Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 6 Απριλίου 2011
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
Το φάσμα του τέλματος
Οποια και να είναι η τελική της έκβαση, η αιγυπτιακή εξέγερση θέτει κάποια κρίσιμα ερωτήματα. Πώς ξέσπασε τόσο ξαφνικά; Τι ακριβώς εκφράζει; Και τι σημαίνει για τη χώρα μας;
Εκκινώντας από την παρατήρηση πως οι άνθρωποι συχνά αυτολογοκρίνονται, είτε γιατί θεωρούν πως οι απόψεις τους είναι περιθωριακές είτε επειδή η έκφρασή τους ενέχει κίνδυνο, ο Αμερικανός οικονομολόγος Τιμούρ Κουράν έδειξε στο βιβλίο του «Private Truths, Public Lies», πως ξεπερνούν την αυτολογοκρισία όταν δουν άλλους να εκφράζουν ανεμπόδιστα αντίστοιχες απόψεις. Ετσι καταρρέει ξαφνικά η υποκρισία σαν χάρτινος πύργος και ένας πειθήνιος κόσμος μεταμορφώνεται σε εξεγερμένο πλήθος. Με άλλα λόγια, η πεμπτουσία της εξέγερσης ανιχνεύεται στην επικοινωνιακή της διάσταση: την ανακάλυψη, δηλαδή, πως οι «ιδιωτικές αλήθειες» είναι κοινός τόπος. Από την άποψη αυτή, το 2011 μπορεί να μετεξελιχθεί στο 1989 του αραβικού κόσμου, με την Τυνησία να προκαλεί την έκρηξη στην Αίγυπτο και την τελευταία να απειλεί το σύνολο του αραβικού κόσμου.
Δυσκολότερη είναι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, καθώς οι εξεγέρσεις ενσωματώνουν εξ ορισμού ετερογενείς και αντικρουόμενες αντιλήψεις για το μέλλον. Από την άποψη αυτή, η δημιουργία μιας συνεκτικής αφήγησης για το τι εκπροσωπεί μια εξέγερση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της.
Αναμφίβολα, τα αίτια της κρίσης ταυτίζονται με τους χαμηλούς οικονομικούς δείκτες των μη πετρελαιοπαραγωγών αραβικών χωρών. Εξίσου στάσιμες είναι πολιτικά και πνευματικά, ενώ χαρακτηρίζονται από υψηλούς δείκτες γεννήσεων, πράγμα που μεταφράζεται στην πλήρη απουσία προοπτικών για εκατομμύρια νέους.
Οι ρίζες του τέλματος βρίσκονται στη σύγχρονη ιστορία των αραβικών χωρών, που μπορεί να διακριθεί σε τρεις φάσεις. Η πρώτη είναι η αποικιακή: μετά την ανεξαρτησία επικράτησαν κηδεμονευόμενα από τη Δύση καθεστώτα με εισαγόμενες βασιλικές δυναστείες, που όμως δεν έπνιξαν την πνευματική ζωντάνια και τον κοσμοπολιτισμό. Συμβίωναν έτσι ειρηνικά πολλές διαφορετικές εθνικές κοινότητες: τότε άκμασε ο αιγυπτιώτικος ελληνισμός. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και ένας ιδιότυπος σοσιαλισμός, δημιούργημα κυρίως χριστιανών Αράβων, που εκφράστηκε πολιτικά από το κόμμα Μπάαθ.
Η αποτυχία των καθεστώτων αυτών να εκδημοκρατιστούν αλλά και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το Ισραήλ, οδήγησε στην απαξίωσή τους. Η διάδοχη κατάσταση υπήρξε ένα μείγμα αυταρχισμού, εθνικισμού και λαϊκισμού, με κεντρικό φορέα τον στρατό που ανέλαβε την υλοποίηση του προγράμματος του Μπάαθ.
Δυναμικοί στρατιωτικοί όπως ο Νάσερ, ο Σαντάμ, ο Καντάφι ή ο Ασαντ, πρόσδεσαν τις χώρες τους στο άρμα της Σοβιετικής Ενωσης, εφάρμοσαν έντονα κρατικιστικές αναπτυξιακές πολιτικές και έγιναν φορείς ενός αυταρχικού εθνικολαϊκού οράματος που κατέστρεψε την πνευματική ζωτικότητα και τον κοσμοπολιτισμό της προηγούμενης περιόδου, αντικαθιστώντας τα με τον φόβο της μυστικής αστυνομίας.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης σήμανε το ουσιαστικό τέλος του μπααθισμού. Η χρηματοδότηση από τη Μόσχα στέρεψε όπως και το σοσιαλιστικό όραμα. Εμειναν ο αυταρχισμός, ο κρατισμός, η διαφθορά, η στασιμότητα και οι νέες οικογενειακές δυναστείες. Εμειναν επίσης το οικονομικό και πνευματικό τέλμα από τη μία και οι δημογραφικές συνέπειες της προσκόλλησης στις παραδοσιακές μουσουλμανικές αξίες από την άλλη. Ούτε η δημοκρατία άνθησε ούτε ο καπιταλισμός. Η Αίγυπτος είχε προλάβει να αντικαταστήσει τη σοβιετική πατρωνία με την αμερικανική, όμως η απαξίωση του Μπααθισμού οδήγησε στην ανάπτυξη του ισλαμισμού, του μόνου λαϊκού κινήματος ικανού να διατυπώσει ένα πειστικό εναλλακτικό όραμα.
Δεν χωράει αμφιβολία πως τα αραβικά καθεστώτα, στηριζόμενα στην ωμή βία και εκμεταλλευόμενα τον φόβο των Αμερικανών για τον ισλαμισμό, μπορούν να καταστείλουν τις εξεγέρσεις. Ακόμα κι έτσι, όμως, δεν έχουν μέλλον. Η επόμενη φάση θα έχει πιθανότατα ισλαμιστικό χρώμα: αλλού μετριοπαθές και αλλού ριζοσπαστικό, αλλού δημοκρατικό και αλλού αυταρχικό. Πολλά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο της μετάβασης.
Oι εξελίξεις αυτές μας αφορούν άμεσα. Η στασιμότητα θα ωθεί όλο και περισσότερους νέους στην αναζήτηση της τύχης τους στην Ευρώπη, οξύνοντας τη μεταναστευτική κρίση στη χώρα μας. Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη, συμβολική διάσταση: τελικά δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί από τους Αραβες, όσο μας αρέσει να πιστεύουμε. Τα κράτη μας, άλλωστε, ξεπήδησαν μέσα από μια κοινή οθωμανική μήτρα. Αλήθεια, πόσο διαφέρει η ροπή προς τη μεγαλόστομη δημαγωγία, τον λαϊκισμό, τον εύκολο αντιιμπεριαλισμό, την προσκόλληση σε μύθους και τη συνωμοσιολογία; Πόσο απέχει ο χρεοκοπημένος ελληνικός κρατισμός από την αραβική του εκδοχή;
Αν αποφύγαμε τη μοίρα των αραβικών χωρών, το οφείλουμε κυρίως στην απουσία της πολιτιστικής κληρονομιάς που λέγεται Ισλάμ, στη γεωγραφική μας θέση και στον σταθερό μας ευρωπαϊκό πολιτικό προσανατολισμό. Σήμερα που βρισκόμαστε σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καλό είναι να στρέψουμε το βλέμμα νότια, για να αντικρίσουμε μέσα στο αραβικό τέλμα το περιεχόμενο που θα είχε μια ενδεχόμενη αποτυχία μας.
Στάθης Καλύβας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-2-2011
Εκκινώντας από την παρατήρηση πως οι άνθρωποι συχνά αυτολογοκρίνονται, είτε γιατί θεωρούν πως οι απόψεις τους είναι περιθωριακές είτε επειδή η έκφρασή τους ενέχει κίνδυνο, ο Αμερικανός οικονομολόγος Τιμούρ Κουράν έδειξε στο βιβλίο του «Private Truths, Public Lies», πως ξεπερνούν την αυτολογοκρισία όταν δουν άλλους να εκφράζουν ανεμπόδιστα αντίστοιχες απόψεις. Ετσι καταρρέει ξαφνικά η υποκρισία σαν χάρτινος πύργος και ένας πειθήνιος κόσμος μεταμορφώνεται σε εξεγερμένο πλήθος. Με άλλα λόγια, η πεμπτουσία της εξέγερσης ανιχνεύεται στην επικοινωνιακή της διάσταση: την ανακάλυψη, δηλαδή, πως οι «ιδιωτικές αλήθειες» είναι κοινός τόπος. Από την άποψη αυτή, το 2011 μπορεί να μετεξελιχθεί στο 1989 του αραβικού κόσμου, με την Τυνησία να προκαλεί την έκρηξη στην Αίγυπτο και την τελευταία να απειλεί το σύνολο του αραβικού κόσμου.
Δυσκολότερη είναι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, καθώς οι εξεγέρσεις ενσωματώνουν εξ ορισμού ετερογενείς και αντικρουόμενες αντιλήψεις για το μέλλον. Από την άποψη αυτή, η δημιουργία μιας συνεκτικής αφήγησης για το τι εκπροσωπεί μια εξέγερση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της.
Αναμφίβολα, τα αίτια της κρίσης ταυτίζονται με τους χαμηλούς οικονομικούς δείκτες των μη πετρελαιοπαραγωγών αραβικών χωρών. Εξίσου στάσιμες είναι πολιτικά και πνευματικά, ενώ χαρακτηρίζονται από υψηλούς δείκτες γεννήσεων, πράγμα που μεταφράζεται στην πλήρη απουσία προοπτικών για εκατομμύρια νέους.
Οι ρίζες του τέλματος βρίσκονται στη σύγχρονη ιστορία των αραβικών χωρών, που μπορεί να διακριθεί σε τρεις φάσεις. Η πρώτη είναι η αποικιακή: μετά την ανεξαρτησία επικράτησαν κηδεμονευόμενα από τη Δύση καθεστώτα με εισαγόμενες βασιλικές δυναστείες, που όμως δεν έπνιξαν την πνευματική ζωντάνια και τον κοσμοπολιτισμό. Συμβίωναν έτσι ειρηνικά πολλές διαφορετικές εθνικές κοινότητες: τότε άκμασε ο αιγυπτιώτικος ελληνισμός. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και ένας ιδιότυπος σοσιαλισμός, δημιούργημα κυρίως χριστιανών Αράβων, που εκφράστηκε πολιτικά από το κόμμα Μπάαθ.
Η αποτυχία των καθεστώτων αυτών να εκδημοκρατιστούν αλλά και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το Ισραήλ, οδήγησε στην απαξίωσή τους. Η διάδοχη κατάσταση υπήρξε ένα μείγμα αυταρχισμού, εθνικισμού και λαϊκισμού, με κεντρικό φορέα τον στρατό που ανέλαβε την υλοποίηση του προγράμματος του Μπάαθ.
Δυναμικοί στρατιωτικοί όπως ο Νάσερ, ο Σαντάμ, ο Καντάφι ή ο Ασαντ, πρόσδεσαν τις χώρες τους στο άρμα της Σοβιετικής Ενωσης, εφάρμοσαν έντονα κρατικιστικές αναπτυξιακές πολιτικές και έγιναν φορείς ενός αυταρχικού εθνικολαϊκού οράματος που κατέστρεψε την πνευματική ζωτικότητα και τον κοσμοπολιτισμό της προηγούμενης περιόδου, αντικαθιστώντας τα με τον φόβο της μυστικής αστυνομίας.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης σήμανε το ουσιαστικό τέλος του μπααθισμού. Η χρηματοδότηση από τη Μόσχα στέρεψε όπως και το σοσιαλιστικό όραμα. Εμειναν ο αυταρχισμός, ο κρατισμός, η διαφθορά, η στασιμότητα και οι νέες οικογενειακές δυναστείες. Εμειναν επίσης το οικονομικό και πνευματικό τέλμα από τη μία και οι δημογραφικές συνέπειες της προσκόλλησης στις παραδοσιακές μουσουλμανικές αξίες από την άλλη. Ούτε η δημοκρατία άνθησε ούτε ο καπιταλισμός. Η Αίγυπτος είχε προλάβει να αντικαταστήσει τη σοβιετική πατρωνία με την αμερικανική, όμως η απαξίωση του Μπααθισμού οδήγησε στην ανάπτυξη του ισλαμισμού, του μόνου λαϊκού κινήματος ικανού να διατυπώσει ένα πειστικό εναλλακτικό όραμα.
Δεν χωράει αμφιβολία πως τα αραβικά καθεστώτα, στηριζόμενα στην ωμή βία και εκμεταλλευόμενα τον φόβο των Αμερικανών για τον ισλαμισμό, μπορούν να καταστείλουν τις εξεγέρσεις. Ακόμα κι έτσι, όμως, δεν έχουν μέλλον. Η επόμενη φάση θα έχει πιθανότατα ισλαμιστικό χρώμα: αλλού μετριοπαθές και αλλού ριζοσπαστικό, αλλού δημοκρατικό και αλλού αυταρχικό. Πολλά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο της μετάβασης.
Oι εξελίξεις αυτές μας αφορούν άμεσα. Η στασιμότητα θα ωθεί όλο και περισσότερους νέους στην αναζήτηση της τύχης τους στην Ευρώπη, οξύνοντας τη μεταναστευτική κρίση στη χώρα μας. Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη, συμβολική διάσταση: τελικά δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί από τους Αραβες, όσο μας αρέσει να πιστεύουμε. Τα κράτη μας, άλλωστε, ξεπήδησαν μέσα από μια κοινή οθωμανική μήτρα. Αλήθεια, πόσο διαφέρει η ροπή προς τη μεγαλόστομη δημαγωγία, τον λαϊκισμό, τον εύκολο αντιιμπεριαλισμό, την προσκόλληση σε μύθους και τη συνωμοσιολογία; Πόσο απέχει ο χρεοκοπημένος ελληνικός κρατισμός από την αραβική του εκδοχή;
Αν αποφύγαμε τη μοίρα των αραβικών χωρών, το οφείλουμε κυρίως στην απουσία της πολιτιστικής κληρονομιάς που λέγεται Ισλάμ, στη γεωγραφική μας θέση και στον σταθερό μας ευρωπαϊκό πολιτικό προσανατολισμό. Σήμερα που βρισκόμαστε σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καλό είναι να στρέψουμε το βλέμμα νότια, για να αντικρίσουμε μέσα στο αραβικό τέλμα το περιεχόμενο που θα είχε μια ενδεχόμενη αποτυχία μας.
Στάθης Καλύβας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6-2-2011
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Κάμερον εναντίον Θάτσερ: δύο όψεις της Κεντροδεξιάς
Οσοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την ταινία «Ο Λόγος του Βασιλιά» είδαν πως η Βρετανία της δεκαετίας του 1930, μέσα σε έναν κόσμο αστάθειας και απειλών, υπερασπίστηκε αταλάντευτα τα εθνικά της συμφέροντα. Μετά την παραίτηση του εκκεντρικού και ερωτύλου αδελφού του από τον θρόνο, ο «Μπέρτι» αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του έθνους και επιτελεί το καθήκον της μεταμόρφωσής του σε «Βασιλέα Γεώργιο ΣΤ΄». Το κουράγιο που επέδειξε στην αντιμετώπιση του τρομερού προβλήματος τραυλισμού από το οποίο έπασχε –αποτέλεσμα της ψυχρότητας και του εξευτελισμού που υπέστη ως παιδί σε μία οικογένεια δέσμια των βρετανικών συμβάσεων– αποτελεί ένα συγκινητικό ύμνο στην έννοια του καθήκοντος. Η υποβλητική εικόνα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεατρινίστικες υπερβολές του Χίτλερ.
Ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Βρετανίας Χάρολντ Μακμίλαν –ο οποίος ήταν γνωστός για την αριστοκρατική του συμπεριφορά– είχε πει ότι οι συμπατριώτες του ποτέ δεν θα μπορούσαν να συγκινηθούν από τις ναζιστικές φανφάρες. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, αντί για τις συγκεντρώσεις της Νυρεμβέργης, μία ομάδα από τζέντλεμεν με πράσινα σακάκια θα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία Τραφάλγκαρ και θα συμφωνούσαν μεταξύ τους «ότι κάτι έπρεπε να γίνει» για το πρόβλημα που τους ανησυχούσε. Και οι δύο αυτές ιστορίες λένε πολλά για τον μύθο του βρετανικού φλέγματος.
Σήμερα, η Βρετανία βιώνει μία ακόμη αναδρομή στο παρελθόν, αλλά σε «πραγματικό χρόνο»: πρόκειται για την επιστροφή στην περίοδο της σκληρής λιτότητας και των επώδυνων μεταρρυθμίσεων που χαρακτήρισαν την εποχή της Θάτσερ. Η κυβέρνηση Κάμερον εξελέγη τον περασμένο Μάιο, κατακεραυνώνοντας τον Γκόρντον Μπράουν, επειδή στον τελευταίο προϋπολογισμό του καταγράφηκε το μεγαλύτερο έλλειμμα που έχει παρουσιαστεί ποτέ στη χώρα εν καιρώ ειρήνης. Ο κ. Κάμερον ξεκίνησε έτσι μία στρατηγική δραστικών περικοπών δαπανών, με στόχο να περικόψει το έλλειμμα στο μισό μέχρι το τέλος της θητείας της παρούσας Βουλής (δηλαδή έως το 2015). Το περιοδικό «The Economist» χαρακτήρισε αυτό που συμβαίνει στη Βρετανία το μεγαλύτερο οικονομικό πείραμα από τότε που η κυρία Θάτσερ εγκαταστάθηκε στην Ντάουνινγκ Στριτ, το 1979 και επεσήμανε ότι η πορεία του αξίζει τη προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης. Προς επίρρωσιν των παραλληλισμών, φαίνεται ότι το 2011 θα σημαδευθεί από γενικευμένες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Εντούτοις, υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Η κυρία Θάτσερ είχε πει τότε το ιστορικό «αυτό το πράγμα που λέγεται κοινωνία δεν υπάρχει», παρά μόνον ένα πλήθος ατόμων και η συνάθροιση των συμφερόντων τους. Οι πολίτες δεν ήταν πια πολίτες, αλλά δρώντα υποκείμενα στο παιχνίδι της αγοράς. Αντιθέτως, στον αναγεννημένο συντηρητισμό του Ντέιβιντ Κάμερον –ο οποίος έχει ως στόχο να πάψουν οι Τόρηδες να χαρακτηρίζονται «το άτιμο κόμμα», όπως έχει πει ένας από τους υπουργούς του– οι πολίτες καλούνται να δημιουργήσουν τη λεγόμενη «Μεγάλη Κοινωνία». Η έννοια δεν θα πρέπει να συγχέεται με την «Αγαθή Κοινωνία» του Λίντον Τζόνσον, το 1964, η οποία χαρακτηρίστηκε από μεγάλες δημόσιες επενδύσεις, ώστε να καταπολεμηθεί η φτώχεια. Στην περίπτωση του Κάμερον, η κεντρική ιδέα είναι ότι οι πολίτες οφείλουν να έχουν ενισχυμένη την αίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος. Μάλιστα, η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να αντικαταστήσει την πρόσφατη επέκταση του κράτους. Ο Συντηρητισμός του Κάμερον εδράζεται στην παραδοσιακή αγγλοσαξονική έννοια της ελευθερίας από το κράτος, η οποία εξαρτάται με τη σειρά της από την αίσθηση της ύπαρξης ενός χώρου πέρα από την πολιτική και τη γραφειοκρατία.
Ενας υποστηρικτής του Κάμερον, ο Τζέσε Νόρμαν –ακαδημαϊκός που έγινε βουλευτής–, επισημαίνει ότι η πραγμάτωση της Μεγάλης Κοινωνίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον η Βρετανία μπορεί να γίνει μία «φιλική (philic) εταιρεία». Δανείζεται τον όρο από την ελληνική λέξη «φιλία» και υποδηλώνει μία νέα αίσθηση «διασύνδεσης». Με άλλους λόγους, οι Τόρηδες προτρέπουν τις εκκλησίες, τις φιλανθρωπικές οργανώσεις και τις ΜΚΟ της κοινωνίας των πολιτών να αποφύγουν τη «μικροδιαχείριση» του κράτους. Υπάρχουν επίσης αναφορές στο βιβλίο των Thaler και Sunstein, «Nudge» (Yale Πανεπιστημιακές Εκδόσεις, 2008) το οποίο υποδεικνύει τρόπους για να ενθαρρυνθούν οι άνθρωποι να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους.
Μπορεί άραγε να ριζώσει αυτή η ιδέα στη βρετανική κοινωνία;
Πέρυσι, έρευνα της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών στο Λονδίνο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σημερινός Βρετανός είναι, κατά μέσο όρο, λιγότερο πιθανόν από οποιονδήποτε άλλο Δυτικοευρωπαίο να παρέμβει σε κάποιο περιστατικό που συμβαίνει στον δρόμο, όπως για παράδειγμα όταν ένας συμπολίτης του δέχεται επίθεση. Το εύρημα αυτό δύσκολα μπορεί να συνδυαστεί με την ελπίδα για κοινωνική ευθύνη.
Υπάρχουν όμως και δομικά προβλήματα. Στις βρετανικές πόλεις υπάρχουν ολόκληρα «γκέτο», γειτονιές στις οποίες σχεδόν κανένας κάτοικος δεν έχει μόνιμη δουλειά. Η μακροχρόνια ανεργία επίσης αυξάνεται. Οι πολίτες και οι οικογένειες γίνονται όλο και πιο ατομιστικές. Την ίδια στιγμή, η κοινωνική συνδρομή του κράτους μειώνεται, καθώς περικόπτονται οι δημόσιες δαπάνες. Είναι αλήθεια ότι, ακόμη και τώρα, το δίχτυ κοινωνικής προστασίας παραμένει ισχυρότερο από αυτό που υπάρχει στην Ελλάδα. Ομως, η σύγχρονη Βρετανία δεν έχει παράδοση αυτοβοήθειας «από τα κάτω» για την καταπολέμηση φαινομένων όπως η φτώχεια. Οι πολίτες έχουν συνηθίσει να βασίζονται στο κράτος.
Το βρετανικό πείραμα, λοιπόν, εμπεριέχει μεγάλο κοινωνικό ρίσκο σε μία εποχή ταχείας δημοσιονομικής προσαρμογής. Μπορεί να φωλιάσει η φιλανθρωπία και η κοινωνική ευαισθησία στον χαρακτήρα των Βρετανών; Ή η αίσθηση του καθήκοντος που βλέπει κανείς στον Λόγο του Βασιλιά είναι απλώς ένας μύθος; Αλλωστε, ο Μπέρτι θυσιάστηκε για το στέμμα, την ίδια στιγμή που η χώρα ανεχόταν υψηλότατα ποσοστά ανεργίας. Μόνο ο χρόνος θα δείξει αν η κληρονομία του Κάμερον θα υπερισχύσει εκείνης της Θάτσερ.
Kevin Featherstone: καθηγητής στην Εδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» του London School of Economics, όπου επίσης διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.
Ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Βρετανίας Χάρολντ Μακμίλαν –ο οποίος ήταν γνωστός για την αριστοκρατική του συμπεριφορά– είχε πει ότι οι συμπατριώτες του ποτέ δεν θα μπορούσαν να συγκινηθούν από τις ναζιστικές φανφάρες. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, αντί για τις συγκεντρώσεις της Νυρεμβέργης, μία ομάδα από τζέντλεμεν με πράσινα σακάκια θα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία Τραφάλγκαρ και θα συμφωνούσαν μεταξύ τους «ότι κάτι έπρεπε να γίνει» για το πρόβλημα που τους ανησυχούσε. Και οι δύο αυτές ιστορίες λένε πολλά για τον μύθο του βρετανικού φλέγματος.
Σήμερα, η Βρετανία βιώνει μία ακόμη αναδρομή στο παρελθόν, αλλά σε «πραγματικό χρόνο»: πρόκειται για την επιστροφή στην περίοδο της σκληρής λιτότητας και των επώδυνων μεταρρυθμίσεων που χαρακτήρισαν την εποχή της Θάτσερ. Η κυβέρνηση Κάμερον εξελέγη τον περασμένο Μάιο, κατακεραυνώνοντας τον Γκόρντον Μπράουν, επειδή στον τελευταίο προϋπολογισμό του καταγράφηκε το μεγαλύτερο έλλειμμα που έχει παρουσιαστεί ποτέ στη χώρα εν καιρώ ειρήνης. Ο κ. Κάμερον ξεκίνησε έτσι μία στρατηγική δραστικών περικοπών δαπανών, με στόχο να περικόψει το έλλειμμα στο μισό μέχρι το τέλος της θητείας της παρούσας Βουλής (δηλαδή έως το 2015). Το περιοδικό «The Economist» χαρακτήρισε αυτό που συμβαίνει στη Βρετανία το μεγαλύτερο οικονομικό πείραμα από τότε που η κυρία Θάτσερ εγκαταστάθηκε στην Ντάουνινγκ Στριτ, το 1979 και επεσήμανε ότι η πορεία του αξίζει τη προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης. Προς επίρρωσιν των παραλληλισμών, φαίνεται ότι το 2011 θα σημαδευθεί από γενικευμένες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Εντούτοις, υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Η κυρία Θάτσερ είχε πει τότε το ιστορικό «αυτό το πράγμα που λέγεται κοινωνία δεν υπάρχει», παρά μόνον ένα πλήθος ατόμων και η συνάθροιση των συμφερόντων τους. Οι πολίτες δεν ήταν πια πολίτες, αλλά δρώντα υποκείμενα στο παιχνίδι της αγοράς. Αντιθέτως, στον αναγεννημένο συντηρητισμό του Ντέιβιντ Κάμερον –ο οποίος έχει ως στόχο να πάψουν οι Τόρηδες να χαρακτηρίζονται «το άτιμο κόμμα», όπως έχει πει ένας από τους υπουργούς του– οι πολίτες καλούνται να δημιουργήσουν τη λεγόμενη «Μεγάλη Κοινωνία». Η έννοια δεν θα πρέπει να συγχέεται με την «Αγαθή Κοινωνία» του Λίντον Τζόνσον, το 1964, η οποία χαρακτηρίστηκε από μεγάλες δημόσιες επενδύσεις, ώστε να καταπολεμηθεί η φτώχεια. Στην περίπτωση του Κάμερον, η κεντρική ιδέα είναι ότι οι πολίτες οφείλουν να έχουν ενισχυμένη την αίσθηση του κοινωνικού καθήκοντος. Μάλιστα, η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να αντικαταστήσει την πρόσφατη επέκταση του κράτους. Ο Συντηρητισμός του Κάμερον εδράζεται στην παραδοσιακή αγγλοσαξονική έννοια της ελευθερίας από το κράτος, η οποία εξαρτάται με τη σειρά της από την αίσθηση της ύπαρξης ενός χώρου πέρα από την πολιτική και τη γραφειοκρατία.
Ενας υποστηρικτής του Κάμερον, ο Τζέσε Νόρμαν –ακαδημαϊκός που έγινε βουλευτής–, επισημαίνει ότι η πραγμάτωση της Μεγάλης Κοινωνίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον η Βρετανία μπορεί να γίνει μία «φιλική (philic) εταιρεία». Δανείζεται τον όρο από την ελληνική λέξη «φιλία» και υποδηλώνει μία νέα αίσθηση «διασύνδεσης». Με άλλους λόγους, οι Τόρηδες προτρέπουν τις εκκλησίες, τις φιλανθρωπικές οργανώσεις και τις ΜΚΟ της κοινωνίας των πολιτών να αποφύγουν τη «μικροδιαχείριση» του κράτους. Υπάρχουν επίσης αναφορές στο βιβλίο των Thaler και Sunstein, «Nudge» (Yale Πανεπιστημιακές Εκδόσεις, 2008) το οποίο υποδεικνύει τρόπους για να ενθαρρυνθούν οι άνθρωποι να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους.
