Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Χρυσός και Οικονομική Ελευθερία


Θα σας παρουσιάσω ένα ελάχιστα γνωστό κείμενο του "Sir" Alan Greenspan, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο "Καπιταλισμός - το άγνωστο ιδεώδες" της αείμνηστης Ayn Rand το 1967, δηλαδή την εποχή που ο Alan ήταν ακόμα ένας "ντεμπυτάντ" στο χώρο της οικονομικής σκέψης και πολύ πρίν αναλάβει καθήκοντα "Αρχι-αλχημιστού" σαν αρχηγός της FED. Πολύ πριν, δηλαδή, ο ίδιος απορροφηθεί από τον Λεβιάθαν του Χρηματοπιστωτικού κατεστημένου. Το κείμενο τιτλοφορείται "Χρυσός και Οικονομική Ελευθερία". 
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όταν ο Sir Αlan ερωτήθηκε από ένα μέλος του Κογκρέσσου -τον Ron Paul- πως,  ύστερα από τόσα χρόνια μήπως θα ήθελε ο ίδιος να αλλάξει κάτι στο αρχικό κείμενο της μελέτης αυτής, εκείνος απάνησε: "...ούτε ένα κόμμα"!

***
Πηγή: "Capitalism, the Unknown Ideal" by Ayn Rand, 1967 Η εργασία που ακολουθεί είναι μια κατά το δυνατόν πιστή μετάφραση άρθρου του ΑΛΑΝ ΓΚΡΗΝΣΠΑΝ που μαζί με άλλες εργασίες του, περιέχονται στο βιβλίο "ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ" της ΑΪΑΝ  ΡΑΝΤ - έκδοση 1967 (Ευχαριστώ τον C.I.G.A. Πάνο για την ευγενική του προσφορά)
Sir Greenie Χρυσός και Οικονομική Ελευθερία
Του ΑΛΑΝ ΓΚΡΗΝΣΠΑΝ

Μία σχεδόν υστερική αντιπαλότητα προς τον "κανόνα χρυσού" είναι η μπαντιέρα που ενώνει τους απανταχού κρατιστές* όλων των αποχρώσεων. Φαίνεται πως αντιλαμβάνονται, ίσως πιό καθαρά και ξάστερα από πολλούς άλλους συνεπείς υποστηρικτές της ελεύθερης κοινωνίας, ότι ο χρυσός και η οικονομική ελευθερία είναι αδιαχώριστα, ότι ο κανόνας χρυσού είναι ένα εργαλείο της ελεύθερης κοινωνίας και ότι έκαστο επιβάλει και προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου.
Για να καταλάβουμε την αιτία της αντίθεσής τους, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε κατ' αρχάς τον συγκεκριμένο ρόλο του χρυσού σε μια ελεύθερη κοινωνία.
Το χρήμα είναι ο κοινός παρονομαστής όλων των οικονομικών συναλλαγών. Είναι το αγαθό που εξυπηρετεί σαν μέσον συναλλαγών, είναι παγκοσμίως αποδεκτό, από όλους τους συμμετέχοντες σε μια συναλλακτική οικονομία, σαν πληρωμή αγαθών και υπηρεσιών και ως εκ τούτου μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μέτρο αξίας στην αγορά και σαν αποθήκευση αξίας π.χ. σαν μέσον αποταμίευσης.
Η ύπαρξη τέτοιου είδους είναι προϋπόθεση για μια οικονομία κατανομής εργασίας. Εάν οι άνθρωποι δεν είχαν ένα είδος αντικειμενικής αξίας που να ήταν γενικά αποδεκτό σαν χρήμα, θα έπρεπε να καταφύγουν σε πρωτόγονες ανταλλαγές προϊόντων ή θα ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν σε αυτάρκη αγροκτήματα και να στερηθούν των ανεκτίμητων πλεονεκτημάτων της εξειδίκευσης. Εάν οι άνθρωποι δεν είχαν τρόπο αποθήκευσης αξίας, δηλαδή αποταμίευσης, θα ήταν αδύνατον να προβούν σε συναλλαγές ή μακροχρόνιο προγραμματισμό.
Η απόφαση για το ποιό ακριβώς μέσον συναλλαγών θα είναι αποδεκτό από όλους τους συμμετέχοντες σε μια οικονομία δεν είναι αυθαίρετη. Πρώτα απ' όλα το μέσον συναλλαγών πρέπει να είναι ανθεκτικό στο χρόνο. Σε μια πρωτόγονη κοινωνία περιορισμένου πλούτου, το σιτάρι θα μπορούσε να θεωρηθεί αρκετά ανθεκτικό για χρήση σαν μέσο συναλλαγών, εφόσον όλες οι δοσοληψίες θα συνέβαιναν μόνον κατά την διάρκεια και αμέσως μετά τον θερισμό, και δεν θα περίσσευε κάποια ποσότητα άξια λόγου για μακροχρόνια αποθήκευση. Αλλά όπου το ζήτημα "αποθήκευση-αξίας" γίνεται σημαντικό, όπως είναι στις πλούσιες, περισσότερο πολιτισμένες κοινωνίες, το μέσον συναλλαγών πρέπει να είναι ένα ανθεκτικό αγαθό, συνήθως κάποιο μέταλλο. Ένα μέταλλο γενικώς επιλέγεται επειδή είναι ομοιογενές και διαιρετό: κάθε μονάδα είναι ολόϊδια με οποιαδήποτε άλλη και μπορεί να συγχωνευτεί ή να μορφοποιηθεί σε οποιαδήποτε ποσότητα. Τα πολύτιμα κοσμήματα π.χ. δεν είναι ούτε ομοιογενή ούτε διαιρετά.
Ακόμα πιο σημαντικό είναι, το αγαθό που θα επιλεγεί σαν μέσον συναλλαγών πρέπει να είναι πολυτελές. Η ανθρώπινη επιθυμία για πολυτέλειες είναι απεριόριστη και ως εκ τούτου τα πολυτελή αγαθά είναι πάντα σε ζήτηση και θα είναι πάντα αποδεκτά. Το σιτάρι είναι μια πολυτέλεια σε υποσιτιζόμενες κοινωνίες, αλλά όχι σε ευημερούσες κοινωνίες. Τα τσιγάρα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, δεν θα εξυπηρετούσαν σαν χρήμα, αλλά αυτή ήταν η χρήση τους στην μεταπολεμική Ευρώπη όπου εθεωρούντο μια πολυτέλεια. Ο όρος πολυτελές αγαθό υποδηλώνει σπανιότητα και υψηλή αξία ανά μονάδα. Έχοντας υψηλή τιμή ανά μονάδα, ένα τέτοιο αγαθό μεταφέρεται εύκολα, για παράδειγμα μια ουγγιά χρυσού (31,1 γραμμάρια) αξίζει όσο μισός τόνος σιδήρου.
Στα πρώϊμα στάδια μιας αναπτυσσόμενης χρηματικής οικονομίας, διάφορα μέσα συναλλαγών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, εφόσον μια μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων θα ικανοποιούσε τις παραπάνω συνθήκες. Ωστόσο ένα από τα εμπορεύματα σταδιακά θα εκτοπίσει όλα τα άλλα, όντας ευρύτερα αποδεκτό. Οι προτιμήσεις ως προς τι θα συσσωρευτεί σαν "αποθήκη-αξίας" θα κλίνουν προς το πλέον αποδεκτό εμπόρευμα, και αυτή η τάση με την σειρά της , θα κάνει αυτό το εμπόρευμα ακόμα πιο αποδεκτό. Η τάση είναι προοδευτική μέχρι που αυτό το εμπόρευμα γίνεται το μοναδικό μέσο συναλλαγών. Η χρήση ενός μοναδικού μέσου είναι εξαιρετικά πλεονεκτική για τους ίδιους λόγους που μια χρηματική οικονομία είναι ανώτερη από μια ανταλλακτική οικονομία : βοηθάει στην πραγματοποίηση ανταλλαγών σε απείρως μεγαλύτερη κλίμακα.
Το εάν έχει επιλεγεί σαν μοναδικό μέσον ο χρυσός, το ασήμι, τα όστρακα, τα βοοειδή ή ο καπνός, είναι θέμα ελεύθερης βούλησης, που εξαρτάται από τον βαθμό ανάπτυξης μιας συγκεκριμένης οικονομίας. Στην πράξη, όλα τα ανωτέρω έχουν χρησιμοποιηθεί, σε διάφορες ιστορικές περιόδους, σαν μέσα συναλλαγών. Ακόμη και στον αιώνα που διανύουμε, δύο σημαντικά εμπορεύματα, ο χρυσός και ο άργυρος έχουν χρησιμοποιηθεί σαν διεθνή μέσα συναλλαγών, με τον χρυσό να επικρατεί.
Ο χρυσός, έχοντας καλλιτεχνική και λειτουργική ιδιότητα παράλληλα, και όντας σχετικά σπάνιος, πάντοτε εθεωρείτο αγαθό πολυτελείας. Είναι ανθεκτικός, ομοιογενής, διαιρετός, μεταφέρεται εύκολα, και συνεπώς έχει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι όλων των άλλων μέσων συναλλαγών. Από τις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, είναι στην ουσία το μοναδικό μέσον των παγκόσμιων συναλλαγών.
Εάν όλα τα αγαθά και υπηρεσίες έπρεπε να πληρωθούν σε χρυσό, μεγάλου ύψους πληρωμές θα ήταν δύσκολο να γίνουν, και αυτή η δυσκολία θα έτεινε να περιορίσει την έκταση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και την εξειδίκευση. Έτσι, μια λογική συνέχεια της δημιουργίας ενός μέσου συναλλαγών, είναι η δημιουργία ενός τραπεζικού συστήματος και εργαλείων πίστης (τραπεζογραμμάτια και καταθέσεις) που λειτουργούν σαν υποκατάστατα του χρυσού αλλά είναι πλήρως μετατρέψιμα σε χρυσό.
Ένα ελεύθερο τραπεζικό σύστημα βασισμένο σε χρυσό είναι ικανό να παρέχει πίστωση και έτσι να δημιουργήσει τραπεζογραμμάτια (νόμισμα) και καταθέσεις, σύμφωνα με τις παραγωγικές απαιτήσεις της οικονομίας. Οι κάτοχοι χρυσού παρακινούνται, μέσω καταβολής τόκου, να καταθέσουν τον χρυσό τους σε μια τράπεζα (έναντι της κατάθεσης έχουν δικαίωμα έκδοσης επιταγών). Εφόσον είναι σπάνια η περίπτωση που όλοι οι καταθέτες θα θελήσουν να κάνουν ανάληψη όλου του χρυσού την ίδια στιγμή, οι τράπεζες μπορούν να διατηρούν σαν αποθεματικό μέρος μόνον των συνολικών καταθέσεων σε χρυσό. Αυτό διευκολύνει τον τραπεζίτη να δανείζει περισσότερα από το ποσόν των καταθέσεων σε χρυσό (που σημαίνει ότι κρατάει απαιτήσεις σε χρυσό παρά χρυσό σαν ασφάλεια των καταθέσεών του). Ωστόσο το ποσόν των δανείων που μπορεί να χορηγήσει δεν είναι αυθαίρετο - πρέπει να το ρυθμίσει σε σχέση με τα αποθεματικά του και την κατάσταση των επενδύσεων του.
Όταν οι τράπεζες δανείζουν χρήματα προκειμένου να χρηματοδοτηθούν παραγωγικές και κερδοφόρες επενδύσεις, τα δάνεια αποπληρώνονται γρήγορα και η τραπεζική πίστωση εξακολουθεί να είναι γενικώς διαθέσιμη. Αλλά όταν οι επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται με τραπεζική πίστωση είναι λιγότερο κερδοφόρες και αργούν την αποπληρωμή, οι τραπεζίτες γρήγορα διαπιστώνουν ότι τα χορηγηθέντα δάνεια είναι υπερβολικά σε σχέση με τα αποθέματά τους σε χρυσό, και αρχίζουν να μειώνουν την χορήγηση νέων δανείων, συνήθως χρεώνοντας υψηλότερα επιτόκια. Αυτό έχει την τάση να περιορίζει την χρηματοδότηση νέων επιχειρηματικών σχεδίων και πιέζει τους έχοντες ήδη δανειστεί να βελτιώσουν πρώτα την κερδοφορία τους προκειμένου να τους δοθούν νέες πιστώσεις για περαιτέρω επέκταση. Έτσι, υπό τον κανόνα χρυσού, ένα ελεύθερο τραπεζικό σύστημα αναδεικνύεται σε προστάτη οικονομικής σταθερότητας και ισόρροπης ανάπτυξης.
Όταν ο χρυσός είναι αποδεκτός σαν μέσον συναλλαγών από τα περισσότερα ή όλα τα έθνη, ένας αδέσμευτος και ελεύθερος διεθνής κανόνας χρυσού προωθεί τον διεθνή καταμερισμό εργασίας και το ευρύτερο διεθνές εμπόριο. Αν και οι μονάδες συναλλαγών (το δολάριο, η Αγγλική λίρα, το φράγκο κ.λ.π.) διαφέρουν από χώρα σε χώρα, όταν όλες καθορίζονται σε όρους χρυσού οι οικονομίες των διαφόρων χωρών λειτουργούν σαν μία - εφόσον δεν υπάρχουν περιορισμοί στο εμπόριο και στην κίνηση κεφαλαίων. Η πίστωση, τα επιτόκια, και οι τιμές τείνουν να ακολουθούν παρόμοια συμπεριφορά σε όλες τις χώρες. Για παράδειγμα, εάν οι τράπεζες σε μία χώρα ακολουθήσουν πολύ χαλαρή πιστωτική πολιτική, τα επιτόκια σε αυτήν την χώρα θα τείνουν να πέσουν, προτρέποντας τους καταθέτες να μετακινήσουν τον χρυσό τους σε τράπεζες άλλων χωρών που δίνουν υψηλότερα επιτόκια. Αυτό άμεσα θα προκαλέσει έλλειψη στα αποθεματικά των τραπεζών της χώρας του "εύκολου χρήματος", προκαλώντας αυστηρότερα πιστωτικά κριτήρια και επάνοδο σε υψηλότερα, πιο ανταγωνιστικά επιτόκια ξανά.
Ένα πλήρως ελεύθερο τραπεζικό σύστημα και απόλυτα συνεπές με τον κανόνα χρυσού δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Αλλά πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το τραπεζικό σύστημα στις ΗΠΑ (και στον περισσότερο κόσμο) ήταν βασισμένο στον χρυσό, και παρά την κατά καιρούς παρέμβαση των κυβερνήσεων, οι τράπεζες ήταν περισσότερο ελεύθερες παρά ελεγχόμενες. Περιοδικά, σαν αποτέλεσμα της υπερβολικά γρήγορης πιστωτικής επέκτασης, οι τράπεζες δάνειζαν μέχρι το όριο των αποθεμάτων τους σε χρυσό, τα επιτόκια ανέβαιναν πολύ, οι νέες πιστώσεις έπεφταν, και η οικονομία έπεφτε σε έντονη αλλά βραχύβια ύφεση. (Σε σύγκριση με τις υφέσεις του 1920 και 1932, οι προ του πρώτου παγκοσμίου πολέμου πτώσεις της οικονομικής δραστηριότητας ήταν σίγουρα ηπιότερες.) Τα περιορισμένα αποθέματα σε χρυσό ήταν αυτά που σταματούσαν την ανισόρροπη επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας, πριν αυτή εξελιχθεί σε πλήρως καταστροφική του τύπου της μετά-τον-πρώτο-παγκόσμιο-πόλεμο περιόδου. Η περίοδοι επαναπροσαρμογής ήταν σύντομες και οι οικονομίες γρήγορα επανακτούσαν ισχυρά θεμέλια για επανέναρξη της ανάπτυξης.
Αλλά αυτή ακριβώς η διαδικασία θεραπείας, λανθασμένα διαγνώστηκε σαν ασθένεια: εάν η έλλειψη τραπεζικών αποθεματικών προκαλούσε πτώση δραστηριότητας - επιχειρηματολόγησαν οι οικονομικοί παρεμβατιστές - γιατί να μην βρεθεί ένας τρόπος εφοδιασμού αυξημένων αποθεματικών στις τράπεζες έτσι που να μην ξαναβρεθούν με έλλειμμα ! Εάν οι τράπεζες μπορούν να συνεχίσουν να δανείζουν χρήματα επ' αόριστον - ελέχθη - δεν θα χρειαζόταν ποτέ να έχουμε κάμψη οικονομικής δραστηριότητας. Και έτσι ιδρύθηκε η Κεντρική Τράπεζα (Federal Reserve System) το 1913. Αποτελείτο από δώδεκα περιφερειακές τράπεζες ιδιοκτησίας ιδιωτών τραπεζιτών κατ' όνομα, αλλά στην ουσία τελούσαν υπό την εγγύηση, έλεγχο, και υποστήριξη της κυβέρνησης. Η χορηγούμενη πίστωση από αυτές τις τράπεζες είναι στην πράξη (αν και όχι νόμιμα) υποστηριζόμενη από την δύναμη επιβολής φόρων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Τεχνικά, παραμείναμε στον κανόνα χρυσού - οι πολίτες ήταν ακόμα ελεύθεροι να κατέχουν χρυσό, και ο χρυσός εξακολουθούσε να χρησιμεύει σαν αποθεματικό τραπεζών. Αλλά τώρα, παράλληλα με τον χρυσό, η χορηγούμενη πίστωση από την κεντρική τράπεζα (χάρτινα αποθεματικά) μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν νόμιμο νόμισμα πληρωμής των καταθετών.
Όταν η οικονομία στην Αμερική γνώρισε μια ήπια κάμψη το 1927, η Κεντρική Τράπεζα δημιούργησε μεγαλύτερα χάρτινα αποθεματικά με την ελπίδα να ματαιώσει την πιθανότητα έλλειψης αποθεματικών στις εμπορικές τράπεζες. Πιο καταστροφική ωστόσο, ήταν η απόπειρα της Κεντρικής Τράπεζας να βοηθήσει την Μεγάλη Βρετανία, η οποία έχανε τον χρυσό της προς όφελος της Αμερικής, επειδή η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας ηρνείτο να επιτρέψει άνοδο των επιτοκίων την στιγμή που αυτό επέβαλλαν οι δυνάμεις της αγοράς (ήταν πολιτικά μη αποδεκτό). Το σκεπτικό των εμπλεκομένων αρχών είχε ως εξής : εάν η Κεντρική Τράπεζα τροφοδοτούσε με υπερβάλλοντα χάρτινα αποθεματικά τις Αμερικανικές τράπεζες, τα επιτόκια στην Αμερική θα έπεφταν σε επίπεδα παρόμοια με αυτά της Μεγάλης Βρετανίας, και αυτό θα λειτουργούσε σαν φρένο στην απώλεια του Βρετανικού χρυσού και συνεπώς μιας πολιτικά επιζήμιας ανόδου των επιτοκίων.
Η Κεντρική Τράπεζα της Αμερικής (FED) τα κατάφερε: σταμάτησε την απώλεια χρυσού, αλλά στην πορεία αυτής της προσπάθειας σχεδόν κατέστρεψε τις οικονομίες του κόσμου. Η υπερβολική πίστωση με την οποία η FED τροφοδότησε την οικονομία, διαχύθηκε στο Χρηματιστήριο δημιουργώντας μία φανταστική κερδοσκοπική έκρηξη τιμών. Με καθυστέρηση, οι αξιωματούχοι της FED προσπάθησαν να απορροφήσουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα και τελικώς κατάφεραν να σταματήσουν την κερδοσκοπική φούσκα. Αλλά ήταν πολύ αργά: το 1929 οι κερδοσκοπικές ανισορροπίες είχαν γίνει τόσο συντριπτικές ώστε οι ενέργειες της FED προκάλεσαν οξύτατη συρρίκνωση και εν συνεχεία κατάρρευση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης. Σαν αποτέλεσμα, η Αμερικανική οικονομία κατέρρευσε. Η Μεγάλη Βρετανία τα πήγε ακόμη χειρότερα, και αντί να εξομαλύνει όλες τις συνέπειες της προηγηθείσας ανόητης πολιτικής, εγκατέλειψε τελείως τον κανόνα χρυσού το 1931, ισοπεδώνοντας όποια υπόλοιπα εμπιστοσύνης είχαν απομείνει και προκαλώντας σειρά τραπεζικών καταρρεύσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Οι οικονομίες όλου του κόσμου βυθίστηκαν στην Μεγάλη Ύφεση του 1930.
Με λογική παρόμοια αυτής της προηγούμενης γενεάς, οι κρατιστές υποστήριξαν ότι ο κανόνας χρυσού κυρίως ευθύνετο για την πιστωτική κατάρρευση που οδήγησε στην Μεγάλη Ύφεση. Εάν ο κανόνας χρυσού δεν ίσχυε, έλεγαν, η εγκατάλειψη των πληρωμών σε χρυσό από την Μ. Βρετανία το 1931 δεν θα είχε προκαλέσει την κατάρρευση των τραπεζών σε όλο τον κόσμο. (Η ειρωνεία ήταν ότι από το 1913 βρισκόμασταν όχι σε κανόνα χρυσού αλλά σε αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν "μικτός κανόνας χρυσού" - ωστόσο το φταίξιμο αποδόθηκε στον χρυσό.)
Αλλά η αντίθεση σε οποιαδήποτε μορφή κανόνα χρυσού - από ένα αυξανόμενο αριθμό υποστηρικτών του 'κράτους ευημερίας' - στην πραγματικότητα είχε σαν αφετηρία μια πολύ πιό ύπουλη σκέψη: την επίγνωση ότι ο κανόνας χρυσού είναι ασύμβατος με τις χρόνιες ελλειμματικές δαπάνες (το έμβλημα του 'κράτους ευημερίας'). Εάν απογυμνωθεί από την ακατάληπτη ακαδημαϊκή φρασεολογία του, το κράτος ευημερίας δεν είναι παρά ένας μηχανισμός μέσω του οποίου οι κυβερνήσεις δημεύουν τον πλούτο των παραγωγικών μελών της κοινωνίας προκειμένου να στηρίξουν μια ευρύτατη γκάμα 'σχεδίων ευημερίας'. Ένα μεγάλο μέρος της δήμευσης πραγματοποιείται μέσω φορολογίας. Αλλά οι κρατιστές της ευημερίας γρήγορα κατάλαβαν ότι εάν θέλουν να διατηρήσουν την πολιτική τους δύναμη, η φορολογία έπρεπε να είναι περιορισμένη και θα έπρεπε να καταφύγουν σε προγράμματα μαζικών δαπανών μέσω ελλειμμάτων, θα έπρεπε δηλαδή να δανειστούν χρήματα εκδίδοντας κρατικά ομόλογα, για να χρηματοδοτήσουν μεγάλης κλίμακας δαπάνες ευημερίας.
Σύμφωνα με τον κανόνα χρυσού, το ποσόν της πίστωσης που μία οικονομία μπορεί να αντέξει προσδιορίζεται από τα απτά περιουσιακά στοιχεία της οικονομίας αυτής, εφόσον κάθε εργαλείο πίστης είναι σε τελευταία ανάλυση μια απαίτηση έναντι απτών περιουσιακών στοιχείων. Ωστόσο, τα κρατικά ομόλογα δεν καλύπτονται με απτό πλούτο, παρά μόνον με την υπόσχεση του κράτους να πληρώσει από μελλοντικά φορολογικά έσοδα, και ως εκ τούτου διατίθενται με δυσκολία στις αγορές. Ένας μεγάλος όγκος νέων κρατικών ομολόγων μπορούν να διατεθούν στο κοινό μόνον με σταδιακά αυξανόμενα επιτόκια. Έτσι, οι κρατικές ελλειμματικές δαπάνες περιορίζονται δραστικά κάτω από τον κανόνα χρυσού.
Η εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού κατέστησε δυνατόν για τους κρατιστές ευημερίας να χρησιμοποιήσουν το τραπεζικό σύστημα σαν όχημα ατελείωτης πιστωτικής επέκτασης. Δημιούργησαν χάρτινα αποθεματικά υπό την μορφή κρατικών ομολόγων τα οποία -μέσω ενός πολύπλοκου τρόπου- οι τράπεζες δέχονται εις αντικατάσταση απτών περιουσιακών στοιχείων και τα μεταχειρίζονται σαν να ήταν πραγματικές καταθέσεις, δηλαδή το αντίστοιχο αυτού που παλαιότερα ήταν κατάθεση χρυσού. Ο κάτοχος κρατικού ομολόγου ή τραπεζικής κατάθεσης που δημιουργήθηκε από χάρτινα αποθεματικά πιστεύει ότι έχει βάσιμη απαίτηση πάνω σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία. Αλλά γεγονός είναι ότι σήμερα υπάρχουν περισσότερες εκκρεμείς απαιτήσεις απ' ότι πραγματικά περιουσιακά στοιχεία.
Ο νόμος προσφοράς και ζήτησης δεν μπορεί να παραβιαστεί. Καθώς η προσφορά χρήματος (απαιτήσεων) αυξάνεται σε σχέση με την προσφορά απτών περιουσιακών στοιχείων στην οικονομία, οι τιμές πρέπει τελικά να ανέβουν. Έτσι τα κέρδη που αποταμιεύτηκαν από τα παραγωγικά μέλη της κοινωνίας χάνουν αξία σε σχέση με τα προϊόντα. Όταν τα λογιστικά βιβλία της οικονομίας τελικά ισοσκελισθούν, βρίσκεται ότι η απώλεια αξίας αντιπροσωπεύει τα αγαθά που η κυβέρνηση αγόρασε για παροχή ευημερίας ή άλλους σκοπούς με χρηματικά έσοδα από κρατικά ομόλογα που χρηματοδοτήθηκαν μέσω τραπεζικής πιστωτικής επέκτασης.
Όταν απουσιάζει ο κανόνας χρυσού, δεν υπάρχει τρόπος να προστατευτούν οι αποταμιεύσεις από δήμευση μέσω πληθωρισμού. Δεν υπάρχει ασφαλής αποθήκευση αξίας. Εάν υπήρχε, η κυβέρνηση θα έπρεπε να κηρύξει παράνομη την κατοχή της, όπως έκανε στην περίπτωση του χρυσού**. Εάν όλοι αποφάσιζαν, για παράδειγμα, να μετατρέψουν όλες τις τραπεζικές καταθέσεις σε ασήμι ή χαλκό ή οποιοδήποτε άλλο αγαθό, και ως εκ τούτου απέφευγαν να δεχτούν επιταγές σαν πληρωμή των προϊόντων, οι τραπεζικές καταθέσεις θα έχαναν την αγοραστική τους δύναμη και η κρατικά-δημιουργημένη τραπεζική πίστη θα ήταν άχρηστη σαν απαίτηση επί αγαθών. Η οικονομική πολιτική του κράτους ευημερίας έχει σαν απαίτηση να μην υπάρχει τρόπος για τους κατόχους πλούτου να προστατέψουν τον εαυτό τους.
Αυτό είναι το άθλιο μυστικό για τις ύβρεις κατά του χρυσού από τους κρατιστές της ευημερίας. Οι ελλειμματικές δαπάνες είναι απλούστατα ένας μηχανισμός για την κρυφή δήμευση του πλούτου. Ο χρυσός στέκεται εμπόδιο σ' αυτήν την δόλια διαδικασία. Είναι ο προστάτης των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας. Εάν κάποιος τα κατανοήσει αυτά, δεν θα έχει καμία δυσκολία να καταλάβει την αντίθεση των κρατιστών προς τον κανόνα χρυσού.
--------------------------------
* (Σ.τ.Μ.) : κρατιστές- μεταφορά στην ελληνική του αγγλικού όρου statists.
** (Σ.τ.Μ.)2: το 1933, μετά το Μεγάλο Κραχ, η κυβέρνηση Ρούσβελτ κήρυξε παράνομη την κατοχή χρυσού (!) και υποχρέωσε τους κατόχους να το ανταλλάξουν σε "μετατρέψιμα" χαρτονομίσματα. Η κατοχή χρυσού έγινε ξανά νόμιμη στα τέλη της δεκαετίας 1970.
***

