Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΔΕΕΣ - ΤΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΔΕΕΣ - ΤΑΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Οταν κυβερνούν οι αντιεξουσιαστές φιλόσοφοι…

Το ερώτημα είναι παμπάλαιο: ποιος πρέπει να κυβερνά; Η απάντηση του Πλάτωνος είναι γνωστή: οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες. Οι λαοί θα ευτυχήσουν όταν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν. Ο φιλόσοφος μοιάζει με τον κυβερνήτη ενός πλοίου. Οι ναύτες είναι αμαθείς και καβγατζήδες, δεν ξέρουν την τέχνη της ναυσιπλοΐας. Μόνο ο φιλόσοφος γνωρίζει, λέει ο Πλάτων: τους ανέμους, τον ουρανό, τα αστέρια και μπορεί, κατά συνέπεια, να διευθύνει το πλοίο. Τι καθιστά τον φιλόσοφο τον μόνο άξιο κυβερνήτη; Η αγάπη της σοφίας, η πραγματική γνώση του Αγαθού, η γνωστική πρόσβαση σε αρχετυπικές Ιδέες που παραμένουν αναλλοίωτες. Η ορθή πολιτεία διευθύνεται από «άρχοντας αληθώς επιστήμονας», από φιλό-σοφους.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Παρά τους ταυτολογικούς ορισμούς του Πλάτωνος περί της εγκράτειας και αφιλοχρηματίας των φιλοσόφων, δεν παύουν να ανήκουν στο ανθρώπινο είδος: έχουν φιλοδοξίες, προκαταλήψεις, φόβους και πάθη. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς είναι ένα ένσαρκο ον, ριζωμένο στον χώρο και τον χρόνο· η κρίση του ενδέχεται να είναι εσφαλμένη, η ηθική του συνείδηση σε καταστολή, η πολιτική του οξύνοια στομωμένη, τα συναισθήματά του ακατέργαστα. Το παράδειγμα του φιλο-ναζί Χάιντεγκερ, του μεγαλύτερου ίσως φιλόσοφου του 20ού αιώνα, δείχνει ότι η πλάνη δεν χαρακτηρίζει μόνο τους πολλούς, αλλά και την υψηλότερη αριστοκρατία του πνεύματος.

Προσέξτε πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Φιλοσοφίας, κ. Πελεγρίνης: «Ως πρύτανης προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση στον θεσμό. Πιο ανθρώπινη. Αλλωστε, σκοπός μου ήταν και είναι να υπηρετήσω το πανεπιστήμιο, όχι να το εξουσιάσω. Για μένα, η λέξη εξουσιάζω αναλύεται ως “έξω η εξουσία”». Ο Πλάτων θα έφριττε στη σκέψη ότι η ιδιότητα του φιλό-σοφου ουδόλως αποτρέπει έναν πρύτανη-κυβερνήτη να υιοθετεί μια αφελή, σχεδόν παιδαριώδη, αντίληψη της εξουσίας.

Ο κ. Πελεγρίνης, επικεφαλής ενός μεγάλου οργανισμού με χιλιάδες εργαζόμενους και προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, φαίνεται να πιστεύει ότι η άσκηση της εξουσίας είναι απλώς θέμα προσωπικού ορισμού, όχι συστατικό μέρος κάθε θεσμού. Αν θεωρήσω λ.χ. ότι, ως δάσκαλος, διευθυντής οργανισμού, ή αστυνομικός, δεν ασκώ εξουσία, τότε, ως δια μαγείας, δεν ασκώ εξουσία! Είναι σαν να ορίζει ο υπουργός Οικονομικών μόνος του το χρέος έναντι των δανειστών της χώρας! Η πραγματικότητα είναι αυτό που θεωρώ ότι είναι!

Ο συλλογισμός αυτός παραβλέπει αυτό που ο φιλόσοφος Τζον Σιρλ ονομάζει «θεσμικά γεγονότα» («institutional facts»): γεγονότα των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από κοινωνικούς θεσμούς. Τα δέκα ευρώ που έδωσα χθες στον ταξιτζή δεν είναι ένα απλό κομμάτι χαρτί αλλά χρήματα, η αξία των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη του θεσμού των εγχρήματων συναλλαγών. Η εξουσία ενός πρύτανη δεν εξοβελίζεται επειδή έτσι νομίζει ένας πρύτανης, όπως η εξουσία του πρωθυπουργού δεν καταργείται ακόμα κι όταν ο πρωθυπουργός φενακιστικά δηλώνει «αντιεξουσιαστής» (βλ. δηλώσεις Παπανδρέου Γ΄).

Ως επικεφαλής ενός θεσμού ο πρύτανης εφαρμόζει κανόνες, κατευθύνει, ελέγχει – ασκεί εξουσία. Βεβαίως υπάρχουν πολλοί τρόποι να ασκήσει κανείς εξουσία, αλλά το βέβαιο είναι ότι η εξουσία του δεν εξαερώνεται. Η εξουσία δεν είναι εξωτερική ως προς τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ενυπάρχει σε αυτές, τις διαπερνά – απορρέει από τις ασυμμετρίες, την ανισότητα πρόσβασης σε υλικούς και συμβολικούς πόρους, τις θεσμικές διαφορές.

Οταν οι λαθρομετανάστες κατέλαβαν πρόσφατα τη Νομική Σχολή, από τον πρύτανη αναμέναμε υπεύθυνη δράση, αφού αυτό ορίζουν η θεσμική και έννομη τάξη. Οι ρόλοι και οι εξ αυτών ευθύνες συγκροτούνται στο εσωτερικό θεσμών, δεν τους ορίζουμε ιδιωτικώς. Η επιλογή του φιλόσοφου-πρύτανη να ορίσει το πρόβλημα της κατάληψης κυρίως ως «μεταναστευτικό», και η με κάθε κόστος «αναζήτηση ανώδυνης λύσης» εκ μέρους του συνάδει με τη σολιψιστική αντίληψη του ρόλου του: το πρόβλημα είναι όπως το ορίζω! Επανατοποθετώ τον ρόλο μου σε νέα, ορισμένα από εμένα, συμφραζόμενα, προκειμένου να μη χρειαστεί να λάβω επώδυνες αποφάσεις.

