Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Ο κόκκινος Ερικ Χομπσμπάουμ



Τι να πρωτορωτήσεις αυτόν τον άνθρωπο; Εναν ιστορικό που γεννήθηκε τη χρονιά της Οκτωβριανής Επανάστασης, θυμάται την ημέρα που διάβασε στις εφημερίδες ότι ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος της Γερμανίας και μετέφρασε για τον Τσε Γκεβάρα στην Αβάνα; Που τα βιβλία του θεωρούνται από τους συναδέλφους του ιερά κειμήλια, και τα κείμενά του, ακόμη και αυτά που έγραψε για την τζαζ – ή ιδίως αυτά – αποτελούν πρότυπα δοκιμιακής γραφής; Που είναι πια, στα 94 του χρόνια, τόσο εύθραυστος και κάθε απάντησή του απαιτεί τόσο κόπο;

Ερικ Χομπσμπάουμ, ο φάρος της σύγχρονης σκέψης, ο συγγραφέας που έγραψε για τον πιο συγκλονιστικό αιώνα και τα πιο συναρπαστικά χρόνια της Ιστορίας της ανθρωπότητας κληροδοτώντας μας έναν απίστευτο θησαυρό γνώσης. Ο Ερικ Χομπσμπάουμ, ο οποίος στο τέλος μιας σειράς ολιγόλεπτων αλλά τόσο συναρπαστικών συζητήσεων με το BHMagazino, αποδεικνύει ότι παραμένει ένας αθεράπευτος επαναστάτης.

To πιο εκπληκτικό γνώρισμα της ανθρώπινης Ιστορίας συνίσταται στο ότι είναι πραγματική. Αυτήν την εκπληκτική πορεία της ανθρωπότητας ελάχιστοι την έχουν μελετήσει, καταγράψει και περιγράψει όπως ο Ερικ Χομπσμπάουμ. «Χόμπσμπομ», όπως προφέρει ο ίδιος το όνομά του στον τηλεφωνητή του σπιτιού του, μια τυπική διόροφη οικία στο Χάμπτεντ Χις στο Bορειοδυτικό Λονδίνο. Οταν τον κάλεσα στο τηλέφωνο, απάντησε μια ευγενέστατη κυρία, η Μαρλένε Χομπσμπάουμ, η σύζυγός του. Τον ζήτησα και εκείνη τον φώναξε: «Darling, it’s for you. From Greece». «Φυσικά και θα μπορέσουμε να μιλήσουμε. Απλώς είμαι άρρωστος, και έτσι θα πρέπει να μιλήσουμε σε λίγες ημέρες, που θα είμαι καλύτερα» είπε με μια αιφνιδιαστική ευγένεια. «Αφού το αναφέρετε, όταν γίνει η συνέντευξη, να μιλήσουμε και για εμάς τους Ελληνες που “νοσούμε” βαριά» απάντησα. «Δεν είναι και τόσο χαλιά η υγεία μου. Ελπίζω. Ομως και εγώ όπως και οι Ελληνες μπορούμε στο τέλος να γίνουμε καλά». Τελικά μιλήσαμε έξι φορές στο τηλέφωνο και ανταλλάξαμε μηνύματα μέσω e-mail.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1917, από πατέρα Βρετανό και μητέρα Αυστριακή, και οι δύο εβραϊκής καταγωγής. Στα πρώτα του χρόνια είχε ελληνίδα νταντά από την οποία άκουγε ένα νανούρισμα στα ελληνικά – σήμερα όμωςέχει μόνο μια «λειψή ανάμνηση», όπως λέει. Μαρξιστής ιστορικός, ήταν επί χρόνια μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας – «ένα από τα μεγάλα δαιμόνια του 20ού αιώνα είναι το πάθος για πολιτική και η πεμπτουσία του πάθους αυτού ήταν ο κομμουνισμός» περιγράφει πάλι ο ίδιος.

Τώρα είναι μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών. Η τριλογία του – «Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848», «Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875», «Η εποχή των αυτοκρατοριών, 1875-1914» – έχει χαρακτηριστεί ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στη συγγραφή της Ιστορίας. Σε συνδυασμό και με τη συγγραφή του βιβλίου «Η εποχή των άκρων: Ο σύντομος 20ός αιώνας 1914-1991», οδήγησε στο να ονοματίζεται ο Χομπσμπάουμ από πολλούς ως ο μεγαλύτερος εν ζωή ιστορικός, όχι μόνο της Βρετανίας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Τα ενδιαφέροντά του επεκτείνονται και σε άλλα πεδία εκτός από την Ιστορία, όπως οι διάφορες παραδόσεις και η εξέλιξή τους, αλλά και η τζαζ που είναι το αγαπημένο του είδος μουσικής. Εχει γράψει και για αυτά: «Η επινόηση της παράδοσης», «Η σκηνή της τζαζ», καθώς και το «Ξεχωριστοί άνθρωποι – Αντίσταση, εξέγερση και τζαζ».

Συζητώντας και αλληλογραφώντας με τον Ερικ Χομπσμπάουμ για αυτήν τη συνέντευξη, σκεφτόμουν ότι πρέπει να πάρουμε, πρέπει να αρπάξουμε τις λέξεις από τους πολιτικούς και να τις παραδώσουμε στην κοινή λογική. Η κοινή λογική χρειάζεται, εκτός των άλλων, και γνώση της Ιστορίας, αφού η Ιστορία μάς έχει φέρει στο σημείο που είμαστε. Οι μεγάλοι ιστορικοί – ερευνητές και συγγραφείς – είναι αναγκαίοι για την εξέλιξη της γνώσης της ανθρωπότητας. Η εποχή στην οποία εμφανίζονται είναι τυχαία. Είμαστε τυχεροί που τυχαία στην εποχή μας έζησε ο Ερικ Χομπσμπάουμ.

Κύριε Χομπσμπάουμ, φανταστείτε ότι έχετε ένα μικρό παιδί στα γόνατά σας και θέλετε να του διηγηθείτε τη σύντομη ιστορία του κόσμου. Πώς θα ξεκινούσατε τη διήγησή σας;
«Αν διηγούμουν σε ένα μικρό παιδί την ιστορία του κόσμου, θα ξεκινούσα από τους δεινόσαυρους, επειδή όλα τα παιδιά ξέρουν για αυτούς. Θα του εξηγούσα ότι ζούσαν πολύ πολύ καιρό προτού εμφανιστούν τα ανθρώπινα όντα στην Αφρική, τα οποία μετά πορεύτηκαν προς τη Μέση Ανατολή, όπου δημιούργησαν τον πρώτο πολιτισμό. Αυτά».

Και η Ιστορία της ανθρωπότητας; Σημειώνει άραγε πρόοδο ή τελικά κάνει κύκλους;
«Η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι η αυξανόμενη δυνατότητα του ανθρώπινου είδους να ελέγχει και να αλλάζει το περιβάλλον του μέσα από την παραγωγή αγαθών, με τη βοήθεια της συνεχώς εξελισσόμενης επιστήμης, της τεχνολογίας και της επικοινωνίας. Με αυτήν την έννοια, η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι πρόοδος, παρ’ ότι αυτή η πρόοδος έχει υπάρξει γρήγορη σε συγκεκριμένες περιόδους και συνεχής μόνο κατά τους ελάχιστους τελευταίους αιώνες, κυρίως από τα μέσα του 20ού. Δεν υπάρχει ισόποση τάση για πρόοδο στην προσωπική και στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων».

Υπάρχει πάντως η εντύπωση ότι η Ιστορία κάνει κύκλους.
«Κοιτάξτε, η εντύπωση ότι η Ιστορία κάνει κύκλους είναι φυσική. Ιδιαίτερα σε περιόδους όπου η τεχνολογική εξέλιξη είναι αργή. Αυτό συμβαίνει επειδή η εμπειρία του ανθρώπου μέσα από το μοτίβο της ίδιας του της ζωής είναι ότι η ζωή κάνει κύκλους. Ζωή - θάνατος - νέες γενεές. Η Ιστορία όμως δεν είναι κυκλική, γεννάει διαρκή εξέλιξη».

Παρ’ ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που έχει τη δυνατότητα να είναι δίκαιο, φαίνεται ότι έχει μια ροπή προς την αδικία. Μπορεί λοιπόν να υπάρξει μια πραγματικά δίκαιη κοινωνία;
«Το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν μια αίσθηση της αδικίας και τείνουν να διαμαρτύρονται για αυτή δείχνει ότι η κανονική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ανθρώπινο γένος είναι μεν η αδικία, αλλά η επιθυμία μας για δικαιοσύνη είναι διαρκής και ακατανίκητη. Μια δίκαιη κοινωνία, στην οποία οι κοινωνικές και άλλες ανισότητες θα θεωρούνται υποφερτές – παρ’ ότι μια τέτοια κοινωνία δεν είναι η ιδανική –, είναι δυνατό να υπάρξει. Δεν πρέπει, όμως, να τη συγχέουμε με μια “καλή κοινωνία” στην οποία η αδικία και η εκμετάλλευση δεν υπάρχουν πλέον. Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η κοινωνία είναι εφικτή για κάτι περισσότερο από περιστασιακές στιγμές στην ανθρώπινη πορεία».

Πιστεύετε ότι όλοι οι άνθρωποι, όσο κυνικοί και αν είναι, μπορούν να «συλλάβουν» και να επιδιώξουν μια κοινωνία που δεν θα είναι ατελής;
«Ολοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή στη ζωή τους σκέφτονται ότι μια τέτοια κοινωνία είναι εφικτή, και την επιθυμούν. Κάποιοι, όμως, θεωρούν ότι έχουν χρέος να την πραγματώσουν».

Αν ένας επαναστάτης σήμερα κρατούσε στο ένα χέρι το όπλο του και στο άλλο ένα βιβλίο, ποιο βιβλίο θα του δίνατε;
«Θα του έδινα ένα βιβλίο με οδηγίες πώς να χρησιμοποιεί το όπλο του και πώς να κάνει ανταρτοπόλεμο!».

Δεν θα του δίνατε κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο;
«Δεν υπάρχει χρόνος για αυτό».

Πρέπει πρώτα να δίνεις στον άνθρωπο να φάει και μετά να του ζητάς να έχει αρετή;
«Ακριβώς!».

Πείτε μου ένα βασικό πιστεύω σας που είχατε για τον κόσμο όταν ήσασταν νέος και ισχύει ακόμη, και ένα πιστεύω σας που έχει πλέον αλλάξει. «Ακόμη πιστεύω ακράδαντα ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Εχω, όμως, πια εγκαταλείψει την πεποίθηση που είχα κάποτε ότι ήξερα με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτό».

Αν είχατε τη δυνατότητα να δημιουργήσετε ένα πολιτικό σύστημα από το μηδέν, ποιο θα ήταν αυτό;
«Δεν πιστεύω ότι τα πολιτικά συστήματα μπορούν να δημιουργηθούν μόνο από άτομα».

Ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι ο κομμουνισμός «θα υπάρχει για πάντα», κυρίως επειδή είχε να κάνει και με μερικά πολύ βαθιά ηθικά ζητήματα της ανθρώπινης φύσης. Ποιος ήταν ο προβλέψιμος και ποιος ο αστάθμητος παράγοντας της αποτυχίας και της κατάρρευσής του;
«Η προβλέψιμη αιτία της αποτυχίας του κομμουνισμού της Ρωσικής Επανάστασης και των κληρονόμων της είναι ότι, παρ’ όλες τις μεγάλες φιλοδοξίες και τις κατακτήσεις της, δεν μπόρεσε να χτίσει μια αποτελεσματική, δυναμική οικονομία. Ηταν προφανές από τη δεκαετία του ’60 και μετά ότι δεν είχε πολύ μέλλον. Πιθανότατα, όμως, να μπορούσε να διαρκέσει για πολλές ακόμη δεκαετίες, αν η προσπάθεια μεταρρύθμισης στη δεκαετία του ’80 δεν είχε οδηγήσει στη ραγδαία και εντελώς απρόσμενη κατάρρευση».

Πολλοί σας χαρακτηρίζουν «μαρξιστή ιστορικό». Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι το βασικό πλεονέκτημα και ποιο το βασικό μειονέκτημα του μαρξισμού;
«Το βασικό πλεονέκτημα του μαρξισμού είναι ότι μας επέτρεψε να αντιληφθούμε πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Το μειονέκτημά του είναι ότι υπήρξε μια σχολή μαρξιστών οι οποίοι νόμιζαν ότι ήξεραν πώς να χτίσουν μια σοσιαλιστική κοινωνία».

Και ποιο το βασικό πλεονέκτημα του καπιταλισμού;
«Το βασικό πλεονέκτημα του καπιταλισμού είναι η δυνατότητά του να δημιουργεί οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο διαθέτει και το τεράστιο μειονέκτημα: προκαλεί τεράστιες κοινωνικές και ανθρώπινες ανισότητες και είναι εντελώς αδύνατον να ελέγξει την ανάπτυξή του, η οποία απειλεί τον κόσμο με περιβαλλοντική καταστροφή».

Αυτή η οικονομική κρίση που ζούμε έχει κάποια χαρακτηριστικά που την κάνουν διαφορετική από τις άλλες;
«Η τωρινή οικονομική κρίση είναι σίγουρα η πιο σοβαρή στην Ιστορία του καπιταλισμού από το 1930. Μάλιστα, κατά μία έννοια, αυτή η κρίση είναι μεγαλύτερη, αφού η κοινωνίες είναι πολύ πιο παγκοσμιοποιημένες από ό,τι ήταν το 1930. Τα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, που τότε ήταν έξω από το καπιταλιστικό σύστημα, τώρα είναι μέσα στο σύστημα και μέσα στην κρίση. Επίσης, μέσα στην κρίση είναι και οι περιοχές που τότε ήταν αυτόνομες και αυτάρκεις αγροτικές οικονομίες, ενώ τώρα έχουν ενσωματωθεί μέσω της μαζικής αστικοποίησης και της ταχύτατης παρακμής της αγροτικής καλλιέργειας και οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η παρούσα κρίση δεν έχει ακόμη γονατίσει το καπιταλιστικό σύστημα, καθώς η γρήγορη ανάπτυξη των νέων οικονομιών – Κίνα, Ινδία, Βραζιλία κτλ. – έχει εξισορροπήσει την παρακμή των βασικών καπιταλιστικών κέντρων του 19ου και του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική».

Η Κίνα είναι ο «κομμουνιστής σωτήρας» του καπιταλισμού;
«Το καπιταλιστικό σύστημα της Κίνας δεν είναι αγγλοαμερικανικού νεοφιλελεύθερου τύπου, αλλά αναπτύχθηκε κυρίως ως αντίσταση στις οικονομίες-“τίγρεις” της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ωστόσο αυτό το μετακομμουνιστικό καπιταλιστικό σύστημα της Κίνας έχει τόση επιτυχία, ώστε οι ιστορικοί του μέλλοντος πιθανότατα θα δουν στην Κίνα τον πραγματικό σωτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας από την τωρινή οικονομική κρίση».