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Τι σημαίνει «επιλεκτική χρεοκοπία»

Αν ήθελε κάποιος να περιγράψει με απλά λόγια τι σημαίνει πρακτικά η τοποθέτηση της Ελλάδας σε καθεστώς «επιλεκτικής χρεοκοπίας» (selective default), θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την παρακάτω φράση κοινοτικού αξιωματούχου: «Είναι σαν να μπαίνεις στη φυλακή για ένα σκληρό έγκλημα, αλλά να βγαίνεις γρήγορα λόγω καλής διαγωγής».
Ωστόσο, από τη στιγμή που θα «μπεις στη φυλακή», όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά. Πρωταρχικό ρόλο για να βγεις γρήγορα και ομαλά έχει, για ακόμα μία φορά, η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Από τη στιγμή που η Ελλάδα φτάσει σε σημείο να τεθεί από τους οίκους αξιολόγησης σε καθεστώς «επιλεκτικής χρεοκοπίας», οι αποφάσεις της ΕΚΤ για το εάν θα συνεχίσει να δέχεται ως εγγύηση τα ελληνικά ομόλογα ή όχι, θα καθορίσουν και το μέγεθος του προβλήματος που θα αντιμετωπίσει η χώρα και όλοι μας.
Παράγοντες της αγοράς και οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η κατηγορία της «επιλεκτικής χρεοκοπίας» αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα. Δεν είναι χρεοκοπία σε καμία περίπτωση και δεν έχει τις συνέπειες μιας πτώχευσης. Επί της ουσίας, μία χώρα τοποθετείται σε αυτό το καθεστώς όταν δεν εξυπηρετήσει κάποιες υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π. χ. για το 2013). Ταυτόχρονα, όμως, συνεχίζει να πληρώνει κανονικά τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της (τόκοι, λήξεις κ. λπ.) για τα άλλα έτη.
Το μεγάλο πρόβλημα όμως έγκειται στο γεγονός ότι η ΕΚΤ συνεχίζει να διατηρεί την αυστηρή θέση της, ότι σε περίπτωση «επιλεκτικής χρεοκοπίας» για την Ελλάδα δεν θα παρέχει ρευστότητα στις εγχώριες τράπεζες με την εγγύηση ομόλογων. Εφόσον η απόφασή της αυτή δεν αλλάξει (σ. σ.: σε περίπτωση πάντα που οι οίκοι αξιολόγησης αποφασίσουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε «επιλεκτική χρεοκοπία»), τότε υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:
1. Η «επιλεκτική χρεοκοπία» να είναι μικρής διάρκειας. Στην περίπτωση που η Ελλάδα τοποθετηθεί για μικρό χρονικό διάστημα σε αυτήν την κατάσταση (παράδειγμα, για έναν ή δύο μήνες), τότε η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών δεν θα πληγεί σημαντικά και κατ’ επέκταση δεν θα υπάρξουν και σημαντικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία.
Παράδειγμα «επιλεκτικής χρεοκοπίας» που δεν «πόνεσε» πολύ είναι αυτό της Ουρουγουάης, που βρέθηκε σε τέτοιο καθεστώς μόλις για 17 ημέρες. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος της Ουρουγουάης ήταν πολύ μικρότερο από αυτό της Ελλάδας και δεν μπορεί να συγκριθεί άμεσα η μία περίπτωση με την άλλη.
2. Η «επιλεκτική χρεοκοπία» να διαρκέσει αρκετά. Δηλαδή, να υπάρξει μία μαζική αθέτηση υποχρεώσεων για δύο χρόνια (2012 - 2013 ή 2013 - 2014). Στην περίπτωση αυτή είναι δεδομένο ότι το κόστος των τραπεζών λόγω της ανεπαρκούς ρευστότητας θα μετακυληθεί στην πραγματική οικονομία. Θα υπάρχουν προβλήματα με τις εισαγωγές της Ελλάδας (δεν θα είναι αρκετές ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες για πετρέλαιο, αγαθά κ. λπ.). Η αγορά θα «στεγνώσει» από κεφάλαια, επιχειρήσεις θα κλείσουν, θέσεις εργασίας θα χαθούν, ενώ η ανάκαμψη της Ελλάδας θα εξαρτάται από δύο παράγοντες. Πρώτον, από τα έσοδα του κράτους, που όμως θα είναι πολύ χαμηλά. Δεύτερον, από τη χρηματοδοτική στήριξη που θα παράσχουν για το διάστημα αυτό οι χώρες της Ευρωζώνης στην Ελλάδα.
Πάντως, κοινοτικοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι από τη στιγμή που το νέο πακέτο στήριξης της Ελλάδας το οποίο σχεδιάζει η Ευρωζώνη οδηγήσει τη χώρα σε «επιλεκτική χρεοκοπία», είναι σχεδόν βέβαιο ότι η οικονομική βοήθεια θα είναι τέτοια που θα εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας.
Βέβαια, αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη περιλαμβάνει την οπισθοχώρηση της ΕΚΤ από τη σκληρή στάση που διατηρεί αυτήν την περίοδο στο ζήτημα των εγγυήσεων. Αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι η Φρανκφούρτη «χρησιμοποιεί» τη θέση της στη χρονική αυτή συγκυρία, ώστε να πιέσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να λάβουν πιο δραστικές αποφάσεις για την Ελλάδα.
Στο τέλος, όμως, δεν θα αφήσει τις ελληνικές τράπεζες να καταρρεύσουν συμπαρασύροντας πιθανότατα και άλλες ευρωπαϊκές, εκτιμούν οι ίδιοι αναλυτές. Τελικά θα τους παράσχει ρευστότητα ακόμα και αν η χώρα βρεθεί σε καθεστώς «επιλεκτικής χρεοκοπίας». Αυτό, βέβαια, μένει να αποδειχθεί στην πράξη.
Το μόνο σίγουρο αυτή τη στιγμή είναι ότι το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ είναι διχασμένο μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν τη σκληρή στάση που διατηρεί τώρα και εκείνων που θεωρούν ότι θα πρέπει να υπάρξει πιο ελαστική προσέγγιση του ζητήματος από την Κεντρική Τράπεζα.
Σωτηρης Nικας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10-7-2011