Αν μερικοί ναρκισσιστικά προσποιούνται ότι θέλουν να καταργήσουν την εξουσία του ρόλου τους, υπάρχουν άλλοι που περιβάλλουν με σοφιστείες τη θέλησή τους για εξουσία. «Ναι, είναι γεγονός [ότι θέλω να ασκήσω εξουσία]», ομολογεί ο σκαπανεύς της μεταμοντέρνας σοφιστικής κ. Βέλτσος. «[…] Μόνο που η εξουσία δεν είναι η […] καθυπόταξη του άλλου. Είναι σχέσεις δύναμης και ο εξουσιαζόμενος ασκεί και αυτός εξουσία στον εξουσιαστή. Αφού, λοιπόν, η εξουσία ασκείται έτσι κι αλλιώς, δεν ντρέπομαι να την ασκήσω κι εγώ […]» (BHMA gazino, 6/7/2008). Προσέξτε την οργουελική χρήση της γλώσσας. Αν όλα είναι θέμα αυτο-εξυπηρετικών ορισμών, η εξουσία του φρουρού του Γκουαντάναμο δεν διαφέρει και πολύ από την εξουσία του κρατούμενου! Η εξουσία δεν απαιτεί τόσο δημόσια λογοδοσία, όσο «βελτιώνει τον χαρακτήρα» του εξουσιαστή!

Οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες όχι μόνο δεν είναι απαραίτητα καλύτεροι κυβερνήτες, αλλά είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι κυβερνήτες. Πρώτον γιατί η αίγλη που συνήθως τους περιβάλλει (την οποία, φυσικά, τόσο απολαμβάνουν!) είναι πολύ πιθανόν να αναδείξει τα ναρκισσιστικά στοιχεία του χαρακτήρα τους· και δεύτερον γιατί ρέπουν προς την εκλεπτυσμένη φενάκη και την περίτεχνη σοφιστεία, προκειμένου να αποφύγουν το δημοκρατικό «λόγον διδόναι».

Ο Πλάτων έθεσε το λάθος ερώτημα, επεσήμανε ο Καρλ Πόπερ. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος πρέπει να κυβερνά», αλλά «πώς ελαχιστοποιούμε την κακή διακυβέρνηση». Στη δημοκρατία δεν χρειαζόμαστε «αληθώς επιστήμονας» να μας διοικήσουν, αλλά ανθρώπους με σωστό χαρακτήρα, εκλεπτυσμένη κρίση, αίσθηση καθήκοντος, και ισχυρή βούληση. Κρίνετε μόνοι σας σε ποιο βαθμό τους έχουμε.

Χ. Κ. Τσούκας καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
ΚΑΘΗΜΕΙΝΗ 27-2-2011

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Το ελληνικό αίμα

Tο 1876 μια ελληνική εφημερίδα (Θράκη, 28/10 Μαΐου) στην Κωνσταντινούπολη έγραφε για κάποιον Βούλγαρο προύχοντα της Θεσσαλονίκης: «Και ναι μεν βουλγαρική είναι η οικογένεια των κ. Χ. Λαζάρων, αλλ’ όμως διέπρεψεν αυτή επί φιλελληνικοίς αισθήμασιν […] Επειδή λοιπόν η οικογένεια αυτήν εν μέσω ομογενών ειργάσθη […] και επειδή συνεδέθη διά συγγενικών δεσμών μετ’ επισημοτάτων ελληνικών οικογενειών εγκατεστημένων εν Πειραιεί και αλλαχού, νομίζον ότι δεν εσφάλομεν αποκαλέσαντες έναν των διαπρεπών αυτής γόνων ομογενή.»

Την εποχή λοιπόν που σφυρηλατούνται οι εθνικές συνειδήσεις και ο αγώνας για τη Μακεδονία είναι στις απαρχές του, κάποιοι στο νεότευκτο κράτος έβλεπαν ότι το ελληνικό έθνος δεν μπορεί να είναι απλώς μια κοινότητα αίματος. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πού να βρεθεί τόσο «ελληνικό αίμα» για να γίνει το κράτος; Ετσι λοιπόν, ο βουλγαρικής καταγωγής λογίζεται Ελλην όταν έχει ή αποκτά ελληνική εθνική συνείδηση. Ας υπαγορεύει αλλιώς το αίμα του. Κάπως έτσι συγκροτήθηκε το ελληνικό έθνος. Οπως περίπου όλα τα έθνη. Στην αρχή κανείς δεν είχε Ελληνα πατέρα, διότι απλώς δεν υπήρχαν Ελληνες πολίτες. Μετά, ταυτόχρονα με το δίκαιο του αίματος, δηλαδή την κτήση της ιθαγένειας του πατέρα (και της μητέρας από το 1984) έχουμε τις λεγόμενες «αθρόες πολιτειοποιήσεις» δηλαδή μαζικές κτήσεις της ελληνικής ιθαγένειας από τους πληθυσμούς των Νέων Χωρών.

Από μόνο του το δίκαιο του αίματος δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπεριλάβει νέους ανθρώπους στον ελληνικό λαό, όπως και σε κανέναν λαό, διότι είναι εξ ορισμού στατικό. Για τον λόγο αυτό, στον σύγχρονο κόσμο προβλέπονται πάντα και άλλοι τρόποι κτήσης της ιθαγένειας που είτε προκύπτουν από τον τόπο γέννησης είτε από τον τόπο κοινωνικοποίησης και ανατροφής. Αυτό αφορά κατεξοχήν τη δεύτερη μεταναστευτική γενιά και δεν είναι τυχαίο πως από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης των 15 (των κρατών δηλαδή που είναι κατεξοχήν δέκτες μεταναστευτικών ροών) μόνο η Ελλάδα δεν είχε κάποια πρόβλεψη στον Κώδικα Ιθαγένειας που να διαφοροποιεί τα παιδάκια μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ από τους γονείς τους που ήρθαν. Με τη μεταρρύθμιση του ν. 3838/2010, έγινε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των ανθρώπων αυτών, κατ’ ουσίαν στην κατεύθυνση της προστασίας της εύθραυστης κοινωνικής συνοχής στην Ελλάδα.

