Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

John Maynard Keynes


Η συνεισφορά του Keynes
Στις δύσκολες μέρες του Μεσοπολέμου, τότε που η Κρίση θέριζε και παράλληλα έσπερνε τις θύελλες που ακολούθησαν την επόμενη δεκαετία, ένας οικονομολόγος στάθηκε όρθιος, αποτίναξε από πάνω του τα ιδεολογήματα που είχε κληρονομήσει από τους δασκάλους του, και προσπάθησε να εξηγήσει κάτι που είχε ξαφνιάσει τόσο τον ίδιο όσο και τους δασκάλους του: το γεγονός ότι όσο και να έπεφταν οι μισθοί, όσο και να μειωνόταν το επιτόκιο, όσο και να συρρικνώνονταν οι δημόσιες δαπάνες, η απασχόληση, οι επενδύσεις, η οικονομική δραστηριότητα, τα ελλείμματα δεν έλεγαν να βελτιωθούν. Όσο περισσότερο ήταν διατεθειμένοι να δουλέψουν για ψίχουλα οι εργαζόμενοι, τόσο πιο έντονα διστακτικοί γίνονταν οι εργοδότες να τους προσλάβουν. Όσο πιο χαμηλό το επιτόκιο, τόσο πιο πολύ απέφευγαν οι εργοστασιάρχες να δανειστούν ώστε να επενδύσουν σε νέα προϊόντα, νέα μηχανήματα, νέους ιμάντες παραγωγής. Ο καιρός πέρναγε, οι μισθοί έπεφταν, το επίσημο επιτόκιο κατέρρεε, τα περιουσιακά στοιχεία εξανεμίζονταν, αλλά οι «αγορές» αρνιόντουσαν πεισματικά να ανακάμψουν: οι επενδύσεις που θα έλκυε η ραγδαία πτώση του εργασιακού κόστους και του κόστους δανεισμού απλά δεν ερχόντουσαν.
Επρόκειτο για πραγματικό μυστήριο. Στην λαϊκή αγορά, όταν δεν πουλιέται ένα λαχανικό ή φρούτο, ο πωλητής κάποια στιγμή ρίχνει την τιμή του, συνήθως γύρω στο μεσημέρι, κι εφόσον την ρίξει αρκετά η πραμάτεια του πουλιέται. Το ίδιο και με τα αυτοκίνητα, τα σπίτια, τα αεροπλάνα: η μείωση της τιμής τους προσελκύει αγοραστές. Γιατί δεν συνέβαινε στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης του Μεσοπολέμου κάτι ανάλογο με το αγαθό «εργασία»; Γιατί η ραγδαία πτώση της «τιμής» του δεν οδηγούσε στην αύξηση της ζητούμενης «ποσότητας» (δηλαδή των θέσεων εργασίας, της απασχόλησης); Αυτό το μυστήριο ανέλαβε να κατανοήσει, και κατόπιν να μας εξηγήσει, ο Keynes. Πως; Με μία απλή υπόθεση: ότι αυτό που ισχύει στις λαϊκές αγορές, στην αγορά αυτοκινήτων και στερεοφωνικών δεν ισχύει σε δύο «τζαναμπέτικες», «δύστροπες» αγορές – στην αγορά εργασίας και στην αγορά χρήματος. Σε όλες τις άλλες αγορές, όταν η τιμή πέφτει οι πωλήσεις αυξάνονται. Σε περίοδο Κρίσης όμως, έλεγε ο Keynes, σε αυτές τις δύο αγορές, όταν η οικονομία μπει στην δίνη της Ύφεσης, η μείωση της «τιμής» δεν συνεπάγεται αύξηση των «πωλήσεων». Στις αγορές εργασίας και χρήματος, σε περιόδους που ολόκληρη η οικονομία φθίνει, η μείωση των «τιμών», δηλαδή του μισθού και του επιτοκίου, μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε μείωση των «πωλήσεων», δηλαδή της απασχόλησης και των επενδύσεων.
Με αυτή την σκέψη, ο Keynes εισήγαγε στην οικονομική επιστήμη την ιδέα ότι αλλιώς λειτουργεί «κατ’ ιδίαν» μια αγορά προϊόντων και υπηρεσιών και αλλιώς λειτουργούν όλες οι αγορές μαζί. Ότι οι κανόνες που διέπουν το «επί μέρους» (π.χ. την αγορά υπολογιστών) δεν ισχύουν για το «όλον» (για την οικονομία στο σύνολό της). Από τότε, από την έκδοση της Γενικής Θεωρίας του (το 1936), αρχίζει ο διαχωρισμός μεταξύ μικροοικονομικής (η μελέτη των «επί μέρους») και της μακροοικονομικής (η μελέτη της οικονομίας ως ένα «οργανικό σύνολο», με έμφαση στις «προβληματικές» αγορές της εργασίας και του χρήματος). Με άλλα λόγια, ο Keynes ισχυρίστηκε,  με πολλή πειθώ, ότι στην οικονομία υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ του «μικρού» και του «μεγάλου», μεταξύ των κανόνων που διέπουν μια επιχείρηση ή έναν κλάδο κι εκείνων που διέπουν μια μακρο-οικονομία. Ήταν κάτι αντίστοιχο με εκείνο που είχε συμβεί πριν μερικά χρόνια στον χώρο της Φυσικής, όπου επιστήμονες όπως ο Neils Bohr είχαν αποδείξει πως οι κανόνες που ισχύουν στον μικρόκοσμο, στο επίπεδο των κβάντων, δεν ισχύουν επ’ ουδενί στις διαστάσεις που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας.
Το Μέγα Έλλειμμα εν καιρώ Κρίσης, κατά Keynes
Από τα πιο πάνω κρατάμε ένα: Για τον Keynes, η αρχή της κατανόησης του τι συμβαίνει εν μέσω Κρίσης είναι το να κατανοήσουμε πως, με το που ξεσπά η Κρίση, η μείωση των μισθών δεν αυξάνει την απασχόληση αλλά, αντίθετα, ενισχύει την ανεργία. Παράλληλα, η μείωση των επιτοκίων αποτυγχάνει στο να προσελκύσει επενδυτές στην πραγματική οικονομία. Ακόμα χειρότερα, όσο ζει και βασιλεύει η Ύφεση, έλεγε ο Keynes, τόσο η απασχόληση όσο και οι επενδύσεις θα υποχωρούν με κάθε συζήτηση για περαιτέρω μείωση μισθών, συντάξεων αλλά και επιτοκίων. Πριν εξηγήσω το επιχείρημά του, να πω ότι ο Keynes ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο να τονίζει πως τα παραπάνω ισχύουν μόνο στην περίοδο της Κρίσης. Εν πολλοίς δεν πίστευε στην συμμετρία. Άλλα ίσχυαν στους καιρούς των παχιών κι άλλα στους καιρούς των ισχνών αγελάδων. Στις καλές εποχές, η μείωση των επιτοκίων πράγματι ενισχύει τις επενδύσεις και η μείωση των πραγματικών μισθών μπορεί να παίζει κι αυτή θετικό ρόλο στην αγορά εργασίας. Όχι όμως αφότου έχει ξεσπάσει η Κρίση.
Τι σημαίνει Κρίση; Σημαίνει ότι, αρχικά, κάποιοι ανακαλύπτουν ότι δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους (π.χ. τα στεγαστικά τους δάνεια, τις κάρτες τους, τα ομόλογα τους). Καθώς τα χρέη αυτά «σκάνε», αρχίζει μια καταστροφική ακολουθία καθώς σπάει σταδιακά η αλυσίδα της «πίστης». Ο Γιώργος δεν δίνει αυτά που χρωστά στην Μαρία, η Μαρία καθυστερεί τις αποπληρωμές της στον Κώστα, ο Κώστας φοράει φέσι στον Δημήτρη, εκείνος στην Κατερίνα κ.ο.κ. Εάν κάποιοι από αυτούς, π.χ. ο Γιώργος, είναι εργοδότης και αναγκαστεί να απολύσει τον Μάκη, τότε ο Μάκης μειώνει δραστικά τις δαπάνες του και αργεί να πληρώσει το νοίκι. Κάπως έτσι ξεκινά η χιονοστιβάδα της Ύφεσης. Με το που αρχίζει, όλοι μειώνουν τις δαπάνες τους με σκοπό την μείωση των χρεών τους, με τραγικό όμως αποτέλεσμα τα χρέη να αυξάνονται! Ας δούμε σε τι οφείλεται, σύμφωνα με τον Keynes, αυτό το παράδοξο.
Είτε επειδή έχουν μειωμένα εισοδήματα, είτε επειδή προβλέπουν (σωστά) πως θα έρθουν τα χειρότερα, όλοι αποφασίζουν να κάνουν οικονομίες και, όσο το δυνατόν, να μειώσουν τα χρέη που έχουν (σε τράπεζες, ο ένας στον άλλον, κλπ). Το σινάφι μου, οι οικονομολόγοι, αναφέρονται σε αυτή την «φάση» ως «φάση απομόχλευσης» (deleveraging). Προσέξτε τώρα τι πιστεύει ο Keynes ότι είναι  σημασία αυτής της «φάσης απομόχλευσης»: ο ιδιωτικός τομέας στο σύνολό του, υπό καθεστώς πανικού, προσπαθεί να καλύψει τα ελλείμματά του, να πάψει να δανείζεται, να αποπληρώνει όσο μεγαλύτερο μέρος των δανείων του μπορεί. Αν τώρα προσθέσουμε σε αυτό το σκηνικό ένα δημόσιο τομέα, ένα κράτος, είναι προφανές ότι, στην περίοδο αυτής της Κρίσης, τα ελλείμματά του θα διογκώνονται. Γιατί; Επειδή η μείωση των εισοδημάτων των ιδιωτών μειώνει τους άμεσους φόρους ενώ η μείωση της κατανάλωσης μειώνει τους έμμεσους. Όσο αποτελεσματική και να είναι (ή να μην είναι) η Εφορία, η Ύφεση μειώνει τα φορολογικά έσοδα την ώρα που αυξάνονται πολλά από τα δημόσια έξοδα (π.χ. τα επιδόματα ανεργίας του ΟΑΕΔ). Αν τώρα, όσο φουντώνει η «φάση απομόχλευσης» των ιδιωτών (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) έρθει και η κυβέρνηση να κάνει μεγάλες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες (για να μειώσει τα δικά της ελλείμματα), προσέξτε τι συμβαίνει: Οι συνολικές δαπάνες στην χώρα, το σύνολο των ιδιωτικών και των δημόσιων δαπανών, μειώνονται έντονα και απότομα. Με τι όμως, μας ρωτά ο Keynes, ισούται αυτό το σύνολο δαπανών (ιδιωτικών και δημοσίων); Μα με το εθνικό εισόδημα βέβαια, με το ΑΕΠ! Καθώς λοιπόν μειώνεται το ΑΕΠ, με ρυθμό που αντικατοπτρίζει τον ρυθμό μείωσης τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημόσιων δαπανών, μειώνονται τα εισοδήματα όλων (ιδιωτών αλλά και του κράτους). Όμως το βουνό χρέους που τους πλακώνει (τόσο τους ιδιώτες όσο και το κράτος), δεν μειώνεται αντίστοιχα. Άρα, τα χρέη ιδιωτών και δημοσίου μεγαλώνουν, τουλάχιστον ως ποσοστό των εισοδημάτων!
Επί της ουσίας, λοιπόν, το μάθημα που ήθελε να μας διδάξει ο Keynes ήταν ότι αυτό που είναι εύλογο για μια επιχείρηση, ένα νοικοκυριό, έναν κλάδο (δηλαδή ότι στις δύσκολες εποχές σφίγγεις το ζωνάρι για να μειώσεις τα έξοδα και τα χρέη σου), όταν εφαρμοστεί γενικά, τόσο από τους ιδιώτες όσο και από το κράτος, βαθαίνει την Ύφεση και εν τέλει αυξάνει (αντί να μειώσει) το Χρέος. Ο λόγος για αυτό το απαίσιο παράδοξο, έλεγε ο Keynes, είναι ότι, όσο ανθίζει η Κρίση, το μοναδικό έλλειμμα που διέπει τις ζωές μας και συντηρεί την Κρίση είναι το έλλειμμα ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών.  Δεν είναι ούτε το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, ούτε το έλλειμμα στον ισολογισμό των επιχειρήσεων, ούτε το θεσμικό έλλειμμα (δυσλειτουργίες του κράτους), ούτε η διαφθορά, ούτε η Μαφία. Όλα αυτά είναι προβλήματα. Μεγάλα προβλήματα. Αλλά είναι προβλήματα που δεν θα αντιμετωπιστούν αν δεν βρεθεί πρώτα απάντηση στο Μέγα Έλλειμμα Ζήτησης.
Ο ρόλος των επιχειρήσεων, κατά Keynes
Την λύση θα την δώσουν οι επιχειρήσεις αυξάνοντας τις επενδύσεις τους, προσλαμβάνοντας εργαζόμενους, προχωρώντας τα σχέδιά τους για νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Σε αυτό ο Keynes συμφωνούσε με τους συναδέλφους του. Διαφωνούσε όμως έντονα στο πως θα επιτευχθεί η βελτίωση του ελιχειρηματικού κλίματος. Του έλεγαν ότι οι επιχειρήσεις θα πράξουν το «καθήκον» τους με το που θα δουν τους μισθούς να μειώνονται, τα επιτόκια να πέφτουν, τις διαρθρωτικές αλλαγές να καταργούν τους φραγμούς που αντιμετωπίζει η επιχειρηματικότητα, το κράτος να μειώνει τις δαπάνες του ώστε να μην χρειάζεται να τους φορολογεί βάναυσα κλπ. (Ναι, σωστά το παρατηρήσατε – τίποτα το καινούργιο υπό το φως του ηλίου! Η ίδια συζήτηση γινόταν και τότε.) Η απάντησή του; Ανοησίες!
Και βέβαια οι επιχειρηματίες, έλεγε ο Keynes, προτιμούν να πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς και επιτόκια, χαίρονται να βλέπουν το κράτος να μειώνει τα έξοδά του (και να τους ζητά λιγότερους φόρους), ποθούν διαρθρωτικές αλλαγές που τους λύνουν τα χέρια. Όλα αυτά σωστά. Εκτός θέματος όμως στον Καιρό της Κρίσης! Στην φάση της απομόχλευσης ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (βλ. παραπάνω για τον ορισμό της απομόχλευσης), οι μειώσεις μισθών, επιτοκίων και δημόσιων δαπανών, αντί να εμφυσήσουν αισιοδοξία και έφεση προς τις επενδύσεις, κάνουν τους επιχειρηματίες ακόμα πιο απαισιόδοξους και επιρρεπείς στις απολύσεις, στην περαιτέρω μείωση των επενδύσεων, στην αποχώρηση ακόμα κι από την χώρα. Αυτό ήταν το ριζοσπαστικό επιχείρημα του Keynes, με το οποίο έμεινε στην ιστορία. Πως το υποστηρίζει;
Μπείτε στην θέση ενός επιχειρηματία, μας προκαλεί ο Keynes, που εν μέσω Μεγάλης Ύφεσης βλέπει μια ευκαιρία να επενδύσει σε κάποια νέα παραγωγική μονάδα με στόχο την παραγωγή νέου, καινοτόμου προϊόντος. Το βράδυ, στο κρεβάτι του, είναι άγρυπνος, ανήσυχος. Δεν ξέρει αν πράγματι πρέπει να προβεί στην επένδυση αυτή ή όχι. Τον τρώει η αγωνία και η αβεβαιότητα για το αν το νέο προϊόν, όταν και εάν παραχθεί π.χ. σε έξι μήνες, θα βρει αγοραστές. Ότι θα το θέλουν οι αγοραστές, το γνωρίζει. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι εάν οι αγοραστές αυτοί σε έξι μήνες θα έχουν χρήματα (και διάθεση να τα ξοδέψουν) για να το αγοράσουν. Από τι εξαρτάται; Από το γενικό κλίμα, σκέφτεται. Και το γενικό κλίμα, από τι εξαρτάται; Από το εάν επιχειρηματίες όπως ο ίδιος θα αποφασίσουν να πάρουν ρίσκα σαν αυτό που εκείνος πασχίζει να δει αν τελικά θα αναλάβει ή όχι. Εφόσον ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρηματιών, όπως ο ίδιος, αποφασίσουν θετικά, τότε σίγουρα η αγορά θα κινηθεί (καθώς θα έχει αυξηθεί η απασχόληση και τα εισοδήματα θα έχουν, τουλάχιστον, σταθεροποιηθεί) και η ζήτηση θα ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της. Αν, αντίθετα, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό επιχειρηματιών πάρει το ρίσκο και επενδύσει, τότε η ζήτηση δεν θα υπάρξει σε έξι μήνες και ο ίδιος, αν είναι από εκείνους που επένδυσαν, θα χάσει τα χρήματά του. Γ.Βαρουφάκης

