Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

«Σουλεϊμάν», έκτακτο επεισόδιο


Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
Ο τούρκος Πρωθυπουργός είναι έξω φρενών με το σίριαλ για τον Σουλεϊμάν. Θεωρεί ανιστόρητο και γελοίο τον τρόπο που παρουσιάζεται εκεί ο Μεγαλοπρεπής. Πιθανότατα έχει δίκιο. Αλλά δεν πά' να έχει, δεν πά' να θυμώνει. Το σίριαλ συνεχίζεται και το παρακολουθούν παγκοσμίως 150 εκατομμύρια τηλεθεατές, με ιδιαίτερη βουλιμία στην τουρκοφάγο Ελλάδα. Αυτό μας στέλνει και ένα πολιτικό μήνυμα. Οχι όμως εκείνο που βλέπουν οι «ελληνόψυχοι» και βάζουν τις φωνές για κίνδυνο αφελληνισμού από την τουρκική πολιτισμική προπαγάνδα.    
Ας αφήσουμε στην άκρη την κιτσάτη αισθητική του σίριαλ και το αφελές σενάριό του (σιγά μην ενοχλούν τέτοιες λεπτομέρειες το πλατύ κοινό, το αντίθετο μάλιστα). Ας παρακάμψουμε, εδώ, και το γεγονός ότι στην Ελλάδα της Κρίσης και του Μνημονίου εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας προτιμούν να νανουρίζονται με έρωτες στα οθωμανικά χαρέμια παρά να βλέπουν, για παράδειγμα, το εκπληκτικό δανέζικο σίριαλ «Borgen», με την οξυδερκέστατη, αλλά καθόλου ψυχρή ματιά του στις ίντριγκες, τους καταναγκασμούς και τα διλήμματα της σύγχρονης πολιτικής.

Ας τα παραβλέψουμε  αυτά και ας αναρωτηθούμε: Ποια δική μας ιστορική μορφή θα μπορούσαμε - θα τολμούσαμε - να προβάλουμε με τέτοιον «εθνικά ασεβή» τρόπο (όπως λέει ο Ερντογάν για τον τηλεοπτικό Σουλεϊμάν), που να συγκινεί εκατομμύρια ανθρώπους έξω από τη χώρα μας; Τον Μέγα Αλέξανδρο; Μας έχουν προλάβει δεκάδες ξένοι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, που δεν δεσμεύονταν από τα δικά μας εθνικιστικά σύνδρομα και γι' αυτό μπορούσαν να πάρουν όσες ελευθερίες ή να δώσουν όσα ψήγματα αλήθειας ήθελαν. Μήπως τότε κάποιον βυζαντινό αυτοκράτορα, ας πούμε τον Τσιμισκή, που άλλωστε δεν υστερούσε καθόλου από τον Σουλεϊμάν σε ερωτικές επιδόσεις; Μπα. Το Βυζάντιο έχει αποτυπωθεί στη διεθνή συνείδηση, με τη συνέργεια ημών των ιδίων, ως ένας κόσμος εσωστρεφής, μυστικοπαθής και άσαρκος, που το πολύ πολύ να εμπνέει μερικούς εξειδικευμένους λογίους (και τρεις-τέσσερις βαλκάνιους συγγραφείς, που οι αληθινές προθέσεις τους δεν θα μας άρεσαν, αν τις ξέραμε). Επειτα, πόσο θα άντεχε στις υστερικές καταγγελίες και απειλές μια τηλεοπτική σειρά που θα έδειχνε τον ένδοξο Τσιμισκή να συνωμοτεί με την ερωμένη του Θεοφανώ, κοτζάμ αυτοκράτειρα, για να ξεκάνουν τον άνδρα της, τον επίσης ένδοξο, πλην χωριάταρο Νικηφόρο Φωκά, και να του πάρουν τον θρόνο; Το πιθανότερο είναι ότι ούτε καν θα γραφόταν ένα τέτοιο σενάριο.
Γυρίστηκε μια «διεθνών προδιαγραφών» ταινία για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, που μπορεί να γέμισε με εθνική περηφάνια πολλούς Ελληνες, αλλά δεν έκανε καμιά σπουδαία διεθνή καριέρα, αφού η εθνική περηφάνια δεν είναι εξαγώγιμο προϊόν. Γυρίστηκε παλιότερα και μια ταινία για τον Καβάφη, η οποία με τον μουσειακό ακαδημαϊσμό της θα είχε εμπνεύσει στον Αλεξανδρινό μερικά από τα ειρωνικότερα ποιήματά του.

Στην πραγματικότητα, η οργή του Ερντογάν ενισχύει μάλλον παρά σχετικοποιεί το συμπέρασμα που υποβάλλει η σειρά για τον Σουλεϊμάν: οι Τούρκοι έχουν σήμερα χαλαρότερη, ανοιχτότερη στάση απέναντι στην Ιστορία τους και τον εαυτό τους από ό,τι εμείς. Γι' αυτό και μπορούν ευκολότερα να πλασάρουν τέτοια πολιτισμικά προϊόντα (ή υποπροϊόντα) στο εξωτερικό και να έχουν, μέσω αυτών, πολιτισμική διείσδυση σε διεθνή κλίμακα. Η σημερινή Τουρκία δεν είναι πολιτισμικά απομονωμένη. Η σημερινή Ελλάδα είναι.
Η πολιτισμική απομόνωση είναι πάντοτε ο προπομπός της πολιτικής απομόνωσης. Ενα έθνος που δεν μπορεί να γίνει γνωστό έξω από τα σύνορά του ως ζωντανός πολιτισμός, που δεν καταφέρνει να δημιουργήσει ή να ανανεώσει τον δικό του «μύθο» (όχι βέβαια σαν εκείνον που μας έμεινε στα αζήτητα πριν από μερικά χρόνια, όσα και αν ξοδέψαμε για να τον διαφημίσουμε), ένα τέτοιο έθνος δεν αποκτά πρόσωπο στον κόσμο, δεν κερδίζει σε οικειότητα, συμπάθεια και κατανόηση, που, ας μη γελιόμαστε, του είναι απαραίτητες και πολιτικά, αν δεν είναι καμιά μεγάλη δύναμη στη διεθνή σκηνή.
Το σίριαλ «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής» μπορεί να είναι φτηνιάρικο και ιστορικά αναξιόπιστο, αλλά διασκευάζει ένα κομμάτι της τουρκικής Ιστορίας σε παραμύθι ικανό να αγγίξει μάζες ανθρώπων, έστω ενός ορισμένου επιπέδου, που δεν έχουν καμία σχέση με την ίδια την Ιστορία της Τουρκίας. Με τρόπο ασφαλώς πολύ απαιτητικότερο, συγγραφείς λαών συγκρίσιμων με εμάς στο μέγεθος και τη διεθνή ισχύ μετέπλασαν κεφάλαια της δικής τους Ιστορίας σε κάτι μεγαλύτερο, σε αφηγήσεις που μιλούσαν για πανανθρώπινα θέματα και γι' αυτό βρήκαν διεθνή απήχηση. Το έκανε ο Αντριτς με τις ιστορικές περιπέτειες της Σερβίας και της Βοσνίας, ο Σαραμάγκου με την πολιορκία της Λισαβώνας από τους Μαυριτανούς, ο Στσιπιόρσκι με τους διωγμούς των αιρετικών και των μαγισσών στην πολωνική πόλη Αράς τον 15ο αιώνα, ο Ούγκο Κλάους με τη βελγική αποικιοκρατία, ο Φουέντες, ο Γκαρσία Μάρκες, ο Λιόσα με την Ιστορία των χωρών τους της Λατινικής Αμερικής, το έκαναν πολλοί άλλοι.

Εμείς δεν κατορθώνουμε να επεξεργαστούμε σε ανάλογη προοπτική τη δική μας, τόσο μακρά και πολυκύμαντη Ιστορία, τόσο στενά και σε τόσο κομβικά σημεία συνυφασμένη με την παγκόσμια. Δεν το πετυχαίνουμε ούτε σε επίπεδο λαϊκού σίριαλ ούτε σε επίπεδο υψηλής τέχνης. Δεκάδες ιστορικά μυθιστορήματα γράφονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι ζήτημα αν υπάρχει ανάμεσά τους ένα που να μιλάει με τρόπο ικανό να συγκινήσει το διεθνές κοινό ως κάτι που το αφορά άμεσα, είτε από άποψη συναισθημάτων είτε από άποψη στοχασμού. Μιλώντας και γράφοντας σαν να είμαστε ο ομφαλός του κόσμου, γλιστράμε ολοένα περισσότερο προς τα οπίσθιά του. Πολιτισμικά και γι' αυτό αναπόφευκτα, θα το ξαναπώ, πολιτικά.


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Το αυγό ή τα αυγά του φιδιού;

Ακούμε να λέγεται τόσο επίμονα και νευρικά ότι δεν είναι φασίστες το 13%-15% των Ελλήνων που δηλώνουν αποφασισμένοι να ψηφίσουν Χρυσή Αυγή, ή το 7% που πράγματι την ψήφισαν πριν από λίγους μήνες, ώστε αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν ξόρκι, μια μαγική επίκληση για να διασκεδαστεί ένας βαθύτερος, ανομολόγητος φόβος: μήπως τελικά αυτό το σκοτεινό ρεύμα είναι κάτι περισσότερο από γέννημα της οικονομικής κρίσης, της αποσύνθεσης του πολιτικού συστήματος και του τρόμου μπροστά στην εγκληματικότητα των λαθρομεταναστών;

 Δεν ήταν φασίστες, αν το πάρουμε έτσι, ούτε το 44% των Γερμανών που ψήφισαν τον Χίτλερ το 1933. Απλώς μισούσαν τους κακομούτσουνους εβραίους «πλουτοκράτες», σιχαίνονταν τους μαυριδερούς τσιγγάνους, βδελύσσονταν και έτρεμαν τους «μογγόλους» μπολσεβίκους, αισθάνονταν αδικημένοι και ταπεινωμένοι από τους ισχυρούς της διεθνούς πολιτικής. Δεν ήταν φασίστες, έλπιζαν όμως πως ο φασισμός θα τους απάλλασσε από όλους αυτούς, μαζί και από τη δημοκρατία που τους ανεχόταν ή τους κανάκευε.

Τον γερμανικό φασισμό τον έθρεψαν οι Βερσαλλίες και το οικονομικό χάος της επιθανάτιας αγωνίας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αλλά δεν τον γέννησαν. Η Χρυσή Αυγή θέριεψε στο έδαφος που της πρόσφεραν οι συνθήκες της τελευταίας τριετίας. Αλλά οι ρίζες της διεισδύουν βαθύτερα στο εθνικό φαντασιακό μας από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.

Σχεδόν παντού στην Ευρώπη βρίσκονται σήμερα σε έξαρση ακροδεξιά κινήματα. Η Ελλάδα είναι όμως η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου ένα όχι απλώς ακροδεξιό αλλά απροκάλυπτα ναζιστικό κόμμα έχει τόσο μαζική αποδοχή. Ενώ αλλού η ακροδεξιά ρητορική εστιάζει, μάλλον αμυντικά, στην προστασία της εθνικής κουλτούρας από την πολιτισμική «διάβρωση» που συνοδεύει την παγκοσμιοποίηση, σ' εμάς μιλάει ανενδοίαστα για καθαρότητα της ελληνικής φυλής, λευκή ανωτερότητα και υπανθρώπους. Πουθενά αλλού ένα κόμμα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση δεν στρέφεται ανοιχτά κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και δεν ασκεί ωμή βία, καταπατώντας κάθε έννοια νομιμότητας υπό τα χειροκροτήματα πλήθους «φιλήσυχων» και «νομοταγών» πολιτών.

Πολλοί ξένοι απορούν πώς είναι δυνατό να έχει τόση απήχηση ένα τέτοιο κόμμα σε μια χώρα που υπέφερε τα πάνδεινα από τον ναζισμό, αλλά και του αντιστάθηκε ηρωικά. Αγνοούν ότι για πολλούς Ελληνες ο εχθρός δεν ήταν ακριβώς ο ναζισμός αλλά ο ούννος κατακτητής (άσε που για μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα έφταιγαν για τις θηριωδίες του οι αντάρτες, με τις «προκλήσεις» τους). Στην πραγματικότητα υπάρχουν στην επίσημη παιδεία μας, αλλά και στις λαϊκές αντιλήψεις, πολλά στοιχεία που φέρνουν ανησυχητικά προς τη φαιά ιδεολογία, στοιχεία από εκείνα που οι πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν «προφασιστικά».

Και ο πιο πιστός ψηφοφόρος του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία δεν νοιάζεται για το αν το σόι του κρατάει από τον Βερκιγγετόριξ. Και ο πιο φανατικός οπαδός του ουγγρικού Γιόμπικ δεν φαντασιώνεται πως στις φλέβες του ρέει ανόθευτο το αίμα του φύλαρχου Αρπαντ. Αλλά αποτελούν μειοψηφία οι Ελληνες που δεν πιστεύουν πως κατάγονται αναντάν μπαμπαντάν από τον Μιλτιάδη και τον Περικλή. Ο μύθος της φυλετικής καθαρότητας του ελληνικού έθνους δεν είναι επινόηση της Χρυσής Αυγής. Είναι βασικό συστατικό του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος ανέκαθεν αναζητούσε βιολογικά ερείσματα. Απειρες οι «επιστημονικές» πραγματείες που γράφτηκαν και γράφονται για να αποδείξουν ότι ακόμη και οι αλλόγλωσσες ή αλλόθρησκες εθνοτικές ομάδες που ζουν στον ελλαδικό χώρο είναι «φυλετικά» γνήσια ελληνικές. Ακόμη και φωτισμένοι έλληνες συγγραφείς και ποιητές αποκαλούσαν μέχρι πριν από τέσσερις-πέντε δεκαετίες το έθνος τους «φυλή» - μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια λογοτεχνία!  

Από τότε που δεν μπορούμε πια να ισχυριζόμαστε, γιατί η πραγματικότητα μας διέψευσε εκκωφαντικά, ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε είναι δυνατό να υπάρξει ρατσισμός προτάσσουμε ένα άλλο μύθευμα: ότι στην Ελλάδα δεν ρίζωσε ποτέ ο αντισημιτισμός. Ολοι οι ιστορικοί γνωρίζουν ότι πρόκειται για ψέμα, άλλο αν δεν το λένε ανοιχτά. Δεν είναι όμως μόνο ζήτημα Ιστορίας. Σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με εξαίρεση την Ουγγαρία, ο αντισημιτισμός δεν είναι σήμερα τόσο διάχυτος στα λαϊκά στρώματα όσο στην Ελλάδα. Είναι απίθανο να κάνεις μια βόλτα στην πόλη περνώντας από ψιλικατζίδικα, καφενεία, μανάβικα, μπακάλικα, χασάπικα, καφεκοπτεία, εστιατόρια χωρίς να ακούσεις τουλάχιστον ένα λογύδριο για τον σατανικό ρόλο των Εβραίων παντού και διαχρονικά. Πουθενά αλλού στον κόσμο, εκτός σε μερικές μουσουλμανικές χώρες, δεν υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που πιστεύουν ακόμη ότι τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» είναι αυθεντικό ντοκουμέντο.

Ενα χαρακτηριστικό γνώρισμα των φασιστοειδών μορφών εθνικισμού είναι το ιδεολόγημα του αιώνια αδικημένου και προδομένου έθνους, που το επιβουλεύονται γείτονες κατώτεροι φυλετικά και πολιτισμικά, αλλά στηριγμένοι στις πλάτες σκοτεινών δυνάμεων. Είναι φασιστοειδές ιδεολόγημα όχι μόνο για τις ρατσιστικές πτυχές του αλλά, προπαντός, επειδή η ιδέα ότι το έθνος περιζώνεται και απειλείται διαρκώς από εχθρικούς λαούς συνεπάγεται μια μόνιμη κατάσταση πολιορκίας, όπου είναι επιβεβλημένα όλα τα «έκτακτα» μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Η δημοκρατία, γι' αυτή την αντίληψη, είναι πολυτέλεια και μάλιστα οδηγεί στον συβαριτισμό, οπότε πρέπει να βρίσκεται πάντοτε υπό αναστολή. Εδώ δεν χρειάζονται επεξηγήσεις. Ολοι ξέρουμε ότι η περιγραφή αυτή ταιριάζει γάντι στην αυτοεικόνα μας ως έθνους που έδωσε τα φώτα στην οικουμένη, αλλά αντί για ευγνωμοσύνη εισπράττει από παντού αχαριστία, φθόνο και δόλιες συνωμοσίες κατά των συμφερόντων του και της ίδιας της ύπαρξής του, με μοχλό βάρβαρους γείτονες.

Εκπλήσσονται πολλοί για την έλξη που ασκεί η Χρυσή Αυγή ιδιαίτερα σε νέους. Κακώς εκπλήσσονται. Οχι μόνον επειδή η «εθνικά ορθή» παιδεία που παρέχεται στα σχολεία μας είναι σαν λεκιθίνη στο αυγό του φιδιού αλλά και επειδή η εναλλακτική «πολιτικά ορθή» διαπαιδαγώγηση από κάποιους δάσκαλους και παιδαγωγούς επιχειρείται με τρόπο που δεν μπορεί ν' αγγίξει τις ψυχές των νέων, τρέπει μάλιστα πολλούς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό ας το αφήσουμε όμως για μια άλλη φορά.    