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Η Ελλάδα... έσωσε από χρεοκοπία τη Γερμανία

Το «γερμανικό οικονομικό θαύμα» δεν θα ήταν εφικτό αν το 1953 οι δανειστές του Βερολίνου δεν ενέκριναν «κούρεμα» 50% στο χρέος

Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένη από το 1919 ως το 1953 εξαιτίας των δύο πολέμων που την κατέστρεψαν, όπως ακριβώς κατέστρεψαν και την υπόλοιπη Ευρώπη. Το γερμανικό μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα οφείλεται στο γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλεσαν τους δανειστές της Γερμανίας (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα!) το 1953 στο Λονδίνο και ενορχήστρωσαν «κούρεμα» του γερμανικού χρέους κατά 50% και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του κατά 30 έτη. Μόνο ύστερα από αυτή την πρωτοβουλία η γερμανική οικονομία κατόρθωσε να αναπτυχθεί και μέσα στις επόμενες δεκαετίες να επιβληθεί στην Ευρώπη και να υποστηρίξει την επανένωση της χώρας. Τα παραπάνω υπενθύμισε ο γερμανός καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας της London School of Εconomics κ. Αλμπρεχτ Ριτσλ σε πρόσφατα άρθρα του στην εφημερίδα «Τhe Guardian» και στο περιοδικό «Der Spiegel». Στη συνέντευξη που παραχώρησε προς «Το Βήμα της Κυριακής»ο κ. Ριτσλ εξηγεί τα σχετικά ιστορικά γεγονότα, υπογραμμίζει ότι ασφαλώς η Γερμανία δεν μπορεί πλέον να εγγυάται τα χρέη και τα ελλείμματα των εταίρων της και τονίζει ότι οι επόμενες εβδομάδες είναι κρίσιμες για το μέλλον τόσο της ευρωζώνηςόσο και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

- Σε πρόσφατο άρθρο σας στον «Guardian» με τίτλο «Η Γερμανία χρωστάει στην Ελλάδα» υπενθυμίζετε ότι για πολλές δεκαετίες τον 20ό αιώνα η Γερμανία ήταν χρεοκοπημένη, είχε συσσωρεύσει τεράστια χρέη σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, και ότι το μεταπολεμικό «γερμανικό οικονομικό θαύμα» δεν θα ήταν εφικτό αν το 1953 οι Αμερικανοί δεν έπειθαν τους άλλους δανειστές να εγκρίνουν «κούρεμα» 50% στο χρέος και επιμήκυνση της αποπληρωμής του για 30 χρόνια. Μπορούμε να πούμε ότι η Γερμανία είναι η χώρα της Ευρώπης που ωφελήθηκε στον μέγιστο βαθμό από τη λυτρωτική «κουρά χρεών», την οποία αρνείται σήμερα στην Ελλάδα;

«Πράγματι μπορούμε να πούμε ότι η Γερμανία ήταν η ευρωπαϊκή χώρα που ωφελήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη στην Ευρώπη επειδή το 1953 το χρέος της, ύψους 31 δισ. μάρκων με τις τότε τιμές, “κουρεύτηκε” κατά 50% και ο χρόνος αποπληρωμής επιμηκύνθηκε στα 30 χρόνια. Η συμφωνία επιτεύχθηκε και υπογράφηκε στο Λονδίνο το 1953 έπειτα από πρωτοβουλία των ΗΠΑ που έπεισαν τις υπόλοιπες δανείστριες χώρες. Ωστόσο δεν ήταν κάποιο είδος χάρης. Η Γερμανία ήταν ήδη μια ισχυρή οικονομική δύναμη και οι ΗΠΑ γνώριζαν ότι το συμφέρον τους ήταν να την υποστηρίξουν».

- Ασφαλώς, οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να «χάσουν» τη Γερμανία στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, με το Σιδηρούν Παραπέτασμα ισχυρότερο από ποτέ.Ηταν ο φόβος του κομμουνισμού εκείνο που έβγαλε τη Γερμανία από τη θηλιά του χρέους;

«Δεν είναι τόσο απλό. Η αμερικανική βοήθεια, στο χρέος, αλλά και στην ανάπτυξη με το Σχέδιο Μάρσαλ, δεν ήταν η απάντηση στον Ψυχρό Πόλεμο. Θα μπορούσαμε να πούμε και το αντίθετο. Οτι ο Ψυχρός Πόλεμος ήλθε ως απάντηση στην αμερικανική βοήθεια». - Η αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του γερμανικού χρέους ήταν μια επιτυχία του καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ ή ένα «στρατηγικό δώρο» των ΗΠΑ;

«Ηταν ένας σημαντικός ηγέτης, ο μοναδικός που κατόρθωσε να ισορροπεί ανάμεσα στις προτεραιότητες του γερμανικού λαού και των Συμμάχων. Εκανε αυτά που έπρεπε να κάνει, αλλά το σχέδιο ήταν αμερικανικό».

- Οι πολεμικές αποζημιώσεις αποτελούσαν σεβαστό τμήμα των γερμανικών χρεών. Το 1953 η Γερμανία συμφώνησε ότι οι αποζημιώσεις παγώνουν και ότι θα ασχοληθεί με το θέμα μετά την επανένωσή της. Μετά το 1991 όμως αρνήθηκε να το κάνει με το επιχείρημα ότι θα συνεχίσει να υποστηρίζει οικονομικά την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Από όλες τις δανείστριες χώρες μόνο η Ελλάδα έχει προσφύγει στα δικαστήρια και έχει διεκδικήσει τις πολεμικές επανορθώσεις... «Πράγματι, έτσι έχουν τα πράγματα».

- Σήμερα βλέπουμε όμως ότι η Γερμανία εμφανίζει όλο και μεγαλύτερο πρόβλημα να τηρήσει την υπόσχεση του 1991, όπως δείχνει η δυσθυμία της για την ελληνική κρίση. Πιστεύετε ότι η υπόσχεση αυτή έχει ξεχαστεί οριστικά; Δεν ενδιαφέρεται πλέον η Γερμανία να φαίνεται ότι υποστηρίζει ενεργά την ευρωπαϊκή ενοποίηση;

«Θα υποστηρίξω τη Γερμανία σε αυτό το θέμα. Ξέρετε, η διαδικασία οικονομικής υποστήριξης της Ευρώπης από τη Γερμανία έχει γίνει μη βιώσιμη. Μετά το 2007 τα ελλείμματα και τα χρέη έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στη Γερμανία ότι είναι σκληρή στη ρητορική της, αλλά είναι ψευδαίσθηση να πιστεύουμε ότι μπορεί να συνεχίσει να εγγυάται τα χρέη και τα ελλείμματα των άλλων χωρών. Διότι πλέον μπορεί να φτάσει να απειληθεί η οικονομική σταθερότητα της ίδιας της Γερμανίας. Η Γερμανία πρέπει να υιοθετήσει έναν περισσότερο φιλικό τόνο, αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι η ευρωζώνη είναι ένα γυάλινο σπίτι και απαιτείται μεγάλη προσοχή στα επόμενα βήματα». - Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος διάλυσης της ευρωζώνης;

«Υπάρχει κίνδυνος η κατάσταση να τεθεί εκτός ελέγχου και να κινδυνεύσει η συνοχή της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πιστεύω όμως ότι οι πολιτικοί το γνωρίζουν και προσπαθούν να το αποφύγουν».

- Πρέπει η Ευρώπη να προχωρήσει σε μια νέα μορφή ισχυρότερης ενοποίησης; «Πρέπει να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη ασφαλή από τις κρίσεις χρέους. Μεγαλύτερη ενοποίηση; Ναι, αν γίνει με σωστό τρόπο». - Σας αρέσει η ιδέα να γίνει η Γερμανία μια Πολιτεία της Ενωμένης Ευρώπης, π.χ. ένα Τέξας ή μια Καλιφόρνια της Ευρώπης;

«Νομίζω ότι η Ευρώπη πρέπει να ανακαλύψει μια νέα ισορροπία ανάμεσα σε ένα μοντέλο συνομοσπονδίας ανεξάρτητων κρατών και μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία». - Συμφωνείτε ότι οι αγορές έχουν επιβάλει de facto την ενοποίηση της Ευρώπης; «Αυτό έχει συμβεί απολύτως. Οι αγορές χρήματος ήδη λειτουργούν σαν η Ευρώπη να ήταν ένα ενιαίο ομόσπονδο κράτος. Διαφορετικά δεν θα δάνειζαν στις χώρες της περιφέρειας με επιτόκια παρόμοια με εκείνα που δάνειζαν τη Γερμανία και τη Γαλλία».

- Δεν είναι καιρός λοιπόν να επέλθει και η πολιτική ενοποίηση;

«Δεν νομίζω ότι ο χρόνος είναι κατάλληλος. Από την άλλη πλευρά, μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα κινδυνεύσει εξαιτίας των πιέσεων των αγορών. Αρα κάτι πρέπει να γίνει. Το σίγουρο είναι ότι η Ιστορία είναι πολύ δημιουργική και εφευρίσκει νέους θεσμούς σε καιρούς κρίσης».


«ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΧΘΕΙ»
- Το ευρώ θεωρείται ότι σταθεροποίησε το κόστος των γερμανικών εξαγωγών εντός της ευρωζώνης, και μάλιστα τις ευνόησε διπλά, λόγω και των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Φταίει το ευρώ για το γεγονός ότι η ευρωζώνη συσσώρευσε χρέη για να αγοράζει τα γερμανικά αγαθά;

«Η Γερμανία είναι ένα ισχυρά εξαγωγικό κράτος εδώ και 50-60 χρόνια. Το ευρώ ενίσχυσε τη γερμανική εξαγωγική δυναμική, αλλά δεν ήταν ο κύριος παράγοντας αυτής. Η ουσία είναι ότι η Γερμανία εξάγει αγαθά, συσσωρεύει κεφάλαια, τα οποία επίσης τα εξάγει υποστηρίζοντας τα άλλα κράτη.

Το ίδιο συμβαίνει με κάθε ηγεμονική δύναμη. Οι ηγεμονικές δυνάμεις παρουσιάζουν εξαγωγικό πλεόνασμα, επιδοτούν τις άλλες χώρες με χρήματα που ποτέ δεν επιστρέφονται. Το ίδιο συνέβη με τη Βρετανία και τη Βρετανική Αυτοκρατορία, το ίδιο συμβαίνει και με τη Γερμανία».

- Δηλαδή η σχέση της Γερμανίας με την υπόλοι πη Ευρώπη είναι ίδια με τη σχέση της Κίνας με τις ΗΠΑ, όπου η πρώτη παράγει τα αγαθά και δανείζει τη δεύτερη για να τα αγοράζει; «Ναι. Η Γερμανία και οι ευρωπαίοι εταίροι της είναι εξαρτημένοι μεταξύ τους όπως ακριβώς η Κίνα και οι ΗΠΑ. Ωστόσο στην ευρωζώνη το πάρτι τελείωσε. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα στηρίχθηκε στο γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο, το οποίο πλέον δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Γιατί ποιος θα χρηματοδοτήσει τα διευρυνόμενα ελλείμματα των εταίρων;».

- Υποστηρίζετε ότι αργά ή γρήγορα θα αποφασιστεί το «κούρεμα» των χρεών όλων των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας;

«Δεν έχω μια κρυστάλλινη σφαίρα μπροστά μου για να δω τι θα γίνει, αλλά πιστεύω ότι μεσοπρόθεσμα θα υπάρξει μια λύση οργανωμένης αναδιάρθρωσης».  ΒΗΜΑ 2/7/2011

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Η χαλιναγώγηση των CDS

Tου Ιωαννη Pοκα*
Οι εμπορικές δραστηριότητες χαρακτηρίζονται από το γενικό εμπορικό δίκαιο ως «επικίνδυνη διαμεσολάβηση στην κυκλοφορία των οικονομικών αγαθών» που αποβλέπει στο κέρδος. Είναι δε «επικίνδυνη» γιατί μπορεί να οδηγήσει αντί σε κέρδος σε οικονομική ζημία. Αυτός ο κίνδυνος, που είναι συνυφασμένος με το επιχειρείν, αναλαμβάνεται όχι από απερισκεψία ή άγνοια, αλλά συνειδητά, με την ελπίδα να μην πραγματοποιηθεί ή να πραγματοποιηθεί σε μικρή έκταση, γιατί, σε όσο λιγότερη έκταση πραγματοποιηθεί τόσο μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία ή/και κέρδος θα έχει κατ’ αρχήν ο επιχειρηματίας. Επιχειρηματική επιτυχία δεν μπορεί να έχουν, όμως, όλοι όσοι επιχειρούν. Ενα μέρος αποτυγχάνει και ενδεχομένως χάνεται και περιουσία που έχει «τεθεί στον επιχειρηματικό κίνδυνο», ενώ όσο μεγαλύτερη είναι η επιτυχία τόσο λιγότεροι είναι αυτοί που τη μοιράζονται. Ετσι, ενώ κατ’ αρχήν, δεν μπορούν να απαλειφθούν οι συνέπειες του επιχειρηματικού κινδύνου, αντισταθμίζεται εντούτοις με την πιθανότητα εμπορικής επιτυχίας.
Αντιστάθμιση κινδύνου γίνεται λ. χ. και σε κινδύνους που σχετίζονται με τυχαίες καταστροφές ή με επενδύσεις σε ομόλογα/μετοχές κρατικού ενδιαφέροντος. Οι τυχαίες καταστροφές περιουσίας (π. χ. από φυσικά γεγονότα) μπορούν να αντισταθμιστούν εν μέρει με το ασφάλιστρο μιας ασφάλισης και ν’ απαλειφθούν έτσι οι συνέπειές τους, αφού το αντιστάθμισμα είναι «κοινωνικοποιημένο» με τη διάχυση του κινδύνου στην κοινωνία των ασφαλισμένων, που επιτυγχάνεται με τη διαμόρφωσή του σ’ ένα τίμημα (ασφάλιστρο). Αντιστάθμισμα του κινδύνου απομείωσης της αξίας ομολόγων γίνεται με παράγωγα ανάληψης πιστωτικού κινδύνου (CDS), με τα οποία ο κάτοχός τους ανταλλάσσει τον κίνδυνο αυτόν με τον «κίνδυνο» της ανόδου της αξίας ομολόγων. Ομως, αν ο κάτοχος CDS δεν κινδυνεύει π. χ. από την πτώση των υποκείμενων αξιών (δηλ. κυρίως ομολόγων) στις οποίες αναφέρονται τα CDS, επειδή δεν κατέχει τις αξίες αυτές, δηλ. έχει «γυμνά» CDS, δεν αντισταθμίζει τον κίνδυνο της απομείωσης αν αυτή πραγματοποιηθεί, αλλά εισπράττει μόνο κέρδος. Κέρδος που στις εποχές οικονομικής κρίσης δεν αντισταθμίζεται με κάποιο κίνδυνο!
Η χωρίς οποιαδήποτε ρύθμιση πώληση «γυμνών» CDS ελλοχεύει κινδύνους, που συνίστανται στο ότι ο εκδότης των CDS επιδιώκει και πετυχαίνει, όταν, ως συνήθως, είναι μεγάλος χρηματοοικονομικός παίκτης, την πτώση της αξίας των ομολόγων, με αποτέλεσμα εύκολο και καθαρό, αλλά όχι θεμιτό, κέρδος γι’ αυτούς. Αυτή η παθολογία της χρηματοοικονομικής αγοράς, άλλωστε, είναι από τους πρώτους υπόπτους που συνέβαλαν στη δραματική αύξηση του spread των κρατικών ομολόγων σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και όχι μόνο, με τις εντεύθεν γνωστές συνέπειες. Ηδη η Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ψήφισε στις 7 Μαρτίου 2011 το Σχέδιο Κανονισμού για τις Συμβάσεις Αντιστάθμισης Πιστωτικού Κινδύνου, σύμφωνα με το οποίο θα απαγορεύεται η συμμετοχή σε συναλλαγές CDS σε επενδυτές που δεν κατέχουν τίτλους δημοσίου χρέους ή χρεόγραφα, των οποίων η τιμή εξαρτάται άμεσα από τις οικονομικές επιδόσεις του κράτους, π. χ. μετοχές μιας μεγάλης εταιρείας με έδρα το κράτος αυτό. Η ρύθμιση θα απαγορεύει μόνο τα «γυμνά» CDS και θα εισάγει και μια αναγκαία συσχέτιση μεταξύ CDS και επενδύσεων, που θα επιτρέψει στις επενδυτικές εταιρείες κάποιο περιθώριο κινήσεων.
Υποστηρίζεται, βέβαια, και η άποψη πως γενικώς τα CDS έχουν στην πραγματικότητα αποτρέψει την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας. Οτι χωρίς αυτά οι επενδυτές θα ήταν απρόθυμοι να αγοράσουν τους «τίτλους χρέους» της χώρας μας, δηλ. τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, και ότι έτσι θα απαιτείτο άμεσα αναδιάρθρωση. Οτι με αυτά μειώνεται ο κίνδυνος των επενδυτών που δανείζουν τα κράτη με την αγορά των ομολόγων τους και ότι στην καλύτερη περίπτωση, το κόστος δανεισμού της Ελλάδας θα είχε χωρίς αυτά κλιμακωθεί περισσότερο, καθώς οι επενδυτές των ομολόγων θα απαιτούσαν υψηλότερες αποδόσεις. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η τιμή των CDS αντανακλά μόνο το τίμημα που έχει ο κίνδυνος του ελληνικού χρέους και ότι ο περιορισμός τους θα είχε αποσταθεροποιητικές συνέπειες για όλους. Εν τούτοις, η δραστήρια αγορά παραγώγων μπορεί, έστω και προσωρινά, να αυξήσει δραστικά το κόστος δανεισμού μιας χώρας. Η αγορά CDS ως μη ρυθμισμένη αποφέρει τεράστια κέρδη για ορισμένες τράπεζες και αμοιβαία κεφάλαια σε βάρος των χρεωμένων χωρών.
Ειδικά τα «γυμνά» CDS (ή ακάλυπτες πωλήσεις) είναι προϊόντα που μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένη αστάθεια και να προκαλέσουν ακραίες αντιδράσεις της αγοράς. Εχουν επικριθεί ως ιδιαίτερα αποσταθεροποιητικά εργαλεία, γιατί η αύξηση της ζήτησής τους αυξάνει την τιμή τους, άρα και το κόστος της αντιστάθμισης, δημιουργώντας την εντύπωση ότι μια επένδυση είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, κάτι που με τη σειρά του αυξάνει το επιτόκιο κρατικού δανεισμού, με αρνητικές συνέπειες για το σύνολο της οικονομίας του κράτους αυτού.
Το συμπέρασμα είναι ότι η απαγόρευση απόκτησης CDS από μη κατόχους κρατικών ομολόγων αποτρέπει την κερδοσκοπία σε βάρος των κρατικών οικονομιών, εξασφαλίζει όμως την αντισταθμιστική αποστολή τους ως κατ’ εξοχήν προϊόντων αντιστάθμισης κινδύνου για όσους, αντίθετα, κατέχουν τους αντίστοιχους ομολογιακούς τίτλους. Προς την ίδια ορθή κατεύθυνση κινήθηκε επιτέλους και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
* καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13/5/2011

