδοξία τους. Οπότε το ερώτημα τίθεται: Τι μαντάτα θα τους αναπτέρωναν το ηθικό; Μήπως τα νέα ότι οι μισθοί μειώνονται κι άλλο; Ότι η Κεντρική Τράπεζα μειώνει τα επιτόκια; Ότι το κράτος απολύει δημόσιους υπαλλήλους και προβαίνει σε δραστικές περικοπές; Σε καμία των περιπτώσεων, απαντά ο Keynes, κόντρα στις απόψεις των περισσότερων συναδέλφων του της εποχής.
Για τον Keynes, οι περισσότεροι (και εξυπνότεροι) επιχειρηματίες  με το άκουσμα των «νέων» ότι μισθοί, επιτόκια και δημόσιες δαπάνες θα μειωθούν κι άλλο, πανικοβάλλονται. Γνωρίζουν πως σε περίοδο απομόχλευσης το μέγα έλλειμμα είναι αυτό της ζήτησης. Και πως η περαιτέρω μείωση των μισθών, των συντάξεων και των δημόσιων δαπανών θα δημιουργήσουν ακόμα μεγαλύτερο έλλειμμα ζήτησης.
• Θέλουν να πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς. Όμως και στο μηδέν να πάνε οι μισθοί δεν θα προβούν σε επενδύσεις και προσλήψεις αν προβλέπουν ότι, λόγω γενικευμένης απομόχλευσης, η ζήτηση θα χειροτερεύσει λόγω μείωσης των μισθών.
• Θέλουν χαμηλότερα επιτόκια από την Κεντρική Τράπεζα, αλλά όταν ακούν ότι η Κεντρική Τράπεζα θα τα μειώσει (ακόμα και στο μηδέν να τα πάει), πανικοβάλλονται ακόμα περισσότερο, σκεπτόμενοι σκέψεις όπως: «Για να τα μειώνουν κι άλλο, φαντάσου πόσο χάλια είναι τα πράγματα.»
• Θέλουν διαρθρωτικές αλλαγές, που να τους λύνουν τα χέρια, όμως καμία διαρθρωτική αλλαγή δεν είναι ικανή να τους πείσει να επενδύσουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το Μέγα (και όλο διογκούμενο) Έλλειμμα Ζήτησης.
Περιληπτικά, ο Keynes θεωρεί πως, σε περίοδο Κρίσης, ο συνδυασμός λιτότητας (μείωση δημόσιων δαπανών, μείωσης μισθών και μείωσης επιτοκίων) όχι μόνο δεν βοηθά να μειωθούν τα ελλείμματα και να ξεπεραστεί η Κρίση αλλά συνωμοτούν στο να βαθύνει, να ενισχυθεί, να βυθίσει τα δόντια της ακόμα πιο βαθιά στο φθίνον ψαχνό της κοινωνικής οικονομίας. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να γίνει για να ανακοπεί η Κρίση είναι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Μα, θα μου πείτε (σωστά), η Ελλάδα, ως μέλος της ευρωζώνης, δεν έχει δυνατότητες να κάνει κάτι τέτοιο, να ασκήσει Κεϋνσιανή πολιτική. Σωστά. Σε αυτή την περίπτωση έχει υποχρέωση, θα τόνιζε ο Keynes, να μην συναινέσει στην Μνημονιακή πολιτική χρησιμοποιώντας ως διαπραγματευτικό χαρτί είτε την αποχώρηση από το κοινό νόμισμα (όπως προτείνει ο Κεϋνσιανός Paul Krugman) είτε την μονομερή πτώχευση εντός του ευρώ (όπως έχουμε προκρίνει από κοινού με τον Joseph Stiglitz και τον Wolfgang Munchau των Financial Times). Το ένα πράγμα που ο Κεϋνσιανός δεν μπορεί να περιμένει είναι αυτό που λένε ότι περιμένουν οι αυτο-αποκαλούμενοι Κεϋνσιανοί που παρεπιδημούν στο ΠΑΣΟΚ και στην ΝΔ: ότι, εν μέσω Κρίσης, η μείωση μισθών, συντάξεων και δημοσίων δαπανών θα έχει θετικά αποτελέσματα ως προς τα ελλείμματα και το χρέος.
Ο Keynes και οι εγχώριοι Κεϋνσιανοί για την σημερινή Ελλάδα
Στο προηγούμενο άρθρο μου για τους «δεσμευμένους ελευθεριάζοντες» και τον Hayek, δεν σχολίασα καθόλου το κατά πόσον ο Hayek είχε δίκιο σε αυτά που έλεγε για την Κρίση του 1929. Απλά σκιαγράφησα εκείνα που νομίζω ότι θα έλεγε για την δική μας Κρίση, και τα Μνημόνια, και τα συνέκρινα με τις θέσεις των υποτιθέμενων εγχώριων οπαδών του. Έτσι κι εδώ. Δεν ασχολούμαι με το κατά πόσο είχε δίκιο ο Keynes σε αυτά που έλεγε για την Κρίση του 1929. Απλά, αναφέρομαι σε αυτά που θα ήθελε να μας πει για την δική μας Κρίση και τα αντιπαραθέτω σε εκείνα που μας λένε οι περισσότεροι των αυτοπαρουσιαζόμενων ως οπαδοί του. Βέβαια, πρέπει να πω ότι, όπως και οι οπαδοί όλων των μεγάλων στοχαστών, έτσι και οι Κεϋνσιανοί είναι διασπασμένοι σε πολλές ομάδες. Επιτρέψτε μου λοιπόν να αναφερθώ στην πλειοψηφία τους που βρίσκονται ενταγμένοι στα δύο μεγάλα κόμματα και που, αν τους ρωτήσεις, θα σου απαντήσουν ότι, ναι, είναι Κεϋνσιανοί. (*)
Ποια είναι η βασική τοποθέτηση αυτών των Κεϋνσιανών για τα τεκταινόμενα στην χώρα μας; Θεωρούν ότι η σημερινή πολιτική της κυβέρνησης Παπαδήμου είναι μονόδρομος. Προσυπέγραψαν μια νέα δανειακή συμφωνία, και ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα», που θεμελιώνονται σε μια απλή παραδοχή: Η έξοδος από την Κρίση θα έρθει μέσα από τον συνδυασμό (α) νέων μειώσεων μισθών και  συντάξεων, (β) νέων μειώσεων δημοσίων δαπανών, και (γ) διαρθρωτικών αλλαγών. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η παραδοχή αυτή έρχεται σε απόλυτη, συντριπτική σύγκρουση με την βασικότερη των ιδεών του Keynes. Θα μου πείτε: Και τι έγινε; Σωστά. Μπορεί κάλλιστα οι διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ (υπάρχουν άραγε;) και της Νέας Δημοκρατίας να απαντήσουν ότι, πράγματι, αποφάσισαν πως ο Keynes είτε είχε πάντα άδικο είτε ότι δεν ισχύει η σκέψη του σήμερα. Θεμιτό. Σε αυτή την περίπτωση όμως, πρέπει να απαιτήσουμε από αυτούς δυο πράγματα:
• Πρώτον, να βρουν το κουράγιο να αντιπαραθέσουν στον Keynes (και στον Hayek που απέρριπταν όταν έλεγαν ότι είναι Κεϋνσιανοί) την δική τους, καινοτόμο μακροοικονομική θεωρία, καταδεικνύοντας την εκλογίκευση που αυτή η νέα θεωρία τους προσφέρει στις Μνημονιακές πολιτικές που ακολουθούν με τόσο ενθουσιασμό και αυτοπεποίθηση.