Για τους Ελληνες είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος. Είμαστε πολύ απογοητευμένοι και σε μεγάλη σύγχυση. Εχετε κάτι να μας πείτε;
«Ως ιστορικός που έχει ζήσει σχεδόν όλον τον αιώνα που είναι από τους πιο τρομακτικούς στην ανθρώπινη Ιστορία, τον 20ό, μπορώ να σας πω ότι η ανθρωπότητα, έχοντας επιβιώσει από αυτήν την τόσο καταστροφική περίοδο, πιθανότατα θα επιβιώσει και από τις καταστροφές του 21ου αιώνα».

Ποιο νομίζετε ότι είναι το κομβικό σημείο από το οποίο η Ελλάδα ήρθε σε αυτήν τη τόσο δύσκολη θέση και τι μπορούμε να κάνουμε για να βγούμε από αυτή;
«Παρακαλώ συγχωρήστε με που θεωρώ τον εαυτό μου αναρμόδιο να απαντήσω σε ερωτήσεις σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας. Εσείς είστε οι μόνοι που πρέπει και μπορείτε να δώσετε όλες τις σωστές και σοβαρές απαντήσεις».

Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε όλους όσοι μας συστήνονται ως αρμόδιοι;
«Να είστε επιφυλακτικοί με τους “αρμόδιους”. Μπορώ όμως να σας πω ότι το άμεσο μέλλον πρόκειται να είναι πολύ πιο δύσκολο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οποία ξανακυλάει σε μια οπισθοδρόμηση. Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο στα Βαλκάνια από ό,τι σε άλλες περιοχές της Ευρώπης και σε αυτό βοηθούν πολύ η διαφθορά και η εγκληματικότητα».

Πολιτική και ηθική. Υπάρχει, ή θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, κάποια σχέση μεταξύ τους;
«Αν δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ πολιτικής και ηθικής, δεν θα έκανε κανένας και ποτέ την ερώτηση αυτή. Το ότι γίνεται η ερώτηση σημαίνει πως όλοι διακρίνουν ότι υπάρχει, ή ότι θα έπρεπε να υπάρχει, μια σχέση μεταξύ πολιτικής και ηθικής. Η πολιτική δεν είναι μια απόλυτα αυτόνομη δραστηριότητα και αυτό φαίνεται από τη συνήθεια όλων των πολιτικών να επικαλούνται ηθικό άλλοθι για ό,τι κάνουν. Πόσο ηθικά, όμως, μπορεί να είναι, για παράδειγμα, τα συστηματικά βασανιστήρια και οι σφαγές;».

Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο έγκλημα του 20ού αιώνα;
«Η αναβίωση των γενοκτονιών και ειδικά η συστηματική γενοκτονία των εβραίων από ένα κράτος που υποστήριζε ότι είναι πολιτισμένο».

Στον άνθρωπο η ελευθερία του λόγου είναι πιο εύκολη από την ελευθερία της σκέψης. Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο που έχει επηρεάσει την εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας;
«Και η ελευθερία της σκέψης, όμως, αν δεν εκφραστεί δημόσια, είναι άτοπη. Και τα δύο αναγκαστικά πρέπει να πηγαίνουν μαζί. Ετσι θα έπρεπε να συμβαίνει, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο ότι πολλές φορές στην Ιστορία δεν συνέβη αυτό».

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα έπεσαν πολλά φράγματα στην Ευρώπη και πολλές «πόρτες» άνοιξαν. Πιστεύετε ότι ταυτόχρονα άνοιξαν και το μυαλό των ανθρώπων;
«Η παγκοσμιοποίηση και κυρίως η απίστευτη και συνεχής επανάσταση στις επικοινωνίες έχουν σίγουρα γκρεμίσει πολλά παλιά “φράγματα” και θεωρητικά θα έπρεπε να έχουν διευρύνει και το πνεύμα των ανθρώπων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι άνθρωποι που ζουν σήμερα σε αυτό που αποκαλούμε “οικουμενικό χωριό” είναι πολύ περισσότεροι από ποτέ. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει επίσης μια ολοφάνερη απόσυρση ανθρώπων και εθνών σε μικρότερες κοινωνίες, που συνδέονται πιο εύκολα με προσωπικά κριτήρια. Αυτό δυστυχώς έχει πάρει τη μορφή ξενοφοβίας και εθνικού ή θρησκευτικού προσδιορισμού».

Φιλοσοφία και Ιστορία. Συνδέονται μεταξύ τους ή είναι δύο εντελώς διαφορετικά πεδία;
«Ολοι οι φιλόσοφοι θα πρέπει να έχουν μια αίσθηση της Ιστορίας και όλοι οι ιστορικοί μια αίσθηση των προβλημάτων που θέτει η φιλοσοφία. Πάντως στην πράξη είναι απόλυτα διαφορετικές, παρ’ ότι μερικοί φιλόσοφοι έχουν γράψει ιστορικά συγγράμματα και μερικοί ιστορικοί έχουν συμβάλει στις φιλοσοφικές αναζητήσεις».

Πείτε μου έναν λόγο, όχι πολύ φανερό, για τον οποίο μελετάτε και γράφετε Ιστορία.
«Γράφω Ιστορία για τους ανθρώπους που εργάζονται όλη την ημέρα για να ζήσουν και θα ήθελαν να διαβάσουν το βράδυ μετά τη δουλειά. Θα ήθελα να μπορώ να τους κρατάω σε εγρήγορση».

Αγαπάτε πολύ την τζαζ μουσική. Σας μαγεύει περισσότερο το γεγονός ότι είναι «ανοιχτή» σε πολλές διαφορετικές μουσικές πιθανότητες; Οτι μοιάζει λίγο με τις πιθανότητες που ανοίγονται λίγο πριν από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα;
«Το να είσαι αφοσιωμένος στη μελέτη και στην καταγραφή της Ιστορίας δεν μπορεί να είναι ξεκομμένο από τη μελέτη άλλων επιστημών και πλευρών της ζωής, όπως, για παράδειγμα, οι φυσικές επιστήμες ή η μουσική. Αν όμως ξεκινήσω να σας μιλάω για την τζαζ, θα απομακρυνθούμε αρκετά από την ουσία αυτής της συνέντευξης».

Ο βρετανός συγγραφέας Λέσλι Χάρτλεϊ είχε πει ότι «το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα: Κάνουν τα πράγματα διαφορετικά εκεί». Νομίζω ότι αυτό ισχύει απόλυτα για την Ελλάδα σήμερα.
«Μην ανησυχείτε. Και το μέλλον είναι μια ξένη χώρα. Θα κάνετε τα πράγματα διαφορετικά εκεί. Ολοι μας θα κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά».

Μπορείτε να προβλέψετε πώς θα είναι;
«Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψεις το μέλλον και δεν βοηθάει πολύ το να προσπαθείς να το φανταστείς. Αυτό που νομίζω ότι μπορεί κάποιος να φανταστεί, αν κοιτάξει με καθαρή ματιά, είναι τα προβλήματα που μπορεί να έρθουν. Ο άνθρωπος εδώ και μερικά χρόνια είναι σε θέση να προκαλέσει πολύ σοβαρές και μερικές φορές ανεπανόρθωτες ζημιές στην Υδρόγειο. Δες, για παράδειγμα, τι έγινε με την πρόσφατη μόλυνση στον Κόλπο του Μεξικού. Στο παρελθόν, μέσα στο ανθρώπινο μυαλό, αν υπήρχε κάτι που θεωρούνταν ανεξάντλητο και αδιανόητο να “εξουθενωθεί”, αυτό ήταν η θάλασσα. Τώρα πλέον μπορούμε να εξαντλήσουμε και τη θάλασσα. Αυτό είναι απίστευτο. Δεν είναι;».

Μπορείτε να κάνετε μια πρόβλεψη για την κατάστασή μας σε περίπου δέκα χρόνια από τώρα;
«Μου ζητάτε μια πρόβλεψη για την κατάστασή μας σε δέκα χρόνια από τώρα. Νομίζετε ότι είμαι η Πυθία στους Δελφούς; Θα σας πω, παρ’ όλα αυτά, ότι ως ιστορικός δεν μπορώ να μη δω τη δυνατότητα σε μερικά χρόνια τα πράγματα να φαίνονται πολύ πιο ελπιδοφόρα».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 525, σελ. 26-31, 7/11/2010.

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο διανοούμενος, ο πολίτης του κόσμου



Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο διανοούμενος, ο πολίτης του κόσμου. Λίγο προτού έρθει στην Αθήνα για μια σπάνια λογοτεχνική συνάντηση με τον έτερο σπουδαίο Γάλλο, τον Μισέλ Ουελμπέκ, εμείς τον συναντήσαμε στο Παρίσι. Για μια συνέντευξη που αποκωδικοποιεί το ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι, αναλύει τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και αποκαλύπτει το «εγώ» ενός από τα σημαντικότερα μυαλά της εποχής μας.

Παρίσι. Ενα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα. Ο παγκοσμίως γνωστός γάλλος διανοούμενος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο BHL (από το ακρωνύμιο του ονόματός του, Bernard-Henr iLevy) μας υποδέχεται στη σουίτα του, στον τελευταίο όροφο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου πολύ κοντά στην Αψίδα του Θριάμβου. Κομψός μέσα στο κλασικό πλέον μαύρο κουστούμι και στο ανοιχτό λευκό πουκάμισό του, ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί μιλάει με ιδιαίτερη ζέση και ορμή για τη φιλοσοφία, τον φασισμό, τον κομμουνισμό, για τις μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Νικολά Σαρκοζί, την Ανγκελα Μέρκελ, το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Mας μιλάει, φυσικά, και για τον φίλο του Μισέλ Ουελμπέκ, τον σημαντικότερο, ίσως, σύγχρονο γάλλο συγγραφέα, ο οποίος μόλις την περασμένη Δευτέρα – αφού είχε γίνει η συνέντευξή μας – τιμήθηκε με το βαρυσήμαντο βραβείο Γκονκούρ.

Οι δυο τους επισκέφθηκαν σήμερα την Αθήνα για μια συνάντηση-ορόσημο, που διοργάνωσαν Γαλλικό Ινστιτούτο και οι εκδόσεις Εστία, με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του κοινού βιβλίου τους με τίτλο «Δημόσιος κίνδυνος».

Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, είστε φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και σκηνοθέτης. Ποια από τις ιδιότητες αυτές σας εκφράζει περισσότερο;
«Καμιά τους ιδιαίτερα. Ή, μάλλον, όλες. Η κύρια υπαρξιακή επιλογή μου, το πνευματικό και βιογραφικό μου στοίχημα είναι να μη χρειάζεται να διαλέξω ανάμεσα σε αυτές. Η μία είναι η προέκταση της άλλης. Η επόμενη αντικαθιστά την προηγούμενη. Οταν ολοκληρώνω ένα βιβλίο φιλοσοφίας στο οποίο έχω θέσει ερωτήματα που έχουν μείνει αναπάντητα, περνάω στον κινηματογράφο ή στο θέατρο, προσπαθώντας να βρω μια καλύτερη λύση. Οταν μια ταινία είναι ατελής, επιστρέφω στη φιλοσοφία ή κάνω μια στάση στο μυθιστόρημα. Στο μυαλό μου, άρα και στις πράξεις μου, δεν υπάρχει πραγματική διαφορά στο πνεύμα, στον ρυθμό ή στο ύφος μου, όταν καταπιάνομαι με καθένα από αυτά τα είδη έκφρασης. Γράφω μια μυθοπλασία, ένα φιλοσοφικό κείμενο ή ένα άρθρο για μια εφημερίδα με το ίδιο ακριβώς πνεύμα, την ίδια ορμή και το ίδιο στυλ. Βέβαια, τίθεται το ερώτημα από πού πηγάζουν όλα αυτά. Γράφτηκε πρόσφατα ότι έτσι βαδίζω στον δρόμο που χάραξαν οι μεγάλοι αντιπρόσωποι της έννοιας του “απόλυτου διανοούμενου”, όπως ο Σαρτρ ή ο Καμύ. Ισως. Θα μπορούσε όμως να είναι και ένα είδος βουλιμίας, ένα είδος ανικανοποίητης όρεξης για το καθετί, που αποτελεί μάλιστα βασική συνιστώσα του είναι μου. Ετσι είμαι στη ζωή. Δεν αφήνω τίποτε. Ποτέ. Είναι η πιο μεγάλη μου νεύρωση. Υποθέτω ότι το ίδιο ισχύει και όσον αφορά το συγγραφικό έργο μου».

Το 1976 ήσασταν ένας από τους επικεφαλής του κινήματος των Νέων Φιλοσόφων. Ποιες ήταν οι αρχές του κινήματος αυτού;
«Ηταν ένα πολύμορφο κίνημα, σχεδόν ετερόκλητο, το οποίο άρχισε ουσιαστικά με ένα θαυμάσιο βιβλίο, ξεχασμένο στις μέρες μας, με τίτλο “Ο άγγελος”, το οποίο είχαν συγγράψει ο Κριστιάν Ζαμπέ και ο Γκι Λαρντρό. Βασική αρχή του κινήματος αυτού ήταν η ιστορική απαισιοδοξία. Οχι ο αντιμαρξισμός, αλλά η απαισιοδοξία. Οχι ο αντικομμουνισμός, αλλά η απόρριψη της πρόνοιας και της ιδέας ότι η Ιστορία έχει ένα νόημα. Και, πέρα από αυτό, η επιφυλακτικότητα για τον “προοδευτισμό” που την εποχή εκείνη ήταν το ευαγγέλιο όλων, αλλά που για εμάς, και φυσικά για εμένα, ήταν μια έννοια αντιδραστική. Ο Μπερνάρ Πιβό, ο οποίος με είχε καλέσει με τον Αντρέ Γκλυκσμάν στην πρώτη εκπομπή της σειράς “Αποστρόφ”, με είχε ρωτήσει αν η νέα φιλοσοφία ανήκε στην Αριστερά ή στη Δεξιά. Μα και βέβαια στην Αριστερά! Αλλά όχι στην ανόητη και ράθυμη Αριστερά, που νομίζει, όπως έλεγε ο Σαρτρ, ότι αρκεί να κοιτάζει προς την κατεύθυνση της Ιστορίας, για να έχει δίκιο. Ανήκε σε μια πιο σοβαρή Αριστερά που ήξερε και ξέρει ότι ο λεγόμενος “προοδευτικός μηχανισμός” είναι ένας από τους πιο τρομερούς μηχανισμούς που έχουν επινοηθεί από τους κυβερνώντες για να υποτάσσουν τους υπηκόους τους και να τους εμποδίζουν να επαναστατήσουν».