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Μνημόνιο όχι, ευρώ ναι

Πολ Κρούγκμαν: Μνημόνιο όχι, ευρώ ναι
Την Αργεντινή φέρνει ως παράδειγμα προς μίμηση για την Ελλάδα ο κορυφαίος οικονομολόγος
Διστακτικός απέναντι στην προοπτική μιας «ηρωικής εξόδου» της Ελλάδας από την ζώνη του ευρώ εμφανίζεται ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν. Σε σύντομο σχόλιο του στην προσωπική ιστοσελίδα του, ο διάσημος Αμερικανός οικονομολόγος ασκεί κριτική σε άρθρο του συναδέλφου του Μαρκ Βάισμπροτ, ο οποίος προτείνει ανοιχτά την ελληνική αποχώρηση από το ευρώ, παραθέτοντας μάλιστα το προηγούμενο της Αργεντινής ως παράδειγμα προς μίμηση για την Αθήνα.

«Συμφωνώ με πολλά από όσα λέει [ο Βάισμπροτ], αλλά δεν είμαι έτοιμος να συστήσω αυτό το βήμα, για δύο λόγους», γράφει ο Κρούγκμαν. «Πρώτον, ενώ συμφωνώ στον παραλληλισμό Ελλάδας και Αργεντινής, δεν πιστεύω ότι πρόκειται για τέλεια παράλληλο: αν και η Αργεντινή είχε «κλειδώσει» το πέσο με το δολάριο, εξακολουθούσε να συναλλάσσεται με πέσος. Αυτό σημαίνει πως το ''ξεκλείδωμα'' από το δολάριο ήταν πολύ ευκολότερο, από πρακτικής άποψης, από ότι θα ήταν μια έξοδος από το ευρώ. Και η πρακτική πλευρά της εξόδου μετράει πολύ: μπορεί να κάνει την διαφορά ανάμεσα σε μια σύντομη περίοδο σοκ, και μια παρατεταμένη χρηματοπιστωτική διάλυση».

«Δεύτερον, η Ελλάδα είναι μια συγκριτικά φτωχή χώρα, με ιστορικό εύθραυστης διακυβέρνησης… Έχει λοιπόν πολλά να κερδίσει από την συνέχιση της συμμετοχής της στο ευρωπαϊκό σχέδιο –συγκεκριμένα οφέλη όπως η βοήθεια από τα ταμεία συνοχής, αλλά και λιγότερο συγκεκριμένα, όπως η γενικότερη οικονομική και πολιτική σταθερότητα που προκύπτει από την συμμετοχή σε μια μεγάλη δημοκρατική συμμαχία. Μια έξοδος από το ευρώ θα έκανε πολύ μεγαλύτερη ζημιά στην Ελλάδα, από εκείνη που υπέστη η Αργεντινή υποτιμώντας το πέσο», συμπληρώνει ο Κρούγκμαν.

Κατά τα άλλα όμως συμφωνεί πλήρως με τον συνάδελφο του: «Ο Βάισμπροτ έχει δίκιο όταν λέει πως το πρόγραμμα σωτηρίας της Ελλάδας δεν λειτουργεί, και δεν υπάρχει περίπτωση να λειτουργήσει. Το λιγότερο που πρέπει να γίνει είναι μια αναδιάρθρωση του χρέους που να οδηγεί σε πραγματική συρρίκνωση του, και όχι απλά σε χρονική επιμήκυνση. Όσο περισσότερο η κατάσταση αυτή παραμένει ανεπίλυτη, τόσο λιγότερες ελπίδες έχω πως η Ελλάδα θα καταφέρει να μείνει στο ευρώ, ακόμη και αν το επιθυμεί», καταλήγει ο Κρούγκμαν.

Να σημειωθεί εδώ ότι, κατά τον Βάισμπροτ, η απειλή της ελληνικής κυβέρνησης να φύγει μονομερώς από το ευρώ (την οποία αντιμετωπίζει ως δεδομένη, με βάση το ρεπορτάζ του Spiegel) είναι «το καλύτερο για τους Έλληνες πολίτες». Κατά την γνώμη του μάλιστα η απειλή «θα έπρεπε να είχε διατυπωθεί από καιρό», και η ελληνική κυβέρνηση «πρέπει να είναι προετοιμασμένη για να την υλοποιήσει… Όσο κι αν κοστίσει μια τέτοια κίνηση βραχυπρόθεσμα στην Ελλάδα, είναι πολύ απίθανο πως το κόστος αυτό θα είναι μεγαλύτερο από τα πολλά χρόνια ύφεσης, στασιμότητας και υψηλής ανεργίας που της ''προσφέρουν'' σήμερα οι Ευρωπαίοι».

Χρησιμοποιώντας το αργεντίνικο παράδειγμα, ο Βάισμπροτ επιχειρηματολογεί πως μια Ελλάδα χωρίς ευρώ θα μπορούσε να επιστρέψει στην ανάπτυξη πολύ ταχύτερα και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της, ενώ τονίζει πως το επιχείρημα της μεγάλης αύξησης του χρέους, λόγω της υποτίμησης, δεν παίζει κανένα ρόλο, αφού όπως η Αργεντινή, έτσι και η Ελλάδα δεν πρόκειται τελικά να πληρώσει παρά μόνον ένα μικρό κλάσμα των σημερινών υποχρεώσεων της: το Μπουένος Αίρες συγκεκριμένα πλήρωσε μόνον το εν τρίτον του χρέους που είχε σωρεύσει προ της στάσης πληρωμών.

Ο Βάισμπροτ, που διευθύνει το Κέντρο Οικονομικών και Πολιτικών Ερευνών (CEPR), επιτίθεται με σκληρότητα στην «αντίληψη των πιστωτών, που έχουν υιοθετήσει και οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι μια χώρα που έχει σωρεύσει πάρα πολλά χρέη πρέπει να ''τιμωρηθεί'', ώστε να μην ενθαρρύνεται η ''κακή συμπεριφορά''. Όμως η συλλογική τιμωρία μιας ολόκληρης χώρας για τα παρελθόντα λάθη των ηγετών τους, μπορεί να ικανοποιεί κάποιους από ηθικής πλευράς, αλλά σίγουρα δεν είναι στέρεη βάση πολιτικής», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Εξίσου απορριπτικός είναι ο αναλυτής και με την θεωρία της διάσωσης της Ελλάδας, όπως και της Ιρλανδίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, διά της «εσωτερικής υποτίμησης» - δηλαδή την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω των μαζικών απολύσεων και της μείωσης των μισθών. «Το κοινωνικό κόστος είναι υπερβολικά υψηλό, και η συνταγή σπάνια δουλεύει: η ανεργία διπλασιάστηκε στην Ελλάδα, υπέρ-διπλασιάστηκε στην Ισπανία και υπέρ-τριπλασιάστηκε στην Ιρλανδία, κι όμως η οικονομική ανάκαμψη παραμένει άπιαστο όνειρο», τονίζει.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Οι επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης

Οι κίνδυνοι, τα βραχυπρόθεσμα οφέλη, οι μακροπρόθεσμες ζημίες και τα ανταλλάγματα που αναμένεται να ζητήσουν οι πιστωτές μας
Του Παναγη Γαλιατσατου
Η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους έχει αποκτήσει μία ανεξέλεγκτη δυναμική. Πολλοί τη θεωρούν αναπόφευκτη, άλλοι ως τη μόνη διέξοδο από το σπιράλ του χρέους. Κυβερνητικοί βουλευτές ζητούν δημοσίως να την κάνουμε τώρα, και όχι αργότερα. Στη χώρα έχει διαμορφωθεί ένα κλίμα που επιτρέπει στο Reuters να υποστηρίζει ότι «και οι Ελληνες πολίτες ζητούν αναδιάρθρωση» (τηλεγράφημα της 12ης Απριλίου).
Ολος αυτός ο ορυμαγδός βασίζεται στη διάχυτη βεβαιότητα ότι τα «νούμερα δεν βγαίνουν»: Το επιχείρημα είναι ότι η Ελλάδα δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει ένα χρέος της τάξης του 150% του ΑΕΠ και ότι σε κάθε περίπτωση, με αυτά τα spreads δεν θα μπορεί να βγει στις αγορές το 2012.
Για να αντεπεξέλθει η ελληνική οικονομία θα πρέπει να περιοριστούν τα δημοσιονομικά βάρη· αυτό κάνει η αναδιάρθρωση. Αρκεί να καταστεί δυνατή μια συμφωνία με τους πιστωτές ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος αποπληρωμής του χρέους και έτσι να μειωθούν σε ετήσια βάση οι δαπάνες για τόκους και χρεολύσια, δημιουργώντας δημοσιονομικές ανάσες, ή μια συμφωνία για ένα haircut στην ονομαστική αξία των ομολόγων, που θα συρρικνώσει το σύνολο του χρέους και αναλογικά τις δαπάνες για την εξυπηρέτησή του.
Το ότι η αναδιάρθρωση έχει χαρακτήρα αμφιλεγόμενο -σαν τo χρυσό μήλo της Εριδος που κατέστρεψε τον Πάρι- προκύπτει και μόνο από το γεγονός ότι από τη στιγμή που οι «αγορές» αντιλήφθηκαν ότι αυτή η συζήτηση γίνεται δημόσια (στην Ε. Ε. αλλά κυρίως και στη χώρα μας) έστειλαν τα CDS σε ύψη ρεκόρ και τα spreads στις 1.000 μονάδες. Η αιτία είναι απλή: Η όποια μορφή «φιλικής αναδιάρθρωσης» αποτελεί ένα περίπλοκο και απρόβλεπτο εγχείρημα που ενέχει σημαντικούς κινδύνους και μπορεί να αποκτήσει αρνητική δυναμική.
Ετσι, η επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας των ομολόγων μπορεί να φαντάζει ανώδυνη, δεν είναι όμως. Η πρώτη δυσκολία είναι αυτή καθ' αύτη η συνεννόηση με τους πιστωτές: δεν είναι δυνατόν να γίνει με όλους, θα γίνει με τους σημαντικότερους. Και αφού τα ελληνικά ομόλογα δεν εκδίδονται ακόμα με Collective ActioClauses (ρήτρες που υποχρεώνουν σε συλλογική δράση) η επιμήκυνση θα παραμείνει σε εθελοντική βάση, κάτι που αυτόματα περιορίζει το προσδοκώμενο όφελος. Για να συναινέσουν, οι πιστωτές αναμένεται να ζητήσουν ανταλλάγματα, δηλαδή ένα υψηλότερο επιτόκιο. Το πού θα κλείσει αυτό σε μια διαπραγμάτευση που δεν θα αγνοεί και τα τρέχοντα πιστοληπτικά δεδομένα είναι άγνωστο. Αντιλαμβάνεται κανείς όμως ότι υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμα και αν η διάρκεια του χρέους διπλασιαστεί, η ετήσια εξοικονόμηση σε τοκοχρεολύσια μπορεί να είναι αναλογικά πολύ μικρότερη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος πάντως -τον οποίο δείχνουν να αγνοούν οι υπέρμαχοι της αναδιάρθρωσης στη συζήτηση που γίνεται- είναι ότι και η επιμήκυνση της διάρκειας είναι ένα credit event που πυροδοτεί τα CDS. Αυτό προβλέπουν οι κανονισμοί της ΙSDA (International SovereigDefault Swaps Association), η οποία θα πρέπει να αποφασίσει αν η χώρα είναι σε καθεστώς χρεοκοπίας και αν τα CDS θα πρέπει να πληρωθούν. Αυτό συνεπάγεται χρυσές δουλειές για τα δικηγορικά γραφεία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Για τη χώρα μας όμως, η οποία και μετά την αναδιάρθρωση δεν θα πάψει να χρειάζεται δάνεια για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της, δεν είναι καλό. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι τα ομόλογα μιας χώρας για τα οποία καταβλήθηκαν ασφάλιστρα κινδύνου θα είναι ελκυστικά για τους επενδυτές.
Οσοι ονειρεύονται απόδραση από τα δεσμά του Μνημονίου μέσω της αναδιάρθρωσης μπορούν να το ξεχάσουν. Η «φιλική αναδιάρθρωση» εμπεριέχει σε κάθε περίπτωση και μια νέα συμφωνία με τους πιστωτές σε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης που θα διασφαλίζει πρωτίστως ότι θα πάρουν τα λεφτά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν θέλουν να ακούν γι' αυτήν ούτε ο Γ. Παπανδρέου ούτε ο Α. Σαμαράς.
Η ΤτΕ άλλωστε έχει εξηγήσει αναλυτικά γιατί δεν αποτελεί πανάκεια και ο διοικητής της κ. Γ. Προβόπουλος έχει προειδοποιήσει ότι το κοινωνικό και οικονομικό της κόστος θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο από το βραχυπρόθεσμο όφελος…
Επιπτώσεις σε τράπεζες, Ταμεία, ομολογιούχους
Το «haircut», η μείωση της αξίας των ομολόγων, δημιουργεί άλλης τάξεως ζητήματα. Θα έχει σημαντικές εσωτερικές παρενέργειες, αφού περίπου το 21% του χρέους μας βρίσκεται σε ελληνικά χέρια. Ενα «haircut» της τάξης του 35% θα δημιουργήσει μεγάλες τρύπες στους ισολογισμούς των τραπεζών, οι οποίες θα πρέπει να καλυφθούν σύμφωνα με τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ, ώστε να παραμείνουν σίγουρες οι καταθέσεις. Αν δεν είναι σε θέση να προχωρήσουν σε γενναίες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου ή να βρουν ξένους επενδυτές, το κράτος μπορεί να βρεθεί πάλι στην ανάγκη να «σώσει» τράπεζες, κάτι που συνεπάγεται νέα ελλείμματα. Οι παρενέργειες όμως δεν σταματούν εδώ. Και τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους θα υποστούν ζημίες που πιθανόν να επηρεάσουν το ύψος των συντάξεων. Από την άλλη πλευρά, η διαπραγμάτευση με τους ομολογιούχους είτε θα πρέπει να γίνει μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο (πράγμα δύσκολο ώς ανέφικτο) είτε θα πρέπει στη διάρκειά της να επιβληθούν περιορισμοί ώστε να μην υπάρξει κύμα φυγής κεφαλαίων και ρευστοποιήσεων αξιών.
Το «haircut» είναι με τη σειρά του ένα credit event που πυροδοτεί τα CDS και επιπλέον δημιουργεί δυσαρεστημένους ομολογιούχους, με αποτέλεσμα απρόβλεπτη διάρκεια παραμονής της χώρας εκτός αγορών. Και όλα αυτά, για ένα όφελος που πιθανόν να μην είναι αρκετό: Ακόμα και στην περίπτωση ενός «haircut» της τάξης του 50%, με δεδομένο ότι η Ελλάδα πληρώνει για τοκοχρεολύσια ετησίως 6% του ΑΕΠ, η ελάφρυνση δεν θα είναι μεγαλύτερη από 3% του ΑΕΠ.

KAΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Η Ευρώπη πρέπει να ζητήσει ανοιχτά τη μείωση του ελληνικού χρέους

Alexander Hageluken Suddeutsche Zeitung «Πού είναι οι μεταρρυθμίσεις;» «Η Ε.Ε. σιωπά όσον αφορά την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι το σχέδιο διάσωσης μπορεί να αποτύχει».

«Οι πολιτικοί έχουν την τάση να υποβαθμίζουν τα προβλήματα. Την τακτική αυτή ακολουθούν προπάντων οι Ευρωπαίοι πολιτικοί, οι οποίοι συστηματικά εξωραϊζουν καταστάσεις για να μην ενοχλήσουν κανέναν. Για το λόγο αυτό οι κυβερνήσεις της Ευρώπης σιωπούσαν επί σειρά ετών, όταν τα χρέη στραγγάλιζαν σιγά σιγά την Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν να χρειαστεί μία διάσωση πολλών δισ. Ευρώ, που θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους για πολύ καιρό. Οι εταίροι της Ευρωζώνης θα πρέπει να προσέξουν να μην επαναλάβουν τα ίδια λάθη.

Είναι πια καιρός να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους όσον αφορά την Ελλάδα, ζητάει ο συντάκτης. Ευρωπαίοι πολιτικοί δίνουν την εντύπωση ότι η μεγάλη κατάρρευση έχει αποφευχθεί. Παρά το σύνολο της βοήθειας που της έχει χορηγηθεί, τα προβλήματα της χώρας δεν έχουν όμως επιλυθεί. Αντιθέτως, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι το σχέδιο διάσωσης μπορεί να αποτύχει. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα αγγίξει το ερχόμενο έτος το 160% του ΑΕΠ. Η χώρα δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από την αγορά κεφαλαίου, όταν αυτή ζητάει διψήφιο επιτόκιο. Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της κυβέρνησης δεν επαρκεί και οι Έλληνες διαμαρτύρονται για τις περικοπές που έχουν υποστεί στις αποδοχές τους. Οι υποσχέσεις για αποπληρωμή των δανείων είναι κενές. Μόνο για να αποτρέψει αύξηση των χρεών, η Αθήνα θα πρέπει σε ετήσια βάση να έχει πλεονασματικό προϋπολογισμό της τάξης του 10%. Αυτό δεν το καταφέρνουν ούτε τα κράτη με παράδοση σταθερών οικονομιών.

Ελλοχεύει ο κίνδυνος οι πολιτικοί της Ευρώπης να αποκρύπτουν την πραγματικότητα από τους πολίτες τους μέχρις ότου αυτή δεν θα είναι πλέον υποφερτή και τότε θα αποφασίσουν άμεσα νέα χορήγηση βοήθειας. Με τον τρόπο αυτό θα προκύψει ένας μόνιμος μηχανισμός στήριξης, με τον οποίο τα πλούσια κράτη της Ευρωζώνης θα «διατρέφουν» τους εταίρους που ζουν πέραν των δυνατοτήτων τους. Καμία γερμανική κυβέρνηση δεν πρέπει να το επιτρέψει αυτό. Για το λόγο αυτό πρέπει χωρίς καθυστέρηση να μελετηθεί ο τρόπος διαχείρισης του ελληνικού προβλήματος.

Δημόσιο χρέος της τάξης του 160% θα στραγγαλίσει τη χώρα. Εάν η οικονομία δεν αναπτυχθεί με θαυματουργό τρόπο, αναγκαία θα είναι μία άλλη λύση: Οι ιδιώτες πιστωτές θα πρέπει να παραιτηθούν τμήματος των απαιτήσεών τους. Χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Αργεντινή, τόλμησαν το βήμα αυτό, αλλά πλήρωσαν και το τίμημα: Οι επενδυτές απομακρύνθηκαν για πολλά χρόνια. Προκειμένου να μην υπάρξει αυτή η εξέλιξη στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι σκόπιμη η υποστήριξή της από πλευράς εταίρων. Λάθος θα ήταν, ωστόσο, να προστατεύονται πάντα οι επενδυτές και να φορτώνονται όλα στις πλάτες των φορολογουμένων.

Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα πρέπει να δηλώσουν επιτέλους ανοιχτά ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας πρέπει να μειωθεί, αντί να το μεταθέτουν για το 2013, όταν λήγει η βοήθεια της Ε.Ε. Άνευ εναλλακτικής είναι και το δεύτερο βήμα: Η ελληνική οικονομία χρειάζεται επειγόντως ριζικές μεταρρυθμίσεις για να αποφευχθεί μία νέα καταστροφή. Η μεγάλη μάζα των ελεύθερων επαγγελματιών πρέπει επιτέλους να πληρώσει φόρους. Η προοπτική των μαύρων κερδών οδήγησε την κοινωνία στην παροχή υπηρεσιών, αντί να επενδύει στις εξαγωγές. Και τρίτον, θα πρέπει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας. Ούτε καν η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, που προβλέπεται στο ευρωπαϊκό Δίκαιο, δεν προχωρεί στην Ελλάδα. Το συνδικάτο, που μπλοκάρει τα πάντα, χρηματοδοτείται από την κρατική μονοπωλιακή ΔΕΗ. Όλα αυτά δεν είναι εθνικά θέματα των Ελλήνων. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, όπως προτάθηκε από τη Γερμανίδα Καγκελάριο, θα πρέπει οι Ευρωπαίοι εταίροι να μεριμνήσουν από τώρα, ώστε η Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική».
Ν. ΧΕΙΛΑΣ ΒΗΜΑ 25-2-2011

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Πραγματικότητα και θεατρινισμοί

Η θύελλα που ακολούθησε τη συνέντευξη Τύπου της τρόικας την περασμένη εβδομάδα είναι ενδεικτική της ανικανότητας του πολιτικού συστήματος να οδηγήσει την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση. Αφήνοντας την τρόικα να ανακοινώσει τον στόχο των εσόδων 50 δισ. ευρώ που η ίδια αποφάσισε, η κυβέρνησε κράτησε απόσταση από μέτρα που μπορεί να εκληφθούν ως «νεοφιλελεύθερα», επιρρίπτοντας εν συνεχεία ευθύνη στην τρόικα. Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση αναλίσκονται σε λαϊκίστικες αντιπαραθέσεις για την «αξιοποίηση» και όχι «εκποίηση» της δημόσιας περιουσίας, ενώ γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο στόχος είσπραξης 50 δισ. ευρώ δεν είναι ρεαλιστικός χωρίς την εκχώρηση της ιδιοκτησίας δημόσιας γης. Επιβεβαίωσαν έτσι την αδυναμία ενός κρατικοδίαιτου πολιτικού συστήματος να απελευθερώσει την οικονομία από τα δεσμά του κρατισμού.

Αλλά ας βάλουμε κατά μέρος τον επικοινωνιακό πανικό που ακολούθησε τη συνέντευξη Τύπου της τρόικας και ας επικεντρωθούμε στην ουσία του θέματος. Οπως επεσήμανε ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στη συνέντευξη Τύπου «οι στόχοι του προγράμματος έχουν λίγο-πολύ επιτευχθεί, αλλά αυτή η πορεία δεν θα συνεχιστεί χωρίς σημαντική επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς». Και πράγματι. Στο δημοσιονομικό σκέλος, η ενιαία αρχή πληρωμών που επρόκειτο να λειτουργήσει τον περασμένο Οκτώβριο δεν έχει συσταθεί, οι συγχωνεύσεις του Καλλικράτη που θα μείωναν τις δαπάνες δεν έχουν γίνει, ενώ τα φορολογικά έσοδα συνεχίζουν να υπολείπονται των στόχων ακόμη και μετά την «περαίωση». Η πορεία εφαρμογής του Μνημονίου συντηρεί και το σενάριο των πρόωρων εκλογών. Αν δεν επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, είναι βέβαιο ότι το πρόγραμμα σταθεροποίησης θα εκτροχιαστεί. Τι θα γίνει τότε; Η τρόικα θα φύγει άπρακτη από την επόμενη επίσκεψή της στην Αθήνα τον Μάιο, χωρίς να δώσει συνέντευξη Τύπου, αφήνοντας πίσω ένα εμπιστευτικό σημείωμα με τα μέτρα που θα πρέπει να πάρει η κυβέρνηση πριν εισηγηθεί την εκταμίευση της επόμενης δόσης.

Σε τι βοηθούσε η είσπραξη 50 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις και παραχώρηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης; Με τα έσοδα αυτά θα μπορούσαμε να επαναγοράσουμε χρέος ύψους 70 δισ. ευρώ από τη δευτερογενή αγορά (με έκπτωση 30% από την ονομαστική αξία), μειώνοντας την ετήσια δαπάνη για τόκους κατά 3,5 δισ. ευρώ. Η εξοικονόμηση αυτού του ποσού δεν θα λύσει το πρόβλημα των ελλειμμάτων και του χρέους, είναι όμως σίγουρα προτιμότερη από την περαιτέρω περικοπή μισθών και συντάξεων για την επίτευξη των στόχων για το έλλειμμα.

Πέρα από την είσπραξη εσόδων για τη μείωση του χρέους, η αξιοποίηση της δημόσιας γης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη. Πώς θα γίνουν μεγάλες επενδύσεις σε τουριστικές εγκαταστάσεις και θερινές κατοικίες, χωρίς εκχώρηση δημόσιας γης, και μάλιστα με διαδικασίες fast track για να αποφευχθούν οι ενστάσεις και οι προσφυγές που είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες στην Ελλάδα; Μπορούμε να συζητήσουμε αν η δημόσια γη θα πωληθεί ή θα εκχωρηθεί για κάποιες δεκαετίες, το βέβαιο όμως είναι ότι όσο μικραίνει ο χρόνος εκμετάλλευσης τόσο μικραίνει το επενδυτικό ενδιαφέρον και το ποσό που θα εισπράξει το Δημόσιο. Πάρτε για παράδειγμα το αεροδρόμιο των Σπάτων, το πρώτο (και μοναδικό) αεροδρόμιο στην Ελλάδα που κατασκευάστηκε με σύμβαση παραχώρησης σε ιδιώτες. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατήγγειλε τη σύμβαση του 1993 που καταρτίστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη ως «αποικιοκρατική», και μείωσε τον χρόνο εκμετάλλευσης του αεροδρομίου από ιδιώτες από 50 σε 30 χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μια σειρά από δραστηριότητες που είχαν συμφωνηθεί ακυρώθηκαν (τεχνολογικό πάρκο, συνεδριακό κέντρο κ.λπ.), και τα τέλη του αεροδρομίου αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα να μειωθεί η δυνατότητα του αεροδρομίου να λειτουργήσει ως περιφερειακός κόμβος. Υστερα από όλη αυτή τη φασαρία, η σημερινή κυβέρνηση ξεκινάει αναδιαπραγμάτευση για την επέκταση της σύμβασης κατά τουλάχιστον μία εικοσαετία.

Η δυναμική του χρέους δεν μπορεί να αντιστραφεί χωρίς δραστικό περιορισμό των κρατικών δαπανών και βελτίωση του κλίματος για επενδύσεις. Τα χρονικά περιθώρια είναι ασφυκτικά. Μέσα σε μια τριετία πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις που αναβάλλονται εδώ και δεκαετίες. Πρέπει να υλοποιηθεί ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας, να συρρικνωθεί ο δημόσιος τομέας, να λειτουργήσει αποτελεσματικά η δημόσια διοίκηση, να αλλάξει το εσωστρεφές αναπτυξιακό μοντέλο, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για πραγματική σύγκλιση βασισμένη στην ανταγωνιστικότητα και όχι στα δανεικά. Αν η προσπάθεια αποτύχει, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με βέβαιη χρεοκοπία και πιθανή έξοδο από την Ευρωζώνη. Οπως τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος στην πρόσφατη έκθεσή της: «Να γίνει κατανοητό ότι οι αλλαγές δεν επιβάλλονται από το Μνημόνιο, αλλά αποτελούν μέρος μιας μεγάλης πορείας ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Η πορεία αυτή θα είναι μακρά και σήμερα βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή. Για να υπάρξει επιτυχής έκβαση, απαιτούνται αποφασιστικότητα, διαχειριστική εγρήγορση, μακροχρόνια στόχευση και προσήλωση στις επιδιώξεις».

Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να παρουσιάσει μέχρι τον Μάρτιο του 2011 ένα σχέδιο δράσης για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τον περιορισμό των ελλειμμάτων μεσοπρόθεσμα. Συγκεκριμένα απαιτούνται παρεμβάσεις ύψους 8% του ΑΕΠ (περίπου 20 δισ. ευρώ) την τριετία 2012-14 ώστε να μειωθεί το έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ και να δημιουργηθεί ένα πρωτογενές πλεόνασμα ικανό να καλύψει μεγάλο μέρος των τόκων. Η κυβέρνηση έχει καλέσει τα κόμματα σε δημόσια διαβούλευση για την εξειδίκευση των μέτρων, αλλά η αξιωματική αντιπολίτευση και τα κόμματα της αριστεράς αρνούνται τον διάλογο. Οπως έχει πει ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος, η μεταπολίτευση είναι η συνέχεια του εμφυλίου πολέμου με ειρηνικά μέσα. Στον βαθμό που αυτό ισχύει, η μεταπολίτευση θα τελειώσει με εθνική συναίνεση ή με εθνική χρεοκοπία.

Μιράντα Ξαφά Σύμβουλος επενδύσεων στην IJ Partners και ιδρυτικό μέλος της Δράσης.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-2-2011

Μείωση για τρία χρόνια του βιοτικού επιπέδου

Θάνος Kατσάμπας
Mεγάλη πρόκληση η αναδιάρθρωση του χρέους
Η φοροεισπρακτική ικανότητα είναι ο αδύναμος κρίκος
Το μέλλον της Ελλάδας είναι οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες
Η προοπτική αναδιάρθρωσης του χρέους, όχι άμεσα αλλά στο μεσοπρόθεσμο μέλλον, αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση, τονίζει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο Θάνος Κατσάμπας, μέχρι πριν από ενάμιση μήνα υποδιευθυντής επί μια πενταετία του τμήματος Δημοσιονομικών Υποθέσεων του ΔΝΤ, η υψηλότερη θέση Ελληνα αξιωματούχου στην ιεραρχία του Ταμείου. Παρά την ενόχληση του Πόουλ Τόμσεν και των μελών της τρόικας από την «έκρηξη» του πρωθυπουργού και άλλων υπουργών μετά την ανακοίνωση των συμφωνηθέντων την περασμένη εβδομάδα, τονίζει ότι τα στελέχη του ΔΝΤ είναι συνηθισμένα σε τέτοιου είδους αντιδράσεις και εκτιμά ότι εάν τηρηθούν οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση τελικά η χρηματοδότηση θα συνεχισθεί κανονικά.

Με τη διπλή ιδιότητα του ανθρώπου που γνωρίζει όσο λίγοι τα δημοσιονομικά ζητήματα και τη λειτουργία του ΔΝΤ και ταυτόχρονα ενδιαφέρεται για την πατρίδα του, ο κ. Κατσάμπας μιλά για την αναξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών στοιχείων, δηλώνει ευθέως ότι τα επόμενα τρία χρόνια θα μειωθεί κι άλλο το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, εκτιμά ότι μπορεί να χρειασθούν έως και 15 χρόνια για την έξοδο της χώρας από το τεράστιο βάρος του χρέους, ενώ επικρίνει τη Ν. Δ. για τη στάση της έναντι του Μνημονίου, υπογραμμίζοντας ότι βασική προϋπόθεση για να έλθει η ανάπτυξη είναι να επιτευχθεί πρώτα η σταθεροποίηση.

Ο κ. Κατσάμπας, ο οποίος συμμετείχε στην αποστολή του ΔΝΤ στην Αθήνα τον περασμένο Απρίλιο, πριν από την υπαγωγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης, ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο μια επιτυχή σταδιοδρομία 32 ετών. Από τη συζήτηση μαζί του προκύπτει ότι ενώ είχε εξαιρετική συνεργασία με τεχνοκράτες του υπουργείου Οικονομικών και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν ζήτησε ποτέ να συναντηθεί μαζί του, χάνοντας έτσι μια ευκαιρία χρήσιμης αλληλοενημέρωσης.