Μπορεί άραγε να ριζώσει αυτή η ιδέα στη βρετανική κοινωνία;
Πέρυσι, έρευνα της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών στο Λονδίνο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σημερινός Βρετανός είναι, κατά μέσο όρο, λιγότερο πιθανόν από οποιονδήποτε άλλο Δυτικοευρωπαίο να παρέμβει σε κάποιο περιστατικό που συμβαίνει στον δρόμο, όπως για παράδειγμα όταν ένας συμπολίτης του δέχεται επίθεση. Το εύρημα αυτό δύσκολα μπορεί να συνδυαστεί με την ελπίδα για κοινωνική ευθύνη.
Υπάρχουν όμως και δομικά προβλήματα. Στις βρετανικές πόλεις υπάρχουν ολόκληρα «γκέτο», γειτονιές στις οποίες σχεδόν κανένας κάτοικος δεν έχει μόνιμη δουλειά. Η μακροχρόνια ανεργία επίσης αυξάνεται. Οι πολίτες και οι οικογένειες γίνονται όλο και πιο ατομιστικές. Την ίδια στιγμή, η κοινωνική συνδρομή του κράτους μειώνεται, καθώς περικόπτονται οι δημόσιες δαπάνες. Είναι αλήθεια ότι, ακόμη και τώρα, το δίχτυ κοινωνικής προστασίας παραμένει ισχυρότερο από αυτό που υπάρχει στην Ελλάδα. Ομως, η σύγχρονη Βρετανία δεν έχει παράδοση αυτοβοήθειας «από τα κάτω» για την καταπολέμηση φαινομένων όπως η φτώχεια. Οι πολίτες έχουν συνηθίσει να βασίζονται στο κράτος.
Το βρετανικό πείραμα, λοιπόν, εμπεριέχει μεγάλο κοινωνικό ρίσκο σε μία εποχή ταχείας δημοσιονομικής προσαρμογής. Μπορεί να φωλιάσει η φιλανθρωπία και η κοινωνική ευαισθησία στον χαρακτήρα των Βρετανών; Ή η αίσθηση του καθήκοντος που βλέπει κανείς στον Λόγο του Βασιλιά είναι απλώς ένας μύθος; Αλλωστε, ο Μπέρτι θυσιάστηκε για το στέμμα, την ίδια στιγμή που η χώρα ανεχόταν υψηλότατα ποσοστά ανεργίας. Μόνο ο χρόνος θα δείξει αν η κληρονομία του Κάμερον θα υπερισχύσει εκείνης της Θάτσερ.
Kevin Featherstone: καθηγητής στην Εδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» του London School of Economics, όπου επίσης διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
H ιδεολογία της χρεοκοπίας
Tου Σταθη N. Kαλυβα*
Η επιτυχία έχει πολλούς διεκδικητές, ενώ η αποτυχία είναι ορφανή. Και οι δύο όμως έχουν τις ρίζες τους σε συστήματα ιδεών, αντιλήψεων και αφηγήσεων που συνήθως αποκαλούμε «ιδεολογίες». Αν αναζητήσει κανείς τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας με την οποία πορευτήκαμε προς την χρεοκοπία μάλλον δεν θα δυσκολευτεί να εντοπίσει τρία θεμελιώδη συστατικά: λαϊκισμό, ναρκισσισμό και «αριστερισμό».
Ο λαϊκισμός είναι ένα σύνολο κοινωνικών αντιλήψεων και συμπεριφορών που περιλαμβάνει τον εξισωτισμό (την επιθυμία της ισοπέδωσης προς τα κάτω), την αναζήτηση του ατομικού βολέματος εκτός των νόμων και σε βάρος του κοινού συμφέροντος, την ολοκληρωτική αποποίηση κάθε ατομικής ευθύνης και την συστηματική εξαγωγή προσόδων από το κράτος. Ο λαϊκισμός έγινε πολιτική πρακτική όταν λειτούργησε ως βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου, σύμφωνα με το οποίο οι πολιτικοί παρείχαν απλόχερα κρατικές προσόδους σε ομάδες ή άτομα, με αντάλλαγμα την ψήφο τους. Η «υλική βάση» αυτού του κοινωνικού συμβολαίου υπήρξε η λεηλασία, αρχικά των ευρωπαϊκών κονδυλίων και αργότερα του φτηνού χρήματος της Ευρωζώνης. Η Ευρώπη λειτούργησε για την Ελλάδα κάπως σαν τον φυσικό πλούτο στις χώρες που τον διαθέτουν άφθονο, οπλίζοντας με χρήμα ανεύθυνους πολιτικούς. Πετύχαμε έτσι ένα επίπεδο ευημερίας που τελικά αποδείχθηκε ιδιαίτερα επισφαλής, ενώ κατασκευάστηκε ένα απατηλό όραμα γενικευμένου και εύκολου πλουτισμού. Η πρόσβαση σε μια άνετη ζωή θεωρήθηκε αυτονόητο δικαίωμα άσχετο από την προσπάθεια και τις ικανότητες του καθενός και εντελώς ξεκομμένο από την ικανότητα της χώρας να καινοτομεί και να ανταγωνίζεται, δηλαδή να παράγει πλούτο. Η συναλλαγή αυτή διέφθειρε τόσο τους πολιτικούς (που γνώριζαν πως το σύστημα ήταν σαθρό αλλά πίστεψαν πως θα είχε αέναη διάρκεια) όσο και τους πολίτες που έμαθαν να απαιτούν και να εκβιάζουν την ιδιωτική πρόσβαση σε δημόσια αγαθά χωρίς πρόθεση ατομικής συνεισφοράς. Ο μπαμπούλας του «πολιτικού κόστους» αποδείχθηκε ιδιαίτερα βολικός για όλους, ακόμα και όταν ήταν υπαρκτός. Μπορεί ο Ανδρέας Παπανδρέου να τον έκανε λάβαρο και να του έδωσε την υπόσταση που απέκτησε, όμως ο λαϊκισμός δεν έκανε πολιτικές διακρίσεις: το έδαφος προλείανε η Χούντα, ενώ πρόσφατα η Νέα Δημοκρατία υπηρέτησε το ίδιο όραμα με ενθουσιασμό. Κλασικό παράδειγμα του είδους, ο Νικήτας Κακλαμάνης.
Το δεύτερο συστατικό είναι ο ναρκισσισμός, ακραία έκφανση μιας έντονης προϋπάρχουσας ροπής προς τον συναισθηματισμό και τον ρομαντισμό. Μολονότι κανείς δεν επαίρεται γι’ αυτόν, είναι εμφανής και διάχυτος. Τον συναντάμε στην απόλυτη κυριαρχία της καταγγελίας σε σχέση με την άρθρωση προτάσεων και ενυπάρχει σε πλήθος διαδεδομένων αντιλήψεων: π.χ. πώς το Μνημόνιο είναι η αιτία της κρίσης και όχι το αποτέλεσμα της ή πως φταίνε οι άλλοι για τη χρεοκοπία και όχι εμείς. Το κατεξοχήν σύνθημα του ναρκισσισμού; «Δεν χρωστάμε, μας χρωστάνε». Επειδή, όμως, η πραγματικότητα δεν αλλάζει μόνο και μόνο επειδή δεν μας αρέσει, ο ναρκισσισμός οδηγεί σχεδόν πάντοτε στην απάτη και την ανυποληψία: όταν τα στατιστικά στοιχεία δεν βόλευαν, κατασκευάζαμε πλαστά. Τώρα, κάποιοι προτείνουν να μην πληρώσουμε τα δανεικά ή να «ξεσηκωθούμε», ενώ άλλοι να αποφύγουμε τις μεγάλες αλλαγές μπας και ξεγλιστρήσουμε κάπως. Θεωρούν, εντελώς ναρκισσιστικά, πως έτσι θα εξαφανίσουμε το πρόβλημα ή (πολύ παραπάνω) τις συνθήκες που το δημιούργησαν.
Το τρίτο συστατικό της ιδεολογίας αυτής είναι ο «αριστερός» λόγος που κυριάρχησε μετά την πτώση της χούντας. Ενα κακέκτυπο, κακοχωνεμένο λεξιλόγιο που εισήγαγαν αποτυχημένοι διανοούμενοι, συνήθως έπειτα από πολυετή «φοιτητική» θητεία στο Παρίσι, συνδυάστηκε με ένα δικαιολογημένο ίσως, αλλά υπερβολικό αίσθημα εθνικής ανασφάλειας, παράγοντας έναν βαθύτατα συντηρητικό λόγο που πολιτογραφήθηκε ως προοδευτικός. Ετσι, η ισοπέδωση ονομάστηκε ισότητα, η προσοδοφορία λαϊκό δικαίωμα και η καταπάτηση των νόμων επαναστατική ανυπακοή. Στο πλαίσιο αυτό γίνονται κατανοητά φαινόμενα όπως η ανάδειξη του Αρη Βελουχιώτη σε σύμβολο του Ελληνισμού, η συμπάθεια για την τρομοκρατία, ο χαρακτηρισμός της «εξέγερσης» του Δεκεμβρίου 2008 ως του πιο πολιτικού γεγονότος στην Ευρωπαϊκή ιστορία εδώ και 30 χρόνια, η πάγια καταγγελία κάθε απόπειρας επιβολής του νόμου ως αυθαίρετης κρατικής βίας, ακόμα και ο πρόσφατος ξεσηκωμός για το δικαίωμα στο κάπνισμα. Ο λόγος αυτός, εύκολος και ευπροσάρμοστος, νομιμοποίησε τόσο τον υποβόσκοντα ναρκισσισμό όσο και τον ακατέργαστο λαϊκισμό, ντύνοντας τα με ένα ιδεολογικό περίβλημα. Διαπότισε τόσο βαθιά την κοινωνία που πήρε τη μορφή αυτόματου αντανακλαστικού.
Οι ιδεολογίες δεν πεθαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη και η ιδεολογία της χρεοκοπίας δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν έχει όμως μέλλον, γιατί κατέρρευσε το οικοδόμημα που τη γέννησε και τη συντήρησε. Τι θα την αντικαταστήσει; Αυτό θα κριθεί από την έκβαση της κρίσης. Αν αποτύχουμε, η περιθωριοποίηση και το τέλμα στο οποίο θα οδηγηθούμε θα παραγάγει ενδεχομένως ένα είδος μοιρολατρικού λαϊκισμού με φασιστοειδές περικάλυμμα. Αντίθετα, η επιτυχής έξοδος από την κρίση αντιστοιχεί στο όραμα μιας κοινωνίας που καινοτομεί και δημιουργεί. Ο επιθανάτιος ρόγχος της ιδεολογίας της χρεοκοπίας της θα επισπευσθεί, όσο αναδεικνύεται δημόσια ο επιζήμιος ρόλος της με άμεσο και συστηματικό τρόπο.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31/10/2010
Η επιτυχία έχει πολλούς διεκδικητές, ενώ η αποτυχία είναι ορφανή. Και οι δύο όμως έχουν τις ρίζες τους σε συστήματα ιδεών, αντιλήψεων και αφηγήσεων που συνήθως αποκαλούμε «ιδεολογίες». Αν αναζητήσει κανείς τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας με την οποία πορευτήκαμε προς την χρεοκοπία μάλλον δεν θα δυσκολευτεί να εντοπίσει τρία θεμελιώδη συστατικά: λαϊκισμό, ναρκισσισμό και «αριστερισμό».
Ο λαϊκισμός είναι ένα σύνολο κοινωνικών αντιλήψεων και συμπεριφορών που περιλαμβάνει τον εξισωτισμό (την επιθυμία της ισοπέδωσης προς τα κάτω), την αναζήτηση του ατομικού βολέματος εκτός των νόμων και σε βάρος του κοινού συμφέροντος, την ολοκληρωτική αποποίηση κάθε ατομικής ευθύνης και την συστηματική εξαγωγή προσόδων από το κράτος. Ο λαϊκισμός έγινε πολιτική πρακτική όταν λειτούργησε ως βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου, σύμφωνα με το οποίο οι πολιτικοί παρείχαν απλόχερα κρατικές προσόδους σε ομάδες ή άτομα, με αντάλλαγμα την ψήφο τους. Η «υλική βάση» αυτού του κοινωνικού συμβολαίου υπήρξε η λεηλασία, αρχικά των ευρωπαϊκών κονδυλίων και αργότερα του φτηνού χρήματος της Ευρωζώνης. Η Ευρώπη λειτούργησε για την Ελλάδα κάπως σαν τον φυσικό πλούτο στις χώρες που τον διαθέτουν άφθονο, οπλίζοντας με χρήμα ανεύθυνους πολιτικούς. Πετύχαμε έτσι ένα επίπεδο ευημερίας που τελικά αποδείχθηκε ιδιαίτερα επισφαλής, ενώ κατασκευάστηκε ένα απατηλό όραμα γενικευμένου και εύκολου πλουτισμού. Η πρόσβαση σε μια άνετη ζωή θεωρήθηκε αυτονόητο δικαίωμα άσχετο από την προσπάθεια και τις ικανότητες του καθενός και εντελώς ξεκομμένο από την ικανότητα της χώρας να καινοτομεί και να ανταγωνίζεται, δηλαδή να παράγει πλούτο. Η συναλλαγή αυτή διέφθειρε τόσο τους πολιτικούς (που γνώριζαν πως το σύστημα ήταν σαθρό αλλά πίστεψαν πως θα είχε αέναη διάρκεια) όσο και τους πολίτες που έμαθαν να απαιτούν και να εκβιάζουν την ιδιωτική πρόσβαση σε δημόσια αγαθά χωρίς πρόθεση ατομικής συνεισφοράς. Ο μπαμπούλας του «πολιτικού κόστους» αποδείχθηκε ιδιαίτερα βολικός για όλους, ακόμα και όταν ήταν υπαρκτός. Μπορεί ο Ανδρέας Παπανδρέου να τον έκανε λάβαρο και να του έδωσε την υπόσταση που απέκτησε, όμως ο λαϊκισμός δεν έκανε πολιτικές διακρίσεις: το έδαφος προλείανε η Χούντα, ενώ πρόσφατα η Νέα Δημοκρατία υπηρέτησε το ίδιο όραμα με ενθουσιασμό. Κλασικό παράδειγμα του είδους, ο Νικήτας Κακλαμάνης.
Το δεύτερο συστατικό είναι ο ναρκισσισμός, ακραία έκφανση μιας έντονης προϋπάρχουσας ροπής προς τον συναισθηματισμό και τον ρομαντισμό. Μολονότι κανείς δεν επαίρεται γι’ αυτόν, είναι εμφανής και διάχυτος. Τον συναντάμε στην απόλυτη κυριαρχία της καταγγελίας σε σχέση με την άρθρωση προτάσεων και ενυπάρχει σε πλήθος διαδεδομένων αντιλήψεων: π.χ. πώς το Μνημόνιο είναι η αιτία της κρίσης και όχι το αποτέλεσμα της ή πως φταίνε οι άλλοι για τη χρεοκοπία και όχι εμείς. Το κατεξοχήν σύνθημα του ναρκισσισμού; «Δεν χρωστάμε, μας χρωστάνε». Επειδή, όμως, η πραγματικότητα δεν αλλάζει μόνο και μόνο επειδή δεν μας αρέσει, ο ναρκισσισμός οδηγεί σχεδόν πάντοτε στην απάτη και την ανυποληψία: όταν τα στατιστικά στοιχεία δεν βόλευαν, κατασκευάζαμε πλαστά. Τώρα, κάποιοι προτείνουν να μην πληρώσουμε τα δανεικά ή να «ξεσηκωθούμε», ενώ άλλοι να αποφύγουμε τις μεγάλες αλλαγές μπας και ξεγλιστρήσουμε κάπως. Θεωρούν, εντελώς ναρκισσιστικά, πως έτσι θα εξαφανίσουμε το πρόβλημα ή (πολύ παραπάνω) τις συνθήκες που το δημιούργησαν.
Το τρίτο συστατικό της ιδεολογίας αυτής είναι ο «αριστερός» λόγος που κυριάρχησε μετά την πτώση της χούντας. Ενα κακέκτυπο, κακοχωνεμένο λεξιλόγιο που εισήγαγαν αποτυχημένοι διανοούμενοι, συνήθως έπειτα από πολυετή «φοιτητική» θητεία στο Παρίσι, συνδυάστηκε με ένα δικαιολογημένο ίσως, αλλά υπερβολικό αίσθημα εθνικής ανασφάλειας, παράγοντας έναν βαθύτατα συντηρητικό λόγο που πολιτογραφήθηκε ως προοδευτικός. Ετσι, η ισοπέδωση ονομάστηκε ισότητα, η προσοδοφορία λαϊκό δικαίωμα και η καταπάτηση των νόμων επαναστατική ανυπακοή. Στο πλαίσιο αυτό γίνονται κατανοητά φαινόμενα όπως η ανάδειξη του Αρη Βελουχιώτη σε σύμβολο του Ελληνισμού, η συμπάθεια για την τρομοκρατία, ο χαρακτηρισμός της «εξέγερσης» του Δεκεμβρίου 2008 ως του πιο πολιτικού γεγονότος στην Ευρωπαϊκή ιστορία εδώ και 30 χρόνια, η πάγια καταγγελία κάθε απόπειρας επιβολής του νόμου ως αυθαίρετης κρατικής βίας, ακόμα και ο πρόσφατος ξεσηκωμός για το δικαίωμα στο κάπνισμα. Ο λόγος αυτός, εύκολος και ευπροσάρμοστος, νομιμοποίησε τόσο τον υποβόσκοντα ναρκισσισμό όσο και τον ακατέργαστο λαϊκισμό, ντύνοντας τα με ένα ιδεολογικό περίβλημα. Διαπότισε τόσο βαθιά την κοινωνία που πήρε τη μορφή αυτόματου αντανακλαστικού.
Οι ιδεολογίες δεν πεθαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη και η ιδεολογία της χρεοκοπίας δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν έχει όμως μέλλον, γιατί κατέρρευσε το οικοδόμημα που τη γέννησε και τη συντήρησε. Τι θα την αντικαταστήσει; Αυτό θα κριθεί από την έκβαση της κρίσης. Αν αποτύχουμε, η περιθωριοποίηση και το τέλμα στο οποίο θα οδηγηθούμε θα παραγάγει ενδεχομένως ένα είδος μοιρολατρικού λαϊκισμού με φασιστοειδές περικάλυμμα. Αντίθετα, η επιτυχής έξοδος από την κρίση αντιστοιχεί στο όραμα μιας κοινωνίας που καινοτομεί και δημιουργεί. Ο επιθανάτιος ρόγχος της ιδεολογίας της χρεοκοπίας της θα επισπευσθεί, όσο αναδεικνύεται δημόσια ο επιζήμιος ρόλος της με άμεσο και συστηματικό τρόπο.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31/10/2010
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Σαμαράς ο ανεύθυνος
Την πρόθεσή του να ζητήσει σύσταση «Εξεταστικής των πραγμάτων Επιτροπής» για το Μνημόνιο, εφόσον το κόμμα του έρθει στην εξουσία και ο ίδιος γίνει πρωθυπουργός, ανακοίνωσε ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας Αντώνης Σαμαράς. Πρόκειται για την κορυφαία -μέχρι στιγμής- ανεύθυνη «αντιμνημονιακή» κορόνα του συντηρητικού εκ Μεσσηνίας πολιτικού, στην προσπάθειά του να κερδίσει ποσοστά δημοσκοπήσεων και «περιφερειαρχικές» ψήφους στο εσωτερικό της χώρας.
Και όμως, ο κ. Σαμαράς θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Δεν είναι όποιος κι όποιος, είναι ο αρχηγός της μείζονος αντιπολίτευσης. Θεωρητικά, αν πέσει η παρούσα κυβέρνηση, μπορεί να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ή, θεωρητικά πάντα, μπορεί να πλειοψηφήσει στις ερχόμενες εκλογές. Θα έπρεπε λοιπόν να είναι πιο προσεκτικός. Μάλιστα, το ζήτημα του Μνημονίου δεν έχει να κάνει μόνο με το εσωτερικό και με την οικονομική πολιτική, αλλά ιδίως, με την εξωτερική πολιτική της χώρας.
Τώρα λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά ταυτίζεται με το ΚΚΕ (του οποίου έχει γίνει ουρά, ενώ επί Κωστάκη Καραμανλή υπήρχε τουλάχιστον μια συμμαχία ισότιμων μερών!) και, ιδίως, αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η συμμετοχή μας αποτελούσε στρατηγική επιλογή του ορίτζιναλ Καραμανλή (ευτυχώς)Ο Σαμαράς, ως αβερωφικός (Αβέρωφ: ο πρώτος του ευεργέτης) εθνικιστής υπουργός εξωτερικών επί Μητσοτάκη (πολύ μεγάλο λάθος του τελευταίου η υπουργοποίηση του νεαρού, τότε, Σαμαρά), κατάφερε, με τις ανευθυνότητές του, να οξύνει τις σχέσεις της Ελλάδας με όλες τις γειτονικές χώρες. Οι ρήξεις εκείνες δεν έγιναν αναπόφευκτες, διότι ο Σαμαράς πρόλαβε να ρίξει την κυβέρνηση του δεύτερου ευεργέτη του, του Μητσοτάκη. Τη σαμαρική συνέχεια, δηλαδή την «Πολιτική Άνοιξη», ένα αστείο και επικίνδυνο εθνικιστικό κόμμα, δε θα πάψουμε να τη θυμόμαστε- και να τη θυμίζουμε στον κ. Σαμαρά. Κι ούτε οι γλυκερές υπενθυμίσεις για την «υπογραφή του Οδυσσέα Ελύτη» υπέρ του κομματιδίου εκείνου συγκινούν: όποιος διαβάσει προσεκτικά το «Άξιον Εστί» θα δει ότι αποπνέει εθνικιστικό μεγαλοϊδεατισμό και ορθόδοξη ελληνοφροσύνη. Τι πιο φυσικό για τον Ελύτη να πάει με το Σαμαρά;
Στη συνέχεια ο Σαμαράς έμεινε στο περιθώριο, αλλά αργότερα ευεργετήθηκε εκ νέου, από τον Κωστάκη Καραμανλή, για τρίτη φορά: επέστρεψε, αρχικά ως διορισμένος ευρωβουλευτής, και αργότερα ως βουλευτής Μεσσηνίας και υπουργός πολιτισμού. Πανεύκολα, μετά την περσινή ήττα της Νέας Δημοκρατίας, κατέλαβε το κόμμα και το έστρεψε δεξιά. Πολύ δεξιά. Πάρα πολύ δεξιά.
Τώρα, προσπαθεί συγχρόνως να καλύψει τον ευεργέτη του για τα μύρια όσα της καραμανλικής διακυβέρνησης και, συνάμα, ν΄ αποστασιοποιηθεί από κείνον. Κομμάτι δύσκολο. Στην προσπάθειά του αυτή, στρέφεται εναντίον του Μνημονίου, παρόλο που ο Κωστάκης Καραμανλής, μιλώντας για μια φορά ρεαλιστικά ως απερχόμενος πρωθυπουργός, είχε προειδοποιήσει για τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, ανεξαρτήτως κυβέρνησης: τα μέτρα που παίρνονται τώρα από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ο τρίτος ευεργέτης είχε μιλήσει, για μια φορά, σωστά. Ο τρις ευεργετηθείς κάνει την πάπια, ενώ ξέρει ότι τίποτα το διαφορετικό δε θα μπορούσε να κάνει ούτε ο ίδιος, αν ήταν πρωθυπουργός.
Τώρα λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά ταυτίζεται με το ΚΚΕ (του οποίου έχει γίνει ουρά, ενώ επί Κωστάκη Καραμανλή υπήρχε τουλάχιστον μια συμμαχία ισότιμων μερών!) και, ιδίως, αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η συμμετοχή μας αποτελούσε στρατηγική επιλογή του ορίτζιναλ Καραμανλή (ευτυχώς). Αλλά η αντίθεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολιτική αυτοκτονία για τη Νέα Δημοκρατία (κάτι που ίσως να μη μας πολυπειράζει) και ίσως και για την αστική μας δημοκρατία (που μας πειράζει και μας παραπειράζει).
Μαζί με το προϋπάρχον εθνικιστικό υπόστρωμα και την παρέα των εθνικιστών που από καιρό έχει συγκεντρώσει γύρω του, η εξουσία του θα ήταν καταστροφική. Ελπίζω η Νέα Δημοκρατία, όταν κάποτε έρθει στην εξουσία, να έχει απαλλαγεί πρώτα από τον Αντώνη Σαμαρά και την παρέα τουΑν υπάρχει μια ελάχιστη πιθανότητα να βγούμε από την κρίση, αυτή δεν είναι η αυτοκαταστροφική δράση π.χ. των φορτηγατζήδων ή όσων άλλων χαλάει η ζαχαρένια τους, ούτε η ανεύθυνη πολιτική του Σαμαρά, που τον αποξενώνει από τις φιλοευρωπαϊκές καταβολές του κόμματός του, αλλά και από τον κοινό ρεαλισμό. Η ελάχιστη πιθανότητά μας είναι η συμμόρφωση στο Μνημόνιο και η ανάπτυξη στο πλαίσιό του και μετά από αυτό. Διαφορετικά, υπάρχουν και οι πιο ορίτζιναλ αντιευρωπαϊστές: ΚΚΕ, τσιπρικός Σύριζα, Χρυσή Αυγή κλπ. Προς τα εκεί (ιδίως προς το ΚΚΕ) θα χάσει «αντιμνημονιακό» κόσμο ο Σαμαράς. Θα χάσει, πιθανώς, και σκεπτόμενους αστούς προς τον Παπανδρέου και τον Κουβέλη. Αν, παρόλα αυτά, ο Σαμαράς καταφέρει να κυβερνήσει, υπάρχουν δύο και μόνο πιθανότητες: ή θα συνεχίσει τη «μνημονιακή» πολιτική Παπανδρέου (οπότε θα έχει αποδειχτεί μέγας ψεύτης), ή θα την ανατρέψει (οπότε θα στραφεί εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα). Ψευδολόγος ή αντιευρωπαϊστής ή και τα δύο.
Στον Παπανδρέου μπορεί να προσάψει κανείς παλινωδίες, αντιφάσεις, μη σχέδιο, αναποφασιστικότητα και απουσία του καλού παραδείγματος από την κυβέρνησή του. Στο Σαμαρά όμως, ψευδολογία, πολιτικαντισμό και, ιδίως, ανευθυνότητα. Μαζί με το προϋπάρχον εθνικιστικό υπόστρωμα και την παρέα των εθνικιστών που από καιρό έχει συγκεντρώσει γύρω του, η εξουσία του θα ήταν καταστροφική. Ελπίζω η Νέα Δημοκρατία, όταν κάποτε έρθει στην εξουσία, να έχει απαλλαγεί πρώτα από τον Αντώνη Σαμαρά και την παρέα του.
Δημήτρης Φύσσας
Και όμως, ο κ. Σαμαράς θα έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Δεν είναι όποιος κι όποιος, είναι ο αρχηγός της μείζονος αντιπολίτευσης. Θεωρητικά, αν πέσει η παρούσα κυβέρνηση, μπορεί να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ή, θεωρητικά πάντα, μπορεί να πλειοψηφήσει στις ερχόμενες εκλογές. Θα έπρεπε λοιπόν να είναι πιο προσεκτικός. Μάλιστα, το ζήτημα του Μνημονίου δεν έχει να κάνει μόνο με το εσωτερικό και με την οικονομική πολιτική, αλλά ιδίως, με την εξωτερική πολιτική της χώρας.
