Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Ενα συμβόλαιο κοινωνικής ενότητας

Η διεξαγωγή του συνεδρίου του ΠαΣοΚ μπορεί να είναι μια αφορμή για να αναστοχαστεί κανείς τα προβλήματα που τίθενται στις δυνάμεις της καθ' ημάς «σοσιαλδημοκρατίας». Τόσο στο ίδιο το ΠαΣοΚ όσο και σε άλλες πολιτικές δυνάμεις και ομάδες που εμπνέονται από μια τέτοια σοσιαλδημοκρατική ευρωπαϊκή προοπτική. Σε μια πολύ δύσκολη στιγμή ωστόσο, αφού η παρατεταμένη κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και της ίδιας της ΕΕ, δεν προσφέρει συνταγή ανάταξης για τον πληθυντικό πλέον χώρο της ελληνικής Κεντροαριστεράς.

Εξ αντικειμένου επομένως η μακρά διαδικασία ανασύνταξης αυτού του χώρου εκκινεί κατά βάση από εθνικές συντεταγμένες και από τις γνωστές δυσμενείς αφετηρίες, έχοντας για την ώρα ένα και μόνο πλεονέκτημα που της το έχει χαρίσει ένας από τους υποτιθέμενους ανταγωνιστές της, η ριζοσπαστική Αριστερά. Η τελευταία, παρά τη σημερινή πολυσυλλεκτική της αγκύρωση, αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν μπορεί να τη διαχειριστεί πολιτικά, παραμένοντας δέσμια ενός κινηματικού ριζοσπαστισμού, ο οποίος μοιάζει να αποτελεί τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής της. Πλεονέκτημα για την Κεντροαριστερά καθόλου αμελητέο, αν σκεφθεί κανείς ότι αυτός ο κινηματικός ριζοσπαστισμός εδράζεται και αναπαράγει έναν αντιστασιακό διχαστικό λόγο, τη στιγμή κατά την οποία ένα αίτημα κοινωνικής ενότητας αρχίζει σιγά-σιγά να αναδύεται, ιδιαίτερα μετά τις απανωτές και λίαν επικίνδυνες εκρήξεις βίας της τελευταίας περιόδου.

Αναμετρώμενη εν πολλοίς στο εσωτερικό της χώρας, η πορεία του χώρου της Κεντροαριστεράς θα κριθεί, κατ' αρχάς, από τη δυνατότητά της να δώσει αξιόπιστη πολιτική μορφή σε αυτό το αίτημα της κοινωνικής ενότητας και αλληλεγγύης. Με την έννοια αυτή, ο χώρος αυτός θα έπρεπε να είναι περισσότερο «κέντρο» και λιγότερο «αριστερά», αποσκοπώντας στο μαστόρεμα της κοινωνικής συνοχής. «Κέντρο», εδώ, δεν σημαίνει υιοθέτηση μιας άχρωμης πολιτικής ίσων αποστάσεων, ασκήσεις ισορροπίας, κτλ., αλλά μια συνεπή και επιθετική πολιτική που θα συμβάλλει στην κατασίγαση των συλλογικών παθών. «Κέντρο» σημαίνει, επιπλέον, τολμηρό αναστοχασμό και επεξεργασία εφικτού σχεδίου κοινωνικής ανόρθωσης, ταυτόχρονα με απελευθέρωση των κοινωνικών δρώντων από ένα κρατικιστικό μοντέλο ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, «κέντρο» σημαίνει ότι το θεωρούμενο ως αριστερό αίτημα της κοινωνικής ισότητας, το οποίο πάντα θα πρέπει να υπηρετεί ο χώρος της Κεντροαριστεράς, δεν μπορεί να υπονομεύει το αμετάθετο ζήτημα της ελευθερίας των ατόμων, ως δημιουργών και πολιτών, φυλακίζοντάς το στους πολιτισμικούς και πολιτικούς αρχαϊσμούς των πελατειακών σχέσεων και του κρατικού κορπορατισμού.