Εχετε πει ότι ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού εμπεριέχεται σε κάθε «προοδευτική ιδεολογία». Πώς εξηγείτε την επιρροή που είχε το κομμουνιστικό όραμα στην κοινωνία μας και σε ένα μεγάλο μέρος των διανοούμενων;
«Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι με τον όρο “προοδευτική ιδεολογία” δεν εννοούσα την επιθυμία να βελτιώσουμε την κοινωνία, να μειώσουμε την ανθρώπινη δυστυχία, να αλλάξουμε τον κόσμο. Εννοούσα το σχέδιο εκείνο, σύμφωνα με το οποίο, έπρεπε να τον αλλάξουμε ριζικά, να τον κάνουμε να επιστρέψει στις βάσεις του, θυσιάζοντας πραγματικές ανθρώπινες ζωές στο όνομα ενός υποθετικού “καινούργιου ανθρώπου”. Αυτό το “προλετάριο” σχέδιο εννοούσα, το προλεταριακό και άριο, που εφαρμόστηκε ακόμη και στην Καμπότζη και το οποίο ισχυριζόταν ότι η Ιστορία μπορούσε να ξαναρχίσει από το μηδέν, πάνω στα αιματοβαμμένα ερείπια της απτής και πραγματικής Ιστορίας. Πιστεύω πως ο θαυμασμός για το σχέδιο αυτό οφείλεται στη ριζοσπαστικότητά του. Η ριζοσπαστικότητα είναι ελκυστική. Είναι γοητευτική. Οπως και η ιδέα της “ανανέωσης”, σύμφωνα με την οποία, για να φτιάξουμε έναν καινούργιο κόσμο, πρέπει να απαλλαγούμε από τον παλιό. Οπως και η συναρπαστική ιδέα της καθαρότητας που υπάρχει στην καρδιά κάθε φασιστικού ή ολοκληρωτικού σχεδίου, που λέει: “Θα απαλλάξουμε τον κόσμο από τις ατέλειές του, από καθετί μέτριο, αρνητικό και κακό. Θα καθαρίσουμε τον κόσμο από όλα αυτά, για να αναδυθεί ένας κόσμος νέος, αναγεννημένος, παρθενικός”. Ολες αυτές οι θεωρίες που βασίζονται στην επιθυμία για καθαρότητα, νεότητα και ριζοσπαστικότητα είναι τρομερές και δυνητικά τραγικές, αλλά τρομερά σαγηνευτικές...».

Εχετε επισκεφθεί επανειλημμένως χώρες και λαούς που βρίσκονται άμεσα ή έμμεσα σε εμπόλεμη κατάσταση ή κατάσταση ρήξης, από τη Βοσνία και το Κόσοβο ως τη Ρουάντα και το Αφγανιστάν. Πώς εξηγείται αυτή η τόσο έντονη και ενεργός στράτευσή σας πάνω στα θέματα αυτά;
«Είναι δύσκολο να αναφερθώ στους λόγους για τους οποίους έλκομαι από τέτοιες καταστάσεις, χωρίς να πέσω στις γνωστές κοινοτοπίες για αίσθημα δικαιοσύνης, για εξέγερση, για αμείωτο θυμό και αγανάκτηση ενάντια στην αδικία. Οχι ότι είμαι απαλλαγμένος από αυτά τα “ευγενικά” αισθήματα. Είμαι ικανός να τα νιώσω όσο και εσείς, όσο όλος ο κόσμος, όπως είμαι ικανός να νιώσω και τα “άσχημα”. Απλώς αυτό δεν αρκεί. Σε αυτό υπεισέρχονται επιπλέον λόγοι απόλαυσης και μεταφυσικής. Απόλαυσης όσον αφορά την περιπέτεια, την αλλαγή ψυχικού περιβάλλοντος, τον κίνδυνο. Μεταφυσικής (εκτός και αν πρόκειται για άλλη μία νεύρωσή μου) όσον αφορά το αίσθημα πως η ύπαρξή μου είναι ανώφελη και μάταιη, όταν δεν μαγνητίζεται από τη στράτευση αυτή που την ξεπερνά. Είναι, σε γενικές γραμμές, το μάθημα του Λεβινάς, που ορίζει να είμαστε “όμηροι” του πλησίον μας, “υποταγμένοι” στο κάλεσμά του και στην υψηλή αγιότητά του. Οταν πηγαίνω στο μέτωπο με τους βόσνιους υπερασπιστές του Σαράγεβο, όταν πηγαίνω ως επίσημος απεσταλμένος της Γαλλίας να συναντήσω τους αφγανούς πολεμικούς ηγέτες στα αρχηγεία τους, και έπειτα στα ίχνη του Ντάνιελ Περλ στην καρδιά του Πακιστάν της Αλ Κάιντα, δεν κάνω τίποτε άλλο παρά εφαρμοσμένο λεβινασισμό».

Στη «Διαθήκη του Θεού», υποστηρίζετε ότι η ανθρωπότητα μπορεί να βρει στα κείμενα της Βίβλου νέους δρόμους ελευθερίας και περιγράφετε τον μονοθεϊσμό ως τείχος προστασίας ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό. Πώς ερμηνεύετε τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί στο όνομα των μονοθεϊστικών θρησκειών;
«Αυτό οφείλεται στην παραμόρφωση που υφίστανται οι βιβλικές μονοθεϊστικές θρησκείες και στο γεγονός ότι παραβλέπεται η βασική αρχή τους, που είναι ο διαχωρισμός της πολιτικής και της πίστης. Εκεί βρίσκεται το δηλητήριο και η πηγή όλων των προβλημάτων. Η Βίβλος κηρύττει την επιφυλακτικότητα προς την πολιτική και τη μετριοφροσύνη του ηγεμόνα. Στη Βίβλο οι βασιλιάδες δεν θέλουν να είναι βασιλιάδες, ενώ υπάρχουν συνθήκες που περιορίζουν την εξουσία τους – ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από ό,τι γίνεται στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Στη “Διαθήκη του Θεού” υπήρχε ένα σημαντικό κεφάλαιο με θέμα τον αριθμό-κλειδί του μονοθεϊσμού, ο οποίος, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, δεν είναι το ένα, αλλά το δύο. Αυτό τα εξηγεί όλα».

Μιλάτε στην ουσία για την έννοια του άλλου και την έννοια της ανοχής. Σε μια πρόσφατη δήλωσή της, η Ανγκελα Μέρκελ μίλησε για αποτυχία του πολυπολιτισμικού μοντέλου στη Γερμανία. Τι μπορεί να σημαίνει στην πραγματικότητα η δήλωση αυτή; Πιστεύετε ότι πρόκειται για μια ιδέα που αρχίζει να διαδίδεται γενικότερα στην Ευρώπη;
«Δεν γνωρίζω καλά τη Γερμανία, ώστε να σας απαντήσω με ακρίβεια. Εχω όμως την εντύπωση ότι, πράγματι, ένας κακός άνεμος φυσά γενικά σε όλη την Ευρώπη πάνω στα θέματα αυτά. Στη Γαλλία το αποδεικνύει η υπόθεση των Ρομά. Στην Ιταλία ο στιγματισμός των μεταναστών είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εποχής του Μπερλουσκόνι, ενώ στη Γερμανία η Μέρκελ προσπαθεί να προσελκύσει ένα μέρος των ακροδεξιών ψηφοφόρων, που επίσης στιγματίζουν τους ξένους. Βέβαια, δεν είμαι σίγουρος ότι και εγώ είμαι οπαδός, με τη στενή έννοια του όρου, του πολυπολιτισμικού μοντέλου. Οπαδός της ανοχής, ναι. Του ανοίγματος στον άλλον, σαφώς. Αλλά το δημοκρατικό ιδεώδες στο οποίο πιστεύω εγώ, όπως και πολλοί Γάλλοι, προϋποθέτει να έχει ο καθένας μας μια πλευρά που ξεπερνά το πολλαπλό, το μειώνει και θρέφει τη συμμετοχή μας στο σώμα των πολιτών. Δεν είναι το αμερικανικό μοντέλο, αλλά είναι το μοντέλο που ευνοεί με τον καλύτερο τρόπο το “καθημερινό δημοψήφισμα”, το οποίο, σύμφωνα με τον Ερνέστ Ρενάν, είναι ο ορισμός του έθνους. Οπότε, αίσχος στον έρποντα φασισμό! Αλλά προσοχή στον πολυπολιτισμό που, σε πολλά σημεία, είναι η αντίθετη όψη του».

Στο βιβλίο σας «Γαλλική Ιδεολογία» αναφέρεστε σε έναν «φασισμό γαλλικού τύπου» που βασίζεται, όπως λέτε, στις αξίες της γαλλικής επαρχίας, στη δυσφήμηση του κοσμοπολίτικου πνεύματος, στον εθνικισμό, στο μίσος για τις ιδέες και τους διανοούμενους. Αυτό είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά γαλλικό;
«Οχι, βέβαια! Θα μπορούσα κάλλιστα, αν έμενα λίγο καιρό στην Ελλάδα, να σας γράψω μια “ελληνική ιδεολογία” που θα ανέλυε το γεγονός ότι στη χώρα σας συνεχίζει ακόμη να υπάρχει ο πειρασμός του φασισμού. Αυτό όμως που με ενδιέφερε στο βιβλίο που αναφέρατε ήταν απλώς η γαλλική εκδοχή του ζητήματος και η άρνηση της Γαλλίας να δεχτεί ότι συμμετείχε στη φασιστική μασκαράτα της δεκαετίας του ’30. Αυτήν την ιδέα υποστήριζα. Πιστεύετε ότι η Γαλλία είναι μια χώρα ανταρτών και αντιστασιακών; Πιστεύετε ότι μια είδους ουρανόπεμπτη προδιάθεση θα μπορούσε να εμβολιάσει κανέναν ενάντια στον πειρασμό για το κακό; Ε, λοιπόν, όχι. Και στη Γαλλία, αυτό είναι το πρόσωπο του κακού και μέσα από αυτήν τη γλώσσα διαμορφώνεται. Και, ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να ξαναεμφανιστεί. Και όντως, τρία χρόνια αργότερα, από τότε που τα έγραφα αυτά, εμφανίστηκε το φαινόμενο Λεπέν. Το είχα, κατά κάποιον τρόπο, “συμπεράνει”, οπότε μπορώ να πω ότι το είχα προβλέψει».

Εχετε πει, μάλιστα, ότι ο Νικολά Σαρκοζί είναι χαμηλά στις δημοσκοπήσεις, επειδή βάσισε την προεκλογική εκστρατεία του στη μνησικακία, στην ανασφάλεια και στη μετανάστευση, ζητήματα που παραδοσιακά ανήκαν στη θεματολογία της άκρας Δεξιάς του Λεπέν. Ο λαός, όμως, ακριβώς για τα θέματα αυτά δεν τον ψήφισε; Πώς εξηγείτε αυτήν την αντιφατική στάση του εκλογικού σώματος απέναντι στον Νικολά Σαρκοζί;
«Θα σας πω κάτι που ίσως σας εκπλήξει. Δεν νομίζω ότι η προεκλογική εκστρατεία που έκανε ο Σαρκοζί τον εξέφραζε πραγματικά. Πιστεύω ότι πήγαινε ενάντια στη φύση του, όταν ίππευε τα παραδοσιακά άλογα της άκρας Δεξιάς, τη μετανάστευση ή την αποικιοκρατία. Και όταν κάνεις πολιτική πιέζοντας τον εαυτό σου, μπορεί να ξεγελάσεις προς στιγμήν τους πολίτες, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι οι πολίτες δεν είναι ανόητοι και ότι γρήγορα θα καταλάβουν το τέχνασμα. Η άκρα Δεξιά, λοιπόν, θεώρησε ότι ο Σαρκοζί έκλεψε τους ψηφοφόρους της και το πήρε πολύ άσχημα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μισούν τον Σαρκοζί από την πλευρά αυτή του πολιτικού φάσματος. Από την άλλη, το Κέντρο είναι σοκαρισμένο με τον κυνισμό της όλης υπόθεσης, και έτσι ο Σαρκοζί έχει αποδυναμωθεί και από την πλευρά αυτή. Με άλλα λόγια, ο τύπος έχασε και στα δύο ταμπλό. Εγώ δεν τον ψήφισα, και έτσι δεν μπορώ να πω ότι λυπάμαι. Αλλά τον γνωρίζω πολλά χρόνια και παλαιότερα διατηρούσα φιλικούς δεσμούς μαζί του. Οπότε θα στενοχωρηθώ αν τον δω να χάνει την ψυχή του με την άσκηση της εξουσίας και τις πολιτικές μάχες που αυτή συνεπάγεται».

Και το Σοσιαλιστικό Κόμμα; Πώς βλέπετε να εξελίσσεται μετά τις εκλογές του 2007, όπου το χαρακτηρίσατε σαν ένα «μεγάλο πτώμα ξαπλωμένο ανάσκελα»; Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξει ισορροπία ανάμεσα στο πολιτικό πρόγραμμά του και στις προσωπικές φιλοδοξίες των επίδοξων αρχηγών του;
«Οι πραγματικές αλλαγές που έπρεπε να γίνουν δεν έγιναν. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα συνεχίζει να είναι ένα “μεγάλο άρρωστο σώ
μα”, γοητευμένο αλλά και τρομοκρατημένο από θανατηφόρους ριζοσπαστισμούς, που το μπλοκάρουν και το εμποδίζουν να σκεφτεί πραγματικά. Πάρτε, για παράδειγμα, τον αντιφιλελευθερισμό τους που είχα βάλει στο στόχαστρο στο βιβλίο μου “Αυτό το μεγάλο πτώμα ξαπλωμένο ανάσκελα”. Η γαλλική Αριστερά έχει τη μανία να θεωρεί προσβολή τον φιλελευθερισμό, μεγάλη προσβολή τον υπερφιλελευθερισμό και την ελευθερία λέξη ξεπερασμένη. Αυτό δεν έχει αλλάξει καθόλου και ίσως να έχει χειροτερέψει με τα χρόνια. Προσπαθήστε να θυμίσετε σε έναν γάλλο σοσιαλιστή πολιτικό ότι η αποστολή της Αριστεράς ανέκαθεν ήταν να συνδυάσει ελευθερία και ισότητα, να επιχειρήσει να καταστήσει δυνατή τη συνύπαρξή τους ή, τουλάχιστον, να αρνηθεί ότι δεν πρόκειται για έννοιες εξ ορισμού ασυμβίβαστες, και θα δείτε πώς θα σας αντιμετωπίσει! Και δεν μιλάω καν για τους λαϊκιστές αξιωματούχους, οι οποίοι – όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα – καταφέρονται άκριτα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, την οποία θεωρούν ως την πηγή όλων των κακών, και είναι εκφραστές της “γαλλικής ιδεολογίας” που σας περιέγραψα προηγουμένως. Οσο για τις προσωπικές φιλοδοξίες, μην τρέφετε ψευδαισθήσεις. Είναι περισσότερο παρούσες από ποτέ. Οπως παντού».