• Δεύτερον, να σταματήσουν να προσποιούνται ότι οι Μνημονιακές πολιτικές στην Ευρώπη ολόκληρη μπορούν να ειδωθούν ως μια μορφή σύγχρονου Κεϋνσιανισμού (επειδή βασίζονται σε μεγάλες κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία της ευρωζώνης). Αν θέλουν άλλοθι για κινήσεις που μόνο στόχο έχουν την εξασφάλιση της Πτωχοτραπεζοκρατίας, ας δημιουργήσουν την δική τους οικονομική θεώρηση, αντί να κρύβονται πίσω από ένα κακέκτυπο όσων έλεγε ο Keynes.
Πολλοί μου λένε ότι κουράστηκαν με την θεωρητικολογία. Ότι τώρα προέχει η πράξη. Συμφωνώ. Όμως, ξέρετε, οι αντιφάσεις στις οποίες πέφτουν οι πολιτικοί μας ως προς την δική τους, υποτιθέμενη, ιδεολογία έχει πολλά να μας διδάξει για τα κίνητρα και την πολιτεία τους. Στον βαθμό που πρέπει να τους κρίνουμε, ιδίως τώρα που πλησιάζουν εκλογές, έχει πρακτική αξία το θεωρητικό τους ξεμπρόστιασμα. Έχοντας λοιπόν αναφερθεί εκτενώς στους «Δεσμευμένους Ελευθεριάζοντες» και στους «Συνθηκολογημένους Κεϋνσιανούς», ήρθε η στιγμή να στραφούμε (βλ. επόμενο άρθρο), στους «Συντηρητικούς Μαρξιστές»...
(*) Όλοι οι προηγούμενοι υπουργοί οικονομικών, με εξαίρεση τον κ. Μάνο, έχουν επιρρεαστεί από τον Keynes ή και δηλώνουν Κεϋνσιανοί. Ιδίως το ΠΑΣΟΚ, είναι αδύνατον να αρθρώσει πολιτικο-οικονομικό λόγο ξανά χωρίς να βασιστεί στα λεγόμενα του Άγγλου οικονομολόγου. Εκτός κι αν κ. Βενιζέλος κατορθώσει να ιδρύσει δική του σχολή οικονομικής σκέψης...

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

John Maynard Keynes


Η συνεισφορά του Keynes
Στις δύσκολες μέρες του Μεσοπολέμου, τότε που η Κρίση θέριζε και παράλληλα έσπερνε τις θύελλες που ακολούθησαν την επόμενη δεκαετία, ένας οικονομολόγος στάθηκε όρθιος, αποτίναξε από πάνω του τα ιδεολογήματα που είχε κληρονομήσει από τους δασκάλους του, και προσπάθησε να εξηγήσει κάτι που είχε ξαφνιάσει τόσο τον ίδιο όσο και τους δασκάλους του: το γεγονός ότι όσο και να έπεφταν οι μισθοί, όσο και να μειωνόταν το επιτόκιο, όσο και να συρρικνώνονταν οι δημόσιες δαπάνες, η απασχόληση, οι επενδύσεις, η οικονομική δραστηριότητα, τα ελλείμματα δεν έλεγαν να βελτιωθούν. Όσο περισσότερο ήταν διατεθειμένοι να δουλέψουν για ψίχουλα οι εργαζόμενοι, τόσο πιο έντονα διστακτικοί γίνονταν οι εργοδότες να τους προσλάβουν. Όσο πιο χαμηλό το επιτόκιο, τόσο πιο πολύ απέφευγαν οι εργοστασιάρχες να δανειστούν ώστε να επενδύσουν σε νέα προϊόντα, νέα μηχανήματα, νέους ιμάντες παραγωγής. Ο καιρός πέρναγε, οι μισθοί έπεφταν, το επίσημο επιτόκιο κατέρρεε, τα περιουσιακά στοιχεία εξανεμίζονταν, αλλά οι «αγορές» αρνιόντουσαν πεισματικά να ανακάμψουν: οι επενδύσεις που θα έλκυε η ραγδαία πτώση του εργασιακού κόστους και του κόστους δανεισμού απλά δεν ερχόντουσαν.