Οι εντροπικοί ηγέτες της ντροπής



Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*
Η παρακμή ενός θεσμού είναι μια κλιμακούμενη διαδικασία. Αρχικά ο θεσμός παρέχει ανεπαρκώς τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει σχεδιασθεί (π.χ. η βραδυδικία του δικαιοδοτικού συστήματος). Μια πιο προχωρημένη μορφή παρακμής είναι η αυτο-αναφορικότητα: ο θεσμός προκρίνει τα συμφέροντα των μελών του από τις κοινωνικές ανάγκες (π.χ. προκλητικά βουλευτικά προνόμια). Τέλος, η παρακμή κορυφώνεται όταν ο θεσμός περιέρχεται σε κατάσταση αποδόμησης, είτε εξαιτίας φατριαστικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό του (βλέπε ΣΔΟΕ), είτε εξαιτίας πνιγηρής στασιμότητας.
Ο ακαδημαϊκός κ. Ρούσσος περιέγραψε παραστατικά τις διαδικασίες αποδόμησης που λαμβάνουν χώρα στο περιβάλλον στασιμότητας ενός έλους. «Στο έλος συντελείται δομική διαστρέβλωση των έμβιων διεργασιών», γράφει. «Ατέρμονες ζυμώσεις λαμβάνουν χώρα. Αναρίθμητοι μικρο-οργανισμοί [...] πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα συντηρώντας το έλος στο διηνεκές. Δεν έχουν να χαρίσουν προϊόντα, να δομήσουν. Μόνο αποδομούν. Τα παραπροϊόντα της ύπαρξής τους βάζουν την αναγνωριστική σφραγίδα στο έλος. Το έλος το οσφραίνεσαι, οσφραίνεσαι τη βρωμιά, τη δυσοσμία» («Κ», 19/8/2012).
Δεν ξέρω αν ο κ. Ρούσσος φανταζόταν ποτέ ότι η μεταφορική περιγραφή της στασιμότητας των ελλαδικών πανεπιστημίων θα αποκτούσε στοιχεία κυριολεξίας. Κι όμως συνέβη! Η απόλυτη παρακμή των ΑΕΙ δεν φαίνεται μόνο στις τεράστιες δυσκολίες τους να οργανώσουν εκλογές για τα Συμβούλια Διοίκησης, αλλά, πιο απτά, αποτυπώνεται στους τόνους σκουπιδιών που παρέλυσαν επί δυόμισι μήνες τη λειτουργία του ΑΠΘ.
Οταν ένας οργανισμός ασχολείται περισσότερο με τις διαδικασίες του και λιγότερο με τα αγαθά που προσφέρει ή, ακόμη χειρότερα, όταν τα παραπροϊόντα της λειτουργίας του υποκαθιστούν τις υπηρεσίες που θα έπρεπε να παράγει, τότε μιλάμε για πλήρη αποδόμηση.
Ο δημόσιος χώρος είναι, πρωτίστως, χώρος φυσικής συν-παρουσίας. Στα πανεπιστήμιά μας, όμως, η φυσική επικοινωνία είναι, συχνά, αδύνατη. Οταν ο δημόσιος χώρος έχει αλωθεί από τρομοκρατικές μειονότητες και ο «κοινός λόγος» έχει διαλυθεί, οι συμμετέχοντες μετατρέπονται σε «ιδιωτικά» άτομα - σε χομπσιανά υποκείμενα που αποσκοπούν στην εξουσιαστική κατίσχυση. Τότε ο δημόσιος χώρος δεν συνιστά χώρο συν-παρουσίας, αλλά πολεμική αρένα. Πεδίο αναφοράς των ιδιωτικών ατόμων δεν είναι οι κοινές αξίες του θεσμού, αλλά η εγωτική ύπαρξη των ιδίων ή της φατρίας τους. Η απαξίωση του δημόσιου χώρου συμβολίζει την απαξίωση του θεσμού: τα σκουπίδια απεικονίζουν υλικά τη «σαπίλα» που έχει ήδη διαβρώσει τον θεσμό. Η αποσύνθεση των σκουπιδιών κοινοποιεί την αποσύνθεση του θεσμού που τα παράγει.
«Αυτό που έχει αποτύχει πλήρως στην Ελλάδα είναι η ίδια η πολιτική ελίτ», παρατήρησε εύστοχα ο κ. Σόιμπλε. Η χώρα κατάντησε «σκουπίδι» (θυμηθείτε τα ομόλογα-«σκουπίδια» του χρεοκοπημένου μας κράτους) γιατί οι θεσμοί της απαξιώθηκαν, πρωτίστως από τους εντροπικούς ηγέτες της - ηγετικές ελίτ βαθιά ιδιοτελείς, μωροφιλόδοξες, ανίκανες, κι όχι σπάνια διεφθαρμένες.
Δείτε το ΑΠΘ. Για πάνω από εβδομήντα μέρες ο κ. Μυλόπουλος, ο πρύτανης του ΑΠΘ, συμπεριφερόταν ως παρατηρητής! Το γραφείο του ήταν κατειλημμένο από τραμπούκους απεργούς, το πανεπιστήμιο πλημμύριζε από σκουπίδια, αλλά ο δήθεν πρύτανης δεν πήρε καμία πρωτοβουλία για να αποκατασταθεί η στοιχειώδης ευρυθμία. Μετά δύο μήνες, μπήκε στον κόπο να προσθέσει την υπογραφή του σε ένα κείμενο μερικών δεκάδων συναδέλφων του που ζητούσαν την παρέμβαση του εισαγγελέα. Κι όταν ο εισαγγελέας παρενέβη, τι έκανε ο κ. Μυλόπουλος; Διαμαρτυρήθηκε για τη σύλληψη των καταληψιών! Τι στάση κράτησε η Σύνοδος των δήθεν Πρυτάνεων; Ζήτησε συμπαράσταση, διότι, λέει, οι πρυτανικές Αρχές «στοχοποιούνται» και «λειτουργούν υπό τη δαμόκλειο σπάθη της εισαγγελικής παρέμβασης»! Ναι, τέτοιου έρματος και αναστήματος ηγέτες διοικούν τα πανεπιστήμια!
Η χώρα κατάντησε το «σκουπίδι» της Ευρώπης επειδή οι θεσμοί της συστηματικά διοικούνται από εντροπικούς ηγέτες: μικρούς, ακατάλληλους ανθρώπους που όχι μόνο δεν επιλύουν προβλήματα, αλλά προσθέτουν αφειδώς «αταξία» (εντροπία) στους θεσμούς. Η κύρια έγνοια των εντροπικών ηγετών δεν είναι η προαγωγή των αξιών που εγγενώς διέπουν τη λειτουργία του θεσμού, αλλά η ικανοποίηση ιδιοτελών συμφερόντων, ναρκισσιστικών φαντασιώσεων, ή και των δύο. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον ανεπτυγμένο κόσμο, η ηγετική φιλοδοξία τους δεν εκπληρώνεται προσθέτοντας αξία στους θεσμούς που διοικούν («κερδίζω-κερδίζεις»), αλλά εξαντλείται με την κατάληψη όπως όπως του ηγετικού θώκου και την εγωπαθή απόλαυση της εξουσίας. Οι εντροπικοί ηγέτες αναδεικνύονται μέσα σε ένα πλαίσιο ιστορικά εμπεδωμένων, παρακμιακών αξιών: κομματοκρατίας, πελατειακών σχέσεων, φατριασμού, διαπλοκής, ανομίας, ισχνών θεσμικών αντιβάρων, έλλειψης εμπιστοσύνης, ανευθυνότητας και σατραπικής εξουσιαστικής συμπεριφοράς. Από ένα τέτοιο πλαίσιο ηγετίσκοι τύπου Μυλόπουλου αντλούν το λεξιλόγιό τους, τα κίνητρά τους, τις μεθόδους τους. Είναι άραγε εφικτή η ανάδειξη άλλου τύπου ηγετών σε ένα τέτοιο παρακμιακό πλαίσιο; Ομολογώ ότι δεν έχω την απάντηση.
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Δημόσιο χωρίς «δήμο»

Του Αριστου Δοξιαδη*
Οποιος έχει ασχοληθεί, γνωρίζει το παράδοξο του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα. Ενώ οι δημόσιες δαπάνες για παιδεία, υγεία και συντάξεις ήταν σχετικά υψηλές, το κοινωνικό τους αποτέλεσμα ήταν απαράδεκτα χαμηλό. Το σύστημα συντάξεων είχε την παγκόσμια πρωτοτυπία να ανακατανέμει το εισόδημα προς τα πάνω. Το δημόσιο σχολείο, με σχεδόν την υψηλότερη αναλογία δασκάλων προς μαθητές στην Ε.Ε., είχε σχεδόν τις χειρότερες επιδόσεις στις διεθνείς εξετάσεις PISA. Στο σύστημα υγείας, οι ανισότητες στην πρόσβαση ήταν τριτοκοσμικού επιπέδου.
Η αιτία είναι ότι δεν υπήρχαν ισχυροί παίκτες να υπερασπιστούν την ποιότητα και την ισότητα των παροχών. Αυτό είναι επίσης παράδοξο. Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτικών και των πολιτών, διαχρονικά, ομνύουν στη δημόσια παιδεία και στην κοινωνική ασφάλιση. Οσοι, ελάχιστοι, προτείνουν μικρότερο κοινωνικό κράτος με αυξημένο ρόλο της αγοράς, θεωρούνται από γραφικοί ως ανάλγητοι. Υπήρχαν λοιπόν πολλοί ισχυροί που υπερασπίζονταν το ύψος των κοινωνικών δαπανών και τον αριθμό των απασχολούμενων στις υπηρεσίες. Δεν νοιάζονταν όμως για το αποτέλεσμα.
Ο κύριος λόγος, πιστεύω, βρίσκεται στη συμπεριφορά των ελίτ. Δεν εννοώ τους πολύ πλούσιους, οι οποίοι σε κάθε κοινωνία επιλέγουν ιδιωτικές λύσεις για σχολεία, πανεπιστήμια και γιατρούς. Εννοώ τους πολιτικούς και άλλες ομάδες που διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο, έχουν ιδιαίτερη πρόσβαση στην πολιτική εξουσία και ασκούν οι ίδιοι καθημερινή εξουσία στις ζωές των πολλών: δημοσιογράφοι, δικηγόροι, πανεπιστημιακοί, μηχανικοί, κ.ά., αλλά και η «εργατική αριστοκρατία» που ελέγχει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Είναι, σε γενικές γραμμές, αυτοί που ο Γκράμσι ονόμαζε οργανικούς διανοούμενους.
Σε χώρες με καλό κοινωνικό κράτος, η πλειονότητα αυτών των ομάδων έχουν ταυτίσει τις προσωπικές τους τύχες με το μεγάλο πλήθος των εργαζομένων και των αδύναμων που ωφελούνται από αυτό. Στέλνουν τα παιδιά τους στο δημόσιο σχολείο, πηγαίνουν στο δημόσιο νοσοκομείο, παίρνουν σύνταξη με τους ίδιους κανόνες όπως όλοι οι άλλοι.
Ενώ εδώ, στη χώρα της υποκρισίας, όλες αυτές οι ομάδες διεκδικούσαν και πετύχαιναν εξαιρέσεις μέσα στο κοινωνικό κράτος, ή επέλεγαν ιδιωτικές λύσεις. Τα ευγενή επαγγέλματα είχαν τα δικά τους ταμεία, προνομιούχα και επιχορηγούμενα με ειδικούς πόρους. Είχαν ιδιαίτερες συμβάσεις με ιατρούς και κλινικές.
Οσο μεγαλύτερος ήταν ο σαματάς για τις χαμηλές συντάξεις «πείνας», τόσο μεγάλωναν οι ψηλότερες, με ρυθμίσεις και επιδόματα που δεν ωφελούσαν τους φτωχούς. Διαχρονικά οι ελίτ διεκδικούσαν υψηλές κοινωνικές δαπάνες, αλλά φρόντιζαν να παίρνουν από αυτές τη μερίδα του λέοντος.
Στην παιδεία, οι αντικαπιταλιστές πολιτικοί στέλνουν τα παιδιά τους στα καλά ιδιωτικά σχολεία, και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι τους δικαιολογούν - ενώ στη Βρετανία έγινε σάλος όταν μια πρώην υπουργός Παιδείας των Εργατικών έστειλε τον δυσλεκτικό γιο της σε ειδικό ιδιωτικό σχολείο. Οι πανεπιστημιακοί που με πάθος αγωνίζονται για να μην αλλάξει το άθλιο ελληνικό πανεπιστήμιο φοίτησαν οι ίδιοι στο LSE, στέλνουν το παιδί τους στην Οξφόρδη, και κανένας δεν εξεγείρεται γι’ αυτήν την αντίφαση.
Η συμπεριφορά των «οργανικών διανοουμένων» έχει επίπτωση στις επιλογές που κάνουν οι υπόλοιποι πολίτες όταν μπορούν. Το παιδί θα πάει στο φροντιστήριο για τα αγγλικά και ίσως θα ετοιμαστεί με ιδιαίτερα για τις πανελλαδικές. Τον γιατρό θέλει να τον διαλέξει ο ίδιος ο ασθενής, και δεν θα δεχθεί κανόνες που κατανέμουν αυτόματα τις περιπτώσεις. Είναι λογικές αυτές οι επιλογές όταν τα δημόσια σχολεία και ιατρεία είναι τόσο ανεπαρκή. Δεν παύουν όμως να δηλώνουν μια απάθεια για τα κοινά, μια μοιρολατρική σχεδόν αντίληψη ότι δεν μπορεί κανείς να τα βελτιώσει με συλλογική δράση. Ετσι αντί να διεκδικούν καλύτερες μεθόδους διδασκαλίας και κυρώσεις για τους ανεπαρκείς δασκάλους, οι γονείς σιωπούν, πληρώνουν φροντιστήρια, και μερικοί ξεσπάνε στην τρόικα.
Καταλήξαμε να έχουμε ένα μεγάλο Δημόσιο, χωρίς όμως τον αντίστοιχο «δήμο» όπου να συζητιούνται προβλήματα και απαντήσεις και να παίρνονται αποφάσεις γενικής εφαρμογής. Αντί για δήμο έχουμε ιδιωτικές και συντεχνιακές λύσεις. Ακόμα και στο ΙΚΑ, που είναι γενικός και όχι συντεχνιακός φορέας, δεν έχει νόημα η συζήτηση για το γενικό όριο ηλικίας, αφού μόνο το 15% των συνταξιούχων βγαίνει με αυτό το όριο - τόσες πολλές είναι οι εξαιρέσεις.
Εγραφα σε προηγούμενο κείμενο ότι πρέπει να αναζητήσουμε τη σιωπηρή συναίνεση στη βάση της κοινωνίας για να σκεφτούμε πώς θα πορευτούμε. Η συναίνεση για το κοινωνικό κράτος ώς τώρα ήταν περίπου η εξής: να είναι μεγάλο, αλλά χωρίς γενικούς και αυστηρούς κανόνες, ώστε να μπορούν μερικοί να ωφεληθούν από εξαιρέσεις, αν βρουν τρόπο νομότυπο ή και παράνομο. Το κράτος των εξαιρέσεων έφτασε στο αδιέξοδο. Πώς μπορεί να αναμορφωθεί, απηχώντας όμως μια ευρεία συναίνεση;
Ενα μέρος της απάντησης το δίνει η τρόικα: ενοποιήστε φορείς και ταμεία, για να υπάρχουν γενικοί κανόνες και στοιχειώδης προγραμματισμός, που είναι προαπαιτούμενα του δημοκρατικού ελέγχου. Προσθέτω εγώ: και για να έχουν οι ελίτ συμφέρον να τα βελτιώσουν για όλους.
Την υπόλοιπη απάντηση πρέπει να τη δώσουν οι οργανικοί διανοούμενοι. Είτε μερικοί από τους παλαιότερους, αν έχουν καταλάβει τι έγινε, είτε ένας νέος τύπος που γεννιέται τώρα στις ομάδες ακτιβιστών και στα κοινωνικά δίκτυα. Σε ποια κατεύθυνση, και με ποιες προϋποθέσεις, μένει για επόμενο άρθρο.
*Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι οικονομολόγος και στέλεχος εταιρείας venture capital.

