Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

ΒΙΒΛΙΟ

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο βιβλίο αυτό διαλύουν τυχόν ελπίδες ότι η χώρα θα επανέλθει αυτόματα στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του παρελθόντος, ωσάν η κρίση να ήταν απλώς μια βραχυχρόνια καθοδική πορεία του οικονομικού κύκλου που το πολύ σε 2-3 έτη θα επανέλθει σε ανοδική τροχιά

KEYNES: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
Συγγραφέας: SKIDELSKY ROBERT

Πρόλογος: ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ
Μετάφραση: ΜΕΝΤΖΑΛΙΡΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Επιστημονική επιμέλεια: ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ

Το βιβλίο "Keynes: Επιστροφή στη διδασκαλία του" έρχεται την κατάλληλη στιγμή, αποκαλύπτοντας την κοντόφθαλμη προσέγγιση της οικονομικής θεωρίας των τελευταίων δεκαετιών, που απέδιδε στην αγορά την ιδιότητα να βρίσκει αυτόματα λύσεις στα προβλήματα χωρίς την κρατική παρέμβαση. Σήμερα, έχει γίνει πλέον αντιληπτό ότι υπάρχει εγγενής τάση στο σύστημα να παράγει ανισορροπία. Έτσι, οι ιδέες του Keynes για την αβεβαιότητα, τη χαλιναγώγηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την αρχιτεκτονική του διεθνούς νομισματικού συστήματος είναι πιο επίκαιρες από ποτέ.

Ο αναγνώστης θα βρει εδώ μια γλαφυρή παρουσίαση της οικονομικής σκέψης του Keynes και μια ερμηνεία των βαθύτερων αιτίων της σημερινής κρίσης ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης επέκτασης του χρηματοπιστωτικού τομέα τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές επίπεδο.


Η οικονομική θεωρία του Keynes δεν υπήρξε ποτέ πιο επίκαιρη και το βιβλίο του Robert Skidelsky είναι ένας οδηγός για την κατανόησή της… Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Paul Krugman, Observer

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του Keynes ήταν ότι έσωσε τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές… Με τις ιδέες του, ο καπιταλισμός απέκτησε πιο ανθρώπινο πρόσωπο και η ελεύθερη οικονομία μεγαλύτερη σταθερότητα. Όμως, η θεωρία του ξεχάστηκε… και πλέον βλέπουμε τις συνέπειες. Η διδασκαλία του Keynes είναι απαραίτητη σήμερα για να σώσουμε ξανά τον καπιταλισμό από τους καπιταλιστές.

Joseph Stiglitz, London Review of Books

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Επί τρεις αιώνες το καπιταλιστικό σύστημα διαμορφώνει τον δυτικό κόσμο, υφιστάμενο σε τακτά διαστήματα εκρήξεις κατά τις οποίες έθνη και λαοί κινδυνεύουν να χάσουν τα πάντα. Παρ’ όλα αυτά, ο καπιταλισμός εξακολουθεί να κυριαρχεί στον κόσμο. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, αντλώντας από την απαράμιλλη σχετική του εμπειρογνωμοσύνη, διερωτάται πώς και γιατί συμβαίνει αυτό – και κατά πόσο το όλο φαινόμενο είναι αναπόφευκτο. Καταδεικνύει ότι περιοδικά επεισόδια κατάρρευσης δεν είναι απλώς αναπόδραστα στο εκάστοτε καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και ουσιώδη για την επιβίωσή του: χρηματοοικονομικές και νομισματικές πολιτικές που δεν λαμβάνουν υπόψη αυτές τις κρίσεις μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημία παρά καλό. Η ουσία του καπιταλισμού είναι η διαφύλαξη των προσωπικών συμφερόντων, και το να μιλάμε για επιβολή ελεγκτικών μηχανισμών και ηθικής –όπως ισχυρίζεται ο Χάρβεϊ– είναι πέρα για πέρα παράλογο. Το αίνιγμα του κεφαλαίου αναλύει σε βάθος την οικονομική κρίση των ημε­ρών μας, ιστορώντας τα γεγονότα που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών και εξηγώντας την πολιτικο-οικονομική δυναμική του καπιταλισμού. Ο Χάρβεϊ κρίνει πώς δύναται να εξελιχθεί η σημερινή κατάσταση, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός εξελίχθηκε, και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις. Με ευγλωττία και διαύγεια, το καίριο και σημαντικό αυτό βιβλίο ανοίγει νέους δρόμους, εξετάζοντας το ενδεχόμενο μιας βιώσιμης κοινωνικής τάξης πραγμάτων που θα μπορούσε στ’ αλήθεια να είναι δίκαιη, υπεύθυνη και ανθρώπινη. Από τον συγγραφέα των μπεστ σέλερ Ο νέος ιμπεριαλισμός και Νεοφιλελευθερισμός (Ιστορία και παρόν), που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

«Ένα διαυγές και διεισδυτικό χρονικό για το πώς η ισχύς του κεφαλαίου διαμορφώνει τον κόσμο μας».
The Independent
«Μια έγκαιρη κλήση για την ανατροπή του καπιταλισμού… Διασκεδαστικά επιθετικό».
Financial Times
«Συγγραφικό σφρίγος και αίσθημα αυτοπεποίθησης που θυμίζουν τον Μαρξ στα καλύτερά του».
New Humanist

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς

http://manosmatsaganis.blogspot.com/2011/09/2011.html




Εισαγωγή στο βιβλίο μου «Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς: οικονομική κρίση, δημοσιονομική λιτότητα και κοινωνική προστασία» το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο 2011 από τις εκδόσεις Κριτική.

Η κεντρική ιδέα του βιβλίου συνοψίζεται εύκολα σε μερικές φράσεις. Παρά τη ρητορεία του συρμού, το κοινωνικό κράτος δεν είναι ένα απλό θύμα της οικονομικής κρίσης: η σχέση μεταξύ των δύο είναι πολύ πιο αμφίσημη. Κατ' αρχήν, η κατακόρυφη άνοδος της δαπάνης για κοινωνική προστασία μέχρι το 2009 συνέβαλε και αυτή στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας. Ακόμη χειρότερα, η διόγκωση της κοινωνικής δαπάνης (που πλέον προσεγγίζει ή και υπερβαίνει τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο) δεν συνοδεύτηκε από τον «εξευρωπαϊσμό» των κοινωνικών πολιτικών (που συνέχισαν να χαρακτηρίζονται από ένα «εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων» και τις υπόλοιπες παθογένειες ενός «κράτους πελατειακών παροχών»).

Στη συνέχεια, από το 2010, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός έδωσε τη θέση του στη λιτότητα για τη μείωση των ελλειμμάτων. Αυτό ήταν αναπόφευκτο – όπως ήταν επίσης αναπόφευκτο να οδηγήσει σε περικοπές δαπανών και σε μεταρρυθμίσεις προγραμμάτων. Δεν ήταν όμως καθόλου αναπόφευκτο οι περικοπές και οι μεταρρυθμίσεις να πάρουν τη μορφή που τελικά πήραν. Μεταξύ των περικοπών που διορθώνουν υπερβολές, εκλογικεύοντας την παραγωγή κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών, και των «περικοπών» που παραλύουν την παραγωγή αυτή, στερώντας ζωτικούς πόρους από τα άτομα και τις οικογένειες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, υπάρχει τεράστια απόσταση - όπως άλλωστε υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που ανεβάζουν τον δείκτη κοινωνικής προστασίας, εξοικονομώντας ταυτόχρονα πόρους που σήμερα σπαταλώνται, και των «μεταρρυθμίσεων» που σχεδιάζονται με κύριο στόχο να περισώσουν στις νέες συνθήκες όσο δυνατόν περισσότερα από τα παλαιά προνόμια.

Με αυτά και με αυτά, φτάσαμε σε ένα μεγάλο παράδοξο. Από τη μια, η οξύτατη οικονομική κρίση κλείνει επιχειρήσεις, καταστρέφει θέσεις εργασίας, μειώνει μισθούς και εισοδήματα. Η απότομη άνοδος της ανεργίας και η υποχώρηση των οικογενειακών εισοδημάτων απειλεί εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά με το φάσμα της φτώχειας. Με άλλα λόγια, ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας δεν είχαμε τόση ανάγκη για κοινωνική προστασία. Από την άλλη, ευνοώντας αποσπασματικές λύσεις, θέτοντας το μερικό συμφέρον (της ομάδας) πάνω από το γενικό (της κοινωνίας), εμποδίζοντας τις ώριμες μεταρρυθμίσεις, φροντίσαμε να έχουμε σήμερα ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ισχυρών ομάδων, αλλά εντελώς ακατάλληλο και ανέτοιμο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης (που είναι και το βασικό αντικείμενο του κοινωνικού κράτους). Η ζήτηση και η προσφορά κοινωνικής προστασίας είναι επικίνδυνα «εκτός συγχρονισμού».

Το παράδοξο αυτό δεν φαίνεται να έχει συνειδητοποιηθεί από την κυβέρνηση, ούτε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ούτε από τα συνδικάτα, ούτε από τον Τύπο και επομένως ούτε από την κοινή γνώμη – εκτός βέβαια από εκείνους τους συμπολίτες μας που πέφτουν οι ίδιοι θύματά του. Είναι επείγουσα ανάγκη το παράδοξο αυτό να τεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης – όχι τόσο για να επιμεριστούν ευθύνες, όσο κυρίως για να βρεθούν λύσεις.

Με την έννοια αυτή, η agenda εξισωτικής μεταρρύθμισης που ενδεικτικά σκιαγραφείται στο τέλος αυτού του βιβλίου δεν προτείνεται ως το κλειδί για όλες τις πόρτες και δεν πρόκειται να λύσει τα δεκάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα της κρίσης: είναι όμως μια συμβολή στην ανασυγκρότηση της κοινωνικής πολιτικής – που με τη σειρά της είναι ένα από τα συστατικά της (όχι και τόσο μυστικής) συνταγής που μπορεί να επιτρέψει σε μια χώρα να βγει από την οικονομική κρίση με την κοινωνία όρθια.