Επρόκειτο για πραγματικό μυστήριο. Στην λαϊκή αγορά, όταν δεν πουλιέται ένα λαχανικό ή φρούτο, ο πωλητής κάποια στιγμή ρίχνει την τιμή του, συνήθως γύρω στο μεσημέρι, κι εφόσον την ρίξει αρκετά η πραμάτεια του πουλιέται. Το ίδιο και με τα αυτοκίνητα, τα σπίτια, τα αεροπλάνα: η μείωση της τιμής τους προσελκύει αγοραστές. Γιατί δεν συνέβαινε στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης του Μεσοπολέμου κάτι ανάλογο με το αγαθό «εργασία»; Γιατί η ραγδαία πτώση της «τιμής» του δεν οδηγούσε στην αύξηση της ζητούμενης «ποσότητας» (δηλαδή των θέσεων εργασίας, της απασχόλησης); Αυτό το μυστήριο ανέλαβε να κατανοήσει, και κατόπιν να μας εξηγήσει, ο Keynes. Πως; Με μία απλή υπόθεση: ότι αυτό που ισχύει στις λαϊκές αγορές, στην αγορά αυτοκινήτων και στερεοφωνικών δεν ισχύει σε δύο «τζαναμπέτικες», «δύστροπες» αγορές – στην αγορά εργασίας και στην αγορά χρήματος. Σε όλες τις άλλες αγορές, όταν η τιμή πέφτει οι πωλήσεις αυξάνονται. Σε περίοδο Κρίσης όμως, έλεγε ο Keynes, σε αυτές τις δύο αγορές, όταν η οικονομία μπει στην δίνη της Ύφεσης, η μείωση της «τιμής» δεν συνεπάγεται αύξηση των «πωλήσεων». Στις αγορές εργασίας και χρήματος, σε περιόδους που ολόκληρη η οικονομία φθίνει, η μείωση των «τιμών», δηλαδή του μισθού και του επιτοκίου, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε μείωση των «πωλήσεων», δηλαδή της απασχόλησης και των επενδύσεων.
Με αυτή την σκέψη, ο Keynes εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη την ιδέα ότι αλλιώς λειτουργεί «κατ’ ιδίαν» μια αγορά προϊόντων και υπηρεσιών και αλλιώς λειτουργούν όλες οι αγορές μαζί. Ότι οι κανόνες που διέπουν το «επί μέρους» (π.χ. την αγορά υπολογιστών) δεν ισχύουν για το «όλον» (για την οικονομία στο σύνολό της). Από τότε, από την έκδοση της Γενικής Θεωρίας του (το 1936), αρχίζει ο διαχωρισμός μεταξύ μικροοικονομικής (η μελέτη των «επί μέρους») και της μακροοικονομικής (η μελέτη της οικονομίας ως ένα «οργανικό σύνολο», με έμφαση στις «προβληματικές» αγορές της εργασίας και του χρήματος). Με άλλα λόγια, ο Keynes ισχυρίστηκε,  με πολλή πειθώ, ότι στην οικονομία υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ του «μικρού» και του «μεγάλου», μεταξύ των κανόνων που διέπουν μια επιχείρηση ή έναν κλάδο κι εκείνων που διέπουν μια μακρο-οικονομία. Ήταν κάτι αντίστοιχο με εκείνο που είχε συμβεί πριν μερικά χρόνια στον χώρο της Φυσικής, όπου επιστήμονες όπως ο Neils Bohr είχαν αποδείξει πως οι κανόνες που ισχύουν στον μικρόκοσμο, στο επίπεδο των κβάντων, δεν ισχύουν επ’ ουδενί στις διαστάσεις που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας.
Το Μέγα Έλλειμμα εν καιρώ Κρίσης, κατά Keynes
Από τα πιο πάνω κρατάμε ένα: Για τον Keynes, η αρχή της κατανόησης του τι συμβαίνει εν μέσω Κρίσης είναι το να κατανοήσουμε πως, με το που ξεσπά η Κρίση, η μείωση των μισθών δεν αυξάνει την απασχόληση αλλά, αντίθετα, ενισχύει την ανεργία. Παράλληλα, η μείωση των επιτοκίων αποτυγχάνει στο να προσελκύσει επενδυτές στην πραγματική οικονομία. Ακόμα χειρότερα, όσο ζει και βασιλεύει η Ύφεση, έλεγε ο Keynes, τόσο η απασχόληση όσο και οι επενδύσεις θα υποχωρούν με κάθε συζήτηση για περαιτέρω μείωση μισθών, συντάξεων αλλά και επιτοκίων. Πριν εξηγήσω το επιχείρημά του, να πω ότι ο Keynes ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο να τονίζει πως τα παραπάνω ισχύουν μόνο στην περίοδο της Κρίσης. Εν πολλοίς δεν πίστευε στην συμμετρία. Άλλα ίσχυαν στους καιρούς των παχιών κι άλλα στους καιρούς των ισχνών αγελάδων. Στις καλές εποχές, η μείωση των επιτοκίων πράγματι ενισχύει τις επενδύσεις και η μείωση των πραγματικών μισθών μπορεί να παίζει κι αυτή θετικό ρόλο στην αγορά εργασίας. Όχι όμως αφότου έχει ξεσπάσει η Κρίση.
Τι σημαίνει Κρίση; Σημαίνει ότι, αρχικά, κάποιοι ανακαλύπτουν ότι δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους (π.χ. τα στεγαστικά τους δάνεια, τις κάρτες τους, τα ομόλογα τους). Καθώς τα χρέη αυτά «σκάνε», αρχίζει μια καταστροφική ακολουθία καθώς σπάει σταδιακά η αλυσίδα της «πίστης». Ο Γιώργος δεν δίνει αυτά που χρωστά στην Μαρία, η Μαρία καθυστερεί τις αποπληρωμές της στον Κώστα, ο Κώστας φοράει φέσι στον Δημήτρη, εκείνος στην Κατερίνα κ.ο.κ. Εάν κάποιοι από αυτούς, π.χ. ο Γιώργος, είναι εργοδότης και αναγκαστεί να απολύσει τον Μάκη, τότε ο Μάκης μειώνει δραστικά τις δαπάνες του και αργεί να πληρώσει το νοίκι. Κάπως έτσι ξεκινά η χιονοστιβάδα της Ύφεσης. Με το που αρχίζει, όλοι μειώνουν τις δαπάνες τους με σκοπό την μείωση των χρεών τους, με τραγικό όμως αποτέλεσμα τα χρέη να αυξάνονται! Ας δούμε σε τι οφείλεται, σύμφωνα με τον Keynes, αυτό το παράδοξο.