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Η ιστοριογραφία μας υστερεί ακόμη στην ορθή αποτίμηση των γεγονότων
και την ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας
66 χρόνια πριν
Του Σταθη Ν. Καλυβα*
Τα Δεκεμβριανά, όπως πέρασε στην ιστορία η στρατιωτική σύρραξη του ΚΚΕ με τους συνασπισμένους αντιπάλους του, ξεκίνησαν στις 3 Δεκεμβρίου 1944 και έληξαν με συντριπτική ήττα των κομμουνιστών στη μάχη της Αθήνας. Η λήξη των εχθροπραξιών επισφραγίστηκε με την ανακωχή της 10ης Ιανουαρίου 1945, ενώ, ένα μήνα αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου υπεγράφη η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία καθόριζε τους όρους μετάβασης στο μεταπολεμικό πολιτικό καθεστώς
Τη Συμφωνία της Βάρκιζας αποτελούσαν εννέα άρθρα. Το πρώτο προέβλεπε τη δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις ατομικές ελευθερίες, το δεύτερο την άρση του στρατιωτικού νόμου, το τρίτο την αμνήστευση των πολιτικών αδικημάτων που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944 (αλλά με την εξαίρεση των κοινών αδικημάτων), το τέταρτο την πλήρη απελευθέρωση των συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ, τον πέμπτο τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Στρατού, το έκτο την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τον πλήρη αφοπλισμό του, το έβδομο την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών, το όγδοο την αντίστοιχη εκκαθάριση σωμάτων ασφαλείας και, τέλος, το ένατο, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, και εκλογών με συμμετοχή διεθνών παρατηρητών. Η ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας θα οδηγούσε σε μια δημοκρατική και ειρηνική Ελλάδα. Οπως γνωρίζουμε όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά: ένας νέος εμφύλιος και μια καχεκτική δημοκρατία.
Το ερώτημα αν ο εμφύλιος πόλεμος του 1946-49 ήταν αναπόφευκτος ή αν η Βάρκιζα υπήρξε πράγματι μια χαμένη ευκαιρία για ένα διαφορετικό και καλύτερο μέλλον, έχει απασχολήσει επανειλημμένως τους ιστορικούς. Πρόκειται για δύσκολο ερώτημα, αφού απαιτεί τη σύγκριση του τι έγινε με αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει. Δεν είναι όμως άτοπο να επιχειρήσει κανείς να απαντήσει, αρκεί να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: η ορθή αποτίμηση των γεγονότων και η ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας. Η ιστοριογραφία μας, όμως, υστερεί και στα δύο.
Συσχετισμός δυνάμεων μετά τα ΔεκεμβριανάΗ Συμφωνία της Βάρκιζας αντικατόπτριζε τον συσχετισμό δυνάμεων μετά τη μάχη της Αθήνας. Το ΚΚΕ ηττήθηκε: βρέθηκε εκτός κυβέρνησης, ενώ υποχρεώθηκε να αποστρατεύσει τον κομματικό του στρατό, τον ΕΛΑΣ, και να διαλύσει το κράτος που είχε δημιουργήσει στην κατοχή μέσω του ΕΑΜ. Με άλλα λόγια, απώλεσε τη δυνατότητα διεκδίκησης της εξουσίας, μια δυνατότητα που βασιζόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική του ισχύ. Ομως, μολονότι συντριπτική, η ήττα του δεν ήταν ολοκληρωτική, καθώς το ΚΚΕ διέθετε ακόμη σημαντικά ερείσματα και οι Βρετανοί δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο εκτός Αθηνών. Ετσι διατήρησε τη δυνατότητα συμμετοχής στη νέα πολιτική πραγματικότητα που ξεκινούσε. Μπορούσε, μ' άλλα λόγια, να παίξει το πολιτικό παιχνίδι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εναν, περίπου, χρόνο αργότερα, όμως, επέλεξε την οδό μιας νέας ένοπλης σύγκρουσης. Γιατί απέτυχε η Βάρκιζα;
Η σχετική ιστοριογραφία διαιρείται σε δύο σχολές, με βάση τις πολιτικές συμπάθειες των φορέων της. Η αντικομμουνιστική μεταπολεμική σχολή θεωρούσε πως η Βάρκιζα δεν ήταν για το ΚΚΕ παρά μια ευκαιρία ανασύνταξης, ώσπου να ωριμάσουν οι συνθήκες για την επόμενη επιχείρηση κατάληψης της εξουσίας, τον «τρίτο γύρο», όπως και έγινε. Αλλωστε, το ΚΚΕ αθέτησε την υποχρέωσή του να αφοπλιστεί, αποκρύπτοντας τον καλύτερο οπλισμό του, ενώ οργάνωσε ένα ολόκληρο στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατιωτικών του στελεχών στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Αντίθετα, η σχολή αυτή υποβάθμιζε το θέμα των διώξεων που εξαπολύθηκαν εναντίον των οπαδών (πραγματικών ή φανταστικών) του ΚΚΕ και τις αποδίδει αποκλειστικά σε μη ελεγχόμενες αντεκδικήσεις. Στην αντίθετη ακριβώς όχθη, συναντά κανείς τη φιλοκομμουνιστική μεταπολιτευτική σχολή, που υποστηρίζει πως το ΚΚΕ είχε αγκαλιάσει τον κοινοβουλευτισμό, αλλά ότι την επιλογή του αυτή υπονόμευσαν οι αντίπαλοί του, σπρώχνοντάς το στον δρόμο της ένοπλης δράσης. Πρόκειται για μια αντίληψη που θεωρεί το ΚΚΕ ως μοναδική περίπτωση πολιτικού κόμματος (και δη επαναστατικού...) που αποστρεφόταν την εξουσία και κατέφευγε (επανειλημμένως μάλιστα) στα όπλα με το ζόρι, μόνο όταν το έσπρωχναν οι αντίπαλοί του. Στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσεται και ο χαρακτηρισμός της παραβίασης της Συμφωνίας της Βάρκιζας ως «μονόπλευρης»: ότι δηλαδή παραβιάστηκε μόνο από την κυβερνητική πλευρά μέσω των διώξεων και της «λευκής τρομοκρατίας».
Παραβιάστηκε και από τις δύο πλευρέςΗ αέναη ανακύκλωση ερμηνειών αυτού του τύπου είναι εντελώς άγονη. Για να ξεφύγουμε από τη στειρότητα και να προχωρήσουμε στον δρόμο της κατανόησης, θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε το προφανές: πως τη Συμφωνία της Βάρκιζας παραβίασαν και οι δύο πλευρές. Το κράτος ανέχτηκε, και ενίοτε οργάνωσε, τις διώξεις εναντίον των οπαδών του ΚΚΕ, ενώ το ΚΚΕ επέλεξε να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή της ένοπλης ρήξης, παραδίδοντας μόνο τη «σαβούρα» και τα «άχρηστα» όπλα του, τη στιγμή που απέκρυπτε οπλισμό για 30.000 στρατό. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην επαναδιατύπωση του αρχικού ερωτήματος: θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η διπλή αυτή παραβίαση, έτσι ώστε η χώρα να είχε αποφύγει τη δοκιμασία μιας νέας εμφύλιας σύρραξης; Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δώσει η μελέτη της εμπειρίας ανάλογων περιπτώσεων στον υπόλοιπο κόσμο.
Η πολιτική επιστήμη έχει ασχοληθεί με ερωτήματα αυτού του είδους μέσω της συγκριτικής ανάλυσης πολλών εμφυλίων. Μια τέτοια ανάλυση βασίζεται σε μελέτη 41 εμφύλιων πολέμων της περιόδου 1944-1989. Εκκινώντας από τη διαπίστωση πως, ενώ το 55% των διακρατικών πολέμων της περιόδου αυτής έληξε με κάποιου είδους συμφωνία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, μόνο το 20% των αντίστοιχων εμφυλίων είχε την ίδια κατάληξη, επιχειρεί να εξηγήσει τη συστηματική αποτυχία των διαπραγματεύσεων στους εμφύλιους πολέμους. Μήπως αυτό οφείλεται στο βαθύτερο μίσος που υποτίθεται πως χωρίζει τους αντιπάλους στους εμφυλίους;
Η απάντηση είναι αρνητική. Αντίθετα, το συμπέρασμα είναι πως ο κύριος λόγος που οδηγεί στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την κατάρρευση των συμφωνιών στους εμφυλίους είναι η αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων για την τήρηση των συμφωνηθέντων. Ο λόγος είναι πως, ενώ στους διακρατικούς πόλεμους οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό την αμυντική τους ικανότητα και μετά τη σύναψη της συμφωνίας (αφού πρόκειται για κράτη που διαθέτουν στρατό), δεν συμβαίνει το ίδιο με τις αντίπαλες πλευρές σε έναν εμφύλιο. Προϋπόθεση για τη λήξη ενός εμφυλίου είναι ο αφοπλισμός της μιας πλευράς (αφού δεν νοείται ύπαρξη κράτους δίχως νόμιμο μονοπώλιο βίας, δηλαδή με δύο αντίπαλους στρατούς στο εσωτερικό του). Είναι όμως αδύνατο να εγγυηθεί πειστικά η κυβερνητική πλευρά πως δεν θα παραβιάσει τα δικαιώματα της αντίπαλης παράταξης, μετά τον αφοπλισμό της: ο πειρασμός να κατασπαράξεις τον αντίπαλό σου αφού αυτός έχει καταθέσει τα όπλα, είναι πολύ μεγάλος. Ακόμα και αν δεν έχεις τέτοιες προθέσεις, δύσκολα θα πείσεις τον αντίπαλο σου γι' αυτό. Γνωρίζοντάς το αυτό, η αφοπλιζόμενη πλευρά, είτε θα αποφύγει τις διαπραγματεύσεις είτε, αν αναγκαστεί να υπογράψει, θα επιχειρήσει να διαφυλάξει μέρος του οπλισμού της. Αντίστοιχα, η κυβερνητική πλευρά θα θεωρήσει τον μη αφοπλισμό ως απόδειξη προετοιμασίας ενός νέου γύρου και θα επιτείνει τις διώξεις. Είναι προφανές, λοιπόν, γιατί αποτυγχάνουν οι συμφωνίες αυτές, και μάλιστα εντελώς ανεξάρτητα από το αν οι δύο πλευρές έχουν καθαρές προθέσεις. Τρία συμπεράσματα αξίζει να υπογραμμιστούν. Πρώτον, η διεθνής εμπειρία δείχνει πως η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε ποτέ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Δεύτερον, η αποτυχία της δεν οφείλεται απαραίτητα στις ύπουλες προθέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν τέτοιες!), αλλά σε ένα εγγενές πρόβλημα όλων των εμφυλίων: την αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων. Είναι απαραίτητη, τέλος, η απόδραση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του επαρχιωτισμού που διακρίνει την ιστοριογραφία του ελληνικού εμφυλίου και των αγκυλώσεων που ταλανίζουν τη μελέτη του.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Πόση Ιστορία μπορούμε ν’ αντέξουμε;

Δεν είναι η πρώτη φορά (και δεν θα είναι η τελευταία) που από άγχος για την ταυτότητά μας κοβόμαστε στα δύο, στα τρία, στα δέκα, μιλώντας για τις πίσω μας σελίδες, για την ιστορία του τόπου όπου έτυχε να γεννηθούμε. Και μηχανή σαν εκείνες που κατασκευάζει η μυθοπλασία της επιστημονικής φαντασίας αν διαθέταμε, για να ταξιδέψουμε αναπόταμα στο χρόνο, και πάλι, όσα θα βλέπαμε, θ’ ακούγαμε και θα εννοούσαμε, ένα μέρος θα ήταν, όχι το πάντοτε ασύλληπτο όλον. Και με βάση αυτό το μέρος θα καταλήγαμε στα συμπεράσματά μας, για να τα προβάλουμε είτε με μετριοπάθεια, όχι και τόσο συνηθισμένη είναι η αλήθεια, είτε σαν μόνη αυθεντική και μόνη νοητή ανάγνωση. Ακόμα και οι προγραμματισμένα ολικές ερμηνείες της Ιστορίας, οι ιστοριογραφίες δηλαδή, που επιχειρούν να εντάξουν ή να υποτάξουν σε ένα σχήμα όλο το υπάρχον υλικό, διατηρούν τη μερικότητά τους, ιδίως αν το σχήμα είναι προαποφασισμένο, οπότε αναλαμβάνει η γνωστή λήψις του ζητουμένου ή η ιδεολογική χρήση της ιστορίας να τακτοποιήσει στανικά τα πράγματα και να τα συμμορφώσει. Η οπτική του καθενός καθορίζει το τμήμα που θα δει, που θα επιλέξει να δει, και βάσει του οποίου θα οδηγηθεί στα πορίσματά του. Για να πολεμηθεί ακριβώς αυτή η μεροληψία, ή έστω για να αμβλυνθεί, τα μεγάλα ιστοριογραφικά εγχειρήματα διεκπεραιώνονται από ομάδες επιστημόνων, που συνεργάζονται, αλληλοκρίνονται και αλληλοσυμπληρώνονται.

Το ερώτημα πόση ιστορία αντέχουμε, και ποια ακριβώς, πόση ιστορία είμαστε διατεθειμένοι να αντέξουμε ελέγχοντας και επανελέγχοντας τις βεβαιότητές μας, δεν είναι νέο, των ημερών μας. Δεν είναι νέα, δηλαδή, η τάση να στοιβάζουμε στην κατηγορία των «ου φωνητών» οτιδήποτε στενάχωρο, να αφήνουμε εκτός πλαισίου ό, τι δεν συμφωνεί με το ιδεώδες που έχουμε πλάσει ή έχουμε υιοθετήσει έτοιμο, και να καταγγέλλουμε σαν ελλειμματικό πατριώτη, μειοδότη, συνωμότη και λοιπά ομοιοκατάληκτα όποιον διαφωνεί μαζί μας. Ως πατέρας της Ιστορίας αναγνωρίζεται βέβαια ο Ηρόδοτος, αυτό όμως δεν τον έθεσε στο απυρόβλητο: όπως κι άλλη φορά έχω σημειώσει εδώ, κατηγορήθηκε ήδη στην αρχαιότητα σαν ανθέλληνας, φιλοβάρβαρος, φιλοχρήματος και καταψευδόμενος, στο σύγγραμμα «Περί της Ηροδότου κακοηθείας» που αποδίδεται στον Πλούταρχο, επειδή έγραψε εκτός των άλλων πως οι Ελληνες δανείστηκαν στοιχεία του πολιτισμού τους από λαούς με τους οποίους συγχρωτίζονταν.

Μια και ζούμε στον κόσμο της εγγραμματοσύνης και όχι της προφορικότητας, κατά κάποιον τρόπο ο καθένας είναι τα διαβάσματά του, η όρεξή του να διαβάζει, να ξανοίγεται σε κείμενα που ενδέχεται να απειλήσουν τη σιγουριά του και να τον οδηγήσουν στη συχνά μελαγχολική αμφιβολία. Η ιστοριογραφία δεν έπαψε να προκόβει εκμεταλλευόμενη νέα ευρήματα, νέες μεθόδους, νέες λογικές. Ειδικά η ιστοριογραφία που αφορά την Ελλάδα και τη μακρότατη πορεία της, δεν έληξε φυσικά με τον Παπαρρηγόπουλο, όπως φαίνεται να πιστεύει ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος, ο οποίος, σε άρθρο του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής, διατείνεται ότι «Ελληνες ιστορικοί υπήρξαν πολλοί και άξιοι. Ο μοναδικός για την Ελλάδα είναι ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος». Αλλά τα 120 χρόνια που πέρασαν από το θάνατο του Παπαρρηγόπουλου είναι πολύ μεγάλο διάστημα για να αποδεχτούμε ότι στη διάρκειά του οι ιστορικοί έμειναν άπραγοι και παγωμένοι ή ότι οι αντιρρήσεις για την ιστοριογραφική άποψη του Παπαρρηγόπουλου τελείωσαν σε όσα έγραφε ο συγκαιρινός του Στέφανος Κουμανούδης. Φαίνεται ωστόσο ότι, ενώ εκείνο το του Σόλωνος, «γηράσκω αιεί πολλά διδασκόμενος», το ’χουμε απλώς για να το γράφουμε στις εκθέσεις μας στις πανελλήνιες, το εκσυγχρονισμένο του Μανόλη Αναγνωστάκη, «γηράσκω αεί αναθεωρών», μας τρομάζει, θαρρείς και είναι αμάρτημα ο αναστοχασμός.

Εκτός όλων των άλλων, λοιπόν, δεκαέξι χρόνια αφότου είχε πεθάνει ο Παπαρρηγόπουλος εκδόθηκαν τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, χάρη στη μέριμνα του Γιάννη Βλαχογιάννη. Ανάμεσα στα άλλα που γράφει ο Ρουμελιώτης ιστοριοδίφης για τον Ρουμελιώτη στρατηγό (ας σημειώσω εδώ ότι τα «Απομνημονεύματα» εκδόθηκαν πρόσφατα σε τρεις τόμους από την «Εστία», εξαιρετικά φροντισμένα από τον Αλέξη Πολίτη και τη Γεωργία Παπαγεωργίου), διαβάζουμε και τα εξής, που μάλλον δεν συμφωνούν με τη μυθοπλασία που παραγνωρίζει πως οι επαναστάτες του 1821 ήταν άνθρωποι, με τον πόθο τους για την ελευθερία αλλά και με τις ανάγκες και τα πάθη τους, και όχι πλάσματα δίχως αίμα:

«Το επάγγελμα των όπλων είχε διαμορφωθή μόνιμον παρ’ αυτώ (για τον Μακρυγιάννη, θυμίζω, ο λόγος), μετά του πλεονεκτήματος ότι ουδεμία των εκ παραδόσεως κακιών, αίτινες συνυπήρχον τοις παλαιοίς στρατιωτικοίς, ούτε τάσις προς την φιλοκέρδειαν και την αρπαγήν, ούτε βία και καταπίεσις εστιγμάτισάν ποτε τον βίον αυτού. Ο Μακρυγιάννης μεταξύ των ρουμελιωτικών στρατευμάτων, τα οποία πάντα υπήρξαν μισθοφορικά, ήτο ο ευγενέστατος τύπος μισθοφόρου. Οι σκληροτράχηλοι εκείνοι άνδρες, οίτινες διά τον λουφέν κληθέντες παρά της Κυβερνήσεως κατέπνιξαν της εν Πελοποννήσω ένοπλον εξέγερσιν, διά τον λουφέν ομοίως κατήγαγον αθανάτους νίκας εν Μεσολογγίω και υπό τον Καραϊσκάκην εν τη Ανατολική Ελλάδι κτλ. Ο μισθός υπήρξεν εις αυτούς ουχί ο σκοπός, αλλά το μέσον προς επιχείρησιν γενναίων έργων. Κατά τα τελευταία έτη, τα κρισιμώτατα της Επαναστάσεως, ήτοι 1825-1827, τα ρουμελιωτικά στρατεύματα ανεδείχθησαν αληθώς απαράμιλλα, μεταξύ δ’ αυτών τα ανδρειότατα ήσαν και τα μάλιστα δυσήνια (δυσχαλίνωτα), ως τα Αιτωλικά και Ακαρνανικά ρέποντα προς το πλιάτσικο ένεκα της πτωχείας των απαρτιζόντων αυτά. Οι Ρουμελιώται εμισθοφόρουν διότι ήσαν πτωχοί, διότι η πατρίς αυτών ήτο πάσα κατεστραμμένη υπό του εχθρού».

Μισθοφορία; Λουφές; Πλιάτσικο; Μα, όπως θα έλεγχαν οι διάφοροι οδυρόμενοι των τηλεπαραθύρων, «εγώ έφτασα εξήντα χρόνων και δεν άκουσα ποτέ τέτοια πράγματα». Επειδή, βεβαίως, τα σχολικά βιβλία δεν περιείχαν «τέτοια πράγματα», αλλά και επειδή τα βιβλία που τα περιείχαν (δηλαδή τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάνη και τα προλεγόμενά τους, όχι τίποτα περιθωριακό ή λαθραίο) δεν έτυχε να πέσουν ποτέ στην αντίληψη των οδυρομένων, κι ας επικαλούνται και «τον καημένο τον στρατηγό» στα θεατρικά μοιρολόγια τους. Και τι να έκανε λοιπόν ο Βλαχογιάννης; Να απέφευγε τις αναφορές στα στενάχωρα, στα οικεία κακά, έχοντας στο μυαλό του όσα υπέστη ο Αθηναίος τραγωδός Φρύνιχος για τη «Μιλήτου άλωση»; Να υιοθετούσε την τεχνική της παρασιώπησης, απιστώντας έτσι στο παράδειγμα των ίδιων των αγωνιστών του ’21, του Κολοκοτρώνη λ. χ., που, στα Ενθυμήματά τους, δεν φοβήθηκαν την αλήθεια;
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20-2-2011

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Το εθνικόν, το αληθές και η μεγάλη επανάσταση του ’21

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν απλός και λακωνικός: «Εθνικόν είναι το αληθές». Τελεία και παύλα. Πιθανώς να υπήρξε τόσο ολιγόλογος, επειδή δεν είχε στη δούλεψή του έναν Αδωνι Γεωργιάδη για να του αναθέσει το ρεκτιφιέ της αναχρονιστικής ιστορικής αφήγησης, αυτής που επλήγη από τη θαυμάσια σειρά του ΣΚΑΪ «1821». Ισως πάλι να χρησιμοποίησε λίγες λέξεις επειδή οι μεγάλες αλήθειες δεν χρειάζονται μεγάλες φωνασκίες για να διατυπωθούν. Οι τελευταίες είναι χρήσιμες μόνο προς άγραν ψήφων και γίνονται χρησιμότερες όταν δεν έχεις πολλά να πεις. Τα άδεια βαρέλια, ως γνωστόν, κάνουν στα κανάλια τον μεγαλύτερο θόρυβο. Και γι’ αυτό οι τηλεστάρ τα θρονιάζουν με κάθε ευκαιρία στις βραδινές λαοσυνάξεις που διοργανώνουν (των δεκατριών έως δεκαπέντε ατόμων), και τις οποίες βαφτίζουν πάνελ.

