Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΝΩΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΝΩΜΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

«Ψιλές» και «χοντρές»




Ο ευκαιριακός λαϊκισμός μάλλον δεν ταιριάζει στη δημόσια «περσόνα» που επιλέγει να επιδεικνύει ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαπρέπει πολύ περισσότερο στη τέχνη της αντικομφορμιστικής ατάκας και της «παρά προσδοκίαν» λακωνικότητας.  Δυσκολεύομαι, πάντως, να ταξινομήσω τη δήλωση που έκανε τις προάλλες, μετά το επεισόδιο σε βάρος του γερμανού προξένου στη συμπρωτεύουσα. Τα διαδραματισθέντα, είπε, ήταν «αναμενόμενα και δικαιολογημένα». Αν το «δικαιολογημένα» δικαιολογεί, εκτός από τη διαμαρτυρία, και τα καταγεγραμμένα καθέκαστά της (όπου ο πρόξενος έμοιαζε  με «πουλημένο» διαιτητή που αντιμετώπιζε χειροπιαστές «ενστάσεις» από τους αδικημένους μετά τη λήξη του ντέρμπι, και όπου ένας μόλις αξιωματικός της αστυνομίας πάσχιζε να κρατήσει τον κ. Λιντς μακριά από τον κ. Ομπερμάιερ), τότε υπάρχει σοβαρό ζήτημα.
Και πρώτα πρώτα, αφού το φιτίλι δεν το άναψε ο πρόξενος αλλά ένας άλλος συμπατριώτης του (που δήλωσε ότι στο αγώνισμα της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως περίπου και στο ποδόσφαιρο, χάνουμε από τους Γερμανούς με 3-1), ο πρόξενος τιμωρήθηκε εναλλακτικά και, κυρίως, ως η πρώτη διαθέσιμη συμβολική ενσάρκωση της συλλογικής γερμανικής ενοχής. Κάποιοι  θα αντιδράσουν με ιερή αγανάκτηση, αλλά αν είμαστε ειλικρινείς πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η «λογική» δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνην που δίνει το δικαίωμα στον ισλαμικό όχλο κάποιας Ινδονησίας να κατασπαράξει τον πρώτο χριστιανό που θα συναντήσει μετά τη γελοιογράφηση του Προφήτη σε δυτικό έντυπο. Και για να γίνουμε πιο επίκαιροι, είναι η ίδια λογική η οποία, στα μάτια του Χρυσαυγίτη, μεγεθύνει τον πρώτο τυχόντα Πακιστανό του Αγίου Παντελεήμονα ως την  επιτομή του μολυσματικού Κακού που απειλεί τα άχραντα και άμωμα του ελληνικού αίματος. Και ο δήμαρχος, σημειωτέον, είναι από τους πιο εμφατικούς εκπροσώπους της άποψης ότι η Χρυσή Αυγή πρέπει να τεθεί εκτός νόμου.
Αλλά στον βαθύ ορίζοντα αυτού του «δικαιολογημένα» διαγράφεται η αντίληψη ότι η οικονομική κρίση θα μπορούσε να δικαιολογήσει, οιονεί εκτάκτως, εκδοχές βίας εναντίον όλων αυτών, ντόπιων και ξένων, που διά πράξεως ή παραλείψεως, θεωρούνται υπεύθυνοι για την πρόκληση και τη συντήρησή της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέκαθεν ελαστικός με τις «κόκκινες γραμμές» του καταστατικού ακτιβισμού του, έχει ραφινάρει την τεχνική της εγγαστρίμυθης δεκτικότητας απέναντι στους ρέκτες της φυσικής παρεκτροπής και επιμένει να νεύει, περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά, προς την ίδια κατεύθυνση και μετά τα εκλογικά ποσοστά που τον έκαναν αξιωματική αντιπολίτευση. Στην ίδια κατεύθυνση, «εμπνευσμένες» παρεμβάσεις τύπου Παναγούλη, από το ίδιο το βήμα του Κοινοβουλίου, μιλούν για  «λιντσάρισμα» όχι για να το εξορκίσουν αλλά μάλλον για να κάνουν πιο δραστική την αυτοεκπληρούμενη προφητεία που έχουν κατά νου. Και πάλι στην ίδια κατεύθυνση, όλο και περισσότεροι μαθαίνουν να αναμηρυκάζουν την πανούργα εκείνη εξίσωση που αθωώνει την ωμή και ακατέργαστη βία ως καθ' όλα νόμιμη άμυνα απέναντι στη βία και την ασέλγεια των μνημονιακών πολιτικών.
Ναι, η οικονομική κρίση με τα παρεπόμενά της είναι μαμή βίας. Αλλά την απάντηση στο πρόβλημα, στο μέτρο που υπάρχει απάντηση, δεν θα αρχίσουμε καν να την υποπτευόμαστε αν δεν κάνουμε τον κόπο να ξεχωρίσουμε την όξυνση των φαινομένων λόγω της οικονομικής συγκυρίας από κακοδαιμονίες και παθολογίες της κοινωνίας μας που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν τη διαδρομή τους ανεξάρτητα και ερήμην της κρίσης. Και για να το πούμε αλλιώς: η καθολική δικαιολόγηση της βίας λόγω εκτάκτων συνθηκών είναι υποκριτική. Γιατί το πρόβλημα (απλό αλλά μόνο σποραδικά ομολογημένο), και ιδιαίτερα όσο ζούσαμε το «προοδευτικό» ψεύτισμα της Μεταπολίτευσης, ρίζωσε και εξελίχθηκε ανάμεσα σε ασκήσεις ευφημισμού και ψευδωνυμίας. Το κανακέψαμε ως «επετειακή πορεία», το παραφράσαμε ως «κατάληψη», το δοξολογήσαμε, και ύστερα το αφήσαμε να κακοφορμίσει, ως «πανεπιστημιακό άσυλο».
Ως έλληνας πολίτης τρομάζω όταν συνειδητοποιώ ότι οι «μελανοχίτωνες» και οι «κεκαρμένοι» του φυλετικού ιδεασμού δεν είναι φιγούρες ιστορικού αρχείου αλλά συγκαιρινές ζωντανές πραγματικότητες που μπορεί να επωάζουν την αφροσύνη τους πίσω από τη διπλανή πόρτα· αλλά ομολογώ ότι το βρίσκω δύσκολο να συμμετάσχω στη χορωδία της έκπληξης και του αποτροπιασμού όταν ο Κασιδιάρης ευαγγελίζεται «κάτι ψιλές» ως μέσο ιδεολογικού φρονηματισμού, όχι μόνο επειδή η συγκεκριμένη έκπληξη δεν είναι και τόσο αυθεντική, όχι μόνο επειδή προϋποθέτει μια διάκριση καλής και κακής βίας αλλά και επειδή ξέρω ότι τη στιγμή που η ακροδεξιά (χειρ) του Κασιδιάρη μελετά «ψιλές», στη Νομική του ΑΠΘ και σε άλλα «καυτά» σημεία της Αριστοτέλειας Χωματερής (αλλά και οπουδήποτε κάποιοι πιστεύουν ότι η γροθιά δεν είναι μόνο για να υψώνεται αλλά και για να χρησιμοποιείται) ασκείται ακόμη, όπως χρόνια και ζαμάνια προ μνημονίου συνέβαινε, ανάλογη χειροπρακτική, και μάλιστα στο πιο «χοντρό»» της.
Η ταπεινή άποψη της επιφυλλίδας είναι ότι, αν δεν πρόκειται για καιρούς όπου η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με εγγόνια, η φυσική βία, ακόμη και όταν είναι αναμενόμενη, δεν πρέπει να είναι δικαιολογημένη. Αλλά, βέβαια, ο καλύτερος τρόπος για να πειστεί κανείς περί αυτού είναι να γίνει ο παραλήπτης της. Υποθέτω ότι συμφωνεί ο κ. δήμαρχος, αλλά είμαι σίγουρος ότι συμφωνεί η κυρία Λιάνα Κανέλλη.

O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Σεισμολόγοι και μηχανικοί: δύο οπτικές της κρίσης

Σεισμολόγοι και μηχανικοί: δύο οπτικές της κρίσης

21 Νοεμβρίου, 2011 // Συγγρ: // 4 Σχόλια
Του ΑΡΙΣΤΟΥ ΔΟΞΙΑΔΗ*
 Οι εθνικές οικονομίες είναι σαν τα κτίρια που χτυπά ο σεισμός. Όσα έχουν θεμελιωθεί και κτιστεί σωστά, μπορεί να πάθουν ζημιές αλλά δεν καταρρέουν. Όσα χτίστηκαν νύχτα και με ψεύτικα δοκάρια θα πέσουν