Μια πόλη παλίμψηστο

Την ιστορία της Θεσσαλονίκης μπορεί κάποιος να τη δει με τον παλαιό σχολικό τρόπο ως ολοκλήρωση της εθνικής επικράτειας από δύο χαρισματικούς ηγέτες, τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, μπορεί όμως και να τη δει στο πλαίσιο των αλλαγών που αναδιοργάνωσαν τη μισή Ευρώπη, διαλύοντας τρεις αυτοκρατορίες, δημιουργώντας πολλά νέα κράτη, ακόμη περισσότερες μειονότητες και μερικά εκατομμύρια προσφύγων, ανάμεσά τους και οι δικοί μας του 1922. Στον στρόβιλο αυτό, που συνεχίστηκε με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλές πόλεις άλλαξαν επικυρίαρχους, όνομα και πληθυσμό. Μια από αυτές είναι η Θεσσαλονίκη.
Υπήρξε μια τυπική ανατολίτικη και κοσμοπολίτικη, πολυεθνική και πολυθρησκευτική πόλη στις αρχές του αιώνα, που κυριολεκτικά μεταστοιχειώθηκε. Στον 20ό αιώνα η πόλη έμοιαζε με παλίμψηστο. Καθώς σβηνόταν το παλιό κείμενο, γραφόταν πάνω ένα καινούργιο. Χάνοντας μία-μία τις μεγάλες και μικρές κοινότητές της δεν έχανε μόνο ανθρώπους. Εχανε τρόπους ζωής, γειτονιές, στέκια, γλώσσες, έντυπα, κουλτούρες. Και πάνω στα παλιά ίχνη έρχονταν νέοι άνθρωποι, νέες κοινότητες και έγραφαν τον δικό τους πολιτισμό, και άφηναν τα δικά τους ίχνη. Στους δύο πολέμους χάθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης και την εγκατέλειψαν ο μουσουλμανικός και ο σλαβικός πληθυσμός της. Σβήστηκε η παρουσία τους στον χώρο, η γλώσσα τους, ο πολιτισμός τους. Ηλθαν άλλοι, οι πρόσφυγες της Μικρασίας, της Θράκης και του Πόντου, και έκαναν τις δικές τους γειτονιές. Στα μεταπολεμικά χρόνια ήρθαν οι εσωτερικοί πρόσφυγες από τα χωριά που δοκιμάστηκαν από τον Εμφύλιο. Και εκεί που η πόλη από πολυεθνική έγινε μονοεθνική, έφτασαν μετά το 1989 καινούργιοι πρόσφυγες, και την έκαναν ξανά πολυεθνική, φέρνοντας μαζί τον τρόπο της ζωής τους, τη γλώσσα τους και τις συνήθειές τους. Πάνω στο σώμα της πόλης γράφηκαν νέα ονόματα, ακούστηκαν νέοι ήχοι, μύρισαν καινούργια φαγητά.
Οι μεταστοιχειώσεις αυτές της πόλης συντελέστηκαν σε όλα τα πεδία. Στο παραγωγικό, στο πολιτικό και στο πολιτισμικό. Καθώς άλλαξε η κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού, άλλαξε εν τέλει και η πολιτική φυσιογνωμία της πόλης.
Η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη που τη χαρακτήριζε η πόλωση, την οποία την ενίσχυαν και ο πολυεθνικός της χαρακτήρας αλλά και το γεγονός ότι βρισκόταν κοντά στα σύνορα, σε περιοχές μήλον της Εριδος ανάμεσα σε γειτονικά κράτη, σε περιοχές πεδία του Εμφυλίου Πολέμου, στη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου που δίχαζε την Ευρώπη και τον κόσμο. Η Θεσσαλονίκη επομένως είχε ισχυρή Αριστερά και μια ισχυρή Δεξιά, με ακραίες προεκτάσεις.
Η Αριστερά είχε τις ρίζες της στους εβραίους Σοσιαλιστές της Φεντερασιόν, στους καπνεργάτες, στους πρόσφυγες. Τρεφόταν από μια εργατική κουλτούρα που στη Θεσσαλονίκη είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς και από το Πανεπιστήμιο με τις προοδευτικές για την εποχή παραδόσεις και το φοιτητικό του κίνημα. Είχε τα συνδικάτα της, τις «κόκκινες» συνοικίες της, τους δημάρχους της, τους ποιητές και τη λογοτεχνία της, τα σύμβολά της, τα ανθρώπινα και οικογενειακά δίκτυα αλληλεγγύης. Υπήρχε μια διανοούμενη Θεσσαλονίκη η οποία επειδή ήταν μακριά από τα αθηναϊκά κέντρα εξουσίας ήταν πιο ανεξάρτητη, πιο κριτική, λιγότερο βιαστική, επικοινωνούσε χωρίς ενδιαμέσους με τα μεγάλα διεθνή ρεύματα. Ο κόσμος αυτός συγκροτούσε έναν πολιτισμό. Εναν πολιτισμό καθημερινό, που οριζόταν στον χώρο από διαδρομές και στέκια (καφενεία, ταβέρνες, βιβλιοπωλεία), και στον χρόνο από τις τακτικές εβδομαδιαίες συναντήσεις της παρέας και τις πολιτικές ή λογοτεχνικές εκδηλώσεις.
Η Δεξιά είχε τις καταβολές της στις εθνοτικές συγκρούσεις που κληροδότησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, αλλά και στις φασίζουσες οργανώσεις του Μεσοπολέμου. Στη μεταπολεμική περίοδο επιβίωσαν πολιτικά ή παραπολιτικά μορφώματα που δημιουργήθηκαν στην Κατοχή, σε συνεργασία με τις κατοχικές αρχές, τα οποία έλαβαν μέρος στη νομή των εβραϊκών περιουσιών (άλλο ένα απαραβίαστο κεφάλαιο στην ιστορία των μεταπολεμικών οικονομικών ελίτ της πόλης). Αυτά τα μορφώματα επιβίωσαν παρασιτώντας στις επίσημες δομές της πολιτικής ζωής στα μετεμφυλιακά χρόνια δημιουργώντας μαζί με αυτές ένα εκρηκτικό μείγμα διακυβέρνησης το οποίο σε δύο δεκαετίες συσσώρευσε πέντε πολιτικές δολοφονίες (Γιάννης Ζεύγος, Τζορτζ Πολκ, Γρηγόρης Λαμπράκης, Γιάννης Χαλκίδης, Γιώργος Τσαρουχάς). Πέντε δολοφονίες, από τους οποίους δύο βουλευτές, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δημιουργούν στίγμα για την πόλη. Αυτή ήταν η Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών.
Η πόλη υπέστη επίσης και τις συνέπειες των αλλαγών στα Βαλκάνια, τόσο με την υπόθεση του ονόματος της Μακεδονίας όσο και με την καινούργια μετανάστευση από τις πρώην ανατολικές χώρες. Μετά το 1990 η ονοματολογία απορρόφησε τόσο πολύ τη δυναμική της πόλης ώστε η ιδιαίτερη προσωπικότητά της διαλύθηκε σε έναν νέο εθνικισμό. Πρόκειται για ένα μείγμα αναφορών σε στρατιωτικά κατορθώματα του παρελθόντος και στην Εκκλησία, το οποίο συγκροτεί τη δομή και την αισθητική της τυπικά βαλκανικής παραλλαγής εθνικισμού: αυτού του τύπου τον εθνικισμό μπορεί να τον συναντήσει κάποιος σε όλες τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Μια ιδεολογία που έγινε το εξαγνιστήριο λουτρό για να ξαναμπούν στη δημόσια σφαίρα άνθρωποι και ιδέες εξοβελισμένες από την εποχή της δικτατορίας. Το παλαιό πολύπαθο πρόσωπο της πόλης χάνεται κάτω από μια νέα ρητορεία. Η συζήτηση για τις ταυτότητες επισκίασε τις πολλαπλές ταυτότητες της πόλης. Κυρίως επισκίασε τη συζήτηση για το μέλλον. Παρ' όλα αυτά η πόλη σκιρτά. Η κρίση δημιουργεί δίκτυα αλληλεγγύης, κοινότητες προβληματισμού. Γίνονται πρωτοποριακά πράγματα στην τέχνη και στα μουσεία, και αυτά αντισταθμίζουν ως έναν βαθμό την επίσημη ομοιομορφία. Αυτοί είναι οι πυρήνες μιας «άλλης» Θεσσαλονίκης, δημιουργικής, στοιχεία ενός δυνητικά νέου προσώπου της πόλης.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το βαρύ τίμημα του φασισμού

Ο εορτασμός ιστορικών επετείων συνδέεται ευθέως και με σαφήνεια με ένα καθήκον μνήμης, την ανάγκη υπενθύμισης στην κοινωνία, και κυρίως στις νεότερες γενιές, ενός κοινού παρελθόντος, με διδακτικούς στόχους. «Να μην ξεχάσουμε» είναι η προτροπή που διατυπώνεται σταθερά σε κάθε επέτειο, όπως τον περασμένο μήνα για τα ενενήντα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, με την υπενθύμιση ότι η μνήμη αποτελεί συστατικό της ταυτότητας και επομένως της επιβίωσης μιας ομάδας ή ενός έθνους.
Αραγε όμως εφαρμόζεται αυτό στην περίπτωση της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου; Τι θυμόμαστε και, κυρίως, τι υπενθυμίζουμε με τον εορτασμό της επετείου; Τι διδάσκεται στο σχολείο; Ποια είναι η επικαιρότητα του ιστορικού μαθήματος για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση στην Ελλάδα σήμερα;
Η πρώτη διαπίστωση που σχετικά εύκολα θα έκανε ένας εξωτερικός παρατηρητής είναι ότι η επέτειος αυτή έχει περιοριστεί στον εορτασμό του «ΟΧΙ» απέναντι στην ιταλική επίθεση, ως μιας πράξης εθνικής αξιοπρέπειας που προσιδιάζει στον χαρακτήρα των Ελλήνων ανά τους αιώνες, αποκομμένη από τα ιστορικά της συμφραζόμενα. Πρόκειται για την επέτειο ενός ιστορικού γεγονότος που έχει χάσει την ιστορικότητά του. Για λόγους που έχουν αναλυθεί αλλού, η Ελλάδα επέλεξε, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, να εορτάζει την έναρξη του πολέμου και όχι τη λήξη του. Η αυτολογοκρισία που επιβλήθηκε στην επίσημη Ιστορία με τη λήξη του Εμφυλίου, σε συνδυασμό με μια παράδοση σιωπών και λευκών σελίδων που χαρακτηρίζει εν γένει την εθνική Ιστορία, οδήγησε σε μια στρογγυλεμένη ερμηνεία της 28ης Οκτωβρίου. Οχι μόνο γιατί η Ομοσπονδιακή Γερμανία ήταν σύμμαχος στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και γιατί οι ιδεολογικοί συγγενείς και οι συνεργάτες των κατακτητών απολάμβαναν ασυλία.
Το γεγονός ότι η περίοδος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για την Ελλάδα δεν διδασκόταν (και κατά κανόνα δεν διδάσκεται ούτε σήμερα) και ότι η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου αποϊδεολογικοποιήθηκε για να προβάλλει μόνο την εθνική και όχι την πολιτική σύγκρουση εξηγεί γιατί σήμερα η ιδεολογία του φασισμού και του ναζισμού με την οποία συγκρούστηκε η Ελλάδα του 1940 έχει απήχηση στην Ελλάδα του 2012 μέσω της Χρυσής Αυγής. Εμφανίζεται έτσι το οξύμωρο σχήμα να προβάλλεται ως «πατριωτική» η ιδεολογία που χαρακτήριζε τους γερμανούς κατακτητές και στην οποία στηρίχθηκε η αιματηρή βία της Κατοχής. Η κατάκτηση της Ελλάδας, οι εκτελέσεις και οι δολοφονίες αμάχων, η λεηλασία της παραγωγής και οι εκτοπισμοί, ήταν αποτέλεσμα μιας ιδεολογίας φυλετικής ανωτερότητας και καθαρότητας. Η πρωτοφανής άνοδος αυτής της ιδεολογίας στη σημερινή Ελλάδα καθιστά το καθήκον μνήμης επιβεβλημένο στη φετινή επέτειο.
Η Κατοχή υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τον ελληνικό λαό: μέτρα καταστολής, αντίποινα, μαζικές εκτελέσεις, φυσική καταστροφή, πληθωρισμός, μαύρη αγορά, λεηλασία των οικονομικών πόρων της χώρας, κατάρρευση της εθνικής οικονομίας και φοβερός λιμός. Τον χειμώνα 1941-1942 υπολογίζεται ότι μόνο στην Αθήνα πέθαιναν κάθε μέρα 300 άνθρωποι. Ολέθρια υπήρξε η Κατοχή και για την τύχη των εβραίων της Ελλάδας. Μόνο το 17% των εβραίων που ζούσαν στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο επιβίωσε από τη ναζιστική κατοχή. Τον Οκτώβριο του 1944 ο γερμανικός στρατός θα εγκαταλείψει την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του μια χώρα κατεστραμμένη και στα πρόθυρα εμφύλιας σύγκρουσης.
Παρά την ήττα του Χίτλερ και των συμμάχων του, ιδεολογίες που συνδέονται μαζί τους, όπως ο φασισμός, ο ρατσισμός και αντισημιτισμός, δεν πέθαναν το 1945, με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εξακολουθούν να επιβιώνουν και να αναβιώνουν σε διαφορετικά σημεία της ευρωπαϊκής ηπείρου, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή, που πολλές χώρες δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση. Η Ελλάδα, περισσότερο από όλες. Ωστόσο οι ιδεολογικοί απόγονοι του ναζισμού άλλοτε προβάλλουν και άλλοτε αποκρύπτουν τους δεσμούς τους με το Γ' Ράιχ και την πολιτική του.
Σε κάποιες περιπτώσεις λοιπόν, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, αποσυνδέονται τα συστατικά στοιχεία της ναζιστικής ιδεολογίας - σοβινισμός, φυλετισμός, βία, αντικοινοβουλευτισμός, αυταρχισμός, μιλιταρισμός, ολοκληρωτισμός - από το όνομά της, ώστε να μη συνδεθούν οι ιδεολογικοί της απόγονοι με την ιστορική τους μήτρα. Αυτή είναι και η τακτική της Χρυσής Αυγής. Επιχειρεί την ιδεολογική της νομιμοποίηση μέσω της επίκλησης της ελληνικής αρχαιότητας, αποσιωπώντας την πραγματική της προέλευση. Ο λόγος είναι προφανής: η Ελλάδα πολέμησε εναντίον της φασιστικής Ιταλίας, αντιστάθηκε εναντίον της ναζιστικής κατοχής και πλήρωσε βαρύ τίμημα σε υλικές απώλειες και ανθρώπινα θύματα. Δεν είναι πολιτικά επωφελές να παραδεχθεί κάποιος ότι συντάσσεται ιδεολογικά με τους κατακτητές της χώρας του, ιδιαιτέρως μάλιστα όταν προβάλλει «πατριωτικό» προφίλ.
Για τους λόγους αυτούς, το μάθημα Ιστορίας που προσφέρει η 28η Οκτωβρίου είναι κρίσιμο. Δάσκαλοι και καθηγητές έχουν σήμερα την ευκαιρία να εξηγήσουν στα παιδιά για ποια ιδανικά και εναντίον ποιας ιδεολογίας οι παππούδες τους έδωσαν τη ζωή τους, να τους δείξουν το αποτρόπαιο πρόσωπο του ναζισμού στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο, καθώς και στα στρατόπεδα θανάτου του Αουσβιτς και της Τρεμπλίνκα, και να κάνουν τους μαθητές τους να αντιληφθούν ότι η χώρα τους υπήρξε ένα από τα τραγικά θύματα αυτής της ιδεολογίας που σήμερα αυτοπροβάλλεται ως «αντισυστημική» και ριζοσπαστική.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ευκαιρία για αναστοχασμό

Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος κατέχει μια εμβληματική θέση στη νεότερη ιστορία της χώρας. Μια σημαντική οθωμανική πόλη, αξιοζήλευτα τοποθετημένη ανάμεσα σε χερσαίους και θαλάσσιους δρόμους, κατοικημένη από μια πολυεπίπεδη και δραστήρια κοινωνία, προσέδωσε με την ενσωμάτωσή της ισχυρούς συμβολισμούς στην εθνική επέκταση των Ελλήνων. Ανήκε σε ζωτικούς για την εποχή χώρους όπως τα οθωμανικά εδάφη, τα Βαλκάνια, η Μακεδονία και ενίσχυσε την εθνική αυτοπεποίθηση για την επίτευξη των στόχων της Μεγάλης Ιδέας.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά, μπορούμε να σταθούμε σε δύο ζητήματα άμεσα συσχετισμένα με την ιστορία της Θεσσαλονίκης τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη επικαιρότητα. Η θυματοποίηση του έθνους και οι εγκλήσεις κατά των πάσης φύσεως «ισχυρών», «Μεγάλων Δυνάμεων» που επιβουλεύονται τα «εθνικά δίκαια» αποτελούν επαναλαμβανόμενο μοτίβο τμήματος της εθνικής μας ρητορικής. Στις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο το ελληνικό εθνικό κράτος διπλασίασε εδάφη και πληθυσμούς εν μέσω μιας ευρωπαϊκής και διεθνούς συγκυρίας που το έφεραν σε πλεονεκτική θέση απέναντι σε ανταγωνιστικά του εθνικά κράτη στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Υπ' αυτή την έννοια, η ενσωμάτωση μιας πόλης όπως η Θεσσαλονίκη αλλά και περιοχών όπως τα Επτάνησα ή η Θεσσαλία νωρίτερα, καθώς και η Ηπειρος, η Κρήτη κτλ., θα μπορούσε να διαβαστεί ως «ιστορία επιτυχίας» ενός εθνικού προγράμματος στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων. Αυτές οι εξελίξεις δείχνουν επίσης πως η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται μονίμως μεταξύ των θυμάτων των «Μεγάλων Δυνάμεων» και των ισχυρών αυτού του κόσμου και ότι ορισμένες εθνικές στρατηγικές αποδείχθηκαν επιτυχείς, στο πλαίσιο των ευρύτερων πολιτικών συγκυριών αλλά και στο πλαίσιο συνεκτικών χειρισμών. Στην πραγματικότητα, περισσότερο επισφαλής και επίφοβη από τη θέση των Ελλήνων στα μάτια των ξένων αποδείχθηκε λίγο αργότερα η θέση τους στα δικά τους μάτια. Η προσκόλληση σε ένα εθνικό πρόγραμμα με αξιώσεις συγκρότησης μιας αυτοκρατορίας ήταν ένα μάλλον εξαιρετικά μεγαλεπήβολο σχέδιο για τις δυνατότητες της χώρας. Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στο Μικρασιατικό Μέτωπο και η καταστροφή που επακολούθησε μαρτυρούν την αναγκαιότητα της επανεκτίμησης τόσο των δομικών υλικών της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας όσο και της συνοχής και των προοπτικών του συγκεκριμένου εθνικού προγράμματος στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών συσχετισμών.
Η ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, μας καλεί επίσης να ξανασκεφθούμε τις συναρμογές ανάμεσα σε εθνοτικούς, θρησκευτικούς και ταξικούς παράγοντες μέσα σε μια κοινωνία. Η Θεσσαλονίκη, μια κατά μείζονα λόγο «εβραϊκή πόλη», στις αρχές του 20ού αιώνα βίωσε τη διαδικασία της εθνικής ομογενοποίησης και του «εξελληνισμού», όπως και άλλες περιοχές που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Το φαινόμενο δεν ήταν ασυνήθιστο κατά την περίοδο που αναφερόμαστε και δεν αποτελούσε ελληνική ιδιαιτερότητα. Η ύπαρξη όμως μιας μεγάλης εβραϊκής κοινότητας με σημαίνουσα θέση στην πόλη προσέδωσε στη διαδικασία αυτή τα χαρακτηριστικά της συνάντησης με έναν «αρχετυπικό Αλλον» που ήταν οι Εβραίοι για την κυρίαρχη και ισχυρή τάση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Οι διακοινοτικές σχέσεις είναι βέβαια σύνθετες και πολυεπίπεδες. Ωστόσο οι κεντρικές πολιτικές γύρω από τον «εξελληνισμό» αλλά και οι διάχυτες αντιλήψεις για την ελληνική ταυτότητα δεν επέδειξαν δυστυχώς ανοσία ούτε στις διακρίσεις αλλά ούτε και στον αντισημιτισμό. Οι εθνοτικοί/θρησκευτικοί αλλά και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί τροφοδότησαν μια κλιμακούμενη αντισημιτική ρητορική που σημάδεψε την ιστορία τόσο της Θεσσαλονίκης όσο και της Ελλάδας. Οι πολιτικές διακρίσεων που αφορούσαν τόσο τις οικονομικές όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες έφθασαν ως την «πολιτική γκετοποίηση», τους χωριστούς εκλογικούς καταλόγους, αλλά και το άγριο πογκρόμ κατά των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Αυτές οι πολιτικές  ενισχύθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930 από τη δράση και τον λόγο εθνικιστικών οργανώσεων που αντλούσαν από τον ανερχόμενο εθνικοσοσιαλισμό. Η φυσική εξόντωση και ο αφανισμός  του συνόλου σχεδόν των Εβραίων της Θεσσαλονίκης αλλά και μεγάλου αριθμού των Εβραίων της υπόλοιπης Ελλάδας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ξεθεμέλιωσε μια παρουσία αιώνων στον ελληνικό χώρο. Αποτέλεσε μία από τις πιο εφιαλτικές και αποκρουστικές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας μας.
Οι ιστορικές επέτειοι θα μπορούσαν να αποτελούν ευκαιρία για αναστοχασμό. Τόσο η επέτειος για την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης όσο και η 28η Οκτωβρίου είναι σημαντικές στιγμές για να αναλογιστούμε το μακρινό αλλά και το πρόσφατο παρελθόν της Ελλάδας στο πλαίσιο μιας συγκυρίας όπου τα σκοτεινά και καταστροφικά πρόσωπα του ακραίου εθνικισμού, του ρατσισμού και της βίας ξεπροβάλλουν μπροστά μας - ή ίσως και μέσα μας.  