Η Επανάσταση του 1821 είναι ένα από τα μεγάλα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας κατά τον 19ο αιώνα. Δυστυχώς εμείς την θάβουμε κάτω από ανόητες εθνικές ρητορείες, την αποκλειστική αντιπροσωπεία των οποίων θέλει τώρα να έχει ο ΛΑΟΣ. Είναι συνέχεια και ίσως ισάξια των άλλων μεγάλων αστικών επαναστάσεων της Δύσης, δηλαδή της Αμερικανικής και της Γαλλικής. Γράφαμε παλιότερα σε τούτη την εφημερίδα: «Οποια ανάγνωση κι αν κάνει κανείς στην εξέγερση των υπόδουλων, το 1821 είναι ένα κομβικό σημείο στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η αρχή του τέλους μιας αυτοκρατορίας που δυνάστευσε την Ανατολή για πάνω από τέσσερις αιώνες (και κάποτε είχε φτάσει στις πύλες της Βιέννης) και πιστοποιητικό θανάτου ενός τύπου φεουδαρχικής κοινωνικής οργάνωσης που χρόνια καρκινοβατούσε.

» Η ελληνική επανάσταση άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για να φυσήξει ο άνεμος της ελευθερίας σε ολόκληρη την Ανατολή. Εσπασε τα πήλινα πόδια μιας από τις μεγαλύτερες υπερδυνάμεις της εποχής.

» Θα αδικούσαμε την ελληνική επανάσταση αν την περιορίζαμε στον εθνικό της μόνο χαρακτήρα. Είχε και κοινωνικές πτυχές, αλλά ήταν ενταγμένη και στο νέο πνεύμα ελευθερίας που διέτρεχε όλη την Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι απ’ όλους τους υπόδουλους των Οθωμανών οι Ρωμιοί ξεκίνησαν το ξήλωμα της αυτοκρατορίας. Με σύγχρονους όρους θα λέγαμε ότι ήταν ο πιο “παγκοσμιοποιημένος λαός” της περιοχής. Με το εμπόριο, τη ναυτιλία και τα γράμματα ερχόταν σε επαφή με όλα τα νέα ρεύματα στην Ευρώπη. Μπόλιασαν το νέο πνεύμα στην Ανατολή.

» Η εποποιία των εξεγερμένων, που κινητοποίησε τον ευρωπαϊκό και αμερικανικό φιλελληνισμό, δεν σκιάζεται από τις λεπτομέρειες της ιστορίας. Στα δύσκολα χρόνια της επανάστασης, όπως και σε κάθε μεγάλο γεγονός της ιστορίας, υπήρξαν αντιφάσεις της, ένδοξες στιγμές και υπαναχωρήσεις.

» Αυτήν την περίοδο πρέπει να την γνωρίσουμε σε βάθος, να φωτίσουμε τα πραγματικά γεγονότα πέρα από μύθους και ιδεοληψίες, να δούμε πώς αυτοί που οι Οθωμανοί τους ονόμαζαν “ραγιάδες” έγιναν ελεύθεροι πολίτες. Οφείλουμε να μάθουμε την ιστορία μας όπως πραγματικά έγινε, γιατί αυτή η ιστορία μόνο υπερήφανους μπορεί να μας κάνει.» («Καθημερινή», 24.3.2007)

Και εκτός συνόρων

Αυτήν την εξέγερση για την οποία πρέπει να είμαστε υπερήφανοι και πρέπει να την πουλάμε στο εξωτερικό σαν ένα από το κομβικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την παγκόσμια ιστορία, οι μεταπράτες του ελληνικού εθνικισμού τη συρρικνώνουν σε ένα τοπικής σημασίας γεγονός, σε έναν απλό καβγά Ελλήνων και Τούρκων, διανθισμένο με μύθους και άδεια συνθήματα για εγχώρια κατανάλωση. Αντί να δείξουμε σε όλο τον κόσμο ότι σ’ αυτήν τη γωνιά της καθυστερημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γεννήθηκε ένα κίνημα που κατάφερε όχι μόνο να ξεκινήσει το ξήλωμα της ανατολικής φεουδαρχίας, αλλά και ολόκληρης της συντηρητικής τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη, πολλοί κραυγάζουν για την Αγία Λαύρα. Ε, τι να κάνουμε; Ολες οι μαρτυρίες δείχνουν ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν κήρυξε την επανάσταση στην Αγία Λαύρα και το «Κρυφό σχολειό» δεν ήταν ο κανόνας στην αυτοκρατορία. Ισως κάποιοι αγάδες κάποιες περιόδους ανάμεσα στα άλλα εγκλήματα κατά των υπόδουλων να απαγόρευσαν και τη διδασκαλία της ελληνικής (αν και δεν τους ένοιαζε), αλλά μένει να αποδειχθεί.

Από την άλλη, μια επανάσταση φυσικά δεν είναι κάτι σαν σχολική εκδρομή. Στις ωμότητες των Οθωμανών υπήρξαν ωμότητες και των εξεγερμένων. Υπήρξαν εμφύλιοι, σφαγές, μικροπρέπειες, όλα όσα η ανθρώπινη φύση παράγει ακόμη και αν είναι ελληνική. Για παράδειγμα, η σφαγή της Τριπολιτσάς είναι ιστορικό γεγονός. Δεν το αφηγείται μόνο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στον Γεώργιο Τερτσέτη («το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς...») περιγράφεται και στον Εθνικό μας Υμνο: «Α! Τι νύχτα ήταν εκείνη / Που την τρέμει ο λογισμός / Αλλος ύπνος δεν θα γίνει / Πάρεξ θάνατου πικρός... Κοίτα χέρια απελπισμένα / Πώς θερίζουνε ζωές / Χάμου πέφτουνε κομμένα / Χέρια, πόδια, κεφαλές».

Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς αίμα, ούτε πόλεμος στην ιστορία χωρίς αυτά που σήμερα θεωρούμε εγκλήματα αλλά τότε ήταν η συνήθης πρακτική. Απολυμαίνουμε την ιστορία από τα γεγονότα της, την ακρωτηριάζουμε. Φτιασιδώνοντάς την, την μετατρέπουμε σε αφήγηση χωρίς νόημα. Οι αφηγήσεις χωρίς νόημα είναι απωθητικές για τους νέους ανθρώπους. Τις παπαγαλίζουν, αλλά δεν τις κατανοούν και φυσικά δεν τις εκτιμούν. Προσπαθώντας να φτιάξουμε την ιστορία στα μέτρα των ιδεοληψιών κάποιων εμπόρων του έθνους, φτιάχνουμε γενιές ανιστόρητων που αδυνατούν να εκτιμήσουν το μεγαλείο εκείνης της δεκαετίας που συντάραξε τον κόσμο. Γιατί πραγματικά, όπως έδειξε και το κίνημα των Φιλελλήνων, η ελληνική δεκαετία του 1820 συντάραξε τον κόσμο. Οι φιλέλληνες δεν ήταν απλώς αρχαιόπληκτοι. Ηταν οι προοδευτικοί της Δύσης που έβλεπαν στην επανάσταση τη συνέχεια των δικών τους αγώνων για ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Εμείς καταφέραμε να σμικρύνουμε αυτό το παγκόσμιο γεγονός στα μίζερα πλαίσια του ελληνικού εθνικισμού. Ομως αξίζει στην επανάσταση του ’21 μια καλύτερη θέση στην παγκόσμια ιστορία. Πρέπει να πούμε παντού ότι δεν ήταν ένας τοπικός καβγάς της Ανατολής, αλλά να την εντάξουμε στο μεγάλο πλαίσιο τής δυτικής ιστορικής αφήγησης. Να σταματήσει δηλαδή αυτή η χώρα να πουλάει μόνο αρχαιότητα, όταν -στον βαθμό που της αναλογεί- είναι συνδιαμορφωτής και της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Αυτό θέλει δουλειά πολλή και πρωτίστως να κλείσουμε τα αυτιά μας στα αλαλάζοντα κύμβαλα που σκούζουν από τα ερτζιανά.

«... στην γλαυκή του Μύθου χώρα»

Από το 1864 ο Δημήτριος Στρούμπος, καθηγητής της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αναρωτιόταν: «Διατί κωφεύουσιν και σήμερον πολλοί εις ό,τι αφορίζει η επιστήμη; Διατί ασπάζονται την ομοιοπαθητικήν ιατρικήν, ζητούσι τον τετραγωνισμό του κύκλου, την αέναον κίνησιν και τα τοιαύτα απαγορευθέντα υπό των ακαδημαϊκών; Εις τα ερωτήματα ταύτα ο μεν φυσιολόγος, ως κρανιοσκόπος, σιωπά, ο δε σοφός επιφωνεί “άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν”. Εις μάτην γνωστοποιείται απανταχού ότι άνθρακες ο θησαυρός των φαντασιοκόπων, φύσει αδύνατος η αέναος κίνησις κ.τ.λ. Ο κατά φαντασίαν εφευρέτης κωφεύει, αδιαφορεί περί των μηχανικών νόμων, δεν επιτρέπει να γίνηται λόγος περί αποτυχίας, επειδή η εφεύρεσις αυτού είναι πολυχρονίου πείρας εξαγόμενον, είναι τέκνον αυτού πεφιλημένον, ου ένεκα προτιμά να θυσιάσει και την ζωήν».

Κάπως έτσι «πεφιλημένοι» είναι οι μύθοι της ιστορίας μας. Μεγαλώσαμε με τις παραστάσεις του κρυφού σχολειού και της Αγίας Λαύρας, έχουμε επενδύσει συναισθηματικά πολλά σ’ αυτούς. Δύσκολα ξεριζώνονται, διότι είναι μέρος πλέον της δικής μας ύπαρξης, του δικού μας νοητικού κατασκευάσματος με το οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Για να αντικατασταθεί, το νέο πρέπει να είναι καλά συγκροτημένο, ευκρινές και κατανοητό. Εκτός αυτού, οι μύθοι από τη φύση τους είναι απλοποιητικοί, σύνθετων καταστάσεων. Χρειάζονται μόνο τρεις έννοιες για να νομίζεις ότι κατανόησες την ιστορία: «Οι καλοί Ελληνες», οι «κακοί Τούρκοι» και το «προαιώνιο μίσος». Πού να ψάχνεις τώρα να βρεις κοινωνικές δομές, πολιτικά ρεύματα της εποχής, κ.λπ.; Ο,τι δεν ταιριάζει στην απλοϊκή αυτή αφήγηση πετιέται ως ύποπτο και ξεμπερδεύεις.

«Είτε στο παρελθόν αναφέρεται είτε στο ίδιο το παρόν», γράφει στο θαυμάσιο βιβλίο «Το μυθολογικό κενό» (εκδ. Πόλις), ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Αλέξης Πολίτης, «ο μύθος ριζώνει γερά μέσα μας, καθώς εδράζεται σε μια συμβολική και βιωματική ανάγνωση της ζωής, σε μια ποιητική αναλογική πρόσληψη της πραγματικότητας (...) Οπως η Εύα γεννήθηκε από το πλευρό του Αδάμ έτσι και η ιστορία γεννήθηκε από το πλευρό της ποίησης· η σχέση της με τον μύθο από τότε βασιλεύει». Στην πορεία της προς την αυτονόμηση, τη χειραφέτηση, τείνει προς τα μαθηματικά – πορεία παράλληλη με τις άλλες αδελφάδες και πρωτοξαδέλφες επιστήμες. Ωστόσο, αν στο στόχαστρο του ιστορικού δεν βρίσκεται η ανάλυση του αντικειμένου του και μόνο, αν πιστεύουμε ότι η ιστορία δεν είναι οι τεχνικές μονάχα, παρά η αναπαράσταση ενός κόσμου ολόκληρου και μάλιστα... καθώς ο τελικός στόχος της ιστορίας, των ιστορικών είναι η αναπαράσταση αυτή του παρελθόντος να μάς βοηθήσει στην πληρέστερη, και λοιπόν ορθότερη, κατανόηση του σημερινού κόσμου, τότε η ιστορία δεν έχει ακόμη πλήρως αυτονομηθεί από μια ποιητικού τύπου λειτουργία – συνεπώς ο συμβολισμός που προσφέρει ο μύθος φαντάζει κάποτε αναγκαίος. Για να τον αντικαταστήσουμε πρέπει να προσφέρουμε μια κατανόηση περιεκτικότερη από την σχηματική, μα ολοκληρωμένη, του μύθου – αλλιώς κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αιτιάται κανέναν, αν βλέπει τον μύθο να αντέχει και να μην υποχωρεί.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-2-2011

Αμεσες και απώτερες επιπτώσεις στην πορεία της ελληνικής οικονομίας

Η Ελλάδα συμμετείχε στην ιδρυτική διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς με επικεφαλής τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος και πληρεξούσιο υπουργό της ελληνικής κυβέρνησης, εξουσιοδοτημένο για οικονομικά ζητήματα Κυριάκο Βαρβαρέσο. Αλλα μέλη της αντιπροσωπείας ήταν οι Αλ. Αργυρόπουλος, Αθ. Σμπαρούνης κ.ά. Ο νεαρός τότε διδάκτωρ Οικονομικών Ανδρέας Παπανδρέου πρόσφερε επίσης υπηρεσίες στην αντιπροσωπεία. Η κίνηση συμμετοχής της Ελλάδας στους διεθνείς θεσμούς της εποχής όπως το ΔΝΤ, η Π.Τ., η GATT και άλλες υπαγορευόταν από την ανάγκη να επανακαθοριστούν και να τύχουν υπεράσπισης τα ελληνικά συμφέροντα. Ο Κυρ. Βαρβαρέσος εξελίχθηκε σε βασικό παράγοντα της συνδιάσκεψης, χάρη και στις νομικές του γνώσεις, έγινε μάλιστα μέλος της πανίσχυρης επιτροπής ερμηνείας του καταστατικού που θα γνωμάτευε σχετικά με ασάφειές του και άλλα συναφή ερωτήματα στην πορεία λειτουργίας του συστήματος. Ο Βαρβαρέσος συνεργάστηκε στενά με τον Κέινς στο ζήτημα των προβλημάτων χωρών με σπάνιο νόμισμα (νόμισμα μη αποδεκτό στις διεθνείς πληρωμές), όπως η δραχμή, επιδιώκοντας καλύτερη μοίρα για τα ελληνικά συμφέροντα, και τον στήριξε στην «κόντρα» του με τον Γουάιτ. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Ελλάδα και, μετά την αποτυχία του να εφαρμόσει το οικονομικό του πρόγραμμα επί κυβέρνησης Βούλγαρη το 1945, επέστρεψε στις ΗΠΑ και έγινε εκτελεστικός διευθυντής στην Π.Τ. και αργότερα σύμβουλος του διοικητή της Γιουτζίν Μπλακ.

Το ΔΝΤ βοήθησε στη σταθεροποίηση της δραχμής το 1953, παρέχοντας τεχνική βοήθεια στο εγχείρημα και θα λειτουργούσε κατασταλτικά αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Από το 1955 και εξής ο Ξενοφών Ζολώτας παραβρισκόταν ανελλιπώς ως διοικητής της Τραπέζης Ελλάδος στις ετήσιες διασκέψεις του ΔΝΤ, και συμμετείχε στις επιτροπές που εκπονούσαν σχέδια για τη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και την προώθηση των συμφερόντων των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομικά χωρών.

Η έλλειψη πεπειραμένης οικονομικής διοίκησης στην Ελλάδα της δικτατορίας, όταν η κυβέρνηση Νίξον κατάργησε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου, τερματίζοντας τη ζωή του συστήματος του Μπρέτον Γουντς, κόστισε στη χώρα. Οι αντιδράσεις ήταν σπασμωδικές με τη δικτατορία να μην δείχνει σαφή προσανατολισμό προς τις ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της πολιτικής της απομόνωσης από τις διαδικασίες της ΕΟΚ. Η δραχμή ακολούθησε το δολάριο και υποτιμήθηκε 8% μετά τον Αύγουστο του 1971. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου επιδεινώθηκε και οι τιμές άρχισαν να ανέρχονται. Οταν τον Φεβρουάριο του 1972 το δολάριο υποτιμήθηκε και πάλι έναντι του χρυσού κατά 10%, η δραχμή το ακολούθησε ξανά. Στη συγκυρία αυτή ξέσπασε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση. Η εκδήλωσή της, τον Οκτώβριο του 1973, και η αύξηση της τιμής του πετρελαίου ενίσχυσαν τον εγχώριο πληθωρισμό. Η Νομισματική Επιτροπή, ως έσχατη προσπάθεια ανάσχεσης της διολίσθησης της δραχμής, αποφάσισε την αποδέσμευσή της από το δολάριο και την ανατίμησή της κατά 10%, ενώ χαλαρώθηκε ο έλεγχος των τιμών. Ομως, οι ραγδαίες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που ακολούθησαν το επόμενο διάστημα επιβράδυναν την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα και ανέκοψαν τη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας. Η οικονομία «ξεφούσκωσε» και ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στο 35% το 1974. Η δραχμή επανήλθε κατά τους επόμενους μήνες στην ισοτιμία των 30 δραχμών ανά δολάριο, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος άσκησε ξανά αντιπληθωριστική πολιτική, καθώς η πολιτική κρίση με επίκεντρο την Κύπρο κορυφώθηκε. Το μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα» της Ελλάδος βάδιζε στο τέλος του.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-2-2011

Από την περίοδο σταθερότητας και ανάπτυξης στην κατάρρευση του ’70

Το σύστημα του Μπρέτον Γουντς λειτούργησε απρόσκοπτα στη δεκαετία του 1950 και του 1960. Οι δεκαετίες αυτές ήταν εποχές υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και διευρυμένου διεθνούς εμπορίου, ενώ οι κυβερνήσεις των κρατών του κόσμου ήταν απασχολημένες με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των λαών τους.

Σιγά σιγά ωστόσο συσσωρεύονταν διάφορα σύννεφα με κυρίαρχο αυτό του δολαρίου. Από τον φόβο στενότητας του δολαρίου στη δεκαετία του 1950 η διεθνής οικονομία πέρασε σε κατάσταση ανησυχίας για πιθανή αδυναμία του δολαρίου να λειτουργήσει ως αποθεματοποιητικό νόμισμα. Οι κινήσεις κεφαλαίων που γίνονταν ολοένα και πιο ελεύθερες με το πέρασμα του χρόνου, οδηγούσαν τις ανεπτυγμένες οικονομίες σε αντιπαραθέσεις. Γαλλία και Γερμανία κατηγορούσαν τις ΗΠΑ ότι στην ουσία εξήγαν πληθωρισμό με την επεκτατική τους πολιτική, ενώ οι ΗΠΑ έβλεπαν τα εμπορικά πλεονάσματα Γερμανίας και Ιαπωνίας να συσσωρεύονται και τις χώρες αυτές να μη συναινούν σε ανατίμηση του νομίσματός τους εκμεταλλευόμενες στο έπακρο τις σταθερές ισοτιμίες. Στο πλαίσιο αυτό διεξάγονταν, όπως είδαμε, συζητήσεις περί αλλαγής στο σύστημα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ενώ σημαντικοί οικονομολόγοι έβλεπαν στις σταθερές ισοτιμίες μια απόκλιση από τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.