Το 2008 γράψατε με τον Μισέλ Ουελμπέκ το βιβλίο «Δημόσιοι εχθροί» («Δημόσιος κίνδυνος», ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης). Θα ήθελα να μου πείτε ποια είναι η γνώμη σας για τον Μισέλ Ουελμπέκ ως συγγραφέα και ως άνθρωπο και πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου αυτού.
«Η γνώμη μου για τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ; Θα πάρει το Γκονκούρ. Το αξίζει. Και αξίζει και πολύ περισσότερο από αυτό. Για τον άνθρωπο; Είναι καλός. Είναι χαρούμενος. Θαυμάσιος φίλος. Πολύ ανώτερος από τη φήμη του. Οσο για την ιδέα του βιβλίου, γεννήθηκε τυχαία ή σχεδόν τυχαία. Ενα φθινοπωρινό κυριακάτικο βραδάκι του 2007 λαμβάνω ένα SMS από τον Μισέλ – τον γνώριζα ελάχιστα εκείνη την εποχή –, ο οποίος μου ανακοινώνει ότι η ζωή τον έχει κουράσει. Δύσπιστος, αλλά σαφώς θορυβημένος, του λέω να αφήσει για μερικές ώρες τις σκέψεις αυτές και να πάμε να δειπνήσουμε κάπου μαζί. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, μου αναλύει τους λόγους για τους οποίους σκέφτεται ότι η ζωή δεν παρουσιάζει πια ενδιαφέρον και κάποια στιγμή μού λέει: “Δεν έχω κανέναν να μιλάω”. Και του απαντώ: “Κανέναν; Θέλεις να δοκιμάσουμε;”. Ετσι έγινε το βιβλίο αυτό. Και πρέπει να σας πω ότι από τα 30 και πλέον βιβλία μου είναι, μαζί με την “Κωμωδία”, τα δύο αγαπημένα μου, γιατί ανακαλύπτω πραγματικά τον εαυτό μου. Αν ο Αραγκόν έλεγε: “Αποκαλύπτω τα χαρτιά μου”, με το βιβλίο αυτό εγώ θα έλεγα: “Αποκαλύπτω το εγώ μου”, πράγμα κεφαλαιώδους σημασίας στην παρούσα στιγμή της ζωής μου».

Κλείνοντας, θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς βλέπετε την εξέλιξη του πολιτισμού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και τον ρόλο του φιλοσόφου στη νέα αυτή πραγματικότητα.
«Πιστεύω πως, αντίθετα με ό,τι λέγεται, τα πράγματα πάνε προς τη σωστή κατεύθυνση. Την κατεύθυνση της καλλιέργειας, της σκέψης και της μνήμης. Σήμερα συναντάμε όλο και λιγότερους ανθρώπους που υποστηρίζουν ότι η μαγειρική ή η μόδα είναι τομείς δημιουργίας ισάξιοι της λογοτεχνίας ή της τέχνης γενικότερα. Και αυτό είναι ενθαρρυντικό. Οι άνθρωποι είναι πιο καλά πληροφορημένοι πάνω στα πράγματα και πιο καλλιεργημένοι. Οσο για τον ρόλο του φιλοσόφου, είναι εκείνος που ο ίδιος θα επιλέξει. Σε αυτόν έγκειται να το αποφασίσει και να το πει».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 526, σελ. 30-36, 14/11/2010.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

"Δεν θα σας σώσει ο από μηχανής θεός"


Ο αμερικανός φιλόσοφος μας καλεί να αντιμετωπίσουμε την κρίση με πολιτική φαντασία
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Γ. Π. ΜΑΛΟΥΧΟ | ΒΗΜΑ Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

«Η φιλοσοφία είναι το εργαλείο της αυτονομίας του ανθρώπου. Ξεκίνησε όταν κάποιοι άνθρωποι, εδώ, στην Αθήνα, περπάτησαν και άσκησαν κριτική στην πόλη και σε κάθε μορφή διακυβέρνησής της. Εμείς όμως σήμερα έχουμε χάσει την αυτονομία και την ελευθερία μας, ζώντας σε κοινωνίες που βρίσκονται
εκτός ελέγχου» υποστηρίζει μεταξύ άλλων μιλώντας στο «Βήμα» ο Σάιμον Κρίτσλεϊ, ενώ θέτει τα ερωτήματα «τι σημαίνει αντιπροσώπευση;» και «γιατί η πολιτική εξουσία πρέπει να χαρίζεται σε αντιπροσώπους;». Φιλόσοφος μιας νέας γενιάς με σημαντική διεθνή επιρροή, ο Κρίτσλεϊ υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες ως προς την ελευθερία
τους προέρχεται από το μέγεθος των κρατών που δεν επιτρέπει την ύπαρξη ουσιαστικής δημοκρατίας. Επίσης μας καλεί να σταματήσουμε να κυνηγάμε μια ζωή ευημερίας πέρα και πάνω από τις δυνάμεις μας, αλλά και να φανταζόμαστε ότι μπορεί να μας σώσουν διάφοροι «από μηχανής θεοί»... Ο Σάιμον Κρίτσλεϊ βρέθηκε για λίγες ημέρες στην Αθήνα, για την προετοιμασία
των «Διαλόγων των Αθηνών» του Ιδρύματος Ωνάση, μιας μεγάλης διεθνούς πρωτοβουλίας διαλόγου, που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο μήνα εγκαινιάζοντας τη νέα Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος. Διδάσκει φιλοσοφία μεταπτυχιακούς φοιτητές σε ένα από τα πιο πρωτοποριακά πνευματικά κέντρα της Νέας Υόρκης, τη Νew School for Social Research.

- Αλήθεια, ποιος ενδιαφέρεται για τη φιλοσοφία σήμερα; Ποιον αφορά;

«Η φιλοσοφία ξεκίνησε από εδώ, λίγα μέτρα πιο κάτω από εδώ που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή! Και πώς ξεκίνησε; Από τρεις ανθρώπους. Τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον αδελφό του Πλάτωνα, και κάποιους άλλους... Ξεκίνησε όταν αυτοί οι άνθρωποι περπάτησαν και άσκησαν κριτική στην πόλη και σε κάθε μορφή διακυβέρνησής της. Και έτσι αμφισβήτησαν ό,τι υπήρχε ως τότε στο κράτος και στην εξουσία και οραματίστηκαν μιαν άλλη ζωή. Ηταν λοιπόν μια περιθωριακή δραστηριότητα κάποιων ανθρώπων, που όμως εξαπλώθηκε στη συνέχεια. Σήμερα βέβαια οι κοινωνίες δεν έχουν χώρο για τη φιλοσοφία. Την ίδια στιγμή στους “Νew Υork Τimes”, οι οποίοι έχουν 1 εκατομμύριο αναγνώστες την ημέρα, τα άρθρα για τη φιλοσοφία έχουν διαβαστεί τους τελευταίους έξι μήνες από 4 εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι λοιπόν ένα παράδοξο, υπάρχει μια αντίφαση: από τη μία μεριά η φιλοσοφία είναι περιθωριακή, από την άλλη όμως ενδιαφέρει κάθε άνθρωπο που έχει μπροστά του αναπάντητα ακόμη τα βασικά υπαρξιακά και ηθικά ερωτήματα για το νόημα και την αξία της ζωής του. Εχει συνεπώς προστιθέμενη αξία για κάθε άνθρωπο: ποιος είμαι, ποιοι είναι οι άλλοι, ποιες είναι οι ευθύνες μου απέναντί τους, πού βαδίζω, πώς βαδίζω στη ζωή μου... Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που “πεινούν” για φιλοσοφία, ακόμη κι αν δεν το ξέρουν...».

- Ερχεστε στην Ελλάδα σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή. Τι μπορεί να προσφέρει η φιλοσοφία στους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε μια τέτοια κρίση;

«Υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορεί να προσφέρει. Η φιλοσοφία μάς δίνει τη δυνατότητα να κρίνουμε και να ασκούμε κριτική στις εξουσίες- αυτό έκανε ο Σωκράτης περπατώντας προς τον Πειραιά-, όπως μας δίνει και τη δυνατότητα να βλέπουμε άλλες μορφές οργάνωσης. Στις δυτικές χώρες το Α και το Ω αντιπροσωπεύονται από τη Δημοκρατία. Αλλά η φιλοσοφία μπορεί να δώσει και άλλες ιδέες για το πώς μπορεί να οργανωθεί η ανθρώπινη ζωή μέσα στις κοινωνίες. Οι άνθρωποι θέλουν να ρίχνουν το φταίξιμο σε πολιτικούς και μετά να φέρνουν άλλους πολιτικούς να διορθώνουν αυτά που χάλασαν οι προηγούμενοι, και ξανά από την αρχή. Η φιλοσοφία λοιπόν μπορεί να βάλει κάποια στοιχεία κριτικής σε όλο αυτό. Ζούμε σε χώρες αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αλλά τι σημαίνει “αντιπροσώπευση”; Γιατί η πολιτική εξουσία πρέπει να χαρίζεται σε αντιπροσώπους; Και πώς γίνεται αυτό; Σκεφθείτε το για ένα δευτερόλεπτο! Λέει ένας πολιτικός: “Αντιπροσωπεύω τη θέληση του λαού”. Είναι αλήθεια; Είναι έτσι; Το σύστημά μας δεν θα έπρεπε να είναι αντιπροσωπευτικό, αλλά θα έπρεπε να απαρτίζεται από συνελεύσεις».

- Οι κυβερνήσεις θα αφήσουν έτσι εύκολα τις εξουσίες τους για να περάσει ο κόσμος σε άλλα μοντέλα οργάνωσης;

«Ασφαλώς όχι! Χρειάζεται ένα σοκ! Αλλά είχαμε πολλά σοκ στην Ιστορία. Δείτε ακόμη και αυτή την κρίση. Είναι ένα σοκ... Υπάρχει επίσης και ένα πολύ κρίσιμο σημείο που αναπτύσσεται πάρα πολύ ειδικά στην αρχαία ελληνική παράδοση, αλλά που σήμερα το έχουμε ξεχάσει. Είναι η ηθική, η οποία επηρεάζει τα πάντα. Από τον Επίκουρο, τους Στωικούς, θα το συναντήσετε παντού. Και αυτή είναι που τελικά ουσιαστικά σχετικοποιεί και την έννοια της κρίσης, όπως τη ζείτε εδώ σήμερα- και όχι μόνον εδώ. Για τους φιλοσόφους ένα τσαμπί σταφύλι μπορεί να φέρει την ευτυχία. Για τη σημερινή κοινωνία, περίπου τίποτε δεν μπορεί, γι΄ αυτό είναι εκτός ελέγχου. Κυνηγάμε ένα όνειρο ζωής πέρα και πάνω από όλες τις δυνάμεις μας. Δανειζόμαστε ασταμάτητα για να το πετύχουμε. Και τελικά, όπως βλέπετε, δεν το πετυχαίνουμε, ενώ εν τω μεταξύ έχουμε χάσει και την αυτονομία, την ελευθερία μας... Γιατί; Επειδή ξοδεύουμε χρήματα που δεν έχουμε, για σκοπούς που δεν έχουμε καν σκεφθεί σοβαρά... Και εκεί η φιλοσοφία έχει να πει πάρα πολλά... Θα σας πω και ένα παράδειγμα, για να δείτε πόσο πολύ άμεση σήμερα και αληθινή είναι η αρχαία ελληνική σκέψη.

Είναι στην Αθήνα ο πρωθυπουργός της Κίνας. Και έχει δημιουργηθεί μια αίσθηση ότι κατέβηκε ο “από μηχανής θεός”, όπως στα έργα του Ευριπίδη. Η κινεζική κυβέρνηση θα αγοράσει ελληνικά ομόλογα και θα κάνει επενδύσεις στην Ελλάδα, μια χαρά λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας! Και εδώ είναι που οι Ελληνες πρέπει να θυμηθούν την πνευματική παράδοσή τους. Στον μύθο του Προμηθέα, λ.χ., λέει ο Προμηθέας ότι προτού τους δώσω τη φωτιά, την τεχνολογία, οι άνθρωποι ήταν σαν ζώα. Τους έδωσα την ικανότητα να δουν την τυφλή τους ελπίδα! Δεν είναι συγκλονιστικό; Η φιλοσοφία λοιπόν και πολλούς αφορά και μπορεί να βοηθήσει».

«ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΕ ΣΑΝ ΕΝΑ ΣΟΒΙΕΤ»
- Τι μπορεί να προτείνει η φιλοσοφία σήμερα; Ποιες εναλλακτικές λύσεις μπορεί να υπάρξουν;

«Εγώ θα έλεγα ένα μοντέλο ριζοσπαστικού φεντεραλισμού. Γιατί το πρόβλημα, όπως είπαμε, είναι πρόβλημα κλίμακας. Η ιδέα ότι ζούμε σε έναν παγκόσμιο κόσμο μάς στερεί τη δυνατότητα να σκεφθούμε το εδώ, το παρόν, αυτό που ζούμε. Αλλά για μένα η αυτονομία είναι ακριβώς αυτό: ο σεβασμός αυτού που ζούμε εμείς εδώ, αυτή τη στιγμή. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μια ριζοσπαστική μείωση του μεγέθους των κρατών, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί. Και να εξελιχθούν σε μικρότερες ομοσπονδιακές μορφές. Υπάρχουν πολλές μορφές που μπορεί να πάρει αυτό... Νιώθω παράξενα που το λέω, αλλά στην κατεύθυνση που θα είχαν τα Σοβιέτ αν δεν είχαν εξελιχθεί σε αυτό που εξελίχθηκαν...».

- Μα δεν εξελίχθηκαν διαφορετικά από ό,τι έλεγαν: το έλεγαν ότι ήταν δικτατορία, απλώς προσέθεταν και «του προλεταριάτου»...

«Πράγματι. Τέτοιες μικρότερες μορφές οργάνωσης λοιπόν, χωρίς όμως τη δικτατορία και την κατεύθυνση αυτή... Αλλά δείτε τι γίνεται στην Ευρωπαϊκή Ενωση, πόση αντίφαση υπάρχει. Τι είναι η ΕΕ; Δεν είναι μια ένωση κρατών; Τότε γιατί πρέπει να υπάρχουν όλα αυτά τα κράτη ακόμη, τη στιγμή που υπάρχει και λειτουργεί η Ενωσή τους; Εχετε σκεφθεί πόσο λάθος είναι αυτό; Και πόσα προβλήματα δημιουργεί; Στην πραγματικότητα, μας λείπει πλήρως η πολιτική φαντασία. Δεν έχουμε καθόλου...».

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

«Οι τράπεζες υπεύθυνες για την κρίση»


Πριν από λίγες ημέρες ο Ulrich Beck, διάσημος Γερμανός καθηγητής Κοινωνολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, βρέθηκε στην Αθήνα. Προσκεκλημένος της Εταιρείας Κοινωνιολογικών Ερευνών, ο «πατέρας» των θεωριών της «κοινωνίας της διακινδύνευσης» και του «κοσμοπολιτισμού» ως αναγκαίου επιστημονικο-κοινωνικού γεγονότος που σέβεται τις εθνικές και άλλες διαφορές, ανέπτυξε τις απόψεις του για τις νέες μορφές οργάνωσης του σύγχρονου κόσμου.
Η«Ε» μίλησε μαζί του και με τη συνδρομή του γενικού γραμματέα της ΕΚΕ καθηγητή Σωτ. Χτούρτη, επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τις θέσεις του:

* Το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο κυριάρχησε απόλυτα πάνω στην παλιά διάρθρωση της εργασίας. Τα εθνικά συνδικάτα για να αντιδράσουν πρέπει να αναδιοργανωθούν σε διεθνική βάση.