Πόσο είναι παγκόσμια και πόσο ελληνική τούτη η κρίση που βιώνουμε; Είναι παγκόσμια, γιατί οφείλεται στις φούσκες που δημιούργησε ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός, λένε πολλοί. Είναι ειδικότερα ευρωπαϊκή, γιατί οφείλεται στους ελλατωματικόυς θεσμούς της ευρωζώνης, συμπληρώνουν κάποιοι. Είναι όμως και ελληνική, γιατί εμείς είχαμε πολυ πιο θεμελιακά προβλήματα από τις άλλες δυτικές οικονομίες, σημείωνουν μερικοί.
Είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια οικονομία έγινε πολύ πιο ασταθής τις τελευταίες δεκαετίες, επειδή αναπτύχθηκε μια αγορά κεφαλαίων σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από την «πραγματική» οικονομική δραστηριότητα που υποτίθεται ότι χρηματοδοτούσε. Αλλά η αστάθεια της κεφαλαιαγοράς δεν έπληξε με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση όλες τις χώρες. Η παγκόσμια οικονομία είναι όπως μια ήπειρος που δονείται κατά καιρούς από σεισμούς. Οι εθνικές οικονομίες είναι σαν τα κτίρια που χτυπά ο σεισμός. Όσα έχουν θεμελιωθεί και κτιστεί σωστά, μπορεί να πάθουν ζημιές αλλά δεν καταρρέουν. Όσα χτίστηκαν νύχτα και με ψεύτικα δοκάρια θα πέσουν.
Σκέφτομαι τις διαφορετικές αντιδράσεις των οικονομολόγων στην κρίση, αλλά και των πολιτών γενικά. Στο ένα άκρο είναι οι σεισμολόγοι: αναλύουν διεξοδικά τη δυναμική των διεθνών αγορών, και καταλήγουν ότι χρειάζονται πολύ μεγάλες αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο, ή έστω σε ευρωπαϊκο, για να πάψει η αστάθεια, ώστε να είναι ασφαλείς οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από απότομες μεταβολές στην προσφορά κεφαλαίων ή στη ζήτηση προϊόντων. Από την άλλη οι πολιτικοί μηχανικοί: ξέρουν οτι πάντα θα υπάρχει κίνδυνος σεισμού και ασχολούνται με το τοπικό πρόβλημα, δηλαδή με την ποιότητα κατασκευής του κάθε κτιρίου. Και οι οικονομολόγοι που εξηγούν ότι οι οικονομίες που διατηρούν ορισμένες ισορροπίες είναι λιγότερο επιρρεπείς στις κρίσεις, και αναπτύσσονται καλύτερα μακροπρόθεσμα.
Ποιοί είναι πιο χρήσιμοι; Μερικοί σεισμολόγοι είναι χρήσιμοι, για να προειδοποιούν για το μέγεθος των κινδύνων. Και επειδη, σε αντίθεση με τη δομή της γης, η δομή της παγκόσμιας οικονομίας μπορεί να τροποποιηθεί με πολιτικές διαδικασίες, οι σεισμολόγοι-οικονομολόγοι είναι απαραίτητοι για να προτείνουν τις ρυθμίσεις εκείνες που θα ελαχιστοποιήσουν την αστάθεια. Είναι όμως πραγματικά χρήσιμοι μόνο εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις, δηλαδή στο διακρατικό και διεθνές επίπεδο. Στα καφενεια της επικράτειας, καρεκλάτα, έντυπα ή ηλεκτρονικά, λίγα μπορούν να προσφέρουν, πέρα από μια γενική εικόνα στον πολίτη για αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο.
Οι μηχανικοί όμως είναι χρήσιμοι σε κάθε τόπο, γιατί εξηγούν στον πολίτη τι πρέπει να κάνει για να μην καταστρέφεται το βιός του από τους σεισμούς, και τι να απαιτήσει από τους πολιτικούς σε προδιαγραφές δόμησης. Μεχρί οι σεισμολόγοι να βρουν τον τροπο να εξαλείψουν τους σεισμούς, η χώρα χρειάζεται πολυ περισσότερο τους μηχανικούς. Μέχρι να αλλάξει η ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, οι οικονομολόγοι που αρθρογραφούν περι αυτής μπορεί να προσφέρουν ενδιαφέρον θέαμα στα καφενεία, αλλά ελάχιστα βοηθάνε στη ζωή μας. Ενώ αυτοί που προτείνουν μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, και εξηγούν πως μπορούν να δημιουργηθούν νέες πιο σταθερές δουλειές μεσοπρόθεσμα, προσφέρουν πραγματική βοήθεια.
Κι όμως, ο δημόσιος διάλογος για την κρίση αναλώνεται πολύ περισσότερο σε σεισμολογία παρά σε μηχανική. Η σεισμολογία αρέσει, γιατι δεν προτρέπει τον θεατή να κάνει κάτι. Του προσφέρει μια προνομιακή θέση σε ταινία καταστροφής, που έχει και ήρωες που ίσως στο τέλος αποτρέψουν το κακό. Η μηχανική όμως είναι πρακτικό εγχειρίδιο. Δεν έχει καμία αξία αν δε σηκωθείς από την πολυθρόνα να εφαρμόσεις τα διδάγματα. Με την μία ξορκίζεις το κακό, με την άλλη το προλαβαίνεις. Χρειζόμαστε να ακούμε περισσότερο τους μηχανικούς.
* Ο Αρίστος Δοξιάδης είναι ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.

Κράτος για φτύσιμο!

22 Νοεμβρίου, 2011 // Συγγρ: // Κανένα Σχόλιο
Του ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Κ. ΤΣΟΥΚΑ*
Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ούτε τα Μνημόνια, ούτε η κρίση του ευρώ, ούτε καν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί της. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο: η μη κυβερνησιμότητα της χώρας

Πόσο δύσκολο είναι να πάρεις αυτό το κράτος στα σοβαρά! Λεφτά δεν έχει αλλά αφήνει πάνω από μισό εκατομμύριο εκκαθαριστικά ανεξέλεγκτα, ενώ ακόμη δεν έχει εισπράξει τους φόρους ακίνητης περιουσίας για το 2009, το 2010 και το 2011! Ανακοινώνει μέτρα, αλλά τα εφαρμόζει λάθος. Επιβάλλει τέλη, αλλά κάνει εξαιρέσεις την τελευταία στιγμή. Λέει και ξελέει. Η αναξιοπιστία που χαρακτηρίζει τη χώρα στο εξωτερικό έχει ρίζες στη βαθιά αναξιοπιστία που διακρίνει τη συμπεριφορά του ελλαδικού κράτους στο εσωτερικό. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά – η χώρα είναι μία!
Η περίπτωση του τέλους ακινήτων είναι χαρακτηριστική. Ας αφήσουμε προς στιγμήν έξω από τη συζήτηση πόσο βλαπτικό είναι ένα τέτοιο τέλος για μια οικονομία που βρίσκεται για τρίτη συνεχή χρονιά σε ύφεση. Ας μη σχολιάσουμε την ανορθόδοξο μέθοδο ένας κοινωφελής ημικρατικός οργανισμός να εισπράττει τέλη ακινήτων για λογαριασμό του κράτους. Έστω κι έτσι, δεν μπορεί να υπάρξει λίγη σοβαρότητα στην υλοποίηση; Άνθρωποι που έχουν εξαιρεθεί από την καταβολή του τέλους καλούνται να το πληρώσουν πρώτα, και να απαιτήσουν την επιστροφή του αργότερα! Η ΔΕΗ έχει κάνει πληθώρα λαθών στον υπολογισμό του τέλους, βασιζόμενη σε στοιχεία που της έχουν δώσει οι δήμοι. Οι εφορίες δεν μπορούν, λένε, να κάνουν τίποτε και παραπέμπουν τους πολίτες στους δήμους, οι οποίοι με τη σειρά τους τους στέλνουν στις εφορίες και τη ΔΕΗ! Και η ΔΕΗ ανακοινώνει ότι, μετά από αίτημα του υπουργείου Οικονομικών, δεν θα διακόπτει την παροχή ηλεκτροδότησης σε όσους δεν πληρώσουν το τέλος ακινήτων!
Γιατί τότε να πληρώσουμε το τέλος ακινήτων, αφού δεν θα υπάρχουν κυρώσεις; Δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εκφυλισθεί το μέτρο; Κι αν το μέτρο είναι τόσο σημαντικό για την αύξηση των δημόσιων εσόδων, δεν θάπρεπε αξιόπιστα να επιδιωχθεί η είσπραξη του τέλους; Κι όσοι πλήρωσαν το τέλος δεν αδικούνται έναντι αυτών που δεν θα το πληρώσουν, δίχως κυρώσεις;
Βλέπετε τη μεγάλη εικόνα; Ένα κωμικής αναποτελεσματικότητας κράτος που δεν μπορεί να εισπράξει ούτε φόρους και τέλη, ούτε να μαζέψει σκουπίδια, ούτε να επιβάλλει το νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος! Αυτό το κράτος τυραννά τους πολίτες με κάθε τρόπο: τους στέλνει στις ουρές των ταμείων του να σπαταλούν χρόνο για σφάλματα δικά του, ζητά διαρκώς από τους συνεπείς να πληρώνουν για τα σπασμένα των ασυνεπών, αναιρεί τον εαυτό του κάθε φορά που αυξάνεται το πολιτικό κόστος, αδυνατεί να επιβάλλει τη νόμιμη εξουσία του, υποκείμενο στους εκβιασμούς του κάθε Φωτόπουλου, του κάθε Μπαλασόπουλου, του κάθε Κορτσίδη, του κάθε ιδιοτελούς επιχειρηματία.
Είναι ένα κράτος που όχι μόνο συμπεριφέρεται σατραπικά αλλά πάσχει από σύμπλεγμα κατωτερότητας: γνωρίζει την ανικανότητά του, ξέρει ότι του λείπει η πρώτη ύλη της διακυβέρνησης (οι αξιόπιστες πληροφορίες), δεν πιστεύει στην επιβολή της νόμιμης εξουσίας του, και, πανικόβλητο μπροστά στα δύσκολα, ενεργεί σπασμωδικά, δίχως στρατηγική, χωρίς ικανότητα υλοποίησης των αποφάσεών του. Προσποιείται ότι κυβερνά εκδίδοντας φετβάδες, ενώ κλείνει το μάτι σε οποιοδήποτε οργανωμένο συμφέρον ανεβάζει το πολιτικό κόστος. Είναι ένα κράτος για φτύσιμο, σε μια κοινωνία-χυλό που η κύρια μέριμνά της μέχρι τώρα ήταν να βολευτεί με τη μικροαπάτη, το μικροσρουσφετάκι, και τη μικροαυθαιρεσία.
Σε μια κοινωνία ηγεμονικών μικροσυμφερόντων, δεν πρέπει να εκπλήσσει που κυριαρχούν οι «συναλλασσόμενοι» πολιτικάντηδες, οι βλαχοδήμαρχοι, και οι κρατικοδίαιτοι συνδικαληστές. Ούτε πρέπει να εκπλήσσει που το κράτος αδυνατεί να χαράξει μια πολιτική και να εμμείνει σε αυτή. Ένα κράτος που είναι για φτύσιμο, δεν λειτουργεί ως αυθύπαρκτη οντότητα, άγεται και φέρεται από ομάδες πίεσης.
Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ούτε τα Μνημόνια, ούτε η κρίση του ευρώ, ούτε καν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί της. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο: η μη κυβερνησιμότητα της χώρας. Η αδυναμία της κοινωνίας να συσταθεί ως κοινωνία, ως κάτι δηλαδή πέρα και πάνω από κερματισμένα συμφέροντα και η αδυναμία του κράτους να εκφράσει και να καθοδηγήσει αυτή την κοινωνία. Δεν ξέρω πως η χώρα μπορεί να καταστεί κυβερνήσιμη, ξέρω όμως με σιγουριά πως όσο το κράτος μας είναι για φτύσιμο, τόσο περισσότερο θα απαξιώνεται και τόσο περισσότερο θα ηγεμονεύουν τα οργανωμένα συμφέροντα, επιτείνοντας έτσι τον κερματισμό της κοινωνίας και εντείνοντας την μη κυβερνησιμότητα. Ο κύκλος είναι φαύλος – γι αυτό και η χώρα, σταθερά και βαθμιαία, καταστρέφεται.
* Ο κ.Χαρίδημος Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick. Είναι ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Η μετανάστευση και η αριστερά

άρθρο του ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο ντ' Εραμο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Micromega».

Για την αριστερά η μετανάστευση φαίνεται να μην αποτελεί πρόβλημα. Την θεωρεί μιαν αναπόφευκτη διαδικασία που θα βρει από μόνη της τη λύση της. Και σκέφτεται ότι όποιος αναρωτιέται για τη μετανάστευση και τις επιπτώσεις της είναι γι' αυτό το λόγο ρατσιστής.

Το θέμα όμως είναι αρκετά πιο αμφίσημο απ' όσο φαίνεται από πρώτη άποψη. Και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι θεμελιωτές του εργατικού κινήματος. Αυτοί γνώριζαν πολύ καλά ότι είναι τα αφεντικά, οι καπιταλιστές, εκείνοι που πιέζουν υπέρ της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Για τους καπιταλιστές οι μετανάστες αποτελούν τον τέλειο «εφεδρικό βιομηχανικό στρατό», το ιδεώδες εργαλείο για να περιορίζουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων και να μειώνουν τους μισθούς τους.