Είναι σαφές ότι οι δυνάμεις που επικαλούνται τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα «κοινωνικής ταυτότητας», το οποίο ωστόσο δεν μπορούν να αρχίζουν να το λύνουν αν ταυτοχρόνως δεν επιχειρούν να λύσουν και το ίδιο το «ελληνικό πρόβλημα». Με την έννοια αυτή, και τηρουμένων όλων των αναλογιών, η προσπάθεια αυτή έχει κάποια κοινά σημεία με την πορεία ανάπτυξης της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η οποία υπήρξε εκ συστάσεώς της πρώτα «εθνική» πολιτική δύναμη και ήταν, ακριβώς, οι εκλογικές επιτυχίες της που βασίστηκαν πάνω στο μοντέλο της κοινωνικο-πολιτικής οργάνωσης που αυτή κατασκεύασε οι παράγοντες που την ανέδειξαν σε υπερεθνική δύναμη και «δρόμο» προς την εμβάθυνση της πολιτικής συμμετοχής και διεύρυνσης της κοινωνικής δημοκρατίας. Στη δική μας περίπτωση, οι σημερινές κατακερματισμένες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς δεν μπορούν βέβαια να ονειρεύονται για τον εαυτό τους κάτι ανάλογο. Θα μπορούσαν όμως να ξεφύγουν με αποφασιστικό τρόπο από την κοινωνική τους περιθωριοποίηση, αν χωρίς δισταγμούς και εφήμερες φιλολαϊκές πόζες πρότειναν και έπειθαν το εν δυνάμει κοινωνικό τους ακροατήριο για τη ζωτική ανάγκη τομών στις κοινωνικές και πολιτικές δομές ενός παρασιτικού συστήματος, το οποίο άλλωστε εξερράγη.

Από την άποψη αυτή, ο χειρότερος δρόμος για τον χώρο της Κεντροαριστεράς θα ήταν να χωριστεί, επικαλούμενος το «νέο κοινωνικό ζήτημα», σε μια «δεξιά» και μια «αριστερή» σοσιαλδημοκρατία. Και αυτό γιατί απλούστατα, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή, δεν υπάρχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ανάλογα μοντέλα προς υιοθέτηση, αλλά και γιατί ένας τέτοιος διαχωρισμός θα κινδύνευε να ξαναβάλει από το παράθυρο τις αυταπάτες του μεταπολιτευτικού εθνικο-λαϊκιστικού συμβολαίου, εν απουσία μάλιστα των οικονομικών του στηριγμάτων. Το υπαρκτό σήμερα πρόβλημα της αναγκαίας «επανενσωμάτωσης» του «λαού» στο πολιτικό σύστημα, το οποίο ορισμένοι ορθά επισημαίνουν ή υπαινίσσονται, συνεπώς του αναγκαίου απεγκλωβισμού του από τις κουλτούρες των «άκρων» και του κοινωνικού χάους, προϋποθέτει το οπωσδήποτε δύσκολο έργο μιας ορθολογικής κοινωνικής συναίνεσης, στο φόντο αναμενόμενης ανάδυσης νέων κοινωνικών δρώντων. Προϋποθέτει όχι μια μυθική επανίδρυση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε υπήρξε, αλλά απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα μιας κοινωνίας που καλείται η ίδια να αλλάξει, ανατοποθετούμενη με νέους όρους στην Ευρώπη. Καθήκον της Κεντροαριστεράς είναι να βοηθήσει την κοινωνία να αλλάξει, να γίνει δημοκρατικό έθνος, αλλάζοντας ταυτοχρόνως και η ίδια.   

Ο κ. Α. Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.     

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Οι μύθοι της κρίσης και οι «ακόλαστες δαπάνες»