Στην πορεία του χρόνου εμφανίστηκαν διάφορα προβλήματα δυσλειτουργίας του συστήματος του Μπρέτον Γουντς. Η άνιση διανομή του παγκόσμιου εισοδήματος δεν θεραπεύτηκε, ενώ οι εθνικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές αντιστοιχούσαν σε προγράμματα ανάπτυξης μέσω ενίσχυσης της εσωτερικής αγοράς, και όχι μέσω των διεθνών ανταλλαγών.

Οι ΗΠΑ ήταν εξ ορισμού υπεύθυνες για τη δημιουργία ρευστότητας στο σύστημα και μάλιστα, ακολουθώντας επεκτατική νομισματική πολιτική για τη διεξαγωγή του πολέμου στο Βιετνάμ, δημιούργησαν την αίσθηση ότι η αξία του αποθέματος χρυσού στο Φορτ Νοξ, το θησαυροφυλάκιο των ΗΠΑ, δεν ήταν αρκετή για να εγγυηθεί για όλα τα δολάρια που βρίσκονταν σε παγκόσμια κυκλοφορία. Η τήρηση της ισοτιμίας των 35 δολαρίων ανά ουγγιά χρυσού δεν ήταν πλέον εφικτή. Στις 15 Αυγούστου 1971 ο πρόεδρος Νίξον ανακοίνωσε την παύση μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό, οδηγώντας έτσι την παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση σε καθεστώς κυμαινόμενων ισοτιμιών. Παράλληλα, επέβαλε 10% δασμό σε όλες τις ξένες εισαγωγές προς τις ΗΠΑ.

Η Σμιθσόνια Συμφωνία (16-17/12/71) μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου συμφώνησε στην ισχύ ενός νέου συστήματος σταθερών ισοτιμιών με επιτρεπόμενη απόκλιση μεγαλύτερη του έως τότε ισχύοντος 1%, ενώ η τιμή της ουγγιάς χρυσού ορίστηκε στα 38 δολάρια. Η συμφωνία όμως δεν ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Καθώς απέβλεπε στο να ορίσει ένα νέο καθεστώς σταθερών ισοτιμιών, ενώ οι περισσότερες χώρες επιθυμούσαν κυμαινόμενες, ξέσπασε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση. Οι χώρες-μέλη του ΔΝΤ έσπευσαν να τραβήξουν τα δικαιώματά τους για να αντιμετωπίσουν τις ανισορροπίες τους στις εξωτερικές τους πληρωμές, εξασθενίζοντας πρόσκαιρα το ΔΝΤ, κάνοντας έτσι την επιστροφή σε σταθερές ισοτιμίες ανέφικτη.

Απολογισμός

Η 30ετία λειτουργίας του συστήματος του Μπρέτον Γουντς έχει περάσει στην ιστορία ως περίοδος ευημερίας και ανασυγκρότησης των οικονομιών από χαμηλά επίπεδα εισοδήματος το 1944 σε υψηλά στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Στο χρονικό αυτό διάστημα υπήρχε στενή συνεννόηση μεταξύ των χωρών-μελών του συστήματος και αποφεύχθηκαν οικονομικές κρίσεις και τραπεζικός πανικός.

Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ΕΟΚ/Ε.Ε. το 1978, και οδήγησε είκοσι χρόνια αργότερα στο ευρώ, απέβλεπε με κάποιον τρόπο να αναβιώσει το σύστημα σταθερών ισοτιμιών σε μια μικρότερη νομισματική περιοχή. Οι περιπέτειες του ΕΝΣ μάλιστα στις δεκαετίες του 1980 και 1990 υπογραμμίζουν τις δυσκολίες συγκρότησης ενός συστήματος σταθερών ισοτιμιών σε μια εποχή ραγδαίων οικονομικών μεταβολών.

Από την άλλη το ΔΝΤ δεν συρρικνώθηκε. Αντίθετα διευρύνθηκε από 50 μέλη το 1970, στα πάνω από 150 σήμερα και επέκτεινε τη χρηματοδότηση των μελών του με ίδια χρηματοδότηση. Επαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην ανακύκλωση πετροδολαρίων. Η Π.Τ. που ώς τη δεκαετία του 1960 έπαιζε έναν μικρότερο διεθνή ρόλο, άρχισε επί θητείας Μακναμάρα να δανειοδοτεί αφειδώς τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, δημιουργώντας κατά κάποιον τρόπο «πελατεία» για το ΔΝΤ, στο μέτρο που κάποιες από αυτές τις χώρες, με συνήθως διεφθαρμένα μονοκομματικά καθεστώτα, δεν μπορούσαν να ξοφλήσουν τα δάνειά τους.

Στον χώρο της οικονομικής επιστήμης η βιβλιογραφία σχετικά με το Μπρέτον Γουντς δίνει τον τελευταίο καιρό έμφαση στο πώς σε συνθήκες ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων μπορεί να επιβιώσει ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών υπό συνθήκες διατήρησης αυτονομίας της νομισματικής πολιτικής από έναν εθνικό ή υπερεθνικό φορέα.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-2-2011

Γέννηση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ




Στο πλαίσιο της νέας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οικονομικής τάξης διεξήχθη από την 1η έως την 22α Ιουλίου 1944 στο Μπρέτον Γουντς του Νιου Χαμσάιρ στις ΗΠΑ συνδιάσκεψη με αντικείμενο θέματα νομισματικής και χρηματοπιστωτικής διαχείρισης της μεταπολεμικής περιόδου. Συμμετείχαν 44 χώρες που κατέληξαν σ' ένα σύστημα διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης που διήρκεσε περίπου 30 χρόνια. Ζητούμενο της συνδιάσκεψης ήταν να προκύψει συμφωνία που θα οδηγούσε σε συντονισμό της διεθνούς εμπορικής πολιτικής των κρατών-μελών της υπό ίδρυση «κοινότητας» που θα εγγυόταν την αποφυγή των περιπετειών που είχε ζήσει η διεθνής οικονομία μετά την κρίση του 1929. Αυτές εντοπίζονταν σε αρκετά μέτωπα. Στη δεκαετία του 1930 είχαν υπάρξει πολλές μονομερείς υποτιμήσεις νομισμάτων καθώς και απότομες μεταφορές κεφαλαιακών ροών από μια χώρα σε μιαν άλλη πριν αυτές δυσκολευτούν ή εμποδιστούν από κρατικές αρχές. Πολλές χώρες είχαν επιβάλει δασμούς και εμπόδια στο διεθνές εμπόριο, πριονίζοντας το κλαδί της παγκόσμιας οικονομικής ευημερίας. Είχε τέλος προκύψει η ανάγκη ενός δανειστή τελευταίας προσφυγής, μιας τράπεζας που θα έσωζε ως από μηχανής θεός μια χώρα από επικείμενη πτώχευση για το χατίρι της κοινής αντιμετώπισης των κρίσεων και της ενσωμάτωσης όλων των χωρών σε μία διαδικασία συνεννόησης.

Προετοιμασία και αποφάσεις

ΗΠΑ και Βρετανία βρίσκονταν ήδη από το 1942 σε συζητήσεις σχετικά με το μέλλον της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Οι Βρετανοί έβλεπαν την οικονομική τους ισχύ να περιορίζεται και εκτιμούσαν ότι μεταπολεμικά θα είχαν ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών λόγω χαμηλών αποδόσεων των επενδύσεών τους παγκοσμίως. Είχαν συνεπώς συμφέρον για ένα συντονισμένο επεκτατικό διεθνές οικονομικό σύστημα. Το ίδιο συνέβαινε και με τις ΗΠΑ που έκλειναν υπέρ της ανάληψης του ρόλου της παγκόσμιας υπερδύναμης μεταπολεμικά και δεν ήθελαν να παλινδρομήσει η παγκόσμια οικονομία σε αμυντικές μονομερώς επιβαλλόμενες εμπορικές σχέσεις.

Οι δύο πλευρές προετοίμασαν τη συνδιάσκεψη με προσοχή. Απέφυγαν να τοποθετήσουν στο επίκεντρο δύσκολα θέματα όπως τα πολεμικά χρέη και τις τιμές των πρώτων υλών που εξήγαν οι φτωχότερες χώρες, θέματα που πόλωσαν το διεθνές κλίμα μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Αντίθετα, προωθήθηκε η ιδέα δημιουργίας δύο νέων διεθνών θεσμών, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας για Ανοικοδόμηση και Ανάπτυξη, που στην πορεία του χρόνου μετονομάστηκε σε Παγκόσμια Τράπεζα (Π.Τ.).

Το ΔΝΤ αναλάμβανε τον ρόλο του δανειστή τελευταίας προσφυγής. Ηταν ο φορέας δανειοδότησης σε περίπτωση κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών και έγκρισης σε περίπτωση υποτιμήσεων ανώτερων του 10%. Τα προβλήματα λιγότερο αναπτυγμένων χωρών με σπάνια νομίσματα αντιμετωπίζονταν με ειδικές ρυθμίσεις. Στόχος του ΔΝΤ ήταν η σταθερότητα των διεθνών ισοτιμιών, η μετατρεψιμότητα των νομισμάτων και η διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου.

Η Π.Τ. αναλάμβανε να δανειοδοτεί έργα υποδομών μακράς πνοής και χαμηλής απόδοσης, όπως υδροηλεκτρικά έργα, κατασκευές οδών και λιμανιών, έργα που προωθούσαν την ανάπτυξη, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας.

Υπό τη σκέπη των φορέων αυτών τα συμβαλλόμενα κράτη όριζαν την ισοτιμία του νομίσματός τους σε σχέση με το δολάριο το οποίο και μόνο ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό. Η ισοτιμία θα παρέμενε σταθερή (η κύμανσή της επιτρεπόταν μόνο σε εύρος 1%), αλλά ήταν δυνατό να μεταβληθεί έπειτα από κοινή συμφωνία που δεν θα αιφνιδίαζε τους εμπορικούς εταίρους.

Η συμφωνία του Μπρέτον Γουντς θεωρείτο ότι θα λειτουργούσε ευνοϊκά για όλα τα μέρη. Οι πλουσιότερες χώρες άμβλυναν τους ανταγωνισμούς τους υποχρεωνόμενες σε αμοιβαίες συνεννοήσεις που αφορούσαν ζητήματα στις διεθνείς οικονομικές τους σχέσεις. Οι φτωχότερες είχαν πρόσβαση σε αναπτυξιακά δάνεια από την Π.Τ. και εγγύηση βοήθειας σε ανισορροπίες των ισοζυγίων πληρωμών τους από το ΔΝΤ. Πολύ αργότερα, μετά το 1970, οι όροι δανειοδότησης του τελευταίου χαρακτηρίστηκαν καταχρηστικοί και εκμεταλλευτικοί από διανοούμενους στις χώρες αυτές.

Ολες οι συμμετέχουσες χώρες συνέβαλαν με μερίδια χρυσού και συναλλάγματος στη δημιουργία του ΔΝΤ, μερίδια που θα μπορούσαν να δανειστούν σε περίπτωση ανάγκης. Ο χρυσός καταβλήθηκε άμεσα, ενώ σε ό,τι αφορά το συνάλλαγμα οι πληρωμές γίνονταν σε «γνωστά» νομίσματα, ευρείας αποδοχής παγκοσμίως. Το 1960 θεσμοθετήθηκε η «Γενική Συμφωνία Δανεισμού» που έδωσε το δικαίωμα στο ΔΝΤ να αποκτά επιπρόσθετα χρηματικά μέσα από την Ομάδα των Δέκα, δηλαδή τις ισχυρότερες οικονομικά χώρες. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950 το σύστημα του κανόνα χρυσού-δολαρίου λειτουργούσε ικανοποιητικά, κυοφορούσε ωστόσο μια αστάθεια που δεν ήταν άλλη από τη μακροχρόνια πορεία του δολαρίου ως κεντρικού νομίσματος. Το σύστημα ευνοούσε μια κατάσταση όπου οι ΗΠΑ θα είχαν ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών προκειμένου οι άλλες χώρες να συσσωρεύουν συνάλλαγμα. Καθώς όμως θα συνέβαινε αυτό, ο κίνδυνος μετατροπής του δολαρίου σε «μαλακό», πιθανά μη μετατρέψιμο, νόμισμα θα αυξανόταν.

Για να αντιμετωπιστεί η πιθανή αυτή εξέλιξη έγινε το 1968 αναθεώρηση του καταστατικού του ΔΝΤ και εισήχθησαν τα «Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα», ένα νέο, τεχνητό, διεθνές αποθεματικό νόμισμα, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παράλληλα με το δολάριο για την τακτοποίηση δανείων μεταξύ κρατών-μελών, αν παρίστατο ανάγκη. Αιτούσες χώρες θα μπορούσαν πάλι, σε περίπτωση ανάγκης, να δανειστούν έντοκα από άλλες χώρες-μέλη του συστήματος, χρησιμοποιώντας αυτή τη διευκόλυνση.
Μ.ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11-2-2011

Η Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς


Εκπρόσωποι 44 χωρών καθόρισαν το μεταπολεμικό σύστημα
διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης που διήρκεσε περίπου 30 χρόνια
67 χρόνια πριν
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ακόμη μαινόταν, όταν από την 1η έως την 22α Ιουλίου 1944, στο ξενοδοχείο «Μάουντ Ουάσιγκτον» του Μπρέτον Γουντς, μιας δασώδους περιοχής στο Νιου Χαμσάιρ των ΗΠΑ, 44 κράτη συμμετείχαν στη νομισματική και χρηματοπιστωτική συνδιάσκεψη που θα καθόριζε τον χαρακτήρα της παγκόσμιας οικονομίας στον μεταπολεμικό κόσμο. Ανάμεσα στους στόχους ήταν η ανοικοδόμηση χωρών και η αποφυγή των παγίδων του Μεσοπολέμου, με έμφαση στη διατήρηση ανοιχτών αγορών. Αξονας έπρεπε να είναι η διεθνής συνεργασία. Στη Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς, όπως έμεινε στην Ιστορία, αποφασίστηκε έτσι η δημιουργία της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της GATT -η οποία το 1995 αντικαταστάθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου- καθώς και η υιοθέτηση συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, γνωστού αργότερα και ως συστήματος του Μπρέτον Γουντς. Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 γνώρισαν ευημερία και ανάπτυξη. Ωστόσο, λόγω της στήριξής του στο δολάριο, το σύστημα περιείχε ήδη από τη γέννησή του στοιχεία αστάθειας. Αυτά εντάθηκαν με τον πόλεμο στο Βιετνάμ και το 1971 ο Νίξον ανακοίνωσε την παύση μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό. Το νέο καθεστώς ήταν πλέον αυτό των κυμαινόμενων ισοτιμιών και το σύστημα του Μπρέτον Γουντς παρελθόν. Φορείς, όμως, που προέκυψαν από τη συνδιάσκεψη του 1944, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, συνεχίζουν τη λειτουργία τους και σήμερα.
Το αμερικανικό Σχέδιο Γουάιτ και το βρετανικό Σχέδιο Κέινς
Παρά τη συντονισμένη προετοιμασία της συνδιάσκεψης δεν έλειψε η αγωνία για το τελικό αποτέλεσμα. Ηνωμένες Πολιτείες και Βρετανία αναμετρήθηκαν σχετικά με το μέλλον στη διάρκεια της συνδιάσκεψης, με τις ΗΠΑ, βέβαια, να κερδίζουν τελικά. Η Βρετανία κατέθεσε το Σχέδιο Κέινς, το οποίο προέβλεπε τη δημιουργία ενός λογιστικού νομίσματος, που ο Τζον Μέιναρντ Κέινς αποκάλεσε «μπάνκορ». Το νόμισμα αυτό θα μπορούσε, σύμφωνα με το σχέδιο του Κέινς, να εξελιχθεί σε μελλοντικό παγκόσμιο νόμισμα, στο οποίο θα δανειοδοτούνταν ειδικά φτωχότερες χώρες. Το εναλλακτικό, αμερικανικό σχέδιο του Χάρι Ντέξτερ Γουάιτ απέβλεπε στην επιβεβαίωση της ισχύος του δολαρίου μεταπολεμικά και δεν ήθελε άλλο κοινό νόμισμα διενέργειας και τακτοποίησης των διεθνών πληρωμών.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τον Κέινς χρειαζόταν ένα συντονισμένο σχέδιο μακράς πνοής και αποφυγής των δεινών του μεσοπολέμου. Κατά τον ίδιο έπρεπε να δημιουργηθεί μία Διεθνής Ενωση Συμψηφισμών που θα ήταν τράπεζα και οίκος συμψηφιστικών πράξεων ταυτόχρονα. Διεθνή χρέη θα τακτοποιούνταν σε πολυμερή βάση με όλα τα συμμετέχοντα μέλη να συμβάλλουν στην επίλυσή τους. Πρόσκαιρα ελλειμματικές χώρες θα μπορούσαν να δανείζονται σε μπάνκορ, νόμισμα προσδεδεμένο στον χρυσό, που θα μπορούσε στην πορεία του χρόνου να μετεξελιχθεί σε παγκόσμιο νόμισμα. Η Ενωση θα έπρεπε να αποτρέπει με κατάλληλους χειρισμούς, είτε επίμονα ελλείμματα είτε συνεχή πλεονάσματα ισοζυγίων πληρωμών, εξασφαλίζοντας μακροχρόνια παγκόσμια ισορροπία εξωτερικών λογαριασμών όλων των κρατών-μελών του συστήματος.

Το Σχέδιο Γουάιτ δεν ήταν τόσο φιλόδοξο. Αποτύπωνε την πιστοποίηση της ισχύος του δολαρίου από τη διεθνή κοινότητα και διατύπωνε ένα ελάχιστο θεσμικό πλαίσιο παρέμβασης που θα εγγυόταν τη διαφύλαξη ισορροπίας της παγκόσμιας οικονομίας σε περίπτωση κλυδωνισμού. Δεν λάμβανε υπόψη τη μακροχρόνια περίοδο όπως στο Σχέδιο Κέινς.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13-2-2011

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Περί εθνικισμού

Ζούμε σε περίοδο δοκιμασίας των θεσμών. Το αντιπροσωπευτικό μας σύστημα, η Δικαιοσύνη και η εκπαίδευση έχουν τεθεί σε αμφισβήτηση. Ο φονταμενταλισμός και ο εθνικισμός επιστρέφουν με δριμύτητα και μάλιστα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες στη γένεσή τους αποτέλεσαν καύχημα του Διαφωτισμού.