Η κυρία Εφη Γαζή είναι επίκουρη καθηγήτρια της Ιστορίας και της Θεωρίας της Ιστοριογραφίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Η δική μας ανίερη συμμαχία

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012
Μια από τις εθιμικές ανοησίες που κυκλοφορούν ακόμα και σήμερα, αντλώντας την πειστικότητά τους από τη δύναμη της αδράνειας που έχουν τα κλισέ, είναι ότι η πολιτική τάξη μας αντιστέκεται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από τον φόβο του πολιτικού κόστους. Ποιου πολιτικού κόστους τώρα πια; Τα κόμματα της εξουσίας έχουν καταρρεύσει ακριβώς λόγω των «εναλλακτικών μέτρων» που υιοθετούν για ν' αποφύγουν τις μεταρρυθμίσεις. Και ξέρουν πολύ καλά ότι η ελεύθερη πτώση τους θα συνεχιστεί ώς την εξαέρωσή τους όσο παίρνουν τέτοια μέτρα. Οπότε;
   Ο Πολ Κρούγκμαν, που μας αρέσει να τον επικαλούμαστε για τη σφοδρή κριτική του στις ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας, έχει δηλώσει επανειλημμένα κι εμφαντικά κάτι που προτιμούμε ν' αντιπαρερχόμαστε: ότι η Ελλάδα αποτελεί ειδική περίπτωση. Κι εξηγεί ότι ενώ στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παραπαίουν κάτω από το βάρος του χρέους και των ελλειμμάτων τους το πρόβλημα είναι οικονομικό, στην Ελλάδα είναι καθαρά πολιτικό.
   Ενας οικονομολόγος και στοχαστής του αναστήματος του Κρούγκμαν δεν μπορεί να εννοεί απλώς ότι η Ελλάδα βουλιάζει εξαιτίας της «αφροσύνης» των πολιτικών ταγών της. Εννοιες όπως αφροσύνη, επιπολαιότητα, ελαφρότητα κ.λπ. μπορεί να είναι γλαφυρές περιγραφές για πολλά πράγματα, από μια ατομική συμπεριφορά ώς ένα ορισμένο πολιτισμικό κλίμα, αλλά ποτέ δεν συνιστούν σοβαρή ερμηνεία πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων.
  
Στην πραγματικότητα, ο μύθος και το άλλοθι του πολιτικού κόστους ήταν ένα φτενό παραπέτασμα, που κατέπεσε με την κρίση, αφήνοντας να φανεί πεντακάθαρα αυτό που βρισκόταν πίσω του: ένα σύστημα που εφαρμόζει τη στυγνότερη ταξική πολιτική σ' ευρωπαϊκή χώρα. Η περιπέτεια της λίστας Λαγκάρντ δεν μας έμαθε κάτι που αγνοούσαμε. Hταν απλώς μια εκκωφαντική επιβεβαίωση του γεγονότος ότι το πολιτικό μας σύστημα, ακόμα και μπροστά στον κίνδυνο του ξαφνικού θανάτου του, προτιμά να μετακυλίει στις πλάτες εκείνων των οποίων υποτίθεται ότι υπολογίζει την ψήφο τα βάρη εκείνων των οποίων πράγματι υπολογίζει το χρήμα. Μας υπενθύμισε επίσης η λίστα Λαγκάρντ ότι οι σχετικά ισορροπημένες ταξικές δημοκρατίες (από την εποχή του Κλεισθένη όλες οι δημοκρατίες ταξικές είναι, δεν χωρούν εδώ ψευδαισθήσεις) αυτοπροστατεύονται, με θεσμικά όργανα που επεμβαίνουν δυναμικά και, στην ανάγκη, παράτυπα για να περιορίσουν εκείνες τις αμετροέπειες και αθεμιτουργίες των ελίτ που απειλούν το σύστημα. Ενώ στη δική μας, βάρβαρα ταξική δημοκρατία υπάρχουν νόμοι που φτιάχτηκαν για να ξεπλένουν προκλητικές ανομίες της άρχουσας τάξης, πολιτικοί ιθύνοντες που δεν διστάζουν να βιάσουν το δημόσιο συμφέρον και να εξαθλιώσουν ολόκληρα κοινωνικά στρώματα για να ταΐσουν την απληστία των χορηγών και πατρόνων τους. Αν έτσι συντριβεί η πολιτική καριέρα τους, το κόμμα τους, το ίδιο το πολιτειακό καθεστώς, μικρό το κακό γι' αυτούς. Θα συνεχίσουν μια χαρά τη ζωή τους με καλοπληρωμένες διαλέξεις σε ινστιτούτα του εξωτερικού ή ιδιωτεύοντας πολυτελώς, χάρη στις «οικονομίες» τους από τον πολιτικό τους μόχθο.

Eχω ταξιδέψει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες. Πουθενά αλλού δεν έχω δει την ολιγαρχία του πλούτου να επιδεικνύει αυτό τον πλούτο τόσο βάναυσα, τόσο αναίσχυντα (και κακόγουστα), με τρόπο που ασελγεί από κάθε άποψη πάνω στον περιβάλλοντα χώρο. Αν υπάρχει άλλη τόσο ακραία περίπτωση, φαντάζομαι ότι θα τη συναντήσει κανείς μόνο στη μετασοβιετική Ρωσία, όπου δεν έχω πάει. Τέτοιες ανισότητες δεν μπορεί να δημιουργήθηκαν απλώς από αδράνειες, παραλείψεις, αποτιτανώσεις του συστήματος. Χρειαζόταν γι' αυτές η συνειδητή συνέργεια της ιθύνουσας πολιτικής ελίτ.
Η οποία άλλωστε ταυτίζεται κοινωνικά ολοένα περισσότερο με την άλλη ελίτ, αυτή του χρήματος. Ο όρος «διαπλοκή» είναι υπερβολικά χλομός ή έχει γίνει ξεπερασμένος. Εδώ μιλάμε για κανονική σύντηξη. Τρανταχτή απόδειξη τα βιογραφικά όλων των πρωθυπουργών μας από το 1990 και δώθε. Δείχνουν ανθρώπους «από τζάκι», ανθρώπους που μεγάλωσαν με όλες τις ανέσεις και οι περισσότεροι δεν έχουν δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή τους. Η όποια κοινωνική ευαισθησία τέτοιων πολιτικών πηγάζει, στην καλύτερη περίπτωση, από ιδέες, όχι από βιώματα. Eτσι κι αλλιώς, για να το πάμε πιο πέρα, σε καμιά σελίδα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας δεν θα βρούμε πολιτικούς ηγέτες με την ταπεινή καταγωγή της «άκαρδης» Μάργκαρετ Θάτσερ, για παράδειγμα, ή της ακόμα πιο «άκαρδης» Aνγκελα Μέρκελ, αν και θα βρούμε αληθινά άκαρδους έλληνες ομολόγους τους. Ο κοτζαμπασισμός σ' εμάς αποδείχτηκε ανθεκτικότερος απ' ό,τι στη χώρα που μας κληροδότησε τη λέξη και τον θεσμό.

Μιλάμε συχνά για το στρατιωτικο-βιομηχανικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Απεχθής συμμαχία, φονική για πλήθος λαών, αλλά πάντως παραγωγική για την εθνική οικονομία. Εμείς εδώ έχουμε ένα πολιτικο-επιχειρηματικό κατεστημένο το οποίο δεν είναι μόνον απεχθές αλλά και αντιπαραγωγικό, που σημαίνει μακροπρόθεσμα φονικό για τον ίδιο τον λαό του (και η «μακρά προθεσμία» έχει ήδη εκπνεύσει). Μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματική ελίτ και μια πειθήνια σ' αυτή πολιτική ελίτ συνεργάζονται μέχρις αβύσσου για να συντηρήσει η καθεμιά τον παρασιτισμό της άλλης.    
    Το πώς η Ελλάδα θα μπορούσε ν' απαλλαγεί απ' αυτό το κατεστημένο χωρίς να θυσιάσει τις δημοκρατικές ελευθερίες της είναι ένας γρίφος που αμφιβάλλω αν μπορεί να λυθεί από ανθρώπινο σχέδιο. Μόνο στη δολιότητα της Ιστορίας μπορούμε να ελπίζουμε. Που σ' εμάς, βέβαια, μεταφράζεται συχνά με τον εθνομεταφυσικό όρο «ο θεός της Ελλάδας».

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

«Ουδείς αναμάρτητος»: πώς οι πολιτικοί αποποιούνται τις ευθύνες τους



Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*
Ενας άντρας έχει απατήσει τη γυναίκα του. Αυτή το ανακαλύπτει και του ζητάει εξηγήσεις: «Γιατί το ’κανες;». Ατάραχος αυτός, απαντά: «Ουδείς αναμάρτητος».
Γιατί θα έπρεπε να μας παραξενέψει μια τέτοια απάντηση; Πιο γενικά: τι είναι αυτό που καθιστά τέτοιου είδους απαντήσεις μη ικανοποιητικές; Κατά πρώτο λόγο, μια τέτοια απάντηση δείχνει ότι ο ομιλητής δεν έχει συνειδητοποιήσει το σφάλμα του, άρα δεν δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια. Παραπέμπει σε μια εγγενώς «αμαρτωλή» ανθρώπινη φύση, η οποία τον οδήγησε στη συγκεκριμένη πράξη. Αποσείει έτσι τη συγκεκριμένη ηθική ευθύνη που φέρει ως αυτόβουλο ον, χάριν μιας γενικής ανθρωπολογικής συνθήκης – «όλοι κάνουμε λάθη». Δεύτερον, δεν παρέχει μια αφήγηση που να ερμηνεύει τη συμπεριφορά του. Με τη γενική αναφορά στην ανθρώπινη φύση υπεκφεύγει, αφού δεν αναστοχάζεται τη δική του συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αποφεύγοντας να δώσει συγκεκριμένη εξήγηση, αποφεύγει το «λόγον διδόναι».
Ενας πρωθυπουργός, ο κ. Σαμαράς, ερωτάται από δημοσιογράφο στο Βερολίνο για τη σφοδρώς αντιμνημονιακή του ρητορική τα προηγούμενα δύο χρόνια, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Ατάραχος αυτός απαντά, μιμούμενος το διαβόητο «mea culpa» του Ανδρ. Παπανδρέου: «Ουδείς αναμάρτητος»! Με άλλα λόγια, ο κ. Σαμαράς είναι σαν να είπε: «Οπως όλοι, έχω κάνει λάθη στη ζωή μου. Η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν ένα από αυτά».
Η αφηρημένη ομολογία του ήταν μια απομίμηση ομολογίας ενοχής, μια ψευδεπίγραφη ανάληψη ευθύνης. Προσποιούμενος ότι αναγνωρίζει τις αστοχίες του, οικειοποιείται –και, πονηρά, προσπερνά– την κριτική: αποφεύγει τη βάσανο της εξήγησης που θα έπρεπε να παράσχει. Η εξήγησή του αναπόφευκτα θα είχε αυτοκριτικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απομείωσης του πολιτικού του κεφαλαίου. Αποφεύγοντας τη δημόσια αφήγηση των αστοχιών του, ξεφεύγει από τη δημόσια λογοδοσία.
Η υποψία μας για τη διπλή γλώσσα του πρωθυπουργού μετατρέπεται σε βεβαιότητα αν δούμε προηγούμενες παρεμφερείς δηλώσεις του. Τον Μάιο 2012, σε προεκλογική ομιλία στην Αρτα, είπε: «Εξακολουθώ και λέω ότι (το Μνημόνιο) είναι λάθος συνταγή». Σήμερα εμμέσως λέει: «Η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν λάθος». Θα προσέξατε ότι ο κ. Σαμαράς πιστεύει δύο αντιφατικά πράγματα συγχρόνως: και το Μνημόνιο ήταν λάθος και η αρνητική στάση του στο Μνημόνιο ήταν εσφαλμένη! Σχιζοφρενικό;
Θα αναρωτηθείτε πώς συμβιβάζει ένας άνθρωπος τόσο αντιφατικές απόψεις. Δεν υποφέρει από «γνωστική δυσαρμονία»; Απάντηση: Ενας απορροφημένος από το εγώ του πολιτικός δεν βιώνει την αντιφατικότητα ως προβληματική. Ο ναρκισσιστικός εαυτός του κατασκευάζει ad hoc νοητικά σχήματα που εκλογικεύουν τη λογική ασυνέπεια. Τα προβλήματα που χειρίζεται ένας πολιτικός είναι άλλωστε τόσο σύνθετα, που μπορεί να απομονώσει εκείνες τις πτυχές που διευκολύνουν την εκλογίκευση του ιδιοτελούς καιροσκοπισμού του.
Ετσι, την υπερψήφιση του δεύτερου Μνημονίου ο κ. Σαμαράς την αποκαλεί, στην ομιλία του στην Αρτα, «ψήφο για το κούρεμα του χρέους». Το πακέτο των 11,5 δισ. περικοπών το βαφτίζει, στην ομιλία του στο Ζάππειο τον περασμένο Απρίλιο, «περικοπές σπατάλης». Αν και κανένας ισχυρισμός από μόνος του δεν είναι αναληθής, η διατύπωσή του είναι φενακιστική: αποκρύπτει τη μεγάλη εικόνα, αναδεικνύοντας επιλεκτικά επιμέρους όψεις της. Η λογικοφάνεια υποκαθιστά τη λογική συνέπεια.
Επιπλέον, στο μέτρο που κάθε ισχυρισμός διατυπώνεται ενώπιον ακροατηρίου (πραγματικού ή νοητού), η λογική ασυνέπεια αμβλύνεται από την πολλαπλότητα των ρητορικών πλαισίων: σε κάθε ακροατήριο λες διαφορετικά πράγματα! Στις προεκλογικές σου ομιλίες βάλλεις κατά του Μνημονίου, αυτοσυγχαίρεσαι για τη διορατικότητά σου, και υπόσχεσαι ότι θα βρεις ανώδυνα «ισοδύναμα» μέτρα. Στη Μέρκελ, ταπεινωμένος, δεσμεύεσαι ότι θα εφαρμόσεις πιστά το Μνημόνιο! Η ποικιλία των ρητορικών πλαισίων ενθαρρύνει την καιροσκοπική προδιάθεση του ομιλητή. Οι λαϊκιστές το ξέρουν καλά: λες αυτά που θέλουν να ακούσουν οι εκάστοτε ακροατές σου!
Φυσικά, η λαϊκιστική πλειοδοσία και η καιροσκοπική συμπεριφορά δεν χαρακτηρίζουν μόνο τον κ. Σαμαρά – διαπερνούν όλο το πολιτικό φάσμα. Τα κόμματα προσποιούνται ότι αναλαμβάνουν δεσμεύσεις, τις οποίες καιροσκοπικά αγνοούν. Τελευταίο παράδειγμα, η δήθεν «προγραμματική συμφωνία» των τριών κυβερνητικών κομμάτων: ένα κείμενο άνευ αξίας πλέον, αφού βασικές δεσμεύσεις του ήδη αθετήθηκαν!
Ποιο είναι το πρόβλημα με αυτό τον καιροσκοπικό («στρατηγικό») τύπο ομιλίας; Ευτελίζει την πολιτική γλώσσα και τις ηθικές δεσμεύσεις που εγγενώς αναλαμβάνουν οι συν–ομιλητές, προάγει την ασυνεννοησία, και ενθαρρύνει τον ναρκισσισμό. «Αλλα μας λέγατε προεκλογικά», φώναζαν πρόσφατα οι συνδικαλιστές της Ν.Δ. «Αλλα λέγαμε στην προγραμματική συμφωνία», επισημαίνουν οι διαφωνούντες βουλευτές της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ.
Η έλλογη συμμετοχή μας στην πολιτική κοινότητα προϋποθέτει ότι η επικοινωνία μας αποσκοπεί πρωτίστως στην αμοιβαία κατανόηση. Αυτό συμβαίνει όταν είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε ο ένας τους ισχυρισμούς του άλλου, το οποίο προϋποθέτει ότι οι ισχυρισμοί αντανακλούν αξιόπιστα τις πεποιθήσεις μας. Με άλλα λόγια, η συν–ομιλία μας διαπερνάται από την υπόρρητη προσδοκία «να ειπωθεί η αλήθεια». Οχι ότι δεν χρησιμοποιούμε «στρατηγικά» τον λόγο μας, αλλά, ακόμη και αυτή η χρήση καθίσταται εφικτή στο μέτρο που συν–εννοούμαστε. Η «στρατηγική» χρήση της γλώσσας προϋποθέτει την κατανοητική («επικοινωνιακή») χρήση: για να παραπλανήσουμε πρέπει να προσποιηθούμε ότι δεν το κάνουμε! Ακόμα και ο Τσοχατζόπουλος διατείνεται ότι «υπηρέτησε την Ελλάδα»!
Το δράμα της χώρας δεν αποτυπώνεται μόνο στην οικτρή δημοσιονομική της κατάσταση, αλλά και στην ευτέλεια της γλωσσικής συμπεριφοράς των πολιτικών της.
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Οι ορφανές μεταρρυθμίσεις


Οι ορφανές μεταρρυθμίσεις

23/04/2012



Φωνάζουν, διχάζουν  και αλλάζουν βαρειές κουβέντες τα κόμματα σε τούτο τον εκλογικό αγώνα, αλλά αν πιστέψουμε τα λόγια τους συμπίπτουν σε μερικούς μεγάλους στόχους: έντιμη και αποτελεσματική διοίκηση, κοινωνική αλληλεγγύη, ανάπτυξη. Ποιός λέει όχι σε αυτά; Συμπίπτουν, αριστεροί και δεξιοί, μεταρρυθμιστές και αντι-μνημονιακοί (για να μην πω μνημονιακοί και αντι-μεταρρυθμιστές και στεναχωρήσω). Διαφέρουν στον τρόπο. Άλλοι ζητάν αλλαγή προσώπων, άλλοι ψάχνουν περισσότερους πόρους, άλλοι προτάσσουν μεταρρυθμίσεις.
Από αυτά τα τρία (πρόσωπα, πόροι, μεταρρυθμίσεις) το τρίτο έχει μακροπρόθεσμα την πιο μεγάλη σημασία  -- ποιές θα είναι και αν θα γίνουν. Στο σημείωμα αυτό, και σε δύο επόμενα, γράφω για τις μεταρρυθμίσεις που σχετίζονται με τους μεγάλους κοινούς στόχους. Κατά σειρά, με τη δημόσια διοίκηση, το κοινωνικό κράτος, και την ανάπτυξη.