Είτε επειδή έχουν μειωμένα εισοδήματα, είτε επειδή προβλέπουν (σωστά) πως θα έρθουν τα χειρότερα, όλοι αποφασίζουν να κάνουν οικονομίες και, όσο το δυνατόν, να μειώσουν τα χρέη που έχουν (σε τράπεζες, ο ένας στον άλλον, κλπ). Το σινάφι μου, οι οικονομολόγοι, αναφέρονται σε αυτή την «φάση» ως «φάση απομόχλευσης» (deleveraging). Προσέξτε τώρα τι πιστεύει ο Keynes ότι είναι  σημασία αυτής της «φάσης απομόχλευσης»: ο ιδιωτικός τομέας στο σύνολό του, υπό καθεστώς πανικού, προσπαθεί να καλύψει τα ελλείμματά του, να πάψει να δανείζεται, να αποπληρώνει όσο μεγαλύτερο μέρος των δανείων του μπορεί. Αν τώρα προσθέσουμε σε αυτό το σκηνικό ένα δημόσιο τομέα, ένα κράτος, είναι προφανές ότι, στην περίοδο αυτής της Κρίσης, τα ελλείμματά του θα διογκώνονται. Γιατί; Επειδή η μείωση των εισοδημάτων των ιδιωτών μειώνει τους άμεσους φόρους ενώ η μείωση της κατανάλωσης μειώνει τους έμμεσους. Όσο αποτελεσματική και να είναι (ή να μην είναι) η Εφορία, η Ύφεση μειώνει τα φορολογικά έσοδα την ώρα που αυξάνονται πολλά από τα δημόσια έξοδα (π.χ. τα επιδόματα ανεργίας του ΟΑΕΔ). Αν τώρα, όσο φουντώνει η «φάση απομόχλευσης» των ιδιωτών (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) έρθει και η κυβέρνηση να κάνει μεγάλες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες (για να μειώσει τα δικά της ελλείμματα), προσέξτε τι συμβαίνει: Οι συνολικές δαπάνες στην χώρα, το σύνολο των ιδιωτικών και των δημόσιων δαπανών, μειώνονται έντονα και απότομα. Με τι όμως, μας ρωτά ο Keynes, ισούται αυτό το σύνολο δαπανών (ιδιωτικών και δημοσίων); Μα με το εθνικό εισόδημα βέβαια, με το ΑΕΠ! Καθώς λοιπόν μειώνεται το ΑΕΠ, με ρυθμό που αντικατοπτρίζει τον ρυθμό μείωσης τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημόσιων δαπανών, μειώνονται τα εισοδήματα όλων (ιδιωτών αλλά και του κράτους). Όμως το βουνό χρέους που τους πλακώνει (τόσο τους ιδιώτες όσο και το κράτος), δεν μειώνεται αντίστοιχα. Άρα, τα χρέη ιδιωτών και δημοσίου μεγαλώνουν, τουλάχιστον ως ποσοστό των εισοδημάτων!
Επί της ουσίας, λοιπόν, το μάθημα που ήθελε να μας διδάξει ο Keynes ήταν ότι αυτό που είναι εύλογο για μια επιχείρηση, ένα νοικοκυριό, έναν κλάδο (δηλαδή ότι στις δύσκολες εποχές σφίγγεις το ζωνάρι για να μειώσεις τα έξοδα και τα χρέη σου), όταν εφαρμοστεί γενικά, τόσο από τους ιδιώτες όσο και από το κράτος, βαθαίνει την Ύφεση και εν τέλει αυξάνει (αντί να μειώσει) το Χρέος. Ο λόγος για αυτό το απαίσιο παράδοξο, έλεγε ο Keynes, είναι ότι, όσο ανθίζει η Κρίση, το μοναδικό έλλειμμα που διέπει τις ζωές μας και συντηρεί την Κρίση είναι το έλλειμμα ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών.  Δεν είναι ούτε το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, ούτε το έλλειμμα στον ισολογισμό των επιχειρήσεων, ούτε το θεσμικό έλλειμμα (δυσλειτουργίες του κράτους), ούτε η διαφθορά, ούτε η Μαφία. Όλα αυτά είναι προβλήματα. Μεγάλα προβλήματα. Αλλά είναι προβλήματα που δεν θα αντιμετωπιστούν αν δεν βρεθεί πρώτα απάντηση στο Μέγα Έλλειμμα Ζήτησης.
Ο ρόλος των επιχειρήσεων, κατά Keynes
Την λύση θα την δώσουν οι επιχειρήσεις αυξάνοντας τις επενδύσεις τους, προσλαμβάνοντας εργαζόμενους, προχωρώντας τα σχέδιά τους για νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Σε αυτό ο Keynes συμφωνούσε με τους συναδέλφους του. Διαφωνούσε όμως έντονα στο πως θα επιτευχθεί η βελτίωση του ελιχειρηματικού κλίματος. Του έλεγαν ότι οι επιχειρήσεις θα πράξουν το «καθήκον» τους με το που θα δουν τους μισθούς να μειώνονται, τα επιτόκια να πέφτουν, τις διαρθρωτικές αλλαγές να καταργούν τους φραγμούς που αντιμετωπίζει η επιχειρηματικότητα, το κράτος να μειώνει τις δαπάνες του ώστε να μην χρειάζεται να τους φορολογεί βάναυσα κλπ. (Ναι, σωστά το παρατηρήσατε – τίποτα το καινούργιο υπό το φως του ηλίου! Η ίδια συζήτηση γινόταν και τότε.) Η απάντησή του; Ανοησίες!