Ο εθνικισμός που γνωρίζουμε σήμερα δεν έχει σχέση με εκείνον που δημιούργησε ο γαλλικός ορθολογισμός. Ο εθνικισμός της Γαλλικής Επανάστασης ήταν εδαφικός και πολιτικός. Συσπείρωσε τους πολίτες εναντίον των προνομίων του παλαιού καθεστώτος, ώστε το έθνος να αποτελέσει τη νέα νομιμοποιητική βάση της κρατικής εξουσίας, αντί της ελέω Θεού μοναρχίας.

Ομως, ο εθνικισμός σταδιακά μεταλλάχθηκε σε προϊόν του ρομαντισμού. Ετσι, οι Γάλλοι, που απέδιδαν στο έθνος πολιτικό περιεχόμενο, προσέδωσαν στην έννοια αυτή οργανικές ιδιότητες, ιδίως μετά την ταπεινωτική τους ήττα από τους Πρώσους το 1870-71. Οι Γάλλοι, οι οποίοι ήταν αποτέλεσμα προσμείξεων Γαλατών και Φράγκων (Γερμανών), θέλησαν να αποβάλουν από τη μνήμη τους το Γερμανικό στοιχείο και να αναδείξουν το Κέλτικο. Αντίστοιχα, οι Πρώσοι αναζήτησαν σε κάποιο ιδεατό παρελθόν τη γερμανική καθαρότητα έναντι του σύνοικου σλαβικού πληθυσμού στα ανατολικά εδάφη τους.

Ο ημέτερος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αν και εγγράφεται στη ρομαντική σχολή της ιστοριογραφίας, υπήρξε ορθολογιστής στις παρατηρήσεις του για τις καταβολές του ελληνικού έθνους. Αντιμετωπίζοντας τις απόψεις του Αυστριακού ιστορικού Ιάκωβου Φίλιππου Φαλμεράγιερ ότι η εγκατάσταση σλαβικών και αλβανικών φύλων στην Ελλάδα εξαφάνισαν κάθε ίχνος ελληνικού αίματος από τις φλέβες των Ελλήνων, ο Παπαρρηγόπουλος απέρριψε την βιολογική αυτή ερμηνεία της ιστορίας και προέταξε τον πολιτισμό ως μοναδικό έγκυρο γνώρισμα κάθε έθνους. Ο ελληνικός εθνικισμός του 19ου αιώνα συνεπώς υπήρξε ανοιχτός στην εθελουσία προέλευση κάθε εθνότητας που επιθυμούσε να γίνει μέτοχος ενός πολιτισμού με την αρχαιότερη και πλουσιότερη γλωσσική παράδοση. Η ελληνική γλώσσα, άλλωστε, δεν ήταν μόνο φορέας της γραμματείας των αρχαίων, αλλά και η ιερή γλώσσα των γραφών, καθώς οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές έγραψαν τα ευαγγέλιά τους στα ελληνικά.

Ο ελληνικός εθνικισμός μεταλλάσσεται μέσα στον εικοστό αιώνα. Πρώτη αιτία της αλλαγής υπήρξε η εξαγγελία της Τρίτης Διεθνούς το 1924 ότι οι τρεις Μακεδονίες, του Βαρδάρη, του Αιγαίου και του Πιρίν, θα γίνονταν μελλοντικά ένα ενιαίο αυτόνομο κράτος υπό την κομμουνιστική Βουλγαρία. Η εξαγγελία αυτή προκάλεσε μεγάλες διχογνωμίες στο ΚΚΕ με αποτέλεσμα την παραίτηση των ιστορικών Γιάννη Κορδάτου και Σεραφείμ Μάξιμου από τους κόλπους του κόμματος. Οταν την ηγεσία ανέλαβε ο Νίκος Ζαχαριάδης, η άποψη της Τρίτης Διεθνούς επικράτησε. Οι διώξεις κατά του ΚΚΕ υπό το βενιζελικό «ιδιώνυμο αδίκημα» και οι φυλακίσεις μελών του κόμματος από το καθεστώς Μεταξά, ξεκίνησαν από το λάθος της υιοθέτησης ενός συνθήματος βλαπτικού για τα ελληνικά συμφέροντα.

Η έννοια του «από τριών χιλιάδων ετών» καθαρόαιμου Ελληνισμού, έγινε η βάση της αναθεωρημένης αντίληψης του ελληνικού εθνικισμού επί δικτατορίας Μεταξά και χάρη στον ελληνικό εμφύλιο, μακροημέρευσε.

Κατά τον εμφύλιο (1946-49), ο «Δημοκρατικός Στρατός» στρατολογούσε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια από τις σλαβόφωνες περιοχές της δυτικής Μακεδονίας με αποτέλεσμα να εξαγγελθεί από το κόμμα η δημιουργία ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη. Η 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ στις 30 - 31 Ιανουαρίου 1949 επανέλαβε το μοιραίο σφάλμα του Μεσοπολέμου, αναγνωρίζοντας το «δικαίωμα του μακεδονικού λαού για εθνική αυτοδιάθεση». Η απόφασή του κόστισε τόσο πολύ στο μετεμφυλιακό ΚΚΕ ώστε το ζήτημα να αποτελεί σήμερα άβατο στις κομματικές αποτιμήσεις του εμφυλίου.

Ο παλιός διεθνισμός της Αριστεράς έδωσε πλέον τη θέση του σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό, ο οποίος απέκτησε τη σημασία αντίστασης κατά της παγκοσμιοποίησης και των πολυεθνικών εταιρειών. Η εμφυλιακή προθυμία του ΚΚΕ να συμπλεύσει με τις αντίπαλες μεγαλοϊδεατικές φιλοδοξίες μιας γειτονικής εθνογένεσης εκθέτει ακόμα το κόμμα σε εύκολη κριτική.

Ο παραδοσιακός εθνικισμός της Δεξιάς επιστρέφει σε οργανικές ερμηνείες της μεταξικής περιόδου και αποδύεται σήμερα σε κυνήγι μειοδοτικών μαγισσών που εντοπίζονται κυρίως στον φιλελεύθερο χώρο. Ετσι, το ανέστιο κέντρο του πολιτικού φάσματος βρίσκεται εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο κατήγορους, τον δεξιό και τον αριστερό.

Η σύγχρονη κοινωνία αναζητάει όλο και πιο πολύ τη θαλπωρή της χαμένης παραδοσιακής κοινότητας στον εθνικισμό των συμβόλων, ενίοτε και στην θρησκευτική παραμυθία. Κατά πόσον κάποιοι απολεσθέντες παράδεισοι του παρελθόντος υπήρξαν πραγματικοί ή αποτελούν εμφυτεύματα εικονικής μνήμης, είναι θέμα μεγάλης συζήτησης μεταξύ διανοουμένων και ιστορικών.

Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι οι εθνικές μνήμες αποτελούν κοινό σημείο αναφοράς, ώστε να δημιουργείται ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας αυτής η αλληλεγγύη, που είναι απαραίτητη σε περιόδους κρίσης σαν τη σημερινή. Ομως, καλό είναι να προσέχουμε το θυμικό. Υπήρξε πηγή μεγάλων περιπετειών στο παρελθόν. Η υπερβολική του δόση βλάπτει.

Θάνος Βερέμης καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-2-2011

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Σιδηρά Κυρία

ΣΕ ΜΙΑ από τις πιο πολυσυζητημένες συνεντεύξεις της στο γυναικείο περιοδικό «Woman's Own», το 1987, η Λαίδη Θάτσερ, όπως είναι σήμερα ο τίτλος της, είχε πει τη φράση «αυτό που λέμε κοινωνία, δεν υπάρχει». Οι αντιδράσεις ήταν άμεσες και έντονες. Ομως, η τότε πρωθυπουργός δεν είχε πει εκείνα τα λόγια απερίσκεπτα. Στις προσωπικές της σημειώσεις, μέρος των οποίων επίσης δόθηκαν στη δημοσιότητα, η Θάτσερ έγραψε μερικές σκέψεις της, εν όψει ενός λόγου που θα εκφωνούσε: «Η ηθική είναι προσωπική υπόθεση. Η συλλογική συνείδηση, η συλλογική ευγένεια, η συλλογική πραότητα, η συλλογική ελευθερία, όλα αυτά για μένα δεν υφίστανται. Το να μιλάει κάποιος για κοινωνική δικαιοσύνη, κοινωνική ευθύνη, μια νέα παγκόσμια τάξη, μπορεί να είναι εύκολο και να μας κάνει να αισθανόμαστε ωραία, αλλά δεν απαλλάσσει τον κάθε έναν από μας από την προσωπική του ευθύνη».

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Ολοταχώς για προτομή του Στάλιν στον Περισσό

Το άρθρο της ένθετης έκδοσης του κυριακάτικου «Ριζοσπάστη», το αφιερωμένο στα 130 χρόνια από τη γέννηση του Στάλιν, αποτελεί δυστυχώς ξεκάθαρη επαλήθευση όσων κάναμε λόγο για σταλινική στροφή της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ.
Οπως συμβαίνει πάντοτε σε ανάλογες περιπτώσεις, έτσι και σε τούτη, από τη μία η ανάγκη εκλαΐκευσης της κομματικής γραμμής και από την άλλη -και κυρίως- η ανάγκη που πηγάζει από τον γραφειοκρατικό επαγγελματισμό, να διατυμπανίζουν τα στελέχη με τον πιο ακραίο τρόπο τη συμφωνία τους με την καθοδήγηση, οδήγησαν στο να εκφραστεί με τον πλέον απροσχημάτιστο και απροκάλυπτο τρόπο η σταλινική στροφή.

Υστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, που κυμαίνεται από το 1956 έως το 1989, πλήρους εναρμόνισης με τη σήμερα χαρακτηριζόμενη «οπορτουνιστική» σοβιετική ηγεσία, κορυφαία εκδήλωση της οποίας ήταν η ανοχή, αν όχι η συμμετοχή στην εξόντωση του Νίκου Ζαχαριάδη, ξεπερνώντας τις σχετικές θέσεις του 18ου Συνεδρίου, όπου -αν μη τι άλλο- ψελλιζόταν κάτι περί «υπερβολών» κατά την αντιμετώπιση των αντεπαναστατικών κέντρων, ενώ ταυτόχρονα υποστηριζόταν αντιφατικά ότι το κόμμα δεν διαχωρίζει θετικές και αρνητικές περιόδους κατά τον «υπαρκτό», με το άρθρο αυτό αγιοποιούνται η σταλινική περίοδος και ο ίδιος ο Στάλιν, όχι μόνο για τη συμβολή του από οικονομική σκοπιά, αλλά και γενικότερα, δίχως να του αποδίδονται πια το παραμικρό ψήγμα, αδυναμία ή και υπερβολή.

Με ένα αφιέρωμα «οφειλόμενο φόρο τιμής», που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους διθυράμβους προς τον Στάλιν της ίδιας της σταλινικής περιόδου, όταν «ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τα 'σκιαζε η φοβέρα...», ο «μπολσεβίκος ηγέτης» και «ηγέτης του παγκόσμιου προλεταριάτου» συνδέεται αναπόσπαστα με τις «λαμπρές σελίδες», αλλά με «τις δύσκολες στιγμές (μια και σκοτεινές δεν φαίνεται να υπάρχουν) στην ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης», τις οποίες προφανώς και αντιμετώπισε επιτυχώς. Ο ίδιος είχε «πολύτιμη και καθοριστική συμβολή» σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο. Ιδιαίτερα από τη σκοπιά αυτού του τελευταίου συνέβαλε στη συντριβή των δυνάμεων της «πέμπτης φάλαγγας», στις οποίες προφανώς κατατάσσονται και όλοι οι τότε διωχθέντες κομμουνιστές. Ακόμη, «κράτησε σταθερό το τιμόνι στην οικοδόμηση των θεμελίων του σοσιαλισμού». Από την άλλη, όσοι τολμούν να του ασκήσουν κριτική ή, κατά την κομματική ορολογία, να προβούν σε «συκοφαντικές επιθέσεις στο πρόσωπο και στο έργο του», δεν είναι παρά «αστοί όπου γης και οπορτουνιστές συνοδοιπόροι τους», οπότε και εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι, για την καθοδήγηση του ΚΚΕ, όσοι στέκουν κριτικά απέναντί του όχι μόνο δεν έχουν θέση στις γραμμές του κόμματος, αλλά ούτε σε εκείνες των φίλων και συμμάχων του.

Επαναλαμβάνω κινδυνεύοντας να γίνω κουραστικός ότι όλα τα παραπάνω:

- Αποτελούν βούτυρο στο ψωμί της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, η οποία ταυτίζει τον κομμουνισμό με τις σταλινικές, βάναυσες παραβιάσεις του.

- Για όποιον γνωρίζει ή για όποιον θελήσει να μάθει κάποτε (κάτι καθόλου δύσκολο στην εποχή μας) την πραγματικότητα εκείνης της περιόδου, αν υιοθετήσει αυτή την ταύτισή της με τον σοσιαλισμό που επιχειρεί η ηγεσία του ΚΚΕ, είναι βέβαιο ότι θα οδηγηθεί στην απόρριψη του ίδιου του σοσιαλισμού.

- Οδηγούν σε αδιέξοδο κάθε προσπάθεια ερμηνείας της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, στον βαθμό που δεν αναγνωρίζονται οι εγκληματικές παραβιάσεις της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, κατά τη σταλινική κυρίως περίοδο, αλλά και στη συνέχεια, ως σημαντική αιτία της.

- Αποτελούν τρανταχτή ασυνέπεια, στον βαθμό που δεν συνοδεύονται από την καταδίκη («ως οπορτουνιστών, ανέλπιστων συμμάχων της αστικής τάξης») και όλων των ηγεσιών του ΚΚΕ, που μέχρι πρότινος προσυπέγραφαν και -με επίσημες κομματικές αποφάσεις- την καταδίκη της σταλινικής προσωπολατρίας, η οποία σήμερα παρουσιάζεται ως «πρόσχημα» και «λεγόμενη» για να συκοφαντηθεί ο μέγας πατερούλης των λαών.

Οφείλω να ομολογήσω ότι μου είναι δύσκολο να κατανοήσω μια τέτοια στάση από μέρους της σημερινής ηγεσίας του ΚΚΕ, μια στάση που πλήττει καίρια τόσο την υπόθεση του κομμουνισμού όσο και το ίδιο το κόμμα.

Αρνούμενος να ακολουθήσω τους πλέον καχύποπτους, οι οποίοι ανήμποροι να ερμηνεύσουν λογικά αυτή τη μετατόπιση, που έλαβε χώρα ανάμεσα στο 17ο και στο 18ο Συνέδριο, καταφεύγουν στη συνωμοσιολογία και κάνουν λόγο για εσωκομματική προβοκάτσια ολκής, τείνω να υιοθετήσω την άποψη ότι από τη μια η ηγεσία του ΚΚΕ, στην προσπάθειά της να υπερασπιστεί τα «χλωρά» του σοσιαλισμού, τα καίει μαζί με τα «ξερά», μη έχοντας την ικανότητα να διαχωρίσει τα πρώτα από τα δεύτερα, και από την άλλη, υπερασπίζοντας ιστορικά τον δήθεν «καθάριο» και «αταλάντευτο» Στάλιν, επιδιώκει να τεκμηριώσει τον σεχταρισμό της και να συγκαλύψει τον πολύ πρακτικό σημερινό δεξιό οπορτουνισμό της.

Σε κάθε περίπτωση, όπως οδεύουν τα πράγματα στο ΚΚΕ, το μόνο που απομένει είναι να δούμε τον ανδριάντα ή την προτομή του Στάλιν πλάι σε εκείνη του Λένιν στο αίθριο του Περισσού.

Και τα χιλιάδες έντιμα, γνωρίζοντα μέλη του μέχρι πότε θα υποχωρούν στο όνομα μιας κακώς νοούμενης κομματικότητας; Τι περιμένουν για να αντισταθούν, όχι πια μόνο ψιθυριστά, «σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις / [...] στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις / από γραφιάδες και δειλούς για τον σοφό / αρχηγό τους»;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΗΣ

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Δύο απόπειρες και μια δολοφονία στην Κύπρο του '60

Οι σχέσεις της Κύπρου με τη χούντα στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας είναι το θέμα του νέου βιβλίου του Μακάριου Δρουσιώτη «Δύο απόπειρες και μια δολοφονία». Ο τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ομως, πρόκειται για ένα πραγματικό πολιτικό θρίλερ που πραγματεύεται τις σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας την περίοδο 1967 - 1970.
Κεντρικά γεγονότα της περιόδου είναι η απόπειρα του Αλέκου Παναγούλη να σκοτώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, η απόπειρα του πρώην υπουργού Εσωτερικών της Κύπρου Πολύκαρπου Γιωρκάτζη να δολοφονήσει τον Μακάριο και η δολοφονία του Γιωρκάτζη μία εβδομάδα αργότερα.

Ο συγγραφέας, έχοντας πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα της κυπριακής ΚΥΠ, ξετυλίγει το νήμα μιας απίστευτης στη σύλληψη και στην εκτέλεση συνωμοσίας της ελληνικής χούντας εις βάρος του Μακαρίου, με κίνητρο τις προσωπικές αντιζηλίες και τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Στο θρίλερ αυτό πρωταγωνιστούν γνωστές προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους στις εξελίξεις που οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα του 1974:

* Ο Μακάριος, που είχε για σωματοφύλακά του τον Αθανάσιο Πουλίτσα, ο οποίος ήταν μυστικός πράκτορας της ελληνικής ΚΥΠ στο περιβάλλον του.

* Ο δαιμόνιος διοικητής των ΛΟΚ, συνταγματάρχης Δημήτριος Παπαποστόλου, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη της προσωπικής ασφάλειας του Μακαρίου και εφάρμοσε μέσα από το προεδρικό μέγαρο ένα δαιμόνιο σχέδιο για τη δολοφονία του.

* Ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, η πιο σκοτεινή προσωπικότητα της κυπριακής πολιτικής, που έπαιζε πολλούς ρόλους ταυτόχρονα, μέχρι που τον μάζεψαν σκοτωμένο από ένα ερημικό σημείο μακριά από τη Λευκωσία (φωτογραφία εξωφύλλου).

* Ο Αλέκος Παναγούλης, ο ονειροπόλος αντιστασιακός που πήγε στην Κύπρο να βρει συνεργάτες να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον έμπλεξε ο Γιωρκάτζης σε μια ενδοχουντική συνωμοσία.

* Ο Δημήτριος Ιωαννίδης και ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης, που με όχημα τον «εθνικό αγώνα» της Κύπρου αποφάσισαν να βγάλουν από τη μέση τον Μακάριο και να εξουδετερώσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Το βιβλίο ξεκινά με τα πολεμικά γεγονότα του 1967 στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, που οδήγησαν στην απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας που στάθμευε στην Κύπρο από το 1964. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για να χωριστεί η χούντα σε δύο φατρίες και τελικά στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών μεταξύ των συνταγματαρχών, μέσω Κύπρου. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν συγκλονιστικά:

- Η ελληνική ΚΥΠ ανέθεσε στον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη να εντοπίσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος είχε διαφύγει στην Κύπρο αναζητώντας συνεργάτες να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ο Γιωρκάτζης τον εντόπισε και πληροφορήθηκε τα σχέδιά του. Παριστάνοντας τον αντιχουντικό και σε συνεργασία με τους Ασλανίδη - Ιωαννίδη βοήθησε τον ανήξερο Παναγούλη στην απόπειρα του τελευταίου να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η απόπειρα απέτυχε και ο Γιωρκάτζης υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Ο πάλαι ποτέ ισχυρότερος άνθρωπος στην Κύπρο άρχισε να καταφέρεται κατά του Μακαρίου.