Τώρα λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά ταυτίζεται με το ΚΚΕ (του οποίου έχει γίνει ουρά, ενώ επί Κωστάκη Καραμανλή υπήρχε τουλάχιστον μια συμμαχία ισότιμων μερών!) και, ιδίως, αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η συμμετοχή μας αποτελούσε στρατηγική επιλογή του ορίτζιναλ Καραμανλή (ευτυχώς)Ο Σαμαράς, ως αβερωφικός (Αβέρωφ: ο πρώτος του ευεργέτης) εθνικιστής υπουργός εξωτερικών επί Μητσοτάκη (πολύ μεγάλο λάθος του τελευταίου η υπουργοποίηση του νεαρού, τότε, Σαμαρά), κατάφερε, με τις ανευθυνότητές του, να οξύνει τις σχέσεις της Ελλάδας με όλες τις γειτονικές χώρες. Οι ρήξεις εκείνες δεν έγιναν αναπόφευκτες, διότι ο Σαμαράς πρόλαβε να ρίξει την κυβέρνηση του δεύτερου ευεργέτη του, του Μητσοτάκη. Τη σαμαρική συνέχεια, δηλαδή την «Πολιτική Άνοιξη», ένα αστείο και επικίνδυνο εθνικιστικό κόμμα, δε θα πάψουμε να τη θυμόμαστε- και να τη θυμίζουμε στον κ. Σαμαρά. Κι ούτε οι γλυκερές υπενθυμίσεις για την «υπογραφή του Οδυσσέα Ελύτη» υπέρ του κομματιδίου εκείνου συγκινούν: όποιος διαβάσει προσεκτικά το «Άξιον Εστί» θα δει ότι αποπνέει εθνικιστικό μεγαλοϊδεατισμό και ορθόδοξη ελληνοφροσύνη. Τι πιο φυσικό για τον Ελύτη να πάει με το Σαμαρά;
Στη συνέχεια ο Σαμαράς έμεινε στο περιθώριο, αλλά αργότερα ευεργετήθηκε εκ νέου, από τον Κωστάκη Καραμανλή, για τρίτη φορά: επέστρεψε, αρχικά ως διορισμένος ευρωβουλευτής, και αργότερα ως βουλευτής Μεσσηνίας και υπουργός πολιτισμού. Πανεύκολα, μετά την περσινή ήττα της Νέας Δημοκρατίας, κατέλαβε το κόμμα και το έστρεψε δεξιά. Πολύ δεξιά. Πάρα πολύ δεξιά.
Τώρα, προσπαθεί συγχρόνως να καλύψει τον ευεργέτη του για τα μύρια όσα της καραμανλικής διακυβέρνησης και, συνάμα, ν΄ αποστασιοποιηθεί από κείνον. Κομμάτι δύσκολο. Στην προσπάθειά του αυτή, στρέφεται εναντίον του Μνημονίου, παρόλο που ο Κωστάκης Καραμανλής, μιλώντας για μια φορά ρεαλιστικά ως απερχόμενος πρωθυπουργός, είχε προειδοποιήσει για τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, ανεξαρτήτως κυβέρνησης: τα μέτρα που παίρνονται τώρα από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ο τρίτος ευεργέτης είχε μιλήσει, για μια φορά, σωστά. Ο τρις ευεργετηθείς κάνει την πάπια, ενώ ξέρει ότι τίποτα το διαφορετικό δε θα μπορούσε να κάνει ούτε ο ίδιος, αν ήταν πρωθυπουργός.
Τώρα λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά ταυτίζεται με το ΚΚΕ (του οποίου έχει γίνει ουρά, ενώ επί Κωστάκη Καραμανλή υπήρχε τουλάχιστον μια συμμαχία ισότιμων μερών!) και, ιδίως, αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η συμμετοχή μας αποτελούσε στρατηγική επιλογή του ορίτζιναλ Καραμανλή (ευτυχώς). Αλλά η αντίθεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολιτική αυτοκτονία για τη Νέα Δημοκρατία (κάτι που ίσως να μη μας πολυπειράζει) και ίσως και για την αστική μας δημοκρατία (που μας πειράζει και μας παραπειράζει).
Μαζί με το προϋπάρχον εθνικιστικό υπόστρωμα και την παρέα των εθνικιστών που από καιρό έχει συγκεντρώσει γύρω του, η εξουσία του θα ήταν καταστροφική. Ελπίζω η Νέα Δημοκρατία, όταν κάποτε έρθει στην εξουσία, να έχει απαλλαγεί πρώτα από τον Αντώνη Σαμαρά και την παρέα τουΑν υπάρχει μια ελάχιστη πιθανότητα να βγούμε από την κρίση, αυτή δεν είναι η αυτοκαταστροφική δράση π.χ. των φορτηγατζήδων ή όσων άλλων χαλάει η ζαχαρένια τους, ούτε η ανεύθυνη πολιτική του Σαμαρά, που τον αποξενώνει από τις φιλοευρωπαϊκές καταβολές του κόμματός του, αλλά και από τον κοινό ρεαλισμό. Η ελάχιστη πιθανότητά μας είναι η συμμόρφωση στο Μνημόνιο και η ανάπτυξη στο πλαίσιό του και μετά από αυτό. Διαφορετικά, υπάρχουν και οι πιο ορίτζιναλ αντιευρωπαϊστές: ΚΚΕ, τσιπρικός Σύριζα, Χρυσή Αυγή κλπ. Προς τα εκεί (ιδίως προς το ΚΚΕ) θα χάσει «αντιμνημονιακό» κόσμο ο Σαμαράς. Θα χάσει, πιθανώς, και σκεπτόμενους αστούς προς τον Παπανδρέου και τον Κουβέλη. Αν, παρόλα αυτά, ο Σαμαράς καταφέρει να κυβερνήσει, υπάρχουν δύο και μόνο πιθανότητες: ή θα συνεχίσει τη «μνημονιακή» πολιτική Παπανδρέου (οπότε θα έχει αποδειχτεί μέγας ψεύτης), ή θα την ανατρέψει (οπότε θα στραφεί εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα). Ψευδολόγος ή αντιευρωπαϊστής ή και τα δύο.
Στον Παπανδρέου μπορεί να προσάψει κανείς παλινωδίες, αντιφάσεις, μη σχέδιο, αναποφασιστικότητα και απουσία του καλού παραδείγματος από την κυβέρνησή του. Στο Σαμαρά όμως, ψευδολογία, πολιτικαντισμό και, ιδίως, ανευθυνότητα. Μαζί με το προϋπάρχον εθνικιστικό υπόστρωμα και την παρέα των εθνικιστών που από καιρό έχει συγκεντρώσει γύρω του, η εξουσία του θα ήταν καταστροφική. Ελπίζω η Νέα Δημοκρατία, όταν κάποτε έρθει στην εξουσία, να έχει απαλλαγεί πρώτα από τον Αντώνη Σαμαρά και την παρέα του.
Δημήτρης Φύσσας
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
«Η κυρία δεν γυρίζει»


Το φθινόπωρο του 1980 μία λέξη κυριαρχούσε στα πρωτοσέλιδα των βρετανικών εφημερίδων: «U-turn». Η οικονομία τής Γηραιάς Αλβιώνος βρισκόταν επί πολλά έτη στη χειρότερη μεταπολεμική ύφεση, αλλά οι πρώτες τομές τής νέας κυβέρνησης υπό τη Μάργκαρετ Θάτσερ, είχαν ως αποτέλεσμα και την αύξηση της ανεργίας. Ετσι λοιπόν, όλοι περίμεναν την επανάληψη της ιστορίας. Οι δημοσιογράφοι θύμιζαν τη στροφή των 180 μοιρών που έκανε ο προκάτοχός της συντηρητικός πρωθυπουργός Εντουαρντ Χιθ, όταν το 1972 -υπό την πίεση των συνδικάτων και την αύξηση της ανεργίας- αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το μετριοπαθές μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.
Το πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, ως απάντηση στη βαθιά ύφεση της οικονομίας, είχε συνταχθεί προεκλογικά το 1970 από τη σκιώδη κυβέρνηση του Εντουαρτ Χιθ στο ξενοδοχείο Σέλσντον. Παρά το γεγονός ότι πολεμήθηκε σκληρά (ο τότε Εργατικός πρωθυπουργός Χάρολντ Γουίλσον το χαρακτήρισε «αντιδραστικό»), οι Συντηρητικοί κέρδισαν τις εκλογές του 1970. Μέχρι το 1972 όμως το «πρόγραμμα Σέλσντον» ήταν νεκρό, και στην ταφόπλακά του ο Τύπος έγραψε τη λέξη «U-turn».
Ολοι, λοιπόν, περίμεναν ότι στις 10 Οκτωβρίου του 1980, που γινόταν το συνέδριο των Συντηρητικών στο Μπράιτον, η Μάργκαρετ Θάτσερ θα επαναλάμβανε την ιστορία. Εξω από το συνεδριακό κέντρο βρίσκονταν χιλιάδες διαδηλωτές φωνάζοντας συνθήματα για το «δικαίωμα στη δουλειά». Αρκετά στελέχη του συντηρητικού κόμματος ήθελαν να δουν την «κυριούλα με την τσάντα» να τρώει τα μούτρα της· το συνέδριο του Μπράιτον ήταν κι ένας χώρος ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών μεταξύ της συντηρητικής πτέρυγας των Τόρις που δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτε και των νεοφιλελεύθερων που είχαν πάρει το όνομα «ομάδα Σέλσντον». Η Μάργκαρετ Θάτσερ φορώντας το κλασικό μπλε ταγιεράκι ανέβηκε στο βήμα και ξεκαθάρισε τα πράγματα. «Γι’ αυτούς που περιμένουν με κομμένη την ανάσα για το αγαπημένο κλισέ των ΜΜΕ, το U-turn, ένα έχω να πω: You turn if you want. (Γυρίστε εσείς αν θέλετε). Η κυρία δεν γυρίζει».
Εχουν ειπωθεί πολλά για το πρόγραμμα σοκ στη βρετανική οικονομία από τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Θετικά κι αρνητικά. Ενα, όμως, πράγμα παραδέχονται όλοι. Δεν άλλαξε μόνο τη Βρετανία, άλλαξε όλο τον κόσμο. Στο τέλος της δεκαετίας του ’70 όλες οι δυτικές οικονομίες ήταν ημισοβιετικές. Οι βασικές βιομηχανίες ήταν εθνικοποιημένες και βασικό δόγμα ήταν ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι τα οικονομικά αδιέξοδα ήταν ορατά -υπήρχε ταυτόχρονα πληθωρισμός με ανεργία, κάτι που η οικονομική ορθοδοξία της εποχής θεωρούσε αδύνατον- κανείς δεν τολμούσε να διανοηθεί ότι η απελευθέρωση της οικονομίας ήταν η λύση. Ο Εντουαρτ Χιθ κάτι ψέλλισε, αλλά κατέληξε μετά το U-turn σε ακόμη χειρότερο κρατικό προγραμματισμό: το 1974 οι βιομηχανίες θα δούλευαν τρεις μέρες την εβδομάδα για να κάνουν οικονομία στο ηλεκτρικό ρεύμα, που η λευκή απεργία των ανθρακωρύχων το είχε κάνει προϊόν εν ελλείψει.
Λίγες μέρες μετά το δραματικό συνέδριο στο Μπράιτον, η Θάτσερ επιβεβαίωσε τη φράση «η κυρία δεν γυρίζει» με την κατάθεση του προϋπολογισμού για το 1981. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία βρισκόταν σε ύφεση και παρά την ανοιχτή επιστολή 364 μεγάλων οικονομολόγων, αύξησε δραματικά τους φόρους! Ταυτόχρονα όμως προχωρούσε και σε ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων οργανισμών, με πρώτη την «Εθνική Εταιρία Φορτηγών». Η τεράστια συμμετοχή των πολιτών στην προεγγραφή για την αγορά μετοχών ήταν πράσινο φως για την περαιτέρω ανάπτυξη, αυτού που αργότερα ονομάστηκε «λαϊκός καπιταλισμός». Ολες οι μεγάλες κρατικές εταιρείες, από αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι σιδηροδρόμους, βγήκαν προς πώληση.
Αυτή η πολιτική όμως δεν ήταν χωρίς κοινωνικές επιπτώσεις. Το 1982 πρέπει να ήταν η χειρότερη χρονιά για τη «Μάγκι», όπως βάφτισε ο λαϊκός τύπος την πρωθυπουργό. Τα θετικά αποτελέσματα της πολιτικής της δεν ήταν ακόμη ορατά (η βρετανική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει το 1983), ενώ οι άνεργοι που ήταν δύο εκατομμύρια πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας της, έφτασαν στα μέσα του 1982 τα τρία εκατομμύρια. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η Θάτσερ δεν θα επιβίωνε πολιτικά, αν το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής δεν τής έδινε την ευκαιρία, εκείνη τη δύσκολη χρονιά, να κάνει τον πόλεμο στα Φόκλαντς. Η αποφασιστικότητά της (που όπως αποκάλυψαν αργότερα τα σοβιετικά αρχεία, κατέπληξε το Πολιτμπιρό, το οποίο θεωρούσε τις δυτικές κοινωνίες πολύ μαλθακές να κάνουν πόλεμο) και η εύκολη σχετικά νίκη τής έδωσαν την πολιτική ανάσα που χρειαζόταν μέχρι να παρουσιάσει η οικονομία σημάδια ανάκαμψης.
Η κληρονομιά της «Σιδηράς Κυρίας» (χαρακτηρισμός που της κόλλησε το Ράδιο Μόσχα το 1976, έπειτα από μια σφοδρή επίθεση της Θάτσερ στην επεκτατική πολιτική της ΕΣΣΔ) είναι αμφιλεγόμενη. Κάποιοι αμφισβητούν ότι η έκρηξη της βρετανικής οικονομίας μετά το 1983 ήταν αποτέλεσμα των πολιτικών της επιλογών. Ισχυρίζονται ότι ανέλαβε την εξουσία όταν η οικονομία βρισκόταν στα χειρότερά της, πληγωμένη από δύο πετρελαϊκές κρίσεις και απλώς καβάλησε το κύμα της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας. Οι υποστηρικτές της ισχυρίζονται -και τεκμηριωμένα- ότι η ύφεση της βρετανικής οικονομίας ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, πολύ πριν από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973 και συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Σε εκείνο που έχουν δίκιο οι επικριτές της είναι ότι με την πολιτική της ξήλωσε ολόκληρο τον παραγωγικό ιστό της χώρας (βιομηχανίες, ορυχεία κ. λπ.) κάνοντας έτσι τη Βρετανία χρηματοοικονομικό κέντρο του κόσμου, αλλά την οικονομία της εξαιρετικά ευαίσθητη στους χρηματοοικονομικούς κύκλους και συνεπώς ασταθή. «Αν σταθερή οικονομία σημαίνει στάσιμη οικονομία, τότε έχουν δίκιο» είπε στο BBC ο πρόεδρος του «Ινστιτούτου Ανταμ Σμιθ» Μάντσεν Πάιρι. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι τώρα η Βρετανία ζει την τρίτη βαθιά ύφεση μετά την «επανάσταση της Μάγκι», με πρώτη εκείνη στα χρόνια του Μέιτζορ, όταν ο Τζορτζ Σόρος κατάφερε να γονατίσει τη βρετανική λίρα.
Η αλήθεια πρέπει να βρίσκεται κάπου στη μέση. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η απελευθέρωση των αγορών μείωσε το λειτουργικό κόστος της οικονομίας. Κανείς επίσης δεν αμφισβητεί ότι το ευρύ πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων απελευθέρωσε παραγωγικές δυνάμεις της βρετανικής οικονομίας. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε στο Κρεμλίνο του Γκορμπατσόφ, όπου με αφορμή τις πολιτικές της Θάτσερ έγιναν πολλές και μεγάλες συζητήσεις για τον ρόλο της αγοράς στην οικονομία.
Ο Γκόρντον Μπράουν χρόνια μετά έκανε μια αρκετά ψύχραιμη αποτίμηση της θητείας της: «Ενώ κατανόησε ότι έπρεπε να απαλλάξει την οικονομία από τις πολλές ρυθμίσεις, που δημιουργήθηκαν τις δεκαετίες του ’40 και ’50, δεν κατάλαβε ότι υπήρχαν κι άλλα προβλήματα: Η υποεπένδυση στην παιδεία και στην υγεία, οι οδικές υποδομές που κατέρρεαν, η έλλειψη πνεύματος κοινότητας στη χώρα, η έλλειψη ευκαιριών σε κάποιες ομάδες πληθυσμού· αυτά είναι προβλήματα που πρέπει να απαντηθούν αν θες να έχεις μακροχρόνια μια επιτυχημένη οικονομία... Αυτό που επί της ουσίας έκανε η κ. Θάτσερ ήταν να καταστρέψει παλιούς θεσμούς που η χρησιμότητά τους είχε τελειώσει, αλλά απέτυχε να χτίσει νέους, να δημιουργήσει νέες πρακτικές που θα εξασφάλιζαν την ευημερία μακροχρόνια».
Είπε...
Για τον φιλελευθερισμό: «Δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος». Η αγαπημένη έκφραση της Μάργκαρετ Θάτσερ που έμεινε στην ιστορία με το αρκτικόλεξο ΤΙΝΑ («There Is No Alternative»)
Για την κοινωνία: «Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που λέγεται κοινωνία. Υπάρχουν τα άτομα, άνδρες και γυναίκες, όπως υπάρχουν και οι οικογένειες»
Για το κράτος πρόνοιας: «Κανείς δεν θα θυμόταν τον καλό Σαμαρείτη αν είχε μόνο καλές προθέσεις. Είχε επίσης και λεφτά»
Για την κυβέρνηση: «Δεν με νοιάζει αν μιλούν πολύ οι υπουργοί μου, όταν κάνουν αυτό που τους λέω»
Για τις γυναίκες: «Στην πολιτική, αν θες να ειπωθεί κάτι, ρώτα ένα άνδρα. Αν θες να γίνει κάτι, ρώτα μια γυναίκα»
Για την αντιπολίτευση: «Αν αυτοί που με επικρίνουν με έβλεπαν να περπατώ πάνω στον Τάμεση, θα έλεγαν ότι δεν ξέρω κολύμπι»
Για τον μεσαίο χώρο: «Είναι πιο επικίνδυνο να είσαι στη μέση του δρόμου. Μπορεί να σε χτυπήσουν αυτοκίνητα και από τις δύο πλευρές»
Για την εξουσία: «Το να είσαι ισχυρός είναι όπως το να είσαι Κυρία. Αν πρέπει να λες στους άλλους ότι είσαι, δεν είσαι»
Για τον διάδοχό της Τζον Μέιτζορ: «Δεν θα κρατώ το τιμόνι, αλλά θα είμαι μια πολύ καλή οδηγός στο πίσω κάθισμα»
Προβλέψεις: «Καμιά γυναίκα στην εποχή μας δεν θα γίνει πρωθυπουργός, υπουργός Οικονομικών ή Εξωτερικών. Οπως και να έχει το πράγμα, εγώ δεν θα ήθελα ποτέ να γίνω πρωθυπουργός, είναι 100% σίγουρο» (συνέντευξη το 1969)
Είπαν...
Φρανσουά Μιτεράν: «Η Θάτσερ δεν μου αρέσει, ούτε σαν γυναίκα ούτε σαν άνδρας»
Peter Jay, Βρετανός καθηγητής Oικονομικών: «Εξηγώντας τον μονεταρισμό στη Μάργκαρετ Θάτσερ, αισθάνεσαι σαν τον καθηγητή γεωγραφίας που δείχνει έναν παγκόσμιο χάρτη στον Τσένγκις Χαν»
Ντένις Θάτσερ, ο σύζυγος: «Εγώ φορώ τα παντελόνια σπίτι, αλλά επίσης τα πλένω και τα σιδερώνω»
Διαβάστε
- Μάρκος Δραγούμης, «Πορεία προς τον φιλελευθερισμό», εκδ. Ευρωεκδοτική. Η πιο πλήρης εγκυκλοπαίδεια φιλελεύθερων ιδεών στα ελληνικά. Βρίσκεται ηλεκτρονικά στο http: //e-rooster. gr
- John Gray, «Απατηλή αυγή. Οι αυταπάτες του παγκόσμιου καπιταλισμού», εκδ. Πόλις. Η πιο σοβαρή κριτική στις φιλελεύθερες ιδέες που κυκλοφορεί στα ελληνικά (μακριά από τις ιερεμιάδες των εγχώριων αριστερών) από έναν πρώην σύμβουλο της Θάτσερ.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10/10/2010
Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
Στόχος ο Χριστόφιας ή ο Μακάριος;
Ακόμα να καταλαγιάσει σε Κύπρο και Ελλάδα ο θόρυβος από την ομιλία του προέδρου Χριστόφια στο Ιδρυμα Brookings, ένα από τα σημαντικότερα θινκ τανκ των ΗΠΑ.
Με εξαίρεση τα κόμματα και τον Τύπο της Αριστεράς που καταγράφουν το σύνολο της επιχειρηματολογίας του Κύπριου προέδρου, η προσοχή των περισσότερων αναλυτών στράφηκε στον χαρακτηρισμό «εισβολή» που χρησιμοποίησε για την ανατροπή του Μακαρίου από τη χούντα του Ιωαννίδη τον Ιούλιο του 1974. Και τι δεν ακούστηκε ή γράφτηκε εναντίον του κ. Χριστόφια! Οτι «νομιμοποίησε τον Αττίλα» (Μάκης Κουρής στο «Παρόν»), ότι «το ολίσθημά του ήταν ιστορικό» (Μιχάλης Ιγνατίου στο «Εθνος»), ακόμα και ότι κάνει «σταλινικού τύπου προπαγάνδα» (Σταύρος Λυγερός στην «Καθημερινή»). Εγινε μάλιστα και το πρωτοφανές. Εξέδωσε ειδική επικριτική ανακοίνωση το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης χαρακτηρίζοντας «ατυχείς» τις δηλώσεις και θεωρώντας «αδιανόητο όσο και ανιστόρητο να εξισώνεται η τουρκική εισβολή στην Κύπρο με το πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου».
Ο κ. Χριστόφιας πράγματι μίλησε για «εισβολή» και της Ελλάδας. Αλλά βέβαια ουδέποτε εξομοίωσε τις δύο εισβολές ούτε και τις ευθύνες των δύο κρατών, ενώ αναφέρθηκε στο Κυπριακό ως «πρόβλημα εισβολής και κατοχής», όπως είναι η πάγια ελληνική και κυπριακή γραμμή.
Συνιστούμε στους αναγνώστες μας να επισκεφτούν τον ιστότοπο του αμερικανικού θινκ τανκ (http://www.brookings.edu/events/2010/0927_cyprus.aspx) και να διαβάσουν (ή καλύτερα να ακούσουν, γιατί η απομαγνητοφώνηση της ομιλίας είναι ελλιπής και γεμάτη παρακούσματα) όσα είπε ο κ. Χριστόφιας. Και μόνοι τους να κρίνουν.
Η επίμαχη φράση έχει ως εξής: «Η ανάμιξη των τριών εγγυητριών δυνάμεων έπαιξε δυστυχώς αρνητικό ρόλο στις εξελίξεις στην Κύπρο και οι λεγόμενες μητέρες πατρίδες στην ουσία εισέβαλαν και οι δύο» («the two so-called motherlands, in fact, invaded both»).
Αλλά τι ήταν το «αδιανόητο» στη διατύπωση αυτή του κ. Χριστόφια; Μήπως η συνωμοσία της χούντας δεν ήταν στρατιωτική επέμβαση σε ένα ανεξάρτητο κράτος;
Εκείνος που πρώτος χαρακτήρισε «εισβολή» το πραξικόπημα δεν ήταν άλλος από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει από τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του στις 15 Ιουλίου 1974, τέσσερις μέρες αργότερα, απευθυνόμενος από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη διεθνή κοινότητα, μίλησε για εισβολή της ελληνικής χούντας στην ανεξάρτητη Κύπρο. Το επίμαχο απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του στενού του συνεργάτη Νίκου Κρανιδιώτη («Ανοχύρωτη Πολιτεία. Κύπρος 1960-1974», εκδ. Εστία, τ. Β., σελ. 393-4):
«Το πραξικόπημα εστοίχισε πολλήν αιματοχυσίαν και αφήρεσε πολλάς ζωάς. Αντιμετωπίσθη δι' αποφασιστικής αντιστάσεως των νομίμων Δυνάμεων Ασφαλείας και του Ελληνικού λαού της Κύπρου. Δεν δύναμαι μετά βεβαιότητος να είπω ότι η αντίστασις και η αντίδρασις του Ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου εναντίον των συνωμοτών θα τερματισθή προ της αποκαταστάσεως της ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων του. Ο Κυπριακός λαός ουδέποτε θα υποκύψη εις την δικτατορίαν, παρ' όλον ότι προς στιγμήν η κτηνώδης βία των τεθωρακισμένων και των τανκς δυνατόν να επικρατήση. Δυνατόν να υποστηριχθή ότι ό,τι συνέβη εν Κύπρω είναι μία επανάστασις, και ότι μία Κυβέρνησις εγκαθιδρύθη επαναστατικώ δικαίω. Αύτη δεν είναι η περίπτωσις. Δεν έγινε επανάστασις εις Κύπρον, η οποία θα ηδύνατο να θεωρηθή ως μία εσωτερική υπόθεσις. Ητο μία εισβολή, η οποία παρεβίασε την ανεξαρτησίαν και την κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται, εφ' όσον υπάρχουν Ελληνες αξιωματικοί εις Κύπρον. Τα αποτελέσματα της εισβολής θα είναι καταλυτικά διά την Κύπρον, εάν δεν υπάρξη επάνοδος εις την συνταγματικήν ομαλότητα και εάν αι δημοκρατικαί ελευθερίαι δεν αποκατασταθούν».
Και ο πρόεδρος Μακάριος κατέληξε: «Ποιούμαι έκκλησιν εις τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να πράξουν ό,τι δύνανται διά να θέσουν τέρμα εις την ανώμαλον κατάστασιν, η οποία εδημιουργήθη διά του πραξικοπήματος των Αθηνών. Καλώ το Συμβούλιον Ασφαλείας να χρησιμοποιήση όλους τους τρόπους και τα εις την διάθεσίν του μέσα, ώστε η συνταγματική τάξις εν Κύπρω και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου να αποκατασταθούν άνευ καθυστερήσεως. Ως έχω ήδη δηλώσει, τα γεγονότα εις Κύπρον δεν αποτελούν εσωτερικήν υπόθεσιν των Ελλήνων της Κύπρου. Οι Τούρκοι της Κύπρου επηρεάζονται επίσης. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι μία εισβολή, και εκ των συνεπειών της θα υποφέρη όλος ο λαός της Κύπρου: Αμφότεροι Ελληνες και Τούρκοι. Τα Ηνωμένα Εθνη έχουν μίαν Ειρηνευτικήν Δύναμιν σταθμεύουσαν εις Κύπρον. Δεν είναι δυνατόν ο ρόλος αυτής της Ειρηνευτικής Δυνάμεως να είναι αποτελεσματικός υπό συνθήκας στρατιωτικού πραξικοπήματος. Το Συμβούλιον Ασφαλείας πρέπει να καλέση το στρατιωτικόν καθεστώς της Ελλάδος να ανακαλέση εκ Κύπρου τους Ελληνας αξιωματικούς τους υπηρετούντας εις την Εθνικήν Φρουράν και να θέση τέρμα εις την εισβολήν αυτού εις Κύπρον. Πιστεύω, ότι, με όσα εξέθεσα ενώπιόν σας, σας έδωσα μίαν εικόνα της καταστάσεως. Δεν έχω αμφιβολίαν ότι μία κατάλληλος απόφασις του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέση τέρμα εις την εισβολήν και θα αποκαταστήση την παραβιασθείσαν ανεξαρτησίαν της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του Κυπριακού λαού».
Ασφαλώς η ιστορική αυτή ομιλία του Μακάριου είναι γνωστή σε όσους ξεσηκώθηκαν κατά του προέδρου Χριστόφια. Οπως είναι γνωστό και ότι γι' αυτή την ομιλία ο Μακάριος έχει κατά καιρούς γίνει στόχος παρόμοιων επικρίσεων μ' αυτές που δέχεται ο σημερινός πρόεδρος της Κύπρου. Αλλά αυτές οι επιθέσεις μέχρι σήμερα προέρχονταν κατά κανόνα από απολογητές της χούντας και στελέχη της κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου.