Και βέβαια οι επιχειρηματίες, έλεγε ο Keynes, προτιμούν να πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς και επιτόκια, χαίρονται να βλέπουν το κράτος να μειώνει τα έξοδά του (και να τους ζητά λιγότερους φόρους), ποθούν διαρθρωτικές αλλαγές που τους λύνουν τα χέρια. Όλα αυτά σωστά. Εκτός θέματος όμως στον Καιρό της Κρίσης! Στην φάση της απομόχλευσης ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (βλ. παραπάνω για τον ορισμό της απομόχλευσης), οι μειώσεις μισθών, επιτοκίων και δημόσιων δαπανών, αντί να εμφυσήσουν αισιοδοξία και έφεση προς τις επενδύσεις, κάνουν τους επιχειρηματίες ακόμα πιο απαισιόδοξους και επιρρεπείς στις απολύσεις, στην περαιτέρω μείωση των επενδύσεων, στην αποχώρηση ακόμα κι από την χώρα. Αυτό ήταν το ριζοσπαστικό επιχείρημα του Keynes, με το οποίο έμεινε στην ιστορία. Πως το υποστηρίζει;
Μπείτε στην θέση ενός επιχειρηματία, μας προκαλεί ο Keynes, που εν μέσω Μεγάλης Ύφεσης βλέπει μια ευκαιρία να επενδύσει σε κάποια νέα παραγωγική μονάδα με στόχο την παραγωγή νέου, καινοτόμου προϊόντος. Το βράδυ, στο κρεβάτι του, είναι άγρυπνος, ανήσυχος. Δεν ξέρει αν πράγματι πρέπει να προβεί στην επένδυση αυτή ή όχι. Τον τρώει η αγωνία και η αβεβαιότητα για το αν το νέο προϊόν, όταν και εάν παραχθεί π.χ. σε έξι μήνες, θα βρει αγοραστές. Ότι θα το θέλουν οι αγοραστές, το γνωρίζει. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι εάν οι αγοραστές αυτοί σε έξι μήνες θα έχουν χρήματα (και διάθεση να τα ξοδέψουν) για να το αγοράσουν. Από τι εξαρτάται; Από το γενικό κλίμα, σκέφτεται. Και το γενικό κλίμα, από τι εξαρτάται; Από το εάν επιχειρηματίες όπως ο ίδιος θα αποφασίσουν να πάρουν ρίσκα σαν αυτό που εκείνος πασχίζει να δει αν τελικά θα αναλάβει ή όχι. Εφόσον ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρηματιών, όπως ο ίδιος, αποφασίσουν θετικά, τότε σίγουρα η αγορά θα κινηθεί (καθώς θα έχει αυξηθεί η απασχόληση και τα εισοδήματα θα έχουν, τουλάχιστον, σταθεροποιηθεί) και η ζήτηση θα ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της. Αν, αντίθετα, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό επιχειρηματιών πάρει το ρίσκο και επενδύσει, τότε η ζήτηση δεν θα υπάρξει σε έξι μήνες και ο ίδιος, αν είναι από εκείνους που επένδυσαν, θα χάσει τα χρήματά του. Γ.Βαρουφάκης

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Edito 378 Φώτης Γεωργελές

ευτέρα βράδυ, πριν την άφιξη της Tρόικας για τις πιο κρίσιµες διαπραγµατεύσεις, αυτές για τη διαγραφή µεγάλου µέρους του ελληνικού χρέους. Σε µια κωµικοτραγική συνεδρίαση της Βουλής, όπου βουλευτές των κυβερνητικών κοµµάτων κρύβονταν για να µην ψηφίσουν, καταψηφίστηκαν οι διατάξεις για τα ωράρια των φαρµακείων και την κατάργηση δυο θυγατρικών του ΕΟΜΜΕΧ. Ούτε καν του ΕΟΜΜΕΧ, θυγατρικών του. Αυτό είναι το πραγµατικό πρόβληµα και η αιτία των δεινών. Το πολιτικό σύστηµα δεν θέλει και δεν µπορεί ούτε να ανοίξει τα φαρµακεία το Σάββατο.

Μετά από δυόµισι χρόνια καθυστερήσεων,
άµυνας, ακινησίας, παρακολουθούµε αυτές τις µέρες άλλη µια παράσταση του ελληνικού θεάτρου σκιών: η υπερήφανη πολιτική τάξη υπερασπίζεται τα δίκια των εργαζοµένων απέναντι στους ανάλγητους εκβιαστές ξένους. Για την αξιοπρέπεια και την εθνική υπερηφάνεια. Όπως κάθε φορά, το επικοινωνιακό σόου µε τους πολιτικούς αρχηγούς που διαπραγµατεύονται –σκληρά πάντα– και αγωνίζονται για να µην κοπούν ο 13ος, 14ος και ο κατώτατος µισθός, έχει ελάχιστη σχέση µε την πραγµατικότητα, είναι οι τελευταίες αξιοθρήνητες προσπάθειες να παραστήσουν τους «φίλους του λαού», τους ικανούς διαπραγµατευτές, αυτούς που αντιστέκονται. Για να το εξαργυρώσουν στις προσεχείς εκλογές.

Στην πραγµατικότητα,
το τι περιλαµβάνουν οι διαπραγµατεύσεις, πού βρίσκονται τα επίµαχα σηµεία, πού πιέζει η Τρόικα, το µαθαίνουµε από τη Μέρκελ και τον Σαρκοζί. Η Ελλάδα θα πάρει ένα τεράστιο δάνειο πολλών δισεκατοµµυρίων, θα κερδίσει ακόµα πολλά δισεκατοµµύρια από τη διαγραφή των χρεών και από τη µείωση των τόκων. Μόνο που αυτά τα λεφτά δεν θα δοθούν πια στην αφερέγγυα πολιτική τάξη αλλά σε έναν ειδικό λογαριασµό από τον οποίο θα πληρώνονται απευθείας οι δανειστές. Με λίγα λόγια, αυτά είναι τα τελευταία λεφτά που παίρνουµε, το χρέος θα το αναλάβουν αυτοί, εµείς τώρα ας αναλάβουµε τα έξοδά µας. Και όλοι οι τσάµπα µάγκες που µέχρι τώρα κατηγορούσαν την Τρόικα, κήρυτταν ανένδοτοι κατά των µνηµονίων, πάντα µε τα δανεικά λεφτά, ας βρουν τον τρόπο να ζουν όπως θέλουν, όπως πριν, χωρίς µέτρα, χωρίς περικοπές δαπανών, χωρίς να θιγεί κανένας. Αλλά χωρίς δανεικά. Σ’ αυτό το απλό ερώτηµα δεν απαντάει κανένα κόµµα.

Κάποτε και ο σουρεαλισµός τελειώνει.