Οι επόμενες σελίδες αναπτύσσουν τα παραπάνω σημεία με εκτενέστερο τρόπο.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, με δύο κεφάλαια στο καθένα. Το πρώτο μέρος (Η κρίση και το κοινωνικό κράτος) ξεκινά με ένα σύντομο κεφάλαιο (Το κοινωνικό κράτος ως υποκείμενο της κρίσης) που εξηγεί γιατί το κοινωνικό κράτος ευθύνεται και αυτό για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό. Το Κεφάλαιο 2 (Το κοινωνικό κράτος ως αντικείμενο της κρίσης) δείχνει πώς το «ασφαλιστικό», ένα φαινομενικά άλυτο πρόβλημα, πέρασε μέσα σε λίγες εβδομάδες, από την άνοιξη έως το καλοκαίρι του 2010, από την εποχή της ακινησίας στην εποχή της καταιγιστικής μεταρρύθμισης.

Το δεύτερο μέρος (Η ζήτηση για κοινωνική προστασία) παρουσιάζει τις συνέπειες της κρίσης αφενός στην απασχόληση και στους μισθούς, και αφετέρου στην ανισότητα και στη φτώχεια. Το Κεφάλαιο 3 (Οι επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά εργασίας) ενσωματώνει στην ανάλυση τα πιο πρόσφατα δεδομένα των Ερευνών Εργατικού Δυναμικού. Για λόγους που είναι γνωστοί στους ειδικούς, αντίστοιχα δεδομένα για τις εξελίξεις στην κατανομή του εισοδήματος είναι διαθέσιμα με πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Στη θέση τους, το Κεφάλαιο 4 (Οι επιπτώσεις της κρίσης στην κατανομή του εισοδήματος) παρουσιάζει τις εκτιμήσεις πρόσφατης έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών με βάση τη λεγόμενη μέθοδο «μικροπροσομοίωσης», εφαρμόζοντας το υπόδειγμα φορολογίας και κοινωνικών παροχών EUROMOD. Όταν δημοσιευτούν τα στοιχεία της Ελ.Στατ. και της Eurostat, οι εκτιμήσεις μας μπορεί ενδεχομένως να αποδειχθούν ανακριβείς. Όμως, τέτοιες αποκλίσεις υπήρξαν μέχρι τώρα στατιστικά μη σημαντικές. Εν τω μεταξύ, η εφαρμογή της «μικροπροσομοίωσης» επιτρέπει αφενός την έγκαιρη αποτίμηση των διανεμητικών επιδράσεων της ύφεσης και των μέτρων λιτότητας, αφετέρου τον διαχωρισμό των επιδράσεων που ανάγονται ευθέως στην πολιτική της κυβέρνησης από εκείνες που απορρέουν κυρίως από ευρύτερες εξελίξεις στην οικονομία ή στην αγορά εργασίας.

Το τρίτο μέρος (Η προσφορά κοινωνικής προστασίας) εξετάζει πώς το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ανταποκρίνεται στον ιστορικό ρόλο του – για να χρησιμοποιήσουμε μια μάλλον βαρύγδουπη αλλά ακριβή φράση. Το Κεφάλαιο 5 (Το κοινωνικό κράτος αντιμέτωπο με την κρίση) θέτει το ερώτημα εάν τις παραμονές της τρέχουσας κρίσης το σύστημα κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειές της – και απαντά με τη διαπίστωση ότι το δίχτυ ασφαλείας που είχαμε το 2009 ήταν ακατάλληλο για κάτι τέτοιο. Το Κεφάλαιο 6 (Το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας σε δύσκολους καιρούς), με το οποίο κλείνει το βιβλίο αυτό, επιχειρεί να απαντήσει σε μερικά ακόμη κρίσιμα ερωτήματα: Εάν το 2009 το δίχτυ ασφαλείας ήταν διάτρητο και αναποτελεσματικό, πώς αυτό επηρέασε την κοινωνική πολιτική που εφαρμόστηκε τα δύο τελευταία χρόνια; Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι «λίγο» ή «καθόλου», τι πρέπει (και, κυρίως, τι μπορεί) να γίνει τώρα; Και εάν η ενδυνάμωση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας είναι αναγκαία, πόσο εφικτή είναι σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας;

Όπως θα διαπιστώσει οποιοσδήποτε κάνει τον κόπο να ξεφυλλίσει έστω βιαστικά τις σελίδες που ακολουθούν, το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ειδικούς. Φυσικά αυτό δεν συνεπάγεται ότι η ανάπτυξη των διαφόρων θεμάτων γίνεται με «εκπτώσεις» επιστημονικότητας. Πάντως, για να μην διακόπτεται η ροή του κειμένου, οι βιβλιογραφικές αναφορές, πηγές και οδηγίες προς όσους θα ήθελαν να εμβαθύνουν στη μελέτη των σχετικών θεμάτων βρίσκονται στις σημειώσεις (οι οποίες είναι αρκετά εκτεταμένες, ιδίως σε μερικά κεφάλαια). Οι πίνακες και τα διαγράμματα υπηρετούν το κείμενο, ενώ αντιστρόφως διαβάζονται χωρίς η αναδρομή σε αυτό να είναι απαραίτητη για την κατανόηση του νόηματός τους. Σε δύο περιπτώσεις, πρόσθετα στοιχεία παρατίθενται σε ένα παράρτημα στο τέλος των αντίστοιχων κεφαλαίων.

Κατά τα άλλα, το βιβλίο γράφτηκε από έναν οικονομολόγο, αλλά για να διαβάζεται – ελπίζω όχι μόνο από υποχρέωση – από φοιτητές όλων των κοινωνικών (και άλλων) επιστημών, από συναδέλφους ερευνητές στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής με επιστημονικό υπόβαθρο κοινωνιολόγου ή πολιτικού επιστήμονα, από εργαζόμενους που ασχολούνται με τη χάραξη και την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών στα αρμόδια υπουργεία ή στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, από δημοσιογράφους, καθώς και από όσους πολίτες ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της δημόσιας πολιτικής και θέλουν να είναι ενημερωμένοι για αυτά. Εύχομαι σε όλους καλό διάβασμα!

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

“Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση”

Αντρέ Ζιντ, “Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση”, μτφρ. Βάσω Μέντζου, εκδ. Ολκός, 2011

Η μακάρια ευδαιμονία των ψευδαισθήσεων
«Πείραμα χωρίς προηγούμενο» χαρακτήριζε ο Γάλλος Αντρέ Ζιντ (1869-1951) την Οκτωβριανή Επανάσταση, «που πλημμύριζε την καρδιά μας με ελπίδα και από όπου περιμέναμε τεράστια πρόοδο, μια ανάταση ικανή να συμπαρασύρει ολόκληρη την ανθρωπότητα». Μετά το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση όμως, το 1936, οι ελπίδες του καταποντίζονταν, κι ανακάλυπτε με πικρία πως το θύμα τού συγκεκριμένου πειράματος ήταν ο Άνθρωπος. «Ναι: δικτατορία, ασφαλώς· αλλά του ενός άνδρα, όχι πια των ενωμένων προλεταριάτων, των Σοβιέτ». Η Σοβιετική Ένωση του μεσοπολέμου αποτελούσε στα μάτια του ένα καθεστώς εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο.
Στο βιβλίο του Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση, ο Αντρέ Ζιντ καταθέτει τις προσωπικές του σκέψεις «για όσα μπόρεσε να δει», εστιάζοντας, όπως αναφέρει, στα «ψυχολογικά προβλήματα». Ακόμη και οι κοινωνιολογικές ή πολιτικές του παρατηρήσεις, όπως σπεύδει να διευκρινίσει, κατανοούνται κυρίως με ψυχολογικούς όρους. Στις Διορθώσεις στο «Επιστροφή από τη Σοβιετική Ένωση» (1937), ωστόσο, που συμπληρώνουν την παρούσα έκδοση, συζητά με πραγματιστικούς όρους. Παραθέτει σε όσους τον κατηγόρησαν για τις θέσεις του οικονομικά και στατιστικά τεκμήρια, μαρτυρίες και πηγές· επιχειρηματολογεί εναντίον των πρώην συντρόφων του, αλλά υπέρ, όπως πιστεύει, της αλήθειας: «Νοιάζομαι για την αλήθεια· αν το Κόμμα την εγκαταλείψει, εγκαταλείπω πάραυτα το Κόμμα». Και πριν: «Είχα προειδοποιήσει από την αρχή γι’ αυτό το θέμα τους νέους κομμουνιστές φίλους μου: δεν θα γίνω ποτέ ένα ήσυχο μέλος, ένα μέλος βολικό. Οι “διανοούμενοι” που γίνονται κομμουνιστές πρέπει να θεωρούνται από το Κόμμα “ασταθή στοιχεία”».
Ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του έτσι μια πολυποίκιλη από μεριάς του κριτική προσέγγιση της Σοβιετικής Ένωσης. Τρυφερή, από το μάτι του ανθρώπου, αυστηρή, από το μάτι του ερευνητή, το σημαντικότερο, αντικομφορμιστική, από το μάτι του καλλιτέχνη.
Παρότι το παρασκηνιακό καθεστώς ήταν πράγματι ασύλληπτο, ο νομπελίστας Αντρέ Ζιντ ήταν σε θέση να εντοπίσει, στα συμπτώματά του έστω, το σπόρο του κακού. Παρατηρώντας με έκπληξη τη συμπεριφορά τού σοβιετικού λαού σε διάφορες πόλεις, βρίσκει έναν κοινό παρονομαστή και αναρωτιέται: είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έκαναν την επανάσταση; Και απαντά με συντριβή: όχι. Υπογραμμίζει πως αυτοί οι άνθρωποι ενεργούν κεκλεισμένων των θυρών, το καθεστώς τούς προστατεύει με μια ψευδή γνώση για τον έξω κόσμο, με την εντύπωση πως οι υπόλοιποι έξω δυστυχούν γιατί δεν έκαναν επανάσταση. Με όπλο επιβίωσής τους τη μακάρια ευτυχία των ψευδαισθήσεων, οι πλείστοι εξαθλιωμένοι (για ένα πακέτο τσιγάρα θα έπρεπε να δώσουν μεροκάματο), διαποτισμένοι από μια αλλόκοτη ευγνωμοσύνη για το μη χείρον, έμοιαζαν καταδικασμένοι σε κάποια εσωτερική εξορία: στερούνταν πνεύμα αμφισβήτησης, είχαν περιπέσει στην αδράνεια. Η αστικοποίηση και ο μικροαστισμός ενέτειναν μια τέτοια σοβιετική αντεπαναστατική κατεύθυνση, μια «πρόοδο» εντός γραμμής, που έλαμπε στις παρελάσεις τής Νεολαίας της, στα αριστουργήματα των συμμορφωμένων καλλιτεχνών, καταβυθιζόταν ωστόσο στις εργατικές εκδουλεύσεις της, στο χαφιεδισμό, στην εξαπάτηση και στην ελίτ του συντηρητισμού. Σε ό,τι ο αντικαπιταλιστής Ζιντ ονομάζει τη μελλοντική «αριστοκρατία του χρήματος».
Τι απέγινε λοιπόν η Ρωσική Επανάσταση; Ο Ζιντ συμφωνεί με τον Μ. Υβόν ότι η Επανάσταση ασχολήθηκε περισσότερο με την υπέρβαση του καπιταλισμού και την προετοιμασία του ανθρώπου για την παραγωγή, παρά για την προσωπική του ευημερία. Μια παραγωγή που ήταν, εκτός των άλλων, γεμάτη κακοτεχνίες, ενώ τα σχολικά βιβλία, η ελεύθερη κατά τ’ άλλα παιδεία, ήταν σε έλλειψη και όλο λάθη. Προσθέτει ότι το σταλινικό καθεστώς αποφάσιζε κυρίως με γνώμονα το φόβο της Γερμανίας αλλά και του τροτσκισμού και πως είχε πρακτικά καταργήσει τη λαϊκή βούληση.
Ο Αντρέ Ζιντ καταγράφει ποικίλα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή των Ρώσων του ’36. Σε αρκετά σημεία είναι εμφανές ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει με κατανόηση τον ρωσικό λαό, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες: ο λαός αυτός, που είχε το πορτρέτο του Στάλιν παντού, έμοιαζε μοιρασμένος ανάμεσα στην αγάπη και το φόβο του. Ωστόσο, η απογοήτευση του Ζιντ κλιμακώνεται σε οργή: «Και αμφιβάλλω αν σε κάποια άλλη χώρα σήμερα, ακόμα και στη Γερμανία του Χίτλερ, το πνεύμα είναι λιγότερο ελεύθερο, πιο υποταγμένο, πιο φοβισμένο (τρομοκρατημένο), πιο δουλοπρεπές».
Εντελώς ειρωνικά, στη μισθολογική κλίμακα της Σοβιετικής Ένωσης, ανώτερη θέση, ανάμεσα στους εργάτες και βιοτέχνες, καταλάμβαναν, τα ελεύθερα πνεύματα, οι λογοτέχνες. Το ότι ο ίδιος, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, πούλησε στη Σοβιετική Ένωση πάνω από 400 χιλιάδες αντίτυπα των βιβλίων του δεν οφειλόταν στους επαίνους του.
Τι θα γινόταν, άραγε, αν γυρνώντας στο Παρίσι υμνούσε το σταλινικό καθεστώς; Ο Αντρέ Ζιντ είχε μάλλον τη διορατικότητα να κοιτά πέραν της εποχής του.

Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσεις

Του Αριστείδη Ν. Χατζή*
Ο Θοδωρής Πελαγίδης και ο Μιχάλης Μητσόπουλος είναι δύο νέοι αλλά χαλκέντεροι οικονομολόγοι. Τις αναλύσεις τους για την ελληνική (και όχι μόνο) οικονομία μπορεί κανείς να τις διαβάσει στην αρθρογραφία τους σε ελληνικές εφημερίδες αλλά και τις δημοσιεύσεις τους σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Στον παρόντα τόμο μας προσφέρουν μία ιδιαίτερα πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση της ελληνικής οικονομίας μέσα από το πρίσμα της θεσμικής οικονομικής ανάλυσης. Εκεί έγκειται και η αξία του βιβλίου, στα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς (πολλές έννοιες είναι ακόμα άγνωστες στο ελληνικό κοινό) αλλά και στην ιδιαίτερα ενημερωμένη βιβλιογραφία που χρησιμοποιούν. Από όσο γνωρίζω, είναι το πρώτο βιβλίο που χρησιμοποιεί σε τόσο μεγάλη έκταση και τόσο συστηματικά τα πορίσματα της σχολής της δημόσιας επιλογής (public choice) σε συνδυασμό μάλιστα με εκείνα της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου (law and economics).
Θοδωρής Πελαγίδης, Μιχάλης Μητσόπουλος «Ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Η προσοδοθηρία και οι μεταρρυθμίσεις» εκδόσεις Παπαζήση, 2006, 409 σελ.
Το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από το φαινόμενο της προσοδοθηρίας. Η προσοδοθηρία ακούγεται σαν μια περίεργη σπάνια ασθένεια και αυτό ακριβώς είναι: μια ασθένεια που καταστρέφει αργά αλλά σταθερά τις οικονομίες των «νοσούντων» κρατών, καθώς τα κατατρώγει εσωτερικά, διαλύοντας όχι μόνο τις οικονομικές τους δομές αλλά και τον κοινωνικό ιστό. Με άλλα λόγια, αποτελεί τον καρκίνο των κρατών.
Η προσοδοθηρία είναι η δραστηριότητα ατόμων (συνήθως οργανωμένων σε ομάδες πίεσης) που σκοπό έχει να επηρεάσει την κρατική πολιτική προς ίδιον όφελος – συνήθως για τη διατήρηση των προνομίων τους, αλλά όχι σπάνια και για την επίτευξη ειδικής μεταχείρισης έναντι του υπόλοιπου πληθυσμού. Η Anne Krueger βάπτισε το φαινόμενο αυτό rent-seeking (δηλ. προσοδοθηρία) σ’ ένα περίφημο άρθρο της που δημοσιεύτηκε το 1974. Όμως αυτός που επεξεργάστηκε όσο κανείς άλλος το φαινόμενο είναι ο Gordon Tullock (η επιρροή του οποίου είναι εντονότατη στον παρόντα τόμο, όπως και εκείνη του Mancur Olson).
Η παρουσία του φαινομένου αυτού αποτελεί τυπικό χαρακτηριστικό των καπιταλιστικών δημοκρατιών. Σε ορισμένες μάλιστα χώρες έχει θεσμοποιηθεί (π.χ. τα λόμπι στις Η.Π.Α.). Σχεδόν όλες οι ομάδες με κοινά συμφέροντα και βέβαια οι μεγάλες επιχειρήσεις (τα «διαπλεκόμενα») χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να αναγκάσουν το κράτος, τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία και τη γραφειοκρατία του δημοσίου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι επιχειρούν (και συχνότατα το πετυχαίνουν) να μεταβιβάσουν ένα μεγάλο μέρος του εθνικού πλούτου από τον υπόλοιπο πληθυσμό (την αδύναμη πλειοψηφία) στις τσέπες τους! Οι συγγραφείς εύστοχα ονομάζουν τις ομάδες αυτές Βίκινγκς που διακρίνονται για την κλεπτοκρατική τους δράση.
«Η εγκατάσταση των ομάδων αυτών σε μια χώρα λειτουργεί, από τη μία πλευρά, ανασχετικά στην οικονομική της ανάπτυξη – πέρα από τις πελώριες κοινωνικές αδικίες που υποθάλπει και τη χειροτέρευση της θέσης αυτών που δεν συμμετέχουν στις ομάδες –, αφού […] χρηματικές πρόσοδοι αποσπώνται από τους μη προνομιούχους πολίτες με αποτέλεσμα τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της ευημερίας τους» (σελ. 45).
Πώς όμως γίνεται να είναι τόσο αδύναμη η πλειοψηφία και τόσο ισχυρές οι μειοψηφίες; Πώς μετατρέπεται το κράτος σε «λάφυρο» των ραντιέρηδων Βίκινγκς; Η επιτυχία της προσοδοθηρίας βασίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι τα μέλη των ομάδων πίεσης έχουν ζωτικά συμφέροντα για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, το οποίο για την πλειοψηφία μοιάζει αδιάφορο. Το παράδειγμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι χαρακτηριστικό. Η πλειοψηφία των Ελλήνων έχει συμφέρον να ιδιωτικοποιηθεί μία ζημιογόνος επιχείρηση, που την πληρώνει χρόνια μέσω της φορολογίας. Αν πουληθεί η επιχείρηση, το κοινωνικό σύνολο θα ωφεληθεί. Ο μέσος ψηφοφόρος όμως δεν θα κερδίσει βραχυπρόθεσμα κάτι χειροπιαστό – ενώ οι εργαζόμενοι (κυρίως αυτοί που φοβούνται πως θα χάσουν τα προνόμια που τους παρείχε ο «δημόσιος χαρακτήρας» της επιχείρησης), όχι μόνο θα αντιδράσουν (βίαια αν χρειαστεί), αλλά και θα κάνουν πολιτικά ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν την κατάργηση των προνομίων τους. Οι δε πολιτικοί έχουν κάθε συμφέρον να τα έχουν καλά με τα μεγάλα συνδικάτα και τα διαπλεκόμενα, διότι έτσι εξασφαλίζουν ψήφους αλλά και χρηματική υποστήριξη στις εκλογές.
Σ’ αυτήν την αποτυχία του πολιτικού-εντολοδόχου των πολιτών βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος:
«Οι εντολοδόχοι, σε ένα θεσμικό περιβάλλον αδύναμο και στρεβλό, με σχεδόν ανύπαρκτο δημόσιο διάλογο και θεσμικά κατοχυρωμένη διαφωνία, με ελάχιστους ελέγχους και εξισορροπήσεις και θεσμικά στρεβλή λειτουργία των ΜΜΕ, αντιμετωπίζουν χαμηλά πληροφορημένους ή παραπληροφορημένους πολίτες. Είναι σαφές, λοιπόν, το ορθολογικό κίνητρο που έχουν να βάλουν σε δεύτερη μοίρα αλλαγές και μεταρρυθμίσεις και σε πρώτη την ορθολογική διοχέτευση εκείνων των πληροφοριών που, με τη σειρά τους, θα εξασφαλίσουν την επανεκλογή τους σε ένα περιβάλλον που οι μόνοι περιορισμοί που τους επιβάλλονται είναι ο χρόνος δράσης (4 έτη) και τα όρια δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού» (σελ. 383).
Όταν λοιπόν έχεις από τη μια μεριά τον μέσο ψηφοφόρο που αγανακτεί σήμερα και αύριο ξεχνά και από την άλλη μία δυναμική μειοψηφία, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Η πλειοψηφία θα πληρώνει επ’ άπειρον τις μειοψηφίες, με αποτέλεσμα να καταργείται κάθε έννοια δημοκρατίας, κράτους δικαίου ή κοινωνικού κράτους. Αυτόν τον εγκλωβισμό των πολιτών οι συγγραφείς περιγράφουν ιδιαίτερα επιτυχημένα στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου τους, αξιοποιώντας την κατηγοριοποίηση των πιθανών αντιδράσεων του Albert Hirschman (αποχώρηση, διαφωνία, αφοσίωση), αλλά και τυποποιώντας τη συμπεριφορά των πολιτικών ως «επιχειρηματίες πολιτικής» (political entrepreneurs).