Η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κατέληγε την παρέμβασή της ενώπιον του Δ΄ Τμήματος στην υπόθεση του νέου νόμου για την ιθαγένεια με μια ενδιαφέρουσα παραπομπή από τον 19ο αιώνα: «Tα μάλιστα μεγαλουργήσαντα των εθνών υπήρξαν προϊόν […] επιμιξίας. […] Μη μας ταράττη άρα η επιμιξία του νεωτέρου ελληνικού έθνους μετά πολλών ξένων· τουναντίον, δυστύχημα ίσως ήθελεν είσθαι εάν διέμενεν επί τοσούτου χρόνου διάστημα άμικτον και ιδιόρρυθμον[…]». Η παραπομπή στον Παπαρρηγόπουλο -διότι αυτός έγραψε το παραπάνω απόσπασμα και όχι ο Φαλμεράγιερ- δεν φάνηκε πειστική στους δικαστές του Τμήματος. Είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον σε αυτό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα αποδειχθεί πιο κοντά στον εθνικό μας ιστορικό από το Δ΄ Τμήμα του.

Δημήτρης Χριστόπουλος πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, πανεπιστημιακός. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-2-2011

Περίκλειστη ή «ανοιχτή» κοινωνία;

«Ανοιχτή» κοινωνία είναι εκείνη στην οποία οι άνθρωποι έχουν μάθει να στέκονται κριτικά απέναντι στα στερεότυπα και να στηρίζουν τις αποφάσεις τους στην ευφυΐα τους.
Κarl Popper

Προ ετών, όταν ο Μαρκ Μαζάουερ εξέδωσε το βιβλίο του «Στην Ελλάδα του Χίτλερ» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994), τον ρώτησα τι τον έσπρωξε να ασχοληθεί με τη νεότερη Ελλάδα. Με τη χώρα μας δεν είχε συγγενικούς δεσμούς και τα ενδιαφέροντά του, όπως έκτοτε φάνηκε, δεν περιορίζονταν στα Βαλκάνια, αλλά εκτείνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θυμάμαι ακόμη την απάντησή του: «Η Ελλάδα με ενδιαφέρει, γιατί συμπυκνώνει γεωγραφικά και χρονικά την ευρωπαϊκή ιστορία».

Αυτό που ο συγγραφέας της «Σκοτεινής ηπείρου» και της «Αυτοκρατορίας του Χίτλερ» ήθελε προφανώς να πει είναι ότι, πολύ συχνά, όσα συμβαίνουν στη χώρα μας «αναγγέλλουν» εξελίξεις που σημειώνονται λίγο αργότερα στην Ευρώπη. Είτε πρόκειται για το 1821, που ήταν η απαρχή του τέλους Ευρώπης της Παλινόρθωσης, είτε για τους Βαλκανικούς Πολέμους, που τερμάτισαν ουσιαστικά την οθωμανική παρουσία στα Βαλκάνια, είτε για τη Μικρασιατική Καταστροφή, πρόδρομο των εθνοκαθάρσεων, είτε τέλος για τον Εμφύλιο, προάγγελο του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο ιστορικών τάσεων που την ξεπερνούσαν.

Το γιατί αυτό συνέβη τόσες φορές στη νεότερη ιστορία μας (για καλό αλλά και για κακό της Ευρώπης!) είναι ασφαλώς ένα συναρπαστικό ερώτημα, που περιμένει την απάντησή του από τους κάθε λογής ειδικούς. Αυτό που ενδιαφέρει σήμερα είναι μήπως το φαινόμενο επαναλαμβάνεται για μια ακόμη φορά μπροστά στα μάτια μας, και δεν το έχουμε καταλάβει. Μήπως, δηλαδή, η σημερινή ελληνική κρίση και τα μέτρα που πάρθηκαν για την αντιμετώπισή της προαναγγέλλουν αυτά που πρόκειται να συμβούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοια προβλήματα. Ακόμη προκλητικότερο θα ήταν το ερώτημα μήπως η Ελλάδα του Μνημονίου λειτουργήσει ως καταλύτης γι’ αυτό που εδώ και χρόνια οι ευρωπαϊστές επιδιώκουν ανεπιτυχώς, δηλαδή την ενιαία οικονομική διακυβέρνηση των χωρών της Ευρωζώνης.

Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται από τις θετικές εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων και, προπαντός, από την αλλαγή της στάσης της Γερμανίας, η οποία μοιάζει να έχει εγκαταλείψει την αμφιθυμία της του περασμένου φθινοπώρου και να παίζει πλέον εντίμως το παιχνίδι του ευρώ.

Αν οι υποθέσεις αυτές επαληθευτούν, τότε η πρόκληση για όσους ζούμε σε τούτη χώρα είναι τεράστια. Οχι βέβαια διότι η συμπεριφορά μας θα λειτουργήσει ως πρότυπο για τους Ευρωπαίους (αστεία πράγματα!), αλλά γιατί ενδέχεται να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός καθοριστικού παράγοντα για την ανάκαμψη: της κατάστασης των πνευμάτων, δηλαδή του «κλίματος» στην Ευρώπη. Διότι, είτε το θέλουμε είτε όχι, σε μια περιοχή του κόσμου όπου αυτή την περίοδο τα γεγονότα εξελίσσονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, το «παράδειγμα» της Ελλάδας μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερο ειδικό βάρος απ’ ό, τι αφήνει να εννοηθεί το μέγεθός της.