∆υόµισι χρόνια έχουµε αντιστρέψει την πραγµατικότητα. ∆εν προκαλεί την ύφεση το Μνηµόνιο, η ύφεση έφερε το Μνηµόνιο. ∆εν µας παίρνει λεφτά η Τρόικα. Εµείς χρειαζόµαστε λεφτά, δανεικά λεφτά για να ζήσουµε όπως θέλουµε. ∆εν µας παίρνει λεφτά η Ευρωπαϊκή Ένωση, το κράτος µάς παίρνει. Το Μνηµόνιο άρχισε να εφαρµόζεται το β΄ εξάµηνο του 2010. Ύφεση όµως είχαµε και το 2008 και το 2009. Λέµε τώρα ότι σ’ ένα µήνα πρέπει να εξοφλήσουµε 14,5 δις ευρώ τα οποία δεν έχουµε. Ξεχνάµε όµως να πούµε ότι αυτά ακριβώς τα οµόλογα που λήγουν τον Μάρτιο, µαζί µε άλλα δυο φορές τόσα, τα είχαµε δανειστεί το σωτήριο έτος 2009. Τότε που µε 36 δις έλλειµµα, η χώρα εξόκειλε στα βράχια. Λένε τώρα οι φίλοι του λαού, οι αντίθετοι στις δυσάρεστες περικοπές, ότι πρέπει «να πέσουν λεφτά στην αγορά». Πέσανε πολλά λεφτά, 36 δις το 2009, άλλα 24 το 2008, πόσα περισσότερα λεφτά να πέσουν; Έγιναν ελλείµµατα και χρέη. Οι ίδιοι που λένε «να πέσουν λεφτά στην αγορά», οι ίδιοι που έλεγαν γιατί δεν δανειστήκαµε κι άλλα το 2010 πριν πάµε στο Μνηµόνιο, τώρα λένε «να µην πληρώσουµε τους τοκογλύφους». Και οι ίδιοι ακριβώς που λένε για διαγραφές του «επαχθούς χρέους», να µην πληρώσουµε τους τοκογλύφους, λένε την ίδια στιγµή «σώστε τα ταµεία» που έχουν επενδύσει σε οµόλογα του ελληνικού ∆ηµοσίου. Α, τα ταµεία των ασφαλισµένων δεν είναι τοκογλύφοι; Μήπως τοκογλύφοι είναι µόνο οι ξένοι, οι Ολλανδοί συνταξιούχοι, οι Σουηδοί σιδηροδροµικοί;
Αυτά τα χρόνια ο δηµόσιος διάλογος ξεπέρασε κάθε όριο γελοιότητας, αγραµµατοσύνης και λαϊκισµού. Το σύστηµα εξουσίας, πολιτικό, οικονοµικό, µιντιακό, προσπάθησε µε κάθε τρόπο να διαστρέψει την πραγµατικότητα για να διατηρήσει ζωντανή την ίδια πραγµατικότητα που οδήγησε στη χρεοκοπία. Το οικονοµικό µας µοντέλο χρεοκόπησε. Αυτό πρέπει ν’ αλλάξει. Το πολιτικό σύστηµα συµπολιτευόµενο και αντιπολιτευόµενο προσπαθεί να το διατηρήσει. Από τη ∆εξιά µέχρι την Αριστερά, το µόνιµο µοτίβο είναι «δώστε κι άλλα λεφτά για να µείνουµε όπως είµαστε». ∆ανεικά ζητάνε συνέχεια και δίνουν ηρωικούς αγώνες για τους όρους των δανείων. Τα δανεικά τελείωσαν όµως.
Όσα συµβαίνουν, µειώσεις µισθών, οριζόντιες περικοπές, ανεργία, είναι το τίµηµα των λαθών και της απραξίας. Αφού χρεοκοπήσαµε, η ύφεση ήταν βέβαιη. Η διάρκεια της ύφεσης όµως όχι. Τώρα θα είχαµε ξεπεράσει ήδη το πρόβληµα και θα άρχιζε η ανάκαµψη. ∆υόµισι χρόνια όµως δεν κάναµε τίποτα γι’ αυτό. Καµία αλλαγή, καµία διαρθρωτική µεταρρύθµιση. Προτιµήσαµε να αρνηθούµε την πραγµατικότητα. Θα φτωχύνουµε, έγραφα τότε. Και πρέπει να δουλέψουµε, να δουλέψουµε περισσότερο, να δουλέψουµε πιο σωστά, για να αναπληρώσουµε µε νέα έσοδα, τα χαµένα έσοδα από τα δανεικά. Αντί γι’ αυτό προτιµήσαµε να κλαίµε γιατί µας στερούν τα δανεικά. ∆υόµισι χρόνια δεν υπήρξε κανένα σχέδιο, καµία εθνική συνεννόηση, καµία κοινωνική συναίνεση στο πώς θα αλλάξουµε το παιχνίδι, πώς θα γίνουµε πιο παραγωγικοί. Εντάξει, πες ότι όσα ζητάει η Τρόικα δεν µας αρέσουν. Ποιο πολιτικό κόµµα είπε συγκεκριµένα από πού θα κοπούν τα ελλείµµατα; Πώς θα δηµιουργηθεί νέο χρήµα; Γιατί δεν µειώσαµε εµείς τις δαπάνες µε άλλο τρόπο; Όλοι απέκρουαν τις προτάσεις της Τρόικας και ζητούσαν τα λεφτά της.
εν µας ζητάει η Τρόικα µειώσεις µισθών και περικοπές των συντάξεων. Λένε ψέµατα όσοι τα λένε αυτά. Εµείς δεν έχουµε να τα πληρώσουµε. Τα δικά µας ασφαλιστικά ταµεία είναι άδεια, το δικό µας κράτος δεν έχει να πληρώσει µισθούς και συντάξεις, οι δικές µας επιχειρήσεις χρεοκοπούν.