Δημόσια Διοίκηση

Από όλες τις αλλαγές που προβλέπει το Μνημόνιο, αυτές που έχουν συζητηθεί λιγότερο, και που είναι άφαντες στον εκλογικό αγώνα, είναι οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις.  Κανένας δεν εναντιώνεται σε αυτές ρητά. Ακόμα και οι πιο ακραία αντι-μνημονιακοί, λένε , «μα δεν αντιλέγω, φυσικά θάπρεπε να γίνουν αυτά» και μετά αλλάζουν την κουβέντα. Κανένας δεν εκλείσε τους δρόμους για να μη γίνουν, δεν φωνάζει στα κανάλια, δεν στοχοποιεί φανερά τους (λίγους) πολιτικούς που τις προωθούν. Τις ίδιες όμως, κανένας δεν τις υποστηρίζει σθεναρά. Είτε άρχισαν να υλοποιούνται είτε όχι, ελάχιστοι το έχουν μάθει. Αν κάπου σκαλώσουν κανένας δεν θα βγει να φωνάξει και να ζητήσει ευθύνες. Είναι τα ορφανά της πολιτικής: όλοι λένε οτι τις συμπαθούν, και κανένας σχεδόν δεν  σηκώνει το βάρος της υιοθεσίας.
Είναι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, η ηλεκτρονική παρακολούθηση της αγοράς του φαρμάκου και των ιατρικών υλικών, οι ηλεκτρονικές δημοπρασίες. Είναι το μητρώο των δημοσίων υπαλλήλων και η ενιαία αρχή πληρωμών. Είναι η Διαύγεια (που, για να είμαστε δίκαιοι, την ξεκίνησε ο Γιώργος Παπανδρέου πριν το Μνημόνιο). Είναι το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα σε νοσοκομεία και ΟΤΑ, και η κεντρική αναλογιστική παρακολούθηση των ασφαλιστικών ταμείων. Είναι η αυτοματοποίηση στις διαδικασίες έγκρισης των επιχορηγήσεων για επενδύσεις. Είναι οι αριθμητικοί δείκτες απόδοσης των ΔΟΥ, που θα μπορούσαν να επεκταθούν σε πολλές άλλες υπηρεσίες. Είναι οι μηχανισμοί παρακολούθησης του πετρελαίου που δυσχεραίνουν το λαθρεμπόριο. Είναι και πολλά παρόμοια που δεν έχουν μπει στο Μνημόνιο, αλλά που ισχύουν σε όλες τις αναπτυγμένες δημοκρατίες.
Μερικά μέτρα, όπως το διπλογραφικό, έχουν προταθεί από την αρχή της μεταπολίτευσης, και για τα πιο πολλά δεν υπάρχουν ισχυρές ιδεολογικές ενστάσεις (αν και κάποτε η ΕΙΝΑΠ θεωρούσε την κατάρτιση ισολογισμών των Νοσοκομείων πρόκριμα ιδιωτικοποίησης, λες και μόνο οι ιδιώτες πρέπει να ενδιαφέρονται για τον έλεγχο των δαπανών). Επρεπε όμως να φτάσουμε στο τέλος της μεταπολίτευσης, στη χρεοκοπία και στην τρόικα, για να αρχίσουν να εφαρμόζονται. Γιατί, άραγε;
Υπάρχει μια δευτερεύουσα και μια κύρια αιτία. Η δευτερεύουσα είναι οτι η διοικητική τεχνολογία χρειάζεται επιμονή και χρόνο για να εφαρμοστεί και να φέρει ορατό αποτέλεσμα. Η προεργασία που πρέπει να γίνει (π.χ. βάσεις δεδομένων  και οι διαδικασίες για την ενημέρωση τους) είναι τελείως αόρατη. Οι υπουργοί δεν μπορούν να την διαφημίσουν στα κανάλια, και οι μεγαλοδημοσιογράφοι δεν μπορούν να επιδείξουν ούτε αγανάκτηση ούτε υπεροψία όταν την μελετάνε. Ο κόσμος χασμουριέται. Οι υπουργοί ξέρουν οτι θα έχουν φύγει μετά από 18 μήνες, και την δόξα του αποτελέσματος θα την καρπωθεί κάποιος επόμενος. Συνεπώς, το προσωπικό πολιτικό κίνητρο υπέρ αυτών των αλλαγών είναι μικρό.
Η κύρια αιτία είναι οτι οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν τον τρόπο δουλειάς εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων, και απειλούν είτε τις θέσεις εργασίας είτε τα άδηλα εισοδήματα πολλών από αυτούς. Για αυτό συναντούν αντιστάσεις, πότε πολλές και μικρές, πότε σθεναρές και αποφασισμένες, που είναι αρκετές να αποθαρρύνουν τους ετσι κι αλλιώς απρόθυμους υπουργούς.
Οι πρακτικές που θίγονται από τις τεχνικές αλλαγές βρίσκονται σε όλους τους τομείς του κράτους. Οι αξιωματούχοι και λειτουργοί θα χάσουν τη διακριτική ευχέρεια να δώσουν ένα επίδομα, να αρνηθούν μιά άδεια λειτουργίας, να γράψουν  ένα ακριβό φάρμακο ή μια εξέταση, να κλείσουν μάτι στον γονιό οτι το παιδί πρέπει να κάνει ιδιαίτερο, να αναθέσουν ένα έργο, να αφήσουν να χτιστεί ένα σπίτι σε αμφισβητούμενη ζώνη, να προσλάβουν τρεις κηπουρούς για ένα στρέμμα τσιμέντο.
Μέχρι τώρα τις πρακτικές τους τις αποδέχονται σιωπηρά οι συνάδελφοι τους, και  πολίτες που τις υφίστανται. («έτσι γίνονται οι δουλειές» -- «αυτή είναι η Ελλάδα»). Τις στηρίζει, έμμεσα, η πολιτική ηγεσία. Τις επιτρέπει ένα μεγάλο πλέγμα από νόμους και εγκυκλίους που δίνει την δυνατότητα  στους υπαλλήλους  ατομικά ή σε μικρές ομάδες να αποφασίζουν για την κατανομή πόρων στην κοινωνία, χωρίς πραγματική λογοδοσία. Τις υποστηρίζει η κρατούσα τεχνολογία στο δημόσιο, των χάρτινων αρχείων, των ελάχιστων ελέγχων, των πολλών υπογραφών και των αργών διαδικασιών. Η ουσία τους είναι η σχέση εξουσίας πάνω στον απέναντι, που επιτρέπει στον αξιωματούχο να αποσπάσει σημαντικό οικονομικό όφελος, ή στη πιο ήπια περίπτωση, να διατηρήσει τη θέση εργασίας του και το μισθό του χωρίς να προσφέρει παραγωγικό έργο.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών πάνω στο επίπεδο και στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος είναι τεράστιο. Δεν είναι μόνο οι μίζες και οι αργομισθίες. Είναι το κόστος των προμηθειών του δημοσίου που εκτινάσσεται και πάει σε συγκεκριμένους προμηθευτές. Είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις που δεν γίνονται γιατί τις αποτρέπει η γραφειοκρατία και η διαφθορά, και αυτές που γίνονται μόνο επειδή θα ζήσουν από τα προνόμια. Είναι οι εξόφθαλμα άδικες «κονωνικές παροχές»  και τα περίεργα επιδόματα που κρύβονται στις υποπαραγράφους των υπουργικών αποφάσεων. Είναι τα ιδιαίτερα μαθήματα και τα περιττά φάρμακα.  Αν κάποτε μετρηθούν όλα αυτά μαζί, θα βρεθεί οτι ανακατανέμουν προς το πλέγμα αυτής της άτυπης εξουσίας ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ (πολύ περισσότερο από την υπεραξία που καρπούνται οι σχετικά λίγοι μεγάλοι εγχώριοι εργοδότες).  Και οτι αποτρέπουν πάμπολλες δραστηριότητες που θα έφερναν δουλειές και εισόδημα.
Οι πρακτικές είναι συχνές, καθημερινές,  έχουν πολιτική στήριξη, ευνοϊκούς νόμους, σιωπηρή αποδοχή, κατάλληλη τεχνολογία, καταλήγουν σε ιδιοποίηση πόρων σε μεγάλη έκταση, και σε διαμόρφωση της παραγωγικής βάσης. Δηλαδή το σύστημα έχει τα χαρακτηριστικά ενός «τρόπου παραγωγής» με τη μαρξιστική έννοια (όπως λέμε καπιταλιστικός, οικοτεχνικός, φεουδαρχικός).
‘Ενας τρόπος παραγωγής δεν εξαφανίζεται με ελέγχους σε συγκεκριμένες αποφάσεις και ούτε με ποινικές διώξεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δεν αλλάζει όταν αλλάξουν τα πρόσωπα στις θέσεις εξουσίας, είτε στην κορφή είτε στη βάση. Δεν θα τον «πατάξει» ο τολμηρός ρεπόρτερ, ο αδέκαστος εισαγγελέας, ο ηθικός υπουργός: γιατί η «πάταξη» και οι διώξεις φέρνουν αποτέλεσμα μόνο όταν οι παραβάτες είναι λίγοι, όταν είναι εξαιρετικές περιπτώσεις.
Αυτός ο τρόπος παραγωγής, όπως και άλλοι στην ιστορία, θα κινδυνεύσει από αλλαγές στην τεχνολογία της πληροφορίας. Οπως η εξουσία και ο πλούτος της Καθολικής Εκκλησίας υπονομεύτηκε από την τυπογραφία, και η εξουσία του εκδότη πάνω στον συγγραφέα υπονομεύεται από το διαδίκτυο, έτσι και η εξουσία του αξιωματούχου (όχι του κράτους, αλλά του προσώπου) πάνω στους δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους θα υπονομευτεί από τις βάσεις δεδομένων, τις αυτόματες διαδικασίες και την ευρεία πρόσβαση σε αυτές  (databases, workflow, web). Δεν πρόκειται για μηδαμινές αλλαγές, αλλά για μια μικρή επανάσταση.
Οι τεχνολογικές επαναστάσεις δεν συμβαίνουν αυτόματα. Πρέπει να υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που τις προωθούν. Σήμερα, μια προωθητική δύναμη είναι η τρόικα. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των ελλήνων πολιτικών, δεν συνδέεται με τις ομάδες που έχουν να χάσουν από αυτές τις αλλαγές. Το αν ταυτίζεται με τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου ή του ευρωπαίου εργαζόμενου και φορολογούμενου δεν έχει σημασία για το συγκεκριμένο ζήτημα.  Για εμάς έχει σημασία το αποτέλεσμα: η διοικητική τεχνολογία που ζητά να εφαρμόσουμε προάγει τον δημοκρατικό έλεγχο της διοίκησης, και εξοικονομεί πόρους είτε για την ανάπτυξη είτε για κοινωνική πολιτική.
Ωστόσο την εφαρμογή δεν μπορεί να την κάνει η τρόικα. Θα την επιβάλλουν, αν τα καταφέρουν, μερικοί έλληνες πολιτικοί. Ποιοί μπορεί να είναι αυτοί;
Μάλλον δεν θα είναι ο κύριος Παφίλης (από το twitter, @rozaed: “15 χρόνια δεν έχει καταθέσει ισολογισμό ο Οίκος Ναύτου κ ο Παφίλης ρωτά: αυτό είναι το θέμα;!; Ναι ρε καραγκιόζη, ακριβώς αυτό!!”). Δεν θα είναι οι αγανακτισμένοι Καμμένοι και Συριζαίοι που λένε “τα λαμόγια στη φυλακή”, αλλά που φωνάζουν για απώλεια εθνικής κυριαρχίας όταν η τρόικα λέει να παρακολουθούμε τις δαπάνες όπως το κάθε δυτικό κράτος. Πιθανότατα δεν θα είναι ούτε οι παλιοκαραβάνες που θεωρητικά συμφωνούν με τις μεταρρυθμίσεις, αλλά βρίσκουν κάθε δυνατό πρόσχημα να τις σταματήσουν μόλις διαμαρτυρηθεί ο Ιατρικός Σύλλογος και η ΑΔΕΔΥ, ή μόλις γράψει απειλητικό ρεπορτάζ μια φυλλάδα.
Θα είναι αυτοί οι λίγοι, με τις τεχνοκρατικές παρωπίδες, που σε κάθε εμπόδιο θα βάζουν το κεφάλι κάτω και θα σπρώχνουν. Που θα επιμένουν να εξηγούν γιατί το να μετράμε είναι φιλολαϊκό. Μονόχνωτοι και στοχοπροσηλωμένοι. Αυτούς να φοβάστε, λαμόγια.
www.protagon.gr

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Δεσμευμένοι - ελευθεριάζοντες