Το 1891, η κόρη του Καρλ Μαρξ Ελεονώρα έγραφε στον αμερικανό συνδικαλιστή Σάμουελ Κόμπερς: «Το πιο άμεσο ζήτημα είναι να εμποδίσουμε την εισαγωγή παράνομης εργασίας από τη μια χώρα στην άλλη, δηλαδή εργαζόμενοι οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις συνθήκες της ταξικής πάλης σε μιαν ορισμένη χώρα να εισαχθούν από τους καπιταλιστές σε αυτή τη χώρα, για να μειώσουν τους μισθούς ή να επιμηκύνουν τους χρόνους εργασίας ή και για τα δύο».

Η ολική απορρύθμιση της μετανάστευσης αντιπροσωπεύει μιαν αληθινή πανάκεια για το μεγάλο κεφάλαιο. Από οικονομική και κοινωνική άποψη συμπιέζει μισθούς και διεκδικήσεις και αποδυναμώνει το μέτωπο των εργαζομένων.

Ενώ από πολιτική άποψη παροξύνει τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων (τους περίφημους «πολέμους στους κόλπους του λαού») για πολύτιμους πόρους, όπως κατοικίες, σχολεία για τα παιδιά, κρεβάτια στα νοσοκομεία, στρέφοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια προς τη δεξιά και μετατρέποντας σε υστερία την αγωνία για ασφάλεια.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αντίδραση της αριστεράς είναι εκείνη που ο Καρλ Μαρξ μισούσε περισσότερο, δηλαδή είναι η αντίδραση των «ευγενικών ψυχών», για τις οποίες είναι βλάσφημο και το να θέτει κανείς το ζήτημα.

Ιδού όμως το παράδοξο, μια απορία που η ίδια η αριστερά κρύβει ντροπαλά κάτω από το χαλί της: εμείς είμαστε ενάντια στο laissez-faire σε όλα τα πεδία, παλεύουμε ενάντια στην απορρύθμιση σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, αλλά σε ένα σημείο τρέφουμε μιαν απόλυτη και φανατική πίστη στο laissez-faire και αυτό είναι η μετανάστευση. Νομίζουμε ότι γι' αυτό το θέμα το μοναδικό πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να μην κάνουμε τίποτα.

Ετσι παρακολουθούμε μια διπλή ανωμαλία: η δεξιά είναι υπέρ της ελεύθερης κυκλοφορίας των πάντων, πλην των ανθρώπινων υπάρξεων. Η αριστερά είναι υπέρ του προγραμματισμού των πάντων, αλλά όχι της ανθρώπινης γεωγραφίας μας. Εμείς θεωρούμε ότι η πολιτική μπορεί να κυβερνάει όλα τα πεδία της κοινωνίας, από την εκπαίδευση ώς την υγεία, αλλά θεωρούμε προσβλητικό να κυβερνάει τη μετανάστευση.

Αντιλαμβάνομαι ότι το να διεισδύσουμε σε αυτή την περιοχή είναι αρκετά ριψοκίνδυνο, εξαιτίας της πιθανής διολίσθησης στην ξενοφοβία, εξαιτίας του «ανθρωπολογικού προστατευτισμού» στον οποίο κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε. Αλλά το να μην αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα είναι αρκετά πιο επικίνδυνο, σχεδόν αυτοκτονικό. Η μεταναστατευτική αναρχία καταλήγει πράγματι στη χειρότερη δυνατή κατάσταση, εκείνη στην οποία διαιωνίζεται ο φαύλος κύκλος παρανομία/καταπίεση και στην οποία το κράτος που φιλοξενεί μετανάστες δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει κατοικίες, υποδομές, υπηρεσίες, σχολεία, νοσοκομεία, για να καταστήσει δηλαδή δυνατή την ενσωμάτωση (όχι την αφομοίωση, που είναι διαφορετικό πράγμα) των μεταναστών.

Σε αυτή την κατάσταση, το εκλογικό σώμα έχει μπροστά του δυο παρατάξεις: η μια που δίνει στο πρόβλημα μια βάρβαρη και επιπλέον υποκριτική απάντηση, δεδομένου ότι καμία κοινωνία, όσο πλούσια και αν είναι, δεν μπορεί να κάνει χωρίς μετανάστες· η άλλη παράταξη, η οποία αντίθετα αρνείται την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος ταλαντευόμενη πάντοτε ανάμεσα σε δύο άκρα.

Το ένα, διαδεδομένο κυρίως στη λεγόμενη «ριζοσπαστική» αριστερά, είναι το χωρίς διάκριση χαρωπό άνοιγμα, που παρουσιάζεται ως «φιλοξενία» (ακριβώς όπως ο ριγκανισμός έβλεπε το κλείσιμο των ψυχιατρείων ως απλό πέταγμα των ψυχικά ασθενών στο δρόμο). Το άλλο, που κυριαρχεί στη «μετριοπαθή» αριστερά, είναι ένας αδύναμος μιμητισμός, ο οποίος ακολουθεί από κοντά την ξενόφοβη δεξιά, αλλά το κάνει πιο φιλεύσπλαχνα: «παρακαλώ, όχι με τόσο βάρβαρο τρόπο, με λιγότερη σκληρότητα, αν έχετε την καλοσύνη».

Κανείς όμως δεν προτείνει μια πολιτική για τη μετανάστευση. Δηλαδή ένα όραμα του μέλλοντος (τι τύπο κοινωνίας θέλουμε), ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων, νόμων, συμπεριφορών, εκστρατειών για τον προσανατολισμό και την αποδέσμευση της κοινής γνώμης από τη ρατσιστική επιρροή, για να κάνουμε έτσι ώστε οι μετανάστες να μην θεωρούνται μόνο ως κακότυχοι ταλαίπωροι που πρέπει να τους εκμεταλλευόμαστε -δηλαδή «εφεδρικός βιομηχανικός στρατός», που διατηρεί το προλεταριάτο «μέσα στα όρια που ταιριάζουν απόλυτα με τη λαχτάρα για εκμετάλλευση και τη μανία για κυριαρχία του κεφαλαίου» (Μαρξ)- ούτε ως διαφορετικοί από μας, που πρέπει μόνο να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.

Και, όπως κάθε επένδυση, ως κάτι που πρέπει να προγραμματίσουμε, να αξιολογήσουμε, να σχεδιάσουμε. Με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να προσκαλούμε σε γεύμα ανοίγοντας απλώς την πόρτα του σπιτιού μας. Αλλά δεν μπορούμε ούτε και να προσφέρουμε ένα καλό φαγητό, αν δεν έχουμε τουλάχιστον μια ιδέα για τον αριθμό των συνδαιτυμόνων (...).*

επιμέλεια: Θ. ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29/11/2009

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Παγκόσμια εκστρατεία νόμου και τάξης...


Κοινωνική πρόνοια και ποινική Δικαιοσύνη είναι οι δύο αιχμές μιας επίθεσης για τον έλεγχο των φτωχών και την υποταγή τους στις επιλογές που λειτουργούν εις βάρος τους, σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο, Loic Wacquant.
Ειδικευμένος στην αστική κοινωνιολογία, την αστική φτώχεια, τις φυλετικές ανισότητες και την εθνογραφία, ο καθηγήτης Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια και συγγραφέας πολλών συγγραμμάτων, με τελευταίο το «Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της κοινωνικής ανασφάλειας», μιλά στην «Ε» για μέσα και τεχνικές κοινωνικού ελέγχου.

Στο τελευταίο σας βιβλίο γράφετε ότι η κρατική κινητοποίηση για την επιβολή του νόμου και της τάξης εκτοξεύθηκε τα τελευταία 25 χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και τώρα εξαπλώνεται με φρενήρεις ρυθμούς στην Ευρώπη. Ποιες συνθήκες οδήγησαν στην εμφάνιση αυτή της τάσης στις ΗΠΑ και γιατί η Ευρώπη γνωρίζει τώρα το ίδιο φαινόμενο;

«Κατά τις τρεις δεκαετίες μετά την κορύφωση του κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν το ρόλο του ηγέτη στην προοδευτική δικαιοσύνη, που θα έδειχνε στην ανθρωπότητα το δρόμο για "μια κοινωνία χωρίς φυλακή", και αναδείχθηκαν σε απόστολο της "μηδενικής ανοχής" στην αστυνόμευση, σε εμπνευστή της λογικής "Στις τρεις φορές καίγεσαι" και σε παγκόσμιο πρωταθλητή της φυλάκισης. Γιατί; Η συμβατική απάντηση είναι ότι αυτή η εκπληκτική εξάπλωση τις τιμωρίας ωθήθηκε από την αύξηση της εγκληματικότητας. Αντιθέτως όμως, στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου η εγκληματικότητα σε πρώτη φάση σταθεροποιήθηκε και εν συνεχεία μειώθηκε. Σκεφτείτε αυτή την απλή στατιστική: οι ΗΠΑ είχαν το 1975 21 κρατουμένους για κάθε 10.000 "καταχωρισμένα εγκλήματα". Τριάντα χρόνια αργότερα είχαν 125 κρατουμένους για κάθε 10.000 εγκλήματα. Αυτό σημαίνει ότι, επί σταθερού αριθμού εγκλημάτων, το αμερικανικό κράτος επέβαλλε εξαπλάσιες ποινές.

»Για να εξηγήσουμε αυτή την απότομη άνοδο, πρέπει να βγούμε από το περιοριστικό πλαίσιο "έγκλημα και τιμωρία" και να δώσουμε έμφαση στις έξω-ποινικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών. Ανακαλύπτουμε λοιπόν ότι, υπό το φως των ταραχών στα γκέτο στη δεκαετία του '60, η αστυνομία και οι φυλακές χρησιμοποιήθηκαν για να συγκρατηθεί η αστική αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την οικονομική απορρύθμιση και να επιβληθεί η πειθαρχία της ανασφαλούς απασχόλησης στη βάση της ταξικής δομής. Αυτή η στροφή της ποινικής πολιτικής προς την αυστηρότερη τιμωρία δεν αποτελεί απάντηση στην εγκληματική ανασφάλεια, αλλά στην κοινωνική ανασφάλεια που προκάλεσαν ο κατακερματισμός της μισθωτής εργασίας και η διατάραξη της εθνοφυλετικής ιεραρχίας.

»Μια παρόμοια τάση προς την ποινικοποίηση του αστικού περιθωρίου έχει σαρώσει τη Δυτική Ευρώπη με καθυστέρηση δύο δεκαετιών και με μια-δυο διαφοροποιήσεις. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, προικισμένες με μια ισχυρή κρατική παράδοση, χρησιμοποιούν το "μπροστινό άκρο" της ποινικής αλυσίδας -την αστυνομία- παρά το "πίσω άκρο" -τη φυλακή- προκειμένου να κάμψουν τις κοινωνικές αναταραχές και την απελπισία στις περιοχές χαμηλού εισοδήματος. Ο ασπασμός του νόμου και της τάξης είναι ισχυρότερος σε επίπεδο ρητορείας παρά σε επίπεδο πραγματικής πολιτικής. Κι έπειτα, αντί να κάνουν μια βάναυση στροφή από την κοινωνική στην ποινική διαχείριση της φτώχειας, οι χώρες της γηραιάς ηπείρου ενίσχυσαν και τα δύο, επεκτείνοντας ταυτοχρόνως την κοινωνική πρόνοια και την αστυνομική παρέμβαση. Αλλά τελικώς η κυρίαρχη τάση είναι παρόμοια: μια αναθεώρηση της δημόσιας πολιτικής με προσανατολισμό προς την τιμωρία, η οποία συνδυάζει το "αόρατο χέρι" της αγοράς με τη "σιδερένια γροθιά" του ποινικού κράτους.