Πληρώνουµε την καθυστέρηση, την αδιάλλακτη στάση του συστήµατος εξουσίας, την άρνηση κάθε προνοµιούχας οµάδας να χάσει το παραµικρό. ∆εν κάναµε τίποτα όλο αυτό το διάστηµα και οι υπεύθυνοι γι’ αυτό, τώρα, υποκριτικά, κλαίνε για το 13ο µισθό. Οδήγησαν τη χώρα στην πιο βαθιά ύφεση και τώρα δήθεν δίνουν µάχες για τα δώρα Χριστουγέννων. Αστεία πράγµατα για όσους ζουν σ’ αυτή τη χώρα. Αν δεν κάνουµε τίποτα, όσο βαθαίνει η ύφεση, όχι ο 13ος και ο 14ος µισθός, ούτε οι υπόλοιποι δεν θα υπάρχουν. Εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις και καταστήµατα κλείνουν, οι άνεργοι έφτασαν το 1 εκατοµµύριο, η ανασφάλιστη εργασία γίνεται κανόνας. Οι αυξήσεις, τα δώρα, τα επιδόµατα, οι συντάξεις, παρόλη τη διαδεδοµένη φιλολογία στη χώρα του λαϊκισµού, δεν ορίζονται µε διατάγµατα. ∆εν µειώνει τους µισθούς η Τρόικα. Η οικονοµία που καταρρέει τους µειώνει. Στην Ιρλανδία ο κατώτατος είναι 1.462 ευρώ. ∆εν είχε πρόβληµα εκεί η Τρόικα. Εδώ έχει.

Τα πολιτικά κόµµατα
δίνουν άλλη µια ψεύτικη µάχη εντυπώσεων, παριστάνουν τους διαπραγµατευτές, τους φίλους του λαού, για να κρύψουν τις τεράστιες ευθύνες τους για την αποτυχία. Με ψεύτικα διλήµµατα, κατασκευασµένες µάχες εναντίον των «ξένων», προσπαθούν να κρύψουν τις πραγµατικές επιλογές, να διατηρήσουν τις θέσεις τους. Έστω κι αν έτσι διακινδυνεύουν το αδιανόητο, την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Πολύ δύσκολα θα συνεχίσουν έτσι.
Η κατάρρευση του µέχρι τώρα πολιτικού σκηνικού θα επιταχυνθεί.

Edito 380 Φώτης Γεωργελές

Το 2000 δανειστήκαμε 1,5 δις ευρώ. Το 2009 χρειαστήκαμε 35 δισεκατομμύρια. Μόνο την καταστροφική διετία 2008-09, μπήκαμε μέσα 60 δις. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο ένας άνθρωπος για να καταλάβει πώς καταφέραμε να εκτροχιάσουμε μια χώρα μέσα σε λίγα χρόνια.
Από τα 36 δις έλλειμμα του 2009, τα 24 δις ήταν πρωτογενές έλλειμμα, χωρίς τους τόκους. Δεν είναι αλήθεια ότι δανειζόμαστε για να πληρώσουμε τους τοκογλύφους. Δανειζόμαστε ακόμα για να πληρώσουμε τις ανάγκες μας.
Όταν οι ανάγκες δανεισμού έγιναν υπέρογκες, σταμάτησαν να μας δανείζουν. Εύλογα, το χρέος δεν ήταν πια βιώσιμο. Μας ανέλαβαν τα κράτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο υπόλοιπος κόσμος μέσω του ΔΝΤ. Από την πρώτη στιγμή η συμφωνία ήταν γνωστή. Ανέλαβαν το χρέος κουτσά στραβά να το ρυθμίσουν. Στραβά, κυρίως. Μείωσαν τα επιτόκια, επιμήκυναν τη διάρκεια και στο τέλος διέγραψαν ένα μεγάλο μέρος. Αλλά όλα με καθυστερήσεις, διχογνωμίες, πισωγυρίσματα, που διαιώνιζαν τη νευρικότητα και υπονόμευαν την επιστροφή στην ομαλότητα. Και ανέλαβαν για ένα μικρό ακόμα διάστημα να πληρώνουν τα ελλείμματά μας για να μη βρεθεί η χώρα σε κατάσταση ξαφνικού σοκ. Το διάστημα αυτό, όπως είχε προλεχθεί, φτάνει στο τέλος του. Δεν μπορούμε να έχουμε άλλα πρωτογενή ελλείμματα γιατί κανείς δεν μας δανείζει.
Αυτό είναι το πρώτο κρυμμένο γεγονός που προκαλεί τον τελευταίο καιρό την κατάρρευση ενός πολιτικού συστήματος το οποίο στηριζόταν μόνο στη διανομή πλούτου μέσω πελατειακών σχέσεων με τους κομματικούς του πελάτες. Μέχρι τώρα έκρυβαν ότι η πραγματικότητα επιβάλλει τις μειώσεις. Δεν μπορούσαν να το πουν και τα έριχναν στους «ξένους». Από δω και πέρα θα γίνεται όλο και πιο καθαρό ότι το θέμα είναι «ποιες μειώσεις». Είναι η πολιτική επιλογή. Αυτό είναι το δεύτερο κρυμμένο γεγονός που το πελατειακό σύστημα προσπαθεί να αποκρύψει. Ότι αυτά τα 2,5 χρόνια διεξάγεται ένας κανονικός κοινωνικός πόλεμος. Ότι το σύστημα εξουσίας προσπαθεί να μεταφέρει τα βάρη της χρεοκοπίας στους ίδιους που τα πλήρωναν και πριν απ’ αυτήν. Και για να το επιτύχει αυτό εφηύρε τον «εξωτερικό εχθρό», τους ξένους που μας «επιβάλλουν». Τα κόμματα εξουσίας «αντιστέκονται» στις τρόικες και η Αριστερά, η εναλλακτική εκδοχή του πελατειακού κράτους, υπερθεματίζει και ζητάει ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση, έτσι ώστε να μη θιγεί καμία δομή απ’ αυτές που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία.