 
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, λίγο μετά το Κραχ του 1929 που άλλαξε βίαια τον κόσμο, ξεκίνησε μια τιτάνια διαμάχη μεταξύ φιλελεύθερων οικονομολόγων για το τι είχε συμβεί και τι έπρεπε να γίνει για να καταπολεμηθεί η Κρίση. Σήμερα, το δικό μας 1929 (το Κραχ του 2008-12), έχει ξαναφέρει στο προσκήνιο την ίδια περίπου συζήτηση διεθνώς. Άλλη μια φορά απόψεις του φιλελεύθερου Keynes συγκρούονται αλύπητα με τις αντίθετες απόψεις του φιλελεύθερου Hayek. Από την μία έχουμε φιλελεύθερους που θεωρούν, όπως ο Hayek, ότι η λύση βρίσκεται στο να αφεθεί η αγορά να λειτουργήσει όπως μόνο εκείνη μπορεί (με μειώσεις τιμών και μισθών που θα φέρουν την ανάκαμψη των ποσοτήτων και της απασχόλησης) και από την άλλη έχουμε φιλελεύθερους που θεωρούν, όπως ο Keynes, ότι χωρίς συντονισμένη από το κράτος επενδυτική πολιτική οι αγορές θα παραπαίουν με τεράστιο κόστος για όλους.
Ο λόγος που έκρινα σκόπιμο να γράψω τα παρακάτω είναι ότι στο Μνημονιστάν που ζούμε, ή λατινιστί Bailoutistan (*), η συζήτηση αυτή παίρνει μια πολύ περίεργη μορφή (αν θέλετε μια αγγλική έκδοση του παρόντος, πατήστε εδώ). Μια μορφή που αντανακλά βασικές κακοήθειες της ελληνικής πραγματικότητας. Σήμερα θα επικεντρωθώ στους έλληνες οπαδούς μίας εκ των δύο αυτών σχολών: σε εκείνους που εμπνέονται από τον φιλελεύθερο Hayek (μεταξύ άλλων, όπως π.χ. ο von Mises). Και θα θέσω ερωτήματα σχετικά με την συνέπεια των λόγων τους με την σκέψη και στάση του Hayek.
Πριν φτάσουμε όμως εκεί, ας θυμηθούμε την τιτάνια διαμάχη των δύο ανδρών που ξεκίνησαν αυτή την συζήτηση στις σκοτεινές μέρες του Μεσοπόλεμου.
Hayek εναντίον Keynes
Λίγο μετά το Κραχ του 1929, ο John Maynard Keynes, ο φιλελεύθερος καθηγητής οικονομικών στο Cambridge, έσπασε το πιο ισχυρό ταμπού του επαγγέλματος των πανεπιστημιακών οικονομολόγων της εποχής: Ήρθε σε ρήξη με την άποψη του Βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών που θεωρούσε δεδομένο πως μια οικονομία σε βαθειά ύφεση θα ανακάμψει αυτόματα. Ότι, εφόσον μειωθούν οι μισθοί και τα επιτόκια «αρκετά», κάποια στιγμή θα αντιδράσουν δημιουργικά οι επιχειρηματίες αυξάνοντας την απασχόληση και τις επενδύσεις τους.
Η ένσταση του Keynes ήταν ότι, μετά από μία κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (όπως εκείνη του 1929 ή του 2008) που μετατρέπεται σε ύφεση της πραγματικής οικονομίας, είναι πολύ πιθανόν η παραγωγή, οι επενδύσεις και τα εισοδήματα να «κλειδωθούν» σε πολύ χαμηλά επίπεδα – σε μια «κακή» ισορροπία από την οποία καμία μείωση μισθών και επιτοκίων δεν μπορεί να βοηθήσει την οικονομία να αποδράσει. Υπό αυτές της συνθήκες αποτελμάτωσης, υποστήριξε ο Keynes, η προσπάθεια μείωσης των δημόσιων ελλειμμάτων μέσα από περικοπές δημόσιων δαπανών, και μείωσης της ανεργίας μέσω μείωσης των μισθών, μόνο σε αυτό-γκολ θα οδηγήσει τους διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής. Γιατί; Επειδή η μείωση των δημόσιων δαπανών θα ενισχύσει την ύφεση, η μείωση των μισθών θα μειώσει κι άλλο την συνολική ζήτηση, τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν κι άλλο, η ανεργία θα φουντώσει και, έτσι, όλοι θα βγουν χαμένοι: εργαζόμενοι, δημόσιο, επιχειρηματίες.
Όλα αυτά σας είναι πλέον γνωστά και δεν σκοπεύω να εντρυφήσω περαιτέρω στην άποψη του Keynes. Απλά την παραθέτω ως εισαγωγή στην σκέψη του μεγάλου αντίπαλου του Keynes, του Friedrich von Hayek. Η παρέμβαση του Hayek ήταν και παραμένει σημαντική. Καθώς η κριτική του Keynes κέρδιζε έδαφος, όσο η άποψη του Υπουργείου Οικονομικών εξευτελιζόταν καθημερινά (όσο οι περικοπές μισθών και δαπανών αποτύγχαναν να τιθασεύσουν ελλείμματα και ανεργία), ο Hayek ήταν εκείνος που (α) εξαπόλυσε την ισχυρότερη κριτική εναντίον του Keynes (και της πολιτικής κρατικών παρεμβάσεων που υποστήριζε ο Keynes), και (β) παρουσίασε μια διαφορετική εξήγηση των αιτίων της Κρίσης αλλά και του τι πρέπει να γίνει.
Η διάγνωση του Hayek για τα αίτια της Κρίσης ήταν απλή: Οφείλονται σε περιόδους δημιουργίας φθηνού χρήματος από το χρηματοπιστωτικό σύστημα (τις τράπεζες ως επί το πλείστον) το οποίο διοχετεύεται σε τομείς, κλάδους, επιχειρήσεις και χώρες υψηλού ρίσκου. Αυτό που συμβαίνει, κατά τον Hayek, είναι ότι περίοδοι σταθερότητας ρίχνουν τα επιτόκια και έτσι οι τράπεζες αρχίζουν να θέλουν να δανείσουν σε επισφαλείς πελάτες για να τους χρεώνουν υψηλότερα επιτόκια. Αυτό δημιουργεί λογιών-λογιών φούσκες: Φούσκες επενδύσεων, φούσκες καταναλωτικές, φούσκες δημόσιου δανεισμού και δημόσιων έργων, φούσκες στα χρηματιστήρια. Οι φούσκες δημιουργούν αισιοδοξία, η αισιοδοξία αυξάνει τις ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, αυτές με την σειρά τους αυξάνουν τα εισοδήματα, τα μεγαλύτερα εισοδήματα επιτρέπουν στους επισφαλείς πελάτες των τραπεζών να αποπληρώνουν τα δάνειά τους κ.ο.κ. έως ότου έρχεται η στιγμή της αλήθειας, σκάνε οι φούσκες και όλοι χρωστούν σε όλους χωρίς κανείς να μπορεί να πληρώσει.
Έως εδώ οι Hayek και Keynes δεν διαφωνούν. Η διαφωνία τους αρχίζει στο τι πρέπει να γίνει όταν οι φούσκες πλέον σκάσουν. Αντίθετα με τον Keynes που πίστευε ότι το κράτος πρέπει να αποτρέψει την αποτελμάτωση και την δημιουργία μιας «κακής» ισορροπίας, ο Hayek έκρινε ότι το Κραχ ήταν η Πραγματικότητα ενώ η πρότερη περίοδος Ανάπτυξης ήταν το Ψέμμα. Ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι «να αφήσουμε την ύφεση να κάνει την δουλειά της» - το σκληρό αλλά «θεάρεστο έργο» της. Και ποιο είναι αυτό το «θεάρεστο έργο» που επιτελεί η ύφεση; Καταστρέφει («ρευστοποιεί» ήταν το ρήμα που χρησιμοποιούσε ο Hayek) τα «κακά χρέη», διαλύει δηλαδή τα χρέη που χτίστηκαν ηλιθιωδώς την Εποχή του Ψέμματος και τα οποία δεν μπορούν πλέον να αποπληρωθούν. Κι αν αυτό σημαίνει ότι πολλοί θα υποφέρουν, τι να κάνουμε. Ας είναι. Όπως το επόμενο πρωί ενός κακού μεθυσιού το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να πάρουμε μια ασπιρίνη και να κάνουμε υπομονή, έτσι και με τα Κραχ: η ύφεση που τα ακολουθεί είναι επίπονη αλλά καθαρτική και πρέπει να την αφήσουμε να λειτουργήσει λυτρωτικά, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις που θυμίζουν την προσπάθεια μετρίασης του πονοκέφαλου πίνοντας κι άλλα οινοπνευματώδη. Η πτώχευση του υπερχρεωμένων οργανισμών, επιχειρήσεων, νοικοκυριών, κρατών, είναι τραυματική αλλά απαραίτητη. Θυμίζει τον ρόλο της Κόλασης στο Χριστιανικό Δόγμα: δυσάρεστη αλλά μη εξαιρετέα.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να προσέξουμε μια ειδοποιό διαφορά του Hayek από όψιμους θιασώτες της αγοράς, όπως οι πολιτικοί της Βρετανίας τότε ή της ΕΕ σήμερα, οι οποίοι πασχίζουν, εν καιρώ Κρίσης, να χαϊδεύουν αυτιά. Εκεί που η επίσημη τοποθέτηση του Βρετανικού υπουργείου οικονομικών τότε, ή της ΕΕ σήμερα, ήταν ότι η μείωση των δημόσιων δαπανών και των μισθών θα μας επιστρέψει στην προ της Κρίσης ευημερία και θα βοηθήσει να αποπληρωθούν τα χρέη, ο Hayek δεν υπόσχεται τίποτα τέτοιο. Όταν του έλεγαν ότι η ύφεση, ακόμα και να αφεθεί να πράξει το «θεάρεστο καθήκον» της, μπορεί να μην πετύχει ποτέ να αναπληρώσει τα χαμένα εισοδήματα, ή να αποπληρώσει τα παλαιά και νέα χρέη, εκείνος σήκωνε τους ώμους του και έλεγε: αυτά έχει η ζωή! Ο λόγος πίσω από αυτή την στωικότητα ήταν, βέβαια, ότι ο ίδιος θεωρούσε την ανάπτυξη που προηγήθηκε του Κραχ κίβδηλη. Άρα, ρωτούσε: Γιατί να επιστρέψουμε εκεί μετά το Κραχ; Κι αν δεν επιστρέψουμε εκεί, που θα πάμε; Η απάντηση του Hayek ήταν αφοπλιστική: Δεν έχουμε ιδέα! Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε αλλά, χειρότερα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι, όπου και να καταλήξουμε, θα είναι «καλύτερα» από εκεί που θα βρεθούμε αν ακολουθήσουμε την πολιτική των μεγαλύτερων παρεμβάσεων ενός κράτους το οποίο, αρνούμενο την πραγματικότητα (ότι η πρότερη ανάπτυξη ήταν φούσκα, και ότι τα χρέη που χτίστηκαν πάνω της δεν μπορούν να αποπληρωθούν), δημιουργεί νέα χρέη και οικοδομεί ένα μέλλον χειρότερο από εκείνο που θα είχαμε αν (το κράτος) καθόταν στα αυγά του.
Ας αφήσουμε λοιπόν, προτείνει ο Hayek, την ύφεση και μια ακολουθία πτωχεύσεων να καθαρίσουν τον Κόπρο του Αυγείου που μας άφησε το φαγοπότι των περασμένων ετών. Ας αφήσουμε την αγορά να κάνει εκείνο που ξέρει καλύτερα: να παραγάγει το βέλτιστο από όλα τα εφικτά μέλλοντα μας σπάζοντας τις φούσκες και διαγράφοντας ανόητα χρέη.
Τι θα έλεγε ο Hayek για την Ελλάδα, σήμερα;
Όπως θα παρατηρήσατε από τα πιο πάνω, σκοπός μου δεν είναι να κρίνω την θεωρία του Hayek. Ούτε και να αναλωθούμε σε μια αντιπαράθεση του  Hayek με τον Keynes. Όχι, σκοπός μου είναι να εστιάσω (α) στο τι θα έλεγε ο Hayek σήμερα περί Μνημονίων κλπ και (β) στον περίεργο τρόπο με τον οποίο τα Μνημόνια «μετάλλαξαν» έλληνες φιλελευθέρους των οποίων η σκέψη έχει, υποτίθεται, επηρεαστεί από θεωρητικούς όπως ο Hayek.
Τι θα μας έλεγε λοιπόν ο Hayek σήμερα αν μπορούσε να μας στείλει μήνυμα από το υπερπέραν; Επιτρέψτε μου να ισχυριστώ ότι το μήνυμα αυτό θα περιείχε τουλάχιστον δύο εξηγήσεις της τραγικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα μας και η οποία απειλεί να την μετατρέψει σε κρανίου τόπον.
Η πρώτη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας
Ο Hayek, συνεπής με την εξήγησή του όλων των περιόδων ύφεσης, θα καταδείκνυε τις φούσκες που σχηματίστηκαν την περίοδο 1996-2008  λόγω υπερβολικής τραπεζικής πίστης τόσο προς τον ιδιωτικό όσο και προς τον δημόσιο τομέα. Αυτός ο οχετός πίστης (δανεισμού) σχημάτισε φούσκες στο χρηματιστήριο, στην αγορά ακινήτων, στον δημόσιο τομέα και στην αγορά εργασίας. Τα ποτάμια χρήματος που έρρεαν προς την Ελλάδα ώθησαν όλες τις τιμές στα ουράνια δημιουργώντας μια επίπλαστη «ανάπτυξη» που θα μετατρεπόταν σε κραχ με την ίδια σιγουριά που η μέρα δίνει την θέση της στην νύχτα. Και καθώς ο ρυθμός της επίπλαστης «ανάπτυξης», σε σύγκριση με τον πραγματικό παραγωγικό ιστό της οικονομίας, ήταν τόσο μεγάλος, το ίδιο βαρύγδουπη ήταν και η πτώση που ακολούθησε.
Συνεπώς, οι έλληνες πρέπει να αποδεχθείτε (είναι σαν να ακούω τον Hayek να μας λέει) ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική από την «ρευστοποίηση» χάρτινων τίτλων (δηλαδή, να μάθουμε να ζούμε με χαμηλές τιμές μετοχών στο χρηματιστήριο), την ρευστοποίηση των αγροτικών εισοδημάτων (τουλάχιστον όσων αγροτών βασίζονται στην καλοσύνη των ευρωπαίων φορολογουμένων), την ρευστοποίηση των τιμών των ακινήτων (ενθυμούμενοι πως είχαμε φτάσει στο σημείο διαμερίσματα στο Κολονάκι να κοστίζουν ακριβότερα από lofts στην Νέα Υόρκη), την ρευστοποίηση της εργασίας (δηλαδή των θέσεων εργασίας που δεν παράγουν προϊόν αξίας αρκετής για να καλύψουν το κόστος τους) κλπ.
Η δεύτερη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας
Μετά την διάγνωση της ασθένειας, ο Hayek θα προέβαινε σε εντονότατη κριτική της θεραπείας που εφαρμόζεται εδώ και δύο χρόνια και, συγκεκριμένα, της προσπάθειας να αποφευχθεί η στάση πληρωμών, το default, του ελληνικού δημοσίου απέναντι στους δανειστές του εντός της ευρωζώνης. Ο Hayek, για να το πω σκληρότερα, θα αναθεμάτιζε την ιδέα νέου κρατικού δανεισμού σε πτωχευμένο κράτος για να αποπληρωθούν τα παλαιά και νεότερα δανεικά. Θυμηθείτε την άποψή του ότι όλα τα «κακά χρέη» πρέπει να «ρευστοποιηθούν», δηλαδή να διαγραφούν, καθώς (α) δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθούν και (β) είναι απαραίτητο, μετά το Κραχ, να τιμωρηθούν ανάλογα τόσο αυτοί που τα πήραν όσο και εκείνοι που τα έδωσαν. Γιατί λοιπόν να ρευστοποιηθούν όλα τα «κακά χρέη» εκτός από εκείνα του δημοσίου; Για τον Hayek απάντηση σοβαρή δεν υπάρχει. Μήπως όμως ο ίδιος ο Hayek θα άλλαζε γνώμη επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στην ευρωζώνη, δηλαδή σε μια νομισματική ένωση που στις μέρες του δεν υπήρχε ακόμη; Μήπως το γεγονός ότι σήμερα υπάρχει το ευρώ, και η Ελλάδα είναι μέλος του, εξαιρεί το δημόσιο χρέος μιας χώρας-μέλους από το επιχείρημα του υπέρ της ρευστοποίησης των «κακών χρεών»;
Πριν απαντήσω, αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στην αμφίθυμη σχέση του Hayek με την ιδέα ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος υπό την αιγίδα μιας Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Γνωστός πολέμιος των Κεντρικών Τραπεζών (**), ο Hayek είχε τα εξής να πει για το ευρώ που τελικά προέκυψε:
«Αν και κατανοώ πλήρως την επιθυμία για την ολοκλήρωση της Δυτικής Ευρώπης μέσα από την απόλυτη ελευθερία των χρηματικών ροών μεταξύ των χωρών της, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για την επίτευξη αυτού του σκοπού μέσω της δημιουργίας ενός νέου ευρωπαϊκού νομίσματος το οποίο θα διαχειρίζεται μία υπερ-εθνική αρχή. Πέραν του ότι το βρίσκω απίθανο να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη σε μια κοινή νομισματική πολιτική την οποία θα ασκεί η υπερεθνική αρχή,… δεν μου φαίνεται καθόλου πιθανόν η διαχείριση του κοινού νομίσματος να είναι καλύτερη απ’ ότι η διαχείριση των σημερινών εθνικών νομισμάτων.»
Ο Hayek τελικά αποδέχθηκε το ευρώ ως μέρος της προσπάθειας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, χωρίς βέβαια να σταματήσει ποτέ να διατυπώνει τις επιφυλάξεις του – π.χ. την άποψη ότι είναι δύσκολη η συμβίωση σταθερών νομισμάτων και κυβερνητικών πολιτικών, που στόχο έχουν την επιβίωση των κομμάτων που τις στηρίζουν! Πάντως όπως και να ερμήνευε τις προσπάθειες της κας Merkel, του κ. Sarkozy και του κ. Draghi να «σώσουν» το ευρώ, ένα πράγμα δεν τελεί υπό αμφισβήτηση: Ο Friedrich von Hayek θα φύλαγε τα πιο δηλητηριώδη σχόλιά του για τις προσπάθειες των ευρωπαίων ηγετών να επιλύσουν το πρόβλημα του χρέους χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία δημιουργώντας μια νέα κατηγορία τοξικού χρέους (θυμηθείτε τα τοξικά ευρωομόλογα του EFSF) που στόχο έχει την (αδύνατη) εξυπηρέτηση «κακών χρεών» του ένοχου παρελθόντος με κόστος την υποθήκευση του μέλλοντος όλης της Ευρώπης.
Εν κατακλείδι, αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν σήμερα ο Hayek θα πρότεινε την  διατήρηση της ευρωζώνης ως έχει ή όχι, είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα επιχειρηματολογούσε έντονα και καταλυτικά υπέρ της «ρευστοποίησης» των «κακών χρεών» των τραπεζών και των κρατών-μελών. Ένα ολοκληρωτικό default (όχι απλώς στάση αλλά κατάργηση πληρωμών) θα ήταν, στα μάτια του Hayek, η μοναδική ατραπός που δεν έρχεται σε αντίθεση με το όραμά του όσον αφορά τα μεγάλα ζητήματα της ευρωζώνης. Ένα όραμα που θα τον έθετε σε πορεία σύγκρουσης με την λογική των δανειακών πακέτων «διάσωσης» καθώς και με την πρακτική της ΕΚΤ που πρόσφατα τύπωσε περίπου €1 τρις φρέσκου χρήματος με σκοπό τον δανεισμό των πτωχευμένων τραπεζών.
Η περίεργη περίπτωση των ελλήνων libertarians-οπαδών του Hayek
Στην Ελλάδα υπάρχουν φιλελεύθεροι συμπατριώτες μας που έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα από την σκέψη του Friedrich von Hayek, του συμπατριώτη του Lutwig von Mises, του αμερικανού Robert Nozick, και γενικότερα της σχολής σκέψης που στις αγγλοσαξονικές χώρες είναι γνωστή ως libertarians (ελευθεριάζοντες). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δράση του κ. Σ. Μάνου και της κας Μ. Ξαφά οι οποίοι, με συνέπεια, εδώ και καιρό (πολύ πριν την Κρίση) αρθρώνουν λόγο που διακατέχεται από την σκέψη του Hayek. Όμως, από τότε που το ελληνικό δημόσιο πτώχευσε, και ήρθαν τα απανωτά Μνημόνια, αυτή η μικρή αλλά με σημαντικό ειδικό βάρος, και πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις, πολιτική παράταξη μετετράπη σε μια «περίεργη περίπτωση».
Τι το «περίεργο» την χαρακτηρίζει; Το εξής: Ενώ οι έλληνες ελευθεριάζοντες διατηρούν την προσήλωσή τους στην θυμωμένη ανάλυση του Hayek όσον αφορά την «πρώτη εξήγηση της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας», από τότε που μας ήρθε το Μνημόνιο τελούν υπό πλήρη και βαθειά άρνηση όσον αφορά την «δεύτερη εξήγηση» που θα έδινε ο μεγάλος Αυστριακός γκουρού τους.
Τους ακούω και τους διαβάζω, με πολλή μάλιστα προσοχή, να μεταδίδουν το μήνυμα του Hayek ότι, στο Μνημονιστάν μας (και ιδίως στην Ελλάδα), δεν υπάρχει επιλογή πέραν την «ρευστοποίησης» των τιμών των μετοχών, των επιδοτούμενων αγροτικών εισοδημάτων, των τιμών των ακινήτων, των περισσότερων δημόσιων οργανισμών, και βέβαια ενός μεγάλου τμήματος των υπαρχουσών θέσεων εργασίας. Μιλούν ευθαρσώς για την ανάγκη μεγάλης μείωσης του εθνικού και προσωπικού εισοδήματος έως ότου τα εισοδήματα πιάσουν «πάτο», έρθουν δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με την παραγωγική ικανότητα της χώρας. (Προφανώς θεωρούν ακόμα και το σημερινό επίπεδο εισοδήματος πολύ υψηλό, φούσκα που δεν έχει ακόμα ξεφουσκώσει ικανοποιητικά, και που έχει ακόμα κι άλλο «αέρα» να δώσει έως ότου βρεθούμε στην «ισορροπία».) Όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, την μία φούσκα, το ένα «κακό χρέος», που δεν είναι διατεθειμένοι να δούνε να «ρευστοποιείται» είναι το δημόσιο χρέος. Γιατί αυτή η εξαίρεση;
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι θεωρούν την ελληνική περίπτωση μια «ιδιαιτερότητα» εντός της οποίας τα διδάγματα του Hayek αφορούν τα πάντα εκτός του δημόσιου χρέους. Πράγματι, αν τους ρωτήσουμε, είναι πιθανότατο να μας απαντήσουν με τρόπο που να υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς πως έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ελληνικές ελίτ, στον ίδιο τους τον εαυτό, να ηγηθούν των μεταρρυθμίσεων που θα προκύψουν μέσα από τις «ρευστοποιήσεις» που, όπως επέμενε ο Hayek, αποτελούν την μόνη «λύση». Και από την στιγμή που δεν πιστεύουν ότι η ελληνική κοινωνία θα τους δώσει την ευκαιρία να ηγηθούν αυτής της μέσω-ρευστοποιήσεων-μεταρρύθμισης, εναποθέτουν όλες τους τις ελπίδες στις υπερ-εθνικές ελίτ (π.χ. τρόικα). Υπό αυτό το πρίσμα, αν για να ασχοληθούν οι υπερ-εθνικές ελίτ με την Ελλάδα [και να θέσουν σε λειτουργία στο εσωτερικό της χώρας (ίσως και με την επιστράτευση των εγχώριων θιασωτών του Hayek) τον απαραίτητο συνδυασμό «ρευστοποιήσεων» και «μεταρρυθμίσεων»] χρειάζεται η αποδοχή ότι το δημόσιο χρέος θα είναι η μοναδική φούσκα (απομεινάρι της προ του Κραχ εποχής) που δεν θα ρευστοποιηθεί (ώστε να μην θυμώσουν οι ξένες τράπεζες που στηρίζουν, και στηρίζονται από, τις υπερ-εθνικές ελίτ), τότε ίσως να αξίζει να θυσιαστεί η αρχή του Hayek για την «ρευστοποίηση» όλων των «κακών χρεών».
Απελπισμένες σκέψεις οδηγούν σε απελπισμένες παραδοχές. Όσο όμως απελπισμένοι και να είναι οι εγχώριοι οπαδοί του Hayek, πρέπει κατά βάθος να κατανοούν ότι ο Αυστριακός θεωρητικός που τους καθοδηγούσε ως τώρα δεν θα τους συγχωρούσε αυτή την απελπισμένη παράδοση στην λογική των Μνημονίων: ο κατ’ εξοχήν πολέμιος των κρατικών παρεμβάσεων που στόχο έχουν την διατήρηση μη διατηρήσιμων χρεών και τιμών, δεν θα συγχωρούσε την υποστήριξη Μνημονίων που φορτώνουν νέα δημόσια τοξικά χρέη στις ήδη υπάρχουσες δημοσιονομικές φούσκες του ευρωζωνικού γίγνεσθαι.
Επίλογος
Αναρωτιούνται κάποιοι γιατί έντιμοι άνθρωποι και πολιτικοί σχηματισμοί με ελευθεριάζουσες απόψεις (που για τη  πλειοψηφία δεν φαντάζουν πιο ακραίες από εκείνες αριστερών κομμάτων, ή του ΛΑΟΣ), δεν κατάφεραν να ανεβάσουν τα ποσοστά τους πάνω από το 1%. Η απάντηση είναι διττή. Πρώτον, οι ιδέες τύπου Hayek φοβίζουν καθώς προδιαγράφουν δάκρυα και αίμα χωρίς να υπόσχονται την επιστροφή στην ανάπτυξη (δείτε τα χαμηλά ποσοστά του Ron Paul στις ΗΠΑ σήμερα). Δεύτερον, και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία στην χώρα μας, λόγω ενός σιωπηλού Φαουστιανού Συμφώνου μεταξύ (α) των πιο προβεβλημέων ελευθεριαζόντων Χαγιεκικών του Μνημονιστάν και (β) της τρόικας. Ένα «Σύμφωνο» το οποίο επιλέγουν οι ελευθεριάζοντες της Περιφέρειας να τους αυτο-δεσμεύει στην πολιτική παχυλών νέων δανείων σε πτωχευμένα κράτη και τράπεζες με αντάλλαγμα (που ελπίζουν ότι θα πάρουν) την προνομιακή τους πρόκριση από τις υπερεθνικές ελίτ ως διαχειριστές της εσωτερικής «ρευστοποίησης» των πάντων – πλην του δημόσιου χρέους.
Θυμάστε, πιστεύω, το επεισόδιο όπου ο Sherlock Holmes έλυσε ένα από πολλά μυστήρια επειδή πρόσεξε ότι ένας σκύλος δεν γαύγισε. Το αίνιγμα εδώ λύνεται με τον ίδιο λίγο-πολύ τρόπο: Το σχετικό ερώτημα είναι «Ποια φούσκα δεν σκάει;» «Γιατί οι έλληνες οπαδοί του Hayek Ελλάδα εξαιρούν το δημόσιο χρέος από τον κατάλογο των υπό «ρευστοποίηση» περιουσιακών στοιχείων;» «Γιατί οι ιρλανδοί σύντροφοί τους εξαιρούν τα χρέη των ιδιωτικών τραπεζών τους;» «Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Hayek δεν θα δικαιολογούσε τέτοιες εξαιρέσεις, ιδίως δεδομένου ότι οι εξαιρούμενες φούσκες είναι οι μεγαλύτερες και η μη «ρευστοποίησή» τους αναιρεί το «θεάρεστο έργο» της Κρίσης;» Μια πιθανή απάντηση είναι το Φαουστιανό Σύμφωνο στο οποίο ήδη αναφέρθηκα. Δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει αυτή την ιδεολογική και θεωρητική σύγχυση. Στην περίπτωση τόσο της Ελλάδας όσο και της Ιρλανδίας υπάρχει μία ακόμα εξήγηση: η πολύ «κοντινή» σχέση μεταξύ κάποιων εκ των ηγετικών στελεχών αυτής της σχολής σκέψης με τις τράπεζες των οποίων οι μεγαλομέτοχοι θα «ρευστοποιηθούν» άνευ Μνημονίων.
Με άλλα λόγια, τα Μνημόνια της ευρωζώνης (όχι μόνο στην Ελλάδα) έχουν κι άλλο ένα θύμα το οποίο έως τώρα έχει περάσει απαρατήρητο: την ιδεολογική ακεραιότητα της μόνης δεξιόστροφης πολιτικής παράταξης που έχει να προσφέρει σημαντικές ιδέες όσον αφορά τα αίτια και την φύση της Κρίσης. Η τοξικότητα των Μνημονίων έχει διαβρώσει την ιδεολογική εντιμότητα της «σχολής» που έως τώρα αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο καθαρής σκέψης στο οποίο κατέφευγαν για να εμπνευστούν, στις δύσκολες στιγμές τους, οι ευρωπαϊκές ελίτ.  Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί κόμματα του χώρου, όπως η Δράση, αδυνατούν να εμπνεύσουν ένα κοινό που μπορεί να μην έχει διαβάσει Hayek αλλά διαισθάνεται την περίεργη αυτή απόκλιση των εγχώριων οπαδών του από τις ίδιες τους τις αρχές.
(*) Μια «χώρα» που ξεκινά στον Έβρο, συνεχίζεται μέχρι την Αδριατική, επεκτείνεται στον Ατλαντικό και φτάνει μέχρι και το σμαραγδένιο νησί δυτικά της Αγγλίας.
(**) Το 1974 ο Hayek υποστήριξε (βλ. εδώ) την κατάργηση των Κεντρικών Τραπεζών και την ιδιωτικοποίηση του χρήματος. Για την ακρίβεια, πρότεινε να δοθεί στις εμπορικές τράπεζες το δικαίωμα να τυπώνει η κάθε μία το δικό της χρήμα και, έτσι, να εναπόκειται στους ιδιώτες-πολίτες να επιλέγουν ποιο νόμισμα (ποιανής τράπεζας) εμπιστεύονται για τις συναλλαγές τους.
(***) Βλ. Friedrich von Hayek, “Market Standards for Money”, Economic Affairs, April-May 1986.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Τι εστί Τράπεζα σήμερον