- Οι Δημήτριος Παπαποστόλου και Αθανάσιος Πουλίτσας έπεισαν τον Μακάριο ότι κινδύνευε από τον Γιωρκάτζη και ίδρυσαν εκ μέρους του μια παρακρατική οργάνωση, το Εθνικό Μέτωπο, για να τον υπερασπιστεί. Αργότερα την έστρεψαν εναντίον του.

- Μόλις μήνες μετά την παραίτηση του Γιωρκάτζη, λόγω της συνεργασίας του με τον Παναγούλη, συμμάχησε με τους Ιωαννίδη - Ασλανίδη και αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Μακάριο, καταρρίπτοντας το ελικόπτερο του, σε συνεργασία με τους Ελληνες αξιωματικούς που είχαν την ευθύνη για την ασφάλειά του. Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα που δημοσιεύονται στο βιβλίο, τη δολοφονία του Μακαρίου θα ακολουθούσε κίνημα στην Ελλάδα κατά του Παπαδόπουλου και προώθηση λύσης διπλής Ενωσης στην Κύπρο.

- Ο Μακάριος βγήκε ζωντανός από το ελικόπτερό του και τα σχέδια ανατράπηκαν. Σε μία εβδομάδα ο Γιωρκάτζης δολοφονήθηκε από τους ίδιους τους συνεργάτες του, που του έκλεισαν το στόμα.

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι η επιχείρηση συγκάλυψης της ενοχής των Πουλίτσα και Παπαποστόλου από τον ίδιο τον Μακάριο, τόσο στην απόπειρα κατά της δικής του ζωής όσο και στη δολοφονία του Γιωρκάτζη.

Στο βιβλίο δημοσιεύονται αποσπάσματα από το υπηρεσιακό ημερολόγιο του αστυνόμου Παναγιώτη Αριστοκλέους, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη των ανακρίσεων για τη δολοφονία του Γιωρκάτζη. Οι συσκέψεις της ανακριτικής ομάδας γίνονταν στο προεδρικό μέγαρο, είτε υπό την προεδρία του ίδιου του Μακαρίου είτε του υπουργού του των Εσωτερικών. Η γραμμή του Μακαρίου ήταν να μην ανακριθούν καν οι εξ Ελλάδος υπεύθυνοι για την προσωπική του ασφάλεια, Αθανάσιος Πουλίτσας και Δημήτριος Παπαποστόλου.

Εναν ολόκληρο μήνα μετά το έγκλημα, ο διοικητής των ΛΟΚ Δ. Παπαποστόλου έδωσε μια εικονική ανάκριση για τις κινήσεις του τις παραμονές και τη μέρα της δολοφονίας του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Αντίγραφο της κατάθεσης Παπαποστόλου δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο βιβλίο και από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι ήταν μια σκηνοθετημένη διαδικασία εξασφάλισης άλλοθι:

Η «κατάθεση» λήφθηκε εξ ονόματος του αστυνόμου Παναγιώτη Αριστοκλέους, ο οποίος δεν ήταν καν παρών. Ο Παπαποστόλου έγραψε την κατάθεσή του στο τυποποιημένο έντυπο που χρησιμοποιούσε η κυπριακή αστυνομία, περιέγραψε τα γεγονότα όπως αυτά ταίριαζαν με το σκηνοθετημένο άλλοθί του και την υπέγραψε. Κάτω από την υπογραφή του ακολουθεί, με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, η εξής σημείωση: «Η κατάθεσις αύτη ελήφθη υπ' εμού εις Αρχηγείον της Αστυνομίας σήμερον 14.4.70 εις την παρουσίαν του κ. Μ. Παντελίδη Β/Αρχηγού Αστυνομίας η ώρα 4.10 μ.μ. του ανεγνώσθη και ως ορθή την υπέγραψε εις την παρουσίαν μας».

Η σημείωση αυτή φέρει την υπογραφή «Π. Αριστοκλέους / Αστυν.». Η υπογραφή του Αριστοκλέους είναι με τον ίδιο ακριβώς γραφικό χαρακτήρα όπως και η χειρόγραφη κατάθεση και η υπογραφή του Παπαποστόλου, ενώ δεν μοιάζει καθόλου με την πραγματική υπογραφή του Αριστοκλέους. Την κατάθεση υπέγραψε και ο Μιχαλάκης Παντελίδης. (Δες το ντοκουμέντο στη φωτογραφία.) Δηλαδή, ο Παπαποστόλου, στην παρουσία του βοηθού αρχηγού Αστυνομίας Μιχαλάκη Παντελίδη, έγραψε την κατάθεση, την υπέγραψε, έγραψε το σημείωμα του ανακριτή και πλαστογράφησε την υπογραφή του!

Ο ανακριτής, σε συνέντευξή του στον συγγραφέα, παραδέχτηκε ότι η όλη διαδικασία ήταν σκηνοθετημένη. Από το γραφείο του Αριστοκλέους πέρασαν όλοι όσοι κατονόμαζαν οι Πουλίτσας και Παπαποστόλου και υποστήριξαν το άλλοθί τους. «Τους έφερναν τον έναν μετά τον άλλο και απάγγελλαν την κατάθεσή τους, όπως τα παιδιά λένε το "Πιστεύω" στο κατηχητικό», παραδέχτηκε ο Αριστοκλέους.

Η απόφαση του Μακαρίου να συγκαλύψει τον φόνο του Γιωρκάτζη, καθώς και την απόπειρα κατά της δικής του ζωής, έγινε γνωστή από τότε. Ομως επικράτησε η άποψη ότι το έκανε επειδή εκβιάστηκε από τη χούντα με πραξικόπημα.

Ο Μακάριος Δρουσιώτης στο βιβλίο αποκλείει αυτή την εκδοχή και αποδίδει στον Μακάριο άλλα κίνητρα. Οι Πουλίτσας και Παπαποστόλου τον είχαν στο χέρι, για γεγονότα όπως η ίδρυση της παρακρατικής οργάνωσης Εθνικό Μέτωπο. Ο Μακάριος δεν θα παραδεχόταν ποτέ ότι παγιδεύτηκε από τους πιο έμπιστούς του ανθρώπους, ούτε θα άφηνε να γίνει μια δίκη που θα αποκαθήλωνε το κύρος του.

Ο Μακάριος ανέχτηκε τόσο τον Πουλίτσα όσο και τον Παπαποστόλου να στέκονται δίπλα του και να παριστάνουν τους φρουρούς του, για τρεις μήνες μετά που αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, ανταλλάσσοντας την ανοχή του με τη σιωπή τους, μέχρι να λήξη η θητεία του Παπαποστόλου και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Λίγες μέρες αργότερα, ο Αθανάσιος Πουλίτσας πήρε το αεροπλάνο και με εισιτήριο Λευκωσίας - Αθήνας μονής διαδρομής... *

«Εμφύλιος πόλεμος»

«Εμφύλιος για τον Εμφύλιο» ήταν ο ευρηματικός τίτλος μιας δημοσιογραφικής έρευνας (Νέα, 24-25/10/2009, σ. 34) για τη διαμάχη που συνόδεψε την παρουσίαση μιας νέας ταινίας για τον ελληνικό «Εμφύλιο Πόλεμο» (1946-49).
Ας ξεκινήσουμε όμως από τις λέξεις, για να επανέλθουμε στα πράγματα: Η έννοια «εμφύλιος/έμφυλος» (πόλεμος, στάση κ.ά.) μαρτυρείται, πράγματι, στις αρχαίες ελληνικές πηγές ήδη από την ομηρική «Οδύσσεια», αλλά σημαίνει μόνο την -ένοπλη- σύγκρουση μεταξύ ατόμων της ίδιας φυλής ή μεταξύ συγγενών. Ούτε στον Θουκυδίδη ούτε σε κανέναν άλλον ιστορικό ο «Πελοποννησιακός Πόλεμος» (431-404 π.Χ.) δεν αναφέρεται ως «εμφύλιος πόλεμος», αφού ήταν ένας πόλεμος μεταξύ διαφορετικών κρατών, Αθήνας και Σπάρτης, και όχι μια σύγκρουση μεταξύ ομάδων της ίδιας «φυλής» ή του ίδιου «έθνους».

Οι πρώτοι, ιστορικά μαρτυρημένοι, «εμφύλιοι» πόλεμοι ήταν οι συγκρούσεις μεταξύ αντιπάλων πολιτικών ομάδων στην αρχαία Ρώμη (133-30 π.Χ.). Ο σημαντικότερος απ' αυτούς ήταν η σύγκρουση μεταξύ των Αριστοκρατικών (Πομπήιος) και των Λαϊκών (Ιούλιος Καίσαρ), που βρήκε την ιστορική καταγραφή της στα «απομνημονεύματα» του δευτέρου («De bello civile», 48-44 π.Χ.). Η πιστή μετάφραση του τίτλου (civis = πολίτης, συμπολίτης) καταδεικνύει ότι ήταν πραγματικά ένας πόλεμος μεταξύ πολιτών της ίδιας χώρας (civil war / guerre civile / Burgerkrieg) και η καταγραφή του από τον Ιούλιο Καίσαρα προαναγγέλλει το νεότερο δόγμα: «την Ιστορία γράφουν οι νικητές».

Το «κλασικό» παράδειγμα εμφυλίου πολέμου στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία ήταν η «Παρισινή Κομμούνα» (18 Μαρτ. - 27 Μαΐου 1871)· η ακαριαία καταγραφή του από τον Κ. Marx («The civil war in France», α' έκδ.: Λονδίνο 1871· ελλην. μετάφρ.: «Ο εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας», Αθήνα 1924) αποδεικνύει ανατρεπτικά ότι την Ιστορία μπορούν να τη γράφουν και οι ηττημένοι. Με μιαν ιστορική αναδρομή στις προηγηθείσες αστικές επαναστάσεις (1789, 1830, 1848) ο Marx αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων του 19ου και 20ού αιώνα:

α) Η «Παρισινή Κομμούνα» ήταν μια επανάσταση των εργατών και σ' αυτήν σχηματίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία των εμφυλίων συρράξεων ένα «λαϊκό μέτωπο»: Με τους επαναστατημένους εργάτες είχαν συνασπιστεί οι ουτοπικοί σοσιαλιστές του Blanqui και πολλοί μικρομεσαίοι αστοί και διεθνιστές· από την άλλη πλευρά του μετώπου βρίσκονταν οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες και οι μοναρχικοί υπό την ηγεσία του παλαίμαχου πολιτικού αρριβίστα Θιέρσου (Thiers).

β) Η εργατική επανάσταση εγκαθιδρύει ένα νέο, ομοσπονδιακό και αυτοδιοικούμενο πολιτικό σύστημα, πυρήνας του οποίου είναι η «κοινότητα» (commune): «κομμουνισμός» = «κοινοτισμός».

γ) Ο εμφύλιος πόλεμος αρχίζει με την επίθεση των συνασπισμένων καθεστωτικών κατά της επαναστατικής κυβέρνησης· στην «Παρισινή Κομμούνα» εκδηλώνεται για πρώτη φορά ο ρόλος του «ξένου παράγοντα»: Ο Bismarck, ο νικητής του γαλλογερμανικού πολέμου (1870-71), τάσσεται στο πλευρό των καθεστωτικών, πρώην αντιπάλων και νυν ταξικών συμμάχων του.

δ) Οι μαζικές εκτελέσεις των επαναστατημένων Κομμουνάρων από τους καθεστωτικούς είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό των εμφυλίων πολέμων - ο Marx παραπέμπει στο πογκρόμ που εξαπέλυσε ο Σύλλας εναντίον των αντιπάλων του μετά τη νίκη του επί του Μαρίου (82 π.Χ.).

Είναι πολύ θετικό ότι τις απορριπτικές κριτικές των εγκυρότερων κριτικών για την ταινία του Π. Βούλγαρη ενίσχυσαν μερικές οξυδερκείς παρατηρήσεις ιστορικών και δημοσιογράφων, όπως: «Ο σκηνοθέτης κατάφερε να ενταφιάσει στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και την ιστορία της σκληρότερης πολεμικής αναμέτρησης που γνώρισε η Ελλάδα» (Ε. Βουλτσίδου: Βήμα, 25/10/2009, σ. 42).

Το σύγχρονο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο αυτής της διαμάχης είναι προφανώς ο ρεβανσιστικός αναθεωρητισμός της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου από τους μισθοφόρους της Νέας Δεξιάς Ν. Μαραντζίδη (Πανεπ. Μακεδονίας) και Στ. Καλύβα (Πανεπ. Yale). Μέσα σ' αυτό το ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο, η ταινία του Π. Βούλγαρη επιχειρεί, με το άλλοθι της μυθοπλασίας, την αφιστορίκευση της Ιστορίας και την αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. *
Γ.ΒΕΛΟΥΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 5/12/2009

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού

Του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Τι έγινε το 1989 στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Γιατί κατέρρευσαν τόσο αιφνίδια και τόσο γρήγορα, σαν χάρτινοι πύργοι, τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη; Ορισμένοι νοσταλγοί του «σοβιετικού μοντέλου» υποστηρίζουν ότι η κατάρρευση αυτή οφείλεται σε μια σειρά λαθών, που έγιναν στα τελευταία χρόνια του καθεστώτος, στην «προδοσία» του Γκορμπατσόφ και στην ολέθρια περεστρόικα.

Θεωρούν επομένως ότι ήταν ένα ατύχημα της Ιστορίας, που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Οι περισσότεροι μελετητές ανιχνεύουν αντίθετα τα αίτια της κατάρρευσης σε βαθύτερες εγγενείς και δομικές αντιφάσεις του συστήματος και ερμηνεύουν το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας οικονομικής και πολιτικής παρακμής της ΕΣΣΔ. Η μακροχρόνια συνύπαρξη ανελευθερίας και οικονομικής στασιμότητας έπληττε ευθέως το κύρος και την αξιοπιστία της επίσημης ιδεολογίας. Η προϊούσα υποβάθμιση της οικονομίας υπέσκαπτε όχι μόνον τα θεμέλια της νομιμοποίησης του συστήματος, αλλά ακόμα και την ικανότητα της εξουσίας να καταπιέζει τους αντιπάλους της και να καταπνίγει κάθε αντιπολίτευση με τη βία.

Στα βασικά χαρακτηριστικά του, το μοντέλο που κυριαρχούσε σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν, με μικρές παραλλαγές, εκείνο που είχε εδραιωθεί στη σταλινική περίοδο. Ηταν δηλαδή το σοβιετικό μοντέλο της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια του κομμουνιστικού κόμματος, της γενικευμένης καταστολής και καταπίεσης όλων των διαφωνούντων και των αντιπάλων, του δογματικού ιδεολογικού «μονοθεϊσμού», του αυταρχικού αστυνομικού και «πανεποπτικού» ελέγχου όλης της κοινωνίας. Η επίσημη ιδεολογία, στο όνομα της οικοδόμησης μιας αταξικής και αρμονικής κοινωνίας, καταπολεμούσε τον πλουραλισμό κάθε είδους. Υποστήριζε ότι η συγκεντροποίηση της εξουσίας, η δικτατορική κυριαρχία του μοναδικού κόμματος πάνω στην κοινωνία, η κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός είχαν ισχυρά πλεονεκτήματα. Μεταξύ άλλων, υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν και την πιο ορθολογική και αποτελεσματική αξιοποίηση των υλικών πόρων, επειδή καταργούσαν τα κόστη που πηγάζουν από τις συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες.

Σε μια πρώτη φάση (από τη δεκαετία του 1930 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1960), η σοβιετική οικονομία γνώρισε μια θεαματική ανάπτυξη, πληρώνοντας παράλληλα ένα πελώριο και τρομερό ανθρώπινο και κοινωνικό τίμημα. Η εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ενωσης υπήρξε η πρώτη και η πιο σημαντική περίπτωση ταχείας οικονομικής ανάπτυξης μιας μεγάλης χώρας, μέσω μιας οικονομίας βασιζόμενης στην κρατική ιδιοκτησία και στον κεντρικό σχεδιασμό. Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα λειτούργησε ως σχετικά αποτελεσματική βιομηχανική - στρατιωτική μεγαμηχανή στο πεδίο των μεγάλων αριθμών, όσο δηλαδή το ζητούμενο ήταν να πραγματοποιηθεί μια απογείωση σε μεγάλη κλίμακα. Εδωσε ταυτόχρονα ένα σκληρότατο μάθημα βιομηχανικής παιδαγωγικής σε έναν απέραντο αγροτικό πληθυσμό. Ωστόσο, η οικονομία της ΕΣΣΔ δεν υπήρξε και δεν μπορούσε να γίνει το οικονομικό μέλλον του κόσμου, όπως προφήτευαν ορισμένοι μελετητές ή όπως εύχονταν οι υποστηρικτές της και όπως φοβούνταν οι αντίπαλοί της. Μπορούσε μόνον να επεκταθεί, λειτουργώντας ατελώς και προσωρινά ως πρότυπο προς μίμηση για ορισμένες εθνικοαπελευθερωτικές και αντιαποικιοκρατικές επαναστάσεις, στις γεωργικές περιοχές του Τρίτου Κόσμου.

Σύμφωνα με το κυρίαρχο σταλινικό μοντέλο, προνομιακός τομέας της οικονομίας παρέμενε σταθερά η βαριά βιομηχανία, η ανάπτυξη της οποίας θεωρούνταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη όλων των άλλων τομέων. Τα καταναλωτικά αγαθά έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, ενώ πολύ ακριβό ήταν το τίμημα που πλήρωναν οι Σοβιετικοί για να διατηρούν μιαν ορισμένη στρατιωτική ισορροπία με τη Δύση.

Τα κυριότερα οφέλη για τις μάζες των εργαζομένων ήταν η έλλειψη ανεργίας (αν και ήταν πολύ διαδεδομένες η υποαπασχόληση κι η κακοπληρωμένη εργασία), η άνοδος της μαζικής εκπαίδευσης και η βελτίωση του υγειονομικού συστήματος.