Του Δημητρη Β. Παπαδημητριου*
Γιατί κατέληξε σε μια τόσο μεγάλη αποτυχία το κυριότερο πειραματικό εργαστήριο μείωσης δημοσίου ελλείμματος στον κόσμο; Οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσδοκούν το αποτέλεσμα της δραστικής βελτίωσης του λόγου χρέος προς ΑΕΠ στην Ελλάδα, μετά την επιβολή μέτρων άκρας λιτότητας. Αλλά το τρέχον πείραμα δεν πετυχαίνει για έναν σημαντικό λόγο: τα προγράμματα λιτότητας πηγάζουν από μύθους σχετικώς με το τι προκάλεσε την κρίση εξαρχής.
Η δημοφιλής άποψη, που θέλει τις υπερβολικές δημόσιες δαπάνες να αποτελούν τον λόγο δημιουργίας του προβλήματος των δημοσίων ελλειμμάτων στην Ελλάδα, είναι απλώς λανθασμένη. Τα στοιχεία δεν στηρίζουν το θέμα που έχει δημιουργηθεί περί «ακόλαστων δαπανών».
Οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν το 1990 στο 45% του ΑΕΠ της χώρας, ήτοι πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση. Το ποσοστό αυτό διατηρήθηκε σταθερό έως και το 2006 και είναι αναλογικά σημαντικά κατώτερο των αντίστοιχων δαπανών στη Γαλλία, στην Ιταλία, ακόμη δε και στη Γερμανία. Σήμερα η Ελλάδα χαρακτηρίζεται το «κακό παιδί» με τον ανέκαθεν διογκωμένο δημόσιο τομέα. Και όμως, τα δεδομένα της δεν διέφεραν από εκείνα των γειτόνων της, ενώ τα ποσοστά της –των δημοσίων δαπανών αναλογικά προς το ΑΕΠ της– δεν την απέκλεισαν πριν από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, από το να συμβαδίζει με ή και να υπερβεί τους αναπτυξιακούς ρυθμούς πλουσίων χωρών της Ευρωζώνης. Δεν είχαν εντοπιστεί ραγδαίες αυξήσεις των δημοσίων δαπανών στη χώρα έως την ύφεση που ξεκίνησε το 2008. Το χρονοδιάγραμμα επιβεβαιώνει την πεποίθηση πως το κλειδί στην κατάρρευση της οικονομίας δεν ήταν οι από μακρόν υπερβολές των ελληνικών κυβερνήσεων.
Η εικόνα, σε ό,τι αφορά στο δημόσιο χρέος της, ήταν επίσης σταθερή. Επί χρόνια, το ετήσιο δημόσιο έλλειμμα της Ελλάδας κυμαινόταν από το 3% έως και το 5%, με το δημόσιο χρέος της να ανέρχεται περίπου στο 120% του ΑΕΠ, χωρίς να δημιουργείται αναστάτωση στις αγορές. Το έτος 2000, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στο ευρώ, το δημόσιο έλλειμμά της κυμαινόταν στο 3,8% του ΑΕΠ της, επίπεδα στα οποία διατηρήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ενιαίου νομίσματος. Ο δημόσιος δανεισμός δεν είχε εκτοξευθεί στα ύψη πριν ξεσπάσει η κρίση χρέους το 2009, γεγονός που καταδεικνύει επίσης ότι η προϊστορία της –σε ό,τι αφορά το δημόσιο χρέος της– δεν ήταν ο κύριος λόγος για την πιστωτική κρίση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη.
Αλλά ήταν τα δεδομένα και οι τάσεις, που περισσότερο από τον δημόσιο δανεισμό και τις κρατικές δαπάνες, δημιουργούσαν ανησυχία. Ανάμεσά τους, η μείωση των δημοσίων εσόδων, ένα πρόβλημα που έμελλε να λάβει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Πριν ακόμη ενταχθεί στο ευρώ, η Ελλάδα υπολειπόταν σημαντικά άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών στο μέτωπο είσπραξης των φόρων.
Οπως αναφέρεται σε έκθεση του Ινστιτούτου Levy, το 2005 τα φορολογικά έσοδα –ειδικότερα αυτά από τη φορολογία εισοδήματος και περιουσιακών στοιχείων– ανέρχονταν μόλις στο 8,6% του ΑΕΠ, παραμένοντας σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα, άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Η αξιοσημείωτη αύξηση των δημοσίων εσόδων οφειλόταν κυρίως στην αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών –συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών–, οι οποίες έφτασαν έως και στο 13,5% από 9,8% προηγουμένως, πριν σταθεροποιηθούν έκτοτε σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα. Η φοροδιαφυγή ήταν ευρύτατα διαδεδομένη, ενώ ανθούσε η παραοικονομία. Οσο μειώνονταν τα έσοδα, το δημόσιο έλλειμμα αυξανόταν.