Photo: fuglylogic Γιάνης Βαρουφάκης του Γιάνη Βαρουφάκη Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν ιδιωτικές τράπεζες που λειτουργούσαν ως κανονικές επιχειρήσεις. Που έπαιρναν δηλαδή ρίσκο και είτε, εφόσον τους «έβγαινε», κέρδιζαν είτε, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν «κατ’ ευχήν», διακινδύνευαν την ύπαρξή τους. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.
Τέτοιες τράπεζες σήμερα δεν υπάρχουν. Σήμερα οι «ιδιωτικές» τράπεζες, παγκοσμίως, αποτελούν έναν παραπλανητικό ευφημισμό. Ιδίως μετά το Κραχ του 2008, οι τράπεζες λειτουργούν ως μορφώματα που συνδυάζουν τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, αποτελώντας έτσι βαρίδια που τραβάνε τις κοινωνίες και τις αγορές μαζί τους στον πυθμένα ενός ωκεανού ζημιών και χρέους.
Αυτές τις μέρες, που μια υπό προθεσμία (και υπό αμφιλεγόμενη νομιμοποίηση) κυβέρνηση «διαπραγματεύεται» την λεγόμενη επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, καλό είναι να θυμηθούμε τι εστί τράπεζα την σήμερον. Για να το θυμηθούμε όμως αυτό, χρειαζόμαστε μια αναδρομή στο ιστορικό του πώς φτάσαμε εδώ που είμαστε.
Όταν οι τράπεζες λειτουργούσαν ως επιχειρήσεις
Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι κραταιές τράπεζες (π.χ. του Λονδίνου) λειτουργούσαν ως ιδιωτικές εταιρείες απεριόριστης ευθύνης. Οι ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι τις διεύθυναν κιόλας (ή τουλάχιστον επέβλεπαν τον τρόπο διοίκησης), διέτρεχαν τον κίνδυνο να χάσουν και το σπίτι τους ακόμα αν η τράπεζα δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες (σε ρευστό) των καταθετών της ή να ανταποκριθεί στα δάνεια που είχε η ίδια συνάψει με πιστωτές. Στην προσπάθειά τους να περιοριστεί αυτός ο κίνδυνος, οι τραπεζίτες κρατούσαν στα ταμεία τους, για να έχουν «καβάτζα», την δική τους χρηματική περιουσία  (σε ρευστό, μετοχές ή ομολογίες) και δεν δάνειζαν ποτέ πάνω από το 50% των συνολικών τους κεφαλαίων (δηλαδή του αθροίσματος των χρημάτων που είτε κατέθεταν στην τράπεζα οι πελάτες της είτε κατέθεταν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες).
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν για αντικειμενικούς λόγους. Κατ’ αρχάς, καθώς ο καπιταλισμός απογειωνόταν, με την δημιουργία νέων, πανάκριβων αλλά και, παράλληλα, υπερκερδοφόρων δικτύων (π.χ. σιδηροδρομικά, τηλεγραφικά, ηλεκτροφόρα δίκτυα), οι επιχειρήσεις είχαν ανάγκη τεράστιων δανείων – για τα οποία ήταν έτοιμες να καταβάλουν αντίστοιχα τεράστιους τόκους. Έτσι, σιγά-σιγά οι τράπεζες «αναγκάστηκαν» να αποποιηθούν τον εγγενή συντηρητισμό τους. Το πρώτο βήμα έγινε το 1826 στο Λονδίνο. Έως τότε, καμία τράπεζα δεν είχε το δικαίωμα να έχει πάνω από έξι μετόχους. Αυτός ο περιορισμός ήταν ο πρώτος που υπέκυψε στις νέες ανάγκες για μεγαλύτερη δανειοδοτική δυνατότητα: ξάφνου, ο αριθμός των μετόχων πολλαπλασιάστηκε, τα κεφάλαια που διέθεσαν οι νέοι μέτοχοι πέρασαν στα βιβλία των τραπεζών και, έτσι, οι τράπεζες μπόρεσαν να χρηματοδοτήσουν την Β’ Βιομηχανική Επανάσταση (μέσα του 19ου αιώνα και μετέπειτα). Πάντως, παρά αυτά τα ανοίγματα, οι μέτοχοι (αν και πιο πολλοί) παρέμειναν υπό την απειλή της προσωπικής πτώχευσης, σε περίπτωση του η τράπεζα παρέπαιε. Αυτή η απειλή αρκούσε ώστε οι ιδιοκτήτες των τραπεζών, οι τραπεζίτες, να κρατάνε σφικτά τα ηνία των διευθυντών τους, στους οποίους δεν επέτρεπαν να διακινδυνεύσουν την περιουσία τους.
Ο περιορισμός της ευθύνης των μετόχων-ιδιοκτητών των τραπεζών νομοθετήθηκε το 1855-6. Έχει ενδιαφέρον ότι οι τραπεζίτες, αντί να αδράξουν την ευκαιρία να αποποιηθούν τον κίνδυνο της προσωπικής πτώχευσης, αντιστάθηκαν στον νέο νόμο – προσπάθησαν, για δεκαετίες, να κρατήσουν το καθεστώς της απεριόριστης ευθύνης διατυμπανίζοντας ότι επέλεγαν να επενδύσουν το προσωπικό τους ρίσκο στην τράπεζά τους ως τίτλο τιμής, ως μέρος του συμβολαίου με τους καταθέτες (του στυλ: «αν πτωχεύσει η τράπεζά μας, να ξέρετε ότι θα καταστραφούμε κι εμείς»). Χρειάστηκε να έρθει η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, με τις πολλαπλές πτωχεύσεις τραπεζιτών, για να πειστούν οι τραπεζίτες (δηλαδή οι ιδιοκτήτες των τραπεζών) να «περιορίσουν την ευθύνη τους», κόβοντας τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τις τύχες της τράπεζάς τους με την τύχη της προσωπικής τους περιουσίας.
Το τέρας της μόχλευσης (leverage)
Στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι τράπεζες αρχίζουν να μεταλλάσσονται σε κάτι που σιγά-σιγά παύει να θυμίζει τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, το σύνολο του ενεργητικού όλων των τραπεζών (δηλαδή, των δανείων που δίνουν και των κεφαλαίων που διακρατούν ως «καβάτζα») κυμαινόταν γύρω το 50% του ΑΕΠ μιας αναπτυγμένης χώρας (π.χ. Βρετανίας, Γαλλίας κλπ). Σήμερα, κυμαίνεται μεταξύ του 300% και του 500% του ΑΕΠ. Μια τράπεζα, όπως η Deutsche Bank ή η BNP, μπορεί να έχει ενεργητικό μεγαλύτερο του ΑΕΠ της χώρας στην οποία εδρεύει.
Πώς συνέβη αυτό; Η απάντηση, μονολεκτική: Μόχλευση. Τι είναι αυτό το φρούτο; Κάτι που όλοι γνωρίζουμε με άλλο, απλούστερο, όρο: Χρέος (ή, για την ακρίβεια, ο λόγος του χρέους). Αν σας πω ότι για κάθε €10 που έχω, δανείστηκα €120, θα με περάσετε για τρελό. Όμως αν είμαι τραπεζίτης, και έχω κάνει το ίδιο πράγμα, δεν θα πω ποτέ ότι δανείστηκα. Θα πω απλώς ότι ο συντελεστής μόχλευσης της τράπεζάς μου είναι 12 (δηλαδή, €120 χρέους για κάθε €10 κεφαλαίων που διαθέτει το ταμείο μου). Όχι μόνο ακούγεται καλύτερο και πιο «τεχνοκρατικό» αυτό αλλά, δεδομένης της κατάστασης στο τραπεζικό σύστημα σήμερα, θα θεωρηθεί και ιδιαίτερα συντηρητικός συντελεστής μόχλευσης!
Ποια η σημασία του συντελεστή μόχλευσης; Αποτελεί το μυστικό του αμύθητου πλούτου των τραπεζιτών στις εποχές των παχιών αγελάδων και της βαθιάς τους πτώχευσης σήμερα. Έστω μια τράπεζα που κερδίζει ένα ποσοστό 1% επί των κεφαλαίων που διαθέτει ή διαχειρίζεται (εκ μέρους καταθετών, πελατών κλπ). Επιλέγοντας όμως έναν συντελεστή μόχλευσης ίσο με, π.χ., το δώδεκα, η καλή τράπεζα δωδεκαπλασιάζει τα κέρδη της χωρίς ιδρώτα ή κόπο. Αυτόματα, δωδεκαπλασιάζονται τα μερίσματα των μετόχων, τα bonus των διευθυντών, οι μισθοί των μεγαλο-υπαλλήλων κλπ κλπ. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι το 2008, λίγο πριν την κατάρρευση ολόκληρου του τραπεζικού οικοδομήματος, ο συντελεστής μόχλευσης των ευρωπαϊκών τραπεζών είχε φτάσει το ιλιγγιώδες 50 προς 1, καταλαβαίνουμε τι είχε συμβεί: γιατί οι αποδοχές των διοικούντων έφτασαν την στρατόσφαιρα, οι τιμές των τραπεζικών μετοχών ήταν η «ατμομηχανή» των χρηματιστηρίων, το χρηματοπιστωτικό σύστημα έριχνε την σκιά του στην «πραγματική» οικονομία.
Μετά την Άνοδο, η Πτώση
Για να κινδυνεύσει να πτωχεύσει μια τράπεζα με συντελεστή μόχλευσης 2 προς 1, χρειάζεται να έχει ζημίες ίσες με το μισό (το 50%) των δανείων που έχει παράσχει και των τοποθετήσεων που έχει επιλέξει. Όταν όμως ο συντελεστής μόχλευσης φτάσει στο 20 προς 1 (ένα μέγεθος που χαρακτήριζε τις ελληνικές τράπεζες προ της Κρίσης), τότε αρκούν για να πτωχεύσει ζημίες της τάξης του 5%. Κι όταν ο συντελεστής μόχλευσης φτάσει στο επίπεδο που ισχύει στην περίπτωση (για να φέρω ως παράδειγμα μια «κραταιά» τράπεζα που όλοι γνωρίζουμε) μιας Deutsche Bank (περί το 50 προς 1), αν μόλις το 1,25% των δανείων που έχει διαθέσει «ατυχήσουν» (π.χ. οικογένειες που λόγω ανεργίας δεν μπορούν να αποπληρώσουν το στεγαστικό τους ή επιχειρήσεις που κλείνουν) ξάφνου η καλή τράπεζα, με την βούλα του νόμου, φαλίρισε. Να γιατί, παρά τα αμύθητα κέρδη των τραπεζών προ του 2008, σήμερα είναι όλες του πτωχευμένες. Το μόνο που χρειάστηκε για να πάνε οι ελληνικές τράπεζες από τον Παράδεισο στην Κόλαση ήταν ζημίες της τάξης του 5% - κάτι απόλυτα φυσιολογικό σε μια υφεσιακή οικονομία.
Αυτά έχει το μαγικό ραβδί της μόχλευσης: όσο πιο ψηλά σε εκσφεντονίζει στην περίοδο της «Ακμής», τόσο πιο μεγάλη και τραυματική η πτώση στην περίοδο της «Ύφεσης» που ακολουθεί.
Καλά, δεν πρόσεχαν;
Αυτό δεν το είχαν σκεφτεί οι καλοί οικονομολόγοι που προσλάμβαναν οι τράπεζες να τους συμβουλεύουν (και οι οποίοι, σήμερα, συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό μας); Δεν το είχαν σκεφτεί οι Κεντρικές Τράπεζες; Γιατί δεν τους έβαζαν χέρι; Οι λόγοι είναι δύο, ο εξής ένας: το χρήμα έρεε τόσο καταρρακτωδώς που όποιος τόλμαγε να πει κάτι, να κρούσει κάποιον κώδωνα κινδύνου, είτε συνειδητοποιούσε ότι την φωνή του την έπνιγε ο αχός του εκκολαπτόμενου κέρδους είτε (στις σπάνιες περιπτώσεις που φώναζε αρκετά δυνατά για να ακουστεί) αγνοείτο επιδεικτικά, έχανε την δουλειά του, χαρακτηριζόταν «παλιομοδίτης», «εκκεντρικός», «συντηρητικός, «αριστερός» κλπ. Τόσο απλά.
Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος, περισσότερο στην σφαίρα της θεωρίας, ο οποίος παρουσιαζόταν ως απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα από Κεντρικούς Τραπεζίτες (καλή ώρα από τον κ. Παπαδήμο): Η πεποίθηση των (καθεστωτικών) οικονομολόγων ότι η αγορά έχει τον τρόπο της να αυτο-ρυθμίζεται. Π.χ. μπορεί οι τραπεζίτες να μην φοβούνται την πτώχευση της τράπεζάς τους (από τότε που οι τράπεζες έγιναν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης) όμως, σκεφτόταν ο θιασώτης της αγοράς, οι πιστωτές των τραπεζών, οι οποίοι κινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους (σε περίπτωση που πτωχεύσουν), θα ασκούν de facto έλεγχο στις πρακτικές των τραπεζιτών. Πώς; Αρνούμενοι να δανείσουν τραπεζίτες που το «παρακάνουν» με την μόχλευση. Πού τέτοια τύχη; Αυτό μπορεί να συνέβαινε μέχρι το 1929-1933. Μετά την τραυματική εμπειρία των μαζικών λουκέτων στις τράπεζες, όλοι γνώριζαν ότι το κράτος, η Κεντρική Τράπεζα, δεν θα αφήσει ποτέ τις τράπεζες να κλείσουν ή, το ίδιο είναι, να αφήσουν απλήρωτους τους πιστωτές τους. (Δεν βλέπετε με τι μανία επιμένει σήμερα η ΕΚΤ ότι οι ιρλανδοί φορολογούμενοι, που δεν έφταιξαν σε απολύτως τίποτα, πρέπει να αποπληρώνουν για τα επόμενα 20 χρόνια τα χρέη των πτωχευμένων ιδιωτικών τραπεζών;) Έτσι, λοιπόν, οι τραπεζίτες, ανεξέλεγκτοι τόσο από τους μετόχους τους όσο και από τους πιστωτές τους, είχαν κάθε λόγο να δανείζονται με τρόπο που ούτε το ελληνικό δημόσιο δεν έχει κάνει...
Χαμένοι και κερδισμένοι
Την εποχή της φούσκας, οι διευθύνοντες τις τράπεζες όχι μόνο δεν αντιμετώπιζαν την κριτική και τον έλεγχο των μετόχων και των πιστωτών τους αλλά, κι εδώ είναι η ουσία, μέτοχοι και πιστωτές τους χειροκροτούσαν περισσότερο όσο πιο μεγάλο συντελεστή μόχλευσης επέλεγαν. Επρόκειτο για ένα απίστευτο φαγοπότι άνευ ρίσκου (τουλάχιστον για τους συμμετέχοντες σε αυτό). Όσο τα πράγματα πήγαιναν καλά (η φούσκα καλά κρατούσε), μεγαλύτερος συντελεστής μόχλευσης σήμαινε μεγαλύτερα κέρδη, ελκυστικότερα μερίσματα, παχυλότερους υπερ-μισθούς. Κι αν ερχόταν η Πτώση (όπως και ήρθε), ούτε γάτα ούτε ζημιά: Ο λογαριασμός θα πληρωνόταν από το γκουβέρνο (δηλαδή τον ταλαίπωρο τον φορολογούμενο) και από την Κεντρική Τράπεζα.
Εν ολίγοις, αν κάποιος διάβολος ήθελε να σχεδιάσει ένα τραπεζικό σύστημα ταγμένο στο να δημιουργήσει συνθήκες τεράστιας Κρίσης, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο από αυτό το οποίο, ψευδεπίγραφα, χαρακτηρίζεται «σύγχρονο σύστημα ιδιωτικών τραπεζών»... Ποιος κερδίζει από αυτό; Ποιος χάνει; Είναι προφανές ότι χάνει η κοινωνία στο σύνολό της. Ποιοι κερδίζουν; Δύο είναι οι συνομοταξίες των κερδισμένων από αυτό το αλισβερίσι ιδιωτικής και δημόσιας διαφθοράς:
Πρώτον, οι βραχυπρόθεσμοι επενδυτές σε τραπεζικά (όχι κρατικά) ομόλογα και μετοχές. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχει εκλείψει το είδος των μακροπρόθεσμων μετόχων. Ως επί το πλείστον, οι μετοχές των τραπεζών πωλούνται το πολύ μερικούς μήνες (συνήθως μερικές μέρες) αφού αγοραστούν. Ένα ολόκληρο παρατραπεζικό σύστημα έχει στηθεί στην βάση των πολύ βραχυπρόθεσμων αγορών και πωλήσεων τραπεζικών μετοχών, τα λεγόμενα hedge funds (τα οποία κερδοσκοπούν στοιχηματίζοντας στις μικρές αυξομειώσεις των τιμών των μετοχών, ιδίως του τραπεζικού τομέα). Κάτι αντίστοιχο «παίζεται» και με τα ομόλογα έκδοσης των ιδιωτικών τραπεζών. Για να το πω απλά, η αυξημένη μόχλευση φέρνει και αυξημένες διακυμάνσεις στις τιμές των μετοχών και των ομολόγων των τραπεζών. Αυτές οι διακυμάνσεις είναι το ψωμοτύρι των hedge funds.
Δεύτερον, οι μεγαλο-μέτοχοι των τραπεζών που ελέγχουν την διοίκηση απομυζώντας όχι τόσο πολύ μεγάλα μερίσματα αλλά υπερ-μισθούς που οι ίδιοι δίνουν στους εαυτούς τους και τα λοιπά «οφέλη» που, εξ ορισμού, γεύεται όποιος διαχειρίζεται την «ροή του χρήματος».
Και τώρα; Η επίσημη έκφανση
Αυτές τις μέρες κλείνει από την κυβέρνηση Παπαδήμου το μέγα θέμα της επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Επισήμως, το θέμα τίθεται ως εξής: Το ελληνικό δημόσιο αθέτησε τις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες. Αναγκάζοντάς τις να κουρέψουν το 53% της ονομαστικής αξίας των δανείων τους προς το δημόσιο, τις έφερε σε δύσκολη θέση. Έτσι ώστε να μην φαλιρίσουν, και να δώσουν και κανένα δάνειο σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά (αναστέλλοντας την στάση δανείων που έχει «στεγνώσει» την αγορά), το κράτος μας θα δανειστεί από το EFSF, αυξάνοντας έτσι το δημόσιο χρέος κι άλλο, για να τα δώσει στις τράπεζες. Κι επειδή είναι παράνομο να δώσει κεφάλαια στις τράπεζες χωρίς αντάλλαγμα κάποια περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών (καθώς το κράτος δεν δικαιούται, τουλάχιστον επισήμως, να δωρίζει αμύθητες περιουσίες σε ανώνυμες εταιρείες), θα πρέπει να λάβει μετοχές των τραπεζών. Όμως αυτό συνεπάγεται μερική κρατικοποίηση. Κι επειδή, λέγεται, η κρατικοποίηση των τραπεζών είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί, ο κ. Παπαδήμος και οι σύμβουλοί του (με βασικό σύμβουλο ως πρότινος έμμισθο σύμβουλο μίας εκ των πτωχευμένων, υπό ανακεφαλαιοποίηση, τραπεζών) πασχίζουν να βρουν μια φόρμουλα έτσι ώστε οι μετοχές που θα πάρει το δημόσιο ως αντάλλαγμα για τα νέα χρέη που φορτώνει στην πλάτη του φορολογούμενου εκ μέρους των τραπεζών δεν θα δίνουν στο δημόσιο δικαίωμα συμμετοχής στην διοίκηση. Με απλά λόγια, το δημόσιο θα πάρει μετοχές που τελικά δεν θα είναι ακριβώς... μετοχές.
Το απεχθές παιχνίδι των ημερών
Οι τράπεζες πρέπει να ανακεφαλαιωθούν. Αυτό θα ήταν απαραίτητο ανεξάρτητα από το «κούρεμα» του δημόσιου χρέους. Ο συντελεστής μόχλευσής τους ήταν τέτοιος (βλ. πιο πάνω) που μια οικονομική ύφεση της τάξης του -5% για μια μόνο χρονιά θα τις οδηγούσε, έτσι κι αλλιώς, στην πτώχευση. Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες λειτούργησαν καταστροφικά (και αυτοκαταστροφικά) για πολύ καιρό (θυμάστε τα εορτοδάνεια, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου που αγόραζαν σαν να ήταν σοκολατάκια;), και σπατάλησαν βουνά κερδών στον βωμό της μόχλευσης, καμία κοινωνία δεν μπορεί να συνέλθει, καλώς ή κακώς, αν δεν βγουν από την μαύρη τρύπα οι τράπεζές της.
Η ανακεφαλαίωση δεν μπορεί να γίνει, βέβαια, από ιδιωτικά κεφάλαια. Ποιος επενδυτής ρίχνει τα χρήματά του σε μια μαύρη τρύπα, από την οποία δε θα τα ξαναπάρει ποτέ; Κανείς. Να γιατί η Ευρώπη αποφάσισε να κάνει αυτό που κάποιοι φωνάζουμε ότι έπρεπε να έχει γίνει πριν δυο χρόνια: η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με δημόσιο, ευρωπαϊκό χρήμα. Αυτό, τελικά, αποφασίστηκε να γίνει, έστω και καθυστερημένα. Χρήματα που δανείζεται το EFSF εκ μέρους ολόκληρης της ευρωζώνης, θα δοθούν στις τράπεζες όχι ως δανεικά αλλά ως «έγχυση» νέων κεφαλαίων. [Μην ξεχνάμε ότι ο πτωχευμένος δεν σώζεται με νέα δάνεια – κεφάλαια χρειάζεται.]
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα πρέπει να γίνει «μετάγγιση» κεφαλαίων από το ευρωπαϊκό δημόσιο στις ιδιωτικές τράπεζες. Αυτό είναι (και πρέπει να είναι) δεδομένο. Το ερώτημα είναι: Με τι ανταλλάγματα; Η άποψη που πασχίζουν να περάσουν στην κοινή γνώμη τραπεζίτες και κυβέρνηση είναι ότι τα ανταλλάγματα πρέπει να είναι τέτοια που να αποφευχθεί, πάση θυσία, η κρατικοποίηση των τραπεζών. Κι επειδή στην Ελλάδα, η λέξη «κράτος» δεν ηχεί πολύ χειρότερα από την λέξη «μαφία», ο κόσμος τείνει να αποδεχθεί αυτή την άποψη. Την άποψη που λέει ότι το κράτος πρέπει, ως αντάλλαγμα, να πάρει είτε «ομολογίες» είτε μια άλλη μορφή μετοχών που δεν δίνουν στον κάτοχό του δικαίωμα συμμετοχής ή ελέγχου της διοίκησης.
Αν αυτή η «άποψη» περάσει, ο ελληνικός λαός θα έχει, άλλη μια φορά, συναινέσει στις ραδιουργίες μιας αρπακτικής διαπλεκόμενης συμμαχίας κράτους και επιτήδειων ιδιωτών που στόχο έχουν την διαφύλαξη των συμφερόντων τους εναντίον τόσο του κοινωνικού συνόλου όσο και των τραπεζών της χώρας. Αν η κυβέρνηση Παπαδήμου, στην εκπνοή της, περάσει την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με τρόπο που αφήνει στο απυρόβλητο την διαπλοκή μεταξύ των μετόχων, διευθυντών, και πιστωτών των τραπεζών η οποία τις έριξε στον γκρεμό (την οποία περιέγραψα πιο πάνω), θα έχει καταφέρει το μεγαλύτερο πλήγμα στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας μετά το Μνημόνιο. Αν μια τέτοια τεράστια αποτυχία της διοίκησης των τραπεζών μας δεν οδηγήσει στην απώλεια της εξουσίας επί των τραπεζών των μεγαλο-μετόχων-διευθυνόντων που συμμετείχαν με τόση χαρά και ευεξία στο φαγοπότι της μόχλευσης, η κυβέρνηση θα έχει στείλει το εξής μήνυμα στους τραπεζίτες: Ξαναθρέψτε το τέρας της μόχλευσης – ο φορολογούμενος, αν όχι ο Έλληνας τότε σίγουρα ο Ευρωπαίος, εδώ είναι!
Επίλογος: Ο θρίαμβος της Πτωχοτραπεζοκρατίας επί του καπιταλισμού
Μέσα στην αγωνία του «συστήματος» μεγαλο-μετόχων των τραπεζών, πιστωτών των τραπεζών και των υποτιθέμενων ρυθμιστών των τραπεζών (δηλαδή των κυβερνώντων που πασχίζουν να διατηρήσουν μια «συγκινητικά» στενή σχέση με τους τραπεζίτες) να μην χάσουν τον έλεγχο αυτής της χήνας που γεννά τα χρυσά αυγά, ακούμε τους εκπροσώπους τους στα ΜΜΕ, στην Βουλή κλπ να αποτροπιάζονται με την ιδέα ότι το κράτος θα πάρει κοινές μετοχές ως αντάλλαγμα για τα κεφάλαια που φορτώνεται ως νέο χρέος για να τα δώσει στις τράπεζες. Πρόκειται για ανείπωτη υποκρισία.
Κάποτε, οι φιλελεύθεροι επιχειρηματολογούσαν εναντίον των κρατικοποιήσεων στην βάση ότι ήταν υποχρεωτικές, δηλαδή ότι το κράτος σου έπαιρνε την επιχείρηση με το έτσι θέλω, σου έδινε μια γελοία αποζημίωση και σε πέταγε στον δρόμο. Όμως η σημερινή περίπτωση διαφέρει ριζικά. Το κράτος δεν έχει καμία όρεξη να βάλει χέρι στις τράπεζες. Οι τράπεζες ζητιανεύουν κεφάλαια από το κράτος. Μόνο που δεν θέλουν να δώσουν ως αντάλλαγμα αυτό που πρέπει: ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Ποτέ έως τώρα δεν είχα ακούσει επιχείρημα εναντίον των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του δημοσίου. Γιατί περί αυτού πρόκειται: Από την μία οι τράπεζες θα πτωχεύσουν χωρίς τα κεφάλαια του δημοσίου, και ζητούν κεφάλαια από το δημόσιο. Από την άλλη θέλουν να τα πάρουν χωρίς να είναι ούτε δανεικά (καθώς δάνεια παίρνουν αβέρτα από την ΕΚΤ, με επιτόκιο 1%, χωρίς να τις σώζουν, πτωχευμένες ούσες) ούτε και να αποδίδουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στους φορολογούμενους που δανείζονται για να τα πάρουν.
Όσο για το επιχείρημα ότι αν συμμετέχει το δημόσιο πιο δυναμικά στο μετοχικό κεφάλαιο των ιδιωτικών τραπεζών, τότε οι τράπεζες θα γίνουν κρατικοδίαιτες, διεφθαρμένες και αναποτελεσματικές, η απάντησή μου είναι η εξής: Όπως είδαμε πιο πάνω, εδώ και καιρό, ιδιωτικές τράπεζες (με την σωστή έννοια του επιθετικού προσδιορισμού) δεν υπάρχουν. Σε ολόκληρο τον κόσμο, και ιδίως στην χώρα μας, οι τράπεζες έχουν μετατραπεί σε αρπακτικά μορφώματα ιδιωτικο-κρατικού χαρακτήρα. Οπότε ας αφήσουμε τις ανοησίες περί ανάγκης να αποφευχθεί η κρατικοποίηση των ιδιωτικών τραπεζών. Αυτά είναι λόγια που σκοπό έχουν την τρομοκράτηση της κοινωνίας ώστε να συναινέσει στις επιταγές της Πτωχοτραπεζοκρατίας (ένα καθεστώς που δίνει την μέγιστη εξουσία στους πιο πτωχευμένους τραπεζίτες) η οποία έχει υπονομεύσει πλήρως τον... καπιταλισμό.
Τι θα έπρεπε, λοιπόν, να συζητάμε σήμερα; Θα έπρεπε να συζητάμε όχι το αν θα δοθούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των τραπεζών στους φορολογούμενους που δανείζονται για να επανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες, αλλά τι μορφή πρέπει να πάρουν αυτά τα δικαιώματα ώστε και οι τράπεζες να ορθοποδήσουν και η οικονομία να πάρει ανάσες. Κι επειδή ούτε κι εγώ (όπως οι περισσότεροι) δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στους κυβερνώντες μας (ούτε στους σημερινούς ούτε και στους επόμενους), μετά χαράς να συζητήσουμε μια σειρά από καινοτόμες, δημοκρατικές, τεχνοκρατικές λύσεις. Π.χ. από την στιγμή που τα κεφάλαια έρχονται από το EFSF, γιατί να μην πάρει τις μετοχές των τραπεζών το…EFSF (το οποίο να μπορεί να ορίσει, κατά το δοκούν, Ευρωπαίους τεχνοκράτες στα ΔΣ των τραπεζών ώστε να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των Ευρωπαίων πολιτών που δανείστηκαν αυτά τα χρήματα); Μάλιστα, κάτι τέτοιο θα μας έδινε την δυνατότητα να αιτηθούμε από την ΕΕ τα κεφάλαια αυτά να μην βαρύνουν το ελληνικό δημόσιο χρέος, μιας και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα θα περάσουν απ’ ευθείας στην ευρωζώνη.
Λύσεις υπάρχουν που ούτε επιβραβεύουν την υφιστάμενη Κλεπτοκρατία μετόχων-διευθυντών-πολιτικών ούτε και οδηγούν τις τράπεζες στην αγκαλιά του ελληνικού δημοσίου. Όσοι όμως σήμερα κόπτονται για τον κίνδυνο «κρατικοποίησης» των τραπεζών, και όσοι διαπραγματεύονται μαζί τους στο Μαξίμου, προσφέρουν χέρι βοήθειας στην Πτωχοτραπεζοκρατία που επιβουλεύεται τόσο την ελληνική οικονομία όσο και τις ελληνικές τράπεζες.