Τα οργανικά ελαττώματα του σοβιετικού παραγωγικού συστήματος έγιναν πιο φανερά στη μακρά περίοδο οικονομικής στασιμότητας, που άρχισε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Στα χρόνια 1970-1985 φάνηκε πιο καθαρά ότι η σοβιετική οικονομία έχανε οριστικά τη μάχη του οικονομικού ανταγωνισμού με τη Δύση. Στο διάστημα αυτό, και παρά τις διάφορες «μεταρρυθμιστικές» απόπειρες, το σοβιετικό οικονομικό σύστημα απέτυχε κραυγαλέα κάθε φορά που προσπάθησε να υπερβεί την αρχική φάση της επεκτατικής εκβιομηχάνισης, για να οδηγηθεί προς μιαν οικονομία που θα εξασφάλιζε τα επίπεδα κατανάλωσης και την υλική ευημερία που υποσχόταν το ίδιο το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Επομένως, δεν ήταν πλέον δυνατό να διατηρηθεί ζωντανή η πίστη στην ανωτερότητα και στις ελπιδοφόρες προοπτικές του σοβιετικού κομμουνισμού. Εμοιαζε να διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα οι βασικές επαγγελίες της επίσημης κομμουνιστικής ιδεολογίας για μιαν οικονομία που θα ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες και για μια κοινωνία δίκαιη και εξισωτική. Η αξιοπιστία της ιδεολογίας άρχισε να εξανεμίζεται, όταν στην ανελευθερία και στην οικονομική παρακμή προστέθηκαν η εκτεταμένη διαφθορά και η ηθικο-πολιτική χρεοκοπία του καθεστώτος, που ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού σε όλη την μπρεζνιεφική περίοδο.

Στην ίδια περίοδο που το σοβιετικό μπλοκ έμενε στάσιμο, η δυτική οικονομία έμπαινε σε μια φάση ορμητικής αλλαγής και τεχνολογικής ανανέωσης, της οποίας στρατηγικός πυρήνας ήταν η πληροφορική και η αυτοματοποίηση. Το σοβιετικό σύστημα, επιβαρημένο από την ακαμψία του κεντρικού σχεδιασμού, από την παραλυτική εξουσία μιας γραφειοκρατίας από τη φύση της εχθρικής προς την αλλαγή και από την παθητική αντίσταση των εργαζομένων στις αναδιαρθρώσεις, δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τεχνολογικής ανανέωσης και της ποιότητας της παραγωγής. Δεν διέθετε την αναγκαία ευελιξία, ελαστικότητα και αποδοτικότητα που θα το καθιστούσαν αξιόμαχο στον διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό. Το συγκεντρωτικό και αυταρχικό σύστημα -αυτό που στο παρελθόν κατόρθωνε να προωθεί νέους τεχνολογικούς προσανατολισμούς από τα πάνω- στεκόταν τώρα εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών από τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις. Το πνεύμα της πρωτοβουλίας δεν έβρισκε κίνητρα και θεσμικά στηρίγματα και η ανάληψη ρίσκου αποθαρρυνόταν. Η Σοβιετική Ενωση δεν κατόρθωνε να μειώσει την τεχνολογική απόσταση που χώριζε τη βιομηχανία της από τη βιομηχανία των κυριότερων δυτικών χωρών.

Και ενώ η χώρα έβλεπε τα ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης να μένουν σταθερά χαμηλά, η μπρεζνιεφική ηγεσία πήρε τη μοιραία απόφαση να πλειοδοτήσει στην εξωτερική πολιτική, προσπαθώντας μάταια να αναζωογονήσει μιαν αυτοκρατορική στρατηγική. Ξεκίνησε έτσι μια μεγάλη προσπάθεια για να διεκδικήσει τη στρατιωτική υπεροχή στον εξοπλιστικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, υποβάλλοντας σε πρόσθετη πίεση την ήδη εξασθενημένη σοβιετική οικονομία. Ο στρατιωτικός τομέας σπαταλούσε πελώριους πόρους, αλλά, καθώς υπάκουε στη λογική της αδιαφάνειας και της μυστικότητας, δεν μεταβίβαζε τα επιστημονικά και τεχνολογικά του επιτεύγματα στο υπόλοιπο παραγωγικό σύστημα, το οποίο αποδυναμωνόταν όλο και περισσότερο εξαιτίας αυτής της ανισορροπίας.

Από την άλλη μεριά, βαρύτατο ήταν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος που συνεπαγόταν η έλλειψη δημοκρατίας. Η πεποίθηση που είχαν πάντοτε οι κομμουνιστές που βρίσκονταν στην εξουσία ,ότι ο κοινωνικός, οικονομικός και πολιτικός και πολιτισμικός πλουραλισμός ήταν ένα κακό που έπρεπε να καταπολεμηθεί και να ξεριζωθεί οριστικά, αποκαλύφθηκε καταστροφική. Αυτός ο πλουραλισμός τροφοδοτούσε τον δυναμισμό των δυτικών κοινωνιών και οικονομιών. Ενώ αντίθετα ο συγκεντρωτικός - γραφειοκρατικός κολεκτιβισμός και ο αυταρχικός πολιτικός και αστυνομικός έλεγχος μιας αδρανούς και πολιτισμικά στάσιμης κοινωνίας αποτελούσαν σοβαρές αιτίες της δομικής κρίσης του σοβιετικού συστήματος.

Οταν ανέλαβε την εξουσία, το 1985, ο Γκορμπατσόφ είχε επίγνωση της σοβαρότητας αυτής της κρίσης. Η μπρεζνιεφική περίοδος είχε αφήσει μια βαριά αρνητική κληρονομιά: οικονομική στασιμότητα, ιδεολογική απολίθωση, διάχυτη διαφθορά. Το αρχικό πρόγραμμα του Γκορμπατσόφ σκόπευε να δώσει μιαν ισχυρή ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα. Καθώς όμως δεν κατόρθωνε να πετύχει μια γρήγορη αντιστροφή των τάσεων στην οικονομία, ο Γκορμπατσόφ προσπάθησε να ανταποκριθεί στο αίτημα για δημοκρατία, που ωρίμαζε στην κοινωνία, ή τουλάχιστον για μια χαλάρωση του ασφυκτικού ελέγχου της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Ετσι, από τα μέσα του 1988, προσέθεσε στην περεστρόικα και στην γκλάσνοστ ένα τρίτο στοιχείο: τον εκδημοκρατισμό. Αλλά οι προσπάθειές του να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα «ανανέωσης του σοσιαλισμού» κατέδειξαν τελικά ότι το σοβιετικό σύστημα, εξαιτίας της απόλυτης ακαμψίας του και της έλλειψης μιας δραστήριας κοινωνίας πολιτών, δεν διέθετε τους αναγκαίους ηθικούς και πολιτικούς πόρους για να αυτομεταρρυθμιστεί. Οι μεταρρυθμίσεις έτειναν αντίθετα να το καταστρέφουν, στον βαθμό που πυροδοτούσαν άλυτες και ακυβέρνητες αντιφάσεις στο εσωτερικό του.

Το σχέδιο του Γκορμπατσόφ να προχωρήσει σε μιαν αναδιάρθρωση του σοβιετικού συστήματος κατέληξε έτσι σε μιαν ολική αποτυχία. Η περεστρόικα εγκαινίασε ανεξέλεγκτες και καταστροφικές διαδικασίες, οι οποίες δεν οδήγησαν στην ανανέωση του κομμουνισμού αλλά στην κατάρρευσή του. Οι μεταρρυθμίσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο εκείνων που τις σχεδίασαν, προκαλώντας την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, πυροδοτώντας πολιτικές συγκρούσεις και ενεργοποιώντας τις αποσχιστικές τάσεις πολλών εθνοτήτων που ένιωθαν ότι καταπιέζονται. Η εμφάνιση αυτών των αποσταθεροποιητικών ταραχών σε μια κοινωνία, η οποία μέχρι τότε ελεγχόταν αυστηρά και ολοκληρωτικά από τα πάνω, επιβεβαίωνε για άλλη μια φορά τις αναλύσεις του Τοκβίλ στο σπουδαίο έργο του «Το παλαιό καθεστώς και η επανάσταση» (εκδόσεις «Πόλις», 2006). Σύμφωνα με τον Τοκβίλ, η απόπειρα να μεταρρυθμιστεί ένα ανελεύθερο και εξαιρετικά άκαμπτο καθεστώς είναι πιθανότερο να καταλήξει, όχι στη βελτίωσή του, αλλά στην πτώση του.

Και είναι μια τρομερή ειρωνεία της ιστορίας το ότι έτυχε στο κομμουνιστικό σύστημα να γνωρίσει εκείνη τη «γενική κρίση» και την κατάρρευση, που ο παγκόσμιος κομμουνισμός είχε πιστέψει και προφητέψει ότι θα πραγματοποιούνταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Ο σοβιετικός κομμουνισμός, ο οποίος φιλοδοξούσε να είναι «επιστημονικός», ικανός δηλαδή όσο καμιά άλλη πολιτική δύναμη να «σχεδιάζει» το παρόν και το μέλλον, έχασε πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του, της ίδιας της εξουσίας του, και οδηγήθηκε σε μια καταστροφική κρίση.

Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ προκάλεσε μιαν αλυσιδωτή αντίδραση μαζικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων ενάντια στον κομμουνισμό, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση όλων των καθεστώτων που εγκαθιδρύθηκαν μετά το 1945. Ετσι τα καθεστώτα, που γεννήθηκαν με τη φιλοδοξία να αποτελέσουν αυθεντική έκφραση του λαού, αποκαλύφθηκαν σε τέτοιο σημείο αντιλαϊκά, ώστε να καταρρεύσουν υπό την πίεση μιας γιγάντιας λαϊκής αντίθεσης. Και κατά την πτώση τους, δεν υπήρξε σχεδόν κανείς που να θέλει να παλέψει για να τα διατηρήσει -πράγμα που καθρεφτίζει εύγλωττα την ηθική και πολιτική χρεοκοπία τους και φωτίζει τον συνδυασμό ιδεολογικού ψεύδους και πολιτικής καταπίεσης, πάνω στον οποίο βασιζόταν για πολλά χρόνια ο «σοσιαλισμός» τους.

Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν μια τέτοιας ιστορικής σημασίας πολιτική και κοινωνική αλλαγή -όπως η κατάρρευση της σοβιετικής «αυτοκρατορίας»- δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Στην πραγματικότητα βέβαια, η ειρηνική κατάρρευση του ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού δεν οφειλόταν μόνον στην κινητοποίηση των λαών, αλλά πρέπει να αποδοθεί κυρίως στη θεμελιώδη αλλαγή προσανατολισμού της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής υπό τον Γκορμπατσόφ. Η λαϊκή αντίθεση στα διάφορα κομμουνιστικά καθεστώτα είχε εκδηλωθεί έντονα και στο παρελθόν, όπως δείχνουν οι ταραχές στην Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία το 1953, οι εξεγέρσεις στην Πολωνία και την Ουγγαρία το 1956, η ευρεία συναίνεση στην «Ανοιξη της Πράγας» το 1968 και η άνοδος της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία στα 1980-81. Αυτό που άλλαξε το 1989, σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις στην Ανατολική Ευρώπη, δεν ήταν τόσο το εύρος της λαϊκής αντίθεσης στα καθεστώτα που υποστήριζε η ΕΣΣΔ όσο η συνολική κατεύθυνση της σοβιετικής πολιτικής. Αν στο παρελθόν η Σοβιετική Ενωση είχε κάνει το παν για να καταπνίξει κάθε μορφή πολιτικού φιλελευθερισμού ή εκδημοκρατισμού στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, στα τέλη του 1989 δεν απέμεναν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η Ανατολική Ευρώπη μπορούσε ανεμπόδιστα να προχωρήσει σε σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς τον φόβο μιας σοβιετικής στρατιωτικής επέμβασης. Και μολονότι ο Γκορμπατσόφ δεν είχε την πρόθεση να διαλύσει το σοβιετικό μπλοκ και δεν είχε προβλέψει ότι οι αλλαγές, που ο ίδιος είχε εγκαινιάσει, θα οδηγούσαν στο γρήγορο τέλος του κομμουνισμού, αυτός ακολούθησε με συνέπεια την πολιτική του, της αποφυγής χρήσης βίας.

«Ευγνωμοσύνη στον Γκορμπατσόφ»

«Πριν από 20 χρόνια έπεσε ειρηνικά το Τείχος του Βερολίνου. Για εμένα κάθε επέτειος είναι εντελώς ιδιαίτερη ημέρα ανασκόπησης και χαράς. Σήμερα, όμως, βιώνουμε την εξασθένηση της συνείδησης για τη σημασία εκείνου του απαξιωτικού για το Βερολίνο κτίσματος. Το Τείχος δεν διχοτομούσε μόνον μια μεγαλούπολη χωρίζοντας οικογένειες -το Τείχος ήταν και σύμβολο για τη διχοτόμηση της Γερμανίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης σε ελεύθερο και ανελεύθερο κόσμο.

Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι εάν το 1989 δεν έπεφτε το Τείχος, δεν θα είχε συντελεστεί η επανένωση της Γερμανίας και πως οι εξελίξεις σε όλο τον κόσμο θα είχαν πάρει εντελώς διαφορετική τροπή. Μεγάλο μέρος της πολιτικής αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης οφείλεται στην υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του Μιτεράν, ενώ απεριόριστη ευγνωμοσύνη αξίζει στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, που χάραξε τον δρόμο της γκλάσνοστ και της περεστρόικα -αλλά και που επέλεξε την ειρήνη και δεν κινητοποίησε εκείνον τον Νοέμβριο τα ρωσικά τεθωρακισμένα».

Χέλμουτ Κολ, καγκελάριος της Δυτ. Γερμανίας 1982-1988

(από τον πρόλογο του βιβλίου του «Die Mauer» - «Το Τείχος»)

«Ως πολιτικός μπορεί να έχασα...»

«Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες (από την πτώση) αλλά δεν ήταν απροσδόκητη. Μεγάλες αλλαγές ήταν σε εξέλιξη στη Σοβιετική Ενωση και στην ανατολική Ευρώπη. Από την εποχή του πολέμου, ένα μεγάλο πρόβλημα είχε παραμείνει άλυτο: αυτό μιας διαιρεμένης Ευρώπης, που αφορούσε κυρίως τους Γερμανούς (...). Θα μπορούσε η πτώση του Τείχους να μην είχε οδηγήσει σε κατάρρευση του κομμουνισμού; Ναι, πιθανώς. Αν ο πρόεδρος Ερικ Χόνεκερ είχε αρχίσει τις μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της χώρας δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα. Ο κόσμος το ήθελε. Σε όλες τις άλλες χώρες η αλλαγή προχωρούσε. Η ΕΣΣΔ, προπύργιο του σοσιαλισμού, άλλαζε. Ο Χόνεκερ δεν έκανε τίποτα (...). Η ΕΣΣΔ άλλαζε με μια νέα γενιά ηγετών. Δίχως τις αλλαγές αυτές, ο Ρίγκαν θα μπορούσε να χορέψει όποιον χορό ήθελε στο Βερολίνο. Το Τείχος θα ήταν ακόμα εκεί (...). Είναι οι εσωτερικές συγκρούσεις για το μέλλον της ΕΣΣΔ που βρίσκονται στη ρίζα της κατάρρευσής της. Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευα ότι η ένωση των δημοκρατιών μας μπορούσε να επιβιώσει. Εγιναν λάθη. Η δημοκρατία της Ρωσίας κυβερνιόταν από ανθρώπους που ενεργούσαν κατά της περεστρόικα... ήταν σαν τα ζώα, διψασμένοι για εξουσία και κατέστρεψαν τη χώρα, την ένωση, την οικονομία και το ίδιο το μέλλον τους (...). Ως πολιτικός μπορεί να έχασα, όμως οι πολιτικές που υπερασπίστηκα βοήθησαν να γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώς το 1991. Η περεστρόικα έφτασε σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Εχασα, αλλά η περεστρόικα κέρδισε».

Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τότε, γενικός γραμματέας Κ.Ε. Κομμουνιστικού Κόμματος ΕΣΣΔ (Le Temps / Ελβετία)

«Ηταν για μένα μεγάλη έκπληξη»

«Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ πού ήμουν (όταν άρχισε να διαλύεται το Τείχος). Ημουν πιθανώς στο γραφείο μου και το πληροφορήθηκα πριν γίνει επισήμως γνωστό. Παραδέχομαι ότι για μένα ήταν μεγάλη έκπληξη. Ημουν στο Βερολίνο στις 6 και 7 Οκτωβρίου. Και ο Γκορμπατσόφ ήταν εκεί για μια μεγάλη εκδήλωση που είχε οργανώσει ο Χόνεκερ, με αφορμή την 40ή επέτειο από τη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο κόσμος περνούσε μπροστά από τη σκηνή και φώναζε: "Γκόρμπι, Γκόρμπι, βοήθησέ μας". Πήγα στον Γκορμπατσόφ και του είπα. "Τελείωσε. Ηρθε το τέλος". Παραδέχτηκε ότι αυτό ήταν το τέλος. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η πτώση του Τείχους ήταν απλώς μια τυπική υπόθεση (...) Με υπερηφάνεια λέω ότι ήμουν μέρος της διαδικασίας. Παράδοξο, πράγματι. Εγώ, ο αυτουργός ενός στρατιωτικού νόμου αλλά και συναυτουργός των αλλαγών που έγιναν τη δεκαετία του '80, που είχαν σημαντικές διαστάσεις, όχι μόνο για την Πολωνία (...) Μπορεί να φαίνεται ακατανόητο ότι εγώ, άνθρωπος του παλιού καθεστώτος, μπορώ σήμερα να λέω ότι οι αλλαγές ήταν απολύτως αναγκαίες για την Πολωνία και όλη την Ευρώπη (...) Ο κομμουνισμός, η βίβλος του κομμουνισμού δημιουργήθηκε όχι κατά μήκος του Βόλγα, αλλά κατά μήκος του Ρήνου. Και ήταν γεμάτη ελκυστικές και ευγενείς ιδέες, εν μέρει ουτοπικές, αν και πιστεύω ότι παραμένουν σε ισχύ από φιλοσοφική και ηθική άποψη. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο σταλινισμός αμαύρωσε την ιδεολογία του κομμουνισμού».

Στρατηγός Βόιτσεκ Γιαρουζέλσκι, τότε πρωθυπουργός Πολωνίας (Euronews)

«Δεν μελετήσαμε τη διεύρυνση»

«Το γεγονός μάς συντάραξε και περιμέναμε να δούμε εάν επρόκειτο να εξελιχθεί ειρηνικά. Δεν ξέραμε πώς θα αντιδρούσε η αστυνομία ή την αντίδραση της κομμουνιστικής ηγεσίας. Παρακολουθούσαμε προσεκτικά ό,τι συνέβαινε. Αυτό που είχε σημασία όμως, ήταν ό,τι ακολούθησε τις επόμενες εβδομάδες. Ο καγκελάριος Κολ και ο Γκορμπατσόφ, αλλά και ο πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος, ενέτειναν την επικοινωνία τους, ώστε να προλάβουμε επεισόδια που θα μπορούσαν να κοστίσουν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Περιμέναμε να δούμε τι θα συμβεί. Επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων συναντήθηκαν στα Ηλύσια Πεδία, καθώς η Ε.Ε. ήταν υπό γαλλική προεδρία. Αρχίσαμε να εξηγούμε ότι δεν υπήρχε κάτι που να προκαλεί ανησυχία, αν και πολλοί ενίσταντο στη γερμανική ενοποίηση. Δουλέψαμε πολύ σκληρά προς αυτή την κατεύθυνση. Τον Απρίλιο του 1990 το σύνολο της ευρωπαϊκής κοινότητας αναγνώρισε την πρόθεση της Γερμανίας για ενοποίηση (...) Μου έδωσε μεγάλη χαρά ότι ανοίξαμε την αγκαλιά μας στις χώρες που αναδύονταν από τον ολοκληρωτισμό (...) ζήτησα, ωστόσο, από την κοινότητά μας, το σπίτι που μοιραζόμαστε, να προετοιμαστεί για να εντάξει ακόμα δέκα χώρες. Αλλά απέτυχα. Ηταν στη σύνοδο της Λισαβόνας, το 1992. Λυπάμαι που δεν βάλαμε το σπίτι μας σε τάξη και δεν μελετήσαμε πώς θα είναι η Ευρώπη των 25 ή των 27 πριν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για τη διεύρυνση».