Αν κάτι ενόχλησε τόσο πολύ στην ομιλία του κ. Χριστόφια είναι η επιμονή του να μιλά εκ μέρους ενός ανεξάρτητου κράτους το οποίο περιλαμβάνει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους και να αναζητεί μια «ισορροπημένη λύση» που θα «υπηρετεί τα δικαιώματα τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων». Αυτή η προοπτική μοιάζει εφιάλτης για τους πολιτικούς εγκεφάλους και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, που προτιμούν την οριστική διχοτόμηση από κάθε συμβιβασμό για τη διατήρηση του ενιαίου ανεξάρτητου κράτους.
ios@enet.gr / www.iospress.gr
Με εξαίρεση τα κόμματα και τον Τύπο της Αριστεράς που καταγράφουν το σύνολο της επιχειρηματολογίας του Κύπριου προέδρου, η προσοχή των περισσότερων αναλυτών στράφηκε στον χαρακτηρισμό «εισβολή» που χρησιμοποίησε για την ανατροπή του Μακαρίου από τη χούντα του Ιωαννίδη τον Ιούλιο του 1974. Και τι δεν ακούστηκε ή γράφτηκε εναντίον του κ. Χριστόφια! Οτι «νομιμοποίησε τον Αττίλα» (Μάκης Κουρής στο «Παρόν»), ότι «το ολίσθημά του ήταν ιστορικό» (Μιχάλης Ιγνατίου στο «Εθνος»), ακόμα και ότι κάνει «σταλινικού τύπου προπαγάνδα» (Σταύρος Λυγερός στην «Καθημερινή»). Εγινε μάλιστα και το πρωτοφανές. Εξέδωσε ειδική επικριτική ανακοίνωση το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης χαρακτηρίζοντας «ατυχείς» τις δηλώσεις και θεωρώντας «αδιανόητο όσο και ανιστόρητο να εξισώνεται η τουρκική εισβολή στην Κύπρο με το πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου».
Ο κ. Χριστόφιας πράγματι μίλησε για «εισβολή» και της Ελλάδας. Αλλά βέβαια ουδέποτε εξομοίωσε τις δύο εισβολές ούτε και τις ευθύνες των δύο κρατών, ενώ αναφέρθηκε στο Κυπριακό ως «πρόβλημα εισβολής και κατοχής», όπως είναι η πάγια ελληνική και κυπριακή γραμμή.
Συνιστούμε στους αναγνώστες μας να επισκεφτούν τον ιστότοπο του αμερικανικού θινκ τανκ (http://www.brookings.edu/events/2010/0927_cyprus.aspx) και να διαβάσουν (ή καλύτερα να ακούσουν, γιατί η απομαγνητοφώνηση της ομιλίας είναι ελλιπής και γεμάτη παρακούσματα) όσα είπε ο κ. Χριστόφιας. Και μόνοι τους να κρίνουν.
Η επίμαχη φράση έχει ως εξής: «Η ανάμιξη των τριών εγγυητριών δυνάμεων έπαιξε δυστυχώς αρνητικό ρόλο στις εξελίξεις στην Κύπρο και οι λεγόμενες μητέρες πατρίδες στην ουσία εισέβαλαν και οι δύο» («the two so-called motherlands, in fact, invaded both»).
Αλλά τι ήταν το «αδιανόητο» στη διατύπωση αυτή του κ. Χριστόφια; Μήπως η συνωμοσία της χούντας δεν ήταν στρατιωτική επέμβαση σε ένα ανεξάρτητο κράτος;
Εκείνος που πρώτος χαρακτήρισε «εισβολή» το πραξικόπημα δεν ήταν άλλος από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει από τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του στις 15 Ιουλίου 1974, τέσσερις μέρες αργότερα, απευθυνόμενος από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη διεθνή κοινότητα, μίλησε για εισβολή της ελληνικής χούντας στην ανεξάρτητη Κύπρο. Το επίμαχο απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του στενού του συνεργάτη Νίκου Κρανιδιώτη («Ανοχύρωτη Πολιτεία. Κύπρος 1960-1974», εκδ. Εστία, τ. Β., σελ. 393-4):
«Το πραξικόπημα εστοίχισε πολλήν αιματοχυσίαν και αφήρεσε πολλάς ζωάς. Αντιμετωπίσθη δι' αποφασιστικής αντιστάσεως των νομίμων Δυνάμεων Ασφαλείας και του Ελληνικού λαού της Κύπρου. Δεν δύναμαι μετά βεβαιότητος να είπω ότι η αντίστασις και η αντίδρασις του Ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου εναντίον των συνωμοτών θα τερματισθή προ της αποκαταστάσεως της ελευθερίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων του. Ο Κυπριακός λαός ουδέποτε θα υποκύψη εις την δικτατορίαν, παρ' όλον ότι προς στιγμήν η κτηνώδης βία των τεθωρακισμένων και των τανκς δυνατόν να επικρατήση. Δυνατόν να υποστηριχθή ότι ό,τι συνέβη εν Κύπρω είναι μία επανάστασις, και ότι μία Κυβέρνησις εγκαθιδρύθη επαναστατικώ δικαίω. Αύτη δεν είναι η περίπτωσις. Δεν έγινε επανάστασις εις Κύπρον, η οποία θα ηδύνατο να θεωρηθή ως μία εσωτερική υπόθεσις. Ητο μία εισβολή, η οποία παρεβίασε την ανεξαρτησίαν και την κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Και η εισβολή συνεχίζεται, εφ' όσον υπάρχουν Ελληνες αξιωματικοί εις Κύπρον. Τα αποτελέσματα της εισβολής θα είναι καταλυτικά διά την Κύπρον, εάν δεν υπάρξη επάνοδος εις την συνταγματικήν ομαλότητα και εάν αι δημοκρατικαί ελευθερίαι δεν αποκατασταθούν».
Και ο πρόεδρος Μακάριος κατέληξε: «Ποιούμαι έκκλησιν εις τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να πράξουν ό,τι δύνανται διά να θέσουν τέρμα εις την ανώμαλον κατάστασιν, η οποία εδημιουργήθη διά του πραξικοπήματος των Αθηνών. Καλώ το Συμβούλιον Ασφαλείας να χρησιμοποιήση όλους τους τρόπους και τα εις την διάθεσίν του μέσα, ώστε η συνταγματική τάξις εν Κύπρω και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου να αποκατασταθούν άνευ καθυστερήσεως. Ως έχω ήδη δηλώσει, τα γεγονότα εις Κύπρον δεν αποτελούν εσωτερικήν υπόθεσιν των Ελλήνων της Κύπρου. Οι Τούρκοι της Κύπρου επηρεάζονται επίσης. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι μία εισβολή, και εκ των συνεπειών της θα υποφέρη όλος ο λαός της Κύπρου: Αμφότεροι Ελληνες και Τούρκοι. Τα Ηνωμένα Εθνη έχουν μίαν Ειρηνευτικήν Δύναμιν σταθμεύουσαν εις Κύπρον. Δεν είναι δυνατόν ο ρόλος αυτής της Ειρηνευτικής Δυνάμεως να είναι αποτελεσματικός υπό συνθήκας στρατιωτικού πραξικοπήματος. Το Συμβούλιον Ασφαλείας πρέπει να καλέση το στρατιωτικόν καθεστώς της Ελλάδος να ανακαλέση εκ Κύπρου τους Ελληνας αξιωματικούς τους υπηρετούντας εις την Εθνικήν Φρουράν και να θέση τέρμα εις την εισβολήν αυτού εις Κύπρον. Πιστεύω, ότι, με όσα εξέθεσα ενώπιόν σας, σας έδωσα μίαν εικόνα της καταστάσεως. Δεν έχω αμφιβολίαν ότι μία κατάλληλος απόφασις του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέση τέρμα εις την εισβολήν και θα αποκαταστήση την παραβιασθείσαν ανεξαρτησίαν της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του Κυπριακού λαού».
Ασφαλώς η ιστορική αυτή ομιλία του Μακάριου είναι γνωστή σε όσους ξεσηκώθηκαν κατά του προέδρου Χριστόφια. Οπως είναι γνωστό και ότι γι' αυτή την ομιλία ο Μακάριος έχει κατά καιρούς γίνει στόχος παρόμοιων επικρίσεων μ' αυτές που δέχεται ο σημερινός πρόεδρος της Κύπρου. Αλλά αυτές οι επιθέσεις μέχρι σήμερα προέρχονταν κατά κανόνα από απολογητές της χούντας και στελέχη της κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου.
Αν κάτι ενόχλησε τόσο πολύ στην ομιλία του κ. Χριστόφια είναι η επιμονή του να μιλά εκ μέρους ενός ανεξάρτητου κράτους το οποίο περιλαμβάνει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους και να αναζητεί μια «ισορροπημένη λύση» που θα «υπηρετεί τα δικαιώματα τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων». Αυτή η προοπτική μοιάζει εφιάλτης για τους πολιτικούς εγκεφάλους και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, που προτιμούν την οριστική διχοτόμηση από κάθε συμβιβασμό για τη διατήρηση του ενιαίου ανεξάρτητου κράτους.
ios@enet.gr / www.iospress.gr
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
Οι περιπέτειες της λαϊκιστικής Κεντροδεξιάς
Πολλοί θυμούνται την πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του Βίκτορ Ορμπάν (1998 - 2002), επειδή ανέβαλε τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για να παρακολουθήσει τον αγώνα της αγαπημένης του ομάδας στην γειτονική Κροατία. Ομως, ο Ούγγρος πρωθυπουργός μάλλον θα μείνει στην ιστορία για την δαιδαλώδη πολιτική του πορεία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στο ρητό του Γκράουτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Οι περιπέτειες της λαϊκιστικής Κεντροδεξιάς
Πολλοί θυμούνται την πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του Βίκτορ Ορμπάν (1998 - 2002), επειδή ανέβαλε τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για να παρακολουθήσει τον αγώνα της αγαπημένης του ομάδας στην γειτονική Κροατία. Ομως, ο Ούγγρος πρωθυπουργός μάλλον θα μείνει στην ιστορία για την δαιδαλώδη πολιτική του πορεία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στο ρητό του Γκράουτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Παρασκευή 23 Απριλίου 2010
Μια χώρα που καταβροχθίστηκε
Η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ - DDR) ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1949 στη σοβιετική ζώνη κατοχής, πάνω στα ερείπια της ηττημένης Γερμανίας, λίγο μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία, με τη σειρά της, προέκυψε από την ενοποίηση των δυτικών τομέων κατοχής.
Η Γαλλία αναγνωρίζει τη ΛΔΓ στις 9 Φεβρουαρίου του 1973, τη χρονιά που οι δύο Γερμανίες γίνονται μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Υστερα από 41 χρόνια ζωής υπό την πολιτική ηγεσία του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED), η ΛΔΓ θα απορροφηθεί από το δυτικό τμήμα το 1990.
Τότε αριθμούσε λίγο περισσότερους από 16 εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι είχαν ζήσει σε ένα αυταρχικό και αστυνομικό καθεστώς (στις 17 Ιουνίου του 1953 τα σοβιετικά τανκς κατέπνιξαν τις ταραχές που ξέσπασαν εξαιτίας της αύξησης των κανόνων παραγωγικότητας) και συγχρόνως είχαν επωφεληθεί από κοινωνικά επιτεύγματα, κυρίως στον τομέα της στέγης, της προστασίας των παιδιών και της υγείας. Η ΛΔΓ έφτασε να έχει έναν από τους υψηλότερους μέσους όρους ζωής μεταξύ των ανατολικών χωρών.
Το 1976 ο ποιητής Βολφ Μπίρμαν, ο οποίος είχε έρθει από τη Δύση στην Ανατολή, στερείται την ανατολικογερμανική του υπηκοότητα. Η κρίση θα βαθύνει το χάσμα ανάμεσα στους κύκλους των διανοουμένων και την εξουσία.
Το Τείχος, που κατέρρευσε το 1989, οικοδομήθηκε το 1961 με στόχο να εμποδίσει την απόδραση των κατοίκων από τη χώρα. Μόνο στο Βερολίνο ήταν τείχος με την κυριολεκτική έννοια. Συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια εκτείνονταν στα 1.400 χιλιόμετρα των συνόρων που χώριζαν τα δύο γερμανικά κράτη.
Παρ' όλο που ξεσήκωσε την αγανάκτηση της κοινής γνώμης και των ηγετικών κύκλων στη Δύση, κάποιοι άλλοι είδαν σε αυτό ένα στοιχείο πολιτικής σταθερότητας στην Ευρώπη.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 11/4/2010.
Η Γαλλία αναγνωρίζει τη ΛΔΓ στις 9 Φεβρουαρίου του 1973, τη χρονιά που οι δύο Γερμανίες γίνονται μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Υστερα από 41 χρόνια ζωής υπό την πολιτική ηγεσία του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED), η ΛΔΓ θα απορροφηθεί από το δυτικό τμήμα το 1990.
Τότε αριθμούσε λίγο περισσότερους από 16 εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι είχαν ζήσει σε ένα αυταρχικό και αστυνομικό καθεστώς (στις 17 Ιουνίου του 1953 τα σοβιετικά τανκς κατέπνιξαν τις ταραχές που ξέσπασαν εξαιτίας της αύξησης των κανόνων παραγωγικότητας) και συγχρόνως είχαν επωφεληθεί από κοινωνικά επιτεύγματα, κυρίως στον τομέα της στέγης, της προστασίας των παιδιών και της υγείας. Η ΛΔΓ έφτασε να έχει έναν από τους υψηλότερους μέσους όρους ζωής μεταξύ των ανατολικών χωρών.
Το 1976 ο ποιητής Βολφ Μπίρμαν, ο οποίος είχε έρθει από τη Δύση στην Ανατολή, στερείται την ανατολικογερμανική του υπηκοότητα. Η κρίση θα βαθύνει το χάσμα ανάμεσα στους κύκλους των διανοουμένων και την εξουσία.
Το Τείχος, που κατέρρευσε το 1989, οικοδομήθηκε το 1961 με στόχο να εμποδίσει την απόδραση των κατοίκων από τη χώρα. Μόνο στο Βερολίνο ήταν τείχος με την κυριολεκτική έννοια. Συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια εκτείνονταν στα 1.400 χιλιόμετρα των συνόρων που χώριζαν τα δύο γερμανικά κράτη.
Παρ' όλο που ξεσήκωσε την αγανάκτηση της κοινής γνώμης και των ηγετικών κύκλων στη Δύση, κάποιοι άλλοι είδαν σε αυτό ένα στοιχείο πολιτικής σταθερότητας στην Ευρώπη.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 11/4/2010.
Στα ξεθωριασμένα χνάρια της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας
Επανένωση ή προσάρτηση της άλλης Γερμανίας;
Ενας «ψυχρός πόλεμος» μνήμης μετά την πτώση του Τείχους
Του BERNARD UMBRECHT δημοσιογράφος
Οταν τα φώτα των επετειακών εορτασμών έσβησαν παρέμεινε μόνο η πραγματικότητα, η οποία ίσως και να μην είναι τόσο ιδανική όσο παρουσιάζεται. Ενας «ψυχρός πόλεμος της μνήμης» έχει διαδεχθεί την αντιπαλότητα των δύο μπλοκ. Ουαί τοις ηττημένοις! Από το παρελθόν τους δεν πρέπει να μείνει τίποτα.
Το Μάιο του 2009 ολοκληρώθηκε ένας εθνικός διαγωνισμός, ανοιχτός σε όλους τους καλλιτέχνες και τους αρχιτέκτονες, ο οποίος διενεργήθηκε με απόφαση του γερμανικού Κοινοβουλίου. Το θέμα αφορούσε την κατασκευή ενός εθνικού μνημείου που να συμβολίζει την «ενότητα και την ελευθερία». Η αποτυχία ήταν πλήρης: Από τους πεντακόσιους και πλέον φακέλους που υποβλήθηκαν, κανένας δεν έπεισε. «Η δυσκολία στην εξεύρεση ενός συμβόλου ενότητας αποτελεί το ιστορικό πρόβλημα της Γερμανίας», εκτιμά ο Εντζο Τραβέρσο, τον οποίο συναντήσαμε στο Βερολίνο, όπου πραγματοποιούσε ένα εξάμηνο διδασκαλίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο. Ο ιστορικός κάνει λόγο για «μια σπουδαία χώρα με σπουδαίο πολιτισμό και μεγάλη συμβολή στην ιστορία, η οποία όμως δεν έχει θετική μυθολογία και έπρεπε πάντα να αυτοπροσδιορίζεται αρνητικά. Οσες φορές η Γερμανία αυτοπροσδιορίστηκε θετικά, το έκανε σε υπερεθνικό επίπεδο. Στην έννοια του συνταγματικού πατριωτισμού ξαναβρίσκουμε ακριβώς την αναζήτηση μιας μη εθνοπολιτισμικής τοποθέτησης στο θέμα της ταυτότητας»(1).
Ο Τραβέρσο δηλώνει συγκλονισμένος από «την αντίθεση, ιδιαίτερα αισθητή στο Βερολίνο, ανάμεσα στην εμμονή για την ανάκτηση του εβραϊκού παρελθόντος της Γερμανίας και, παράλληλα, στην εξίσου λυσσαλέα επιθυμία να σβηστεί το ανατολικογερμανικό παρελθόν, εκείνο της ΛΔΓ (Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας)».
Και προσθέτει ότι ο διαχωρισμός στη μνήμη της γερμανικής κοινωνίας «εκφράζεται οπτικά σε δύο χώρους στην καρδιά του Βερολίνου: από τη μια μεριά το Μνημείο του Ολοκαυτώματος, πελώριο, επιβλητικό, που δείχνει ότι η Γερμανία δεν θέλει να ξεχάσει τη γενοκτονία. Και από την άλλη το τεράστιο κενό στο σημείο που βρισκόταν άλλοτε το Μέγαρο της Δημοκρατίας της ΛΔΓ».
Από τη μια μεριά αναπληρώνεται ένα κενό μνήμης - η άρνηση του Ολοκαυτώματος. Από την άλλη, δημιουργείται ένα νέο κενό μνήμης, είτε σβήνοντας και γκρεμίζοντας έτσι απλά είτε με αυτό που η Ρεζίν Ρομπέν αποκαλεί «μουσειοποίηση»(2).
Κρυφή συμφωνία
Υπήρξε, άραγε, τα τελευταία είκοσι χρόνια, ένα είδος «ψυχρού πολέμου της μνήμης»; Ή μήπως εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση και σε μια πολύ παλαιότερη παράδοση στη Γερμανία για απάλειψη των προγενέστερων εποχών; Για τη Ρομπέν υπάρχει μια έντονη παράδοση για «damnatio memoriae»(3), αλλά η έκτασή της ποικίλλει ανάλογα με τους χώρους. «Την ίδια στιγμή που η Γερμανία ξεσπά το μένος της στο Μέγαρο της Δημοκρατίας, ανακαινίζει το ναζιστικό στάδιο των Ολυμπιακών Αγώνων για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Κάτι τέτοιο δεν ενοχλεί», διαπιστώνει η συγγραφέας από το Κεμπέκ. «Διατηρεί άθικτες τις λαμπαδηδρομίες του Αλμπερτ Σπέερ(4) -του αρχιτέκτονα του Αδόλφου Χίτλερ- στην πόλη, καθώς και τα περισσότερα κτίρια της ναζιστικής περιόδου που δεν έπαθαν ζημιές από τις βόμβες, ενώ κατεδαφίζει σχεδόν συστηματικά όσα οικοδόμησε η ΛΔΓ, ακόμα και στην Αλεξάντερπλατς. Ο,τι έχει σχέση με τη ΛΔΓ απαγορεύεται ρητά. Θέλουν να αποτελέσει παρένθεση στην ιστορία της Γερμανίας, ένα όνειδος ισάξιο του Τρίτου Ράιχ. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει: ύμνος, σημαία, εμβλήματα, ήρωες, ονόματα δρόμων, κτίρια, σχολικά εγχειρίδια, πανεπιστημιακά μαθήματα, τα πάντα πρέπει να εξαφανιστούν».
Δύσκολο. Παρ' όλο που τα κομμάτια που απέμειναν από το Τείχος βάφτηκαν για να μεταμορφωθούν σε μνημείο της πτώσης του, πώς να σβηστεί και ό,τι υπήρχε πίσω του; Στο τέλος θα φτάσει κανείς να αναρωτιέται για ποιον λόγο υψώθηκε το Τείχος και να ξεχάσει ότι ο λαός που ξεσηκώθηκε πριν από 20 χρόνια ονειρευόταν και άλλα πράγματα εκτός από την Κόκα Κόλα και τα σουπερμάρκετ.
Πίσω από το Τείχος... Για 17 εκατομμύρια ανθρώπους κύλησε, εκεί, μια ολόκληρη ζωή. Δεν μπορεί να σβήσει ως διά μαγείας, ιδίως όταν αυτό που τους εμφάνισαν ως εναλλακτική λύση καταρρέει μπροστά στα ίδια τους τα μάτια. Κανένας δεν επιθυμεί επιστροφή στη ΛΔΓ. Ωστόσο, η πλειονότητα εξακολουθεί να κάνει, είκοσι χρόνια αργότερα, έναν θετικό απολογισμό, όπως μαρτυρούν οι έρευνες γύρω από την εμμονή της «Ostalgie»(5). Το 63% των Ανατολικογερμανών φέρεται να εκτιμά ότι οι διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι περισσότερο σημαντικές από τα μεταξύ τους κοινά σημεία(6). Τα αποτελέσματα των ομοσπονδιακών εκλογών του περασμένου Σεπτεμβρίου αντικατοπτρίζουν αυτή την αίσθηση. Παρά τις νίκες του στο σύνολο της χώρας, ο συνασπισμός της «Ενωσης Χριστιανοδημοκρατών» και του «Κόμματος Ελεύθερων Δημοκρατών» (CDU - FDP) παραμένει μειοψηφικός στα εδάφη της παλιάς Λαϊκής Δημοκρατίας, εν πολλοίς εξαιτίας της μεγάλης αποχής.
Διαμαρτυρίες αρχίζουν να σημειώνονται και από την πλευρά των αρχιτεκτόνων, για την απώλεια των ορατών σημείων αναφοράς του παρελθόντος στα εδάφη της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας. Ο Φίλιπ Οσβαλντ, διευθυντής του ιδρύματος Bauhaus στο Ντεσάου, ξεσηκώθηκε ενάντια στα σχέδια ανοικοδόμησης -σε μεσαιωνικό στιλ- του κέντρου του Βερολίνου, ανάμεσα στον ποταμό Σπρέε και την Αλεξάντερπλατς. Εκεί υπάρχει ακόμα το περίφημο άγαλμα του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ενγκελς, ένα απομεινάρι που δεν μπορούν να υποφέρουν ορισμένοι στενόμυαλοι.
Η τέχνη των νικητών
Μια έκθεση που παρουσιάστηκε την άνοιξη του 2009, με αφορμή την επέτειο για την κατάρτιση του συντάγματος του 1949 της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, στο Martin Gropius Bau, το παλιό μουσείο διακοσμητικών τεχνών, με τον τίτλο «60 χρόνια - 60 έργα», χαρακτηρίστηκε από μερίδα του ειδικού τύπου ως «η τέχνη των νικητών». Οποιο έργο ζωγραφικής ή γλυπτικής προερχόταν από την πρώην ΛΔΓ απομακρύνθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Και το αποκορύφωμα; Στη συλλογή έργων του ζωγράφου Βόλφγκανγκ Ματχόιερ, οι υπεύθυνοι της έκθεσης, κρατώντας μόνο τις μεταγενέστερες του 1989 δημιουργίες, άφηναν να εννοηθεί ότι έγινε «αληθινός» καλλιτέχνης μόνο μετά την πτώση του Τείχους. Τα 60 έργα προβάλλονταν ως απεικόνιση του άρθρου 5, παράγραφος 3 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «η τέχνη είναι ελεύθερη». Το ηθικό δίδαγμα ελήφθη: σε ένα δικτατορικό καθεστώς, δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία.
Για τον συγγραφέα Κρίστοφ Χάιν, ο οποίος αρνήθηκε δημόσια την πρόσκληση στα εγκαίνια, η έκθεση συμβολίζει την πραγματική κατάσταση της «διαγερμανικής ψευδοένωσης». Κάνουμε λάθος, μας εξηγεί, ως προς το ζήτημα της ένωσης: «Μόνο ο κόσμος στην Ανατολή την ήθελε. Για τους Δυτικούς, η Γερμανία σταματούσε στον Ελβα, που στο δικό τους το μυαλό αποτελούσε τα σύνορα με τη Ρωσία και όχι με κάποιο άλλο κομμάτι της Γερμανίας. Οι Γερμανοί της Δύσης θα προτιμούσαν να οραματίζονται μια επανένωση με την Τοσκάνη ή τις Βαλεαρίδες Νήσους, όχι όμως με τη ΛΔΓ, μια χώρα για την οποία δεν είχαν την παραμικρή ιδέα».
Οταν τον ρωτάμε για τη δυσκολία που συναντούν οι Γερμανοί στην εξεύρεση ενός συμβόλου ενότητας, ο Κρίστοφ Χάιν εξεγείρεται: «Σύμβολα ενότητας έχουμε και με το παραπάνω! Ενα από αυτά αποτελεί και η συγκεκριμένη έκθεση. Η έκθεση για τη φτώχεια στη Γερμανία είναι άλλο ένα, εκπληκτικό! Η άνιση κατανομή των μισθών, των θέσεων εργασίας, των συντάξεων, να πόσα εκπληκτικά σύμβολα έχουμε»!
Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε χωρίς δυσκολία τον κατάλογο και να τον αναπαραστήσουμε με πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα -χωρίς να ξεχνάμε την παρουσία της μαφίας, το καλαβρέζικο παρακλάδι της οποίας έχει επεκτείνει τον τομέα της δράσης του προς την Ερφούρτη, τη Λειψία και το Αϊζεναχ(7).
Η καινούργια ταινία του Τόμας Χάιζε, το «Material» («Υλικό»)(8), συγκεντρώνει εικόνες που γυρίστηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του '80 στη ΛΔΓ μέχρι τα μέσα του 2008 στην ενιαία Γερμανία. Ο τίτλος του θα μπορούσε να είναι «Ο,τι απέμεινε». «Ο,τι απέμεινε κυριεύει το μυαλό μου. Αυτές οι εικόνες εντάσσονται διαρκώς σε καινούριες σχέσεις. Μένουν σε κίνηση. Το υλικό είναι ημιτελές. Απαρτίζεται από όσα κομμάτια έχω κρατήσει. Τη δική μου εικόνα». Αυτή είναι επίσης μια απόπειρα απολογισμού των τελευταίων 20 χρόνων.
Ως σύνθημα ο Χάιζε αποτύπωσε στην ταινία την ακόλουθη φράση: «Μπορούμε να δώσουμε στην ιστορία ένα επίμηκες σχήμα. Μόνο που αποτελεί στοίβα». Είναι ένας τρόπος για να δείξεις ότι η ιστορία δεν αποτελείται μόνο από ένα πριν κι ένα μετά, αλλά και ότι περιλαμβάνει επίσης ένα εμπρός κι ένα πίσω, πάνω και κάτω, το ορατό και το κρυφό. Το έργο, πλούσιο σε αυθεντικά ντοκουμέντα, δεν έχει τη δομή ενός ντοκιμαντέρ που συνοδεύεται από επεξηγηματικά σχόλια. Ο σκηνοθέτης πλέκει τη μία εικόνα με την άλλη σε ένα αποσπασματικό μοντάζ.
Εναπόκειται στο θεατή να διαβάσει ανάμεσα από τις γραμμές, να ακούσει ανάμεσα από τις λέξεις, να δει ανάμεσα από τις εικόνες, όπως έμαθε να κάνει ένας ολόκληρος κόσμος. Στην πράξη, όλα αυτά τα αποσπάσματα ανακαλούν στιγμές όπου κάποιοι πήραν άμεσα το λόγο, ξεχασμένα στιγμιότυπα, όπως, για παράδειγμα τις συνομιλίες ανάμεσα σε φυλακισμένους και δεσμοφύλακες με αφορμή μια αμνηστία ή ανάμεσα σε στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας και τους ηγέτες τους.
