Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Ο «Τελευταίος των Βίκινγκς»



100 χρόνια από την κατάκτηση του Νότιου Πόλου από τον Ρόαλντ Αμούνδσεν

«Τελευταίος των Βίκινγκς» αποκαλείται ο Ρόαλντ Αμούνδσεν, ο Νορβηγός που πάτησε πρώτος τον Νότιο Πόλο πριν από 100 χρόνια και έμεινε στην Ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους εξερευνητές. Το κατόρθωμά του είναι το πιο μυθιστορηματικό από όλες τις πρωτιές που σημειώθηκαν την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων γιατί ο Αμούνδσεν είχε να ανταγωνιστεί όχι μόνο τα άγρια στοιχεία της φύσης αλλά και τον Βρετανό Ρόμπερτ Σκοτ, ο οποίος έτρεχε να φθάσει πρώτος στον Νότιο Πόλο.

«Ο Βόρειος Πόλος κατακτήθηκε!» έγραψαν τα πρωτοσέλιδα τον Σεπτέμβριο του 1909. Η είδηση χτύπησε τον Αμούνδσεν σαν κεραυνός. Το αρχικό του σχέδιο ήταν να οδηγήσει το πλοίο «Fram» (που σημαίνει «Εμπρός») στο βορειότερο σημείο της γης, την πρωτιά όμως του την έκλεψαν άλλοι. Ο Νορβηγός δεν τόλμησε να πει στους χορηγούς του ότι θα άλλαζε κατεύθυνση και θα επιχειρούσε να φθάσει στο απάτητο ακόμη νοτιότερο σημείο της Γης. Σάλπαρε με άκρα μυστικότητα για τον Νότιο Πόλο τον Αύγουστο του 1910, δύο μήνες μετά τον Σκοτ, και μόνο αφού είχε διασχίσει τον μισό Ατλαντικό του έστειλε το εξής τηλεγράφημα: «Πληροφορώ ότι “Fram” κατευθύνεται Ανταρκτική- Αμούνδσεν». Η έκπληξη του Σκοτ ήταν τεράστια όταν το διάβασε, δύο μήνες αργότερα, στη Μελβούρνη.

Οπρώτος που πάτησε και τους δύο πόλους
Ο Αμούνδσεν πήρε μαζί του 97 σκυλιά Γροιλανδίας και όλη την εμπειρία στον χειρισμό ελκήθρων και στην επιβίωση σε αρκτικό περιβάλλον που είχε συγκεντρώσει από προηγούμενες αποστολές. Αφησε βαρύ το σημάδι του στη λεγόμενη «Εποχή των Ηρώων». Ηταν ο πρώτος που έπλευσε το Βορειοδυτικό Πέρασμα το οποίο, βορείως του Καναδά, ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό. Του πήρε τρία χρόνια γιατί τον έπιανε ο χειμώνας κάνοντας το πέρασμα μη πλεύσιμο.

Ο Αμούνδσεν, άνθρωπος επιβλητικός και λιγόλογος, ήταν ο πρώτος που πάτησε και τους δύο πόλους. Οργανωτικός και μεθοδικός, έλεγε ότι «η νίκη περιμένει όσους έχουν τα πάντα σε τάξη - τύχη το αποκαλούν- ενώ η αποτυχία είναι βέβαιη για όσους αμελούν να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις - αυτό αποκαλείται κακοτυχία». Για την κατάκτηση του Νότιου Πόλου δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Αν και καταγόταν από εύπορη οικογένεια εφοπλιστών, ήταν καταχρεωμένος για τις ανάγκες των αποστολών του και δεν είχε περιθώριο αποτυχίας.

Το «Fram» έφθασε στην Ανταρκτική, που έχει το μέγεθος της Ευρώπης μαζί με την Αυστραλία, τον Ιανουάριο του 2011. Ως τις 21 Απριλίου, όταν η εξάμηνη μέρα έδωσε τη θέση της στην εξάμηνη νύχτα, ο ίδιος και η ομάδα του έκαναν προετοιμασίες και μετά περίμεναν να ξαναξημερώσει τον Σεπτέμβριο. Υστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια ξεκίνησαν δεύτερη φορά για τον Νότιο Πόλο τον Οκτώβριο. Οι πέντε άντρες κινούνταν με σκι- Νορβηγοί όλοι τους, ήταν εξαιρετικοί στο άθλημα- ενώ οι προμήθειές τους μεταφέρονταν σε τέσσερα έλκηθρα που τα έσερναν 13 σκυλιά το καθένα.