Ο Λουκάς Παπαδήμος στη Βουλή είπε ότι αυτά τα δύο χρόνια επιτύχαμε ένα θαύμα, μειώσαμε τα δικά μας ελλείμματα από 24 δις σε 5,2. Αυτό είναι και το μόνο ελπιδοφόρο γεγονός αυτής της οδυνηρής περιόδου. Είναι όμως η μισή αλήθεια. Γιατί αυτό που έπρεπε να κάνουμε για να μειωθούν τα ελλείμματα ήταν η μείωση της σπατάλης και της λεηλασίας στο δημόσιο τομέα αφενός και οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα έβαζαν την οικονομία σε μια πιο υγιή επανεκκίνηση αφετέρου. Και στους δυο τομείς, το σύστημα εξουσίας αντιστάθηκε λυσσασμένα για να μη χάσει τα προνόμιά του. Η φούσκα υπερίσχυσε των μεταρρυθμίσεων. Οι μειώσεις του ελλείμματος επετεύχθησαν με εισπρακτικά μέτρα, με φορολογία, μειώσεις μισθών και συντάξεων. Πράγμα που βαθαίνει την ύφεση και αυξάνει τη διάρκειά της. Μπαίνουμε στον 5ο χρόνο ύφεσης όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί το πελατειακό κράτος αντιστέκεται λυσσαλέα στην προοπτική να χάσει τα προνόμιά του. Γι’ αυτό και οι αντιστάσεις στα μέτρα πάντα έχουν μια ορισμένη στόχευση: Όχι άλλου είδους μέτρα, όχι άλλη πολιτική, αλλά καταψήφιση του μνημονίου, αποσύνδεση από την Ευρώπη, βαλκανιοποίηση. Χρεοκοπία, αρκεί να μη θιγεί το σύστημα εξουσίας.
Στην πρόσφατη ψήφιση στη Βουλή της νέας δανειακής σύμβασης, που σημειωτέον μειώνει το χρέος αντί να το αυξάνει, υπουργοί παραιτήθηκαν, βουλευτές παραιτήθηκαν, κόμματα ψήφισαν όχι. Γιατί αυτοί οι καλοί άνθρωποι δεν παραιτήθηκαν όταν από τα περσινά βεβαιωμένα πρόστιμα της εφορίας εισέπραξαν μόνο το 1/100; Γιατί δεν παραιτήθηκαν όταν έκαναν 2,5 χρόνια να βρουν ότι 63.500 συντάξεις εισπράττονται από νεκρούς; Γιατί δεν παραιτήθηκαν όταν δεν έκλειναν κανέναν από τους χιλιάδες άχρηστους οργανισμούς; Γιατί τα 70 ακίνητα που πριν λίγα χρόνια θα χάριζαν στις κυπριακές off shore της μονής Βατοπεδίου, δεν τα πούλαγαν τώρα για να μην κόψουν τις επικουρικές; Γιατί έκαναν κινήματα «δεν πληρώνω» αντί να κάνουν κινήματα διαμαρτυρίας απέναντι σ’ αυτούς που δεν πληρώνουν; Γιατί δεν παραιτούνταν όταν δεν προχωρούσε η ηλεκτρονική συνταγογράφηση; Γιατί δεν ζητούσαν να κλείσουν τα 260 άχρηστα στρατόπεδα στο εσωτερικό της χώρας; Γιατί εμποδίζουν τις εξετάσεις για την πρόσληψη των 1.000 ελεγκτών εφοριακών υποθέσεων;
Γιατί κανείς δεν θέλει να κάνει καμία αλλαγή που θίγει το χρεοκοπημένο σύστημα. Κανείς δεν θέλει να πει τίποτα δυσάρεστο, κρύβονται πίσω από ανεργίες και μειώσεις μισθών για να μην πουν ότι δεν θέλουν να κάνουν τίποτα. Ποιος μας εμπόδισε να κάνουμε επιλογές; Είναι κανένας Έλληνας που δεν ξέρει για τη λεηλασία και τη σπατάλη στο κράτος; Γιατί δεν μείωσαν τα ελλείμματα αλλιώς; Αν δεν χρειάζεσαι δανεικά για να ζήσεις, ποιος μπορεί να σου επιβάλλει τι να κάνεις;
Πίσω από τον «αντιμνημονιακό αγώνα» κρύβεται η υπεράσπιση της ακινησίας. Έχουμε πολλές επιλογές, μόνο που κάνουμε τις λάθος. Η πρόσφατη εμπλοκή στα τελευταία 600 εκ. που έλειπαν, έδωσε μια εικόνα. Είναι καλό να κοιτάς τους αριθμούς, λένε αλήθειες πολύ αποκαλυπτικές. 45 εκ. είναι το όφελος από τις μειώσεις των κύριων συντάξεων. Λίγο περισσότερα από όσα εξοικονομούνται από την κατάργηση μιας θέσης αντιδημάρχου από τις πολλές, δηλαδή 550 αντιδήμαρχοι σ’ όλη την Ελλάδα. Οι περικοπές στις «εκλογικές και καταναλωτικές δαπάνες» εξοικονομούν 5 φορές όσο το κόψιμο των συντάξεων. 23 εκατομμύρια είναι το εκλογικό επίδομα μόνο στο Υπουργείο Εσωτερικών, σύνολο 97.000 Δ.Υ. παίρνουν εκλογικό επίδομα. Περιθώρια υπάρχουν, το θέμα είναι τι κόβεις. Την ίδια μέρα, σε μια εφημερίδα, διαβάζω τα παρακάτω νούμερα: 51,5 εκ. η υπεξαίρεση στον Δήμο Θεσσαλονίκης, 60 εκ. η απάτη με το ΦΠΑ στην Β. Ελλάδα, 3 εκ. υπερτιμολογήσεις στο νοσοκομείο Έδεσσας, πάνω από 70 εκ. οι ζημιές από το κάψιμο της Αθήνας την προηγούμενη Κυριακή…
Το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο είναι το λάθος δίλημμα, είναι πλαστό, παραπλανητικό, επικίνδυνο. Χωρίζει τους πολίτες σε ψεύτικα στρατόπεδα: Θα αρνηθούμε το μνημόνιο με αποτέλεσμα τη βαλκανιοποίηση της Ελλάδας ή θα αποδεχτούμε μια μίζερη προσαρμογή, αδιέξοδων συνεχών εισπρακτικών μέτρων;
Το πραγματικό δίλημμα όμως είναι, αλλάζουμε την Ελλάδα ή προσπαθούμε να διασώσουμε το χρεοκοπημένο σύστημα;