Ο Χάιζε θέλει να αμφισβητήσει «ό,τι σάπιο υπάρχει στην αφήγηση» των γεγονότων. Υπενθυμίζει, για παράδειγμα, πως όταν οι διαδηλωτές, πάνω από τους οποίους πλανιόταν η σκιά της Τιέν Αν Μεν, φώναζαν «Είμαστε ένας λαός», δεν απευθύνονταν στους Δυτικογερμανούς, όπως προσπάθησαν να μας κάνουν να πιστέψουμε στη συνέχεια, αλλά στους αστυνομικούς, που είχαν περικυκλώσει τη διαδήλωση. «Εκείνη ακριβώς την πραγματικότητα θέλουν να σβήσουν κάποιοι, εκείνη τη στιγμή που οι πολίτες κατέβηκαν στην πρώτη γραμμή για να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Εκείνη την ανάμνηση κάποιοι δεν τη θέλουν. Γιορτάζουμε την πτώση του Τείχους, όχι όμως και το γεγονός ότι ένας λαός έγινε κυρίαρχος απέναντι σε ένα κενό εξουσίας, ούτε το ότι, κατόπιν αυτού, δεν υπήρξε επανένωση αλλά προσάρτηση, ότι η τάξη αποκαταστάθηκε μέσω της καταστροφής της ουτοπίας. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν μπορούσε να επιτρέψει την ύπαρξη ενός κυρίαρχου λαού σε ένα κομμάτι της Γερμανίας. Δεν θα επιβίωνε από κάτι τέτοιο. Το Τείχος άνοιξε για να μη γίνει η επανάσταση», λέει.
Οι ευθύνες Κολ
Ομως, η απάλειψη δεν περιορίστηκε στην πολιτική, στον πολιτισμό και τα σύμβολα: καταστράφηκε και ολόκληρη η βιομηχανική, τεχνολογική και επιστημονική δομή του συγκεκριμένου τμήματος της Γερμανίας. Ο οικονομολόγος Εντγκαρ Μοστ δεν κρύβει το θυμό του και επιρρίπτει ακόμα και σήμερα ευθύνες στον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ, επειδή πήρε συνειδητά αυτή την απόφαση για εκλογικούς λόγους. «Ο ορισμός της ισοτιμίας ενός δυτικογερμανικού μάρκου προς δύο ανατολικογερμανικά πάνω από τα 4.000 μάρκα ήταν μια παράλογη απόφαση από οικονομική άποψη, η οποία κατέστρεψε τα θεμέλια της οικονομίας σε αυτό το κομμάτι της Γερμανίας. Μόλις το έμαθα, νόμισα ότι βρισκόμουν στην εποχή του Γκίντερ Μίταγκ»(9). Οπως και ο Μίταγκ -αλλά ήταν ήδη πολύ αργά- έτσι και ο Κολ ζήτησε το κεφάλι του Μοστ επί πίνακι, επίσης χωρίς επιτυχία.
Ο Μοστ είναι υπερήφανος για την καταγωγή του και για τη βαριά προφορά της Θουριγγίας. Εχει συνηθίσει από παλιά να λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Γι' αυτόν και για μερικούς άλλους η ΛΔΓ ήταν ο τόπος όπου τα πράγματα κινούνταν εκτός κανόνων αν ήξερες να παίζεις με τα όρια. Πρόσφατα, δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πενήντα χρόνια στην υπηρεσία του κεφαλαίου». «Αλλά, σε δύο διαφορετικούς κόσμους», διευκρινίζει.
Ο Μοστ, πράγματι, διετέλεσε αντιπρόεδρος της Κρατικής Τράπεζας της ΛΔΓ προτού ιδρύσει την πρώτη ιδιωτική ανατολικογερμανική τράπεζα και καταλήξει στα υψηλότερα κλιμάκια της Deutsche Bank στο Βερολίνο. «Την εποχή της Κρατικής Τράπεζας ακολούθησα μια νομισματική και πιστωτική πολιτική με χρήματα που ανήκαν στο κράτος. Στο επίκεντρο των αποφάσεων που έπρεπε να λάβω υπήρχαν τα εξής ερωτήματα, με σειρά προτεραιότητας: σε τι χρησιμεύουν το κράτος και η κοινωνία; Χρησιμεύουν στις επιχειρήσεις ή στην εργασία; Και, τρίτη και τελευταία ερώτηση, σε τι χρησιμεύει η τράπεζα; Με το ιδιωτικό κεφάλαιο επέρχεται πλήρης αντιστροφή των αξιών: η πρώτη κατά σειρά ερώτηση είναι "σε τι χρησιμεύει η τράπεζα;"».
Ευχήθηκε να υπήρχε χρόνος για περισυλλογή το 1990: «Ο,τι είχε δημιουργηθεί στη ΛΔΓ παραμερίστηκε. Τη διοίκηση ανέλαβε η Δύση και το προσωπικό που έστειλε δεν ήταν πραγματικά πρώτης ποιότητας. Στα πανεπιστήμια όλες τις θέσεις τις πήραν οι καθηγητές από τη Δύση(10). Η Ακαδημία των Επιστημών διαλύθηκε. Εξαφανίστηκαν όλες οι επιστημονικές αρμοδιότητες της πρώην ΛΔΓ που μπορούσαν να ανταγωνιστούν στην εντέλεια τη Δύση. Δεν έγινε ποτέ κάποια απόπειρα αξιολόγησης όλων αυτών, ενός απολογισμού». Οι Δυτικοί κατέλαβαν το χώρο. Είναι αρκετά εύκολο να καταλάβουμε γιατί οι κάτοικοι ένιωσαν ότι τους μεταχειρίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Μολονότι πιστεύει ότι η ΛΔΓ κατέληξε να ζει πιο πάνω από τις δυνατότητές της, ο τραπεζίτης διαψεύδει τη φήμη ότι η χώρα είχε εξαντλήσει τα περιθώρια πληρωμής στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η Γαλλία, δηλώνει, ήταν έτοιμη να τη δανείσει. Ο Μοστ, ούτε κατά διάνοια νοσταλγώντας, έχει την εντύπωση, την οποία συμμερίζονται πολλοί άλλοι παράγοντες του κόσμου της οικονομίας, ότι βιώνει έναν παραλογισμό που έχει ξαναδεί.
Η αρχή του τέλους
Ολοι τοποθετούν την αρχή του τέλους της ΛΔΓ στο 1972, με την άφιξη του Εριχ Χόνεκερ στην εξουσία. Ο Χόνεκερ κρατικοποίησε όλες τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και το λιανικό εμπόριο και βάλθηκε να σφυρηλατήσει μια «ενότητα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής» αποκομμένη από την πραγματικότητα. Ο άνθρωπος που την υλοποίησε, ο Γκίντερ Μίταγκ, στο όνομα του κόμματος, είχε από τις επιχειρήσεις της Ανατολικής Γερμανίας τις ίδιες ανεύθυνες απαιτήσεις που έχουν οι μέτοχοι από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
Ο Κρίστιαν Βέγκερντ δεν γράφει την αυτοβιογραφία του. Ακούγοντάς τον, όμως, έχεις την αίσθηση ότι θα έπρεπε να το επιχειρήσει. Μηχανολόγος ειδικευμένος στη φυσική των υλικών, αφηγείται τη μεταμόρφωσή του από διευθυντικό στέλεχος μιας σοσιαλιστικής επιχείρησης σε καπιταλιστή «επιχειρηματία», πεδίο άγνωστο για αυτόν. Τον συναντάμε στη Δρέσδη, στην έδρα της επιχείρησής του, της ΙΜΑ Dresde, που ειδικεύεται στην ανάλυση των υλικών.
Οι 160 υπάλληλοί του, ως επί το πλείστον μηχανολόγοι, εργάζονται για πελάτες της αεροναυπηγικής (Airbus), αλλά και για τη βιομηχανία αυτοκινήτων, σιδηροδρόμων, αιολικής ενέργειας, ιατρικής. Το οικονομικό περιβάλλον στη Σαξονία, ωστόσο, δεν είναι το πλέον ευνοϊκό. Αυτή η περιοχή, μία από τις πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά στη Γερμανία, υφίσταται σκληρότερο πλήγμα από την κρίση σε σχέση με άλλες, καθώς στηρίζεται κατά βάση στις εξαγωγές.
Αφού έκανε σπουδές στον τομέα της μεταλλουργίας, ο συνομιλητής μας έγινε σύντομα επιστημονικός και τεχνικός διευθυντής και κατόπιν διευθυντής του τμήματος ερευνών σε ένα «Kombinat» (κρατικός όμιλος σοβιετικού τύπου) της βιομηχανίας σιδηρουργίας και μεταλλευμάτων που είχε τεθεί υπό την άμεση επίβλεψη του υπουργείου Οικονομίας.
Στη ΛΔΓ μπορούσες να αρνηθείς το πολύ μία φορά να γίνεις υφυπουργός, όχι όμως και δεύτερη. Ο Βέγκερτ το βίωσε αυτό προσωπικά. Είδε ως τιμωρία τη μετάθεσή του στα τέλη της δεκαετίας του 1980 σε ένα επιστημονικό και τεχνολογικό ινστιτούτο 900 ατόμων με ειδικότητα την έρευνα πάνω στα φαινόμενα διάβρωσης -την επιχείρηση που διευθύνει σήμερα. Υστερα, ήρθε η πτώση του Τείχους. Τι να έκανε; «Διέσχισα ολόκληρη τη Γερμανία: κανένας δεν μας ήθελε. Το διάστημα 1990-91 έγιναν 400 απολύσεις. Η Treuhand(11) είχε αποφασίσει: ιδιωτικοποίηση ή κλείσιμο μέχρι το 1992. Τέσσερις από εμάς αποφασίσαμε να εξαγοράσουμε την επιχείρηση». Και τα κατάφεραν.
Δυτική υπεροψία
Η υπεροψία των Δυτικογερμανών «που πίστευαν ότι δεν ξέραμε να μετράμε, ούτε να τρώμε με μαχαιροπίρουνα», τον σημάδεψε. Γι' αυτόν, η σύντομη περίοδος όπου το ζήτημα των πολιτικών δικαιωμάτων βρισκόταν στο επίκεντρο του διαλόγου, «παραμερίστηκε από έξωθεν αποφάσεις στις οποίες κυριαρχούσε η ιδεολογία του ανταγωνισμού, οι διαγκωνισμοί, λίγο με τη νοοτροπία του κατακτητή, λίγο με καλές προθέσεις, αλλά και με άπειρη φανφάρα και βλακώδη υπεροψία». Η ανάληψη του συνόλου της ανατολικογερμανικής οικονομίας από την Treuhand «δεν ήταν παρά η συνέχεια της συγκεντρωτικής οικονομίας, μόνο που τα μέτωπα είχαν αντιστραφεί».
Το 2001, σε μια διάλεξη της οποίας μας παραδίδει το χειρόγραφο, ο διευθυντής της επιχείρησης έκρινε «απλώς ανήθικο το να βλέπει πώς, λίγο λίγο, τα έσοδα του κεφαλαίου γίνονται πιο σημαντικά από τα έσοδα της εργασίας (....) Οσο ο σοσιαλισμός ανταγωνιζόταν ακόμα αυτό τον κόσμο, υπήρχε φόβος και αυτός αποτελούσε ένα φρένο. Τώρα που ο φόβος έχει χαθεί, τα φρένα κλατάρουν».
Βέβαια, δεν ήταν επιτυχημένες όλες οι παρόμοιες απόπειρες, κάθε άλλο. Ομως, η οπτική γωνία όσων τα κατάφεραν είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, γιατί δεν αλλοιώνεται από την πικρία της αποτυχίας. Με τη βοήθεια του γιου του, ο οποίος στο μεταξύ έγινε αντιδήμαρχος της πόλης, ο Ελμαρ Φάμπερ έστησε στη Λειψία τον εκδοτικό οίκο Faber & Faber. Εκανε τις σπουδές του σε μια γόνιμη περίοδο, όταν λαμπρά μυαλά όπως ο Ερνστ Μπλοχ και ο Χανς Μάγερ -για να αναφερθούμε μόνο στους πιο γνωστούς- δίδασκαν στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, και δεν δέχεται να του αφαιρέσει κανείς αυτή την κληρονομιά. Προηγουμένως, ο Φάμπερ είχε διατελέσει εκδότης στον εγκυρότερο εκδοτικό οίκο της ΛΔΓ, εκείνον του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Τόμας Μαν, τον Aufbau Verlag. Με αυτά τα εύσημα έκανε το πέρασμά του στον ιδιωτικό τομέα.
Ιδιωτικοποίηση ή αφανισμός: αυτή ήταν στην πραγματικότητα η μόνη εναλλακτική λύση που δόθηκε στις κρατικές επιχειρήσεις με την επανένωση. Η διαδικασία τέθηκε υπό τον έλεγχο της Treuhand, στην οποία έπρεπε να εξακολουθήσουν να αποδεικνύουν ότι δεν είναι ελέφαντες, μετά την ολοκλήρωση της μετάβασης.
Ο Φάμπερ δεν γλίτωσε από αυτό. «Με κάλεσαν στην Treuhand. Ελειπε ένα χαρτί από το φάκελό μου. Στη διεύθυνση προσωπικού, μου παρουσίασαν ένα πιστοποιητικό με τίτλο "Δήλωση". Επρεπε να υπογράψω το εξής κείμενο: "Δηλώνω ότι δεν δούλεψα ποτέ για τη Στάζι"(12). Απάντησα ότι δεν θα υπέγραφα, αλλά ότι μπορούσα να προσκομίσω δήλωση. Υπέγραψα το παρακάτω κείμενο: "Δηλώνω ότι δεν υπέγραψα ποτέ και τίποτα προκειμένου να διατηρήσω τη θέση μου, ούτε με το παλιό ούτε με το καινούριο σύστημα". Αυτό έγινε στις 10.30 το πρωί. Στις 13.30 μου έδειξαν την πόρτα».
Στην... πυρά
Ο Φάμπερ έζησε στιγμές οργής σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε την πτώση του Τείχους: «Δεν ήταν ποιητική εποχή. Τα βιβλία των καλύτερων συγγραφέων της ΛΔΓ, καθώς και οι εκδόσεις των Χάινριχ Μαν, Λέον Φοϊχτβάνγκερ, Αρνολντ Τσβάιχ, Αννας Ζέγκερς, τόνοι βιβλίων, πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Επρεπε να κάνουν χώρο στα ράφια για τα βιβλία μαγειρικής, βιβλία συμβουλών παντός τύπου και τους τουριστικούς οδηγούς».
Η δολοφονία του πρώτου διευθυντή της Treuhand, το 1991, σηματοδότησε μια στροφή. Ο Ντέτλεφ Ροβέντερ πίστευε πως ήταν δυνατό να διατηρήσει ένα τμήμα του βιομηχανικού δυναμικού της πρώην ΛΔΓ και κυρίως τον εκδοτικό οίκο Aufbau Verlag. Αρχικά αγοράστηκε από ένα μεγαλομεσίτη, κατόπιν, μετά τη χρεοκοπία του, τον πήρε ένας επιχειρηματίας από το Βερολίνο, ο Ματίας Κοχ.
«Μετά τον τραγικό θάνατο του Ντέτλεφ Ροβέντερ παρακολουθήσαμε το θρίαμβο της βλακείας», συνεχίζει ο Φάμπερ. «Μια μέρα, για παράδειγμα, ο υπεύθυνος προσωπικού της Treuhand, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, κατέληξε στο φοβερό συμπέρασμα ότι ο εκδοτικός μας οίκος δεν είχε στο κάτω κάτω δημοσιεύσει τίποτα άλλο εκτός από Μαρξ και Ενγκελς(13). Να με τι είδους ηλιθιότητες και απίστευτη αλαζονεία ήρθαμε αντιμέτωποι».
Ο εκδότης από τη Λειψία πιστεύει ότι δρομολογήθηκε μια διαδικασία «αποϊστορικοποίησης»: «Θέλησαν να μας κάνουν να ξεχάσουμε για ποιους λόγους οραματιζόμασταν μια άλλη Γερμανία». Αυτό θα εξηγούσε γιατί δεν διαφαίνεται καμία αχτίδα φωτός από τις σημερινές συζητήσεις, οι οποίες ξαναγράφουν την ιστορία ξεκινώντας από το τέλος. «Οταν οι κυβερνώντες γίνονται πιο ηλίθιοι από αυτούς τους οποίους κυβερνούν, οδεύουμε στην καταστροφή», καταλήγει με μια αναφορά στον Γκράμσι. «Αυτό ακριβώς συνέβη στη ΛΔΓ. Σήμερα τα πράγματα επαναλαμβάνονται, με τη μόνη διαφορά ότι η αποχαύνωση της πολιτικής τάξης συνοδεύεται από την αντίστοιχη αποχαύνωση του πληθυσμού».
Το Deutsches Hygiene Museum δεν είναι εκ προοιμίου ο τόπος που θα περίμενε κανείς να βρει μια έκθεση για την εργασία, μολονότι προβάλλεται ως Ανθρωπολογικό Μουσείο(14). Η έννοια της εργασίας δεν είναι εύκολο να οριστεί, κυρίως εάν θεωρήσουμε ότι περιλαμβάνει μεν αλλά δεν καλύπτει εξ ολοκλήρου την έννοια της απασχόλησης. Αν ορίσουμε υποθετικά την εργασία ως μια μεταμόρφωση του κόσμου με ανθρώπινα κίνητρα, η έκθεση ανοίγει καινούριες αφετηρίες, αφήνοντας στον επισκέπτη μια ασυνήθιστη ελευθερία να κρίνει ακόμα και τις ίδιες τις προτάσεις που του παρουσιάζονται.
Με τον τίτλο «Arbeit Sinn und Sorge», η έκθεση συσχετίζει την εργασία με τις ιδέες της έννοιας [(λογικής) (Sinn)] και της έγνοιας [(ανησυχίας) (Sorge)], που σημαίνει επίσης «φροντίδα» με τον τρόπο με τον οποίο ο Μπέραρντ Στίγκερ χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη στον κατάλογο της έκθεσης(15).
Στη γερμανική λέξη «Sorge» η διάσταση της έγνοιας, του φόβου, της ανησυχίας («ανησυχώ για σένα») παραπέμπει σε μια μάλλον αρνητική έννοια. Είναι όμως παρούσα και μια άλλη διάσταση της φροντίδας, η οποία σχετίζεται με την ιδέα της προσοχής που παρέχεις στον εαυτό σου και στους άλλους. «Για μας ήταν σημαντικό να ξαναδώσουμε στον τίτλο της έκθεσης μια θετική διάσταση», εξηγεί ο Ντάνιελ Τιραντέλις, φιλόσοφος και επιμελητής της έκθεσης. «Το ερώτημα αφορά το αντικείμενο της φροντίδας. Πόσο εύρος μπορούμε να του δώσουμε; Μια αυστηρά ατομική διάσταση ή να προχωρήσουμε πιο πέρα; Σε ποιο βαθμό μπορούμε να αναπτύξουμε συναισθήματα για κάτι που υπερβαίνει την ατομική διάσταση;».
Τι συνέβη με την εργασία μετά την πτώση του Τείχους; Σε επίπεδο στατιστικών, η ανεργία άρχισε να σκαρφαλώνει στα ύψη, παράλληλα με την ανάπτυξη ελαστικών μορφών εργασίας. Ταυτόχρονα, το αίσθημα ικανοποίησης στη δουλειά αυξανόταν στο ανατολικό τμήμα, ενώ, κατά ένα αντιφατικό τρόπο, εντείνονταν τα ψυχολογικά προβλήματα(16).
Αλλαγή αξιών
Για τον κοινωνιολόγο Βόλφγκανγκ Ενγκλερ, πρύτανη της Ανώτερης Θεατρικής Σχολής Ernst Buch του Βερολίνου, «το παράδοξο είναι απλώς φαινομενικό, αν θεωρήσουμε ότι στη Δύση η εργασία προηγείτο του μισθού, ενώ στην Ανατολή ο μισθός προηγείτο της εργασίας». Εκτιμά, επίσης, ότι οι άνθρωποι «αυτό που απέρριψαν από τη ΛΔΓ ήταν ένα σύστημα για το οποίο θεωρούσαν ότι, υπό το πρόσχημα της πλήρους απασχόλησης, περιφρονούσε την επιθυμία τους να πραγματοποιήσουν κάτι σημαντικό».
Μερικές εκατοντάδες μέτρα από το μουσείο, ένα ολοκαίνουριο, ολοδιάφανο κτίριο, εξ ου και το όνομά του «Εργαστήρι γυαλιού», στεγάζει την τελευταία λέξη της επιχείρησης Volkswagen. Ενας καθεδρικός που δοξάζει τον θεό του αυτοκινήτου. Κάθε αγοραστής ενός Phaeton μπορεί να παρακολουθήσει απευθείας τη συναρμολόγηση και την ολοκλήρωση του δικού του αυτοκινήτου. Στο τρέιλερ της παρουσίασης, η Volkswagen δηλώνει τη φιλοδοξία της να αναμετρηθεί με τις μπαρόκ κατασκευές της Δρέσδης και εγκωμιάζει το αυτοκίνητο ανάλογα με ένα έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ!
Το μέρος αυτό εμφανίζεται ως πολιτιστικός χώρος, με εκθέσεις ζωγραφικής, επιδείξεις μόδας. Δίνονται και παραστάσεις όπερας. Και όμως, εκεί δουλεύουν εργάτες. Ακόμα κι όταν τους βλέπεις να κινούνται στην αλυσίδα της αυτοματοποιημένης συναρμολόγησης σαν να σερβίρουν τσάι, ο όρος «εργαστήρι» είναι καταχρηστικός.
Η Porsche, η Opel, η Mercedes και η Volkswagen, το 17% της οποίας αγοράστηκε πρόσφατα από το εμιράτο του Κατάρ, αποτελούν τμήμα των δυτικών, καθαρά γερμανικών, «ουτοπιών», οι οποίες καταρρέουν. «Η παλιά Ομοσπονδιακή Γερμανία συνέδεε ανέκαθεν στενά τη δημοκρατία και την οικονομική πρόοδο με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Πιστεύαμε ότι αυτά θα παρέμεναν εσαεί αδιαίρετα», αναλύει ο Ενγκλερ. «Η οικονομική πρόκληση μαρτυρά με τι ερχόμαστε αντιμέτωποι, καθώς η απώλεια των λίγων φάρων συλλογικής συνείδησης θέτει σε δοκιμασία τη δημοκρατία μας».
Θα καταφέρει να αντέξει; Η ανησυχία για το μέλλον της δημοκρατίας κατατρώει πολλούς από τους συνομιλητές μας. Οταν ρωτήθηκε τι είναι αυτό που του λείπει περισσότερο από τη χαμένη πια ΛΔΓ, ο συγγραφέας από τη Δρέσδη, Ινγκο Σούλτσε, δήλωσε: «Η σαφήνεια με την οποία αμφισβητούσαμε το κατεστημένο. Προσδιορίζαμε τους εαυτούς μας μέσα από το ζήτημα της φιλοσοφίας μας για το μέλλον (...). Οταν σήμερα μιλάμε για μέλλον, το κάνουμε μάλλον με το φόβο για επιδείνωση της σημερινής μας κατάστασης. Πρέπει να μάθουμε ξανά ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα»(17).
(1) Εκφραση που ανέπτυξε ο Γιούργκεν Χάμπερμας. Οπου δεν υπάρχει αντίθετη αναφορά, οι δηλώσεις που αναφέρονται είναι αποσπάσματα των συνομιλιών που είχε ο συγγραφέας.
(2) Η Regine Robin, συγγραφέας του «Berlin chantiers» (Stock, Παρίσι, 2001) ήταν επίσης συνυπεύθυνη της έκθεσης «Berlin. L'effacement des traces» που παρουσιάστηκε πρόσφατα στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στο Hotel des Invalides στο Παρίσι.
(3) Μετά θάνατον απόφαση που εξέδιδε η ρωμαϊκή Σύγκλητος προκειμένου να σβήσει κάθε δημόσιο ίχνος ενός πολιτικού άνδρα.
(4) Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης.
(5) (ΣτΜ): Νεολογισμός-λογοπαίγνιο με τις γερμανικές λέξεις Ost (=Ανατολή) και «Nostalgie» (Νοσταλγία): νοσταλγία για την Ανατολή.
(6) Σύμφωνα με τη Ρενάτε Κόχερ, διευθύντρια του Ινστιτούτου Allensbach, Deutsche - Presse Agentur, 28 Σεπτεμβρίου 2009.
(7) «Η μαφία είναι εδώ», «Die Zeit», Αμβούργο, 13 Αυγούστου 2009.
(8) Η ταινία κέρδισε πρόσφατα το βραβείο καλύτερης ξένης συμμετοχής στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Μασσαλίας.
(9) Υπεύθυνος οικονομίας στο Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας.
(10) Σε ορισμένα ινστιτούτα, όπως τονίζει ο Χάιν, οι μόνοι που έχουν απομείνει από τη ΛΔΓ είναι το προσωπικό συντήρησης.
(11) Στην Treuhand Anstalt, δημόσιο ίδρυμα διαχείρισης, ανατέθηκε η επίβλεψη της μετάβασης ιδιοκτησίας μετά τη διάλυση της ΛΔΓ.
(12) Η πολιτική αστυνομία της ΛΔΓ.
(13) Κάτι που αποτελεί, εξάλλου, κραυγαλέο ψέμα. Τα έργα των Μαρξ και Ενγκελς εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας, τον Dietz Verlag.
(14) Αν θα έπρεπε να κάνουμε μια σύγκριση, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε το Palais de la Decouverte στο Παρίσι.
(15) Το κείμενο του καταλόγου της έκθεσης επαναλαμβάνεται στο τελευταίο δοκίμιο του Bernard Stiegler «Pour une nouvelle critique de l'economie politique», Galilee, Παρίσι, 2009.
(16) Πάντως, η φλόγα των Ανατολικογερμανών για τη δουλειά αρχίζει να σβήνει.
(17) «Ingo Schultze: les hommes politiques ne sont plus que des managers», Cicero, Βερολίνο, Μάιος 2009. (ΣτΜ): Στην Ελλάδα έχουν μεταφραστεί τα βιβλία του «Απλές ιστορίες/Ενα μυθιστόρημα από την ανατολικογερμανική επαρχία», «33 στιγμές ευτυχίας», «Καινούργιες ζωές», «Το κινητό», όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Δευτέρα 19 Απριλίου 2010
Οι τρεις καθοριστικές κόκκινες γραμμές
Ο Μαρκάρ Εσεγιάν, αρθρογράφος στην ανεξάρτητη ημερήσια εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης «Taraf» και στην αρμενική εβδομαδιαία εφημερίδα «Agos», εκφράζει τη χαρά του επειδή «έσπασε ένα ταμπού.
Στο εξής, μπορούμε, επιτέλους, να αναγνωρίζουμε το παρελθόν. Το ζήτημα της γενοκτονίας των Αρμενίων αποτελούσε μία από τις κόκκινες γραμμές, μαζί με το κουρδικό και το κυπριακό ζήτημα. Το ΑΚΡ (Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης) είχε το θάρρος να πλησιάσει, και μάλιστα να περάσει, αυτές τις κόκκινες γραμμές. Κατόρθωσε, μονομιάς, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της, και να την κάνει να ανοιχτεί στον κόσμο».