Ζακ Ντελόρ, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Euronews)

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Έλλη Παπά (σύζυγος Μπελογιάννη): «το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».


«Μακάρι να είχαν εκτελέσει και μένα μαζί με τον Νίκο». Η Ελλη Παππά μιλάει για τον Μπελογιάννη, τα βιβλία που έστελνε από τη φυλακή στον γιό τους, την παρακμή του κομμουνισμού αλλά και τη σημερινή κατάσταση.
Της ΟΛΓΑΣ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ
Λευκά λαμπερά μαλλιά, μάτια σαν μικροί κρατήρες φωτός, κυρίαρχα σε ένα πρόσωπο γαλήνης -αυτή είναι η πρώτη εικόνα που μου δίνει η Ελλη Παππά, πηγαίνοντας να τη συναντήσω στο σπίτι της, στου Ζωγράφου, για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Με υποδέχεται ντυμένη απλά και κομψά - μια χρυσή καρφίτσα στη βάση του λαιμού είναι το μοναδικό της στολίδι, «σημείο», σκέφτομαι, μιας χαμένης στις μέρες μας αρχοντιάς.

Σχεδόν μεσημέρι, ο ήλιος πέφτει απ' τις τζαμόπορτες στο διαμέρισμα, 5ος όροφος, ανοιχτός, όλο ταράτσες πολυκατοικιών, ο ορίζοντας. Μέσα, βιβλία, πολλά βιβλία, δυο κυκλάμινα σε γλάστρες μπροστά στο σβηστό τζάκι, το σκυλί της, η Βιόλα, να στριφογυρίζει, φωτογραφίες και πίνακες -ανάμεσά τους, το γνωστό σκίτσο του Μπελογιάννη από τον Πικάσο και το χειρόγραφό του που το συνόδευσε, σε άλλο κάδρο- ακίνητα.

Εχουν μόλις κυκλοφορήσει σε ανατύπωση, μέσα σε χάρτινη κασετίνα, τα δέκα βιβλία μινιατούρες, παραμύθια που έγραψε ή διασκεύασε, ζωγράφισε και βιβλιοδέτησε η ίδια, και τα 'στελνε στον μικρό γιο της -καρπό τής σχέσης της με τον Νίκο Μπελογιάννη- όταν ήταν στη φυλακή και κείνος μεγάλωνε στα χέρια της αδελφής της Διδώς Σωτηρίου. Την κοιτάζω, κάπου μισόν αιώνα από τότε, το μικρό σώμα μέσα στη μεγάλη πολυθρόνα -ποιος ξένος μπορεί να μετρήσει το βάρος εκείνου του συμβόλου, εκείνου του μύθου πάνω της.

- Ησασταν στην ίδια φυλακή, της Καλλιθέας, όταν τον εκτέλεσαν. Πώς να σας ρωτήσω τι αισθανόσασταν μέσα στην καρδιά αυτής της τραγωδίας;

«Δεν μπορείς να απαντήσεις, όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να τα πεις αυτά και πώς να τα νιώσουν οι άλλοι; Να είσαι εκεί και να τον πάρουν απ' τα χέρια σου. Στη φυλακή, τον αποχαιρέτησα... Εμένα μου έδωσαν χάρη, δηλαδή ισόβια, ως μητέρα που ήμουν, και δεν με εκτέλεσαν. Γιατί κι εγώ είχα καταδικαστεί σε θάνατο».

- Πώς είναι να περιμένεις από ώρα σε ώρα έναν τέτοιο θάνατο;

«Οταν είσαι εκεί, το ξέρεις, το έχεις αποδεχτεί, ότι κάποια στιγμή μπορεί να συμβεί αυτό, να χτυπήσει η πόρτα και να σε πάρουν -πολλές γυναίκες σκοτώθηκαν έτσι. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο· αν κάνεις, θα προδώσεις... Το τραγικό για μένα είναι ότι δεν πήγα μαζί με τον Νίκο. Διότι αυτό ήθελα. Να πεθάνω, να φύγω μαζί του».

- Παρ' ότι είχατε το παιδί;

Η Ελλη Παππά με τον Νίκο Μπελογιάννη, τελευταία ημέρα της δίκης τους
«Ναι. Το παιδί θα ζούσε, ίσως και καλύτερα χωρίς εμένα, και όταν μεγάλωνε, θα καταλάβαινε... Οι γυναίκες στη φυλακή το αγαπούσαν απ' την αρχή -όταν με σήκωσαν απ' του Αβέρωφ και με πήγαν στο μπουντρούμι της Καλλιθέας για εκτέλεση, αυτές το έκρυψαν για μέρες όπου μπορούσαν: από θάλαμο σε θάλαμο, κάτω από τα ράντζα των κρατουμένων, αρρώστησε σοβαρά από το πήγαιν'-έλα, 6 μηνών παιδάκι ήταν, και το γιάτρεψαν. Γιατί αυτοί, οι ασφαλίτες, με το πρόσχημα ότι θα το φέρουν σε μένα, ζητούσουν να το πάρουν...»

- Για ποιον λόγο;

«Για άγνωστους λόγους. Τέλος πάντων, σώθηκε τότε κι όταν επέστρεψα στις φυλακές Αβέρωφ, το ξαναβρήκα. Μείναμε μαζί ώσπου έγινε 3 χρόνων -αυτό ήταν το όριο παραμονής παιδιών σε φυλακές- και πέρασε καλά, γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν εκεί μέσα, και οι συγγενείς απ' έξω ερχόντουσαν να τον δουν... Ο χωρισμός ήταν πολύ σκληρός και για τους δυο μας· εμένα με έκανε κομμάτια. Ηταν φρίκη να βλέπεις το παιδί σου μία φορά τον μήνα, για πολλά χρόνια. Ετσι έφτιαξα αυτά τα βιβλιαράκια και μετά μια άλλη σειρά, με έργα του Αριστοφάνη... Ωσπου αποφυλακίστηκα το '63, με το που βγήκε ο Παπανδρέου. Και ο Νίκος, τελειώνοντας το Δημοτικό, έμπαινε στην εφηβεία...»

- Και από τότε κύλησε η ζωή;

«Ναι, αλλά δεν κύλησε έτσι δα. Γιατί είχαμε και τη χούντα το '67, και πάλι χωρίσαμε με τον Νίκο... Πήγα εξορία. Στα Γιούρα. Οπου αρρώστησα πολύ άσχημα και τότε οι Σοβιετικοί κατάφεραν να με πάρουν από κει, να με φέρουν στην Αθήνα και τελικά να με ελευθερώσουν, χωρίς η ίδια να γνωρίζω τίποτα. Με σκοπό να με πάρουν μαζί τους στη Σοβετική Ενωση, για να ενισχύσουν τον αντιδικτατορικό αγώνα, στην ουσία για να με αξιοποιήσουν υπέρ του καθεστώτος, προβάλλοντας την εικόνα του κομμουνιστή που μένει πιστός στις ιδέες του. Είχαν κάνει μεγάλη προετοιμασία, άρχισαν να στρώνουν το κόκκινο χαλί για να με δεχτούν, αλλά δεν πήγα. Αρνήθηκα.

- Γιατί;

«Γιατί είχε γίνει εν τω μεταξύ η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, προς την οποία ήμουν αντίθετη. Ομως, ήταν πολύ βαρύ για κείνους αυτό που τους έκανα. Και από τότε οι σχέσεις μας διαρρήχθηκαν. Δηλαδή με αγνόησαν, και δικαίως. Πήγε στη θέση μου ο Ρίτσος για τον ίδιο σκοπό... Εγώ έμεινα εδώ, προσπάθησα να σταθώ στα ποδια μου, ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, που ήμασταν μαζί στον 'Ριζοσπάστη', μου έδωσε δουλειά στη 'Γυναίκα'. Χωρίς να υπογράφω απ' την αρχή, γιατί ήταν χούντα ακόμα· μου έλεγε για τις πιέσεις που δεχόταν, θα είχε πρόβλημα».

- Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού σας έκανε να σκεφτείτε ποτέ αν όλο αυτό που έγινε, ο αγώνας και οι θυσίες τόσων ανθρώπων, άξιζε τον κόπο;

«Αξιζε τον κόπο, αλλά καταρρακώθηκε από κάθε άποψη. Οταν το 1989 κατέρρευσε το σύμπαν, αποδείχτηκε ότι ήταν όλο εις μάτην. Οτι όλο αυτό που λεγόταν Σοβιετική Ενωση γεννήθηκε για να πεθάνει».

Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»
- Ηταν αναμενόμενο για σας;

«Εγώ και όσοι ήξερα δεν το είχαμε μετρήσει έτσι. Παρ' ότι από την εποχή που ήμουν στη φυλακή, προ χούντας, έφταναν ώς εμάς από την Σοβιετική Ενωση κάποιες πληροφορίες, σαν βαρίδια. Οπως π.χ. η συνωμοσία κάποιων μεγαλογιατρών να φάνε διάφορα κομματικά στελέχη, που τους έστειλαν στη Σιβηρία. Ηταν φοβερό· γιατί να γίνονται τέτοια πράγματα εκεί, αναρωτιόμουν, είχα ταραχτεί τόσο, που φώναζα στον ύπνο μου 'Σοβιετική Ενωση'! Τόσο δεμένη ήμουν μ' αυτό το κίνημα, τόσο φοβόμουν, είχα το προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί».

-Επαληθεύτηκε το προαίσθημά σας...

«Ναι, από τότε όλα τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν ανάποδα. Ωσπου ήρθε ο Γκορμπατσόφ, που τον είδαμε σαν κάτι καινούργιο, ότι θα μπορούσε να σώσει τον σοσιαλισμό. Αλλά μας την έδωσε την κατραπακιά, αντί σωτηρίας είδαμε την οριστική κατάπτωσή του. Γιατί το σύστημα κατέρρεε και ο Γκορμπατσόφ δεν μπορούσε ούτε καν να διαχειριστεί αυτή την κατάρρευση».

- Τι το οδήγησε στην κατάρρευση αυτή;

«Ηταν σάπιο απ' την αρχή αυτό που έστησαν και άκρως αντίθετο προς τις ιδέες που ευαγγελιζόταν, οι οποίες βέβαια δεν έφταιγαν».

- Από την εποχή του Λένιν ξεκινάτε;

«Να μην πούμε από τον Λένιν, αλλά από τον Στάλιν και πέρα άρχισε να σαπίζει, βλέπαμε αυτή την πτώση. Ωσπου ήρθε, και ήταν τραγικό -η Σοβιετική Ενωση εξαφανίστηκε, οι χώρες που τη συνιστούσαν είναι ξέφτια πια... Από την ώρα που ένας Γιέλτσιν πήρε την εξουσία στη Ρωσία, φάνηκε ότι το πράγμα δεν είχε πλέον ελπίδα. Διότι ήταν σάπιος και αυτός, εξέφρασε όλη την παρακμή. Και είδατε πού καταλήξαμε: στον Πούτιν».

- Το λέτε απαξιωτικά... Τι εκφράζει ο Πούτιν για σας;

- Τις μεγάλες μαφίες του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ο,τι εκφράζουν και αυτοί που έχουν φύγει από τη Ρωσία, ο Αμπράμοβιτς, ο Χοντορκόφσκι κ.λπ. Αλλωστε, αυτές οι μαφίες, όλοι αυτοί, ξεπήδησαν μέσα από την Κα Γκε Μπε, ουσιαστικά. Και ο Πούτιν ανάμεσά τους. Και βλέπουμε σήμερα τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης να τις υφίσταται όλος ο κόσμος. Και θα τις υφίσταται».

- Ποιες είναι συγκεκριμένα αυτές οι συνέπειες;

«Οτι έχει τώρα τον Μπους και τους υπόλοιπους, που έχουν πέσει πάνω στη γη να τη φάνε. Και κυνηγάνε τα πάντα, με πολέμους, με καταπάτηση των ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, προκειμένου να το πετύχουν. Με μοναδικό στόχο το χρήμα. Αυτό, το χρήμα, κυριεύει τον κόσμο τώρα, αυτό διαφεντεύει τα πάντα. Αυτό είναι η εξουσία, όλες οι εξουσίες, το μόνο πράγμα που έχει αξία· τίποτε άλλο».

- Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ Πούτιν και Μπους;

«Τι διαφορές; Απλώς, ο Μπους είναι ο χειρότερος εκφραστής αυτού του γεγονότος, αυτού του εξαμβλώματος που έχει καταντήσει ο κόσμος... Είναι φοβερό, μια επανάσταση, όπου είχαν επικεντρωθεί οι ελπίδες όλων, να μεταλλαχθεί στο αντίθετό της. Και επιπλέον, να βιώνουμε όλη αυτή την ξεδιαντροπιά, αυτό το έγκλημα της απώλειας των καλύτερων από τα υλικά με τα οποία μπορεί να είναι φτιαγμένος ένας άνθρωπος».

- Επομένως, μπορεί να πει κανείς ότι τελικά οι ωραίες ιδέες δεν είναι δυνατόν να βρουν εφαρμοργή στην κοινωνία των ανθρώπων;

«Μπορεί να το πει».

- Αρα, ρίχνουμε αυλαία;

«Οχι οριστική. Οι ιδέες για τις οποιες μιλούμε, τώρα δεν βρίσκουν εφαρμογή. Ξανασυζητιούνται μετά από έναν αιώνα».

- Να έρθουμε λίγο και στα δικά μας, και να σας ρωτήσω πώς θα φτιάχνατε το πορτρέτο του σύγχρονου Ελληνα.

«Είμαι λίγο απ' έξω, όμως έτσι ίσως να βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά. Νομίζω, λοιπόν, ότι στον τόπο μας οι άνθρωποι ζουν πια χωρίς να ξέρουν πού πάνε. Ποιο είναι το δικό τους συμφέρον, ποιος είναι ο εχθρός τους, ποιος είναι ο σύντροφός τους, ποιος είναι ο φονιάς τους. Το μόνο που τους ενδιαφέρει -και σ' αυτό συμβάλλει και η παιδεία, που είναι ανύπαρκτη- είναι να ζήσουν σήμερα, τώρα».

- Να ζήσουν, με ποιον τρόπο;

«Με ό,τι τους πλασάρουν τα περιοδικά λάιφ στάιλ και η τηλεόραση λάιφ στάιλ. Που είναι ό,τι έρχεται απ' έξω, αλλά στο πιο κιτς».

- Υπάρχει κάτι όπου μπορούμε να προσβλέπουμε;

- Εγώ το μόνο, όπου προσβλέπω, όπου μπορώ να δω μια ελπίδα -τολμώ να το πω- είναι η νέα γενιά. 'Βιάζεσαι', μου λένε μερικοί, αλλά το πιστεύω, ακούγοντας τα ίδια τα νέα παιδιά που έρχονται εδώ, χωρίς να τα ξέρω, για να μιλήσουν μαζί μου. Και διαπιστώνω ότι αρνούνται αυτόν τον κόσμο, δεν τον θέλουν. Αυτό είναι το μόνο που με γαληνεύει στην Ελλάδα σήμερα».

- Και η ελληνική Αριστερά; Πώς την επηρέασε αυτή η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού;

«Ακόμα και η Ανανεωτική Αριστερά βρέθηκε να έχει χάσει πολλά από τα πρότυπά της. Γιατί δεν είχε ποτέ, μεταπολιτευτικά, το θάρρος να ξεκόψει απ' όλα αυτά και να εμφανίσει δικό της πρότυπο. Οσο για το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».

- Για να καταλήξει πού η Αριστερά σήμερα;

«Για την ώρα, δεν μοιάζει να καταλήγει πουθενά».

-Μερικοί υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καν.

«Εχει μια βάση αυτό. Είμαστε σε μια φάση επαναπροσδιορισμού των όρων Αριστερά, αριστερός».

- Την πολιτική μας σκηνή, πώς τη βλέπετε συνολικά;

«Σαν να είμαι στη θάλασσα και έχει τσούχτρες. Αυτό το γλοιώδες πράγμα που σε τσιμπάει ξαφνικά και δεν ξέρεις από πού σου 'ρχεται».

- Τι θα λέγατε για τις δύο... κορυφαίες τσούχτρες του δικομματικού παιχνιδιού;

«Είναι πολύ λίγοι και οι δύο για τις σημερινές ανάγκες του τόπου. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω για πρόσωπα. Θα σας πω μόνο ότι βλέπω μια διολίσθηση προς το αντικοινωνικό κράτος τύπου Θάτσερ, όπου ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως όχληση προς τα μεγάλα συμφέροντα. Και η νομοθεσία μεριμνά μόνο γι' αυτά».

- Για σας, θεωρούν ότι η σύνδεσή σας με τον Μπελογιάννη κυρίως, πέρα από την δική σας μετέπειτα διαδρομή, σας προσδίδει το στοιχείο ενός «μύθου» στον χώρο της Αριστεράς. Εχετε αυτή την αίσθηση;

«Ποτέ δεν είχα τέτοια αίσθηση. Και όταν μου αποδίδουν άλλοι αυτόν το χαρακτηρισμό, δεν ξέρω τι να τον κάνω».

- Λοιπόν, ποια θα λέγατε ότι είστε;

«Δεν έχω καθήσει να το σκεφτώ ποτέ. Δεν είχα φανταστεί ότι θα είχα ν' αντιμετωπίσω, κάποια στιγμή, τέτοια ερώτηση. Φοβάμαι και που την ακούω».

- Ισως, κοιτάζοντας πίσω στη ζωή σας, πρόσωπο μιας τραγωδίας;

«Δεν μπορώ να απαντήσω σ' αυτό. Το μόνο που ξέρω για τον εαυτό μου είναι ότι είμαι μαχήτρια. Οπου και αν γυρίσω πίσω στη ζωή μου, δεν βλέπω παρά τον άνθρωπο που μάχεται».

- Τι ήταν ο Μπελογιάννης στη ζωή σας;

«Το άπαν».

- Αναρωτιέμαι αν, πενήντα τόσα χρόνια μετά, τον σκέφτεστε στην καθημερινότητά σας...

«Είναι πάντα κοντά μου. Τον αισθάνομαι. Τον ρωτάω για ό,τι κάνω. Και εκείνος βρίσκει τον τρόπο να μου απαντήσει».

- Και αν μετράτε την οδύνη που σάς άφησε με ό,τι ωραίο σάς έδωσε αυτός ο έρωτας.

«Η οδύνη δεν μετράει. Είναι άλλο. Αισθάνομαι ως ευλογία τη συνάντηση μαζί του. Ο πόνος τού πρόωρου χαμού του δεν είναι μόνο για μένα. Είναι και για όσα θα μπορούσε να δώσει σ' αυτόν τον έρμο τόπο. Και δεν πρόλαβε. Δεν τον άφησαν».
Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/12/2006