Για μια ακόμη φορά στην ιστορία μας, δύο μεγάλα ρεύματα συγκρούονται σήμερα στην Ελλάδα, επικαθορίζοντας τη διαμάχη Δεξιάς-Αριστεράς: από τη μια βρίσκεται η σχολή της εσωστρέφειας και του εθνοκεντρισμού, που αποδίδει στους ξένους την ευθύνη για όλα μας τα δεινά, προβάλλοντας το πρότυπο του «περήφανου» και «ανάδελφου» έθνους. Τέμνοντας οριζοντίως ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, το ρεύμα αυτό φρονεί ότι όλοι μας χρωστούν: από το Ναβαρίνο (1827) ώς το Μνημόνιο (2010), Ευρώπη και ανθρωπότητα απλώς εξοφλούν ένα ληξιπρόθεσμο χρέος τους προς τον περιούσιο λαό. Εσχάτως, στους εκ παραδόσεως υποστηρικτές αυτού του ρεύματος -ανασφαλείς πολιτικούς, αρνητές του διαλόγου και οπαδούς της βίας και στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος- έχουν προστεθεί και μερικοί αναπάντεχοι σύμμαχοι, από τους οποίους, σε τέτοιες ώρες, θα περίμενε κανείς να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους.

Στο άλλο στρατόπεδο βρίσκει κανείς τους «φωταδιστές» παλιάς και νέας κοπής, υποστηρικτές του συνταγματικού φιλελευθερισμού και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι επίγονοι αυτοί του Κοραή -από τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τον Χαρ. Τρικούπη έως τον Ελ. Βενιζέλο και τον Κων. Καραμανλή- επηρέασαν διαχρονικά καθοριστικότερα τις εξελίξεις, χάρη σε μια πολιτική «ανοίγματος» και διεθνών συμμαχιών, που δημιούργησε εν τέλει τη νεότερη Ελλάδα και την ενέταξε στο πιο περιζήτητο σπίτι του σύγχρονου κόσμου: την ενωμένη Ευρώπη. Αν και κοινωνικά μειοψηφικό, το ρεύμα αυτό κατόρθωσε να κυβερνήσει επί μακρότερο χρόνο, χάρη στον ρεαλισμό των ιστορικών ηγητόρων του, έναν ρεαλισμό που ο ελληνικός λαός είχε την ευφυΐα να επιβραβεύει.

Καθώς όλοι μας έχουμε μέσα μας έναν ευέξαπτο ανατολίτη και έναν ψυχρό ορθολογιστή, η γραμμή που χωρίζει τα δύο ανωτέρω στρατόπεδα δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρη: και «ανίερες» συμμαχίες συνάπτονται μεταξύ των μεν και των δε και παντός είδους καιροσκοπισμοί εκδηλώνονται, μπερδεύοντας τα πράγματα. Παρά ταύτα, οι μεγάλες τάσεις είναι τελικά ευδιάκριτες και μόνον όσοι εθελοτυφλούν δεν τις βλέπουν.

Εχω τη βαθιά πεποίθηση ότι, για μιαν ακόμη φορά στη νεότερη ιστορία μας, τη μάχη θα την κερδίσει το ρεύμα της «ανοιχτής» κοινωνίας. Και τούτο, όχι μόνο διότι έχει καλλιεργήσει τις διεθνείς συμμαχίες του (σε αυτό η προσωπική συμβολή του σημερινού πρωθυπουργού είναι τεράστια), αλλά και γιατί αντιλαμβάνεται καλύτερα από τους αντιπάλους του τα σημεία των καιρών. Αρκεί βέβαια να αποφύγει επιπολαιότητες, αστοχίες και μέτρα ακραίας αναλγησίας. Αρκεί ακόμη να πείσει ότι οι μεγάλες ανατροπές που σήμερα συντελούνται δεν επιχειρούνται μόνο επειδή τις υπαγορεύει η τρόικα. Γίνονται γιατί ήταν καιρός να μπει τέρμα στο διεφθαρμένο κράτος, το πελατειακό πολιτικό σύστημα, την αδιαφάνεια και τα αδικαιολόγητα προνόμια ορισμένων.

Στο τελευταίο τεύχος της Νew York Review of Books δημοσιεύεται ένα βαθυστόχαστο άρθρο του Ορχάν Παμούκ, για «το ευρωπαϊκό όνειρο που ξεθωριάζει». Η Ευρώπη, για τον Τούρκο νομπελίστα, έχει χάσει την ακτινοβολία της μεταξύ άλλων γιατί δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τους φτωχούς και ανυπεράσπιστους που, από Αφρική και Ασία, αναζητούν άσυλο σ’ αυτήν. Οι πυκνότερες περιπολίες στα σύνορα και οι φράχτες δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Απλώς το μεταθέτουν. Αν οι Ευρωπαίοι θέλουν να διατηρήσουν τη θέση τους στον σύγχρονο κόσμο, διερωτάται ο Παμούκ, μήπως θα ήταν ρεαλιστικότερο, αντί να παίρνουν παρόμοια μέτρα, να επιστρέψουν στις θεμελιώδεις αξίες, που κάποτε τους είχαν χαρίσει την παγκόσμια πνευματική πρωτοκαθεδρία;
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-2-2011
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Mario Vargas Llosa


«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος προόδου από το να παραπατάμε, να πέφτουμε και να σηκωνόμαστε, ξανά και ξανά. Πάντα θα υπάρχει το λάθος γιατί η σωστή επιλογή διαπλέκεται μαζί του. Στη μεγάλη ζούγκλα των λαθών, της απάτης, της αναποτελεσματικότητας και των ψευδαισθήσεων μέσα στην οποία περιπλανιόμαστε, η αλήθεια μπορεί να βρει το δρόμο της μόνο μέσα από την άσκηση μιας ορθολογικής και συστηματικής κριτικής σε καθετί που είναι – ή φαίνεται να είναι – γνώση. […] Η ελευθερία μάς εγγυάται πολιτισμένους τρόπους συμβίωσης και τονώνει την πολιτιστική δημιουργικότητα – αντιπροσωπεύει όμως και κάτι πιο σαφές και ριζοσπαστικό: τα θεμέλια της γνώσης.»