Ο Εσεγιάν είναι ένας από τους 50.000 Αρμένιους που έμειναν στην Τουρκία. Η οικογένειά του κατάγεται από το Σίβας της Ανατολίας. Ποια είναι η εκτίμησή του για τα δύο πρωτόκολλα που υπέγραψαν, στις 10 Οκτωβρίου του 2009, η Τουρκία και η Αρμενία, τα οποία προβλέπουν τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες και τις καλούν να ανοίξουν τα κοινά τους σύνορα; «Πολλοί Αρμένιοι της διασποράς δεν θεωρούν ότι το άνοιγμα με την Αρμενία αποτελεί μια πραγματική αλλαγή, βλέπουν μονάχα μια εκδήλωση πραγματισμού. Ομως, δεν έχουν την ίδια εμπειρία με εμάς. Ελπίζω ότι πρόκειται για μια αρχή και όχι για το τέλος». Βέβαια, εξακολουθεί να υφίσταται το ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ -η Αγκυρα επιθυμεί ν' αποσύρει το Ερεβάν τα στρατεύματα του από την περιοχή, καθώς και από τις υπόλοιπες ζώνες του Αζερμπαϊτζάν που έχει καταλάβει(1).
Αυτή η δυναμική στην εξωτερική πολιτική συνοδεύτηκε και από εξελίξεις στην εσωτερική πολιτική. Η δολοφονία, στις 19 Ιανουαρίου του 2007, του αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ, ο οποίος κατηγορούνταν -με βάση το διαβόητο άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα (όπως και ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ και πολλοί άλλοι Τούρκοι, άλλωστε)- ότι «προσέβαλε την τουρκική ταυτότητα», πυροδότησε εντονότατο δημόσιο διάλογο. Εκατό χιλιάδες άτομα παρέστησαν στην κηδεία του, ζητώντας την κατάργηση του άρθρου. «Αν και δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε για γενοκτονία ή να πούμε ότι σκοτώθηκαν ενάμισι εκατομμύριο άτομα, η ελευθερία λόγου διευρύνεται και αισθανόμαστε καλύτερα».
Οσον αφορά το Κυπριακό, στην Τουρκία υπάρχει η αίσθηση ότι η χώρα έπραξε ό,τι μπορούσε και δεν είναι υπεύθυνη για το πρόβλημα. Υστερα από χρόνια μπλοκαρίσματος και εσωτερικών διαφωνιών, η κυβέρνηση του ΑΚΡ υποστήριξε το ειρηνευτικό σχέδιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στις 24 Απριλίου του 2004, οι Τουρκοκύπριοι ψήφισαν «ΝΑΙ» (64,9%) στο δημοψήφισμα, με βάση το οποίο τα δύο συστατικά κράτη (οι Κύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι) θα προχωρούσαν σε ομοσπονδία και θα εντάσσονταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Κύπριοι ψήφισαν «ΟΧΙ» (75,83%) και, μία εβδομάδα αργότερα, η Κύπρος εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς το τμήμα υπό τουρκική κατοχή.
Η Τουρκία, η οποία αισθάνεται παραγκωνισμένη από τον Νικολά Σαρκοζί και την Αγκελα Μέρκελ, έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της για την επίλυση του Κυπριακού στον νεοεκλεγέντα έλληνα πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου. Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται δυσκολίες, οι οποίες επιδεινώνονται από την αδιαλλαξία ορισμένων τούρκων στρατιωτικών. Ο Γιαβούζ Μπαϊντάρ, αρθρογράφος στην εφημερίδα «Today's Zaman», χαρακτηρίζει τη νίκη του Παπανδρέου στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 ως «θετική εξέλιξη. Στο εξής, έχουμε δύο πλευρές που χαρακτηρίζονται από πραγματισμό· σε καθεμιά από αυτές υπάρχει ένας ισχυρός ηγέτης που διαθέτει σταθερή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Επιπλέον, διάκεινται ευνοϊκά ως προς την επίτευξη μιας λύσης. Η Τουρκία και η Ελλάδα, μαζί με τη Βρετανία (δεδομένου ότι είναι οι εγγυήτριες δυνάμεις στην Κύπρο), οφείλουν τώρα να κινηθούν από κοινού προς αυτήν την κατεύθυνση». Ομως, για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί και η Ευρωπαϊκή Ενωση, και ιδιαίτερα στις συνομιλίες που ξανάρχισαν τον Ιανουάριο.
Τέλος, υπάρχει το άνοιγμα προς το Ιράκ και τη βόρεια επαρχία του, το Κουρδιστάν. Ενισχύει την ασφάλεια και έχει θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε μια περιοχή, η οποία μέχρι πολύ πρόσφατα αποτελούσε πηγή αστάθειας για την Τουρκία και ορμητήριο για το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ). Ομως, η σημασία του συνίσταται κυρίως στις επιπτώσεις του στην εσωτερική σκηνή της χώρας. Η κυβέρνηση κατανόησε ότι όφειλε να εξουδετερώσει τις εντάσεις για να τερματιστεί η βία στο νοτιοανατολικό τμήμα της Τουρκίας που κατοικείται κυρίως από Κούρδους, αλλά και για να περιοριστεί ο ρόλος του στρατού.
(1) Το Ναγκόρνο Καραμπάχ, μια περιοχή στην οποία πλειοψηφούν οι Αρμένιοι, ήταν αυτόνομη επαρχία της Σοβιετικής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν. Η διάλυση της ΕΣΣΔ οδήγησε τους ηγέτες του στο να ζητήσουν την προσάρτησή του στην Αρμενία, γεγονός που πυροδότησε σφοδρές μάχες ανάμεσα στις δύο χώρες, από τις οποίες αναδείχθηκε νικήτρια η Αρμενία. Βλέπε Jean Gueyras, «Impossible troc entre Armenie et Azerbaidjan», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2001.
Διαβάστε ακόμα στο Διαδίκτυο (στα γαλλικά)
«Τα τουρκικά think tanks, παράγοντες αλλαγής»
www.monde-diplomatique.fr/2010/02/KRISTIANASEN/18786
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/4/2010
Στο εξής, μπορούμε, επιτέλους, να αναγνωρίζουμε το παρελθόν. Το ζήτημα της γενοκτονίας των Αρμενίων αποτελούσε μία από τις κόκκινες γραμμές, μαζί με το κουρδικό και το κυπριακό ζήτημα. Το ΑΚΡ (Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης) είχε το θάρρος να πλησιάσει, και μάλιστα να περάσει, αυτές τις κόκκινες γραμμές. Κατόρθωσε, μονομιάς, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της, και να την κάνει να ανοιχτεί στον κόσμο».
Ο Εσεγιάν είναι ένας από τους 50.000 Αρμένιους που έμειναν στην Τουρκία. Η οικογένειά του κατάγεται από το Σίβας της Ανατολίας. Ποια είναι η εκτίμησή του για τα δύο πρωτόκολλα που υπέγραψαν, στις 10 Οκτωβρίου του 2009, η Τουρκία και η Αρμενία, τα οποία προβλέπουν τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες και τις καλούν να ανοίξουν τα κοινά τους σύνορα; «Πολλοί Αρμένιοι της διασποράς δεν θεωρούν ότι το άνοιγμα με την Αρμενία αποτελεί μια πραγματική αλλαγή, βλέπουν μονάχα μια εκδήλωση πραγματισμού. Ομως, δεν έχουν την ίδια εμπειρία με εμάς. Ελπίζω ότι πρόκειται για μια αρχή και όχι για το τέλος». Βέβαια, εξακολουθεί να υφίσταται το ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ -η Αγκυρα επιθυμεί ν' αποσύρει το Ερεβάν τα στρατεύματα του από την περιοχή, καθώς και από τις υπόλοιπες ζώνες του Αζερμπαϊτζάν που έχει καταλάβει(1).
Αυτή η δυναμική στην εξωτερική πολιτική συνοδεύτηκε και από εξελίξεις στην εσωτερική πολιτική. Η δολοφονία, στις 19 Ιανουαρίου του 2007, του αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ, ο οποίος κατηγορούνταν -με βάση το διαβόητο άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα (όπως και ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ και πολλοί άλλοι Τούρκοι, άλλωστε)- ότι «προσέβαλε την τουρκική ταυτότητα», πυροδότησε εντονότατο δημόσιο διάλογο. Εκατό χιλιάδες άτομα παρέστησαν στην κηδεία του, ζητώντας την κατάργηση του άρθρου. «Αν και δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε για γενοκτονία ή να πούμε ότι σκοτώθηκαν ενάμισι εκατομμύριο άτομα, η ελευθερία λόγου διευρύνεται και αισθανόμαστε καλύτερα».
Οσον αφορά το Κυπριακό, στην Τουρκία υπάρχει η αίσθηση ότι η χώρα έπραξε ό,τι μπορούσε και δεν είναι υπεύθυνη για το πρόβλημα. Υστερα από χρόνια μπλοκαρίσματος και εσωτερικών διαφωνιών, η κυβέρνηση του ΑΚΡ υποστήριξε το ειρηνευτικό σχέδιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στις 24 Απριλίου του 2004, οι Τουρκοκύπριοι ψήφισαν «ΝΑΙ» (64,9%) στο δημοψήφισμα, με βάση το οποίο τα δύο συστατικά κράτη (οι Κύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι) θα προχωρούσαν σε ομοσπονδία και θα εντάσσονταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Κύπριοι ψήφισαν «ΟΧΙ» (75,83%) και, μία εβδομάδα αργότερα, η Κύπρος εντασσόταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς το τμήμα υπό τουρκική κατοχή.
Η Τουρκία, η οποία αισθάνεται παραγκωνισμένη από τον Νικολά Σαρκοζί και την Αγκελα Μέρκελ, έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της για την επίλυση του Κυπριακού στον νεοεκλεγέντα έλληνα πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου. Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται δυσκολίες, οι οποίες επιδεινώνονται από την αδιαλλαξία ορισμένων τούρκων στρατιωτικών. Ο Γιαβούζ Μπαϊντάρ, αρθρογράφος στην εφημερίδα «Today's Zaman», χαρακτηρίζει τη νίκη του Παπανδρέου στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 ως «θετική εξέλιξη. Στο εξής, έχουμε δύο πλευρές που χαρακτηρίζονται από πραγματισμό· σε καθεμιά από αυτές υπάρχει ένας ισχυρός ηγέτης που διαθέτει σταθερή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Επιπλέον, διάκεινται ευνοϊκά ως προς την επίτευξη μιας λύσης. Η Τουρκία και η Ελλάδα, μαζί με τη Βρετανία (δεδομένου ότι είναι οι εγγυήτριες δυνάμεις στην Κύπρο), οφείλουν τώρα να κινηθούν από κοινού προς αυτήν την κατεύθυνση». Ομως, για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί και η Ευρωπαϊκή Ενωση, και ιδιαίτερα στις συνομιλίες που ξανάρχισαν τον Ιανουάριο.
Τέλος, υπάρχει το άνοιγμα προς το Ιράκ και τη βόρεια επαρχία του, το Κουρδιστάν. Ενισχύει την ασφάλεια και έχει θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε μια περιοχή, η οποία μέχρι πολύ πρόσφατα αποτελούσε πηγή αστάθειας για την Τουρκία και ορμητήριο για το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ). Ομως, η σημασία του συνίσταται κυρίως στις επιπτώσεις του στην εσωτερική σκηνή της χώρας. Η κυβέρνηση κατανόησε ότι όφειλε να εξουδετερώσει τις εντάσεις για να τερματιστεί η βία στο νοτιοανατολικό τμήμα της Τουρκίας που κατοικείται κυρίως από Κούρδους, αλλά και για να περιοριστεί ο ρόλος του στρατού.
(1) Το Ναγκόρνο Καραμπάχ, μια περιοχή στην οποία πλειοψηφούν οι Αρμένιοι, ήταν αυτόνομη επαρχία της Σοβιετικής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν. Η διάλυση της ΕΣΣΔ οδήγησε τους ηγέτες του στο να ζητήσουν την προσάρτησή του στην Αρμενία, γεγονός που πυροδότησε σφοδρές μάχες ανάμεσα στις δύο χώρες, από τις οποίες αναδείχθηκε νικήτρια η Αρμενία. Βλέπε Jean Gueyras, «Impossible troc entre Armenie et Azerbaidjan», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2001.
Διαβάστε ακόμα στο Διαδίκτυο (στα γαλλικά)
«Τα τουρκικά think tanks, παράγοντες αλλαγής»
www.monde-diplomatique.fr/2010/02/KRISTIANASEN/18786
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/4/2010
Ο κόσμος από τη σκοπιά της Τουρκίας
Οι διπλωματικές ισορροπίες της Αγκυρας
Της ειδικής WENDY KRISTIANASEN
Στις 21 Ιανουαρίου, το τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο ανήγγειλε την ακύρωση ενός νόμου ο οποίος περιορίζει τη δικαιοδοσία των στρατοδικείων. Αυτή η απόφαση, όπως εξάλλου και η απαγόρευση του σημαντικότερου κουρδικού κόμματος, επιβεβαιώνει την ύπαρξη εντάσεων οι οποίες συνδέονται με τις απόπειρες εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής. Αντίθετα, στην Αγκυρα έχει αρχίσει να καλλιεργείται κλίμα συναίνεσης για την εξωτερική πολιτική της χώρας.
«Πρόκειται, προπάντων, για ζήτημα οπτικής», διαβεβαιώνει ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου. Κι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα δεν είναι καθόλου στενόμυαλος: επιθυμεί την εδραίωση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή και θεωρεί ότι η χώρα του -η οποία είναι ταυτόχρονα μέλος του G20 και του ΝΑΤΟ- διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να συμβάλει σε αυτή την εξέλιξη. Ο Νταβούτογλου είναι ο αρχιτέκτονας της νέας πολιτικής της Αγκυρας, η οποία στηρίζεται στην αρχή «μηδέν προβλήματα με τις γειτονικές χώρες» και στη «soft power», την εξουσία που στηρίζεται στην πειθώ και τη διαπραγμάτευση. Υπήρξε ο σημαντικότερος σύμβουλος του τούρκου πρωθυπουργού για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής μετά την εντυπωσιακή νίκη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στις βουλευτικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2002, ενώ, από τον Μάιο του 2009, έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της υλοποίησης της συγκεκριμένης πολιτικής.
Ο «διαμεσολαβητής»
Οπως δηλώνει ο Νταβούτογλου, «είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τον ρόλο του διαμεσολαβητή σε διάφορες συγκρούσεις, χάρη στις στέρεες σχέσεις που έχουμε οικοδομήσει με τις ποικίλες εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες, κυρίως τις τουρκόφωνες (στα Βαλκάνια, τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή)». Ομως, οι φιλοδοξίες του δεν σταματούν εδώ: «Εχουμε μια αντίληψη για την ασφάλεια όλων και για την ειρήνη, η οποία προϋποθέτει ταυτόχρονα έναν διάλογο υψηλού επιπέδου σε πολιτικό επίπεδο, μια αλληλεξάρτηση στο οικονομικό επίπεδο, αλλά και το να λαμβάνεται υπόψη η πολιτισμική ποικιλομορφία». Ο Νταβούτογλου δεν είναι πολιτικάντης: είναι ένας πανεπιστημιακός ο οποίος δεν έχει εκλεγεί ποτέ σε κανένα αιρετό αξίωμα. Μάλιστα, δεν περιορίστηκε στην εκπόνηση μιας καινοτόμου εξωτερικής πολιτικής για την Τουρκία, αλλά ανέλαβε και την εφαρμογή της.
Παρουσιάζει δε τον κατάλογο των επιτευγμάτων του: «61 συμφωνίες που έχουν υπογραφεί με τη Συρία· 48 με το Ιράκ· άρση της υποχρέωσης έκδοσης βίζας για τους πολίτες οκτώ γειτονικών χωρών· επίλυση του προβλήματος της προεδρίας του Λιβάνου μαζί με τη Συρία· υπογραφή δύο πρωτοκόλλων με την Αρμενία». Σε αυτά προστίθενται οι απόπειρες διαμεσολάβησης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, καθώς και η διεξαγωγή των έμμεσων συνομιλιών μεταξύ Συρίας και Ισραήλ, την περίοδο 2007-2008. Πιστεύει, μάλιστα, πως «βρεθήκαμε πολύ κοντά, όχι σε μια ειρηνευτική συμφωνία, αλλά σε μια συμφωνία που θα επέτρεπε την έναρξη άμεσων διαπραγματεύσεων. Ομως, η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα, τον Δεκέμβριο του 2008, ακύρωσε ό,τι είχαμε πετύχει. Η Γάζα δεν συγκαταλεγόταν στα ζητήματα που συζητούνταν, ωστόσο η επίθεση είχε αρνητικές συνέπειες. Για να είναι αποτελεσματική μια διαμεσολάβηση, πρέπει να υπάρχει βούληση για την επίτευξη ειρήνης. Οταν το Ισραήλ θα έχει αυτή τη βούληση, θα είμαστε έτοιμοι να το ακούσουμε».
Τούρκοι από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα συμφωνούν και αναγνωρίζουν στις πρωτοβουλίες του υπουργού τους μια συνοχή η οποία έχει ως κίνητρα τόσο τις οικονομικές φιλοδοξίες και την επιθυμία για μεγιστοποίηση της ασφάλειας της χώρας όσο και μια ξεκάθαρη άποψη για το ποια πρέπει να είναι η θέση της Τουρκίας στην παγκόσμια σκηνή. Αυτή η πολιτική κάνει την εμφάνισή της σε μια κρίσιμη στιγμή: η εξουσία στέλνει το στρατό πίσω στα στρατόπεδά του, ενώ, παράλληλα, αποκαλύπτονται τα σκοτεινά μυστικά που κρύβει το «βαθύ κράτος»(1). Ανοίγει το δρόμο για τον εκδημοκρατισμό των δομών, στηρίζει την ανάδυση νέων ελίτ και την αυξανόμενη παρουσία μιας ιδιαίτερα ενεργής μεσαίας τάξης.
Οπως επισημαίνει ο Ιχσάν Μπαλ, καθηγητής στην Αστυνομική Ακαδημία, «υπάρχει μια νέα δυναμική που τροφοδοτείται από το λαό, αλλά η Δύση δεν την καταλαβαίνει. Εκανε την εμφάνισή της το 2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλησαν να χρησιμοποιήσουν την Τουρκία ως βάση για την κατάληψη του Ιράκ. Αυτός που είπε "όχι" ήταν ο λαός, οι βουλευτές και το εκλογικό σώμα που τους ψήφισε».
Ανοιγμα στη Μ. Ανατολή
Θα περίμενε κανείς ότι ο πληθυσμός θα ανησυχούσε κατά κύριο λόγο για την παγκόσμια οικονομική κρίση και την ανεργία, η οποία έχει φτάσει στο 15%, και σίγουρα το 30% στους νέους. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι ανησυχεί κυρίως για τη Γάζα. Πριν από έναν χρόνο, πέντε χιλιάδες άτομα υποδέχτηκαν, κραδαίνοντας σημαίες, τον πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επέστρεφε από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Την 29η Ιανουαρίου του 2009, ο Ερντογάν είχε εγκαταλείψει μια τηλεοπτική συζήτηση με τον ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες, φωνάζοντάς του: «Αυτή τη στιγμή σκοτώνετε ανθρώπους». Ο παρουσιαστής της εκπομπής δεν του είχε επιτρέψει να αντικρούσει τις που πρόβαλε ο Πέρες για τον πόλεμο ενάντια που είχε εξαπολύσει στη Γάζα έναν μήνα νωρίτερα(2). Οι Τούρκοι ενδιαφέρονται πολύ για την Παλαιστίνη. Εκτιμούν, επίσης, την ειλικρίνεια των αισθημάτων του Ερντογάν, τον χαρισματικό χαρακτήρα του, την ταπεινή καταγωγή του και την έντονη παρουσία της οικογένειάς του.
Ορισμένοι παρατηρητές επισήμαναν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δυσαρεστήθηκαν από το επεισόδιο ανάμεσα στον Σιμόν Πέρες και τον τούρκο πρωθυπουργό, δεδομένου ότι μετέτρεψε τον τελευταίο σε ήρωα για τον αραβικό και τον μουσουλμανικό κόσμο. Βέβαια, θα προτιμούσαν να δουν την Τουρκία να εκφράζει τη συμπάθειά της και για τη Φατάχ και όχι μονάχα για τη Χαμάς, έτσι ώστε να υπάρξει αναθέρμανση της «ειρηνευτικής διαδικασίας». Ορισμένοι πιστεύουν ότι η υποστήριξη του Ερντογάν στην κυβέρνηση της Χαμάς -η οποία εύκολα διαφαίνεται μέσα από την πρόσκληση προς τον αρχηγό της, Χαλέντ Μεσάαλ, να επισκεφθεί την Αγκυρα- θα αποφέρει και κάποια κέρδη, για παράδειγμα την απελευθέρωση του ισραηλινού στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε στις 25 Ιουνίου του 2006 και κρατείται έκτοτε στη Λωρίδα της Γάζας.
Η άνοδος στην εξουσία του ΑΚΡ, το 2002, δεν εμπόδισε τη διατήρηση στενών σχέσεων με το Ισραήλ, όπως αποδείχθηκε, άλλωστε, και από τις προσπάθειες διαμεσολάβησης με τη Συρία. Ομως, το κλίμα άλλαξε με την ισραηλινή επέμβαση στη Γάζα, το 2008, εξαιτίας της οποίας, μάλιστα, ματαιώθηκαν τα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια που είχαν προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο του 2009. Τον δε Ιανουάριο του 2010, η Τουρκία αντέδρασε σφοδρότατα στην «ταπεινωτική» μεταχείριση που επεφύλαξε ο ισραηλινός αναπληρωτής υπουργός, Ντανί Αγιαλόν, στον πρεσβευτή της στο Ισραήλ(3). Απείλησε να ανακαλέσει τον διπλωμάτη της και απαίτησε συγνώμη, την οποία και πέτυχε.
Να σηματοδοτούν, άραγε, όλα αυτά μια ριζική αλλαγή στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες; Η Μελίχα Αλτουνιζίκ, καθηγήτρια στο Middle East Technical University της Αγκυρας, εξηγεί ότι, μετά τον πόλεμο στη Γάζα, «κάθε κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να αλλάξει την πολιτική της και να ασκήσει κριτική στο Ισραήλ, το οποίο, εξάλλου, οδηγείται σε ολοένα μεγαλύτερη απομόνωση, εξαιτίας της στάσης των κυβερνώντων τη χώρα. Με τον Ομπάμα στην εξουσία, η στρατηγική θέση του βρίσκεται σε παρακμή». Πολλοί Τούρκοι υπογραμμίζουν, επίσης, ότι η χώρα τους έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για το Ισραήλ, ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο. Θεωρούν δε πιθανό ότι, εάν υπάρξουν συνέπειες, θα πρόκειται απλά για μια υποβάθμιση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς δεν επιθυμούν τη διακοπή των σχέσεων με το Ισραήλ· εξάλλου, ούτε και οι υπόλοιποι Αραβες επιθυμούν κάτι τέτοιο.
Οπως παρατηρεί η Αλτουνιζίκ, «οι υπεύθυνοι της περιοχής στρέφονται προς την Τουρκία και την παρακινούν να διαδραματίσει έναν εποικοδομητικό ρόλο. Το κλειδί είναι η οικονομία, όμως σημαντικό ρόλο παίζει και η προσωπικότητα του Ερντογάν. Στο κέντρο της Δαμασκού συνάντησα γυναίκες που για χάρη του μαθαίνουν τουρκικά! Ολα άρχισαν το 2003, όταν η Αγκυρα αντιτάχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αρνήθηκε να τις αφήσει να χρησιμοποιήσουν τη χώρα ως βάση για τον πόλεμο στο Ιράκ. Κυριάρχησε η εντύπωση ότι, σε αντίθεση με από τους άλλους ηγέτες της περιοχής, ο Ερντογάν είχε κατορθώσει να κάνει κάτι.
Οι δύο πόλοι
»Αντίθετα, βλέπουμε ξεκάθαρα τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στην Αγκυρα και την Τεχεράνη: με την ανοιχτή υποστήριξή της στη Γάζα, την εμπλοκή της στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Συρία και στο Ισραήλ και τη συμβολή της στην επίλυση της κρίσης που προκάλεσε η ανάδειξη προέδρου στον Λίβανο, η Τουρκία προσπάθησε να κερδίσει τις εντυπώσεις και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Ιράν. Η Αγκυρα αποκομίζει πολλαπλά πλεονεκτήματα από την επιθυμία της να επιλυθούν τα προβλήματα μέσα από τη συνεργασία: την ανάπτυξη των σχέσεών της με τις αραβικές χώρες και το Ιράν, οικονομικά οφέλη, αλλά και την εξασφάλιση της σταθερότητας σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Για την Τουρκία, πρόκειται για μια στρατηγική από την οποία, μακροπρόθεσμα, θα βγουν όλοι κερδισμένοι».
Ουσιαστικά, το μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής που διαιρεί τους Τούρκους είναι το Ιράν. Για τον Γιαβούζ Μπαϊντάρ, πολιτικό σχολιαστή της «Today's Zaman», μιας αγγλόφωνης ημερήσιας εφημερίδας που πρόσκειται στην κυβέρνηση, δεν πρέπει να ανησυχούμε για όσα συμβαίνουν ανάμεσα στον Ερντογάν και τον πρόεδρο Μαχμούντ Αχμαντινεζάντ: «Και οι δύο έχουν λαϊκή καταγωγή και φέρονται σαν συνηθισμένοι άνθρωποι, αν και καθένας τους τρέφει δυσπιστία για τον άλλο». Για ορισμένους, οι απόπειρες διαμεσολάβησης στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αφελείς, ενώ στη χειρότερη επικίνδυνες. Οι αποκλίσεις στις εκτιμήσεις αντανακλούν τις δυσκολίες που υπάρχουν στο να κατανοηθούν οι φιλοδοξίες της Τεχεράνης, καθώς επίσης και το φόβο μήπως πυροδοτηθεί μια εκρηκτική κατάσταση σε μια περιοχή που γειτονεύει με την Τουρκία.
Από τις αραβικές χώρες, εκείνη που κάνει τους Τούρκους να ονειρεύονται είναι η Συρία. Στην πανεπιστημιούπολη, οι καθηγητές μιλάνε για το ταξίδι τους στη Δαμασκό. Αν αναλογιστεί κανείς τις, για μεγάλο χρονικό διάστημα, κακές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις δύο χώρες -με τους Σύριους να υποστηρίζουν το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) τη δεκαετία του 1980, τις διεκδικήσεις της Δαμασκού στο Χατάι (Αλεξανδρέτα)(4) ή ακόμα το ζήτημα της μοιρασιάς των υδάτινων αποθεμάτων- η σημερινή εξέλιξη μπορεί να θεωρηθεί ένα πραγματικό θαύμα.
Οσον αφορά τη Βαγδάτη, το ενδιαφέρον για τις οικονομικές και τις κοινωνικές σχέσεις, όπως επίσης και οι προσπάθειες της Τουρκίας να πείσουν τις ομάδες των σουνιτών να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έχουν ως αποτέλεσμα να επικρατεί μια σχετική ηρεμία στην τουρκοϊρακινή μεθόριο, ενώ έχει γίνει απόλυτα σαφές ότι δεν πρόκειται να επαναληφθούν στο εξής ενέργειες όπως η τουρκική επίθεση που πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Βόρειο Ιράκ εναντίον των ανταρτών του ΡΚΚ. Ομως, η Τουρκία αναπτύσσει τις σχέσεις της και με χώρες της Αφρικής, κυρίως με τη Λιβύη και το Σουδάν. Βέβαια, ο τούρκος πρωθυπουργός διέπραξε πρόσφατα μια «γκάφα» απέναντι στο Σουδάν: Στις 9 Νοεμβρίου του 2009, δήλωσε ότι τα εγκλήματα πολέμου των Ισραηλινών ήταν χειρότερα κι από εκείνα για τα οποία κατηγορείται ο πρόεδρος Ομάρ Αλ Μπασίρ από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο(5). Τέλος, η παρουσία 1.700 τούρκων στρατιωτών στο Αφγανιστάν, στους οποίους ανατίθενται «μη μαχητικές αποστολές», συμβάλλει στη δημιουργία μιας θετικής εικόνας για την Αγκυρα σε ολόκληρη την περιοχή.