Τα σκυλιά έτρωγαν κρέας και λίπος φώκιας τα οποία, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε ότι αποτελούν ιδανική τροφή για ζώα που σέρνουν έλκηθρα. Ενας παγετώνας ύψους 3.000 μέτρων στεκόταν ανάμεσα στη νορβηγική ομάδα και στον Νότιο Πόλο. Κατάφεραν να σύρουν έναν τόνο προμήθειες ως την κορυφή του, όπου πυροβόλησαν τα 24 από τα σκυλιά για να τα φάνε τα υπόλοιπα και οι ίδιοι. Το μέρος ονομάστηκε «Κρεοπωλείο».

Οανταγωνισμός του με τον Ρόμπερτ Σκοτ
Μετά ακολούθησε η «Αίθουσα Χορού του Διαβόλου», ένας παγετώνας με ένα λεπτό στρώμα χιονιού που σκέπαζε βαθιές χαράδρες. Αυτό ήταν το τελευταίο εμπόδιο. Στις 14 Δεκεμβρίου 1911, στις 3 το μεσημέρι, οι πέντε Νορβηγοί, με τα πρόσωπα φαγωμένα από τα κρυοπαγήματα, και 16 σκυλιά έφθασαν στον Νότιο Πόλο. Προηγήθηκαν κατά 35 ημέρες του Σκοτ. Η ομάδα και 11 σκυλιά επέστρεψαν στο «Fram» τον Ιανουάριο του 1012, 99 ημέρες και 2.900 χλμ. μετά την αναχώρησή τους. Ωσπου να φθάσει στην Αυστραλία, δύο μήνες αργότερα, ο Αμούνδσεν αγωνιούσε μήπως τον είχε προλάβει ο Σκοτ. Ο Βρετανός πάτησε τον πόλο στις 17 Ιανουαρίου 1912 αλλά ο ίδιος και ολόκληρη η ομάδα του πέθαναν στην επιστροφή.

Ο ανταγωνισμός των δύο αντρών δεν έχει πάψει να γοητεύει ως σήμερα. Οι αναλύσεις γιατί κέρδισε ο Αμούνδσεν και έχασε ο Σκοτ δεν σταμάτησαν ποτέ - ο πρώτος είχε σκυλιά για υποζύγια, δέρματα ζώων για θέρμανση και λεπτομερή οργάνωση ενώ ο δεύτερος σιβηρικά πόνι, συμβατικά παλτά και ανοργάνωτο ενθουσιασμό. Η δημοτικότητα του Σκοτ ανεβοκατεβαίνει σαν ασανσέρ τα 100 αυτά χρόνια: πρώτα αποθεώθηκε ως εθνικός ήρωας στη Βρετανία, στη συνέχεια αποκαθηλώθηκε και σήμερα αποκαθίσταται.

Ο Αμούνδσεν είχε τους πόλους στο αίμα του. Από μικρό παιδί κοιμόταν με ανοιχτά παράθυρα, ακόμη και στον βαρύ νορβηγικό χειμώνα, για να προετοιμαστεί για το αρκτικό κλίμα. «Πώς συνέβη να γίνω εξερευνητής;» αναρωτιέται στην αυτοβιογραφία του. «Δεν συνέβη απλώς, καθ΄ ότι η καριέρα μου υπήρξε μια σταθερή πρόοδος προς έναν σαφή στόχο από τα 15 μου χρόνια. Ο,τι πέτυχα στις εξερευνήσεις υπήρξε αποτέλεσμα ισόβιου σχεδιασμού, επίμοχθης προετοιμασίας και σκληρής, ευσυνείδητης εργασίας».

Η μητέρα του τον προόριζε για γιατρό. Αυτός εγκατέλειψε τις σπουδές στα 21, αμέσως μετά τον θάνατό της, και μπάρκαρε στα καράβια. Ο δικός του θάνατος ήταν αντάξιος εξερευνητή: σκοτώθηκε το 1928, 56 ετών, όταν το αεροπλάνο του συνετρίβη στον Αρκτικό Κύκλο. Βρισκόταν σε αποστολή διάσωσης ενός εξαφανισμένου αερόπλοιου. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του δεν βρέθηκαν ποτέ.
ΒΗΜΑ 31-12-2010

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η Ελλη Παπά για τον έρωτα, την επανάσταση, τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τον αληθινό Μπελογιάννη

Με αφορμή το βιβλίο «Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο», η ‘Ελλη Παπά γράφει για τον κομμουνισμό, τον έρωτα και τον Νίκο Μπελογιάννη «τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'». Από τον Στέλιο Κούλογλου.

Μια παρηγοριά για να κάνεις τον δημοσιογράφο στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αναξιοπιστίας και κρίσης, είναι ότι σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις σημαντικούς ανθρώπους. Η Ελλη Παπά ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος, μια κορυφαία προσωπικότητα που η χώρα μας και η αριστερά γεννούν όλο και πιο σπάνια. Είχα την τύχη να την γνωρίσω την δεκαετία του 90 με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ για την αντίσταση, τον εμφύλιο και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και τα κατοπινά χρόνια συνδεθήκαμε με μια σχέση φιλική και πολύ δημιουργική.