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 εμφανίστηκε ακόμη ένας κίνδυνος. Οι επενδύσεις επικεντρώθηκαν στον κλάδο της οικοδομής, ενώ οι μηχανές παραγωγής και τα μέσα μεταφοράς –πιο σημαντικά για την παραγωγική ικανότητα της χώρας– αποτέλεσαν δευτερεύουσα προτεραιότητα. Η αύξηση των επενδύσεων συγκριτικά με τις αποταμιεύσεις στην Ελλάδα και οι ισχυροί, πραγματικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της οικονομίας της άρχισαν να εξαρτώνται από τη ζήτηση του ιδιωτικού τομέα, η οποία στηριζόταν στον δανεισμό. Στο μεταξύ, η κατανάλωση των νοικοκυριών χρηματοδοτείτο από τη μείωση των οικογενειακών περιουσιών, τόσο όσο και από τον δανεισμό. Ο ιδιωτικός τομέας κατέστη σύντομα καθαρός οφειλέτης. Σας θυμίζει κάτι;
Αυτά ασφαλώς δεν ήταν τα μόνα θέματα που προκάλεσαν την κρίση στην Ελλάδα. Ας κατονομάσουμε μερικά ακόμη δεδομένα που συνέτειναν σε αυτήν: η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ επέφερε επιπτώσεις στο ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών. Οι τιμές των εξαγώγιμων προϊόντων άρχισαν να αυξάνονται πολύ ταχύτερα στην Ελλάδα απ’ ό,τι στις υπόλοιπες χώρες–μέλη της Ευρωζώνης, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να αδυνατούν ή να μην είναι πρόθυμες να «καλύψουν» την ανατίμηση του ευρώ, που θα μπορούσαν να επιτύχουν μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους. Παράλληλα άρχισε να μειώνεται το ισοζύγιο εισροής κεφαλαίων – κυρίως από τη μείωση εμβασμάτων από το εξωτερικό. Κατόπιν άρχισαν να μειώνονται οι αποδόσεις των ακινήτων, ειδικότερα το εισόδημα που απέφεραν στους ιδιοκτήτες τους.
Σε ό,τι αφορά το μέλλον, το σημαντικότερο είναι ότι –σε αντίθεση με άλλες χώρες σε κρίση– τόσο ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα όσο και ο δημόσιος είναι καθαροί δανειστές από το εξωτερικό. Αυτός ο συνδυασμός σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να διαθέσει πραγματικά περιουσιακά στοιχεία –και όχι μόνον χρηματοοικονομικά– για να μειώσει το συνολικό χρέος της.
Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν μπορεί να αναμένεται να βρει λύση υπό καθεστώς λιτότητας. Αν και είναι πιθανός ο ισολογισμός των δημοσίων οικονομικών –εξαιρουμένων των τόκων του δημοσίου χρέους– μέσα στο 2013 ή στο 2014, αποτελεί φαντασίωση η πιθανότητα επίτευξης των άλλων στόχων που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς οι επιπτώσεις της προσπάθειας μείωσης του δημοσίου ελλείμματος αποδεικνύονται «τοξικές». Η φτώχεια και η ανεργία στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σε επίπεδα που μόνο καταστροφικά μπορεί να χαρακτηριστούν. Υπαρκτή, δε, είναι ακόμη η απειλή περαιτέρω απωλειών θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της χώρας. Την τελευταία τετραετία, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώνεται κατά τουλάχιστον 5% ετησίως. Βάσει αυτών αλλά και πολλών άλλων στοιχείων, οι περικοπές δαπανών πυροδότησαν μια βαθύτατη ύφεση με καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Πρέπει να ανακτηθούν οι ρυθμοί αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ πριν επιλυθούν τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας και όχι το αντίστροφο. Το γεγονός δεν υποβαθμίζει με κανέναν τρόπο την απειλή που αντιπροσωπεύει για τη χώρα το χρέος της και την ανάγκη να επαναχρηματοδοτηθεί με χαμηλότερο κόστος. Ακόμη και με το τρέχον επιτόκιο, που κυμαίνεται κάτω από τα επίπεδα του 10%, τα τοκοχρεολύσια μπορεί να εκτοξευθούν ταχύτατα στα ύψη. Και παρά το σύνολο των προαναφερθέντων προβλημάτων, η ανάπτυξη παραμένει το ζητούμενο.
Μέσα στο 2012 είδαμε τελικώς να γίνονται μικρές υποχωρήσεις σε ό,τι αφορά την πολιτική λιτότητας που καλείται να εφαρμόσει η ελληνική κυβέρνηση. Ας ελπίσουμε ότι το 2013 θα μας επιτρέψει ένα μεγάλο βήμα πίσω από τους πολυσυζητημένους –αλλά ασφαλώς μόνο κατά φαντασία– «θρύλους» περί κατάρρευσης της Ελλάδας.
* Ο κ. Δ. Β. Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Η κάθε άλλο παρά θλιβερή άλγεβρα της επαναγοράς