Ομως, η Τουρκία δεν έχει στραμμένο το βλέμμα της μονάχα στον μουσουλμανικό κόσμο. Στρέφει, επίσης, το ενδιαφέρον της προς τη Ρωσία, τη Σερβία, τη Γεωργία, ακόμα και την Αρμενία. Με την τελευταία, στις 10 Οκτωβρίου του 2009, υπογράφηκαν δύο πρωτόκολλα για την έναρξη διπλωματικών σχέσεων και για το άνοιγμα των συνόρων. Τέλος, όσον αφορά το ακανθώδες ζήτημα της Κύπρου, αρχίζει να διαφαίνεται η ελπίδα ότι, με τον έλληνα πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου, είναι δυνατόν να υπάρξει πρόοδος σε κάποια σημεία.
Σε νέα γραμμή
Αντανακλά, άραγε, η νέα γραμμή της τουρκικής διπλωματίας και οι φιλοδοξίες της να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Ανατολή και τον Νότο, την αναγέννηση μιας «οθωμανικής αποστολής»(6), όπως αφήνουν να εννοηθεί κάποια διάσπαρτα άρθρα του δυτικού τύπου; Η έννοια δεν εμφανίζεται ούτε στο λεξιλόγιο, ούτε στην προβληματική των ηγετών και του λαού της Τουρκίας. Για τον Τεμέλ Ισκίτ, πρώην διπλωμάτη, που υπήρξε, τη δεκαετία του 1980, ο πρώτος γενικός διευθυντής του υπουργείου Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, οι κατηγορίες περί «νεο-οθωμανισμού» αποσκοπούν στη δημιουργία της εντύπωσης ότι «η Τουρκία εξισλαμίζεται και δεν επιμένει πλέον να ενταχθεί στην Ευρώπη». Κατά τη γνώμη του, είναι αδικαιολόγητες και «προέρχονται από τις πρωτεύουσες που απορρίπτουν την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς και από τον φιλοϊσραηλινό αμερικανικό τύπο».
Στο παρελθόν, ο Ισκίτ ήταν ένας από τους συμπαθούντες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Λαού (CHP), κεντροαριστερού κινήματος της κοσμικής αντιπολίτευσης, το οποίο κατάγεται από το κόμμα που είχε ιδρύσει ο «Πατέρας της Ανεξαρτησίας», Μουσταφά Κεμάλ, ο επονομαζόμενος Ατατούρκ, και το οποίο είχε επιβάλει στη χώρα μονοκομματικό καθεστώς. Οπως και πολλοί άλλοι, έχασε την εμπιστοσύνη του, τόσο στη γραμμή του κόμματος, όσο και στον ηγέτη του, Ντενίζ Μπαϊκάλ. «Επειτα από μια ολόκληρη ζωή που πέρασα υπερασπιζόμενος όσα ζητήματα αποτελούσαν ταμπού για τη χώρα (την Αρμενία, την Κύπρο, τους Κούρδους), αναθεώρησα τις απόψεις μου και αποφάσισα να εκφραστώ». Σήμερα, αρθρογραφεί στην «Taraf», μια ανεξάρτητη ημερήσια εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης(7).
Αποτελεί, μήπως, η νέα στάση της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή μια αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού; Ο Ισκίτ θεωρεί ότι «η Τουρκία κατείχε ανέκαθεν μια κομβική γεωπολιτική θέση. Ομως, εξαιτίας του ''νεαρού'' της ηλικίας της, καθώς και του αγώνα της για την ανεξαρτησία την επομένη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, αλλά και στη συνέχεια εξαιτίας του ψυχρού πολέμου, η χώρα μας βρισκόταν διαρκώς σε αμυντική θέση. Αυτό που άλλαξε ήταν το γεγονός ότι άρχισε να εκδημοκρατίζεται χάρη στα κριτήρια της Κοπεγχάγης(8), τα οποία υιοθετήθηκαν πριν από την άνοδο του ΑΚΡ στην εξουσία, ενώ, κατόπιν, ο στρατός συναίνεσε στο να σταματήσει κάθε ανάμειξή του στην πολιτική ζωή της χώρας. Αυτός ο εκδημοκρατισμός οδήγησε σε μια νέα νοοτροπία συνεργασίας και διαπραγμάτευσης».
Κοινή γλώσσα
Ο Καντρί Γκιουρσέλ, αρθρογράφος τη ημερήσιας εφημερίδας «Milliyet», η οποία υπεραμύνεται του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους, αλλά και δημοφιλής τηλεοπτικός σχολιαστής, δηλώνει ότι «ο σημερινός προσανατολισμός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής θα είχε υιοθετηθεί από οποιαδήποτε κυβέρνηση». Και προσθέτει: «Τα ατού μας στην εξωτερική πολιτική πολλαπλασιάστηκαν από την καλπάζουσα οικονομική ανάπτυξη της διετίας 2002-2003, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και από την επίλυση ενός μείζονος προβλήματος ασφαλείας με τη σύλληψη του Αμπντουλάχ Οτζαλάν(9). Γινόμαστε μάρτυρες της φυσικής προσαρμογής της Τουρκίας στην πραγματικότητα της μεταψυχροπολεμικής εποχής και της παγκοσμιοποίησης, οι οποίες δημιούργησαν μια νέα δυναμική. Ομως, ένα κοσμικό κόμμα δεν θα είχε κατορθώσει να επωφεληθεί τόσο πολύ από την κατάσταση, ενώ το ΑΚΡ αισθάνεται εξαιρετικά άνετα στη Μέση Ανατολή, κυρίως με τους Σουνίτες». Ωστόσο, κατά τη γνώμη του, παρά το γεγονός ότι, για παράδειγμα, αρκετοί υπουργοί και σύμβουλοι μιλούν την αραβική γλώσσα, δεν υπάρχει «αραβικός άξονας», ούτε και αλλαγή στις συμμαχίες.
Θεωρεί δε ότι η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας εξηγεί πολλά. «Είναι καταδικασμένη σε μια σταυροφορία η οποία θα στηρίζεται στις εξαγωγές, δεδομένου ότι δεν υπάρχει δομή εσωτερικής αποταμίευσης. Συνεπώς, οφείλει να βρει νέες αγορές, κυρίως στη Μέση Ανατολή. Σε γενικές γραμμές, αυτό λειτούργησε καλά: Τα μέλη της κυβέρνησης διαχειρίζονται σωστά την οικονομία και γνωρίζουν καλά ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του εμπορίου. Εχουν, βέβαια, την τάση να κατευθύνουν όλα τα κέρδη στους δικούς τους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο, βοηθούν την κοινωνική βάση του ΑΚΡ στην Ανατολία να δημιουργήσει μια νέα μεσαία τάξη, πράγμα που αποτελεί μία από τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας σταθερής δημοκρατίας».
Οσο για τον Σολί Οζέλ, καθηγητή διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Bilgi της Κωνσταντινούπολης, θεωρεί ότι η Δύση δυσκολεύεται να αποδεχθεί μια Τουρκία η οποία θα αποφασίζει η ίδια για τις προτεραιότητές της. Το ΑΚΡ, το οποίο διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιθυμεί τη σταθερότητα και τη δημιουργία μιας ζώνης ευημερίας και ασφάλειας στην περιοχή, αντίθετα από τις επιδιώξεις του Ισραήλ και του Ιράν. Ο Οζέλ, ο οποίος υπογραμμίζει ότι υπάρχει συνέχεια στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, επισημαίνει, ωστόσο, ότι «το ΑΚΡ έδωσε μια θεωρητική υπόσταση σε όλα αυτά τα ζητήματα, με καλύτερο τρόπο απ' ό,τι οι υπόλοιποι».
«Το ζήτημα του "δυτικού" χαρακτήρα της Τουρκίας αφορά λιγότερο τον στρατηγικό προσανατολισμό της και περισσότερο το εάν θα γίνει μια πραγματική δυτική χώρα. Εάν η Ευρωπαϊκή Ενωση αρνηθεί να βοηθήσει επειδή δεν κατανοεί σωστά τις κινήσεις της Τουρκίας -οι οποίες, ωστόσο, συμβαδίζουν με τα συμφέροντα της Δύσης- το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών σχέσεών μας θα διεξάγεται μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, θα επιμείνει, άραγε, η Ουάσιγκτον να γίνει η Τουρκία μια πραγματικά δυτική και δημοκρατική χώρα; Οταν οι ΗΠΑ αρχίσουν να παρακινούν την Ε.Ε. να κάνει προόδους στο ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας, θα είναι η απόδειξη ότι όντως φτάσαμε στο εν λόγω σημείο».
Ελπίδες στον Ομπάμα
Η Αγκυρα ελπίζει ότι ο Ομπάμα θα τα καταφέρει καλύτερα από τον Τζορτζ Μπους. Ο Γιασμίν Κονγκάρ, αρχισυντάκτης της «Taraf» και ειδικός στα ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, εξηγεί ότι «ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα διαφέρει. Επιπλέον, έχει και ορισμένα ατού: την καταγωγή του, την πολυπολιτισμική παιδεία του και τις γνώσεις του για τον μουσουλμανικό κόσμο. Οι Τούρκοι δεν ξεχνούν ότι ονομάζεται Χουσεΐν». Ο λόγος του στο Κάιρο, τον Μάιο του 2009, υπέρ ενός διαλόγου με το Ισλάμ και του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων, απηχεί τις ανησυχίες και της Αγκυρας. Εντούτοις, η αποτυχία του να αποσπάσει από το Ισραήλ την ολοκληρωτική διακοπή του εποικισμού στην Παλαιστίνη και η απόφασή του να στείλει επιπλέον στρατεύματα στο Αφγανιστάν, έχουν απογοητεύσει. Συνεπώς, αν ο Λευκός Οίκος θέλει να διαλύσει τη δυσπιστία της τουρκικής γνώμης, πρέπει να στείλει ξεκάθαρα μηνύματα για το παλαιστινιακό ζήτημα.
Η πικρία για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι υπαρκτή και κάνει την εμφάνισή της σε κάθε συζήτηση για την εξωτερική πολιτική. Οι κατηγορίες που απευθύνονται στην κυβέρνηση -ότι, δηλαδή, δεν επιδίωξε την ένταξη στην Ενωση με αρκετό ενθουσιασμό- δεν έχουν πια κανένα βάρος, από τη στιγμή που ο Νικολά Σαρκοζί και η Αγκελα Μέρκελ τάχθηκαν υπέρ του «Οχι». Η ιδέα ότι -με το ενισχυμένο κύρος της στην περιοχή και κυρίως στη Μέση Ανατολή- η χώρα θα είναι σε θέση να προσφέρει περισσότερα στην Ενωση, γίνεται ευκολότερα αποδεκτή. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη πως, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία δεν θα προσκληθεί να ενταχθεί στην Ε.Ε., ο ρόλος της στη διεθνή σκηνή θα διευρυνθεί.
Ο Ζαφάρ Γιαβάν, γενικός γραμματέας του Συνδέσμου των Βιομηχάνων και των Επιχειρηματιών της Τουρκίας (TUSIAD), που ελέγχεται παραδοσιακά από τις παλιές κοσμικές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης, εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, επειδή «η κυβέρνηση δεν κινήθηκε αρκετά γρήγορα στο ζήτημα της Ε.Ε., ιδιαίτερα όσον αφορά τις δημόσιες προμήθειες και τα υπόλοιπα οικονομικά ζητήματα, γεγονός που δημιούργησε αμφιβολίες για την αφοσίωσή της σε αυτήν την προοπτική». Ωστόσο, μετριάζει αμέσως αυτές τις κατηγορίες υπογραμμίζοντας ότι «για την επιβράδυνση της διαδικασίας σύγκλισης ευθύνεται περισσότερο ο Σαρκοζί και λιγότερο η Τουρκία. Είτε με αυτήν την κυβέρνηση είτε χωρίς αυτήν, η Τουρκία θα προοδεύσει, γιατί οι προσπάθειες για τον εκδημοκρατισμό της χώρας που επιχειρήθηκαν από το ΑΚΡ θα συνεχιστούν- είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να αναστραφεί. Ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων και η επιμονή με την οποία προωθήθηκαν δεν μπορούν να συγκριθούν, σε καμία περίπτωση, με τις ενέργειες των προηγούμενων κυβερνήσεων».
Η Αϊσά Τσελικέλ, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης του CHP, έχει κάθε λόγο να αντιτίθεται στην κυβέρνηση του ΑΚΡ, ιδιαίτερα επειδή διευθύνει μια οργάνωση (Cagdas Yasam Dernegi) που προσφέρει ουδετερόθρησκη εκπαίδευση σε νεαρές κοπέλες. Ο φορέας βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με «τις πιέσεις που του ασκεί η εξουσία. Δεκατέσσερις υπάλληλοι της οργάνωσης συνελήφθησαν από την αστυνομία χωρίς να τους έχει γνωστοποιηθεί η κατηγορία που τους βαρύνει». Μας παρουσιάζεται ως «κεμαλίστρια, αλλά ανοιχτόμυαλη» και αναγνωρίζει ότι «με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, η κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε ένα εξισορροπιστικό εγχείρημα, με ανοίγματα προς την Ανατολή και τον Νότο». Ωστόσο, διευκρινίζει: «Οσο η κυβέρνηση δεν απομακρύνεται περισσότερο από την Ευρώπη ή δεν προσεγγίζει περισσότερο το Ιράν, εγώ είμαι σύμφωνη».
Και ποια είναι άραγε η γνώμη του Αρμαγκάν Κούλογλου, απόστρατου στρατηγού και ενός από τα σημαντικότερα μέλη του νεοσύστατου Κέντρου Στρατηγικών Μελετών για τη Μέση Ανατολή; Αυτοχαρακτηρίζεται ως «Ataturkcu» («πιστός στον Ατατούρκ»), αλλά όχι «κεμαλιστής», εννοώντας «υπεράσπιση του τουρκικού έθνους σε εθνοτική βάση». Σίγουρα θέλει να ασκήσει κριτική σε ορισμένα ζητήματα; Φυσικά, υπερασπίζεται τα παλιά δόγματα: «Η Βόρεια Κύπρος πρέπει να αναγνωριστεί ως κράτος· δεν υφίσταται κουρδικό πρόβλημα· η Αρμενία οφείλει να σταματήσει να υποστηρίζει ότι υπήρξε γενοκτονία...» Αλλά, ακόμα κι αυτός εκτιμά ότι «δεν παρατηρείται καμία αλλαγή προσανατολισμού στις συμμαχίες, ούτε και ανατροπή τους. Απλούστατα, η κυβέρνηση επιδιώκει να αναπτύξει καλές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, και είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο », χάρη στην εξέλιξη της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν. Δεν ασκεί καν κριτική στην κυβερνητική πολιτική πάνω στο ζήτημα της Ε.Ε., «εκτός από τις περιπτώσεις όπου κάνει παραχωρήσεις». Κι όπως εξηγεί, «θα ήταν ευχής έργο να μην ενταχθεί η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, επειδή αυτό θα σήμαινε ότι παραχωρούμε ένα μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας. Και, δεδομένου ότι δεν είμαστε ούτε Ολλανδία ούτε Ιταλία, η παραχώρηση θα είχε επιπτώσεις στην ασφάλειά μας». Αν και υπερασπίζεται τον παραδοσιακό ρόλο που διαδραμάτιζε ο στρατός παρεμβαίνοντας στην πολιτική, ο Κούλογλου συμφωνεί ότι ο στρατός χάνει την επιρροή του και ότι στο εσωτερικό του υπάρχουν «ορισμένες φιλόδοξες συμπεριφορές, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από την υπόθεση Εργκένεκον».
Κίνηση ζογκλέρ
Πολλοί Τούρκοι φοβούνται ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ μοιάζει με ζογκλέρ που παίζει με υπερβολικά πολλές μπάλες και, συνεπώς, στο τέλος, μερικές από αυτές θα πέσουν κάτω. Ορισμένοι δεν συμφωνούν με την ιδέα περί «μηδενικών προβλημάτων με τις γειτονικές χώρες» και «εγκατάλειψης του μαστίγιου», με άλλα λόγια, με την επίλυση των συγκρούσεων δια της πειθούς και των οικονομικών πλεονεκτημάτων. Κι αν το καρότο δεν λειτουργεί χωρίς το μαστίγιο; Κι αν η Τουρκία κινδυνεύσει επειδή υπερεκτίμησε τη δυναμική «soft power» που διαθέτει;
Με τον τρόπο της, η Αλτουνιζίκ δίνει μια απάντηση σε αυτούς τους φόβους: «Το ερώτημα είναι ακόμα πρόωρο. Κι ύστερα, δεν λαμβάνει υπόψη το ουσιώδες: Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η εξωτερική πολιτική είναι εξίσου σημαντικός με τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται τελικά. Η Τουρκία θεωρούνταν από όλους τους γείτονές της περιφερειακή δύναμη. Σήμερα, δεν μπορεί κανείς να συζητήσει για το μέλλον πολλών περιοχών του κόσμου χωρίς να αναφερθεί σε αυτήν».
(1) Η υπόθεση Εργκένεκον έφερε στο φως της δημοσιότητας μια συνωμοσία των στρατιωτικών που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση του ΑΚΡ. Ενας από τους κυριότερους επιδιωκόμενους στόχους ήταν η δολοφονία του αναπληρωτή πρωθυπουργού Μπουλέντ Αρίνκ. Οι έρευνες που διεξήχθησαν επέτρεψαν να πέσει φως στις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση του αντάρτικου που διεξήχθησαν στο Τουρκικό Κουρδιστάν και απειλούν να αποκαλύψουν τις δραστηριότητες αυτού που οι Τούρκοι αποκαλούν «βαθύ κράτος»: Πρόκειται για μια συμμαχία στρατιωτικών και μαφιόζων, η οποία κατηγορείται ότι κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο. Βλέπε, για παράδειγμα, «State's dirty laundry might come out with "cosmic room" search», «Sunday's Zaman», Κωνσταντινούπολη, 3 Ιανουαρίου 2010.
(2) Μπορεί να δει κανείς τα βίντεο στο http://www.youtube.com/watch?v=OrbQsHkVQ_4.
(3) Ο πρεσβευτής αναγκάστηκε να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε έναν διάδρομο. Στη συνέχεια, ενώπιον των δημοσιογράφων, ο Αγιαλόν αρνήθηκε να του σφίξει το χέρι και τον ανάγκασε να καθίσει σε ένα κάθισμα χαμηλότερο από το δικό του. Στο γραφείο του υπήρχε μονάχα η ισραηλινή σημαία. Ο αναπληρωτής υπουργός κατηγορούσε την Τουρκία για τη μετάδοση από ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό μιας τηλεταινίας η οποία θεωρήθηκε αντισημιτική, καθώς επίσης και για την κριτική που άσκησε ξανά στο Ισραήλ ο πρωθυπουργός Ερντογάν έπειτα από μια ισραηλινή επιδρομή στη Λωρίδα της Γάζας.
(4) Η επαρχία βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και παραχωρήθηκε στην Τουρκία το 1939, παρά το γεγονός ότι διεκδικούνταν από τους σύριους εθνικιστές.
(5) «Today's Zaman», Κωνσταντινούπολη, 10 Νοεμβρίου 2009.
(6) Βλέπε Delphine Stauss, «Turkey's Ottoman mission», «Financial Times», Λονδίνο, 23 Νοεμβρίου 2009.
(7) Από τον Ιανουάριο του 2010, στην «Taraf» δημοσιεύεται η τουρκική έκδοση της «Le Monde diplomatique».
(8) Τα κριτήρια για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως καθορίστηκαν στην Κοπεγχάγη, το 1993, περιλαμβάνουν τρεις κατηγορίες: πολιτική, οικονομία, αποδοχή του κοινοτικού κεκτημένου.
(9) Ηγέτης του ΡΚΚ, ο οποίος συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 1999.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/4/2010
Της ειδικής WENDY KRISTIANASEN
Στις 21 Ιανουαρίου, το τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο ανήγγειλε την ακύρωση ενός νόμου ο οποίος περιορίζει τη δικαιοδοσία των στρατοδικείων. Αυτή η απόφαση, όπως εξάλλου και η απαγόρευση του σημαντικότερου κουρδικού κόμματος, επιβεβαιώνει την ύπαρξη εντάσεων οι οποίες συνδέονται με τις απόπειρες εκδημοκρατισμού της πολιτικής ζωής. Αντίθετα, στην Αγκυρα έχει αρχίσει να καλλιεργείται κλίμα συναίνεσης για την εξωτερική πολιτική της χώρας.
«Πρόκειται, προπάντων, για ζήτημα οπτικής», διαβεβαιώνει ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου. Κι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα δεν είναι καθόλου στενόμυαλος: επιθυμεί την εδραίωση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή και θεωρεί ότι η χώρα του -η οποία είναι ταυτόχρονα μέλος του G20 και του ΝΑΤΟ- διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να συμβάλει σε αυτή την εξέλιξη. Ο Νταβούτογλου είναι ο αρχιτέκτονας της νέας πολιτικής της Αγκυρας, η οποία στηρίζεται στην αρχή «μηδέν προβλήματα με τις γειτονικές χώρες» και στη «soft power», την εξουσία που στηρίζεται στην πειθώ και τη διαπραγμάτευση. Υπήρξε ο σημαντικότερος σύμβουλος του τούρκου πρωθυπουργού για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής μετά την εντυπωσιακή νίκη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στις βουλευτικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2002, ενώ, από τον Μάιο του 2009, έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της υλοποίησης της συγκεκριμένης πολιτικής.
Ο «διαμεσολαβητής»
Οπως δηλώνει ο Νταβούτογλου, «είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε τον ρόλο του διαμεσολαβητή σε διάφορες συγκρούσεις, χάρη στις στέρεες σχέσεις που έχουμε οικοδομήσει με τις ποικίλες εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες, κυρίως τις τουρκόφωνες (στα Βαλκάνια, τον Καύκασο, τη Ρωσία, την Κύπρο και τη Μέση Ανατολή)». Ομως, οι φιλοδοξίες του δεν σταματούν εδώ: «Εχουμε μια αντίληψη για την ασφάλεια όλων και για την ειρήνη, η οποία προϋποθέτει ταυτόχρονα έναν διάλογο υψηλού επιπέδου σε πολιτικό επίπεδο, μια αλληλεξάρτηση στο οικονομικό επίπεδο, αλλά και το να λαμβάνεται υπόψη η πολιτισμική ποικιλομορφία». Ο Νταβούτογλου δεν είναι πολιτικάντης: είναι ένας πανεπιστημιακός ο οποίος δεν έχει εκλεγεί ποτέ σε κανένα αιρετό αξίωμα. Μάλιστα, δεν περιορίστηκε στην εκπόνηση μιας καινοτόμου εξωτερικής πολιτικής για την Τουρκία, αλλά ανέλαβε και την εφαρμογή της.
Παρουσιάζει δε τον κατάλογο των επιτευγμάτων του: «61 συμφωνίες που έχουν υπογραφεί με τη Συρία· 48 με το Ιράκ· άρση της υποχρέωσης έκδοσης βίζας για τους πολίτες οκτώ γειτονικών χωρών· επίλυση του προβλήματος της προεδρίας του Λιβάνου μαζί με τη Συρία· υπογραφή δύο πρωτοκόλλων με την Αρμενία». Σε αυτά προστίθενται οι απόπειρες διαμεσολάβησης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, καθώς και η διεξαγωγή των έμμεσων συνομιλιών μεταξύ Συρίας και Ισραήλ, την περίοδο 2007-2008. Πιστεύει, μάλιστα, πως «βρεθήκαμε πολύ κοντά, όχι σε μια ειρηνευτική συμφωνία, αλλά σε μια συμφωνία που θα επέτρεπε την έναρξη άμεσων διαπραγματεύσεων. Ομως, η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα, τον Δεκέμβριο του 2008, ακύρωσε ό,τι είχαμε πετύχει. Η Γάζα δεν συγκαταλεγόταν στα ζητήματα που συζητούνταν, ωστόσο η επίθεση είχε αρνητικές συνέπειες. Για να είναι αποτελεσματική μια διαμεσολάβηση, πρέπει να υπάρχει βούληση για την επίτευξη ειρήνης. Οταν το Ισραήλ θα έχει αυτή τη βούληση, θα είμαστε έτοιμοι να το ακούσουμε».
Τούρκοι από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα συμφωνούν και αναγνωρίζουν στις πρωτοβουλίες του υπουργού τους μια συνοχή η οποία έχει ως κίνητρα τόσο τις οικονομικές φιλοδοξίες και την επιθυμία για μεγιστοποίηση της ασφάλειας της χώρας όσο και μια ξεκάθαρη άποψη για το ποια πρέπει να είναι η θέση της Τουρκίας στην παγκόσμια σκηνή. Αυτή η πολιτική κάνει την εμφάνισή της σε μια κρίσιμη στιγμή: η εξουσία στέλνει το στρατό πίσω στα στρατόπεδά του, ενώ, παράλληλα, αποκαλύπτονται τα σκοτεινά μυστικά που κρύβει το «βαθύ κράτος»(1). Ανοίγει το δρόμο για τον εκδημοκρατισμό των δομών, στηρίζει την ανάδυση νέων ελίτ και την αυξανόμενη παρουσία μιας ιδιαίτερα ενεργής μεσαίας τάξης.
Οπως επισημαίνει ο Ιχσάν Μπαλ, καθηγητής στην Αστυνομική Ακαδημία, «υπάρχει μια νέα δυναμική που τροφοδοτείται από το λαό, αλλά η Δύση δεν την καταλαβαίνει. Εκανε την εμφάνισή της το 2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλησαν να χρησιμοποιήσουν την Τουρκία ως βάση για την κατάληψη του Ιράκ. Αυτός που είπε "όχι" ήταν ο λαός, οι βουλευτές και το εκλογικό σώμα που τους ψήφισε».
Ανοιγμα στη Μ. Ανατολή
Θα περίμενε κανείς ότι ο πληθυσμός θα ανησυχούσε κατά κύριο λόγο για την παγκόσμια οικονομική κρίση και την ανεργία, η οποία έχει φτάσει στο 15%, και σίγουρα το 30% στους νέους. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι ανησυχεί κυρίως για τη Γάζα. Πριν από έναν χρόνο, πέντε χιλιάδες άτομα υποδέχτηκαν, κραδαίνοντας σημαίες, τον πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επέστρεφε από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Την 29η Ιανουαρίου του 2009, ο Ερντογάν είχε εγκαταλείψει μια τηλεοπτική συζήτηση με τον ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες, φωνάζοντάς του: «Αυτή τη στιγμή σκοτώνετε ανθρώπους». Ο παρουσιαστής της εκπομπής δεν του είχε επιτρέψει να αντικρούσει τις που πρόβαλε ο Πέρες για τον πόλεμο ενάντια που είχε εξαπολύσει στη Γάζα έναν μήνα νωρίτερα(2). Οι Τούρκοι ενδιαφέρονται πολύ για την Παλαιστίνη. Εκτιμούν, επίσης, την ειλικρίνεια των αισθημάτων του Ερντογάν, τον χαρισματικό χαρακτήρα του, την ταπεινή καταγωγή του και την έντονη παρουσία της οικογένειάς του.
Ορισμένοι παρατηρητές επισήμαναν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δυσαρεστήθηκαν από το επεισόδιο ανάμεσα στον Σιμόν Πέρες και τον τούρκο πρωθυπουργό, δεδομένου ότι μετέτρεψε τον τελευταίο σε ήρωα για τον αραβικό και τον μουσουλμανικό κόσμο. Βέβαια, θα προτιμούσαν να δουν την Τουρκία να εκφράζει τη συμπάθειά της και για τη Φατάχ και όχι μονάχα για τη Χαμάς, έτσι ώστε να υπάρξει αναθέρμανση της «ειρηνευτικής διαδικασίας». Ορισμένοι πιστεύουν ότι η υποστήριξη του Ερντογάν στην κυβέρνηση της Χαμάς -η οποία εύκολα διαφαίνεται μέσα από την πρόσκληση προς τον αρχηγό της, Χαλέντ Μεσάαλ, να επισκεφθεί την Αγκυρα- θα αποφέρει και κάποια κέρδη, για παράδειγμα την απελευθέρωση του ισραηλινού στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε στις 25 Ιουνίου του 2006 και κρατείται έκτοτε στη Λωρίδα της Γάζας.