* Η οικονομική κρίση δημιουργήθηκε από τον καπιταλισμό, από τις μαζικές χρεοκοπίες του συστήματος και προκαλεί θεμελιώδεις αλλαγές. «Βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης χωρίς όμως επαναστατικό υποκείμενο. Μιας επανάστασης δομικής που γίνεται από τα κάτω καθώς το υπέδαφος των θεσμών της νεωτερικότητας αποσαθρώνεται».

* Υπεύθυνες της κρίσης είναι οι τράπεζες. Οι οικονομολόγοι νόμιζαν ότι μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση. Η μεγαλύτερη επιστημονική γνώση δημιουργεί όμως διαρκώς νέες αβεβαιότητες, τις οποίες πρέπει να αναγνωρίσουμε.

* Το νέο κοινωνικό μοντέλο πρέπει να περιλαμβάνει ένα βασικό εισόδημα για όλους, ως θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα.

* Πρέπει να εφεύρουμε μια κοινωνική Ευρώπη και ένα νέο τρόπο επιβολής φόρων σε διεθνικό επίπεδο.

* Εάν οι παράνομοι μετανάστες πάψουν να εργάζονται, η κοινωνία θα καταρρεύσει.

* Η ενότητα δεν απαιτεί την ομοιομορφία. Εάν οι εθνικές ταυτότητες διαλυθούν, η Ευρώπη θα χάσει την ψυχή της.

* Η κήρυξη «πολέμου» στην τρομοκρατία δεν μπορεί να λύσει ένα μη στρατιωτικό πρόβλημα.
«Βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης χωρίς όμως επαναστατικό υποκείμενο»

Μιλάτε για κοσμοπολιτισμό και κοσμοπολιτοποίηση. Πού διαφέρουν αυτές οι έννοιες;

«Ο κοσμοπολιτισμός είναι μια φιλοσοφική ιδέα που στηρίζεται στην ελληνική φιλοσοφία και θεωρεί ότι ο καθένας είναι μέρος δύο κόσμων. Ο ένας είναι ο Κόσμος της Φύσης και των Κοινών Δικαιωμάτων, ενώ ο άλλος είναι η Πόλις, που σημαίνει διαφορετικές πόλεις, διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές ταυτότητες. Είμαστε και τα δυο ταυτόχρονα. Είμαστε ίσοι και διαφορετικοί. Αυτό είναι το φιλοσοφικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε η ευρωπαϊκή σκέψη του Καντ, του Χάμπερμας και άλλων. Είναι μια σπουδαία παράδοση αλλά πολύ ιδεαλιστική, δεν συνδέεται ευθέως με τον πραγματικό κόσμο.

Στην αρχή του 21ου αιώνα συνέβη κάτι πολύ ενδιαφέρον. Το αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση. Οι κοινωνικοί επιστήμονες μιλούν για διασυνδεσιμότητα (interconnectivity). Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι με διάφορους τρόπους, μέσω του Ιντερνέτ, μέσω των αγορών, μέσω του ανταγωνισμού, μέσω των παγκόσμιων κινδύνων όπως η κλιματική αλλαγή, πέρα από σύνορα, με ένα πολύ εντατικό και εκτεταμένο τρόπο, όπως δεν ήμασταν ποτέ στο παρελθόν. Εάν δούμε όμως όλες τα συνέπειες αυτής της διασυνδεσιμότητας, θα διαπιστώσουμε ότι ο ένας τρόπος συγκρούεται με τον άλλο.

Στο εθνικό επίπεδο αποκλείουμε τους άλλους και τα άλλα έθνη, δεν χρειάζεται να νοιαζόμαστε γι' αυτά. Αλλά, ξαφνικά, είναι σημαντικό, για παράδειγμα, το πώς οι μάνατζερ τραπεζών στην Αμερική παίρνουν αποφάσεις, γιατί αυτές επηρεάζουν όλον τον κόσμο, ή ακόμα το πώς οι Κινέζοι συμπεριφέρονται σε σχέση με την κλιματική αλλαγή».

Τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη;

«Οι αποφάσεις που παίρνουν οι άλλοι αποτελούν πλέον μέρος τη δικής μας ζωής, είτε το θέλουμε είτε όχι, και είναι μάλιστα μια δομική διαδικασία που δεν έχει σχέση με την ατομική μας δράση και τη συνειδητοποίηση των πράξεών μας. Συμβαίνει ξαφνικά και είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση που ξετυλίγεται από κάτω. Εχει στοιχεία του κοσμοπολιτισμού, αλλά μόνο στοιχεία. Ενα στοιχείο είναι ότι δεν μπορούν να αποκλεισθούν πια οι Αλλοι, όπως νομίζαμε παλιά σε εθνικό επίπεδο. Αυτή η διαδικασία κοσμοπολιτοποίησης έχει σοβαρές συνέπειες που επηρεάζουν το κράτος, την οικονομία, το δίκαιο, τη μετανάστευση και βέβαια συνολικά τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε.

Οι πολίτες δεν γίνονται κοσμοπολίτες λόγω της κοσμοπολιτοποίησης, το αντίθετο. Οι πολίτες επιζητούν να επιβεβαιώσουν την εθνική και θρησκευτική τους ταυτότητα γιατί τη θεωρούν πιο σημαντική. Λόγω της σύγκρουσης με τους Αλλους φτιάχνουμε νέα σύνορα, νέους κόσμους, νέες ταυτότητες.

Επομένως η κοσμοπολιτοποίηση είναι κοινωνικο-επιστημονικό γεγονός που αλλάζει πολλά πράγματα, αλλά δεν σημαίνει ότι ο κόσμος γίνεται «κοσμοπολίτικος» με συνειδητό τρόπο, όπως οι φιλόσοφοι ελπίζουν, αλλά είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά λόγω αυτής της παγκόσμιας διασυνδεσιμότητας».

Πώς διαμορφώνεται, σήμερα, η κοινωνία της διακινδύνευσης;

«Εξετάζοντας την ιστορία της εκβιομηχάνισης βλέπουμε να αντικαθίστανται οι κίνδυνοι που προέρχονται από έξω, για παράδειγμα από τη φύση, τους θεούς κ.λπ., με κινδύνους που δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους. Εκτοτε η θεωρία του κινδύνου έχει γίνει εσωτερική και είναι πλέον θέμα προσωπικών αποφάσεων ή θεσμικών επιλογών. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται από τους θεούς και τη φύση αλλά είναι μέρος της προόδου, αποτελεί τη σκιά της προόδου. Τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν γιατί γινόμαστε συνεχώς πιο ισχυροί και τελικά χάνουμε τον έλεγχο».

Είμαστε δηλαδή τελείως αδύναμοι;

«Αυτό ακριβώς λέει η θεωρία της διακινδύνευσης. Προσπαθούμε να ελέγξουμε τις συνέπειες τού εκμοντερνισμού χρησιμοποιώντας πολλούς θεσμικούς τρόπους, όπως αναλύσεις κινδύνων, ασφάλειες και άλλους μηχανισμούς πρόβλεψης. Είμαστε προετοιμασμένοι για ατυχήματα, τα οποία αισθανόμαστε ικανοί να χειριστούμε. Ωστόσο, ενώ γινόμαστε τόσο ισχυροί στην παραγωγή μοντέρνων ιδεών και νέας τεχνολογίας, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι θα συμβεί. Περισσότερη επιστημονική γνώση, περισσότερος έλεγχος των πραγμάτων δημιουργούν νέες μορφές αβεβαιότητας. Για παράδειγμα, η τωρινή οικονομική κρίση. Οι οικονομολόγοι ήταν τόσο σίγουροι ότι ήξεραν τα πάντα και ότι όλα ήταν υπό έλεγχο, ωστόσο αυτή η κατασκευασμένη βεβαιότητα έγινε η αιτία της καταστροφής, επειδή κανείς δεν μιλούσε για όλα αυτά. Οι τράπεζες είναι οι κυρίως υπεύθυνες, αλλά οι οικονομολόγοι έλεγαν ότι μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση. Πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε ότι δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουμε και πρέπει να αναγνωρίσουμε την αβεβαιότητά μας, να γίνουμε πιο προσεκτικοί σε όλα τα επίπεδα».

Ποιοι είναι σήμερα οι μεγάλοι βασικοί κίνδυνοι;

«Υπάρχουν διαφορετικές συλλογιστικές για τους παγκόσμιους κινδύνους. Οι κλιματικές αλλαγές είναι μια συλλογιστική που συνδέεται με το περιβάλλον και ο καθένας μας αποτελεί μέρος αυτού του κινδύνου, γιατί είναι μέρος της φύσης. Πρόκειται για συλλογική μετάφραση αυτού του κινδύνου.

Η οικονομική κρίση είναι διαφορετική. Δημιουργήθηκε από τον καπιταλισμό, από μαζικές χρεοκοπίες του συστήματος, αλλά οι κίνδυνοι και οι καταστροφές αυτές μπορούν να εξατομικευτούν. Μπορεί να χρεοκοπήσεις ως άτομο ή ως επιχείρηση και αυτό να αποδοθεί σε έθνη.

Αυτά τα δύο είδη κινδύνων αποτελούν μέρος άγνωστων παρενεργειών και δεν είναι εσκεμμένες καταστροφές. Αντίθετα, οι τρομοκράτες επιδιώκουν ηθελημένες καταστροφές. Χρησιμοποιούν το "ευάλωτο" της σύγχρονης κοινωνίας για να δημιουργήσουν την εικόνα του κινδύνου. Ωστόσο, σε αυτό δεν έχουμε καλές απαντήσεις. Το ότι μας ψάχνουν στα αεροδρόμια, για παράδειγμα, απλά μάς κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα, λίγο πιο ασφαλείς. Μια νέα τρομοκρατική επίθεση όμως δεν θα εμποδιστεί από αυτή την αντιμετώπιση».

Παίρνουμε όμως μέτρα που στρατιωτικοποιούν τη κοινωνία και θίγουν ανθρώπινα δικαιώματα.

«Υπάρχει επίσης εδώ μια αντίφαση όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα. Η απειλή της τρομοκρατίας χρησιμοποιείται από τις συντηρητικές κυβερνήσεις για αναδιοργάνωση του στρατού. Οταν έγινε η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, σοκαρίστηκα από τη λέξη "πόλεμος" που χρησιμοποίησε ο Μπους. Γιατί ο όρος αυτός έχει μεταφορική σημασία στην αμερικανική πολιτική. Μπορεί, για παράδειγμα, να μιλήσει κανείς για τον "πόλεμο" κατά της φτώχειας. Αλλά όταν τον χρησιμοποίησε ο Μπους είχα την αίσθηση ότι το εννοούσε. Αυτό ωστόσο αναμιγνύει διαφορετικούς αιώνες. Στον πόλεμο υπάρχει ένας εχθρός που μπορείς να αναγνωρίσεις, στρέφεσαι κατά συγκεκριμένου κράτους και στρατού που ξέρεις τι όπλα έχει και του οποίου οι στρατιώτες δεν θέλουν να πεθάνουν. Εδώ έχουμε τελείως διαφορετική κατάσταση. Οι "στρατιώτες" αυτοί, αντίθετα, θέλουν να σκοτωθούν. Δεν μπορείς να τους απειλήσεις, δεν ξέρεις πού ακριβώς βρίσκονται και δεν φοράνε στολές. Είναι μεγάλο λάθος να το ονομάζεις αυτό πόλεμο, που σημαίνει πόλεμο κατά συγκεκριμένου κράτους και στρατού. Η τρομοκρατία είναι ένα διεθνικό δίκτυο και εσύ θέλεις να το νικήσεις στο Αφγανιστάν. Αλλά δεν το έχεις νικήσει σε κανένα κράτος, γιατί η τρομοκρατία δεν είναι στρατιωτικό ζήτημα. Είναι περισσότερο θέμα μυστικών υπηρεσιών, αστυνομικής δράσης και συνεργασίας μεταξύ των κρατών».

Λέτε ότι το κεφάλαιο κρατά για τον εαυτό του το δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες. Είναι πλέον απόλυτα κυρίαρχο;

«Η διάκριση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (ιδίως με την έννοια των εργατικών σωματείων) έχει αλλάξει. Το κεφάλαιο έχει νέους χώρους για δράση. Διεθνείς οργανισμοί, εξαγωγή εργατικών θέσεων, μη καταβολή φόρων στη χώρα παραγωγής. Το νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον δίνει στο κεφάλαιο πολλές δυνατότητες.

Η εργασία και τα συνδικάτα, από την άλλη, περιορίζουν τον εαυτό τους. Προσδιορίζονται από τα σύνορά τους και είναι εθνικά οργανωμένα. Στο Ινστιτούτο μου στο Μόναχο αναζητούμε τις επιπτώσεις από την εξέλιξη αυτή, δηλαδή τους χαμένους και τους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ανταγωνισμός προσδιορίζεται πρωταρχικά όχι από τη δράση των εργατών, αλλά από τους διαφορετικούς τύπους παραγωγής. Από τη μια έχουμε τους τύπους παραγωγής και οικονομίας που αυτοπροσδιορίζονται ως συνοριακά πεπερασμένες, ενώ, από την άλλη, όσοι επιδιώκουν να βγάλουν κέρδος οργανώνουν τη δράση τους σε διεθνή κλίμακα. Παρατηρούμε επίσης ότι όσο περισσότερη δύναμη έχουν τα εργατικά συνδικάτα, τόσο λιγότερο ευέλικτα και ανοικτά είναι στη διεθνική οργάνωση της παραγωγής. Αυτό συμβαίνει με τα γερμανικά συνδικάτα, που είναι αρκετά ισχυρά. Νομίζω όμως ότι μπορεί να υπάρξει πλήρης αλλαγή του πλαισίου αναφοράς και του τρόπου σκέψης των εργατών και των συνδικάτων τους. Αρκεί να "μεταφράσουμε", να προσδιορίσουμε δηλαδή την εργασία, όχι μόνο σε εθνικό αλλά σε διεθνές επίπεδο, πράγμα ασφαλώς δύσκολο».

Πρακτικά, μιλάτε για υπερ-εθνική οργάνωση των εργαζομένων;

«Το να οργανώσεις διεθνική εργατική αλληλεγγύη, να ενδιαφέρεσαι και να οργανώνεις διεθνώς τους Ευρωπαίους εργάτες, λαμβάνοντας υπόψη τούς διαφορετικούς εθνικούς ανταγωνισμούς, θα ήταν νομίζω ένα σημαντικό θέμα για το εργατικό κίνημα. Ενας πιθανός διεθνικός συνδυασμός καταναλωτή και εργαζόμενου θα μπορούσε να είναι πολύ ισχυρή αντίδραση απέναντι στο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο».

Η εργασία, όπως την ξέραμε ώς τώρα, ηττήθηκε λοιπόν κατά κράτος από το διεθνοποιημένο κεφάλαιο;

«Αυτή είναι η προοπτική, και τα εργατικά σωματεία και οι εργάτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η ευελιξία και η απο-επαγγελματοποίηση της εργασίας είναι ήδη μια παράγωγη συνέπεια της δικής τους χαμένης δύναμης. Αυτό θα συνεχίζεται διαρκώς και αν δεν βρεθεί τρόπος να αναδιοργανωθεί η εργασία σε διεθνικό επίπεδο, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη πιο δύσκολα».