«Το είδος φιλελεύθερου που φιλοδοξώ να είμαι αντιλαμβάνεται την ελευθερία ως βασική αξία. Λόγω αυτής της ελευθερίας, η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να ταξιδέψει από την πρωτόγονη σπηλιά στα άστρα και την επανάσταση της πληροφορίας, να προοδεύσει από μορφές κολεκτιβιστικής και δεσποτικής συμβίωσης στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Τα θεμέλια αυτής της ελευθερίας είναι η ιδιωτική περιουσία και η αρχή του κράτους δικαίου – το σύστημα αυτό εγγυάται τις λιγότερες δυνατές μορφές αδικίας, παράγει τη μεγαλύτερη υλική και πολιτιστική πρόοδο, αναχαιτίζει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τη βία, και παρέχει το μεγαλύτερο σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. Σύμφωνα με αυτή την έννοια του φιλελευθερισμού, η ελευθερία είναι μία και ενιαία. Οι πολιτικές και οικονομικές ελευθερίες είναι αδιάκριτες ως δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.»

Mario Vargas Llosa

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Ο σοσιαλισμός μετά το 1989

Του ΜΑΡΤΙΝ ΤΖΕΪΚΣ
Το περιοδικό «Marxism Today» ήταν η επίσημη μηνιαία επιθεώρηση του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οποιος ξεφύλλιζε ωστόσο τις σελίδες του διαπίστωνε με έκπληξη ότι το περιοδικό αυτό, με την τολμηρή και πρωτότυπη θεματολογία του, με τις «αιρετικές» θεωρητικές του αναζητήσεις και με την εικονοκλαστική πολιτική γραμμή του, ξεχώριζε και διέφερε από τα περισσότερα αντίστοιχα έντυπα που εξέδιδαν τα διάφορα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα.
Διόλου τυχαία άλλωστε, η διανοητική και πολιτική επιρροή του υπερέβαινε κατά πολύ τον κύκλο των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε αυτή την επιτυχία του «Marxism Today» καθοριστική ήταν η συμβολή του Μάρτιν Τζέικς (Martin Jacques), ο οποίος υπήρξε ο διευθυντής του περιοδικού από το 1977 μέχρι τον τερματισμό της έκδοσής του, το 1991. Το κείμενο του Μάρτιν Τζέικς, που παρουσιάζουμε εδώ, γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1990, στον απόηχο των μεγάλων «σεισμικών» δονήσεων και των ιστορικών αλλαγών που έφερε το 1989.

Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι τα γεγονότα του 1989 αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στιγμή στην ιστορία του σοσιαλισμού. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Κατέρρευσαν σχεδόν ταυτόχρονα όλα τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης που διακήρυσσαν ότι είναι σοσιαλιστικά και που εμπνέονταν επίσημα από τη μαρξιστική παράδοση. Και στην περίπτωση που θα υπήρχε ακόμα κάποια αμφιβολία, αρκεί να θυμηθούμε τα γεγονότα που αντιπροσωπεύουν το άνοιγμα μιας εξαιρετικής χρονιάς. Αναφέρομαι φυσικά στα γεγονότα της πλατείας Τιανανμέν, που έγιναν σε μια χώρα όπου, διαφορετικά από την Ανατολική Ευρώπη, το κομμουνιστικό καθεστώς διέθετε ιστορικά μεγάλο εθνικό κύρος. Ακόμα και στην Κίνα υπάρχουν επιγραφές πάνω στους τοίχους που σηματοδοτούν το τέλος του παλαιού καθεστώτος.

Και έπειτα, φυσικά, υπάρχει η Σοβιετική Ενωση. Με μιαν ορισμένη έννοια, όλα άρχισαν σε αυτή τη χώρα με την εκλογή του Γκορμπατσόφ ως γενικού γραμματέα του ΚΚΣΕ το 1985. Στην αρχή φαινόταν ότι αυτός θα μπορούσε να μεταρρυθμίσει με επιτυχία τη χώρα του, αλλά τώρα τα πράγματα φαίνεται να άλλαξαν. Ο Γκορμπατσόφ θα περάσει πιθανόν στην Ιστορία ως μία από εκείνες τις μορφές που προκάλεσαν τη ρήξη ενός παλαιού συστήματος μάλλον, παρά συνέβαλαν στη δημιουργία ενός νέου. Ο παλαιός κόσμος πεθαίνει ακόμα και στη Σοβιετική Ενωση, την έδρα και τον γενέθλιο τόπο του κομμουνιστικού συστήματος. Αυτό που παρατηρούμε είναι αναμφίβολα το τέλος μιας εποχής, το τέλος της εποχής του 1917, της ρωσικής επανάστασης, η οποία συνέβαλε τόσο πολύ στη διαμόρφωση της πολιτικής και της κουλτούρας μας στον εικοστό αιώνα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη σοσιαλιστική παράδοση; Πρώτα απ' όλα διαφαίνεται το τέλος της γεωγραφικής διαίρεσης της Αριστεράς.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους η Αριστερά της Δύσης και η Αριστερά της Ανατολής έχουν πολύ λίγα κοινά στοιχεία. Η κατά το μεγαλύτερο μέρος της σοσιαλδημοκρατική Αριστερά της Δυτικής Ευρώπης έχει μιαν όψη βαθιά διαφορετική από τα κομμουνιστικά κόμματα που κυριαρχούσαν στην Ανατολή. Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μιαν εντελώς διαφορετική γλώσσα. Τώρα παρακολουθούμε όμως την επανενοποίηση της Αριστεράς στη Δύση και στην Ανατολή. Για πρώτη φορά αρχίζει να εμφανίζεται μια νέα γλώσσα, το λεξιλόγιο της οποίας περιλαμβάνει λέξεις όπως δημοκρατία, κοινωνία πολιτών, δικαιώματα του πολίτη, αγορά, κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογία.

Δεν θα 'πρεπε να υποτιμήσουμε τη σημασία όλων αυτών. Για πάνω από 70 χρόνια, και ιδιαίτερα από το 1945, η δυτική Αριστερά έζησε στη σκιά της υποθήκης της Ανατολής, όπου ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία ήταν ξένες μεταξύ τους έννοιες. Αυτό το διαζύγιο φτάνει τώρα στο τέλος του.

Κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες

Η διαίρεση της Αριστεράς ωστόσο δεν ήταν μόνο γεωγραφικό ζήτημα, αλλά ήταν και πολιτικό. Η Οκτωβριανή Επανάσταση γέννησε τα κομμουνιστικά κόμματα σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και εκείνες της Δυτικής Ευρώπης. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και έπειτα το 1917 συνέβαλαν στη διαίρεση της Δεύτερης Διεθνούς και των σοσιαλιστικών της κομμάτων. Από εκείνη την περίοδο κι έπειτα, σε πολλές χώρες υπήρχε τόσο ένα σοσιαλιστικό κόμμα όσο και ένα κομμουνιστικό κόμμα. Και για πολύ καιρό -σίγουρα για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου του Μεσοπολέμου- υπήρξε μια οξεία ιδεολογική ρήξη ανάμεσα στις δύο παραδόσεις. Αυτό που άρχισε να επικρατεί στην ευρωπαϊκή σκηνή στη δεκαετία του 1970 (και ακόμα νωρίτερα στην περίπτωση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) με τη γέννηση του ευρωκομμουνισμού, δυνητικά είχε ήδη καταργήσει τις θεμελιώδεις ιστορικές διαφορές μεταξύ κομμουνισμού και σοσιαλδημοκρατίας: ο σκοπός της επανάστασης αντικαταστάθηκε από εκείνον της μεταρρύθμισης, η δυτική δημοκρατία προτιμήθηκε από το σοβιετικό σύστημα, στη δημοκρατία αποδόθηκε υπερήφανα η προτεραιότητα σε σχέση με την ταξική λογική.

Το 1989 σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής διαίρεσης της Αριστεράς που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι το τέλος της εποχής των κομμουνιστικών κομμάτων. Δεν υπάρχει τώρα κανένας θεμελιώδης ιστορικός λόγος για την ύπαρξή τους. Ισως σε ορισμένες χώρες αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για ειδικούς εθνικούς ή συγκυριακούς λόγους, αλλά θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να μεταμορφωθούν σε κάτι αρκετά διαφορετικό. Γενικά επομένως θα συμβούν δύο πράγματα: ή αυτά θα σοσιαλδημοκρατικοποιηθούν (η περίπτωση του ιταλικού Κ.Κ. είναι η πιο φανερή: στην πραγματικότητα, από πολλές απόψεις, αυτό είναι ήδη ένα σοδιαλδημοκρατικό κόμμα) ή προορίζονται να χαθούν (όπως, για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία).

Ισως όμως το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι το 1989 αντιπροσωπεύει το τέλος μιας ορισμένης αντίληψης του σοσιαλισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός μπορεί να επιτευχθεί.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση βασιζόταν στην πεποίθηση ότι τα στάδια της ανάπτυξης μπορούσαν να υπερπηδηθούν, ότι η Ιστορία μπορούσε να επιταχυνθεί μέσα από σύντομους δρόμους, ότι αν η εργατική τάξη -δηλαδή ο παράγοντας της αλλαγής- ήταν πολύ αδύναμη, αυτή θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το κράτος και η υστέρηση θα μπορούσε να εξαλειφθεί με αναγκαστική εκβιομηχάνιση. Το κόστος που προέκυψε ήταν τρομερό.

Η επανάσταση βασιζόταν και στην ιδέα του βολονταρισμού. Ενα επαναστατικό κόμμα, που κατέχει τους νόμους της Ιστορίας, ήταν εξουσιοδοτημένο να κάνει στην πράξη ό,τι ήθελε. Ηταν η αλαζονεία της παντογνωσίας. Ολα ήταν δυνατά, κανένα οχυρό δεν θα μπορούσε να μείνει απόρθητο.

Η επανάσταση βασιζόταν και στην έννοια της ουτοπίας, στην ιδέα ότι θα μπορούσε να καταστραφεί η παλιά κοινωνία, για να οικοδομηθεί στη θέση της κάτι εντελώς διαφορετικό. Ηταν η κοινωνική μηχανική σε μαζική κλίμακα. Υπήρχε και η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί σε μία μόνο χώρα, αν και μόνο με τον Στάλιν αυτό έγινε ρητή δέσμευση. Και τονίζοντας την έννοια του σοσιαλισμού σε μια χώρα και συνεπώς σε ένα συνασπισμό χωρών, δημιουργήθηκε η ιδέα ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να είναι ένα είδος απελευθερωμένης περιοχής, που υπάρχει σε μια περισσότερο ή λιγότερο λαμπρή απομόνωση, έξω από τον εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο, σε ανταγωνισμό προς αυτόν ώς το σημείο να τον κάνει να υποχωρεί σιγά σιγά. Ηταν ο κόσμος των αντιθέτων, των ασυμφιλίωτων αξιών, της αυτάρκειας που αντιπαρατίθεται στην αλληλεξάρτηση. Η υπερπήδηση των σταδίων, ο βολονταρισμός, η ιδέα της ολικής ουτοπίας έχασαν την αξιοπιστία τους εξαιτίας της αποτυχίας του 1917. Αυτές οι ιδέες αναμφίβολα συνδέθηκαν κυρίως με την κομμουνιστική παράδοση, αλλά αυτές διατηρούν μιαν ορισμένη αξία ακόμα και σε άλλα ρεύματα της σοσιαλιστικής παράδοσης, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας.