Η άνοδος στην εξουσία του ΑΚΡ, το 2002, δεν εμπόδισε τη διατήρηση στενών σχέσεων με το Ισραήλ, όπως αποδείχθηκε, άλλωστε, και από τις προσπάθειες διαμεσολάβησης με τη Συρία. Ομως, το κλίμα άλλαξε με την ισραηλινή επέμβαση στη Γάζα, το 2008, εξαιτίας της οποίας, μάλιστα, ματαιώθηκαν τα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια που είχαν προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο του 2009. Τον δε Ιανουάριο του 2010, η Τουρκία αντέδρασε σφοδρότατα στην «ταπεινωτική» μεταχείριση που επεφύλαξε ο ισραηλινός αναπληρωτής υπουργός, Ντανί Αγιαλόν, στον πρεσβευτή της στο Ισραήλ(3). Απείλησε να ανακαλέσει τον διπλωμάτη της και απαίτησε συγνώμη, την οποία και πέτυχε.
Να σηματοδοτούν, άραγε, όλα αυτά μια ριζική αλλαγή στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες; Η Μελίχα Αλτουνιζίκ, καθηγήτρια στο Middle East Technical University της Αγκυρας, εξηγεί ότι, μετά τον πόλεμο στη Γάζα, «κάθε κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να αλλάξει την πολιτική της και να ασκήσει κριτική στο Ισραήλ, το οποίο, εξάλλου, οδηγείται σε ολοένα μεγαλύτερη απομόνωση, εξαιτίας της στάσης των κυβερνώντων τη χώρα. Με τον Ομπάμα στην εξουσία, η στρατηγική θέση του βρίσκεται σε παρακμή». Πολλοί Τούρκοι υπογραμμίζουν, επίσης, ότι η χώρα τους έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για το Ισραήλ, ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο. Θεωρούν δε πιθανό ότι, εάν υπάρξουν συνέπειες, θα πρόκειται απλά για μια υποβάθμιση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, καθώς δεν επιθυμούν τη διακοπή των σχέσεων με το Ισραήλ· εξάλλου, ούτε και οι υπόλοιποι Αραβες επιθυμούν κάτι τέτοιο.
Οπως παρατηρεί η Αλτουνιζίκ, «οι υπεύθυνοι της περιοχής στρέφονται προς την Τουρκία και την παρακινούν να διαδραματίσει έναν εποικοδομητικό ρόλο. Το κλειδί είναι η οικονομία, όμως σημαντικό ρόλο παίζει και η προσωπικότητα του Ερντογάν. Στο κέντρο της Δαμασκού συνάντησα γυναίκες που για χάρη του μαθαίνουν τουρκικά! Ολα άρχισαν το 2003, όταν η Αγκυρα αντιτάχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αρνήθηκε να τις αφήσει να χρησιμοποιήσουν τη χώρα ως βάση για τον πόλεμο στο Ιράκ. Κυριάρχησε η εντύπωση ότι, σε αντίθεση με από τους άλλους ηγέτες της περιοχής, ο Ερντογάν είχε κατορθώσει να κάνει κάτι.
Οι δύο πόλοι
»Αντίθετα, βλέπουμε ξεκάθαρα τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στην Αγκυρα και την Τεχεράνη: με την ανοιχτή υποστήριξή της στη Γάζα, την εμπλοκή της στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Συρία και στο Ισραήλ και τη συμβολή της στην επίλυση της κρίσης που προκάλεσε η ανάδειξη προέδρου στον Λίβανο, η Τουρκία προσπάθησε να κερδίσει τις εντυπώσεις και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Ιράν. Η Αγκυρα αποκομίζει πολλαπλά πλεονεκτήματα από την επιθυμία της να επιλυθούν τα προβλήματα μέσα από τη συνεργασία: την ανάπτυξη των σχέσεών της με τις αραβικές χώρες και το Ιράν, οικονομικά οφέλη, αλλά και την εξασφάλιση της σταθερότητας σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Για την Τουρκία, πρόκειται για μια στρατηγική από την οποία, μακροπρόθεσμα, θα βγουν όλοι κερδισμένοι».
Ουσιαστικά, το μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής που διαιρεί τους Τούρκους είναι το Ιράν. Για τον Γιαβούζ Μπαϊντάρ, πολιτικό σχολιαστή της «Today's Zaman», μιας αγγλόφωνης ημερήσιας εφημερίδας που πρόσκειται στην κυβέρνηση, δεν πρέπει να ανησυχούμε για όσα συμβαίνουν ανάμεσα στον Ερντογάν και τον πρόεδρο Μαχμούντ Αχμαντινεζάντ: «Και οι δύο έχουν λαϊκή καταγωγή και φέρονται σαν συνηθισμένοι άνθρωποι, αν και καθένας τους τρέφει δυσπιστία για τον άλλο». Για ορισμένους, οι απόπειρες διαμεσολάβησης στο ζήτημα των πυρηνικών του Ιράν είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αφελείς, ενώ στη χειρότερη επικίνδυνες. Οι αποκλίσεις στις εκτιμήσεις αντανακλούν τις δυσκολίες που υπάρχουν στο να κατανοηθούν οι φιλοδοξίες της Τεχεράνης, καθώς επίσης και το φόβο μήπως πυροδοτηθεί μια εκρηκτική κατάσταση σε μια περιοχή που γειτονεύει με την Τουρκία.
Από τις αραβικές χώρες, εκείνη που κάνει τους Τούρκους να ονειρεύονται είναι η Συρία. Στην πανεπιστημιούπολη, οι καθηγητές μιλάνε για το ταξίδι τους στη Δαμασκό. Αν αναλογιστεί κανείς τις, για μεγάλο χρονικό διάστημα, κακές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις δύο χώρες -με τους Σύριους να υποστηρίζουν το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) τη δεκαετία του 1980, τις διεκδικήσεις της Δαμασκού στο Χατάι (Αλεξανδρέτα)(4) ή ακόμα το ζήτημα της μοιρασιάς των υδάτινων αποθεμάτων- η σημερινή εξέλιξη μπορεί να θεωρηθεί ένα πραγματικό θαύμα.
Οσον αφορά τη Βαγδάτη, το ενδιαφέρον για τις οικονομικές και τις κοινωνικές σχέσεις, όπως επίσης και οι προσπάθειες της Τουρκίας να πείσουν τις ομάδες των σουνιτών να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έχουν ως αποτέλεσμα να επικρατεί μια σχετική ηρεμία στην τουρκοϊρακινή μεθόριο, ενώ έχει γίνει απόλυτα σαφές ότι δεν πρόκειται να επαναληφθούν στο εξής ενέργειες όπως η τουρκική επίθεση που πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Βόρειο Ιράκ εναντίον των ανταρτών του ΡΚΚ. Ομως, η Τουρκία αναπτύσσει τις σχέσεις της και με χώρες της Αφρικής, κυρίως με τη Λιβύη και το Σουδάν. Βέβαια, ο τούρκος πρωθυπουργός διέπραξε πρόσφατα μια «γκάφα» απέναντι στο Σουδάν: Στις 9 Νοεμβρίου του 2009, δήλωσε ότι τα εγκλήματα πολέμου των Ισραηλινών ήταν χειρότερα κι από εκείνα για τα οποία κατηγορείται ο πρόεδρος Ομάρ Αλ Μπασίρ από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο(5). Τέλος, η παρουσία 1.700 τούρκων στρατιωτών στο Αφγανιστάν, στους οποίους ανατίθενται «μη μαχητικές αποστολές», συμβάλλει στη δημιουργία μιας θετικής εικόνας για την Αγκυρα σε ολόκληρη την περιοχή.
Ομως, η Τουρκία δεν έχει στραμμένο το βλέμμα της μονάχα στον μουσουλμανικό κόσμο. Στρέφει, επίσης, το ενδιαφέρον της προς τη Ρωσία, τη Σερβία, τη Γεωργία, ακόμα και την Αρμενία. Με την τελευταία, στις 10 Οκτωβρίου του 2009, υπογράφηκαν δύο πρωτόκολλα για την έναρξη διπλωματικών σχέσεων και για το άνοιγμα των συνόρων. Τέλος, όσον αφορά το ακανθώδες ζήτημα της Κύπρου, αρχίζει να διαφαίνεται η ελπίδα ότι, με τον έλληνα πρωθυπουργό, Γιώργο Παπανδρέου, είναι δυνατόν να υπάρξει πρόοδος σε κάποια σημεία.
Σε νέα γραμμή
Αντανακλά, άραγε, η νέα γραμμή της τουρκικής διπλωματίας και οι φιλοδοξίες της να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Ανατολή και τον Νότο, την αναγέννηση μιας «οθωμανικής αποστολής»(6), όπως αφήνουν να εννοηθεί κάποια διάσπαρτα άρθρα του δυτικού τύπου; Η έννοια δεν εμφανίζεται ούτε στο λεξιλόγιο, ούτε στην προβληματική των ηγετών και του λαού της Τουρκίας. Για τον Τεμέλ Ισκίτ, πρώην διπλωμάτη, που υπήρξε, τη δεκαετία του 1980, ο πρώτος γενικός διευθυντής του υπουργείου Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, οι κατηγορίες περί «νεο-οθωμανισμού» αποσκοπούν στη δημιουργία της εντύπωσης ότι «η Τουρκία εξισλαμίζεται και δεν επιμένει πλέον να ενταχθεί στην Ευρώπη». Κατά τη γνώμη του, είναι αδικαιολόγητες και «προέρχονται από τις πρωτεύουσες που απορρίπτουν την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς και από τον φιλοϊσραηλινό αμερικανικό τύπο».
Στο παρελθόν, ο Ισκίτ ήταν ένας από τους συμπαθούντες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Λαού (CHP), κεντροαριστερού κινήματος της κοσμικής αντιπολίτευσης, το οποίο κατάγεται από το κόμμα που είχε ιδρύσει ο «Πατέρας της Ανεξαρτησίας», Μουσταφά Κεμάλ, ο επονομαζόμενος Ατατούρκ, και το οποίο είχε επιβάλει στη χώρα μονοκομματικό καθεστώς. Οπως και πολλοί άλλοι, έχασε την εμπιστοσύνη του, τόσο στη γραμμή του κόμματος, όσο και στον ηγέτη του, Ντενίζ Μπαϊκάλ. «Επειτα από μια ολόκληρη ζωή που πέρασα υπερασπιζόμενος όσα ζητήματα αποτελούσαν ταμπού για τη χώρα (την Αρμενία, την Κύπρο, τους Κούρδους), αναθεώρησα τις απόψεις μου και αποφάσισα να εκφραστώ». Σήμερα, αρθρογραφεί στην «Taraf», μια ανεξάρτητη ημερήσια εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης(7).
Αποτελεί, μήπως, η νέα στάση της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή μια αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού; Ο Ισκίτ θεωρεί ότι «η Τουρκία κατείχε ανέκαθεν μια κομβική γεωπολιτική θέση. Ομως, εξαιτίας του ''νεαρού'' της ηλικίας της, καθώς και του αγώνα της για την ανεξαρτησία την επομένη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, αλλά και στη συνέχεια εξαιτίας του ψυχρού πολέμου, η χώρα μας βρισκόταν διαρκώς σε αμυντική θέση. Αυτό που άλλαξε ήταν το γεγονός ότι άρχισε να εκδημοκρατίζεται χάρη στα κριτήρια της Κοπεγχάγης(8), τα οποία υιοθετήθηκαν πριν από την άνοδο του ΑΚΡ στην εξουσία, ενώ, κατόπιν, ο στρατός συναίνεσε στο να σταματήσει κάθε ανάμειξή του στην πολιτική ζωή της χώρας. Αυτός ο εκδημοκρατισμός οδήγησε σε μια νέα νοοτροπία συνεργασίας και διαπραγμάτευσης».
Κοινή γλώσσα
Ο Καντρί Γκιουρσέλ, αρθρογράφος τη ημερήσιας εφημερίδας «Milliyet», η οποία υπεραμύνεται του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους, αλλά και δημοφιλής τηλεοπτικός σχολιαστής, δηλώνει ότι «ο σημερινός προσανατολισμός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής θα είχε υιοθετηθεί από οποιαδήποτε κυβέρνηση». Και προσθέτει: «Τα ατού μας στην εξωτερική πολιτική πολλαπλασιάστηκαν από την καλπάζουσα οικονομική ανάπτυξη της διετίας 2002-2003, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και από την επίλυση ενός μείζονος προβλήματος ασφαλείας με τη σύλληψη του Αμπντουλάχ Οτζαλάν(9). Γινόμαστε μάρτυρες της φυσικής προσαρμογής της Τουρκίας στην πραγματικότητα της μεταψυχροπολεμικής εποχής και της παγκοσμιοποίησης, οι οποίες δημιούργησαν μια νέα δυναμική. Ομως, ένα κοσμικό κόμμα δεν θα είχε κατορθώσει να επωφεληθεί τόσο πολύ από την κατάσταση, ενώ το ΑΚΡ αισθάνεται εξαιρετικά άνετα στη Μέση Ανατολή, κυρίως με τους Σουνίτες». Ωστόσο, κατά τη γνώμη του, παρά το γεγονός ότι, για παράδειγμα, αρκετοί υπουργοί και σύμβουλοι μιλούν την αραβική γλώσσα, δεν υπάρχει «αραβικός άξονας», ούτε και αλλαγή στις συμμαχίες.
Θεωρεί δε ότι η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας εξηγεί πολλά. «Είναι καταδικασμένη σε μια σταυροφορία η οποία θα στηρίζεται στις εξαγωγές, δεδομένου ότι δεν υπάρχει δομή εσωτερικής αποταμίευσης. Συνεπώς, οφείλει να βρει νέες αγορές, κυρίως στη Μέση Ανατολή. Σε γενικές γραμμές, αυτό λειτούργησε καλά: Τα μέλη της κυβέρνησης διαχειρίζονται σωστά την οικονομία και γνωρίζουν καλά ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του εμπορίου. Εχουν, βέβαια, την τάση να κατευθύνουν όλα τα κέρδη στους δικούς τους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο, βοηθούν την κοινωνική βάση του ΑΚΡ στην Ανατολία να δημιουργήσει μια νέα μεσαία τάξη, πράγμα που αποτελεί μία από τις βάσεις για την ανάπτυξη μιας σταθερής δημοκρατίας».
Οσο για τον Σολί Οζέλ, καθηγητή διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Bilgi της Κωνσταντινούπολης, θεωρεί ότι η Δύση δυσκολεύεται να αποδεχθεί μια Τουρκία η οποία θα αποφασίζει η ίδια για τις προτεραιότητές της. Το ΑΚΡ, το οποίο διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιθυμεί τη σταθερότητα και τη δημιουργία μιας ζώνης ευημερίας και ασφάλειας στην περιοχή, αντίθετα από τις επιδιώξεις του Ισραήλ και του Ιράν. Ο Οζέλ, ο οποίος υπογραμμίζει ότι υπάρχει συνέχεια στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, επισημαίνει, ωστόσο, ότι «το ΑΚΡ έδωσε μια θεωρητική υπόσταση σε όλα αυτά τα ζητήματα, με καλύτερο τρόπο απ' ό,τι οι υπόλοιποι».
«Το ζήτημα του "δυτικού" χαρακτήρα της Τουρκίας αφορά λιγότερο τον στρατηγικό προσανατολισμό της και περισσότερο το εάν θα γίνει μια πραγματική δυτική χώρα. Εάν η Ευρωπαϊκή Ενωση αρνηθεί να βοηθήσει επειδή δεν κατανοεί σωστά τις κινήσεις της Τουρκίας -οι οποίες, ωστόσο, συμβαδίζουν με τα συμφέροντα της Δύσης- το μεγαλύτερο μέρος των διεθνών σχέσεών μας θα διεξάγεται μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, θα επιμείνει, άραγε, η Ουάσιγκτον να γίνει η Τουρκία μια πραγματικά δυτική και δημοκρατική χώρα; Οταν οι ΗΠΑ αρχίσουν να παρακινούν την Ε.Ε. να κάνει προόδους στο ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας, θα είναι η απόδειξη ότι όντως φτάσαμε στο εν λόγω σημείο».
Ελπίδες στον Ομπάμα
Η Αγκυρα ελπίζει ότι ο Ομπάμα θα τα καταφέρει καλύτερα από τον Τζορτζ Μπους. Ο Γιασμίν Κονγκάρ, αρχισυντάκτης της «Taraf» και ειδικός στα ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, εξηγεί ότι «ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα διαφέρει. Επιπλέον, έχει και ορισμένα ατού: την καταγωγή του, την πολυπολιτισμική παιδεία του και τις γνώσεις του για τον μουσουλμανικό κόσμο. Οι Τούρκοι δεν ξεχνούν ότι ονομάζεται Χουσεΐν». Ο λόγος του στο Κάιρο, τον Μάιο του 2009, υπέρ ενός διαλόγου με το Ισλάμ και του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων, απηχεί τις ανησυχίες και της Αγκυρας. Εντούτοις, η αποτυχία του να αποσπάσει από το Ισραήλ την ολοκληρωτική διακοπή του εποικισμού στην Παλαιστίνη και η απόφασή του να στείλει επιπλέον στρατεύματα στο Αφγανιστάν, έχουν απογοητεύσει. Συνεπώς, αν ο Λευκός Οίκος θέλει να διαλύσει τη δυσπιστία της τουρκικής γνώμης, πρέπει να στείλει ξεκάθαρα μηνύματα για το παλαιστινιακό ζήτημα.
Η πικρία για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι υπαρκτή και κάνει την εμφάνισή της σε κάθε συζήτηση για την εξωτερική πολιτική. Οι κατηγορίες που απευθύνονται στην κυβέρνηση -ότι, δηλαδή, δεν επιδίωξε την ένταξη στην Ενωση με αρκετό ενθουσιασμό- δεν έχουν πια κανένα βάρος, από τη στιγμή που ο Νικολά Σαρκοζί και η Αγκελα Μέρκελ τάχθηκαν υπέρ του «Οχι». Η ιδέα ότι -με το ενισχυμένο κύρος της στην περιοχή και κυρίως στη Μέση Ανατολή- η χώρα θα είναι σε θέση να προσφέρει περισσότερα στην Ενωση, γίνεται ευκολότερα αποδεκτή. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη πως, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία δεν θα προσκληθεί να ενταχθεί στην Ε.Ε., ο ρόλος της στη διεθνή σκηνή θα διευρυνθεί.
Ο Ζαφάρ Γιαβάν, γενικός γραμματέας του Συνδέσμου των Βιομηχάνων και των Επιχειρηματιών της Τουρκίας (TUSIAD), που ελέγχεται παραδοσιακά από τις παλιές κοσμικές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης, εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, επειδή «η κυβέρνηση δεν κινήθηκε αρκετά γρήγορα στο ζήτημα της Ε.Ε., ιδιαίτερα όσον αφορά τις δημόσιες προμήθειες και τα υπόλοιπα οικονομικά ζητήματα, γεγονός που δημιούργησε αμφιβολίες για την αφοσίωσή της σε αυτήν την προοπτική». Ωστόσο, μετριάζει αμέσως αυτές τις κατηγορίες υπογραμμίζοντας ότι «για την επιβράδυνση της διαδικασίας σύγκλισης ευθύνεται περισσότερο ο Σαρκοζί και λιγότερο η Τουρκία. Είτε με αυτήν την κυβέρνηση είτε χωρίς αυτήν, η Τουρκία θα προοδεύσει, γιατί οι προσπάθειες για τον εκδημοκρατισμό της χώρας που επιχειρήθηκαν από το ΑΚΡ θα συνεχιστούν- είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να αναστραφεί. Ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων και η επιμονή με την οποία προωθήθηκαν δεν μπορούν να συγκριθούν, σε καμία περίπτωση, με τις ενέργειες των προηγούμενων κυβερνήσεων».
Η Αϊσά Τσελικέλ, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης του CHP, έχει κάθε λόγο να αντιτίθεται στην κυβέρνηση του ΑΚΡ, ιδιαίτερα επειδή διευθύνει μια οργάνωση (Cagdas Yasam Dernegi) που προσφέρει ουδετερόθρησκη εκπαίδευση σε νεαρές κοπέλες. Ο φορέας βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με «τις πιέσεις που του ασκεί η εξουσία. Δεκατέσσερις υπάλληλοι της οργάνωσης συνελήφθησαν από την αστυνομία χωρίς να τους έχει γνωστοποιηθεί η κατηγορία που τους βαρύνει». Μας παρουσιάζεται ως «κεμαλίστρια, αλλά ανοιχτόμυαλη» και αναγνωρίζει ότι «με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα, η κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε ένα εξισορροπιστικό εγχείρημα, με ανοίγματα προς την Ανατολή και τον Νότο». Ωστόσο, διευκρινίζει: «Οσο η κυβέρνηση δεν απομακρύνεται περισσότερο από την Ευρώπη ή δεν προσεγγίζει περισσότερο το Ιράν, εγώ είμαι σύμφωνη».
Και ποια είναι άραγε η γνώμη του Αρμαγκάν Κούλογλου, απόστρατου στρατηγού και ενός από τα σημαντικότερα μέλη του νεοσύστατου Κέντρου Στρατηγικών Μελετών για τη Μέση Ανατολή; Αυτοχαρακτηρίζεται ως «Ataturkcu» («πιστός στον Ατατούρκ»), αλλά όχι «κεμαλιστής», εννοώντας «υπεράσπιση του τουρκικού έθνους σε εθνοτική βάση». Σίγουρα θέλει να ασκήσει κριτική σε ορισμένα ζητήματα; Φυσικά, υπερασπίζεται τα παλιά δόγματα: «Η Βόρεια Κύπρος πρέπει να αναγνωριστεί ως κράτος· δεν υφίσταται κουρδικό πρόβλημα· η Αρμενία οφείλει να σταματήσει να υποστηρίζει ότι υπήρξε γενοκτονία...» Αλλά, ακόμα κι αυτός εκτιμά ότι «δεν παρατηρείται καμία αλλαγή προσανατολισμού στις συμμαχίες, ούτε και ανατροπή τους. Απλούστατα, η κυβέρνηση επιδιώκει να αναπτύξει καλές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, και είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο », χάρη στην εξέλιξη της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν. Δεν ασκεί καν κριτική στην κυβερνητική πολιτική πάνω στο ζήτημα της Ε.Ε., «εκτός από τις περιπτώσεις όπου κάνει παραχωρήσεις». Κι όπως εξηγεί, «θα ήταν ευχής έργο να μην ενταχθεί η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, επειδή αυτό θα σήμαινε ότι παραχωρούμε ένα μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας. Και, δεδομένου ότι δεν είμαστε ούτε Ολλανδία ούτε Ιταλία, η παραχώρηση θα είχε επιπτώσεις στην ασφάλειά μας». Αν και υπερασπίζεται τον παραδοσιακό ρόλο που διαδραμάτιζε ο στρατός παρεμβαίνοντας στην πολιτική, ο Κούλογλου συμφωνεί ότι ο στρατός χάνει την επιρροή του και ότι στο εσωτερικό του υπάρχουν «ορισμένες φιλόδοξες συμπεριφορές, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από την υπόθεση Εργκένεκον».
Κίνηση ζογκλέρ
Πολλοί Τούρκοι φοβούνται ότι η κυβέρνηση του ΑΚΡ μοιάζει με ζογκλέρ που παίζει με υπερβολικά πολλές μπάλες και, συνεπώς, στο τέλος, μερικές από αυτές θα πέσουν κάτω. Ορισμένοι δεν συμφωνούν με την ιδέα περί «μηδενικών προβλημάτων με τις γειτονικές χώρες» και «εγκατάλειψης του μαστίγιου», με άλλα λόγια, με την επίλυση των συγκρούσεων δια της πειθούς και των οικονομικών πλεονεκτημάτων. Κι αν το καρότο δεν λειτουργεί χωρίς το μαστίγιο; Κι αν η Τουρκία κινδυνεύσει επειδή υπερεκτίμησε τη δυναμική «soft power» που διαθέτει;
Με τον τρόπο της, η Αλτουνιζίκ δίνει μια απάντηση σε αυτούς τους φόβους: «Το ερώτημα είναι ακόμα πρόωρο. Κι ύστερα, δεν λαμβάνει υπόψη το ουσιώδες: Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η εξωτερική πολιτική είναι εξίσου σημαντικός με τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται τελικά. Η Τουρκία θεωρούνταν από όλους τους γείτονές της περιφερειακή δύναμη. Σήμερα, δεν μπορεί κανείς να συζητήσει για το μέλλον πολλών περιοχών του κόσμου χωρίς να αναφερθεί σε αυτήν».
(1) Η υπόθεση Εργκένεκον έφερε στο φως της δημοσιότητας μια συνωμοσία των στρατιωτικών που αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση του ΑΚΡ. Ενας από τους κυριότερους επιδιωκόμενους στόχους ήταν η δολοφονία του αναπληρωτή πρωθυπουργού Μπουλέντ Αρίνκ. Οι έρευνες που διεξήχθησαν επέτρεψαν να πέσει φως στις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση του αντάρτικου που διεξήχθησαν στο Τουρκικό Κουρδιστάν και απειλούν να αποκαλύψουν τις δραστηριότητες αυτού που οι Τούρκοι αποκαλούν «βαθύ κράτος»: Πρόκειται για μια συμμαχία στρατιωτικών και μαφιόζων, η οποία κατηγορείται ότι κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο. Βλέπε, για παράδειγμα, «State's dirty laundry might come out with "cosmic room" search», «Sunday's Zaman», Κωνσταντινούπολη, 3 Ιανουαρίου 2010.
(2) Μπορεί να δει κανείς τα βίντεο στο http://www.youtube.com/watch?v=OrbQsHkVQ_4.
(3) Ο πρεσβευτής αναγκάστηκε να περιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε έναν διάδρομο. Στη συνέχεια, ενώπιον των δημοσιογράφων, ο Αγιαλόν αρνήθηκε να του σφίξει το χέρι και τον ανάγκασε να καθίσει σε ένα κάθισμα χαμηλότερο από το δικό του. Στο γραφείο του υπήρχε μονάχα η ισραηλινή σημαία. Ο αναπληρωτής υπουργός κατηγορούσε την Τουρκία για τη μετάδοση από ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό μιας τηλεταινίας η οποία θεωρήθηκε αντισημιτική, καθώς επίσης και για την κριτική που άσκησε ξανά στο Ισραήλ ο πρωθυπουργός Ερντογάν έπειτα από μια ισραηλινή επιδρομή στη Λωρίδα της Γάζας.
(4) Η επαρχία βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και παραχωρήθηκε στην Τουρκία το 1939, παρά το γεγονός ότι διεκδικούνταν από τους σύριους εθνικιστές.
(5) «Today's Zaman», Κωνσταντινούπολη, 10 Νοεμβρίου 2009.
(6) Βλέπε Delphine Stauss, «Turkey's Ottoman mission», «Financial Times», Λονδίνο, 23 Νοεμβρίου 2009.
(7) Από τον Ιανουάριο του 2010, στην «Taraf» δημοσιεύεται η τουρκική έκδοση της «Le Monde diplomatique».
(8) Τα κριτήρια για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως καθορίστηκαν στην Κοπεγχάγη, το 1993, περιλαμβάνουν τρεις κατηγορίες: πολιτική, οικονομία, αποδοχή του κοινοτικού κεκτημένου.
(9) Ηγέτης του ΡΚΚ, ο οποίος συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 1999.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/4/2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)