η προσοδοθηρία αποτελεί βασικό παράγοντα υπανάπτυξης χωρών με διαφθαρμένο πολιτικό σύστημα και καλά οργανωμένες ομάδες πίεσης
Το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό ώστε αναπτύχθηκε και ολόκληρος κλάδος των οικονομικών που μελετά ειδικά το φαινόμενο αυτό –τα οικονομικά της Δημόσιας Επιλογής. Ένας μάλιστα από τους πρωτοπόρους του κλάδου, ο James Buchanan, τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομικών το 1986. Ένα από τα συμπεράσματα που ανέκυψαν από τις εμπειρικές μελέτες της σχολής είναι και το εξής: η προσοδοθηρία αποτελεί βασικό παράγοντα υπανάπτυξης χωρών με διαφθαρμένο πολιτικό σύστημα και καλά οργανωμένες ομάδες πίεσης. Ο James Buchanan υπολόγισε πως το συνολικό κόστος της προσοδοθηρίας ισούται με το άθροισμα του κόστους των ενεργειών των ομάδων πίεσης, του κόστους των προσπαθειών του κράτους είτε να αποκρούσει τις πιέσεις είτε να τις προκαλέσει (!) και κυρίως το κόστος που προκαλείται από τις στρεβλώσεις στην αγορά και στην κοινωνία (για να μην αναφέρουμε και το πολύ σοβαρό ηθικό και πολιτικό κόστος). Ήταν επόμενο να εκπονηθεί σειρά μελετών με σκοπό να μετρηθεί με ακρίβεια το κόστος της προσοδοθηρίας. Το κόστος για τις Η.Π.Α. υπολογίστηκε ότι στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 ανερχόταν σε 3% του Α.Ε.Π., ενώ για την Ινδία στο 7.3%. Η ίδια η Anne Krueger ασχολήθηκε με την Τουρκία, η οποία αναδείχθηκε πρωταθλήτρια: το 1974 η προσοδοθηρία κόστιζε στην Τουρκία το 15% του Α.Ε.Π. Τόση δηλαδή ήταν η μείωση της ευημερίας της που οφειλόταν αποκλειστικά στην προσοδοθηρία. Το ποσοστό αυτό ίσως ακούγεται υπερβολικό. Η Διεθνής Τράπεζα όμως πρόσφατα υπολόγισε σε 16-18% του Α.Ε.Π. της Τουρκίας την αμοιβή των προμηθευτών-εργοληπτών του δημοσίου.
Πόσο κοστίζει στην Ελλάδα το ίδιο φαινόμενο; Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια (σελ. 149). Οι συγγραφείς με εμπεριστατωμένο τρόπο καταγράφουν τις θεσμικές σκληρύνσεις στην αγορά εργασίας και προϊόντων (κεφ. 4), στην ανώτατη εκπαίδευση (κεφ. 5) και στην δικαιοσύνη (κεφ. 6). Η ανάλυσή τους είναι πρωτότυπη και στα τρία παραδείγματα και ιδιαίτερα στο τρίτο. Η αποτυχία του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος που έχει ένα «τεράστιο κόστος ευημερίας» (σελ. 263) και η προβληματική οργάνωση των δικαστηρίων που οδηγεί σε αδικίες (284) και χρονοβόρες διαδικασίες μελετώνται για πρώτη φορά υπό το πρίσμα της θεσμικής ανάλυσης. Η συνεισφορά των συγγραφέων είναι στον τομέα αυτόν ανεκτίμητη, όχι μόνο γιατί μεταφέρουν στην ελληνική βιβλιογραφία μία ιδιαίτερα επιτυχημένη μεθοδολογία, αλλά γιατί δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα θεωρητικά αλλά ελέγχουν τη θεωρία με τη χρήση πλήθους εμπειρικών δεδομένων που έχουν κατορθώσει να συγκεντρώσουν (και μόνο η συλλογή των στοιχείων αυτών είναι κατόρθωμα για τα ελληνικά δεδομένα). Όμως και το θεωρητικό κομμάτι των κεφαλαίων αυτών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (βλ. π.χ. 227-248). Εκπληκτικό είναι το γεγονός πως σε όλα τα παραδείγματα οι προσοδοθήρες φέρονται ακριβώς με την ίδια κυνικότητα ανεξάρτητα από το αν το λειτούργημά τους θα υποδείκνυε μια άλλου είδους συμπεριφορά.
Η δραστική αλλαγή που προτείνουν οι συγγραφείς έχει σκοπό να οδηγήσει στην ανατροπή του status quo. Δυστυχώς δεν μπορούμε να αναφερθούμε εκτενώς στις προτάσεις τους για μεταρρύθμιση, αλλά αυτές δίνουν έμφαση (σελ. 111-112, βλ. επίσης σελ. 355-362, 391-401 αναλυτικότερα) σε μία προσπάθεια «δραστικής αλλαγής» για τη διόρθωση της θεσμικής αποτυχίας:
  • στην «κίνηση από έξω» από τις εγκατεστημένες γραφειοκρατίες,
  • στη συναίνεση ως στόχο, όχι ως προϋπόθεση
  • στην ήπια πολιτική
  • στους μηχανισμούς διευθέτησης των διαφορών που θα εξασφαλίζουν τον δίκαιο επιμερισμό του κόστους και του οφέλους των αλλαγών
  • στην ταχύτητα και στην προσήλωση στους στόχους
Παρά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχει η χρήση των εργαλείων της δημόσιας επιλογής για την ανάλυση της ελληνικής οικονομίας (η οποία προφανώς αποτελεί υποδειγματική περίπτωση για τη θεωρία της προσοδοθηρίας) ομολογώ ότι απόλαυσα περισσότερο τα περισσότερο θεωρητικά κεφάλαια του βιβλίου, όπως το 8ο («Ευτυχία, φθόνος, διαφθορά και οικονομική δραστηριότητα») και το επίμετρο.
Η μόνη αντίρρηση που έχω αφορά στο ασυνεπές σύστημα αναφορών. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν αρκετές αναφορές της μορφής Tullock (1993) χωρίς την απαραίτητη βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου. Σ’ ένα τόσο πλούσια τεκμηριωμένο και ενημερωμένο βιβλίο θα έπρεπε να υπάρχει στο τέλος η συνολική βιβλιογραφία (με απλές αναφορές στο κείμενο), αλλά και ένα ευρετήριο ονομάτων. Ελπίζω σε επόμενη έκδοση του βιβλίου αυτό να είναι εφικτό.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί τον 4ο τόμο της σειράς «Θεσμοί και Μεταρρυθμίσεις» του εκδοτικού οίκου Παπαζήση και του Κέντρου Θεσμικών Μεταρρυθμίσεων, υπό την επιστημονική επιμέλεια του Καθηγητή του Παν. Πειραιώς Θοδωρή Πελαγίδη (ενός από τους συγγραφείς του παρόντος τόμου). Ήδη έχει εκδοθεί η περίφημη μονογραφία του Douglass North «Θεσμοί, Θεσμική Αλλαγή και Οικονομική Επίδοση» και ετοιμάζονται έργα του Olson, του Barber, του Sartori και τα περίφημα Federalist Papers. Ήδη μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας της δημόσιας επιλογής και των θεσμικών οικονομικών κυκλοφορεί μεταφρασμένη στα ελληνικά. Το παρόν όμως έργο αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμά της για τον Έλληνα αναγνώστη που επιθυμεί να μάθει περισσότερα για την χρήση των εργαλείων αυτών και μάλιστα στην ελληνική περίπτωση.
———————————————————————-
-Ο Αριστείδης Ν. Χατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η κοινωνία των Πολιτών και οι αντίπαλοί της Ernest Gellner

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011



Η μελέτη αυτή παρουσιάζει μια συνολική εικόνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, με έμφαση σε συγκεκριμένες πτυχές της οργάνωσης, λειτουργίας και δράσης του, οι οποίες, κατά τον συγγραφέα, απουσιάζουν ή υποτιμούνται στη μέχρι τώρα βιβλιογραφία. Το ζητούμενο είναι η επανατοποθέτηση του φαινομένου στο γενικότερο πλαίσιο της δεκαετίας του 1940 και των εξελίξεων του διεθνούς κομμουνιστικού συστήματος.