- Ποια ήταν η εικόνα στο Ταμείο για την Ελλάδα τον περασμένο Μάιο, όταν αποφασίσθηκε το Μνημόνιο;

- Η εικόνα ήταν μάλλον ασαφής, ειδικά γιατί η αξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών στοιχείων είχε υποστεί φθορά. Αλλά σύντομα κατέστη σαφές ότι ακόμη και κάτω από τις ευνοϊκότερες προοπτικές η Ελλάδα χρειαζόταν ένα τεράστιο ποσό, που τελικά μεταφράστηκε στο μεγαλύτερο δάνειο για οποιαδήποτε χώρα σε σχέση με τη συμμετοχή της στο κεφάλαιο του ΔΝΤ και το δεύτερο μεγαλύτερο σαν απόλυτο μέγεθος στην ιστορία του Ταμείου.

Εξοδος από την ύφεση

- Πότε θα εξέλθει ουσιαστικά η ελληνική οικονομία από τον υφεσιακό κύκλο; Ο Πάντοα-Σιόπα είχε μιλήσει για 15 χρόνια.

- Για να βγει η Ελλάδα από τον υφεσιακό κύκλο πρέπει να δημιουργήσει ένα πρωτογενές πλεόνασμα στον κρατικό προϋπολογισμό που να καλύπτει τους τόκους του δημόσιου χρέους και, σε δεύτερη φάση, να αρχίσει την αποπληρωμή των δανείων, ώστε το χρέος να αρχίσει σταδιακά να μειώνεται. Αν αυτό χρειαστεί πέντε, δέκα ή δεκαπέντε χρόνια κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Σε σημαντικό βαθμό θα εξαρτηθεί από τη φοροεισπρακτική ικανότητα της κυβέρνησης, διότι αυτός, κατά τη γνώμη μου, είναι ο ασθενέστερος κρίκος στο φιλόδοξο σταθεροποιητικό πρόγραμμα που έχει συμφωνηθεί με τους διεθνείς εταίρους.

- Πόσο θα αλλάξει το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων στο μέλλον;

- Εξαρτάται από τι χρονικό ορίζοντα έχετε υπόψη σας με τη λέξη «μέλλον». Τα επόμενα δύο-τρία χρόνια το βιοτικό επίπεδο οπωσδήποτε θα μειωθεί και η πρόκληση της κυβέρνησης (της κάθε κυβέρνησης) είναι -ελπίζει κανείς- η δίκαιη κατανομή του βάρους της προσαρμογής.

- Ποια είναι τα κύρια προβλήματα της χώρας; Δημοσιονομική εξυγίανση, ασφαλιστικό σύστημα, υγεία, φορολογικό;

- Πολύ πριν από την τρόικα, αξιόλογοι οικονομολόγοι-αναλυτές της ελληνικής οικονομίας είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα προβλήματα της Ελλάδας ήταν διαρθρωτικά και ότι χρειάζονταν βαθιές αλλαγές, ανατροπές, αν θέλετε, σε πολλούς τομείς της οικονομίας. Στη λίστα θα πρόσθετα και την αγορά εργασίας, και τα κλειστά επαγγέλματα. Και τέλος, από καθαρά τεχνικής πλευράς, τη συλλογή και επεξεργασία αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων, ειδικά για τη γενική κυβέρνηση.

- Πού πρέπει να επικεντρωθεί η Ελλάδα για να ανακτήσει τη χαμένη ανταγωνιστικότητα;

- Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι το μελλοντικό αναπτυξιακό μοντέλο της Ελλάδος δεν μπορεί να βασιστεί στη βιοτεχνία, ελαφρά βιομηχανία κ. λπ. Εκεί, πλέον, έχουν χάσει την ανταγωνιστικότητά τους πολλές ανεπτυγμένες χώρες υπέρ της Ινδίας, της Κίνας και άλλων αναδυομένων αγορών. Η Ελλάδα πρέπει να στραφεί στις υπηρεσίες (τουρισμό, ιατρικές υπηρεσίες, τραπεζικό κλάδο, πράσινη ενέργεια), όπου όμως ανταγωνιστικότητα δεν σημαίνει μόνον «καλές τιμές» αλλά επίσης «ποιότητα» και «εξυπηρέτηση».

- Ιδιωτικές επενδύσεις, ξένες ή εγχώριες, να αντικαταστήσουν τις κρατικές επιδοτήσεις;

- Μάλιστα. Αν συνεχιστούν οι κρατικές επιδοτήσεις, το Μνημόνιο θα παραμείνει ενεργό και «επικαιροποιημένο» για πολλά χρόνια. Ελπίζω η κυβέρνηση να έχει θέσει ως στόχο τη σταδιακή εξάλειψη των κρατικών επιδοτήσεων για επενδύσεις. Αν η Ελλάδα καταστεί ανταγωνιστική από πλευράς υποδομής και εργασιακών σχέσεων, οι επενδύσεις (ξένες ή εγχώριες) θα έλθουν μόνες τους. Στον όρο «επιδοτήσεις» περιλαμβάνω και διάφορες φοροαπαλλαγές, ειδικά για ξένους επενδυτές, που ακούγονται από καιρού εις καιρόν. Τέτοιου είδους «διευκολύνσεις» δεν χρειάζονται αν η οικονομία είναι ανταγωνιστική και υπάρχει ένα απλό και αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο.

Ευρύτερη συναίνεση

- Η Ν. Δ. επικρίνει την προσφυγή στο ΔΝΤ και καταψήφισε το Μνημόνιο διότι δεν έχει αναπτυξιακά χαρακτηριστικά.

- Η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή της συντηρητικής παράταξης, στο Μνημόνιο, το οποίο περιέχει μεγάλο αριθμό διαρθρωτικών αλλαγών που θα πίστευε κανείς ότι θα τις υποστήριζε αναφανδόν, ήταν μεγάλη έκπληξη για πολλούς παρατηρητές, εξ ου και το προσωπικό του Ταμείου έχει διατυπώσει, εμμέσως πλην σαφώς, την ευχή να υπάρχει μεγαλύτερη κοινωνική συναίνεση. Ολοι θέλουμε την ανάπτυξη και όλοι ευελπιστούμε ότι η προσαρμογή δεν θα διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οταν, όμως, η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, πριν από τη ανάπτυξη είναι αναγκαία η σταθεροποίηση της οικονομίας. Αυτό είναι ένα στάδιο που φαίνεται να προσπέρασε η Νέα Δημοκρατία με τη συλλογιστική της.

- Τι διακυβεύεται για την Ελλάδα;

- Αυτή τη στιγμή (και για το προβλεπτό μέλλον) διακυβεύεται η ικανότητα της χώρας να αποπληρώσει το εξωτερικό χρέος της σύμφωνα με τις συμβατικές της υποχρεώσεις ή, αλλιώς, να αναγκαστεί να επιζητήσει αναδιάρθρωση του χρέους από τους πιστωτές της με ενδεχομένως απροσδόκητες συνέπειες.

Καταστροφική η μονομερής στάση πληρωμών

- Μπορεί η αναδιάρθρωση του χρέους να αποδειχθεί αναγκαία, και αν ναι, πότε και πώς θα έπρεπε να γίνει αυτή για να αποβεί πιο αποτελεσματική;

- Η αναδιάρθρωση του χρέους είναι οπωσδήποτε το σημαντικότερο δίλημμα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή. Δεν είμαι σε θέση να σας δώσω απάντηση για συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το θέμα, όμως, μπορεί να αναλυθεί ως εξής: Πρώτον, η Ελλάδα είναι μία μικρή χώρα, και μονομερής στάση πληρωμών θα ήταν καταστροφική. Αρα, οτιδήποτε ιδέες έχουν οι ιθύνοντες πρέπει να τις συζητήσουν με τους πιστωτές a priori. Δεύτερον, αναδιάρθρωση του χρέους δεν μπορεί να γίνεται κάθε λίγα χρόνια. Εάν οι δανειστές δεχθούν να αρχίσουν μία «κατ' αρχήν» συζήτηση του θέματος, θα πρέπει να έχουν πεισθεί ότι μετά το «κούρεμα» η Ελλάδα θα είναι σε θέση να εκπληρώσει ανελλιπώς τις διεθνείς συμβατικές της υποχρεώσεις. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει μία σειρά αποτελεσμάτων, για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, που να πείσει τους πιστωτές ότι η χώρα: α) εκπλήρωσε τις δεσμεύσεις της έναντι των διεθνών οργανισμών, και β) έχει θέσει τις απαραίτητες βάσεις για να τηρήσει και τις μελλοντικές της δεσμεύσεις. Μόνον τότε οι ιδιώτες πιστωτές θα είναι διατεθειμένοι να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για πιθανή αναδιάρθρωση του χρέους. Να σημειώσετε ότι αυτά τα δύο σημεία που ανέφερα είναι αναγκαίες αλλά όχι ικανές συνθήκες. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή μπορεί να προσδιοριστεί η κατάλληλη χρονική στιγμή για μία τέτοια πρωτοβουλία.

Η αντιπαράθεση

- Πώς θα εκλάβουν ο κ. Τόμσεν και το ΔΝΤ τις παλινδρομήσεις και την ευθεία επίθεση που εξαπέλυσε κατά της τρόικας η ελληνική κυβέρνηση μετά την τελευταία αποστολή;

- Δεν νομίζω ότι θα υπάρξει επίπτωση. Τόσο τα μέλη της αποστολής όσο και η ηγεσία του Ταμείου είναι συνηθισμένοι σε ενίοτε έντονες αντιδράσεις από τους ομολόγους τους. Επιπλέον, η τριμελής αποστολή αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει τη λύπη της με μία σύντομη ανακοίνωση. Τα στελέχη του ΔΝΤ είναι εκπαιδευμένα να εστιάζουν στην ουσία των προγραμμάτων και να προσπερνούν τις πολιτικές αντιδράσεις. Εάν τηρηθούν οι συμφωνίες του επικαιροποιημένου Μνημονίου, το επεισόδιο της περασμένης εβδομάδας θα έχει ξεχαστεί μέχρις ότου έλθει η επόμενη αποστολή τον Μάιο.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-2-2011

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Το «σύνδρομο της Βαϊμάρης» πάνω από το Βερολίνο



Τα δύο μεγάλα κόμματα ψήφισαν συνταγματική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καλείται να μειώσει ως το 2016 το χρέος στο 0,35% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος

ΒΕΡΟΛΙΝΟ Το νόμισμα είναι η ψυχή τους. Οι Γερμανοί δίνουν τόσο μεγάλη σημασία στο χρήμα όσο οι Ελληνες στις ιστορικές ονομασίες όπως «Μακεδονία». Πίσω από τη μάλλον αντιπαθητική αυτή «παραδοπιστία» κρύβεται όμως ένα ιστορικό τραύμα: ο υπερπληθωρισμός στην πολύπαθη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης», αποτέλεσμα των τεράστιων χρεών που κληροδότησε στο κράτος ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Τότε που η ισοτιμία του μάρκου έναντι του δολαρίου εκτοξευόταν καθημερινά σαν πύραυλος στα ύψη για να φθάσει από 10 εκατ. μάρκα προς 1 δολάριο στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1923 στα 160 εκατ. προς 1 στο τέλος του ίδιου μήνα, σε 1 τρισ. προς 1 λίγο αργότερα, με αποτέλεσμα να εξανεμισθούν οι οικονομίες εκατομμυρίων καταθετών. «Από τότετο σταθερό νόμισμα έγινε έμμονη ιδέα στους Γερμανούς» γράφει ένας ιστορικός. Η Γερμανία έγινε έτσι μεταπολεμικά η μοναδική οικονομική υπερδύναμη που διακανονίζει το χρέος της μέσω του Συντάγματος.

Η πρόσφατη συνταγματική ρύθμιση, που ισχύει από τον Μάιο του 2009, επιτάσσει ότι- αρχής γενομένης από το 2011 - η χώρα θα πρέπει να μηδενίσει εντός ολίγων ετών το νέο ετήσιο χρέος της: το ομοσπονδιακό κράτος ως το 2016, τα κρατίδια ως το 2020. Για τα τελευταία η ρύθμιση έχει απόλυτο χαρακτήρα· το ομοσπονδιακό κράτος, αντίθετα, θα μπορεί να κάνει και μελλοντικά χρέη, που δεν θα πρέπει όμως να υπερβαίνουν το 0,35% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος. Εξαιρέσεις προβλέπονται επίσης για τις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή βαριών οικονομικών υφέσεων. Ο γενικός κανόνας είναι: σε εποχές ευνοϊκής συγκυρίας ο προϋπολογισμός θα πρέπει να παράγει πλεονάσματα, τα οποία θα συμψηφίζονται με τα ελλείμματα στα χρόνια ύφεσης- έτσι ώστε στο τέλος ενός οικονομικού κύκλου το έλλειμμα να φθάνει στο μηδέν.

Η ρύθμιση αυτή, η οποία ψηφίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών- Σοσιαλδημοκρατών και επικυρώθηκε από τα δύο τρίτα των βουλευτών στην Κάτω και Ανω Βουλή (Βundestag και Βundesrat), ακολουθεί πλήρως τη λογική του ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που επιτάσσει τον μηδενισμό των δημόσιων ελλειμμάτων. Ανάλογη ήταν και η αντίδραση πολλών αναλυτών. «Πρόκειται για το άκρον άωτον της νεοφιλελεύθερης λογικής» έλεγε ένας από αυτούς. «Το κράτος βάζει στα χέρια του χειροπέδες, την ίδια στιγμή που απελευθερώνει εντελώς τα χέρια των ιδιωτών επενδυτών».

Τα αποτελέσματα της ρύθμισης, προειδοποιούν οι ίδιοι, θα είναι μοιραία για τη γερμανική οικονομία. «Τα γερμανικά νοικοκυριά εξοικονομούν κάθε χρόνο 120 δισ. ευρώ» λέει ο εκ των «σοφών» της γερμανικής οικονομικής επιστήμης Πέτερ Μπόφινγκερ. «Από τη στιγμή που η Γερμανία βάλει φρένο στην έκδοση ομολόγων, οι καταθέτες θα στραφούν αναγκαστικά προς τα αμερικανικά. Το αποτέλεσμα θα είναιοι Γερμανοί να χρηματοδοτούν τα δημόσια προγράμματα του Ομπάμααντί για τα γερμανικά».

Η σύναψη χρεών, προσθέτει, δεν αποτελεί εκ προοιμίου «αμαρτία». Ενα χρέος μπορεί να αποβεί κερδοφόρο, αν το μέρισμα που αποδίδει είναι μεγαλύτερο από τους τόκους που εξυπηρετεί. Αυτό συμβαίνει, λέει, με δάνεια που συνάπτονται για δημόσια έργα, όπως για νοσοκομεία και δρόμους ή για την Παιδεία. «Η Γερμανία πληρώνει σήμερα τόκο ύψους 3% για τα χρέη της·οι επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, όμως, όπως στην έρευνα και στην Παιδεία, αποδίδουν κέρδη ύψους 10% και πλέον» τονίζει.
ΒΗΜΑ 6-2-2011

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

«Μην ακούτε τους δόκτορες του ολέθρου»



Ο αμερικανός οικονομολόγος απορρίπτει τις «μαύρες» προβλέψεις συναδέλφων του, καθώς τους κατηγορεί ότι δεν είναι ανεξάρτητοι και αντικειμενικοί

ΠΟΛΛΟΙ ΔΙΑΣΗΜΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ δεν είναι ούτε όσο ανεξάρτητοι ούτε όσο αντικειμενικοί νομίζουμε, υποστηρίζει ο Τζέραλντ Επστάιν , καθηγητής, επικεφαλής του τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του φημισμένου Κολεγίου Αμχερστ της Μασαχουσέτης· εκεί όπου συναντήθηκαν τυχαία το 1970 ο πρωθυπουργός κ. Γ. Παπανδρέου και ο πρόεδρος της ΝΔ κ. Αντ. Σαμαράς και σπούδασαν Κοινωνιολογία και Οικονομικά, αντιστοίχως. Στο πολυσυζητημένο άρθρο με τίτλο «Οικονομολόγοι, οικονομικά συμφέροντα και οι σκοτεινές πτυχές της οικονομικής κατάρρευσης:είναι ώρα να θεσπιστεί κώδικας δεοντολογίας για τους οικονομολόγους» ο Επστάιν και η συνάδελφός του Τζέσικα Κάρικ-Χάγκενμπαρθ έκαναν φύλλο και φτερό τις δηλώσεις και τα άρθρα δεκαεννέα διάσημων οικονομολόγων των ΗΠΑ. Τι ανακάλυψαν; Οτι σχεδόν το 70%, οι 13 στους 19, αυτοπαρουσιάζονταν ως ανεξάρτητοι αναλυτές, ενώ την ίδια στιγμή αμείβονταν από τράπεζες και ιδιωτικά funds!