Συνήθιζε κατά καιρούς να μου στέλνει δικές της, εξαιρετικά οξυδερκείς αναλύσεις για την παγκόσμια κατάσταση καθώς και άρθρα που είχε ψαρέψει στο ίντερνετ και θεωρούσε ότι ίσως με ενδιάφεραν. Παρ ότι είχε βάλει πλώρη για τα 90 σέρφαρε κανονικά σαν να ήταν 18αρα. Τέτοιο ανήσυχο, ανοιχτό μυαλό ήταν- και αυτό προσδιορίζει και το μέγεθος της απώλειας. Της απώλειας της τωρινής που έφυγε απο την ζωή αλλά και της απωλειών που είχε αυτή η χώρα όταν έστειλε μετά τον πόλεμο να σαπίσουν στις φυλακές ή στο εκτελεστικό απόσπασμα ανθρώπους σαν την Ελλη και τον σύντροφο της τον Νίκο Μπελογιάννη. Γιατί από τις διηγήσεις τις δικές της και των άλλων αλλά τα κείμενα του που -όπως θα ειτε παρακάτω- μου έστειλε, έχω καταλάβει ότι και ο αληθινός Μπελογιάννης ανάλογου διαμετρήματος άνθρωπος ήταν.

Σκέφτομαι συχνά , με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις , την γενικευμένη κριση και πολύ πρόσφατα την τρομοκρατία, πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της χώρας αν είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της αριστεράς αν άνθρωποι σαν τον Μπελογιάννη δεν είχαν θυσιασθεί στ βωμό ποικίλων σκοπιμοτήτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, χώρια ότι ανήκει στην σφαίρα του «αν».

Το 2002 τελειώσα το βιβλίο μου "Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο” και το έστειλα στην Ελλη να το διαβάσει. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο έρωτας στον υπαρκτό σοβιετικό σοσιαλισμό, ή αν ο τελευταίος -όπως και όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα- σκότωνε τον έρωτα. Μου έστειλε για απάντηση μια μακριά πολυσέλιδη επιστολή-κείμενο, επίσημο και στο χαρτί όχι e-mail αυτή την φορά, που ξεκινούσε με την παρακάτω εισαγωγή:

Αγαπητέ μου φiλε

Το βιβλίο σου δεν ξέρω πώς θα γίνει δεκτό από τους αμετανόητους θιασώτες του ύπαρκτού. Για μένα ήταν μια βαθειά κατάδυση στα βρωμερά απόνερά του που δυστυχώς τα γνώρισα, καλύτερα τα έζησα, στην ακμή τους και σε όλο τους το μεγαλείο -σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, μα αυτό δεν αλλάζει πολλά.

Οι πληγές του μένουν. Αφιέρωσα πολλά από τα χρόνια μου στην προσπάθεια να τα «ξεπλύνω» από πάνω μου κι από όσα μυαλά θα κατανοούσαν την ανάγκη να έρθουν στο φως για να απαλλαγεί απ'αυτά ό τι μπορεί (ακόμη) να λέγεται σοσιαλισμός, κομμουνισμός 'και άλλα τέτοια σημαντικά', όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Μαγιακόφσκι. Λίγα κατάφερα και πολλά υπέμεινα. Ας είναι, φυλάγομαι από το θρήνο για όσα μπορούσαν να γίνουν και χάθηκαν.

Και τώρα στο βιβλίο σου. Από την αρχή με τράβηξε αυτό που ήταν για σένα το πρώτο 'κινούν' για να το γράψεις κι όσο προχωρούσα έκανα -μοιραία- τη σύγκριση. Από τη μια η Πολιτεία του Πλάτωνα που στον εικοστό αι.μ.χ.πήρε το όνομα του 'υπαρκτού', η πολιτεία που διώχνει τον έρωτα μαζί με όλα τα αισθήματα που έκαναν ανθρώπινη την κοινωνία των ανθρώπων, μαζί με την τέχνη και τους ποιητές (αλλά που κρατάει τους πιο ατάλαντους που δέχονται να γράφουν τους μύθους που οι 'φιλόσοφοι βασιλείς' τους υπαγορεύουν - γνωστή η φάρα τους) και με όλα τα παρεπόμενά της. Από την άλλη εκείνοι που αρνήθηκαν τον απανθρωπισμό τους, εκείνοι που εγώ τους κατατάσσω στο 'είδος Μαγιακόφσκι'.