Τι εννοείτε;

«Για παράδειγμα, μαζί με άλλους, σκεφτόμαστε ένα κοινωνικό μοντέλο το οποίο θα οδηγεί σε ένα βασικό εισόδημα για τον καθένα, κάτι το οποίο θα αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα. Ασφαλώς, σε κάποια έκταση, το έχουμε ήδη σήμερα με τη μορφή της κοινωνικής ασφάλισης. Θα έχουμε λοιπόν ένα βασικό εισόδημα για τον καθένα και οι πολίτες θα γίνουν περισσότερο ευέλικτοι στο τι θέλουν να κάνουν και τι όχι. Στην πράξη, θα μπορούσε να είναι ένα νέο είδος ελευθερίας. Ελευθερία να επιλέξεις ένα νέο τρόπο ζωής, να είσαι για παράδειγμα πατέρας ή μητέρα για κάποιο διάστημα και να ζεις με το βασικό εισόδημα και εάν θέλεις μετά, να κάνεις κάτι άλλο για να διατηρήσεις ή να αλλάξεις ένα συγκεκριμένο lifestyle.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που λένε ότι κάτι τέτοιο είναι καλή ιδέα. Εχουμε πολλές θετικές δυνατότητες στην εργασία. Ισως είναι η ώρα να ξανασκεφτούμε το μοντέλο της απασχόλησης και όχι μόνο να αρκούμαστε στην ιδέα ότι όλοι πρέπει να επιβιώνουν αποκλειστικά μέσα στην αγορά εργασίας, η οποία έτσι κι αλλιώς είναι ένας μηχανισμός που παράγει πολύ στρες στην κοινωνία».

Η οικονομική κρίση είναι προάγγελος της κατάρρευσης του σημερινού οικονομικού συστήματος;

«Είναι μια κρίση που προκαλεί θεμελιώδεις αλλαγές. Πρακτικά, οι αλλαγές αυτές ήδη συμβαίνουν. Από κοινωνιολογική σκοπιά θα έλεγα ότι ζούμε σε μια εποχή που την αποκαλώ "ανακλαστικό μοντερνισμό". Αυτό σημαίνει ότι η ριζοσπαστικοποίηση της νεωτερικότητας παράγει συνέπειες που υπονομεύουν τους ίδιους τους θεσμούς της νεωτερικότητας. Αυτό συμβαίνει στο κράτος πρόνοιας, στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης. Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πλέον την κοινωνική ασφάλιση, όπως ήταν πριν, σε εθνικό επίπεδο. Ισως πρέπει να εφεύρουμε μια κοινωνική Ευρώπη, και θα πρέπει να εφεύρουμε ένα νέο τρόπο επιβολής φόρων σε διεθνικό επίπεδο. Δεν είναι όμως καθόλου εύκολη η συνεργασία των εθνικών κρατών σε αυτά τα ζητήματα.

Την ίδια στιγμή, οι συνέπειες των κλιματικών αλλαγών έχουν τεράστια επιρροή στον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, στο πώς πρέπει να αναφερόμαστε στους άλλους, π.χ. στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και στον τρόπο ζωής μας, δημιουργώντας μεγάλες ανισότητες.

Πρακτικά, βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης, χωρίς όμως επαναστατικό υποκείμενο. Η επανάσταση απλά συμβαίνει, ως δομικό φαινόμενο, επειδή το υπέδαφος (background) των θεσμών αποσαθρώνεται, εξαιτίας των συνεπειών του εκμοντερνισμού. Μέχρι τώρα νομίζαμε ότι η επανάσταση οφείλεται σε κάποιο κίνημα ή κόμμα, αλλά τώρα οι συνθήκες ζωής παράγουν ένα είδος επαναστατικών αλλαγών».

Στην Ελλάδα η μετανάστευση μας κάνει να φοβόμαστε τη διαφορά, τον ανόμοιο «Αλλο». Απειλούνται τελικά τα έθνη, όπως τα γνωρίζαμε ως τώρα;

«Πρώτα απ' όλα, εμείς οι Γερμανοί δεν έχουμε καθόλου σύνορα. Σύνορα έχετε εσείς οι Ελληνες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί. Το θέμα των συνόρων και της μετανάστευσης συνδέεται με την έλλειψη εργατικών χεριών και δημιουργεί ανισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρώπης. Είναι απόλυτα κατανοητό ότι οι παρενέργειες της παράνομης μετανάστευσης, η σύγκρουση με τον "Αλλο", αναστατώνει τους ανθρώπους.

Θα σας πω ένα παράδειγμα που συνέβη στο Παρίσι. Ξαφνικά μια ομάδα 200 παράνομων μεταναστών, κατέλαβαν μια αποθήκη στο κέντρο. Δεν κρύβονταν πια, έκαναν διαδηλώσεις και διεκδικούσαν νομιμοποίηση. Ο Σαρκοζί αντιτίθεται στην παράνομη μετανάστευση, ωστόσο δεν έστειλε την αστυνομία, κι αυτό γιατί στη Γαλλία υπάρχει παράδοση κοινωνικών αγώνων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία συνδέεται με την εθνική τους ταυτότητα. Υπάρχει όμως εδώ ένα παράδοξο. Η παρανομία έγινε ορατή στο κράτος, το οποίο όμως δεν επιτέθηκε. Αυτό δεν θα συνέβαινε στη Γερμανία, ακόμη περισσότερο στην Ιταλία».

Ποια είναι η θέση των μεταναστών στα ευρωπαϊκά κράτη σήμερα;

«Η γαλλική υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα γιατί το θέμα της παράνομης μετανάστευσης απασχόλησε και τα πανίσχυρα εργατικά σωματεία. Είναι γεγονός ότι εάν οι παράνομοι μετανάστες σταματήσουν να εργάζονται στο εξής, η κοινωνία θα καταρρεύσει. Επειδή δεν συνειδητοποιούμε πόσο λειτουργικοί είναι οι μετανάστες. Ακριβώς λόγω της παρανομίας τους δεν κοστίζουν πολύ αλλά κάνουν όλες τις δουλειές που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της οικογένειας και της γραφειοκρατίας.

Ας μην ξεχνάμε, για παράδειγμα, ότι και ο συμβιβασμός μας για την ισότητα ανδρών και γυναικών χρειάζεται παράνομους μετανάστες, εάν θέλουμε μια οικογένεια όπου και ο άνδρας και η γυναίκα κάνουν ταυτόχρονα καριέρα. Εάν υπάρχει ένα τεστ, μια δοκιμασία, για τη σχέση του κοσμοπολιτισμού με το έθνος και την Ευρώπη, αυτό το τεστ είναι οι μετανάστες».

Κινδυνεύει η εθνική ταυτότητα των Ευρωπαίων;

«Υπάρχει μια παρανόηση. Εγώ μιλώ για τη διαφορά μεταξύ ενότητας και ομοιομορφίας. Η ενότητα δεν χρειάζεται ομοιομορφία. Ευρώπη σημαίνει αναγνώριση των διαφορών κι αυτό κάνει την Ευρώπη ν' ανθεί, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ασφαλείς με την ταυτότητά τους. Εάν αυτές οι ταυτότητες διαλυθούν, η Ευρώπη θα χάσει την ψυχή της, κι αυτό πρέπει να αναγνωριστεί σε κάποια έκταση. Υπάρχουν πολλές μορφές ενσωμάτωσης στην Ευρώπη. Υπάρχει το ευρώ, οι χώρες που δεν είναι στη ζώνη του ευρώ, στη ζώνη του Σένγκεν υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση στα ζητήματα ασφάλειας. Πρόκειται για συντονισμό των διαφορών και όχι ομοιότητα. Αυτό αποτελεί πράγματι την ιδέα της κοσμοπολιτοποίησης».

Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο μήνυμα;

«Είναι πολύ εύκολο να είσαι πεσιμιστής. Αρκεί να διαβάσεις τις εφημερίδες. Είναι δύσκολο για τους διανοούμενους να δώσουν κάποιο αισιόδοξο μήνυμα. Η δική μου ιδέα για τον κοσμοπολιτισμό, ο ορισμός της πολιτικής και της ταυτότητας, έχει στοιχεία αισιόδοξης οπτικής. Νομίζω ότι υπάρχει τόσο πολύ σύγχυση και αβεβαιότητα, ώστε η υποχρέωση των διανοουμένων και των κοινωνικών επιστημόνων είναι να προσπαθήσουν να φτιάξουμε μερικά σημεία και να ανοίξει συζήτηση γι' αυτά. Δεν αποφασίζουμε εμείς για το πού πηγαίνει ο κόσμος. Απλώς δίνουμε κάποιες ιδέες. Αυτή η αναδιατύπωση του κοσμοπολιτισμού στην παγκόσμια εποχή, θα μπορούσε να είναι μια σπουδαία συνεισφορά». *
ΧΡ.ΖΕΡΒΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΟΙΑ 21/11/2009

Ζητούμενο σήμερα είναι η ισότητα, όχι η ελευθερία


Ο Αλέν Μπαντιού βρέθηκε στην Αθήνα για το διεθνές συνέδριο «Ο Αλέν Μπαντιού και οι όροι της φιλοσοφίας». Τον συναντήσαμε στη Βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας.
Προτείνετε μία εκ νέου ανάγνωση του Πλάτωνα. Πόσο επίκαιρη είναι η σκέψη του για τις σύγχρονες δημοκρατίες;

«Στην πλατωνική φιλοσοφία η πολιτική δεν μπορεί να είναι απλώς μία διαχείριση των οικονομικών και των διπλωματικών υποθέσεων. Ο Πλάτων θεωρεί ότι η μοίρα και το πεπρωμένο του συνόλου άπτεται της σκέψης και της φιλοσοφίας. Οι δημοκρατικές μας κυβερνήσεις ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την οικονομική ευδοκίμηση και ευμάρεια. Αλλά αυτό δεν προσδίδει νόημα στον συλλογικό βίο».

Εχει γραφεί κατά κόρον ότι το πλατωνικό πολιτικό κοσμοείδωλο είναι κλειστό, αριστοκρατικό, αυταρχικό. Τι έχετε να αντιτάξετε;

«Πρέπει να εφεύρουμε έναν παγκοσμιοποιημένο Πλάτωνα. Η πολιτική πρέπει να έχει σχέση με τη γνώση κι όχι μόνο με τη γνώμη. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια δικτατορία της κοινής γνώμης, κάτι που ο Πλάτων είχε αντιληφθεί. Σε αντίθεση, όμως, με τον αρχαίο φιλόσοφο, πρέπει να διατηρήσουμε την ιδέα της δημοκρατίας και να τη μεταλλάξουμε βαθιά».

Γιατί πιστεύετε ότι έχει συρρικνωθεί η μορφή του διανοούμενου που εναντιώνεται;

«Μεγάλος αριθμός διανοουμένων, ήδη από τα τέλη του 1980, εγκατέλειψε την ιδέα μιας βαθιάς πολιτικής αλλαγής. Σωστά άσκησαν κριτική εναντίον των τρομοκρατικών και γραφειοκρατικών κρατών. Θεώρησαν, όμως, καλό να εγκαταλείψουν και το αίτημα της χειραφέτησης. Η φιλοσοφία δεν έχει λόγο ύπαρξης, εάν δεν ασκήσει κριτική στις επικρατούσες γνώμες και απόψεις».

Εκτιμάτε ότι οι διανοούμενοι έχουν γίνει «αναλώσιμα προϊόντα» από τα μίντια;

«Μια πλευρά της ήττας των διανοουμένων είναι ότι έπαιξαν το παιχνίδι των μίντια, υποτασσόμενοι στον πειρασμό της εξουσίας. Τουλάχιστον ο φιλόσοφος πρέπει να αντισταθεί και να παραμείνει ελεύθερος από οποιαδήποτε εξουσία».

Ακόμη και να βγει στους δρόμους;

«Ναι, αν είναι απαραίτητο».

Αν ξεκίναγε μια επανάσταση, ίσως θα σας βλέπαμε στις τάξεις της;

«Σίγουρα. Αλλά δεν νομίζω ότι θα γίνει άμεσα (γελάει). Σήμερα η ιδέα της επανάστασης είναι σκοτεινή και ασαφής. Γι' αυτό η σύλληψη της έννοιας "επανάσταση" πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σκέψης, όπου θα επανατίθεται η σχέση της με τη βία. Η μόνη θεμιτή βία, που μπορεί να ασκηθεί, είναι για να αμυνθεί κανείς».

Τι έχετε να σχολιάσετε για τις «βελούδινες» επαναστάσεις στην Τσεχία ή στην Ουκρανία;

«Οδήγησαν τις κοινωνίες αυτές στον σύγχρονο καπιταλισμό».

Δεν απέκτησαν, όμως, περισσότερες ελευθερίες;

«Πήραν την άγουσα του σύγχρονου καπιταλισμού και αυτός δεν οδηγεί σε ελευθερίες. Το πιο σημαντικό πολιτικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών, όμως, δεν είναι το θέμα της ελευθερίας, αλλά το θέμα της ισότητας».

Εκτιμάτε ότι οι πλούσιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν τις φτωχές ως δορυφόρους, με ό,τι σημαίνει αυτό;

«Υπάρχει όντως μία ομάδα μεγάλων δυνάμεων, στο εσωτερικό των οποίων υπάρχουν ολιγαρχίες πολιτικές και μιντιακές, οι οποίες ασκούν την εξουσία».

Οι οικονομικά ισχυρές χώρες προσπαθούν να κρύψουν τα προβλήματά τους «κάτω από το χαλί» εντός της επικράτειάς τους ή να τα εξαγάγουν μέσω πολέμων στο εξωτερικό;

«Τα σοσιαλιστικά κράτη του εικοστού αιώνα οργάνωσαν πολύ μεγάλη βία στο εσωτερικό τους, ενώ οι δυτικές δημοκρατίες την εξήγαγαν στο εξωτερικό. Εχουμε μια τάση να ασκούμε κριτική στην εσωτερική βία, ξεχνώντας την εξωτερική».

Ο Νικολά Σαρκοζί προχωράει σε μια αναβίωση του θατσερισμού με σαρκοζιστικά στοιχεία;

«Ασκεί μια πολιτική αντίστοιχη μ' αυτή της Θάτσερ και του Μπερλουσκόνι. Εχουμε μια κατάσταση αστυνόμευσης, που είναι θεμελιωμένη στην καταστολή των ξένων εργατών».

Φοβάστε την επανάκαμψη του φασισμού στην Ευρώπη ως εφιάλτη;

«Ο φασισμός βρισκόταν σε διαλεκτική σχέση με τον κομμουνισμό. Αρα, δεν φαντάζομαι να υπάρξει μια επιστροφή του φασισμού».

Το κίνημα του ισλαμισμού πόσο επαναστατικό και πόσο τρομοκρατικό είναι;

«Το ισλαμικό κίνημα δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε επαναστατικό, γιατί η επανάσταση αποσκοπεί στην παγκόσμια χειραφέτηση. Μ' αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε επαναστατικό. Η τρομοκρατική πράξη, η οποία βασικά ενοχοποιεί τον μουσουλμανικό κόσμο, είναι δείγμα ότι δεν υπάρχει παγκόσμια διάσταση σ' αυτό το κίνημα».