»Ο ενισχυμένος θεσμός της φυλακής που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα έχει καταλήξει να υπηρετεί τρεις αποστολές που ελάχιστη σχέση έχουν με τον έλεγχο του εγκλήματος: (στόχοι του είναι) να αναγκάσει τα θραύσματα της μεταβιομηχανικής (κατακερματισμένης) εργατικής τάξης σε επισφαλή μισθωτή εργασία. Να "αποθηκεύσει" τα πιο διασπαστικά και περιττά στοιχεία. Και να επιβεβαιώσει την εξουσία του κράτους στον περιορισμένο τομέα που θέτει τώρα ως πεδίο ευθύνης του».

Η αποθέωση της τιμωρίας

Συνδέεται η εκστρατεία νόμου και τάξης που βλέπουμε σήμερα σε πολλές δυτικές κοινωνίες με αλλαγές στην πολιτική πρόνοιας και στη μεταχείριση των φτωχών;

«Η ξαφνική άνοδος και αποθέωση της τιμωρίας είναι μέρος μιας ερύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους, η οποία συνεπάγεται επίσης την αντικατάσταση του δικαιώματος στην κοινωνική πρόνοια από την υποχρέωση της αρχής της ανταποδοτικότητας της πρόνοιας (δηλαδή, την αναγκαστική συμμετοχή σε μια υποαμειβόμενη εργασία ως προϋπόθεση για τη λήψη κρατικής υποστήριξης). Ο περιορισμός της κοινωνικής αρωγής και η ενίσχυση των φυλακών αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, της πολιτικής αναδιάρθρωσης με βάση την επιβολή της τάξης σε κοινωνικό και αστικό επίπεδο.

»Το 1971 οι Αμερικανοί κοινωνιολόγοι Frances Fox Piven και Richard Cloward έγραψαν ένα κλασικό έργο της κοινωνικής επιστήμης με τίτλο "Regulating the Poor" (Ρυθμίζοντας τη φτώχεια), στο οποίο πρότειναν η αρωγή προς τους φτωχούς να διαστέλλεται και να συστέλλεται μαζί με τους κύκλους της αγοράς εργασίας. Αυτό το μοντέλο λειτούργησε για μισό αιώνα, αρχής γενομένης από το Νιου Ντιλ. Ομως στην εποχή του "υπερκινητικού" κεφαλαίου και της ευέλικτης εργασίας, αυτή η κυκλική εναλλαγή έχει αντικατασταθεί από τη διαρκή συστολή της πρόνοιας και την απελευθέρωση μιας πρόθυμης να δουλέψει και φιλοπόλεμης ποινικής γραφειοκρατίας. Η μοναδική ελπίδα των φτωχών να τους αγκαλιάσει το κοινωνικό κράτος έχει υπερκεραστεί από τη ρύθμιση της φτώχειας από τη μια μέσω της πατερναλιστικής πράξης της περιοριστικής εφαρμογής της αρχής της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και από την άλλη μέσω της επέκτασης του "εγκλεισμού".

»Στη δική μου εργασία χρησιμοποιώ την έννοια του γραφειοκρατικού πεδίου (του συνόλου των οργανισμών που προσδιορίζουν και διανέμουν τα δημόσια αγαθά) που έχει εισαγάγει ο Pierre Bourdieu, ώστε να συμπεριλάβω αυτές τις εξελίξεις στην κοινωνική πολιτική και την ποινική πολιτική σε ένα κοινό πλαίσιο ανάλυσης. Η κοινωνική πρόνοια, που επανέρχεται ως αρχή της ανταποδοτικότητας στην πρόνοια, και οι φυλακές, που στερούνται πλέον του προσχήματος της επανένταξης, συνιστούν τώρα ένα μοναδικό οργανωτικό πλέγμα που εκσφενδονίζεται στους φτωχούς, ενώ η κατανομή του ελέγχου γίνεται ανάλογα με το φύλο τους: η κοινωνική πρόνοια αναλαμβάνει τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ οι φυλακές αναλαμβάνουν τους άνδρες τους -που σημαίνει τους συζύγους, τους αδελφούς και τους γιους αυτών των γυναικών».

Ποινική Δικαιοσύνη και φτωχοί

Λέτε λοιπόν ότι η κοινωνική πρόνοια και η ποινική Δικαιοσύνη είναι δύο πλευρές της πολιτικής που ασκείται έναντι των φτωχών...

«Ναι, φυσικά. Ας θυμηθούμε πρώτα απ' όλα ότι η πρόνοια για τους φτωχούς και ο εγκλεισμός στις φυλακές έχουν κοινές ιστορικές καταβολές: επινοήθηκαν αμφότερα στον "μακρύ 16ο αιώνα" σε νομάδες που αποκόπηκαν από τους κοινωνικούς τους δεσμούς με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, για να διδαχθούν την ηθική της μισθωτής εργασίας. Δεύτερον, το κοινωνικό προφίλ εκείνων που δέχονται κοινωνική αρωγή και των εγκλείστων (από την άποψη της τάξης, της εθνικότητας, της εκπαίδευσης, της στέγασης, της οικογένειας, του ιατρικού ιστορικού, της έκθεσης στη βία κτλ.) είναι περίπου ταυτόσημο, εκτός ίσως από τον παράγοντα του φύλου, που λειτουργεί αντεστραμμένος, καθώς αμφότεροι προέρχονται από τους ίδιους περιθωριοποιημένους τομείς της ανειδίκευτης εργατικής τάξης. Τρίτον, η αρχή της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και ο εγκλεισμός που δεν αποβλέπει στην επανένταξη, στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία του ηθικού συμπεριφορισμού και χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές ελέγχου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο στιγματισμός, η επιτήρηση, οι ποινικές απαγορεύσεις και διαβαθμισμένες κυρώσεις για να "διορθώσουν" τη συμπεριφορά των πελατών τους. Καθεμιά από τις διαστάσεις αυτές έχει λάβει νέο νόημα υπό το νεοφιλελεύθερο κράτος.

Πώς ορίζετε το νεοφιλελεύθερο κράτος;

«Οι οικονομολόγοι έχουν εισαγάγει μια έννοια του φιλελευθερισμού που τον εξισώνει με την κυριαρχία της "ελεύθερης αγοράς" και την επέλαση της "μικρής κυβέρνησης". Λοιπόν αυτή είναι η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, όχι η πραγματικότητά του. Η κοινωνιολογία του υφιστάμενου νεοφιλελευθερισμού αποκαλύπτει ότι εμπεριέχει την οικοδόμηση ενός κράτους-κενταύρου, φιλελεύθερου στην κορυφή και πατερναλιστικού στη βάση. Ο νεοφιλελεύθερος Λεβιάθαν ασκεί το laissez faire laissez passer έναντι των επιχειρήσεων και της ανώτατης τάξης, στο επίπεδο των αιτιών της ανισότητας. Είναι όμως άγρια παρεμβατικό και απολυταρχικό όταν καλείται να αντιμετωπίσει τις καταστρεπτικές συνέπειες της οικονομικής απορρύθμισης για όσους βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο του ταξικού φάσματος.

»Εναντι της "ισχνής" αντίληψης των οικονομολόγων, προτείνω έναν "συμπαγή" κοινωνιολογικό χαρακτηρισμό του νεοφιλελευθερισμού, που προσθέτει τρία συστατικά στοιχεία στους νόμους της αγοράς: επιτηρητική εργασία, επιθετικό αστυνομικό και σωφρονιστικό μηχανισμό και το πολιτιστικό σχήμα λόγου της "προσωπικής ευθύνης" να κολλήσει όλα μαζί. Το "Τιμωρώντας τους φτωχούς" δείχνει ότι, όπως η επιτηρητική εργασία, το υπερτροφικό και υπερδραστήριο τιμωρητικό καθεστώς που ανόρθωσε η Αμερική για να περιορίσει τον απόηχο της κοινωνικής ανασφάλειας δεν είναι μια παράκαμψη από το νεοφιλελευθερισμό, αλλά ένα από τα συστατικά του στοιχεία.

»Πέραν τούτου, ο αιτιολογικός σύνδεσμος μεταξύ του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και της τιμωρητικής επέκτασης είναι φανερός εφόσον ιδωθεί σε διεθνές επίπεδο: δεν είναι τυχαίο ότι η Αγγλία διαπήδησε στην τάξη των ηγετών της φυλάκισης στη δυτική Ευρώπη υπό τον Μπλερ, ενώ η Χιλή διεκδίκησε τον τίτλο για τη Νότια Αμερική».

Επιχειρηματολογείτε στο τελευταίο έργο σας ότι η εκστρατεία για το νόμο και την τάξη υπό εξέλιξη είναι μια συμβολική έκθεση και τη συγκρίνετε με την πορνογραφία. Μπορείτε να μας εκθέσετε περαιτέρω την ιδέα;

«Μία από τις προκλήσεις στο "Τιμωρώντας τους φτωχούς" είναι να ξεπεράσουμε την τελετουργική αντίθεση μεταξύ υλιστικών προσεγγίσεων, προερχομένων από τον Καρλ Μαρξ, και των συμβολικών προσεγγίσεων, που εμπνέονται από τον Εμίλ Ντέρκχαϊμ. Ο πρώτος βλέπει κοινωνική πρόνοια και ποινική δικαιοσύνη ως όργανα ταξικού ελέγχου, ενώ ο δεύτερος τα ερμηνεύει ως οχήματα για επικοινωνιακές νόρμες και δέσμευση κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, η φυλακή είναι αρκετά πολύπλοκο ίδρυμα ώστε να λειτουργεί και στις δύο παραμέτρους αμοιβαία ή διαδοχικά.

»Είναι βασικό να λάβουμε υπόψη τις συμβολικές διαστάσεις της τιμωρίας σε μια εποχή όπου η τιμωρητική πολιτική οδηγείται όλο και περισσότερο από θεωρητικές εκφράσεις σε κατάσταση αμόκ. Η καταπολέμηση του εγκλήματος έχει παντού μεταλλαχθεί σε ένα γκροτέσκο θέατρο αστικής ηθικής όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούν για να σκηνοθετήσουν την αρσενική τους πυγμή και να λοιδορήσουν τους "ανάξιους" φτωχούς, όπως και να υποστηρίξουν το έλλειμμα της νομιμότητας από το οποίο πάσχουν όταν εγκαταλείπουν την προστατευτική αποστολή του κράτους στο κοινωνικό και οικονομικό μέτωπο. Οι πολιτικοί υπεραμύνονται μέτρων -όπως απαγορεύσεις κυκλοφορίας για τους νέους, αυτόματες επιβολές ισοβίων για αμετανόητους εγκληματίες ή δεμένους μαζί κρατουμένους με ριγωτές στολές- τα οποία είναι εντελώς άνευ αξίας από την πρακτική άποψη της μείωσης της εγκληματικότητας, όσο αυτά βολεύουν στο να γεννούν συναισθήματα εκδίκησης και στο να δραματοποιούν το όριο μεταξύ "ημών" των νομοταγών εργαζόμενων οικογενειών και "αυτών" του αποκρουστικού υποκόσμου.