Ισως όμως, πέρα από αυτά, η πιο σημαντική ιδεολογική συνέπεια που πρέπει να αντληθεί στρέφεται γύρω από την ιδέα του σοσιαλισμού ως διαχωρισμένου συστήματος, που βρίσκεται σε αντίθεση προς τον καπιταλισμό. Η κατάρρευση της μπολσεβίκικης παράδοσης σηματοδοτεί το τέλος της σοσιαλιστικής ουτοπίας ως εναλλακτικής λύσης. Η έμφαση τώρα θα δίνεται στην αλληλεξάρτηση μάλλον παρά στην αυτάρκεια, σε έναν κόσμο με όρια, στον οποίο η κοινωνική πρόοδος σε μια χώρα θα εξαρτάται πάντα από το επίπεδο της προόδου σε άλλες χώρες. Ο βολονταρισμός παλαιού τύπου θα αντικατασταθεί από την αλληλεξάρτηση και την αμοιβαία επίδραση. Ωστόσο η ιδέα του σοσιαλισμού ως ριζικής αντίθεσης στον καπιταλισμό και ως ουσιωδώς εθνικού μορφώματος εκτείνεται πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Το θυμίζω αυτό για να δείξω πόσο η ιδεολογική κατάρρευση του 1989 και όλα όσα ακολουθούν προχωρούν πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνισμός είναι όμοια. Αντιπροσωπεύουν πολύ διαφορετικές παραδόσεις, αλλά περιέχουν και κοινές ιδέες και επιρροές.

Το μέλλον του μαρξισμού

Ισως σε αυτό το σημείο μπορεί να είναι χρήσιμο να πούμε κάτι για την απόκλιση ανάμεσα στο 1989 και στη μαρξιστική παράδοση. Θα ήταν λάθος να υπαινισσόμαστε, όπως έκαναν ορισμένοι, ότι το γκουλάγκ ενυπήρχε ήδη στον Μαρξ.

Φυσικά είναι δυνατό να διακρίνουμε στα γραφτά του Μαρξ ένα συνδυασμό βολονταρισμού και ντετερμινισμού, που καταλήγει τελικά σε ελιτισμό και αυταρχισμό. Αυτά τα γραφτά ωστόσο σκιαγραφούν έναν ορισμένο αριθμό πιθανών πολιτικών διαδρομών. Τα κυριότερα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, χωρίς εξαιρέσεις, θεωρούσαν πάντοτε τον Μαρξ το θεμέλιο της έμπνευσής τους. Στην εποχή της ιστορικής ρήξης μέσα στη Δεύτερη Διεθνή, όλοι οι κύριοι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης δήλωναν ότι είναι μαρξιστές. Οι μενσεβίκοι στη Ρωσία ήταν εξίσου μαρξιστές όσο και οι μπολσεβίκοι. Ο Λένιν, ο Κάουτσκι, ο Πλεχάνοφ και ο Μπερνστάιν, όλοι τους θεωρούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές. Αλλά μετά τη ρωσική επανάσταση, η λενινιστική παράδοση οικειοποιήθηκε τη μαρξιστική παράδοση.

Τα κομμουνιστικά κόμματα έγιναν οι θεματοφύλακες του μαρξισμού ως πολιτικής θεωρίας.

Ακόμα και μετά το 1956 (όταν μαρξισμός και κομμουνιστικά κόμματα έπαψαν να είναι συνώνυμα), εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονταν μαρξιστές κατέληξαν να προσχωρούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην παράδοση του 1917. Μιλώ φυσικά για τη Δύση. Στις κομμουνιστικές χώρες ο μαρξισμός -ή ο μαρξισμός-λενινισμός, όπως καθιερώθηκε- έγινε απλώς η επίσημη ιδεολογία του κράτους και επομένως έχασε τη διανοητική του ενέργεια και τη δύναμή του. Επρόκειτο μόνο για προπαγάνδα διατυπωμένη με μια ψευδοθεωρητική γλώσσα.

Το 1989 έκοψε τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τον μαρξισμό με το 1917. Ξαφνικά η μαρξιστική παράδοση απελευθερώθηκε από την παρατεταμένη σύνδεσή της με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτό, ωστόσο, συνεπαγόταν και μιαν άλλη επίπτωση. Αν και ο μαρξισμός στη Δύση εκφράζεται για πολλά χρόνια με πολλαπλά ρεύματα σκέψης (με το 1956 ως αφετηρία), αυτός φέρνει ακόμα τα σημάδια του παρελθόντος του, ως κάτι που έγινε μυθολογικό και τοποθετήθηκε πάνω σε ένα βάθρο. Ενώ η αυθεντική σκέψη του Μαρξ αναπτύχθηκε παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με τη σκέψη άλλων στοχαστών, η λενινιστική παράδοση και ιδιαίτερα η σταλινική συνέβαλαν στην πραγματικότητα στην απομόνωση του μαρξισμού από άλλα συστήματα σκέψης.

Κατά συνέπεια, παρά την εποχή του πλουραλισμού, μια ορισμένη θρησκευτικότητα παρέμεινε συνδεδεμένη με τη μαρξιστική παράδοση. Αυτή η συνθήκη εμφανίζεται τώρα σίγουρα αποδυναμωμένη και ένα από τα αποτελέσματα θα μπορούσε να είναι μια απομάκρυνση από τη μαρξιστική ιδέα, ακριβώς ως αντίδραση στις ιδέες του Μαρξ, του Γκράμσι ή άλλων. Υπάρχει όμως και μια ακόμα περιπλοκή. Αν η Οκτωβριανή Επανάσταση έχασε τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε με τη μαρξιστική παράδοση, τότε και οι ιδέες αυτής της παράδοσης δεν «ανήκουν» πλέον στην κομμουνιστική παράδοση. Δεν ανήκουν πλέον με την έννοια εκείνη που τους απέδιδαν προηγούμενα. Από δω προκύπτει το ότι ο Μαρξ μπορεί να επανενταχθεί στο κύριο ρεύμα της σοσιαλιστικής παράδοσης ως μία από τις τόσες επιδράσεις και πηγές ιδεών.

Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία

Αν εξετάσουμε την ιστορία του σοσιαλισμού στον εικοστό αιώνα, δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας θριάμβευσε επί εκείνης του κομμουνισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σοσιαλδημοκρατία, ως κυρίαρχη τώρα παράδοση του σοσιαλισμού, δεν έχει προβλήματα. Αντίθετα, και αυτή περνάει μιαν ορισμένη κρίση, αν και όχι όμοια με το ιστορικό δράμα και το τέλος του κομμουνισμού. Η λαμπρή περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε αναμφίβολα η περίοδος ανάμεσα στο 1945 και στη δεκαετία 1970. Η κοινωνική της συνιστώσα, που εστιαζόταν στη βιομηχανική εργατική τάξη, ήταν πολύ σαφής, ακέραιη και, για μεγάλο μέρος εκείνης της περιόδου, ακόμα αναπτυσσόμενη. Παρουσίαζε μια πολιτική προοπτική που αναδείχτηκε ηγεμονική, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στις περισσότερες δημοκρατίες των άλλων αναπτυγμένων χωρών. Η κεϊνσιανή κοινωνία της κοινωνικής ευημερίας αποτελούσε σίγουρα το πιο ριζοσπαστικό και επιτυχημένο μοντέλο που γέννησε ποτέ η σοσιαλδημοκρατία. Η χρήση του κράτους ως εργαλείου για την εξασφάλιση της επίτευξης των στόχων της -πλήρης απασχόληση, κράτος της ευημερίας, αναδιανομή, σχεδιοποίηση κ.ο.κ.- λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό.

Αυτή η κατάσταση άρχισε φανερά να εξαντλείται στα τέλη της δεκαετίας 1970, όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε άλλες αναπτυγμένες δημοκρατίες. Εκείνη την εποχή, η παλιά κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας φαινόταν καθαρά ότι παρακμάζει. Η βιομηχανική εργατική τάξη μειωνόταν αριθμητικά και έχανε τη συνοχή της. Ταυτόχρονα, το παλιό μοντέλο του 1945 άρχισε να αποδιαρθρώνεται, απειλούμενο από ένα συνδυασμό δημοσιονομικής κρίσης, διεθνοποίησης της οικονομίας, μεταβαλλόμενων προσδοκιών και επιθέσεων της νεοσυντηρητικής Δεξιάς.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κατέκτησαν σημαντικές κυβερνητικές θέσεις σε πολλές χώρες στη δεκαετία 1980, αλλά, με εξαίρεση τη Σουηδία, όπου το μοντέλο της συνεργατικής ευημερίας επιβίωσε, αυτά δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Στην οικονομική τους πολιτική, αυτά έδρασαν συχνά πάνω στις ίδιες βάσεις της νεοσυντηρητικής Δεξιάς, ακολουθώντας μια λιγότερο ή περισσότερο θατσερική στρατηγική. Ενώ στην περίοδο από το 1945 ώς τα μέσα της δεκαετίας 1970 η σοσιαλδημοκρατία ήταν ηγεμονική, προσδιορίζοντας το ευρύτερο πλαίσιο και τις προτεραιότητες της πολιτικής, ακόμα και όταν δεν βρισκόταν στην κυβέρνηση, στη δεκαετία του 1980 συνέβαινε το αντίθετο. Η νεοσυντηρητική Δεξιά ήταν εκείνη που καθόριζε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την πολιτική ατζέντα (...).

Τέλος εποχής

Τι μπορούμε να πούμε σχετικά με την κατάσταση του σοσιαλισμού; Πρώτα απ' όλα η ιδέα ότι αυτός αντιπροσωπεύει μια σφαιρική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό έχει ήδη ξεπεραστεί, τουλάχιστον για το προβλέψιμο μέλλον.

Το τμήμα του κόσμου που είχε παραμείνει έξω από το σύστημα της αγοράς προχωράει τώρα, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα, ανάλογα με την περίπτωση, για να ενσωματωθεί στη διεθνή οικονομία (δηλαδή στη δυτική οικονομία).

Δεύτερον, η σοσιαλδημοκρατική παράδοση δεν έχει πλέον ένα σαφές πολιτικό σχέδιο, ούτε εκφράζει πλέον τις προσδοκίες της κοινωνίας με τον τρόπο που το έκανε στους καιρούς των παχιών αγελάδων, από το 1945 ώς τη δεκαετία 1970. Γενικότερα επιβεβαιώθηκε μια προφανής υποχώρηση ορισμένων από τους θεσμούς και από τις πολιτικές που συνδέονταν με τον σοσιαλισμό.

Η πιο φανερή έκφραση αυτού του πράγματος είναι η υποχώρηση του κράτους απέναντι στην αγορά.

Αναδύονται επομένως με τρόπο επίμονο πολλά ερωτήματα. Πού βαδίζει ο σοσιαλισμός στα τέλη του εικοστού αιώνα και, ίσως πιο θεμελιακά, τι σημαίνει σοσιαλισμός; Υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι η σοσιαλιστική παράδοση βρίσκεται κοντά στο να ανανεώσει το οικονομικό της πρόγραμμα. Αντίθετα μάλιστα ακριβώς σε αυτό το πεδίο αυτή στερείται σήμερα αξιοπιστίας και πρωτοτυπίας. Ο κομμουνιστικός κόσμος απομακρύνεται πολύ γρήγορα από τις παλιές του αρχές, που απέτυχαν δραματικά, ενώ οι δυτικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δεκαετία του 1980 υιοθέτησαν μια νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Στις ρίζες της παρακμής του παλιού κεϊνσιανού μοντέλου, κατά την άποψή μου, βρίσκεται η διεθνοποίηση των εθνικών οικονομιών. Οι παλιές ρυθμιστικές δομές σαρώθηκαν από τη διαδικασία της διεθνοποίησης.

Στην πραγματικότητα, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που υπονόμευσε το σοσιαλδημοκρατικό οικονομικό πρόγραμμα δεν ήταν ο θατσερισμός ή ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά η υλική μεταβολή της οικονομίας.

Αν είναι αλήθεια ότι ζούμε κάποια μορφή αλλαγής εποχής, με τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, από τον οργανωμένο καπιταλισμό στον απορρυθμισμένο, από μια κοινωνία των συλλογικών ενώσεων σε μιαν ευέλικτη κοινωνία, τότε προκειμένου η σοσιαλιστική παράδοση να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή τη μετάβαση με επιτυχία, θα πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές (...).

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/11/2009 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