Πριν από λίγες μέρες γιορτάζαμε τα είκοσι χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Ωστόσο, τα τείχη δεν έπεσαν ακόμη στο Ισραήλ ή στην Κύπρο. Το σχόλιό σας;

«Τείχος χωρίζει και τις ΗΠΑ από το Μεξικό. Μπορούμε να πούμε ότι το Τείχος του Βερολίνου δεν ήταν το τελευταίο».
Β.ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23/11/2009

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Το νόημα του 1989

Ποια θα είναι η τύχη του κομμουνιστικού ιδεώδους μετά την ιστορική ήττα που σηματοδοτεί η πτώση του Τοίχους το 1989; Απαντάει ο γάλλος ιστορικός Φρανσουά Φιρέ
Το ακόλουθο κείμενο του γάλλου ιστορικού Φρανσουά Φιρέ (1927-1997) δημοσιεύτηκε το 1994 σε ειδικό αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια από την ίδρυση του περιοδικού «Le Noubel Observateur», του οποίου ο Φιρέ υπήρξε τακτικός συνεργάτης.

Η ιστορία θα πει αναμφίβολα ότι μεταξύ των μεγάλων διανοητικών και πολιτικών υποχρεώσεων, που ανέλαβε το περιοδικό «Le Noubel Observateur» εδώ και τριάντα χρόνια, η κριτική του κομμουνισμού εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή. Δεν είναι το μικρότερο παράδοξο, ούτε και η μικρότερη τιμή αυτού του περιοδικού της αριστεράς, το ότι διατήρησε αυτή την πορεία πλεύσης στο εσωτερικό μιας αριστεράς, στην οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα απολάμβανε μια τόσο ευρεία απήχηση και διέθετε τόσο σημαντικό κύρος.

Αυτή η ελευθερία πνεύματος θα μας είναι ακόμα περισσότερο αναγκαία σε αυτό το τέλος του αιώνα από όσο μας ήταν στα τελευταία τριάντα χρόνια. Γιατί μολονότι σήμερα για το γρήγορο και πλήρες ναυάγιο του σοβιετικού κομμουνισμού βασιλεύει η σιωπή, που ακολουθεί τις μεγάλες καταρρεύσεις, παραμένει το καθήκον να αποκρυπτογραφηθούν το νόημα και η σημασία αυτής της καταστροφής. Πρέπει να κατανοήσουμε το γιατί έγινε η κατάρρευση και με τόσο παράξενο τρόπο, σχεδόν σαν να προετοιμάστηκε από τον τελευταίο ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης.

Υπάρχει όμως ένα μυστήριο ακόμα πιο βασανιστικό, επειδή μας παραπέμπει στο μέλλον, και είναι το να μάθουμε τι θα απογίνει το κομμουνιστικό ιδεώδες, τώρα που αυτό στερήθηκε την εδαφική του ενσάρκωση: Θα γίνει το σάβανο μιας νεκρής ελπίδας, το τέλος μιας εποχής, ή θα γίνει το ανανεωμένο εργαλείο ενός νέου μεσσιανισμού, απαλλαγμένου από τη ρωσική υποθήκη;

Αν το κομμουνιστικό ιδεώδες υπήρξε τόσο ισχυρό και τόσο οικουμενικό στον 20ό αιώνα, αν αυτό πέρασε με τόση δύναμη τα σύνορα της Σοβιετικής Ενωσης για να γίνει ο σοβιετικός μύθος ισχυρός παντού, τόσο στη Δύση όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αυτό συνέβη επειδή είναι μια ιδέα για την οικουμενικότητα των ανθρώπων, χριστιανικής και δημοκρατικής προέλευσης, απαλλαγμένη όμως από την ιστορική της σύνδεση με τον καπιταλισμό.

Το κομμουνιστικό ιδεώδες συνδέεται αδιαχώριστα με τη σύγχρονη δημοκρατία. Λειτούργησε ως η άλλη όψη της, ο έλεγχος της συνείδησής της, το μέλλον της, όπως μπορούμε να το δούμε στην ευρωπαϊκή ιστορία μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Είναι στο βάθος, παρά τις προσπάθειες του Μαρξ να το μετατρέψει σε αναγκαιότητα, μια πίστη, ένα ηθικό ιδεώδες του μέλλοντος.

Αν θέλουμε να αντιληφθούμε τη δύναμη αυτής της πίστης, αρκεί να δούμε, για παράδειγμα, το πώς το κομμουνιστικό ιδεώδες δεν έπαψε να επιδιορθώνεται από τους θιασώτες του, προκειμένου να επιβιώσει από τις διαψεύσεις της εμπειρίας. Θα είχε ενδιαφέρον να γραφεί η ιστορία της διαδοχής των «ρεβιζιονισμών», που σημαδεύει τη ζωή της μαρξιστικής διανόησης, με μοναδικό σκοπό να διασώσουν το κομμουνιστικό ιδεώδες από τις τραγωδίες που το έχουν εκθέσει. Ομως, το καινούριο στοιχείο της κατάστασης, μετά το 1989 στην Κεντρική Ευρώπη και μετά το 1991 στην πρώην Σοβιετική Ενωση, συνδέεται με το ότι η κατάρρευση του κομμουνισμού, με τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώθηκε, κλείνει τον δρόμο σε κάθε ρεβιοζιονισμό.

Ο Ντούμπτσεκ στην εξουσία στην Πράγα θα μπορούσε να ενσαρκώνει έναν άλλο κομμουνισμό, αλλά όχι ο Χάβελ. Ο Γκορμπατσόφ στη Μόσχα διατήρησε επί μακρόν αυτή την αμφισημία, αλλά αυτή δεν υπάρχει πλέον επί Γέλτσιν. Πάνω στα ερείπια των κομμουνιστικών καθεστώτων δεν εμφανίζεται τίποτε άλλο εκτός από το γνωστό ρεπερτόριο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντί να είναι μια εξερεύνηση του μέλλοντος, η σοβιετική εμπειρία δεν είναι πλέον παρά μια παρένθεση στην πορεία προς τα μπρος της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Από αυτό όμως προκύπτει επίσης ότι εμείς ζούμε ήδη σε ένα κλειστό πολιτικό σύμπαν, χωρίς κανέναν άλλο ορίζοντα εκτός από τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Κατάσταση εντελώς νέα, αν πάρουμε υπόψη μας ότι, εδώ και δύο αιώνες, η πολιτική στην Ευρώπη δεν έπαψε να τροφοδοτείται με ιδέες και πάθη από τις ριζοσπαστικές κριτικές του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας στο όνομα μιας πιο οργανωμένης ή πιο αδελφικής κοινωνίας: στα δεξιά ήταν η νοσταλγία των ιεραρχιών, στα αριστερά ήταν η ελπίδα του σοσιαλισμού. Σήμερα και η μια και η άλλη είναι νεκρές. Να 'μαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι να ζούμε στον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Η σύγχρονη δημοκρατία μπορεί να ζήσει χωρίς επαναστατική ουτοπία, δηλαδή χωρίς την άρνηση του εαυτού της; Από όλα τα καθεστώτα που εμφανίστηκαν στην ιστορία, η δημοκρατία είναι εκείνο που εκδηλώνει την πιο ισχυρή τάση να κατασκευάζει εχθρούς ακόμη και μεταξύ αυτών που ευεργετεί. Αυτή τροφοδοτεί από τη φύση της μια πλειοδοσία που έχει αναλυθεί από τον Τοκβίλ: όσο περισσότερο προοδεύει η ισότητα των ανθρώπων τόσο περισσότερο το συναίσθημα ή η μνησικακία που συνδέονται με την ανισότητα μεγαλώνουν. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη δημοκρατία συνδέεται αδιαχώριστα, όχι μόνον με το πάθος για την ισότητα, αλλά και με μια κλίση προς μιαν ουτοπική θεώρηση της ιστορίας.

Στον εικοστό αιώνα το κομμουνιστικό κίνημα ήταν εκείνο που κατηύθυνε αυτές τις συγκινησιακές διαθέσεις. Σήμερα που το τίμημα που πληρώθηκε στην ουτοπία βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, βρισκόμαστε απλώς σε μια προσωρινή περίοδο «μυθολογικής αμπώτιδος», σύμφωνα με την έκφραση του Εντγκάρ Μορέν, και αν ναι, ποιες νέες μυθολογικές επενδύσεις εμφανίζονται στον ορίζοντα; Ή μήπως το τέλος του κομμουνισμού τερματίζει έναν ιστορικό κύκλο που άνοιξε πριν από δύο αιώνες η Γαλλική Επανάσταση και, αν αυτό συμβαίνει, ποια θα είναι τα επίμαχα ζητήματα της δημοκρατικής πολιτικής; *
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/10/2009

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

«Τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να επιτηρούν τις κυβερνήσεις»


Είναι ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς φιλοσόφους της εποχής μας. Ακόμη, θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του αγγλοσαξονικού ρεπουμπλικανισμού, φιλοσοφικού ρεύματος που αντιτίθεται στον νεοφιλελευθερισμό. Στη συνέντευξή του στην «Ε», ο Φίλιπ Πέτιτ εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται την έννοια της ελευθερίας, μιλά για τον Θαπατέρο, τον Λίνκολν, τον Μοντεσκιέ και επισημαίνει με έμφαση ότι ο εκδημοκρατισμός μιας κοινωνίας ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πώς αυτή αντιμετωπίζει τους φυλακισμένους της
«Πιστεύω ότι όντως η ιρλανδική καταγωγή μου με επηρέασε στο θέμα αναζήτησης μιας θεωρίας για την ελευθερία», παραδέχεται ο σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος Φίλιπ Πέτιτ (βλ. και το βιβλίο του «Θεωρία της ελευθερίας», εκδ. Πόλις)

Θαπατέρο και Πέτιτ συζητούν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους
Πώς σχετιστήκατε με τον Θαπατέρο;

«Οταν ο κ. Θαπατέρο ανέβηκε στην εξουσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ήθελε πολύ να ενοποιήσει τις σοσιαλδημοκρατικές ιδέες γύρω από κάποιες βασικές αρχές. Και ανακάλυψε το βιβλίο μου "Ρεπουμπλικανισμός", στο οποίο προσπαθώ να προσεγγίσω την έννοια της ελευθερίας μέσα από την παράδοση της ΑΘήνας, της Ρώμης, τους μεσαιωνικούς χρόνους κ.λπ. Οταν ήρθε στην εξουσία τον Μάρτιο του 2004, με κάλεσε να δώσω μια διάλεξη στη Μαδρίτη, πάνω στις αρχές της ρεπουμπλικανικής σοσιαλδημοκρατίας. Εγώ, κατά τη διάρκεια του λόγου μου, είπα ότι τα πράγματα για έναν φιλόσοφο είναι ευκολότερα από ό,τι για έναν πολιτικό, γιατί ο φιλόσοφος μιλά για τις θεωρητικές αρχές αλλά ο πολιτικός πρέπει να τις εφαρμόσει. Μάλιστα γύρισα και απευθυνόμενος στον κ. Θαπατέρο, που στεκόταν δίπλα μου, του είπα: «Εσύ θα βρεις δυσκολίες σε αυτή σου την προσπάθεια». Εκείνος αντιμετώπισε την παρατήρησή μου με ενθουσιασμό, θεωρώντας την πρόκληση. Και με προσκάλεσε δημόσια, μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο κοινό, να αξιολογήσω τη διακυβέρνησή του. Εξι μήνες πριν από τις επόμενες εκλογές κυκλοφόρησε το βιβλίο μου για τον Θαπατέρο, με μια μεγάλη συνέντευξή του. Αλλά την περίοδο που έγραφα το βιβλίο δεν τον συμβούλευα γιατί, προκειμένου να τον αξιολογήσω, έπρεπε να κρατήσω μια απόσταση από εκείνον. Θεώρησα ότι η πρώτη του θητεία στην κυβέρνηση ήταν αξιοσημείωτη κι έτσι ο Τύπος έγραψε ότι του έβαλα 9/10. Υστερα από αυτά, έγινα σύμβουλός του, θα τον συναντήσω μάλιστα τον Ιούλιο».

Στην Ευρώπη, η σοσιαλδημοκρατία συνδέεται περισσότερο, στο μυαλό των ανθρώπων, με το Δημοκρατικό Κόμμα της Αμερικής. Ωστόσο εσείς λέτε ότι ο βασικός κορμός της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο ρεπουμπλικανισμός.

«Πρόκειται για μια μεγάλη και μπλεγμένη ιστορία. Ολοι αυτοί οι όροι, φιλελεύθερος, δημοκρατικός, ρεπουμπλικανός, χρησιμοποιούμενοι σε διαφορετικά πεδία, αντιμετατίθενται. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ΗΠΑ είναι συνδεδεμένο με τον Λίνκολν και την απελευθέρωση των σκλάβων, γεγονότα τα οποία όλοι χειροκροτούμε. Και η ρεπουμπλικανική φιλοσοφία του Λίνκολν συνδέεται με τους θεμελιωτές της αμερικανικής δημοκρατίας, τους οποίους και πάλι επικροτούμε αφού, για τους καιρούς τους, ήταν καταπληκτικοί άνθρωποι. Αλλά στα επόμενα 150 χρόνια το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετατράπηκε στο κόμμα των συντηρητικών. Συνεπώς ο τίτλος δεν σημαίνει τίποτε. Κατά τον ίδιο τρόπο στην Ευρώπη ο όρος "φιλελευθερισμός" παραπέμπει στη Δεξιά αλλά στην Αμερική στην Αριστερά».

Οι σπουδές σας στην Εγκληματολογία σας βοήθησαν με κάποιον τρόπο στη μετέπειτα διαμόρφωση των πολιτικών σας θεωριών;

«Εγραψα ένα βιβλίο με υπότιτλο "Η ρεπουμπλικανική θεωρία της εγκληματολογίας". Κι ένας από τους λόγους για τους οποίους ενδιαφέρθηκα για την εγκληματολογία πηγαίνει πίσω στον Μοντεσκιέ, ο οποίος είναι ρεπουμπλικανός, με την έννοια που είμαι κι εγώ. Ο Μοντεσκιέ έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Είπε: "Μια κοινωνία που ενδιαφέρεται για την ελευθερία πρέπει να ενδιαφέρεται και για την ελευθερία των παραβατών της», εννοώντας το πώς αυτοί αντιμετωπίζονται στην κοινωνία. Και πιστεύω ότι κάποιες από τις χειρότερες παραβιάσεις της ελευθερίας στο επίπεδο τής μη κυριαρχίας συμβαίνουν στις φυλακές. Οπου ο δεσμοφύλακας είναι ο άρχων τής υπόθεσης και ασκεί την εξουσία του στους κρατουμένους. Ενίοτε, κάποιες περιπτώσεις κακομεταχείρισης κρατουμένων έρχονται στο φως αλλά δεν είναι ασφαλώς οι μοναδικές. Πάνω κάτω το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις φυλακές, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Συνεπώς εάν ενδιαφέρεσαι για την ελευθερία ως μη κυριαρχία, τότε ενδιαφέρεσαι και για το πώς οργανώνουμε τις φυλακές μας αλλά και, ευρύτερα, το πώς οργανώνουμε τα δικαστήριά μας και πώς ασχολούμαστε με το έγκλημα».