»Η πυρετώδης εκστρατεία να μπουν στη μαύρη λίστα και να εξοριστούν οι σεξουαλικοί εγκληματίες, για παράδειγμα, είναι ακατανόητη από την αυστηρή άποψη του λογικού ελέγχου της εγκληματικότητας. Η διάχυση θεσπισμάτων όπως ο "Megan's Law"** ακριβώς όταν ο δείκτης σεξουαλικών εγκλημάτων πέφτει, δεν βγάζει νόημα με όρους οργανικής λογικής, από τη στιγμή που θέτει πρώην σεξουαλικούς εγκληματίες υπό επαναλαμβανόμενη ταπείνωση, τους ωθεί στην παρανομία και συνεπώς αυξάνει τις πιθανότητες να υποτροπιάσουν. Αλλά έχει νόημα για τα καλά εάν υπολογίσεις ότι με το να μεταχειρίζεσαι σεξουαλικούς εγκληματίες ως ανήθικα σκουπίδια που πρέπει να φυλακίζονται, εκτοπίζει το συλλογικό άγχος από τη δουλειά, την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα προς την κατεύθυνση των παραβιαζόντων το νόμο και, συμβολικά, τσιμεντώνει την ηθική ενότητα εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται από την αντίθεσή τους προς αυτούς». *

**Νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνια του 2004 που μεταξύ άλλων πληροφορεί κάθε ενδιαφερόμενο (και μέσω ιστοσελίδας) για τις κινήσεις κάθε καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα στο παρελθόν. Ο «Νόμος της Μέγκαν» ονομάστηκε έτσι εις μνήμην της 7χρονης Μέγκαν Κάνκαν από το Νιου Τζέρσεϊ, την βίασε και σκότωσε υπότροπος παιδεραστής που είχε μόλις μετακομίσει στη γειτονιά της.
Χ.ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/11/2009

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Οι αποδιοπομπαίοι

ΛΕΝΕ ότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα.
Δεν υπάρχουν άλυτα προβλήματα. Σωστά. Οταν λειτουργεί η δημοκρατία. Και στο επίπεδο που λειτουργεί. Στο εσωτερικό των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης λειτουργεί. Σχετικά. Στο επίπεδο της Ενωσης ελάχιστα, σχεδόν προσχηματικά. Στο παγκόσμιο επίπεδο, του ΟΗΕ π.χ., καθόλου.

Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ μετανάστευση δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Αλλο αν το ανακαλύψαμε αιφνιδίως. Εννοείται, αν ήρθε στο προσκήνιο της επικαιρότητας σαν ευρωεκλογικό συμπέρασμα. Ούτε μόνο ευρωπαϊκό πρόβλημα είναι. Αλλο αν σε πολλές χώρες της Ενωσης τα κόμματα της ακροδεξιάς, δηλαδή της εθνικιστικής, ρατσιστικής ή μισαλλόδοξης αντίληψης, απορροφήθηκαν, λίγο ή πολύ, από τη δεξιά στροφή των συντηρητικών και κεντροδεξιών κομμάτων. Οπως του Μπερλουσκόνι στην Ιταλία ή του Σαρκοζί στη Γαλλία. Χωρίς, όμως, να λυθεί το πρόβλημα πουθενά.

ΕΙΝΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ φαινόμενο. Συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση. Της οικονομίας, του κεφαλαίου και των επιχειρήσεων, νόμιμων και παράνομων. Των μεταφορών και των επικοινωνιών. Και, προπαντός, με την παγκοσμιοποίηση της βίας. Με τους πολέμους, με όποιο όνομα, που δημιουργούν πρόσφυγες. Ολόκληρες μετακινήσεις πληθυσμών. Στην Ελλάδα, μεγάλος αριθμός μη νόμιμων μεταναστών -όσο και όπως μπορούμε να τους μετρήσουμε- είναι Αφγανοί. Από κει όπου και ο δημοκρατικός Μπαράκ Ομπάμα συνεχίζει τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».

Η ΕΛΛΑΔΑ είναι χώρα υποδοχής των αθλίων, όπως θα τους έλεγε ο Βικτόρ Ουγκό. Από τη γεωγραφική της θέση και τη διαμόρφωση των συνόρων της. Με το νεότερο κύμα των προσφύγων (το πρώτο περίπου απορροφήθηκε και αποκρούει το δεύτερο, εντονότερα από τους γηγενείς) ζούμε ήδη αρκετό καιρό. Απλώς, δεν ήρθε ώς τώρα στο προσκήνιο της πολιτικής επικαιρότητας.

ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ του 2007 δεν τέθηκε καν ζήτημα. Μετά, ήταν η εσωτερική διαμάχη του ΠΑΣΟΚ. Επειτα, η εξέγερση της νεολαίας τον Δεκέμβριο, τα σκάνδαλα και η παραγραφή τους. Στις ευρωεκλογές αύξησε τις ψήφους του μόνο το κόμμα εκείνο που έθεσε το ζήτημα και πρότεινε δημαγωγικές, απλουστευτικές, κατασταλτικές και κουτοπόνηρες λύσεις.

ΒΟΗΘΗΣΕ και η οικονομική κρίση. Βοήθησε αποφασιστικά στην ανάδειξη του προβλήματος. Συνοδεύτηκε η κρίση και η δυσπραγία των μεσαίων και των χαμηλότερων στρωμάτων με αλματώδη αύξηση της εγκληματικότητας. Πάντα έτσι συμβαίνει. Οι παράνομοι, οι περιθωριακοί, οι άθλιοι, μετείχαν. Ως δράστες και ως θύματα. Οργανα εγχώριων μαφιόζικων κυκλωμάτων, που αναπτύσσονται σ' αυτές τις εποχές. Περιθωριοποιημένοι που εγκληματούν για την επιβίωση και μετά και για το κέρδος. Ενσωματώνονται στα κυκλώματα και δημιουργούν δικά τους, που ευνοούνται από τις συνθήκες της γκετοποίησης, των στρατοπέδων που λέγονται χώροι υποδοχής, των πλατειών και κτιρίων που καταλαμβάνουν. Γεμίζουν τις φυλακές μας. Δεν τους χωράνε πια. Και γίνονται οι αποδιοπομπαίοι.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ συμπέρασμα στην Ελλάδα που βγήκε από τις παράδοξες ευρωεκλογές με την απόλυτη νίκη της αποχής και τη σχετική του ΠΑΣΟΚ, το κεντρικό συμπέρασμα, ήταν η ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος της λεγόμενης λαθρομετανάστευσης. Των λαθραίων. Που δεν είναι, όμως, εμπορεύματα. Είναι άνθρωποι. Με ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν γίνεται να αγνοηθούν. Ούτε, χωρίς άλλο, να αποπεμφθούν οι άθλιοι.

ΔΕΝ ΕΚΠΛΗΣΣΕΙ η άμεση μετεκλογική αντίδραση και τελικά η σύμπλευση της κυβερνώσας συντηρητικής παράταξης με το μικρό δεξιό κόμμα, που της πήρε ψήφους. Η ταύτιση του ΠΑΣΟΚ, αν όχι ο υπερθεματισμός του, όμως, δεν εξηγείται εύκολα. Κομματικά ίσως, για την επιδίωξη της εξουσίας. Ιδεολογικά όχι. Είναι πρόδηλη και η αμηχανία της αριστεράς.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ είναι μέγα και σύνθετο. Δεν έχει λύση - ορατή τουλάχιστον, τώρα. Χρειάζεται σύνεση, ψυχραιμία, χρόνος. Και δράση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Εύκολα, σπασμωδικά, κατασταλτικά και τελικά απάνθρωπα κυβερνητικά μέτρα δεν λύνουν το πρόβλημα. Το επιδεινώνουν. Η συμβουλή του Ιπποκράτη (μην κάνεις τίποτε, αν πρόκειται να προκαλέσεις μεγαλύτερη βλάβη) είναι χρήσιμη. Το 7% του κ. Καρατζαφέρη δεν είναι αρκετό για να την αγνοήσουμε...
Θ.ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 14/6/2009

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Ποινές και κοινωνία

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ
Οσο οι κοινωνίες αφήνονται να χειραγωγούνται από τα κόμματα (συντηρητικά - φιλελεύθερα - σοσιαλιστικά - αριστερά κ.λπ.), όσο δεν θα διεκδικούν την πολιτική τους αυτόνομη υπόσταση, τότε τα φαινόμενα των αυθαιρεσιών της εξουσίας θα πληθύνονται και θα οξύνεται ο πόλεμος μεταξύ περιθωρίου και πολιτικής διοίκησης.

Δυστυχώς, αυτό φαίνεται να διαρκεί, διότι η κοινωνία δεν είναι πια συλλογικότητες αλλά ατομικότητες (μέγα επίτευγμα των νεωτερικών θεωριών...)· οι γειτονιές έχασαν τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη· ούτε καν παρέες υπάρχουν. Κι έτσι η κρατική εξουσία μπορεί να νομοθετεί, ερήμην της κοινωνίας, διατάξεις εναντίον της κοινωνίας, εναντίον των τελευταίων «ελευθεριών» της, όπως π.χ. αυτής της συμμετοχής σε μια διαδήλωση, σε μια απεργία (έσχατο πολιτικό μέσο διεκδίκησης δικαιωμάτων).

Σε μια μαχητική διαδήλωση (εάν δεν είναι μαχητική δεν είναι διαδήλωση...) όποιος συλληφθεί, ανεξαρτήτως του εάν έχει προβεί σε βίαιη πράξη, κατηγορείται άμεσα με το αδίκημα της «διατάραξης της κοινής ειρήνης» και, σύμφωνα με τον νέο Ποινικό Κώδικα, θα φυλακίζεται με ποινή δύο χρόνων! Τα πλημμελήματα μετατρέπονται εν ακαρεί σε κακουργήματα. Τόσο απλά. Η λογική της συλλογικής ευθύνης (που εφαρμόζεται σε φασιστικά καθεστώτα) στο αποκορύφωμά της. Και για την κοινωνία, πέρα βρέχει... Αυτή η αδιαφορία, αυτή η αδράνεια αντανακλά βεβαίως τη βαθύτερη παθογένεια του πολιτικού συστήματος, τη μεγάλη ήττα της κοινωνίας από το κράτος και τους υπηρέτες του. Στους υπηρέτες του κράτους ανήκουν και τα αριστερά κόμματα, που φαίνονται να μην ενδιαφέρονται για τον λαό τόσο όσο για τη διατήρηση των μικρών θώκων εξουσίας που κατέχουν. Αντί να προωθούν την απελευθέρωση του λαού απεργάζονται την κηδεμονία του, τη χειραγώγησή του, τη δημιουργία οπαδών, πιστών κ.λπ. Το πολιτικό κενό εξαπλώνεται.