«Λέτε ότι υπάρχει πρόβλημα όταν οι οικονομολόγοι-καθηγητές εκφράζουν τις απόψεις τους στα ΜΜΕ, υποτίθεται ως αντικειμενικοί αναλυτές, αποκρύπτοντας τις οικονομικές τους σχέσεις με τράπεζες και επιχειρήσεις.Μπορούμε άραγε να τους εμπιστευτούμε;

«Υπάρχει σοβαρή ανάγκη για περισσότερη διαφάνεια ανάμεσα στους οικονομολόγους, ιδιαίτερα τους καθηγητές, αν θέλουν να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως “ειδικοί”. Στις ΗΠΑ υπάρχει σοβαρό θέμα με ορισμένους πολύ γνωστούς οικονομολόγους που διαθέτουν μεγάλη επιρροή. Προκειμένου να υπάρξει (και να διατηρηθεί) η εμπιστοσύνη στα λεγόμενά τους έχουμε ανάγκη από έναν κώδικα συμπεριφοράς και δεοντολογίας βάσει του οποίου θα υποχρεώνονται να κοινοποιούν τις οικονομικές τους σχέσεις με σχετικές προς το αντικείμενό τους επιχειρήσεις όταν κάνουν δημόσιες δηλώσεις. Παράλληλα, υπάρχει ένα γενικότερο ζήτημα που πηγαίνει πολύ πέρα από αυτό: κατά πόσον μπορούμε να εμπιστευτούμε τη βασική προσέγγιση που προτείνει σήμερα το κυρίαρχο ρεύμα της μακροοικονομικής και χρηματοοικονομικής επιστήμης. Αυτό προφανώς δεν σχετίζεται με το θέμα των ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών δεσμών συγκεκριμένων ατόμων. Εχει να κάνει με την ιδεολογία και τη μεθοδολογία του κύριου ρεύματος της μακροοικονομικής θεωρίας, με δεδομένο ότι απέτυχε να προβλέψει τη διεθνή κρίση και αποτυγχάνει παταγωδώς να βοηθήσει, ως σύνολο αξιών και κανόνων, στην προσπάθεια εξόδου από αυτή. Πολλοί “mainstream” οικονομολόγοι πιέζουν τώρα για πολιτικές λιτότητας και συρρίκνωσης με βάση μια παρανόηση της δυναμικής του χρέους και της οικονομικής ανάπτυξης που είναι βέβαιο ότι θα κάνει την κρίση πολύ χειρότερη, θα οδηγήσει σε τεράστια δεινά εκατομμύρια ανθρώπους και πιθανώς σε πολιτική αστάθεια στο μέλλον. Τώρα αυτά τα δύο θέματα, ιδεολογία και ιδιωτικό συμφέρον, ενδέχεται να συνδέονται και να αλληλοενισχύονται: αυτού του τύπου η ιδεολογία της “ελεύθερης αγοράς” καθιστά πολλούς οικονομολόγους κατάλληλους υποψηφίους για προσοδοφόρες θέσεις στον ιδιωτικό χρηματοοικονομικό τομέα. Για να δραπετεύσουμε από αυτόν τον καταστρεπτικό ιστό συμφερόντων είναι ανάγκη να παραμένουμε ανοιχτοί και σε άλλες απόψεις, όπως αυτές που ανέπτυξαν οικονομολόγοι με διαφορετικές προσεγγίσεις και οι οποίοι, όπως φάνηκε, έφτασαν πολύ πιο κοντά σε μια πρόβλεψη της κρίσης».

- Διάσημοι οικονομολόγοι,όπως ο Νουριέλ Ρουμπινί,προβλέπουν τη χρεοκοπία της Ελλάδας. Στη χώρα μας πολλοί πιστεύουν ότι ο Ρουμπινί και άλλοι έχουν κάτι να κερδίσουν, ότι έχουν ποντάρει στη χρεοκοπία μας και θα κερδίσουν πολλά χρήματα. Αν όντως έχουν τοποθετηθεί στην αγορά εναντίον της Ελλάδας, κάτι που κανείς δεν γνωρίζει,υπάρχει κατά τη γνώμη σας ηθικό και νομικό ζήτημα;

«Δεν είμαι δικηγόρος και επομένως δεν μπορώ να πω τίποτα για νομικά ζητήματα. Επίσης δεν είμαι ηθικιστής... αλλά πιστεύω ότι πρέπει να παραμένουμε καχύποπτοι απέναντι στις προβλέψεις που κάνουν οι οικονομολόγοι και άλλοι παράγοντες, όχι απαραιτήτως επειδή ενδέχεται να υποκρύπτουν ιδιωτικά συμφέροντα αλλά γιατί είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευτείς τέτοιου είδους προβλέψεις. Οπως έλεγε ο Κέινς: “Απλώς δεν ξέρουμε...”. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλύτερο να αξιολογείς τα επιχειρήματα και τα στοιχεία στα οποία βασίζονται. Παρά ταύτα, δεν θα έβλαπτε να τον ρωτούσατε, τον ίδιο και οποιουσδήποτε άλλους μιλούν ως ειδικοί, αν θα βγάλουν πολλά λεφτά με τον ένα ή τον άλλον τρόπο».

- Θα σας ενδιέφερε να ερευνήσετε τα πιθανά ιδιωτικά συμφέροντα και τις διασυνδέσεις όσων προβλέπουν χρεοκοπίες χωρών της ευρωζώνης;

«Οπως σας είπα, το θέμα της διαφάνειας είναι βασικό, αλλά πιστεύω ότι κυρίως οι οικονομολόγοι καθηγητές ενδύονται τον μανδύα της επιστημονικότητας και αυτοπαρουσιάζονται ως αντικειμενικοί αναλυτές».

- Ναι, αλλά ο Ρουμπινί έχει μεγαλύτερο κύρος και επιρροή από πολλούς καθηγητές, προβάλλεται σαν «δόκτωρ Ολεθρος», κάτι σαν «Θεός» που προβλέπει κρίσεις και χρεοκοπίες...

«Δεν έχω στοιχεία για τις ιδιωτικές του υποθέσεις, αλλά γενικώς οφείλει κανείς να είναι πολύ προσεκτικός με τις αναλύσεις όσων αποκτούν το στάτους του “Θεού”».

- Φαίνεται ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες αναζητούν ένα ολοκληρωμένο πακέτο για την ευρωζώνη.Πιστεύετε ότι θα είναι αρκετό για να σηματοδοτήσει το τέλος της κρίσης χρέους;

«Οχι. Η κρίση χρέους σχετίζεται με την κρίση του καπιταλισμού διεθνώς και την αδυναμία των φορέων χάραξης πολιτικής να θέσουν τις ανάγκες των πολιτών πριν από τις ανάγκες των τραπεζιτών και, σε ορισμένες χώρες, των πλουσίων ελίτ».

«ΠΡΩΤΑ “ΓΕΡΟ” HAIRCUT,ΜΕΤΑ ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤ»
- Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η καλύτερη λύση για την Ελλάδα; Συμφωνείτε με το σενάριο της επαναγοράς ομολόγων από την Ελλάδα,ας πούμε στο 75% της αξίας τους,το οποίο ακούγεται έντονα;

«Πιστεύω ότι οι δανειστές σας πρέπει να δεχθούν περικοπές,ένα “κούρεμα” της αξίας των ομολόγων που κατέχουν.Η ελληνική οικονομία πρέπει να βρει έναν τρόπο να απαλλαγεί από αυτό το τεράστιο βάρος του χρέους.Και αυτό το βάρος πρέπει να το μοιραστούν και οι πιστωτές σας και όλοι οι άλλοι που συνέβαλαν στη δημιουργία του προβλήματος.Θεωρητικώς η λύση της επαναγοράς ομολόγων θα μπορούσε να βοηθήσει.Δεν ξέρω αν το 75% είναι το σωστό νούμερο,αλλά σίγουρα πρέπει να υπάρξει σημαντική περικοπή».

- Τι σημαίνει σημαντική περικοπή χρέους και πώς θα είναι η επόμενη μέρα για την Ελλάδα;

«Αυτό που συμβαίνει με την Ελλάδα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση προσπαθεί να σώσει τις γερμανικές και τις γαλλικές τράπεζες βάζοντας τους έλληνες πολίτες να πληρώσουν.Επομένως πιστεύω ότι μεγάλο μέρος του κόστους πρέπει να το επωμιστούν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες.Δεν ξέρω αν θα είναι 25% ή 50%...».

- Εννοείτε να επωμιστούν κόστος για το ρίσκο που ανέλαβαν όταν επένδυσαν στην Ελλάδα;

«Προφανώς! Κέρδισαν πολλά χρήματα τα προηγούμενα χρόνια και ήρθε η ώρα να πληρώσουν για το ρίσκο που ανέλαβαν και δεν τους βγήκε.

Γιατί αλλιώς θα συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη.Οσο για εσάς; Βραχυπρόθεσμα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να συνεχίσει να δανείζει την ελληνική κυβέρνηση και παράλληλα η κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει την αναδιάρθρωση των δημοσίων οικονομικών και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης».
αντικειμενικοί
ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ ΒΗΜΑ 6-2-2011

Τα «Ομόλογα Tρισέ» μπορούν να λύσουν την κρίση χρέους

Με την κρίση χρέους της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο δεύτερο έτος, η έλλειψη ενός καθιερωμένου μηχανισμού για την αντιμετώπισή της γίνεται επικίνδυνη για την ενότητα του ευρώ, της Ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της παγκόσμιας οικονομίας. Προς το παρόν, μόνο η Ελλάδα και η Ιρλανδία υποστηρίχθηκαν από τον κοινό μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Ομως άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Ισπανία, ακόμα και η Ιταλία, μπορεί να αντιμετωπίσουν απαγορευτικά υψηλά επιτόκια δανεισμού στο κρατικό τους χρέος και γι’ αυτό να αναγκαστούν σύντομα να ζητήσουν τη βοήθεια του μηχανισμού στήριξης. Αλλά αν η έλλειψη εμπιστοσύνης στο δημόσιο χρέος χωρών της Ε. Ε. συνεχιστεί όπως στους τελευταίους εννέα μήνες από την ανακοίνωση του μηχανισμού στήριξης, τα χρήματα του μηχανισμού μπορεί να μην επαρκέσουν για την υποστήριξη όλων των χωρών με ανάγκη ή ακόμα μπορεί να υποχρεωθεί η Γερμανία να αποχωρήσει από το γκρουπ στήριξης.

Αν και διασώθηκε μία φορά, η Ελλάδα αντιμετωπίζει το σχεδόν αδύνατο έργο να δανειστεί από τις κεφαλαιαγορές αρχίζοντας από το τέλος του 2011. Η Ιρλανδία πρέπει να αναδιοργανώσει τις τράπεζές της πριν αντιμετωπίσει το κρατικό χρέος της. Αλλες, μεγαλύτερες χώρες, όπως η Ισπανία, αντιμετωπίζουν σημαντική αβεβαιότητα στον δανεισμό τους. Αν και το πρόβλημα είναι συστημικό, η Ευρωπαϊκή Ενωση το αντιμετώπισε μόνο με βραχυχρόνιες διορθώσεις για τις χώρες που βρίσκονταν μπροστά στις πιο οξείες και επείγουσες κρίσεις. Είναι καιρός για μια συνολική διεξοδική λύση, βασισμένη στην αγορά.

Η Ιστορία μάς παρέχει μια τέτοια λύση με τα «Ομόλογα Brady» (που ονομάστηκαν έτσι από το όνομα του Nicholas Brady που ήταν τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ) που χρησιμοποιήθηκαν για τη λύση των κρίσεων χρέους πολλών λατινοαμερικανικών χωρών στη δεκαετία του 1980 και μετέπειτα. Το 1988 το Μεξικό προσέφερε να ανταλλάξει το υπάρχον χρέος του με νέα, εμπορεύσιμα τριακονταετή ομόλογα, με εγγύηση ένα ομόλογο μηδενικού κουπονιού του αμερικανικού Δημοσίου παρόμοιας διάρκειας, που το Μεξικό αγόρασε από το αμερικανικό Δημόσιο. Το τραπεζικό χρέος ανταλλάχθηκε σε τιμές αγοράς, δηλ. με 30% έκπτωση, και επομένως το ποσό του μεξικανικού χρέους μειώθηκε κατά αυτό το ποσοστό. Δεκαεπτά λατινοαμερικανικές χώρες με υψηλά χρέη και άλλες χώρες ακολούθησαν παρόμοια σχέδια, που τελικά επέτρεψαν σε αυτές να ανακτήσουν πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.

Προτείνουμε η Ελλάδα και άλλες χώρες της Ε. Ε., που έχουν σημαντικά προβλήματα χρέους, να ακολουθήσουν αυτό το μοντέλο, προσφέροντας να ανταλλάξουν το υπάρχον μακροχρόνιο τραπεζικό και κρατικό χρέος τους με νέα τριακονταετή ομόλογα που θα στηρίζονται με ένα τριακονταετές ομόλογο μηδενικού κουπονιού που θα εκδώσει η ΕΚΤ και θα εγγυάται την αποπληρωμή του κεφαλαίου. Αυτά τα ομόλογα μπορούν να ονομαστούν «Ομόλογα Tρισέ» από το όνομα του Ζαν-Κλοντ Τρισέ, προέδρου της ΕΚΤ. Οπως και τα «Ομόλογα Brady», τα νέα ομόλογα θα εκδοθούν σε τιμές αγοράς, αλλά θα ανταλλαγούν με το παλιό χρέος στις αγοραίες τιμές του (που τώρα είναι 70% της ονομαστικής αξίας). Η Ελλάδα μπορεί να χρηματοδοτήσει το ομόλογο-εγγύηση από την ΕΚΤ δεσμεύοντας αποθεματικά ή δανειζόμενη από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Διάσωσης.

Αυτή η ανταλλαγή έχει πολλαπλά πλεονεκτήματα. Πρώτον, είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος αναδιάρθρωσης του χρέους γιατί μειώνει το οφειλόμενο κεφάλαιο, επιμηκύνει τις ημερομηνίες λήξης και μειώνει το κόστος των τόκων. Ολα αυτά επιτυγχάνονται χωρίς να προσφέρεται στις υπερχρεωμένες χώρες bailout (αποζημίωση) από τους φορολογουμένους της Ευρώπης. Δεύτερον, η αναδιάρθρωση θα αποτρέψει τον κίνδυνο να μην μπορεί η Ελλάδα να επανεκδώσει το χρέος της όταν λήγει. Τρίτον, όταν οι αγορές δουν μια λύση στην υπέρμετρη συσσώρευση χρέους σε μια προβληματική χώρα της Ε. Ε., θα εξαλειφθεί η αβεβαιότητα για το πώς άλλες χώρες μπορούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του χρέους, και έτσι αυτές οι χώρες θα μπορέσουν να προχωρήσουν με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ ως όροι για την παροχή της εγγύησης. Τέταρτον, οι υπάρχοντες δανειστές θα ανταλλάξουν τα ομόλογα που έχουν τώρα με ένα πιο πολύτιμο και πιο ρευστοποιήσιμο ομόλογο, η αξία του οποίου είναι πιο πιθανό να αυξηθεί με τον καιρό. Και τελικά, με επαρκή προσοχή στις μεταρρυθμίσεις και με το κέρδος χρόνου που παρέχει η αναδιάρθρωση, οι χώρες είναι πιο πιθανό, όπως έγινε με τις χώρες που εξέδωσαν «Ομόλογα Brady», να ανακτήσουν την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.

Ισως το πιο σημαντικό είναι ότι τα «Ομόλογα Τρισέ» παρέχουν μια αποτελεσματική, βασισμένη στην ιστορική εμπειρία, λύση αγοράς, όταν καμιά άλλη αποτελεσματικότερη δεν έχει εμφανιστεί. Οι αγορές δεν έχουν πειστεί ότι η αναδιάρθρωση μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Διάσωσης (ΕΤΔ) μπορεί να δουλέψει. Αλλωστε αυτή η αναδιάρθρωση αντιμετωπίζει σημαντικές πολιτικές αντιδράσεις. Σε αντίθεση με το ΕΤΔ, τα «Ομόλογα Τρισέ» μπορούν να αποκαταστήσουν μια κανονική αγορά για το κρατικό χρέος των ευρωπαϊκών χωρών χωρίς να χρειάζεται οι φορολογούμενοι της Ευρώπης να αποζημιώσουν τις προβληματικές χώρες. Και το πρόγραμμα αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες χώρες που βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις με την Ελλάδα και την Ιρλανδία. Η λύση των «Ομολόγων Τρισέ» ωφελεί και τις δανειζόμενες χώρες και τους δανειστές. Πρακτικά, η Ε. Ε. δεν έχει άλλη επιλογή.