Στο 1ο κεφάλαιο αναλύεται η εικόνα του ΔΣΕ στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς και η εξέλιξη της ιστορικής έρευνας γύρω από το θέμα. Στο 2ο εξετάζεται η βοήθεια σε στρατιωτικό και άλλο υλικό που παρείχαν τα κομουνιστικά κράτη στο ΚΚΕ. Στο 3ο παρουσιάζονται η δημογραφική σύνθεση και τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά των μαχητών του ΔΣΕ, καθώς και οι εθνοτικές ομάδες (ιδίως οι Σλαβομακεδόνες) που βρέθηκαν στο αντάρτικο. Στο 4ο μελετώνται οι βασικές πολιτικές και οργανωτικές αρχές της φυσιογνωμίας του ΔΣΕ. Στο 5ο αποτιμάται η δυνατότητά του να πετύχει τους στόχους του. Στο 6ο αναλύονται οι μηχανισμοί απονομής δικαιοσύνης που συνέστησε. Στο 7ο θίγονται θέματα ταμπού της ζωής του ΔΣΕ, όπως η βίαιη στρατολογία αμάχων, η συμμετοχή παιδιών στο αντάρτικο, οι σχέσεις των φύλων και η τύχη των αιχμαλώτων. Τέλος, στο 8ο κεφάλαιο αναλύεται το συνταγματικό πλαίσιο και οι δημόσιες πολιτικές του κράτους του ΔΣΕ. Το βιβλίο συμπληρώνεται με βασική βιβλιογραφία και χρονολόγιο στρατιωτικών γεγονότων.



Ο Α. Σεν επαναφέρει τα οικονομικά στην κλασική τους κοίτη. Αναδεικνύει τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και δημιουργικά καταδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και την οικονομική ευημερία. Με την εμπεριστατωμένη κριτική του, ο νομπελίστας Α. Σεν δείχνει ότι η στενότερη σχέση ανάμεσα στα οικονομικά της ευημερίας και στις σύγχρονες ηθικές μελέτες μπορεί να εμπλουτίσει και να ωφελήσει και τις δύο επιστήμες. Ότι η μεγαλύτερη υπενθύμιση των ηθικών κανόνων ωφελεί την οικονομική πρακτική. Όχι μόνο για λόγους κοινωνικής τάξης, αλλά κυρίως, αυτό είναι το θεμελιακό επιχείρημα στην παρούσα εργασία, διότι η ηθική και το σύστημα αξιών διευκολύνουν την επίτευξη της ευημερίας, ενισχύουν την παραγωγικότητα μιας οικονομίας, διασφαλίζουν την ταχύτερη ανάπτυξή της. Υποστηρίζει ακόμα ο Σεν ότι η διασύνδεση οικονομικών και ηθικής διευκολύνει τη λύση προβλημάτων οικονομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα στις παραγωγικές σχέσεις που αναπόφευκτα δημιουργούν και συνεπάγονται προβλήματα συνεργασίας και σύγκρουσης. Διερευνά, επίσης, το ρόλο και τη σημασία της ελευθερίας στην εκτίμηση της ευημερίας και της επιλογής.

Ο Α. Σεν αποκαθιστά τον παραγωγικό ρόλο των ηθικών προβλημάτων και αποδεικνύει ότι τα πραγματικά οικονομικά δεν μπορούν να εξαντλούνται σε καμπύλες και μαθηματικούς τύπους, αλλά απαιτείται να συνυπολογίζουν την πραγματική συμπεριφορά των ανθρώπων, την ηθικότητα και τις αξίες που πρεσβεύουν, τις εν γένει αντιλήψεις τους που διεισδύουν στην οικονομική τους συμπεριφορά και επιλογή.
Αμάρτυα Σεν

Ο Αμάρτυα Σεν, ο «Iνδός οικονομολόγος των φτωχών», δίδαξε στο Κολέγιο Tρίνιτι του Καίμπριτζ (Η.Β.). Υπήρξε πρόεδρος της Εταιρείας Οικονομετρίας και της Διεθνούς Οικονομικής Ένωσης. Σήμερα είναι καθηγητής Οικονομίας και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Tο 1998 βραβεύτηκε με το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών για το συνολικό του έργο, αλλά ιδιαίτερα διότι επανέφερε στα Οικονομικά τη λογική σκέψη, τη φιλοσοφική θεώρηση και τη διασύνδεσή τους με άλλες κοινωνικές επιστήμες. Απέδειξε την αλληλουχία των δημοκρατικών δομών και της ελευθερίας με την ευημερία. Κατέδειξε ότι τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας, όπως η φτώχεια και οι λιμοί, οξύνονται εκεί όπου δεν υπάρχει επάρκεια ελευθερίας και δημοκρατίας.

Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το βιβλίο του με τίτλο Για την ηθική και την οικονομία. Άλλα έργα του: Collective Choice and Social Welfare, On Economic Inequality, Poverty and Famines, Choice, Welfare and Measurement και Hunger and Public Action (με τον Jean Dreze).

Το γόνιμο έργο του Νόαμ Τσόμσκι τον έχει καταστήσει έναν από τους πιο συχνά μνημονευόμενους δασκάλους στην Ιστορία. Είναι ο μοναδικός εν ζωή συγγραφέας που το όνομά του αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο όπου συμπεριλαμβάνονται άνθρωποι του πνεύματος όπως ο Πλάτωνας, ο Σαίξπηρ και ο Φρόυντ. Παρ' όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν είχε δημοσιευτεί κανένα βιβλίο με τις απόψεις του Τσόμσκι για τη μόρφωση. Στο Εκπαίδευση χωρίς ελευθερία και κρίση, ο Νόαμ Τσόμσκι παρουσιάζει μια ευρύτερη αντίληψη για τις εκπαιδευτικές μας ανάγκες. Επισημαίνει τη σημασία μιας αλλαγής του ρόλου του σημερινού σχολείου και διευρύνει τον ορίζοντα της αντίληψής μας, παρουσιάζοντας ένα νέο μοντέλο για τη δημόσια εκπαίδευση που θα διαμορφώνει πολίτες. Ο Τσόμσκι εστιάζει την προσοχή του σε μια σειρά ζητημάτων όπως οι παγκόσμιες τεχνολογικές αλλαγές, η κυριαρχία των ΜΜΕ και ο δημοκρατικός ρόλος των σχολείων και της ανώτατης εκπαίδευσης. Μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία, όπως υποστηρίζει, δεν μπορεί να υπάρξει σ' έναν κόσμο που αλλάζει πολύ γρήγορα, παρά μόνο αν αλλάξουμε ριζικά τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη μόρφωση, τόσο την τυπική όσο και την ουσιαστική. Η κριτική που ασκεί ο Τσόμσκι στον τρόπο με τον οποίο το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα «παραμορφώνει» τις αντιλήψεις των μαθητών, αλλά και οι προτάσεις του για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν αποτελούν ένα ουσιώδες ανάγνωσμα για τους καθηγητές, τους γονείς, το διοικητικό προσωπικό των σχολείων, τους ακτιβιστές και οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για το μέλλον.


Ο Νόαμ Τσόμσκι είναι ένας από τους πολυγραφότατους και πιο σημαντικούς στοχαστές σε θέματα που αφορούν στη γλώσσα και στις νοητικές λειτουργίες. Υποστήριζε πάντα ότι τα ανθρώπινα όντα είναι γενετικά προικισμένα με έμφυτες γλωσσικές ικανότητες -ένα σύνολο αρχών που αποτελούν αυτό που ονομάζει «Καθολική Γραμματική». Οι επιμέρους γλώσσες γεννιούνται από τις συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες. Αυτή η προσέγγιση στη μελέτη της γλώσσας ονομάστηκε «γενετικό εγχείρημα» και επέφερε επαναστατικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τις ανθρώπινες γλώσσες και άλλα γνωστικά συστήματα.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί την έκδοση μιας διάλεξης η οποία δόθηκε στο Πανεπιστήμιο του Δελχί τον Ιανουάριο του 1996 και στην οποία ο Τσόμσκι ανακεφαλαιώνει την ιστορία του εγχειρήματος και το συνεχίζει με μερικές εντυπωσιακές, καινούργιες προόδους στην θεωρία της γενετικής γραμματικής που αποκλήθηκαν «Μινιμαλιστικό πρόγραμμα».[...]


Ο Αστός" συνιστά έναν ψυχολογικό και συνάμα κοινωνιολογικό και ιστορικό τύπο, ο οποίος ενσαρκώθηκε στην καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας, σφραγίζοντας έτσι τον νεώτερο δυτικό πολιτισμό.

Ο Sombart εντοπίζει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της αστικής-καπιταλιστικής νοοτροπίας σε αντιπαράθεση με την προαστική οικονομική συμπεριφορά, εξηγεί το ρόλο του σταθμιστικού λογισμού στη γένεση της καπιταλιστικής επιχείρησης και συνάμα εκθέτει τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά ρεύματα, τα οποία συνέτειναν στην εμπέδωση και την εξάπλωση του καπιταλιστικού πνεύματος.

Το Δόγμα του Σοκ είναι ένα από τα ελάχιστα βιβλία που μας

βοηθούν να καταλάβουμε το παρόν, καθώς αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη ανάλυση της συγκαλυμμένης ιστορίας της εποχής μας. Μια συναρπαστική περιγραφή της νέας παγκόσμιας τάξης, που βρίσκεται σε κατάσταση αμόκ. Η ανάλυση του καπιταλισμού της καταστροφής επιχειρείται από την Κλάιν με τέλεια διυλισμένη οργή, που διοχετεύεται μέσα από αδιάσειστα δεδομένα. Σε αυτή την πρωτοποριακή εναλλακτική ιστορία της πλέον κυρίαρχης ιδεολογίας της εποχής μας, της οικονομικής επανάστασης των ελεύθερων αγορών του Μίλτον Φρίντμαν, η Ναόμι Κλάιν αμφισβητεί το διαδεδομένο μύθο ότι η παγκόσμια νίκη του νεοφιλελεύθερου κινήματος υπήρξε ειρηνική. Καταδεικνύει ότι, από τη Χιλή του 1973 μέχρι το σημερινό Ιράκ, ο Φρίντμαν και οι υποστηρικτές του εκμεταλλεύτηκαν επανειλημμένα τη βία και μια σειρά από τρομακτικά σοκ για να επιβάλουν τις ακραίες πολιτικές τους.