Έτσι έφτασα να διαβάζω τα όσα έλεγαν (τόσο ρεαλιστικά δοσμένα που να σου κόβεται η ανάσα) οι ήρωες κι οι ηρωίδες του βιβλίου σου- και στην ακοή μου να έρχονται τα λόγια που εγώ άκουσα από τον Νίκο. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο σου σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο όπως εγώ τον έζησα - τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμασταν οι μόνοι) που έδιναν τη ζωή τους για ένα κομμουνισμό που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων.

Θα μου πεις αν έχω δίκιο όταν διαβάσεις τα 'Γράμματα στο γιο μου' (σε λίγο θα εκδοθούνε, συνοδεύοντας μια σειρά βιλιαράκια μινιατούρες που έκανα στη φυλακή για το γιο μου).(1) Το κακό είναι πως δεν είναι ακριβώς ανέκδοτα, έχουνε κι όλας τη μικρή τους ιστορία: Τα είχα γράψει στη φυλακή -σε τρεις δόσεις, όσες και όσο άντεχα κάθε φορά- από το 1955 ως το 1962.Τα έστειλα στη Διδώ για να τα δώσει στο γιο μου όταν θα γινόταν δεκάξη χρονών. Βγήκα από τη φυλακή τις μέρες της Πρωτοχρονιάς του 1964, έτσι που έλεγα πια πως θα τα έδινα εγω στο γιο μου στα δεκάξη του χρόνια. Λάθος. Τα δεκάξη του με βρήκαν εξόριστη της δικτατορίας στα Γιούρα, κι έτσι σωστά είχα προβλέψει πως η Διδώ θα του τα έδινε.

Αλλά τότε ακριβώς εκείνη είχε αρχίσει να γράφει την 'Εντολή' και του τα ζήτησε για να τα περιλάβει στο βιβλίο της. Της τα έδωσε. Κανείς δεν σκέφτηκε αν εγώ θα συμφωνούσα. Τέλος πάντων, δεν πειράζει, έγινε κι αυτό. Μόνο που, μέσα στον όγκο του βιβλίου, περάσανε σαν, πώς να το πώ, να το πω σαν 'γραφικότητα'; Κάπως έτσι. Ακόμη και σήμερα αναγνώστες και προπαντός αναγνώστριες της 'Εντολής' μου λένε 'Διαβάσαμε και τα γράμματά σου, καημενούλα, τί έχεις περάσει!'. Τέτοια. Ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ποια σημασία έδινε σ'αυτά τα γράμματα ήταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Μα ο Αναγνωστάκης είναι Ποιητής. Τα όσα μου είπε ήταν βάλσαμο για μένα και πάντα τα θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.

Τώρα θα σου εξομολογηθώ και κάτι, υπό ... αυστηράν εχεμύθειαν: η αδελφή μου, παρά την ευαισθησία της, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τ ο μόνο που μου είπε γι'αυτά τα γράμματα όταν βγήκα απ' τα Γιούρα ήταν: 'Μα, βρε παιδί μου, τι ερωτισμός ηταν αυτος...'!!! Έτσι ακριβώς.

Κι άλλη μια εξομολόγηση. Εγώ είχα διαφορετική από τον Νίκο αντίληψη για το ιδιωτικό και τη δημοσιότητα του ιδιωτικού. Θα το δεις και στα γράμματά του, πως και την έκδοση της αλληλογραφίας μας ήθελε (με μια μικρή εξαίρεση, κι αυτή με 'ίσως') και τις βιογραφίες μας να γράψουμε. Ωστόσο, στην τωρινή μου απόφαση, να εκδοθεί μόνη η αλληλογραφία μας έπαιξε μεγάλο ρόλο εκείνη η βούληση του Νίκου. Είναι λίγο σαν να του το χρωστάω. Κι ευτυχώς που τα μαθαίναμε απέξω τα γράμματά μας, στην αρχή αυθόρμητα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα κρατάμε από το φόβο ότι κάποιος από τους δεσμοφύλακες μπορούσε να τα βρει αλλά θέλαμε να μας συντροφεύουν στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες της μοναξιάς, κι ύστερα με υπόδειξη του Νίκου πως μπορούσε κάποτε να τα εκδόσουμε.

Αυτά. Μπορεί να σε κούρασα, αλλά ήθελα να τα πω κάποτε, κι αν 'διάλεξα' εσένα φταίει το βιβλίο σου. Ίσως ήθελα ν'αποκαταστήσω την τιμή εκείνων των κομμουνιστών που, παρ'όλα αυτά, ξέρανε να περνάνε πέρα και πάνω από 'όλα αυτά' και να υψώνουν κάτω από τη σκιά του θανάτου το θρίαμβο της ζωής που είναι ο έρωτας; Ίσως. να ήταν, πιο απλά, η εκτίμησή μου για σένα, που άνετα την κέρδισες.

Λοιπόν,καλή ανάγνωση!
15.2.03 Έλλη

tvxs.gr