Εάν λοιπόν συλληφθεί κάποιος σε μια διαδήλωση (κουκουλοφόρος ή όχι) θα του επιβληθεί ποινή η οποία δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική ή να ανασταλεί, αλλά ούτε και η έφεση να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Οδεύουμε δηλαδή σε ολισθηρούς για τη Δημοκρατία δρόμους χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις εκ μέρους της κοινωνίας. Αλλά, είπαμε, κοινωνία δεν υπάρχει πια· κοινωνία θεωρούμε τα κόμματα τα οποία ουδεμία επαφή έχουν με τις εντολές της κοινωνίας. Εντολές... τελοσπάντων. Απλοί καταναλωτές έχουμε καταντήσει οι πλείστοι, βάζουμε απλώς το κόμμα μας να διαμεσολαβήσει στο κράτος για ν' αποκτήσουμε κάποιο ψιχίο, δέσμιοι του φτωχού μας πολιτικού είναι, της μετάλλαξής μας σε υπηκόους μέσα από την τηλεοπτική χαύνωση και κομματική μας χειραγώγηση.

Κι έτσι μπορεί να κομπορρημονεί ο κάθε πολιτικός μετρίας κοπής, μέσα στον «Ναό της Δημοκρατίας», να αποσπά χειροκροτήματα ή αποδοκιμασίες (και οι αποδοκιμασίες χειροκροτήματα είναι), να ευτελίζεται το πολιτικό νόημα, η πολιτική πράξη, η πράξη της πολιτικής. Συνακόλουθα, η Παιδεία, ο πολιτισμός, η αισθητική κ.λπ.

Οι περισσότεροι πολιτικοί θεωρούν πως ό,τι είναι καλό γι' αυτούς είναι και για την κοινωνία. Από την άλλη οι πολίτες νομίζουν πως ό,τι είναι καλό γι' αυτούς είναι και για την πολιτική. Διαπραγματευόμαστε τα συμφέροντά μας ερήμην του κοινού συμφέροντος· επιλέγουμε τον «πολιτευτή» του κόμματός μας με μόνο μας μέλημα την ικανοποίηση του σολιψισμού μας.

Πώς να μη γελοιοποιηθεί το πολιτικό σύστημα, όταν το μόνο που επιζητεί κάποιος είναι η δική του και μόνο ευτυχία; Αρνούμεθα να αντιληφθούμε ότι (Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια) ουδέ το ζην καλώς και ων άνευ ου δυνατόν ζην καλώς (δεν πρέπει να συγχέουμε την ευτυχισμένη ζωή με τα μέσα που την καλούν ευτυχισμένη). Πού να βρεθεί χρόνος (αλλά και σθένος); Εχουμε εκλογές μπροστά μας, τα κόμματα πρέπει να φροντίσουν για τις ψήφους τους, οι κοινωνίες να βρουν τους «εκλεκτούς», που θα τους «αντιπροσωπεύουν».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 09/05/2009

Κοινωνική Ευρώπη και οικονομική κρίση

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
Το κοινωνικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι γνωστό.
Το όραμα του κοινού ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου δεν έχει προχωρήσει στην ουσία. Οι όποιες πολιτικές απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είτε διευκολύνουν την οικονομική ενοποίηση είτε αποτελούν εθελοντικό συντονισμό εθνικών πολιτικών χωρίς δεσμευτική ισχύ είτε είναι απλώς διακηρύξεις. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν τόλμησε να θίξει τα μεγάλα κοινωνικά θέματα. Η επικυριαρχία της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ιδεολογίας και πρακτικής στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση δεν άφησε πολλά περιθώρια κοινωνικής παρέμβασης.

Είναι όμως αναγκαία η Κοινωνική Ευρώπη; - θα ρωτήσει ένας καλόπιστος πολίτης. Από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά κοινωνικά κράτη, ποια ανάγκη υπάρχει για υπερεθνικές κοινωνικές ρυθμίσεις, για υπερεθνική αναδιανομή του ευρωπαϊκού πλούτου; Η απάντηση είναι απλή: Η ίδια η ευρωπαϊκή ενοποίηση χρειάζεται μια διαρκή νομιμοποίηση για να προχωρήσει. Αυτή η νομιμοποίηση δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο από τους Ευρωπαίους πολίτες και μόνο στη βάση των κοινών κοινωνικών δικαιωμάτων. Η κοινωνική ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη είναι, επομένως, όρος και προϋπόθεση της οικονομικής ενοποίησης. Αποτελεί συν-ιδρυτικό στοιχείο της επιδιωκόμενης κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Πώς μπορεί να προχωρήσει η οικοδόμηση της κοινωνικής Ευρώπης την εποχή της κρίσης; Οι πρόσθετες οικονομικές δυσκολίες δεν παρεμποδίζουν ή αναβάλλουν άραγε αυτόν τον στόχο, όπως υποστηρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι; Τούτο εξαρτάται από τους στόχους που θα θέσουμε και τη διαθεσιμότητα των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν. Είναι ευνόητο ότι η οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους στο πρότυπο των εθνικών είναι αδύνατη σήμερα. Επιβάλλεται, επομένως, η επιλογή προτεραιοτήτων. Πολιτικές απασχόλησης και πολιτικές προστασίας των αδυνάτων και θυμάτων της κρίσης είναι οι δύο κρίσιμες κατευθύνσεις, στις οποίες πρέπει να επικεντρώσουν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί το ενδιαφέρον τους. Αυτές οι δύο πολιτικές πρέπει ν' αποκτήσουν πανευρωπαϊκό χαρακτήρα και να συμπληρώσουν τις αντίστοιχες εθνικές πολιτικές. Αλλες ευρωπαϊκές κοινωνικές πρωτοβουλίες μπορούν να περιμένουν καλύτερες ημέρες.

Αλλά η πραγματικά καινοτομική προσέγγιση αφορά τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη των δύο αυτών στόχων. Η προσήλωση στο δεδομένο Σύμφωνο Σταθερότητας, τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη νομισματική αυστηρότητα δεν μπορούν να συμβάλουν στο ξεπέρασμα της κρίσης και στην άσκηση κοινωνικών πολιτικών. Εκφράζουν παρωχημένες αντιλήψεις της εποχής του νεοφιλελευθερισμού που προηγήθηκε και που εξάντλησαν τη δυναμική τους. Η σημερινή πραγματικότητα επιβάλλει την «εύκολη» και «άφθονη» χρηματοδότηση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τη διάθεση μεγάλων κονδυλίων και πόρων για την επέκταση της απασχόλησης και την εφαρμογή πολιτικών προστασίας των αδυνάτων. Το φθηνό χρήμα, τα δημόσια ελλείμματα, το δημόσιο χρέος, ακόμη και ένας ελεγχόμενος πληθωρισμός δεν πρέπει να φοβίζουν όταν πρόκειται να αντιμετωπιστούν κοινωνικά προβλήματα, να διαφυλαχθεί η κοινωνική ειρήνη και να προστατευθεί ο παραγωγικός ιστός. Η οικονομική ιστορία του 20ού αιώνα έχει προσφέρει πολλά θετικά τέτοια παραδείγματα.

Ωστόσο, τα προβλήματα της κοινωνικής Ευρώπης την εποχή της κρίσης δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά παρά μόνο στο πλαίσιο μιας πολιτικής Ευρώπης. Μιας πολιτικής ομοσπονδίας, που δεν θα έχει τις θεσμικές, δημοσιονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αγκυλώσεις του σημερινού διακυβερνητικού μορφώματος. Μιας ομόσπονδης Ευρώπης, με ισχυρή εκτελεστική, νομοθετική και φορολογική εξουσία, που θα μπορεί να προβαίνει σε πανευρωπαϊκές οικονομικές και κοινωνικές ρυθμίσεις και να ασκεί κεντρική αναδιανεμητική πολιτική. Ας μην ξεχνάμε ότι οι μεγάλες πολιτικές, κρατικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στην Ιστορία δρομολογήθηκαν σε εποχές μεγάλων κρίσεων. Σε τέτοιες εποχές, που τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα απειλούν την κοινωνική συνοχή, αναλαμβάνονται και εφαρμόζονται μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που σαρώνουν ιδεολογικές και επιστημονικές ορθοδοξίες, παραδεδεγμένες πρακτικές και κατεστημένα συμφέροντα. Αυτές οι ιστορικές καμπές όμως δρομολογούνται μόνον από τολμηρούς πολιτικούς με ρηξικέλευθα προγράμματα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 09/05/2009

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Θρησκευτικά

Από τον ΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Παιδεία και εκπαίδευση όχι μόνον δεν είναι έννοιες ταυτόσημες αλλά μπορούμε να πούμε, με βεβαιότητα, ότι η δεύτερη αντιτίθεται στο πνεύμα της πρώτης με τον πλέον επιζήμιο τρόπο.

ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ χειρίζεται το πληκτρολόγιο με το λεγόμενο «τυφλό σύστημα» ξέρει πως το είδος αυτό της μηχανικής ταχύτητας κάθε άλλο παρά βελτιώνει το περιεχόμενο των όσων γράφονται. Τυφλά συστήματα, αυτόματοι πιλότοι, εξαρτημένα ανακλαστικά, κυκλώματα και ανάδραση, multiple choices, τεστ και κουίζ, δημοσκοπήσεις και κληρωτίδες, στατιστική και παιχνίδια εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, μια ολόκληρη καινούργια αντίληψη για τη σχέση του υποκειμένου με τη σκέψη επιβάλλεται στους υποψήφιους πολίτες ήδη απ' την πρώτη Δημοτικού. Το σχολείο, σήμερα, συμβάλλει πρωτίστως στην επίσπευση της συγχώνευσης ανθρώπου και μηχανής.

ΗΔΗ, το να εκπαιδεύεσαι στη χρήση υπολογιστών μειώνει την ικανότητα της σκέψης να υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεων που τη συνοδεύουν. Αναθέτοντας τη σκέψη στις συσκευές της τεχνητής νοημοσύνης ή έστω σε μοντέλα εκμάθησης που μιμούνται τον άψυχο, χονδροειδή χαρακτήρα της, παραιτηθήκαμε απ' το δικαίωμα να σκεφτόμαστε. Η παραπάνω διαπίστωση επαληθεύεται μεγαλοπρεπώς στις απλουστεύσεις, μέσω των οποίων τα παιδιά διδάσκονται αυτό που ονομάζουμε «ύλη» των μαθημάτων. Ο,τι αποτελούσε κάποτε τη μάθηση, δηλαδή την ηθική και λογική εξοικείωση με τη σημασία του μαθήματος, γίνεται τώρα το υλικό της, η ανακυκλούμενη πρώτη ύλη ενός προϊόντος που παράγεται, όπως όλα τα προϊόντα, μόνον και μόνον για να εισαχθεί στην κυκλοφορία, εντελώς ανεξάρτητα απ' την ποιοτική του σχέση με τις ανθρώπινες ανάγκες.