Αποκαλύπτει την εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα στις ανακριτικές τεχνικές της CIA και στις εκβιαστικές τεχνικές της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν τον καπιταλισμό της καταστροφής σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ένα εξαιρετικό βιβλίο, ικανό να προκαλέσει τσουνάμι ντροπής-αλλά και πολιτικής δράσης, για να σταματήσει επιτέλους η θεραπεία – σοκ.

Στο Κέρδος και πολίτης ο Νόαμ Τσόμσκι ασχολείται με το νεοφιλελευθερισμό: Το σύστημα της οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής που υποστηρίζει τις εταιρείες και το οποίο διεξάγει σήμερα μια μορφή παγκόσμιου κοινωνικού πολέμου. Eξετάζει τις αντινομίες ανάμεσα στις αρχές της δημοκρατίας και στις αρχές της αγοράς που διακηρύσσονται από τους κατέχοντες την εξουσία, ανάμεσα στα λόγια για «υψηλές αρχές» και στην πράξη κριτικάρει την τυραννία των λίγων. Τυραννία που περιορίζει τη σφαίρα του δημόσιου και εντέλλεται πολιτικές οι οποίες αυξάνουν υπέρμετρα τον ιδιωτικό πλούτο, αγνοώντας τις κοινωνικές και οικολογικές συνέπειες.
Με σαφή και κατανοητή γλώσσα, ο Τσόμσκι χαρτογραφεί τη δραματική απομάκρυνση από την ερμηνεία της δημοκρατίας ως συστήματος που ευνοεί το δημόσιο συμφέρον σ' ένα ανεστραμμένο πρότυπο που υπηρετεί το κίνητρο του κέρδους των μεγάλων εταιρειών. Στο Κέρδος και πολίτης παρουσιάζονται επίσης οι σκέψεις του Τσόμσκι για τη φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς, για τον έλεγχο της κοινής γνώμης από τις εταιρείες και για την επίδραση των πολιτικών που εφαρμόζουν αντιδημοκρατικοί θεσμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου και η Πολυμερής Συμφωνία Επενδύσεων.
Συνδυάζοντας λεπτομερειακά ιστορικά παραδείγματα και ασυμβίβαστη κριτική, ο Τσόμσκι μας δίνει μια βαθιά αίσθηση ελπίδας ότι η κοινωνική δράση μπορεί να αποκαταστήσει τα δικαιώματα των λαών ως πολιτών και όχι ως καταναλωτών, επαναπροσδιορίζοντας τη δημοκρατία ως ένα παγκόσμιο κίνημα και όχι ως μια παγκόσμια αγορά.

O Oυίλιαμ Γκρέιντερ, συγγραφέας των βιβλίων Who Will Tell the People και Secrets of the Temple και αρχισυντάκτης στο περιοδικό Rolling Stone των ΗΠΑ, αποκαλύπτει τους μύθους ενός κόσμου που είναι ανέτοιμος να αντιμετωπίσει δημοκρατικά την ίδια του την εξέλιξη, την παγκοσμιοποίηση. Δίνει απαντήσεις στο βασικό του ερώτημα κατά πόσο ο κόσμος θα επιβιώσει του θριάμβου ενός μανιακού συστήματος που μέσα από την άνοδό του διαμορφώνει τους όρους της καταστροφής του. H διάγνωσή του είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δράμα: ένα ανεξέλεγκτο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κινείται συνεχώς στα όρια της αυτοκαταστροφής. H ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης συνοδεύεται με την ενίσχυση της εκμετάλλευσης των αδυνάτων αυτού του κόσμου. H ανάπτυξη των τεχνολογιών, υπό την καθοδήγηση του κεφαλαίου, οδηγεί στην υπερσυσσώρευση και κατά προέκταση στη διαταραχή ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση, στην αποκάλυψη των κοινωνικών ορίων και των αρνητικών της αγοράς. O συγγραφέας δεν περιορίζεται, όμως, σε αποκαλύψεις. Προτείνει διεξοδικές και αισιόδοξες λύσεις στα σημερινά προβλήματα. Mε τη στρατευμένη κοινωνική του ευαισθησία, τον πλούτο των στοιχείων και τη στέρεη ηθική των προτάσεών του, ο Γκρέιντερ δίνει καταλυτικές απαντήσεις στις νεοφιλελεύθερες συνταγές που καταδυναστεύουν τον σύγχρονο κόσμο.

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Το Σύνταγμα της Ελευθερίας - Constitution of Liberty


Γιατί έπρεπε να περιμένουμε 50 χρόνια μέχρι να μεταφραστεί στα ελληνικά το Σύνταγμα της Ελευθερίας; Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: ο πραγματικός και πολύ ουσιαστικός λόγος που η ελληνική έκδοση του Χάγιεκ έμενε στις ελληνικές καλένδες, είναι το ιδιότυπο εμπάργκο που ισχύει εδώ και καιρό για τη λέξη που αρχίζει από «φ». Σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, ο φιλελευθερισμός δεν είναι θέμα συζήτησης. Είναι ανάθεμα.
Από την πλειονότητα των Ελλήνων που μέμφονται το (νέο)φιλελευθερισμό για κάθε δεινό που πλήττει την ανθρωπότητα, ελάχιστοι έχουν διαβάσει κάποιο πρωτογενές έργο της φιλελεύθερης σκέψης
Η ετυμηγορία έχει εδώ και καιρό βγει και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Είναι μια ιδεολογία απάνθρωπη, μια ιδεολογία που πάνω από τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους βάζει την αγορά, μια ιδεολογία που θέλει να εφαρμόσει στην κοινωνία το νόμο της ζούγκλας. Είναι η ιδεολογία της εκμετάλλευσης, της φτώχειας, των πολέμων, της κλιματικής αλλαγής. Είναι η αιτία της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Για κάποιον μπλόγκερ μάλιστα, ο ίδιος ο Χάγιεκ είναι ο ηθικός αυτουργός της δολοφονικής επίθεσης εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Γιατί; Διότι υποστηρίζει ότι η συμμετοχή σε εργατικά συνδικάτα πρέπει να είναι αυστηρά οικειοθελής! Διότι υπογραμμίζει πως σε ένα κράτος δικαίου νόμος δεν είναι το δίκιο μόνο του εργάτη, ή μόνο του εργοδότη, αλλά οι νόμοι πρέπει να είναι γενικοί και να έχουν καθολική εφαρμογή!
Γιατί να θέλει λοιπόν κανείς να διαβάσει ένα βιβλίο για τον επάρατο φιλελευθερισμό; Για να επικυρώσει τα αδιαμφισβήτητα; Ή για να γίνει βιτριολιστής;
Αυτή η στάση απέναντι στις ιδέες δεν είναι βεβαίως και τόσο καινούρια στην Ελλάδα. Λίγες δεκαετίες πριν, ένας φρόνιμος νέος δεν θα ρίσκαρε να διαβάσει Μαρξ. Άλλωστε κάποιοι άλλοι είχαν εξαγάγει και κωδικοποιήσει για χάρη του τα εγκεκριμένα συμπεράσματά τους για το έργο του, ώστε να μη χρειαστεί ο ίδιος να μολυνθεί από την ανάγνωση ενός τόσο επικίνδυνου και ανατρεπτικού έργου.
Κάτι παρόμοιο ισχύει και σήμερα. Από την πλειονότητα των Ελλήνων που μέμφονται το (νέο)φιλελευθερισμό για κάθε δεινό που πλήττει την ανθρωπότητα, ελάχιστοι έχουν διαβάσει κάποιο πρωτογενές έργο της φιλελεύθερης σκέψης. Και ακόμη λιγότεροι αισθάνονται την ανάγκη στις κριτικές τους κατά του φιλελευθερισμού να διατυπώνουν αντεπιχειρήματα. Και γιατί να το κάνουν άλλωστε; Αρκεί η ταμπέλα. Τα συνθήματα είναι έτοιμα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αναπαράγει κανείς την κυρίαρχη, δημοφιλή θέση.
Κι έτσι, σε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού δημόσιου διαλόγου, ο φιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός και ο νεοσυντηρητισμός θεωρούνται ένα και το αυτό. Το ίδιο είναι ο μετριοπαθής Χιουμ και η ακραία Άυν Ραντ, το ίδιο είναι ο ουίγος Μπερκ και ο νεοσυντηρητικός Μπους. Όλοι αυτοί, ανεξαιρέτως, εχθροί των λαών, των κοινωνιών, των ανθρώπων.
Τι διαφορετικό να περιμένει κανείς όταν, μέχρι και λίγα χρόνια πριν, ακόμη και στο σχολικό μάθημα που υποτίθεται πως στοχεύει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης – την έκθεση ιδεών- η επιτυχία και άρα η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση περνούσε μέσα από την αποστήθιση και την αυτολεξεί αναπαραγωγή των επιχειρημάτων κάποιων άλλων;
Κάπως έτσι όμως η παπαγαλίζουσα Ελλάδα βρίσκεται τις τελευταίες δεκαετίες διαρκώς ελλειμματική στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο παράδοξο σημείο η πανεπιστημιακή κοινότητα – σίγουρα το πιο ηχηρό της κομμάτι – αντί να ζητά η ίδια αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, να τις αρνείται σθεναρά χωρίς καν να εξετάζει το περιεχόμενό τους.
ακριβώς γι’ αυτά, τα πιεστικά ζητούμενα της δικής μας κοινωνίας, μιλά το Σύνταγμα της Ελευθερίας
Κάπως έτσι, όταν ο Jimmy Wales διάβαζε ως φοιτητής ένα κομβικό άρθρο που συνέγραψε ο Χάγιεκ το 1945, το περίφημο «The Use of Knowledge in Society» και εμπνεόταν από αυτό τη δημιουργία της Wikipedia – της επαναστατικότερης ιδέας για τη διάδοση της γνώσης τα τελευταία χρόνια – εμείς εδώ παραμέναμε αμόλυντοι από τις επικίνδυνες αυτές ιδέες.
Η ειρωνεία είναι ότι ακριβώς γι’ αυτά, τα πιεστικά ζητούμενα της δικής μας κοινωνίας, μιλά το Σύνταγμα της Ελευθερίας. Στην αρχή κιόλας του βιβλίου, ο Χάγιεκ υπογραμμίζει πως, αν η ιστορία έχει αναδείξει την ατομική ελευθερία στην κορυφαία κοινωνική αξία, αυτό συνέβη ακριβώς γιατί εντέλει η ελευθερία ταυτίζεται με τη δημιουργική δύναμη της εκάστοτε κοινωνίας. Γι’ αυτό το λόγο είναι στόχος επιθυμητός η εξασφάλιση του μεγαλύτερου δυνατού βαθμού ατομικής ελευθερίας.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1960, όταν το αποτέλεσμα του μεγάλου ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου ήταν ακόμη ανοιχτό. Το 1960 η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, ενός αποτελεσματικού επιστημονικού προγραμματισμού που θα αντικαθιστούσε την ατελή ελεύθερη αγορά, κέρδιζε πολλούς οπαδούς στη Δύση, κι όχι μόνο ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Οι πρόοδοι στην οικονομική επιστήμη, τα πρώτα βήματα της πληροφορικής και της κυβερνητικής, αλλά και οι εντυπωσιακοί ρυθμοί ανάπτυξης της τότε Σοβιετικής Ένωσης, έκαναν πολλούς να βλέπουν με καλό μάτι αυτή την προοπτική.
Ακόμη και εκείνοι που αναγνώριζαν το κοινωνικό κόστος του κεντρικού σχεδιασμού και διαφωνούσαν με την καταπίεση των ατομικών ελευθεριών στα καθεστώτα του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού, έβλεπαν εφικτή και επιθυμητή μια σύνδεση των καλύτερων στοιχείων των δύο κόσμων.