Μιλάμε για την ελευθερία της δημοκρατίας, όμως πόσο ελεύθερος μπορεί να θεωρηθεί ένας λαός ο οποίος ναι μεν ψηφίζει κάθε 4 χρόνια για να εκλέξει κυβέρνηση αλλά πέραν τούτου σχεδόν ουδέν;

«Συμφωνώ ότι οι εκλογές δεν είναι αρκετές από άποψη πολιτικής ελευθερίας. Αλλά τις θεωρώ απαραίτητες. Είναι πολύ σημαντικό οι άνθρωποι που διαχειρίζονται την εξουσία να τοποθετούνται εκεί μέσα από μια ανοιχτή ανταγωνιστική διαδικασία. Και νομίζω ότι όλοι συμφωνούμε σε αυτό. Ακόμη κι ο Μάντισον, ένας από τους Αμερικανούς ιδρυτές που ήταν ρεπουμπλικανός μιλά για "εκλέξιμο δεσποτισμό", δηλαδή εκλέγεις τον τύραννό σου για τα επόμενα 4 χρόνια. Συνεπώς θεωρώ απαραίτητο να υπάρχουν άλλου είδους περιορισμοί στην κυβέρνηση, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να ελέγχουν τις κυβερνήσεις και πέραν των εκλογών. Ετσι, έχεις την αντιπολίτευση στο Κοινοβούλιο, έχεις την ελευθερία του Τύπου, που κριτικάρει την κυβέρνηση, ελευθερία λόγου και κριτικής, έχεις επιτροπές δικαιωμάτων ή το ευρωπαϊκό δικαστήριο δικαιωμάτων. Ομως το πιο σημαντικό απ' όλα που πρέπει να έχεις, όπως έχουν οι περισσότερες δημοκρατίες, είναι κοινωνικά κινήματα, γκρουπ δημοσίων συμφερόντων όπου οι άνθρωποι μπορούν να συμμετέχουν και που αυτά τα γκρουπ, όπως η Γκρινπίς ή τα γυναικεία κινήματα ή τα κινήματα για τα δικαιώματα των φυλακισμένων ή τα καταναλωτικά κινήματα, να μπορούν να επιτηρούν τις κυβερνήσεις και να "σφυρίζουν" όταν βλέπουν ότι οι κυβερνήσεις δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του λαού σε οποιαδήποτε περιοχή δικαιωμάτων του. Εκλέγεις την κυβέρνηση αλλά μετά μπορείς να τη δοκιμάσεις με όλους αυτούς τους τρόπους. Εν τέλει, απλώς και με την ανυπακοή αν χρειαστεί. Η κυβέρνηση πρέπει να εκτίθεται σε αυτή τη συνεχή πρόκληση».

Το γεγονός της ιρλανδικής καταγωγής σας έχει παίξει ρόλο στην ενασχόλησή σας με το θέμα της ελευθερίας;

«Είναι γνωστό ότι επί εκατοντάδες χρόνια οι Ιρλανδοί χωρικοί έπρεπε να κρατούν χαμηλά το κεφάλι τους απέναντι στο Αγγλο κύριό τους, να μην μπορούν να τον κοιτάξουν στα μάτια. Κι αυτή είναι μια πολύ ισχυρή εικόνα στην ιρλανδική λογοτεχνία. Η αίσθηση της ανελευθερίας. Να μην μπορείς να περπατάς ορθός ή να κοιτάς στα μάτια αυτούς που είναι αφέντες σου. Οπότε, ποιος ξέρει, ίσως αυτό κάπως να με έχει επηρεάσει στον ορισμό που δίνω στην ελευθερία ως μη κυριαρχία...». *

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Σλάβοϊ Ζίζεκ: ΝΑ ΞΑΝΑΓΙΝΟΥΜΕ ΟΥΤΟΠΙΣΤΕΣ!


Από συνέντευξη του σλοβένιου φιλόσοφου Σλάβοϊ Ζίζεκ στην γαλλική εφημερίδα "Λιμπερασιόν" το 2008)

- Για τους φιλελεύθερους στοχαστές, καπιταλισμός και δημοκρατία παραμένουν έννοιες αχώριστες...

«Ναι, λέγεται συχνά κάτι τέτοιο, όμως στην Κίνα γεννιέται αυτή τη στιγμή ένας αυταρχικός καπιταλισμός. Αμερικανικό ή κινεζικό μοντέλο; Δεν μου αρέσει αυτό το δίλημμα. Γι' αυτό πρέπει να γίνουμε ουτοπιστές. Η υπερθέρμανση του πλανήτη θα μας οδηγήσει στην αποκατάσταση των μεγάλων συλλογικών αποφάσεων, αυτών που οι μεγάλοι αντιαυταρχικοί στοχαστές ισχυρίζονται πως οδηγούν αναγκαστικά σε γκουλάγκ. Ο Ουόλτερ Λίπμαν απέδειξε πως σε κανονικές εποχές και σε δημοκρατικά καθεστώτα, ο πληθυσμός δείχνει εμπιστοσύνη σε μια ελίτ που αποφασίζει. Ο λαός είναι σαν το βασιλιά που υπογράφει παθητικά χωρίς να διαβάζει. Ομως σε περιόδους κρίσης, αυτή η εμπιστοσύνη αίρεται. Η θέση μου είναι η εξής: υπάρχουν καταστάσεις όπου η δημοκρατία δεν λειτουργεί ή που χάνει την ουσία της και πρέπει να επινοήσουμε εκ νέου τρόπους λαϊκών κινητοποιήσεων.

- Εξού και το εγκώμιό σας για τον Ροβεσπιέρο...

«Η τρομοκρατία δεν περιορίζεται στον Ροβεσπιέρο. Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως τα περισσότερα κεφάλια έπεσαν μετά το θάνατό του. Εξάλλου, εκείνος είχε κόψει κεφάλια πλουσίων... Αυτό που με ενδιαφέρει στην περίπτωσή του είναι αυτό που ο Βάλτερ Μπένγαμιν ονομάζει «θεϊκή βία», η οποία συνοδεύει τις λαϊκές εκρήξεις. Δεν μου αρέσει η σωματική βία, τη φοβάμαι, αλλά δεν είμαι πρόθυμος να αρνηθώ αυτή την παράδοση. Αυτό δεν σημαίνει πάντα βία πάνω σε άλλους ανθρώπους. Ο Γκάντι, παραδείγματος χάριν, δεν αρκέστηκε μόνο στην οργάνωση διαδηλώσεων, αλλά και στα μποϊκοτάζ. Η στήριξη των αποκλεισμένων, η προστασία του περιβάλλοντος περνούν από νέες μορφές πίεσης, μορφές βίας. Βία για να φοβίζεις τον καπιταλισμό, όχι για να τον σκοτώσεις αλλά για να αλλάξεις κάτι. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να προχωρήσουμε σε μια πιο μεγάλη βία, μια φανατική βία, σε ένα νέο αυταρχισμό.

- Στην περίπτωση της «λαϊκής βίας», ένας διανοούμενος μπορεί να κάνει κάτι;

«Ναι, μπορεί να προειδοποιήσει για τις καταστροφικές μορφές της. Να κάνει να δουν τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Ο Ντελέζ έλεγε πως αν υπάρχουν λάθος απαντήσεις, υπάρχουν επίσης και λάθος ερωτήσεις. Ενα συμβούλιο φιλοσόφων δεν μπορεί να καταστρώσει ένα σχέδιο για να κινητοποιήσει τις μάζες. Ομως μπορούμε να ρίξουμε ιδέες και ίσως κάποια από αυτές να υιοθετηθεί. Οι εξεγέρσεις στα προάστια της Γαλλίας ξέσπασαν λόγω μιας μη διατυπωμένης σε σκέψη δυσαρέσκειας. Αυτό είναι τραγωδία.

- Οι αριστεροί σας φίλοι έχουν τις ίδιες απόψεις με τις δικές σας;

«Αυτό που ισχύει, κυρίως στις ΗΠΑ, είναι ένας φιλελεύθερος ανεκτικός αριστερισμός, σύμφωνα με τον οποίο η παραμικρή νύξη, η σχετική με την έννοια της αλήθειας είναι ήδη αυταρχική, και ο οποίος πρέπει να σέβεται την ιστορία του καθενός. Για τον φιλόσοφο Ρίτσαρντ Ρόρτι, αυτό που προσδιορίζει τον άνθρωπο είναι η οδύνη του και η ικανότητά του να την αφηγείται. Θεωρώ πολύ θλιβερή αυτή την Αριστερά της μνησικακίας και της αδυναμίας».
ΠΗΓΗ : blog ECRASEZ L'INFAME

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

ΠΙΕΡ ΓΙΟΖΕΦ ΠΡΟΥΝΤΟΝ


«Το πρόβλημα είναι να ανακαλύψουμε πώς μπορούμε να αποκτήσουμε όχι την καλύτερη κυβέρνηση αλλά την μεγαλύτερη ελευθερία… Κατά τα άλλα, δεν δεχόμαστε την κυβέρνηση ανθρώπου από άνθρωπο περισσότερο απ’ ότι την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.»

- Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν

Pierre-Joseph Proudhon (1809-1865)

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Χάνα ΄Αρεντ

Φιλόσοφος, συγγραφέας (1906-1975)

Η Γιοχάνα Αρεντ, μοναχοκόρη του Πολ και της Μάρθα Αρεντ, εύπορων Γερμανοεβραίων, γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1906 στο Ανόβερο της Γερμανίας και μεγάλωσε στο Κόνιγκσμπεργκ. Σε ηλικία επτά ετών έχασε τον πατέρα της από πάρεση (επιπλοκή της σύφιλης), ενώ το 1920 η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και η 14χρονη Χάνα απέκτησε δύο ετεροθαλείς αδελφές, την Εύα και την Κλάρα, από προηγούμενο γάμο του πατριού της.

Στα 16 της επιδόθηκε στη μελέτη των έργων του Καντ, του Γκαίτε και του Κίρκενγκαρντ και μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο του Κόνιγκσμπεργκ, η Αρεντ άρχισε σπουδές θεολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Εκεί γνώρισε τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, παντρεμένο, πατέρα δύο παιδιών και κατά 17 έτη μεγαλύτερό της, με τον οποίο είχαν ένα σύντομο ειδύλλιο (αργότερα ο Χάιντεγκερ ασπάστηκε τον ναζισμό και συνεργάστηκε με το φασιστικό καθεστώς). Λίγο αργότερα η Αρεντ μετακόμισε για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στο πλάι του ψυχιάτρου και φιλοσόφου Καρλ Τζάσπερς, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς της.

Το 1929 η Αρεντ παντρεύτηκε τον εβραίο φιλόσοφο Γκύντερ Στερν, ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα την ιδέα της αγάπης στη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου και μετακόμισε στο Βερολίνο. Η άνοδος των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία και η κορύφωση του αισθήματος του αντισημιτισμού στη Γερμανία την έστρεψαν στον πολιτικό ακτιβισμό και από τότε και στο εξής η σκέψη της επικεντρώθηκε στη μελέτη της ανόδου των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα (από τον σταλινισμό ως τον ναζισμό) και στον εντοπισμό ομοιοτήτων μεταξύ τους.

Ως μέλος του Γερμανικού Σιωνιστικού Οργανισμού η Αρεντ βοήθησε να αποκαλυφθούν οι δοκιμασίες των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, ενώ το 1933 συνελήφθη από την Γκεστάπο στην προσπάθειά της να συλλέξει στοιχεία που αποδείκνυαν την αντισημιτική προπαγάνδα του γερμανικού κράτους. Μετά την απελευθέρωσή της απέδρασε και βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για τη σωτηρία των εβραιόπουλων από το Γ´ Ράιχ και την ασφαλή μεταφορά τους στην Παλαιστίνη.

Στο Παρίσι η Χάνα Αρεντ, αφού εξασφάλισε διαζύγιο (το 1937) από τον πρώτο της σύζυγο, παντρεύτηκε το 1940 τον επίσης διαζευγμένο, μαρξιστή Χάινριχ Μπλίχερ. Οταν λίγο αργότερα η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Γαλλία, η Αρεντ βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη Γκουρς, από όπου απέδρασε, και το 1941, μαζί με τον σύζυγό της, κατάφεραν να φτάσουν στις ΗΠΑ, για να ακολουθήσει μήνες μετά η μητέρα τής Αρεντ.

Στη διάρκεια της παραμονής της στη Νέα Υόρκη η Χάνα Αρεντ εμπνεύστηκε και συνέγραψε το «Ολοκληρωτικό σύστημα», μπεστ σέλερ την εποχή του Μεσοπολέμου, το οποίο εκδόθηκε το 1951, το ίδιο έτος που της δόθηκε η αμερικανική υπηκοότητα. Την ίδια περίοδο έγραφε τακτικά στη γερμανόφωνη εφημερίδα Aufblau, ενώ συντόνιζε και την έρευνα στην Επιτροπή για την Εβραϊκή Πολιτιστική Αποκατάσταση από το 1949 ως το 1952.

Μεσούντος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου η Χάνα Αρεντ ανέλαβε δράση σε αρκετούς εβραϊκούς οργανισμούς και παράλληλα αρθρογραφούσε συχνά σε εβραϊκά έντυπα, όπου, μεταξύ άλλων, εκφράστηκε υπέρ μιας ειρηνικής συμβίωσης Αράβων και Εβραίων σε ένα μεταπολεμικό παλαιστινιακό κράτος, ενώ διετέλεσε και επιμελήτρια έκδοσης στον εκδοτικό οίκο Schoken Books από το 1946 ως το 1948. Ακολούθησαν τα βιβλία «Η ανθρώπινη κατάσταση» (1958), «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» (1961), το «Ανθρωποι σε ζοφερούς καιρούς» (1968) και το «Περί βίας» (1970), καθώς και άρθρα στο «New York Review of Books» τις δεκαετίες 1960 και 1970, όπου άσκησε σκληρή κριτική στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Κορυφαία στιγμή στην καριέρα της αποτέλεσε η έκδοση του βιβλίου «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού» το 1963, με θέμα τη δίκη του λοχαγού των Ες-Ες στο Ισραήλ, την οποία κάλυψε η Αρεντ ως ανταποκρίτρια του περιοδικού «The New Yorker». Στη διάρκεια επίσκεψής της για διαλέξεις στο Αμπερντίν της Σκωτίας το διάστημα 1973-74 υπέστη ανακοπή καρδιάς, από την οποία προσωρινά ανέρρωσε. Η καρδιά της την πρόδωσε τελικά στις 4 Δεκεμβρίου 1975 στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τριλογία της με γενικό τίτλο «The life of the mind» (οι δύο πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν το 1978). Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον το 1959, ενώ είχε διδάξει και στα πανεπιστήμια του Σικάγου, του Μπέρκλεϊ, της Κολούμπια και στη New School for Social Science της Νέας Υόρκης.