ΕΤΣΙ, το περιλάλητο μάθημα θρησκευτικών μπορεί να θεωρηθεί σαν το μοντέλο όλων των μαθημάτων: η κοινωνία το βλέπει με συμπάθεια και, συνάμα, το περιφρονεί, ενώ κανένας δεν μπορεί να το καταργήσει, ακριβώς επειδή, κατ' ουσίαν, έχει ήδη καταργηθεί. Αντιπροσωπεύει το ερείπιο που άφησαν πίσω τους αφ' ενός ο προτεσταντικός πουριτανισμός και τα κατηχητικά που δίδασκαν επί δεκαετίες την Ορθοδοξία σαν να επρόκειτο για κώδικα αγνότητας, αφ' ετέρου η κατάρρευση του κοινωνικού μας δεσμού με τις πνευματικές έννοιες, εξαιτίας της οποίας, για παράδειγμα, το Πάσχα είναι, πια, οτιδήποτε εκτός από γιορτή πένθους και χαράς. Κάνοντας έκκληση για την «αναβάθμιση» του μαθήματος, ο Αρχιεπίσκοπος, σίγουρα απείρως ευφυέστερος απ' τους προκατόχους του, ξεχνάει ωστόσο ότι η πραγματικότητα στην οποία το μάθημα αντιστοιχεί είναι αυτή καθεαυτήν εγκαταλελειμμένη από κάθε πνευματικότητα. Μοιάζει με το να θέλεις να ενισχύσεις τη διδασκαλία του μαθήματος της ζωγραφικής σ' έναν κόσμο τυφλών.

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

Διάλογος για τον κομμουνισμό

Ποιο νόημα έχει, σήμερα, η αναφορά στον κομμουνισμό; Μια συζήτηση στους κόλπους της ιταλικής ριζοσπαστικής αριστεράς

Κάτω από τον τίτλο της ιταλικής εφημερίδας «Il Manifesto» υπάρχει η φράση «κομμουνιστική ημερήσια εφημερίδα». Η πρόταση που διατύπωσαν ορισμένα από τα στελέχη της εφημερίδας να απαλειφθεί αυτή η φράση προκάλεσε μιαν ενδιαφέρουσα θεωρητικο-πολιτική συζήτηση, αποσπάσματα της οποίας παρουσιάζουμε στη συνέχεια.
* Ο Μάρκο Ντ' Εραμο έγραψε: «Το σοβαρό πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου εγώ προσωπικά θα ήμουν υπέρ της απάλειψης της φράσης "κομμουνιστική εφημερίδα", είναι ένα πρόβλημα διανοητικής εντιμότητας. Το να τη διατηρούμε σημαίνει ότι απωθούμε το κεντρικό σημείο των δυσκολιών μας και των αδυναμιών μας. Το σημείο αυτό είναι το ότι κανείς από μας δεν γνωρίζει να πει πλέον με ακρίβεια σε τι έγκειται ο κομμουνισμός.

»Δικαιολογημένα καταγγέλλουμε τα κακά του καπιταλισμού, τη φρίκη που γεννάει ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός της αγοράς, τις σφαγές του "ανθρωπιστικού ιμπεριαλισμού". Ας σηκώσει όμως το χέρι του όποιος ξέρει να απαντήσει στο ερώτημα: "με δυο λόγια, τι κοινωνία θέλετε;" όχι μόνον με αρνητικούς όρους (μια κοινωνία που δεν θα βασίζεται στο κέρδος, μια κοινωνία που δεν θα κάνει διακρίσεις, που δεν θα προκαλεί την ανισότητα μεταξύ των ανθρώπινων υπάρξεων, που δεν θα είναι άδικη όπως η σημερινή κ.λπ.).

»Γνωρίζουμε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι το τέλος της ιστορίας (και θα κάνουμε το παν ώστε να μην είναι), αλλά οι εναλλακτικές λύσεις που είχαμε προτείνει έχουν συντριβεί. Κάποτε αρκούσε να μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, διευκρινίζοντας ότι δεν μας άρεσε το σοβιετικό γραφειοκρατικό μοντέλο.

»Σήμερα κανείς από μας δεν είναι σε θέση να προτείνει ένα ικανοποιητικό μοντέλο κοινωνικοποίησης, έστω και με ουτοπικούς όρους, παραγνωρίζοντας δηλαδή τη δυνατότητα άμεσης υλοποίησής του.

»Δεν διαθέτουμε πλέον ούτε και ένα πολιτικό μοντέλο. Σίγουρα η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι μια καταστροφή, αλλά η λαϊκή δημοκρατία ήταν πολύ χειρότερη. Και εκεί όπου εφαρμόζεται μια ριζοσπαστική δημοκρατία της βάσης τα αποτελέσματα είναι βάρβαρα.

»Το αποτέλεσμα είναι ότι όλα όσα προτείνει η εφημερίδα μας, αλλά και η λεγόμενη "ριζοσπαστική αριστερά", είναι πολύ πιο μετριοπαθή από όσα πρότειναν συνετοί ρεφορμιστές στη δεκαετία του 1960. Οι προτάσεις της "ριζοσπαστικής αριστεράς" ή είναι του τύπου "αντίσταση" ή είναι προοπτικές δειλού μεταρρυθμισμού.

»Ακόμα και στις πιο οργισμένες καταγγελίες μας, ο ορίζοντας που διαγράφουμε είναι στην καλύτερη περίπτωση ο ορίζοντας μιας βορειοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Το πρόβλημα είναι ότι εφαρμόζουμε ένα διπλό κριτήριο. Από τη μια μεριά λέμε ότι η ήττα υπήρξε ιστορική, αλλά από την άλλη θεωρούμε ότι οι παλιές έννοιες (τάξεις, προλεταριάτο, τρόπος παραγωγής, υπεραξία) έχουν καλώς έτσι όπως είναι και μπορούν να χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα όπως χρησιμοποιούνταν πριν από σαράντα χρόνια.

»Σε αυτή την κατάσταση, η φράση "κομμουνιστική εφημερίδα" αποτελεί μόνον ένα (ευγενές) "φύλλο συκής", για να κρύβουμε την ανικανότητά μας να σκεφτόμαστε, να επινοούμε νέες έννοιες, να περιγράφουμε τον πλανήτη με μάτια που έχουν αφομοιώσει την κληρονομιά του Μαρξ, αλλά είναι σε θέση να ανοιχτούν σε έναν κόσμο σε μεγάλο βαθμό απροσδόκητο».

* Στην παρέμβασή της η Ροσάνα Ροσάντα σημείωσε: «Οταν δημιουργήσαμε το 1969 το "Μανιφέστο" ως κομμουνιστική εφημερίδα, δεν το κάναμε γιατί σχεδιάζαμε την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, επειδή τότε ήμασταν οι μόνοι που λέγαμε: α) ότι ο κομμουνισμός δεν ήταν αυτό που υπήρχε στον υπαρκτό σοσιαλισμό, β) ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός θα είχε πολύ άσχημη κατάληξη, γ) ότι μια επανάσταση έπρεπε να είναι κοινωνική και όχι μόνον πολιτική. Υποστηρίζαμε ότι στη Δύση και έξω από αυτήν διεξαγόταν μια βαθιά σύγκρουση, τέτοια που αν δεν τροποποιούνταν ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στο καπιταλιστικό κατεστημένο, κρατικό και ιδιωτικό, και στα παλιά και νέα υποκείμενα μιας ριζικής επαναστατικότητας, θα είχαμε μια σοβαρή οπισθοδρόμηση. Και έτσι έγινε.

»Το κατεστημένο στάθηκε ικανό όχι μόνο για καταπίεση αλλά και για αναδιοργάνωση, το σοβιετικό μπλοκ και τα κομμουνιστικά κόμματα διαλύθηκαν χωρίς να αφήσουν αξιόπιστη κληρονομιά και εκείνη η ώθηση για αλλαγή τσακίστηκε από την καταπίεση και από τα δικά της λάθη. Θα μπορούσαμε να λεγόμαστε "κομμουνιστική" εφημερίδα αν είχαμε αντιμετωπίσει τους λόγους της καταστροφής, επανεξετάζοντας τα παραδείγματα που δεν άντεξαν στη δοκιμασία και επιχειρώντας μια ανάλυση της παγκοσμιοποίησης (...)».

* Ο Βαλεντίνο Παρλάτο έγραψε: «Σύμφωνα με τον Μάρκο δεν είμαστε πλέον σε θέση να πούμε τι θα έπρεπε να είναι ο κομμουνισμός στους καιρούς μας. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ακόμη και το πιο γνωστό "Μανιφέστο", εκείνο του Μαρξ και του Ενγκελς, εξέφραζε κυρίως την άρνηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και λίγο ασχολούνταν με το να ορίσει το μέλλον του υλοποιημένου κομμουνισμού. Και επειδή -ας μην ξεχνάμε τον Γκράμσι- ο κομμουνισμός, όταν υλοποιηθεί (έστω και διαφορετικά από αυτό που συνέβη στη δική μας εμπειρία), δεν είναι ο παράδεισος επί γης, τέλειος, ακίνητος και αιώνιος. Στον Μάρκο θα ήθελα να θυμίσω ότι ένα από τα πιο σημαντικά προϊόντα της ανθρώπινης κουλτούρας είναι ο μύθος του Σίσυφου, εκείνου που σπρώχνει ένα βράχο προς την κορυφή του βουνού και συνεχώς ξαναρχίζει να τον σπρώχνει, επειδή ο βράχος ξανακυλάει προς τα κάτω.

»Και θα ήθελα να αναφέρω ένα απόσπασμα του Καμί που λέει: "Η απλή πάλη για να ανέβει προς την κορυφή του βουνού αρκεί για να γεμίσει την καρδιά ενός ανθρώπου. Χρειάζεται να φανταστούμε έναν ευτυχισμένο Σίσυφο". Το "Μανιφέστο", ως "κομμουνιστική εφημερίδα", υπήρξε και θέλει ακόμα να είναι ένας ευτυχισμένος Σίσυφος». *

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 21/04/09

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Νορμπέρτο Μπόμπιο: ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ


Μπορώ να πω μόνο ότι οι προκαταλήψεις γεννιούνται στο μυαλό των ανθρώπων. Γι' αυτό εκεί πρέπει να καταπολεμηθούν, δηλαδή με την ανάπτυξη των γνώσεων και συνεπώς με τη μόρφωση, μέσω της αδιάκοπης μάχης κατά κάθε μορφής σεχταρισμού. Υπάρχουν άνθρωποι που σκοτώνονται για έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Πού γεννιέται το πάθος αυτό, αν όχι στο μυαλό τους;

Δεν πρόκειται φυσικά για πανάκεια, πιστεύω όμως ότι η δημοκρατία μπορεί να χρησιμεύσει και σε αυτό: ως δημοκρατία νοείται μια κοινωνία όπου οι γνώμες είναι ελεύθερες, επομένως είναι αναγκασμένες να συγκρούονται και, μέσω της σύγκρουσης να εξαγνίζονται. Για να απελευθερωθούν από τις προκαταλήψεις, οι άνθρωποι χρειάζονται πρώτα απ' όλα να ζήσουν σε μια ελεύθερη κοινωνία.