Ο Χάγιεκ από πολύ νωρίς υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο αδύνατο, αλλά και ανεπιθύμητο.
Αν παρατηρείται ένας κάποιος, ατελής συντονισμός της ατομικής δράσης, αυτός δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, αποτέλεσμα κάποιου κεντρικού σχεδιασμού, κάποιου σκόπιμου προγραμματισμού: αντίθετα, οφείλεται σε μηχανισμούς συντονισμού όπως η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών
Αδύνατο γιατί οι πληροφορίες που χρησιμοποιούντα τα άτομα για το σχεδιασμό της δράσης τους στης κοινωνία, δεν είναι «δεδομένα», με την έννοια των φυσικών επιστημών. Δεν είναι, με άλλα λόγια, σταθερά δεδομένα που μπορούν να συλλεχθούν, και να αναλυθούν από κάποιο άτομο, κάποια ομάδα ατόμων ή κάποιον υπολογιστή. Αντίθετα, είναι σύνολα πρακτικών και κανόνων συμπεριφοράς, υποκειμενικών προτιμήσεων, απόψεων και ιδεών, πολλές φορές αντιφατικών μεταξύ τους. Μάλιστα, μας λέει ο Χάγιεκ, καθένας από μας έχει επίγνωση μόνο ενός μικρού κλάσματος των «δεδομένων» εντός εισαγωγικών που προσδιορίζουν τη δράση του.
Αν παρατηρείται ένας κάποιος, ατελής συντονισμός της ατομικής δράσης, αυτός δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, αποτέλεσμα κάποιου κεντρικού σχεδιασμού, κάποιου σκόπιμου προγραμματισμού: αντίθετα, οφείλεται σε μηχανισμούς συντονισμού όπως η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών, οι οποίοι προέκυψαν αυθόρμητα μέσα από την ανθρώπινη διάδραση και κατέδειξαν την αποτελεσματικότητά τους μέσα στους αιώνες. Ένας τέτοιος μηχανισμός, ο κορυφαίος, είναι και η ελευθερία υπό το νόμο.
Η κοινωνία, υπογραμμίζει ο Χάγιεκ, δεν είναι εργοστάσιο. Δεν έχει ένα σαφή και προσδιορισμένο στόχο, ούτε ξεκάθαρα προσδιορισμένες πρώτες ύλες και μέσα παραγωγής, ώστε να μπορούμε να την προγραμματίσουμε. Η σημασία της ελευθερίας έγκειται ακριβώς στην αδυναμία μας να προβλέψουμε τις προκλήσεις του αύριο. Συνεχώς δημιουργούνται νέες συνθήκες, νέες ανάγκες, νέες επιθυμίες. Και η καλύτερη μέθοδος για την αντιμετώπιση αυτών των διαρκώς μεταβαλλόμενων συνθηκών, είναι να δοκιμάζουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πιθανές λύσεις και να αφήνουμε ανάμεσα σ’ αυτές να αναδεικνύονται στην πράξη οι καλύτερες.
Θα ήταν τραγικό λάθος να βάλουμε όλα τα αυγά μας στο ίδιο καλάθι. Η ελευθερία εφαρμογής των ατομικών πειραματισμών, μάς εξασφαλίζει ότι, όταν προκύψει η ανάγκη προσαρμογής, πολλές διαφορετικές ιδέες, πολλές διαφορετικές πρακτικές θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους ώστε να βρεθεί η καλύτερη ανάμεσά τους. Είναι σίγουρα προτιμότερο στη θέση των ανθρώπων να πεθαίνουν παρωχημένες και αναποτελεσματικές ιδέες και πρακτικές. Κι εδώ έγκειται η σημαντική διαφορά της κοινωνικής εξέλιξης που περιγράφει Χάγιεκ και ο Πόππερ, από το βιολογικό δαρβινισμό.
Η δυνατότητα προσαρμογής μιας κοινωνίας σ’ αυτές τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, εξαρτάται κατά τον Χάγιεκ από τέσσερα στοιχεία:
- Πρώτον, την ύπαρξη ενός κοινωνικού, πληροφοριακού περιβάλλοντος: το πλαίσιο των ιδεών, των προτιμήσεων, των κανόνων συμπεριφοράς, των νόμων, των γνώσεων, μέσα στο οποίο ζούμε, το οποίο αξιοποιούμε για τους δικούς μας σκοπούς και το αλλάζουμε με τη δράση μας.

- Δεύτερον, τη δυνατότητα πρόσβασης των ατόμων σ’ αυτό το περιβάλλον. Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται καθολική παιδεία.
- Τρίτον, την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Την ικανότητα των ανθρώπων να δημιουργούν διαρκώς νέους συνδυασμούς από αυτά τα στοιχεία. Και
- Τέταρτον, από ένα πολιτικό σύστημα, μια θεσμική διαρρύθμιση που επιτρέπει και ευνοεί τη δημιουργικότητα αυτή, επιτρέπει και ευνοεί τη δοκιμή στην πράξη όσο το δυνατόν περισσότερων ιδεών, από τις οποίες, μέσα από τον ανταγωνισμό τους θα προκύψουν αυτές που ανταποκρίνονται καλύτερα στην εκάστοτε δεδομένη πρόκληση, ανάγκη ή επιθυμία, τη, εκάστοτε δεδομένη στιγμή. Μια θεσμική διαρρύθμιση που επιτρέπει στα άτομα να επιλέγουν την εναλλακτική που τα ίδια θεωρούν καλύτερη.

Τις αρχές αυτού του πολιτικού συστήματος, αυτής της θεσμικής διαρρύθμισης περιγράφει λοιπόν ο Χάγιεκ στο Σύνταγμα της Ελευθερίας.
Απέναντι στα πολιτικά συστήματα που ευαγγελίζονται το τέλειο, αρκείται σε μια διαρρύθμιση που έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Απέναντι στα πολιτικά προγράμματα που διεκδικούν για τον εαυτό τους την απόλυτη αλήθεια, ο Χάγιεκ περιλαμβάνει και τον εαυτό του ανάμεσα σε εκείνους που αναπόδραστα κάνουν λάθη
Αυτή είναι η κεντρική του θέση. Απέναντι στα πολιτικά συστήματα που ευαγγελίζονται το τέλειο, αρκείται σε μια διαρρύθμιση που έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Απέναντι στα πολιτικά προγράμματα που διεκδικούν για τον εαυτό τους την απόλυτη αλήθεια, ο Χάγιεκ περιλαμβάνει και τον εαυτό του ανάμεσα σε εκείνους που αναπόδραστα κάνουν λάθη: ανάμεσα δηλαδή στους ανθρώπους.