Η εφαρμογή στο ελληνικό χρέος είναι η εξής: η Ελλάδα χρωστάει περίπου 200 δισ. ευρώ επιπλέον των 110 δισ. που δανείστηκε από τον κοινό μηχανισμό της Ε. Ε., του ΔΝΤ και της ΕΚΤ. Στη διαδικασία έκδοσης των «Ομολόγων Τρισέ», το ελληνικό χρέος μικραίνει κατά 30%, δηλ. κατά 60 δισ., αφού η ανταλλαγή γίνεται στις τιμές της αγοράς και τα ελληνικά ομόλογα αξίζουν τώρα 30% λιγότερο από την ονομαστική τους αξία. Αρα η Ελλάδα παίρνοντας πίσω τα παλιά ομόλογα χρειάζεται να εκδώσει καινούργια «Ομόλογα Τρισέ» συνολικής αξίας 140 δισ. ευρώ. Τα ομόλογα αυτά είναι πολύ υψηλότερης ποιότητας από τα παλιά λόγω της εγγύησης του κεφαλαίου από το ομόλογο της ΕΚΤ που θα αγοράσει η Ελλάδα. Εάν τα «Ομόλογα Τρισέ» πουληθούν με κουπόνι 5%, το ετήσιο κόστος τους θα είναι 2,8% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Η εγγύηση του τριακονταετούς ομολόγου της ΕΚΤ θα κοστίσει στην Ελλάδα περίπου 1,5-1,75 δισ. τον χρόνο. Το συνολικό κόστος των «Ομολόγων Τρισέ» (μαζί με την εγγύηση) θα είναι 3,4-3,6% του ΑΕΠ, δηλ. περίπου 8,5-8,75 δισ. τον χρόνο.

Σε αντιδιαστολή, χωρίς αναδιάρθρωση, το χρέος των 200 δισ. θα κοστίσει στην Ελλάδα περίπου 23 δισ. τον χρόνο. Με αναδιάρθρωση με καινούργια ομόλογα χωρίς εγγύηση, το νέο χρέος γίνεται 140 δισ. και θα κοστίσει 16,1 δισ. Αρα η έκδοση «Ομολόγων Τρισέ» θα μειώσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας τουλάχιστον κατά 7,35 δισ. τον χρόνο, δηλ. θα το μειώσει κατά 45%.

Συμπερασματικά, η έκδοση «Ομολόγων Tρισέ» θα βοηθήσει την Ελλάδα να αποφύγει τη χρεοκοπία, θα μειώσει δραστικά το κόστος δανεισμού της, θα ανοίξει τον δρόμο για επαναπρόσβασή της στις κεφαλαιαγορές, θα κερδίσει χρόνο για να κάνει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και να ξεφύγει από την οξεία παρατεταμένη κρίση. Παρομοίως, η ίδια λύση (έκδοση «Ομολόγων Τρισέ») μπορεί να εφαρμοστεί στις άλλες υπερδανεισμένες χώρες της Ε. Ε. και να λύσει συνολικά το πρόβλημα της Ευρωζώνης. Και όλα αυτά επιτυγχάνονται χωρίς επιπλέον κόστος των φορολογουμένων της Ε. Ε. και άρα χωρίς μεγάλες πολιτικές αντιδράσεις.

Ν.Oικονομίδης: Professor of Economics, Stern School of Business, New York University, economides@stern. nyu. edu.

Roy C. Smith: Kenneth Langone Professor of Entrepreneurship and Finance, Stern School of Business, New York University

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Πόσο αμερόληπτες είναι οι προβλέψεις των οικονομολόγων;

Οταν τον Οκτώβριο του 1929 ο διάσημος οικονομολόγος Ιρβινγκ Φίσερ προφήτευε ότι «οι μετοχές έχουν φτάσει σε ένα μόνιμα υψηλό επίπεδο» ξέρουμε ότι το πίστευε. Λίγες μέρες μετά έγινε το κραχ της Γουολ Στριτ και έχασε σχεδόν όλη την περιουσία του. Τώρα που ο Νουριέλ Ρουμπινί προφητεύει την καταστροφή της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Γαλλίας και μερικών ακόμη χωρών κανείς δεν ξέρει αν αυτά που λέει τα πιστεύει. Μπορεί οι προφητείες του να γίνονται για να βοηθήσουν τα χαρτοφυλάκια των πελατών της εταιρείας Rubini Global Economics. Για να είμαστε ακριβείς, δεν ξέρουμε καν ποιοι είναι οι πελάτες του καθηγητή στο NYU Νουριέλ Ρουμπινί.

Δεν θα μάθουμε ποτέ αν το αυγό γέννησε την κότα, αν δηλαδή οι προφητείες των καθηγητών οικονομικής διαμορφώνουν τη στρατηγική των πελατών τους ή η στρατηγική των πελατών τους διαμορφώνει τις προφητείες τους. Αλλά ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός οικονομολόγων έθεσε ένα απλό πρόβλημα δεοντολογίας στον κλάδο τους. Ολοι αυτοί οι μεγαλόσχημοι καθηγητές, που αρθρογραφούν διαμορφώνοντας την κοινή γνώμη, συμβάλλουν στη χάραξη πολιτικών συμβουλεύοντας κυβερνήσεις και γενικώς όσα λένε έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή των απλών ανθρώπων, οφείλουν να αποκαλύπτουν την πελατειακή τους σχέση με μεγάλα funds, τράπεζες ή εταιρείες που κερδίζουν λεφτά από τη διαμόρφωση των πολιτικών αυτών.

Η εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς» είχε πρόσφατα μερικά παραδείγματα που πρέπει να μας προβληματίσουν. Ο καθηγητής του Στάνφορντ Ντάρελ Ντάφι συνέγραψε ένα βιβλίο για τη νομοθετική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά δεν ανέφερε ότι είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αξιολόγησης «Μούντις», που είναι υποκείμενο αυτής της ρύθμισης.

Η σχολιαστής σε πολλά μέσα ενημέρωσης οικονομικών θεμάτων καθηγήτρια του Μπέρκλεϊ Λάουρα Ντ’ Αντρέα Τάισον δεν αναφέρει συχνά ότι είναι διευθύντρια στη Μόργκαν Στάνλεϊ.

Ο καθηγητής του Κολούμπια Ρίτσαρντ Κλαρίντα, ο οποίος υπηρέτησε ως στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ υπό τον Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, δεν αναφέρει ότι είναι εκτελεστικός αντιπρόεδρος της «Πίμκο», μιας μεγάλης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων.

Το πρόβλημα επισημάνθηκε με το άρθρο «Οικονομολόγοι, οικονομικά συμφέροντα και οι σκοτεινές γωνιές της κατάρρευσης: Είναι ώρα να θεσπιστεί κώδικας δεοντολογίας για τους οικονομολόγους» δύο οικονομολόγων στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Αμχερστ. Οι Τζέραλντ Επστέιν και Τζέσικα Κάρικ-Χάγενμπαρθ μελέτησαν τις δημοσιεύσεις (δημοσιογραφικές και ακαδημαϊκές), όπως επίσης και τις δημόσιες εμφανίσεις δεκαεννέα κορυφαίων οικονομολόγων των ΗΠΑ την περίοδο 2005 - 2009 «για να προσδιοριστεί πόσες φορές αυτοί οι οικονομολόγοι διατύπωσαν ρητώς τις σχέσεις τους με ιδιωτικούς ή δημόσιους οικονομικούς φορείς όταν έγραφαν ή σχολίαζαν ζητήματα οικονομικής πολιτικής».

Συγκρουση συμφερόντων

Το σκεπτικό της έρευνάς τους έχει ως εξής: «Οι πανεπιστημιακοί οικονομολόγοι συχνά δεν περιορίζονται στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα, αλλά έχουν ρόλο στην πολιτική και στα ΜΜΕ. Συχνά εμφανίζονται ως ειδικοί στον τομέα τους. Γράφουν άρθρα στις εφημερίδες, δίνουν καταθέσεις σε δημόσιες ακροάσεις, καταλαμβάνουν θέσεις συμβούλων σε πολιτικούς και δίνουν συνεντεύξεις στα ΜΜΕ. Οι πανεπιστημιακοί οικονομολόγοι συχνά δημιουργούν την εντύπωση ότι οι θέσεις τους είναι ανεξάρτητες και αντικειμενικές. Την ίδια στιγμή όμως κάποιοι από αυτούς είναι μέλη διοικητικών συμβουλίων ή ακόμη και ιδιοκτήτες οικονομικών οργανισμών. Οταν όμως έχουν ταυτόχρονα τον ρόλο του αντικειμενικού παρατηρητή στα ΜΜΕ και έχουν κάποιον ρόλο στον ιδιωτικό τομέα, υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Η αντικειμενικότητά τους μπορεί να υπονομευθεί από τη δουλειά τους στον ιδιωτικό τομέα ή τουλάχιστον να δημιουργηθούν ερωτήματα πιθανής μεροληψίας. Σ’ αυτήν την περίπτωση όσοι στηρίζονται για να διαμορφώσουν άποψη στις εκτιμήσεις των πανεπιστημιακών οικονομολόγων για την οικονομική πολιτική πρέπει να ξέρουν ότι υπάρχει αυτή η πιθανή μεροληψία... Το ερώτημα περί πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων προκύπτει στο πλαίσιο του ρόλου που έπαιξαν οι οικονομολόγοι στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης του 2007 - 2010. Ενα θέμα που συζητήθηκε αρκετά είναι: γιατί η μεγάλη πλειονότητα των οικονομολόγων απέτυχε να προβλέψει την οικονομική κρίση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν πολλά σημάδια γύρω τους; Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις. Μία λέει ότι οι οικονομολόγοι δουλεύαν με πολύ αφηρημένα μοντέλα που δεν είχαν φούσκες και κρίσεις. Μία άλλη λέει ότι τυφλώθηκαν από την ιδεολογία τους. Μια τρίτη πιθανότητα είναι ότι οι οικονομολόγοι είχαν σύγκρουση συμφερόντων. Σ’ αυτό το τρίτο σενάριο οι οικονομολόγοι, όπως και πολλοί άλλοι, είχαν κίνητρα να μη δουν την κρίση που ερχόταν».

Διαφανής υποκειμενικότητα

Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν μια από τις σκοτεινές γωνιές της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε. Από τους 19 οικονομολόγους που ερεύνησαν οι Τζέραλντ Επστέιν και Τζέσικα Κάρικ - Χάγενμπαρθ, οι 13, περίπου το 70%, δούλευαν σε ιδιωτικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Δύο από αυτούς ήταν συνιδρυτές χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και εργάζονταν ως βασικά τους στελέχη. Ενας δούλευε σε δύο τράπεζες, στη μία ως πρόεδρος και στην άλλη ως διευθυντής. Οκτώ ήταν σε διοικητικά συμβούλια χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και δύο ήταν σύμβουλοι ή εργάζονταν ως ανεξάρτητοι ειδικοί τέτοιων επιχειρήσεων.

Από τα άρθρα στον Τύπο αυτών των δεκατριών οικονομολόγων που είχαν οικονομικές σχέσεις με χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, οι οκτώ δεν ανέφεραν πουθενά τους δεσμούς χρήματος που είχαν με τα ιδιωτικά συμφέροντα. Δύο τα ανέφεραν σε πάνω από τις μισές περιπτώσεις και δύο ελάχιστες φορές, στο 13 - 14% των εμφανίσεών τους στα ΜΜΕ.

Το πρόβλημα της έλλειψης διαφάνειας στις σχέσεις των οικονομολόγων με τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς δεν είναι ηθικό, όπως θα μπορούσε π. χ. να είναι στην περίπτωση δημοσιογράφων που εργάζονται για ένα κόμμα. Στις αγορές τα λεφτά είναι πολλά και οι εκτιμήσεις των διαπρεπών οικονομολόγων παίζουν ρόλο σε κινήσεις κεφαλαίων δισεκατομμυρίων. Οι προβλέψεις κάποιων μπορούν να γονατίσουν χώρες ή επιχειρήσεις, να συμβάλουν στο να μείνουν χωρίς εργασία εκατομμύρια άνθρωποι. Αν και η πολυπόθητη αγγλοσαξονική αντικειμενικότητα... αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει, μπορεί όμως να υπάρξει η διαφανής υποκειμενικότητα.

Τα κίνητρα και ο κώδικας δεοντολογίας

Στις αρχές του μήνα τριακόσιοι οικονομολόγοι υπέγραψαν μια κοινή επιστολή προς τον πρόεδρο της Αμερικανικής Ενωσης Οικονομολόγων, Ρόμπερτ Χαλ, ζητώντας τη θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας του επαγγέλματός τους. Φέρνουν ως παράδειγμα ότι σχεδόν σε όλα τα επαγγέλματα των κοινωνικών επιστημών (κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι, ψυχολόγοι, στατιστικοί) έχουν ήδη θεσπίσει τέτοιους κώδικες, οι οποίοι φυσικά διαφέρουν μεταξύ τους· «άλλοι απαιτούν από τα μέλη των ενώσεών τους απλώς να αποκαλύψουν πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και άλλοι απαιτούν από τα μέλη τους να κάνουν ό, τι μπορούν να τις εξαλείψουν».

Προτείνουν ότι η Αμερικανική Ενωση Οικονομολόγων πρέπει να υιοθετήσει τον κώδικα ηθικής των Αμερικανικής Ενωσης Κοινωνιολόγων και συνεπώς ο κώδικάς τους θα μπορούσε να λέει το εξής: «Οι οικονομολόγοι πρέπει να διατηρούν τον υψηλότερο βαθμό ακεραιότητας στην επαγγελματική τους δουλειά και να αποφεύγουν τη σύγκρουση συμφερόντων ή την εμφάνιση τέτοιας σύγκρουσης. Ακόμη περισσότερο, οι οικονομολόγοι πρέπει να αποκαλύπτουν σχετικές πηγές οικονομικής βοήθειας και σχετικές προσωπικές ή επαγγελματικές σχέσεις που μπορεί να μοιάζουν ή να είναι πιθανή σύγκρουση συμφερόντων σε δημόσιες ομιλίες τους και γραπτά τους όπως και σε ακαδημαϊκές εκδόσεις».

Ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ Τζορτζ Ντε Μαρτίνο (και συγγραφέας του βιβλίου «Ο όρκος των οικονομολόγων. Η ανάγκη και το περιεχόμενο της επαγγελματικής ηθικής» εκδ. Oxford university Press) πρωτοστάτησε στην κίνηση των τριακοσίων. Δήλωσε στο δημόσιο ραδιόφωνο των ΗΠΑ (npr) ότι «οι οικονομολόγοι έχουν αλλεργία στους κώδικες δεοντολογίας από τότε που υπάρχει το επάγγελμά τους, και σίγουρα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα». Αναφέρει δε ότι στη δεκαετία του 1920 «μια ένωση επιχειρηματιών έγραψε μια επιστολή στην Ενωση Αμερικανών Οικονομολόγων λέγοντας «μελετούμε τους επαγγελματικούς κώδικες συμπεριφοράς· παρακαλώ στείλτε τον δικό σας». Τότε ο γραμματέας της Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων απάντησε: «Αν και η δεοντολογία είναι στο αίμα μας, δεν έχουμε κώδικα και γι’ αυτό δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε το αίτημά σας”».

Η κρίση όμως έφερε τα πάνω κάτω. Η πίεση για τη θέσπιση κώδικα δεοντολογίας άρχισε να μεγαλώνει. Μέχρι και ο Economist έγραψε πως «οι επικριτές των οικονομολόγων ισχυρίζονται ότι δεν είναι σύμπτωση ότι οι οικονομολόγοι της χρηματοπιστωτικής, πολλοί από τους οποίους εργάζονται ως σύμβουλοι σε επιχειρήσεις της Γουολ Στριτ, απεχθάνονται τις νομοθετικές ρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα. Μπορεί βέβαια οι οικονομολόγοι αυτοί να έχουν πεισθεί από προηγούμενες μελέτες τους για τα πλεονεκτήματα της οικονομικής φιλελευθεροποίησης και επομένως να είναι πιο πρόθυμοι να μιλήσουν υπέρ της Γουόλ Στριτ. Από την άλλη όμως είναι πολύ δύσκολο στους οικονομολόγους να υποστηρίξουν ότι η προσέγγισή τους και η επιλογή των θεμάτων που μελετούν δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι πληρώνονται από αυτές τις επιχειρήσεις. Στο κάτω κάτω της γραφής, η μοντέρνα οικονομική θεωρία στηρίζεται στην ιδέα ότι τα κίνητρα παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συμπεριφορά των ατόμων».

Διαβάστε

- Gerald Epstein & Jessica Carrick-Hagenbarth, «Financial Economists, Financial Interests and Dark Corners of the Meltdown: It’s Time to Set Ethical Standards for the Economics Profession», εκδ. Political Economy Research Institute (Working Paper Series). Το άρθρο βρίσκεται ηλεκτρονικά σε πολλές διευθύνσεις
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31/1/2011