Πηγή: Norberto Bobbio "Εγκώμιο της Πραότητας. Και άλλα κείμενα περί ηθικής"
ECRASEZ L' INFAME

Κανένας


Από τον ΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ
Μολονότι το «μαγείρεμα» των αποτελεσμάτων δεν αποκλείεται μέχρις ενός σημείου, αναλόγως του ποιος είναι κάθε φορά ο πελάτης, η πλάνη των δημοσκοπήσεων σχετίζεται κυρίως με κάτι προγενέστερο και πιο βαθύ: με τον παραλογισμό της συμψηφιστικής ενοποίησης ανόμοιων στοιχείων.
ΑΥΤΟ εξυπηρετείται πολύ βολικά απ' τον μονίμως ασαφή χαρακτήρα των ερωτήσεων, περίπου όπως στα τεστ αναψυχής, όπου καθόλου δεν διευκρινίζεται η έννοια των όρων που μπαίνουν σε σύγκριση. Και αντιστρόφως: για παράδειγμα, θα μπορούσε κάποιος να θέσει στους πολίτες το ερώτημα τού εάν θεωρούν τις ταραχές του Δεκεμβρίου «εξέγερση των νέων» και να διαπιστώσει ότι το ποσοστό των «ΟΧΙ» προϋποθέτει τον συνυπολογισμό δύο αντιλήψεων ριζικά αγεφύρωτων: άνθρωποι που κάνουν κριτική «απ' τα δεξιά» θα απαντούσαν αρνητικά, εννοώντας ότι επρόκειτο για έκρηξη κοινής παρανομίας που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με την καταστολή· άνθρωποι που κάνουν κριτική «απ' τα αριστερά» θα απαντούσαν επίσης αρνητικά, εννοώντας κάτι ολότελα διαφορετικό, λόγου χάριν ότι η λεγόμενη εξέγερση ήταν απλώς το βούτυρο πάνω στις καμένες φρυγανιές των βραδινών δελτίων κι ότι, εν πάση περιπτώσει, καμιά αληθινή εξέγερση στην Ιστορία δεν έληξε μόνον και μόνον λόγω των διακοπών των Χριστουγέννων, όπως συνέβη εδώ.

ΦΥΣΙΚΑ, αυτοί οι δύο ετερογενείς και καθέτως αντικρουόμενοι τύποι άρνησης στριμώχνονται απ' τους παρουσιαστές των μετρήσεων στο ίδιο αριθμητικό άθροισμα, όπου αναρχικοί ακτιβιστές και ψηφοφόροι της Ν.Δ. ή του ΛΑΟΣ συγχωνεύονται. Η ασυμμετρία κραυγάζει επιπλέον σε αλλόκοτα συμπεράσματα σαν το περίφημο περί «καταλληλότερου πρωθυπουργού», όπου η αδιανόητη επιλογή «ΚΑΝΕΝΑΣ» (αφού πάντοτε, και εξ υποθέσεως, ο ένας εκ των δύο θα είναι έστω ελάχιστα πιο κατάλληλος) βγάζει μάτι. Ποτέ δεν μας ξεκαθάρισαν αν το «ΚΑΝΕΝΑΣ» τίθεται εξαρχής ως τρίτη επιλογή ή αν μπαίνει εκ των υστέρων εν είδει τσόντας, όπως ας πούμε οι 11 μέρες που πρόσθεσε ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' κατά την ημερολογιακή μεταρρύθμιση.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ αυτή περίπτωση, εφόσον ισχύει, σημαίνει πως οι άνθρωποι απλώς αρνούνται να απαντήσουν στο δίλημμα Καραμανλής/Παπανδρέου, και με το δίκιο τους. Οσο για την πρώτη, δηλαδή για το τρίλημμα ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ - ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ - ΚΑΝΕΝΑΣ, είναι τόσο ξεδιάντροπη, τριχοτομώντας το σύμπαν με τρόπο αποκλειστικά και μεγαλοπρεπώς δικομματικό, ώστε ελάχιστοι παρατηρούν την αληθινή σημασία της: κατ' ουσίαν, μας λένε και μας ξαναλένε διαρκώς ότι θα είναι είτε ο Καραμανλής, είτε ο Παπανδρέου - αλλιώς, κανένας.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 11/04/09

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Golden boys, κουκουλοφόροι και το «καλό του συνόλου»


«Κυνήγησε τις άλλες, όχι εμένα!»

Αυτό που είναι πραγματικά εντυπωσιακό με τα γεγονότα που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες είναι πόσο αναποτελεσματικές είναι οι επικλήσεις στο όνομα του «καλού του συνόλου». Είτε απευθύνονται προς εκείνους που καταστρέφουν εκπαιδευτικά ιδρύματα, καταστήματα και σιδηρόδρομους, είτε προς ομάδες συμφερόντων που προασπίζονται τα στενά συντεχνιακά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για τις ευρύτερες ζημιές στην κοινωνία, οι εκκλήσεις πάνε όλες γενικώς στο βρόντο.

Από τη σκοπιά λοιπόν της εξελικτικής θεωρίας προκύπτει το ερώτημα: τα άτομα που συμπεριφέρονται με αυτό τον ιδιοτελή τρόπο, αρνούμενοι να θυσιάσουν τα συμφέροντά τους στο βωμό του συνόλου, λειτουργούν «αφύσικα»; Ή αντιθέτως είναι «αφύσικη» -και για αυτό αναποτελεσματική- η επίκληση στο «καλό του συνόλου», προκειμένου να τους πείσει να σταματήσουν τις επιζήμιες δραστηριότητές τους; (Σ.σ.: το να είναι μια συμπεριφορά «φυσική» δεν σημαίνει ότι είναι κατ' ανάγκη «καλή»... αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Για πολλά χρόνια στη βιολογία της εξέλιξης επικρατούσε η περίφημη θεωρία της «επιλογής ομάδας». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, μια ομάδα της οποίας τα μεμονωμένα μέλη είναι έτοιμα να θυσιαστούν για το καλό της έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει και να αναπαραχθεί, από ό,τι μια ομάδα στην οποία επικρατούν μόνο ιδιοτελή άτομα. Κατά συνέπεια η φυσική επιλογή θα ευνοήσει τις ομάδες ή τα είδη των οποίων τα μέλη είναι έτοιμα να θυσιαστούν για το καλό του συνόλου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, π.χ. σε περιπτώσεις σπάνιων διατροφικών πόρων, ένα ζώο θα κρατήσει σε χαμηλούς ρυθμούς την αναπαραγωγή του, προκειμένου να μην αυξηθεί πολύ ο πληθυσμός και μ' αυτόν τον τρόπο μειωθούν καταστροφικά τα τρόφιμα. Μόνο οι ομάδες των ζώων που θα λειτουργούσαν με αυτό τον τρόπο θα επιβίωναν. Αντίθετα, οι ομάδες των οποίων τα μέλη λειτουργούσαν εγωιστικά και έκαναν πολλούς απογόνους, θα εξαφανίζονταν λόγω της υπερεκμετάλλευσης των διατροφικών πόρων.

Η θεωρία αυτή φαινόταν να εξηγεί εκ πρώτης άποψης περιπτώσεις «αυτοθυσίας» στο ζωικό βασίλειο, όπως τις φωνές που έβγαζαν ορισμένα πουλιά όταν έβλεπαν να πλησιάζει ένα αρπακτικό. Τα πουλιά με αυτό τον τρόπο προειδοποιούσαν τα μέλη της υπόλοιπης ομάδας και τους έδιναν τον χρόνο να φύγουν ή να κρυφτούν. Ομως ταυτόχρονα θυσίαζαν τον εαυτό τους, επισύροντας με τη φωνή τους την προσοχή του αρπακτικού.

Αν λοιπόν ίσχυε η θεωρία της «επιλογής ομάδας», τότε πράγματι ο «αναρχικός» που καταστρέφει τη δημόσια περιουσία, ο αγρότης που κλείνει τους δρόμους για να πάρει μεγαλύτερες επιδοτήσεις και τα golden boys των τραπεζών που δυναμίτιζαν τις οικονομίες γενεών για να πάρουν μεγαλύτερα bonus, όλοι τους λειτουργούν «αφύσικα». Βάζοντας το κέφι τους υψηλότερα από το ομαδικό συμφέρον, παραβιάζουν τους φυσικούς νόμους που σύμφωνα με αυτή την αντίληψη ευνοούν τα κοινωνικά σύνολα, των οποίων τα μέλη λειτουργούν με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο.

Ομως, δυστυχώς, η θεωρία δεν ισχύει. Την ανατροπή της θεωρίας οφείλουμε στο κλασικό έργο Adaptation and Natural Selecton (Προσαρμογή και Φυσική Επιλογή -1966) του βιολόγου George Williams. Σύμφωνα με τον Williams η «επιλογή ομάδας» δεν μπορεί να έχει παίξει κανένα σοβαρό ρόλο στην εξέλιξη των έμβιων όντων για τον ακόλουθο λόγο. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα είδος πουλιών που αποτελείται από δύο τύπους, τον Α και τον Β. Οι Α αυτοθυσιάζονται αυτοκτονώντας, όταν υπάρχει έλλειψη τροφής, προκειμένου να επιβιώσει η υπόλοιπη ομάδα. Οι Β αντίθετα τρώνε πάντοτε «του σκασμού», αδιαφορώντας για το «καλό του συνόλου».Το ερώτημα είναι: ποιος από τους δύο τύπους θα αναπαραχθεί στην επόμενη γενιά; Η απάντηση είναι φυσικά ότι τα πουλιά που αυτοκτονούν δεν πρόκειται να αφήσουν απογόνους, ενώ αντίθετα αυτά που αρνήθηκαν να θυσιαστούν για το καλό του συνόλου θα αφήσουν. Ετσι, σε μερικές γενιές όλο το κοπάδι θα αποτελείται από τους Β, δηλαδή τα πουλιά που έχουν «ιδιοτελή» χαρακτηριστικά.

Η ανατροπή της θεωρίας της «επιλογής ομάδας» οδήγησε επίσης σε μια επανεξέταση των περιπτώσεων συμπεριφοράς ζώων, που παραδοσιακά ερμηνεύονταν ως περιπτώσεις αυτοθυσίας για το καλό της ομάδας -όπως τις χαρακτηριστικές «προειδοποιητικές» κραυγές ορισμένων πτηνών, στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως. Το πουλί που βγάζει την κραυγή, σύμφωνα με την παραδοσιακή θεωρία, ρισκάρει τον θάνατό του (αποκαλύπτοντας τη θέση του στο αρπακτικό), προκειμένου να προειδοποιήσει τους άλλους συντρόφους του.

Αμ δε! Οπως έδειξαν σύγχρονα πειράματα, η κραυγή του πουλιού δεν απευθύνεται στους συντρόφους του, αλλά στο αρπακτικό. Με την κραυγή του το πουλί ενημερώνει τον θηρευτή ότι τον έχει δει και ότι κατά συνέπεια έχει όλο τον καιρό να διαφύγει κρυβόμενο, π.χ. στην πυκνή βλάστηση. «Κυνήγα τους άλλους, όχι εμένα γιατί εγώ σε έχω δει» λέει το πουλί στο αρπακτικό με την κραυγή του. Η συμπεριφορά του δεν στοχεύει στο «καλό του συνόλου», αλλά στην επιβίωση και αναπαραγωγή των δικών του γονιδίων.

Πέντε έτη μετά την έκδοση του βιβλίου του Williams όλοι σχεδόν οι βιολόγοι είχαν εγκαταλείψει τη θεωρία της «επιλογής ομάδας». Οι μόνοι που φαίνεται ότι εξακολουθούν να την πιστεύουν σήμερα είναι οι πολιτικοί και για αυτό ίσως οι εκκλήσεις τους δεν φέρνουν απολύτως κανένα αποτέλεσμα.

ΚΑΡΟΛΟΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 14/03/2009