Ανακεφαλαιώνοντας:

- Ο Χάγιεκ δεν βλέπει τον άνθρωπο ως homo economicus, σαν ένα απάνθρωπο πλάσμα που επιδιώκει ορθολογικά τη μεγιστοποίηση της ατομικής του ωφέλειας. Η φιλαλληλία, η αλληλεγγύη, ο ανθρωπισμός είναι ηθικά αισθήματα όχι μόνο επιθυμητά, αλλά και αναγκαία για την επιβίωση μιας κοινωνίας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να τα νοθεύσουμε μετατρέποντάς τα από ηθικά χρέη, σε τυπικές υποχρεώσεις.
- Δεν είναι κατά του κράτους πρόνοιας, με την έννοια ενός καθολικού δικτύου προστασίας των αδυνάτων. Όμως θέτει αυστηρούς όρους, ώστε η προνοιακή πολιτική να υπηρετεί όντως το στόχο της και μόνο αυτόν.
- Δεν είναι κατά της δημόσιας εκπαίδευσης. Αλλά δεν βλέπει το λόγο να υπάρχει μονοπώλιο στην παροχή της.
- Δεν θα υποστήριζε την εμπλοκή των Κυβερνήσεων στην παροχή χρήματος για την εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων, την πρακτική που οδήγησε στη φούσκα των στεγαστικών δανείων και κατ’ επέκταση στην τρέχουσα διεθνή οικονομική κρίση. Και βεβαίως..
- Το Σύνταγμα της Ελευθερίας δεν είναι μια «βίβλος του φιλελευθερισμού», όπως άστοχα χαρακτηρίστηκε σε μια πρόσφατη κριτική. Όπως κάθε ανθρώπινο έργο, έχει ατέλειες και σφάλματα. Για παράδειγμα: Δεν ορίζει με στεγανό τρόπο την αρχή του νόμου, το rule of law. Δεν δίνει ένα απρόσβλητο κριτήριο της θεμιτής δράσης του κράτους.
Και κυρίως, δεν εξηγεί επαρκώς γιατί, αν η ελευθερία προέκυψε μέσα από μια εξελικτική πορεία, δεν πρέπει ομοίως ως σεβάσμια αποτελέσματα εξέλιξης να αντιμετωπίσουμε και τις ιδέες που αντιμάχονται της ελευθερίας όπως την ορίζει ο Χάγιεκ.
εί, σ’ αυτά τα υψώματα, δίνεται σήμερα η μάχη. Το να μένουμε βολικά στα μετόπισθεν, στα συνθήματα και τις περιχαρακώσεις, σίγουρα δεν μας περιποιεί τιμή. Και σίγουρα δεν μας δίνει τη δυνατότητα να συμβάλλουμε στην εξέλιξη των ιδεών, των πρακτικών, της πραγματικότητας.
Ας είναι λοιπόν αυτή η έκδοση, μια συμβολή σε μια χρήσιμη, μια αναγκαία αλλαγή: να αρχίσουμε επιτέλους να διαφωνούμε, αλλά παραγωγικά, βάσει επιχειρημάτων.

Γιώργος Αρχόντας

Κοντά στον ουρανό


Πρόκειται για ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα με ζωηρή πλοκή και έντονο φιλοσοφικό προβληματισμό. Ένα αρχιτέκτονας ο Χάουαρντ Ρόαρκ θέλει να σχεδιάζει μοντέρνα κτήρια αδιαφορώντας για τα γούστα των πελατών και της κοινής γνώμης. Οσοι ξέρουν από αρχιτεκτονική καταλαβαίνουν ότι έχουν να κάνουν με μια ιδιοφυϊα. Αυτός είναι και ο λόγος που θέλει να τον συνθλίψει ο δημοσιογράφος Τουχεϋ, προκειμένου να προωθεί σε καίριες θέσεις μέτριους του οποίους μπορεί να έχει στο χέρι. Μια γυναίκα ερωτεύεται τον Ρόαρκ, αλλά δημόσια επιδεικνύει μίσος εναντίον του για να τον προστατέψει. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε την άνοδο και την πτώση ενός πανίσχυρου επιχειρηματία και εκδότη μια μαζικής κυκλοφορίας λαϊκής φυλλάδας.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι καλά σμιλεμένοι.
Η Ράντ γεννήθηκε έφυγε από τη Σοβιετική Ενωση και έζησε στις ΗΠΑ. Τα έργα της απηχούν τις φιλοσοφικές της απόψεις για το ρόλο του ατόμου στην ζωή και την ιστορία. Πιστεύει ότι κινητήριος μοχλός είναι το άτομο και ότι το κράτος είναι εχθρός της προόδου. Κάποιος πρέπει να δημιουργεί για να υπάρχει αναδιανομή υποστηρίζει.
Από το μυθιστόρημα διαφαίνεται η εξομοίωση και αντιπάθειά της για καθεστώτα που θεοποιούν το κράτος όπως ο φασισμός και τον λαό όπως ο κομμουνισμός.

Μερικά αποσπάσματα που περιέχουν επιγραμματικά τα πιστεύω της συγγραφέως είναι τα παρακάτω:

«…Κήρυξε την ανιδιοτέλεια. Πες στον άνθρωπο ότι πρέπει να ζει για τους άλλους. Πες στους ανθρώπους ότι το ιδανικό είναι ο αλτρουϊσμός. Ούτε ένας δεν έφτασε ποτέ σε αυτόν. Κάθε ενστικτό του επαναστατεί ενάντια σε αυτόν. Αναλογίσου όμως τι πετυχαίνεις. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι είναι ανίκανος να φτάσει σ’ εκείνο που έχει αποδειχτεί σαν ύψιστη αρετή, και έτσι αποκτάει μια αίσθηση ενοχής και αμαρτίας, συνειδητοποιεί την ίδια την αναξιότητά του. Αφού το ανώτερο ιδανικό είναι άπιαστο γι’ αυτόν παραιτείται τελικά απ’ όλα τα ιδανικά, από κάθε φιλοδοξία και από κάθε αίσθηση προσωπικής αξίας. Νιώθει τον εαυτό του υποχρεωμένο να κηρύττει ό, τι δεν μπορεί να πράξει. Αλλά δεν μπορεί να είναι κατά το ήμισυ καλός ή περίπου έντιμος. Είναι μεγάλη η μάχη που πρέπει να δώσει κανείς για να διαφυλάξει την ακεραιότητά του. Γιατί λοιπόν να διαφυλάξει αυτό που ξέρει ότι είναι διαβρωμένο; Η ψυχή του εγκαταλείπει τον αυτοσεβασμό. Το έχεις στο χέρι. Θα υπακούσει. Θα υπακούσει πρόθυμα επειδή δεν μπορεί να εμπιστευτεί τον εαυτό του. …

Κάθε σύστημα ηθικής που κύρηττε τη θυσία αναπτύχθηκε σε μεγάλη δύναμη και κυβέρνησε εκατομμύρια ανθρώπους. Κι όμως το τέστ είναι παρά πολύ απλό: δεν έχεις παρά ν’ ακούσεις ένα προφήτη κι αν μιλήσει για θυσία, βάλτο στα πόδια σαν να σε κυνηγάει η πανούκλα. Είναι λογικό ότι, όπου υπάρχει θυσία, υπάρχει και κάποιος που μαζεύει τα αφιερώματα της θυσίας. Οπου υπάρχει προσφορά υπηρεσίας, υπάρχει και κάποιος που υπηρετείται….


…Έναν κόσμο όπου η σκέψη του κάθε ανθρώπου δεν είναι δική του αλλά η προσπάθεια να μαντέψει τη σκέψη στον εγκέφαλο του γείτονά του, που δεν έχει δική του σκέψη, αλλά προσπαθεί να μαντέψει τη σκέψη του επόμενου γείτονα που κι αυτός δεν έχει δική του σκέψη και πάει λέγοντας, Πήτερ σε όλη τη υδρόγειο. Αφού όλοι πρέπει να συμφωνούν με όλους…

Μια χώρα έχει ενστερνιστεί τη θεωρία ότι ο άνθρωπος δεν έχει δικαιώματα, ότι το συλλογικό είναι το παν. Το άτομο θεωρείται πληγή, η μάζα Θεός. Το μόνο κίνητρο και η μόνη αρετή που επιτρέπονται είναι να υπηρετούν όλοι το προλεταριάτο. Αυτή είναι η μια εκδοχή. Και μια δεύτερη: Μια άλλη χώρα έχει ενστερνιστεί τη θεωρία ότι ο άνθρωπος δεν έχει δικαιώματα, ότι το κράτος είναι το παν. Το άτομο θεωρείται πληγή, η φυλή Θεός. Το μόνο κίνητρο και η μόνη αρετή που επιτρέπονται είναι να υπηρετούν όλοι μαζί τη φυλή….»

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009


Είναι ένα έργο συνθετικό που παρακολουθεί την ιστορία του δαρβινισμού. Στις σελίδες του ο αναγνώστης θα βρει όλες τις ιδέες, τις θεωρίες και τα εμπειρικά ευρήματα που συνόδευσαν τη θεωρία της εξέλιξης από τη μεγάλη έκρηξη της γέννησής της έως σήμερα.

Η θεωρία του Κάρολου Δαρβίνου, του οποίου φέτος εορτάζονται τα διακόσια χρόνια από τη γέννησή του, δεν άλλαξε μόνον τα δεδομένα της βιολογίας. Επηρέασε το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης και διείσδυσε σε τομείς όπως η κοινωνιολογία, η ηθική, η αισθητική, η ψυχολογία, η γνωσιολογία, ακόμη και η λογοτεχνική κριτική. Οικοδόμησε μια καινούργια αντίληψη για τον άνθρωπο και είναι ίσως αυτή η δυναμική της που προκάλεσε τόσο βίαιες αντιστάσεις και αντιδράσεις, στην καταγραφή των οποίων ο Κώστας Κριμπάς αφιερώνει ένα σημαντικό τμήμα του έργου του. Επιστημονικά έγκυρο, είναι ένα κείμενο το οποίο επιτρέπει στον κάθε αναγνώστη να γνωριστεί με την ιστορία μιας περιπέτειας που λειτούργησε καταλυτικά στη συνείδηση του πολιτισμού μας.

Στη φιλοσοφία υπήρξε κάποτε μια εποχή του θανάτου του Θεού. Η δική μας, προσθέτει ο Μισέλ Ονφρέ, είναι μάλλον η εποχή της επιστροφής του. Γι' αυτό και σήμερα, κατά το συγγραφέα, παρουσιάζεται επείγουσα η ανάγκη για μια αθεϊα τεκμηριωμένη, στοιχειοθετημένη, αταλάντευτη και μαχητική. Η "Πραγματεία περί αθεολογίας" όχι μόνο σημείωσε τεράστια επιτυχία, πουλώντας μόνο τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της στη Γαλλία πάνω από 400.000 αντίτυπα, κάτι που την έφερε μακράν στην πρώτη θέση των δοκιμίων, αλλά προκάλεσε και οξύτατη πολεμική στους κύκλους της διανόησης, και όχι μόνο, και έγινε αφορμή για τη δημοσίευση δεκάδων άρθρων καθώς και δύο βιβλίων που αντιτάσσονται λυσσαλέα στις απόψεις του "καλλιτέχνη φιλοσόφου".