Η κάθε άλλο παρά θλιβερή άλγεβρα της επαναγοράς

10/12/2012
Με τίτλο Η Θλιβερή Άλγεβρα της Επαναγοράς, ο κ. Γιάνης Βαρουφάκης (ΓΒ εφεξής) καταθέτει την ανάλυσή του για την επαναγορά του χρέους εδώ. Η ανάλυση περιέχει λάθη και ακροβατισμούς με εμφανή στόχο την επιβεβαίωση των απόψεών του – δυστυχώς αντίθετα με την πραγματικότητα.

Οι ακροβατισμοί

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

1. Ο ΓΒ θέλει να υποστηρίξει ότι η δημόσια προσφορά του ΟΔΔΗΧ για επαναγορά χρέους θα αποτύχει, συμπαρασύροντας το σύνολο του πλάνου του Eurogroup της 27/11, διότι ενώ αποβλέπει σε διαγραφή χρέους €31 δισ εμείς θα επιτύχουμε διαγραφή περίπου €19 δισ με αποτέλεσμα - κατά τον ΓΒ πάντα - να αναζητούμε και πάλι τα €10 δισ της διαφοράς για να επιτευχθεί ο στόχος. Κάνει όμως λάθος. Η απόφαση του Eurogroup της 27/11 επιδιώκει την απόσυρση χρέους περίπου €31 δισ έναντι ρευστού €10 δισ (που θα δανείσει ο EFSF), ώστε να επιτευχθεί καθαρή μείωση χρέους €21 δισ.  Το Eurogroup δηλαδή προβλέπει εξ αρχής μείωση περίπου €21 δισ,  μέσω «υποβοηθούμενης» απόσυρσης €31 δισ. Ο ΓΒ, στους υπολογισμούς του, για να υποστηρίξει τη θέση του ξεχνά το «βοήθημα» των €10 δισ του EFSF. Με θλιβερή δημιουργική λογιστική, το θλιβερό της άλγεβρας είναι εξασφαλισμένο! Η αλήθεια πού είναι;

2. Ο ΓΒ χαρακτηρίζει κούρεμα των ελληνικών τραπεζών τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα επαναγοράς. Σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (IAS 39), οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να εγγράψουν τον Μάρτιο τα νέα ομόλογα (μετά PSI) με τιμή κτήσης την τιμή στο χρηματιστηριακό ταμπλώ, δηλαδή στο 20%-25% της ονομαστικής αξίας. Τα ομόλογα των ελληνικών τραπεζών, συνολικής ονομαστικής αξίας €15 δισ είναι εγγεγραμένα στα βιβλία τους με συνολική αξία περίπου €3.5 δισ. Με αυτήν την αξία έχουν υπολογισθεί οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης. Με τη συμμετοχή στο πρόγραμμα επαναγοράς οι τράπεζες, εάν συμμετάσχουν με το σύνολο των ομολόγων τους, θα διαγράψουν μονοκονδυλιά από τα βιβλία τους χαρτιά αξίας περίπου €3.5 δισ και θα βάλουν στο ταμείο περίπου €5.25 δισ. Η υπεραξία των €1.75 δισ κάθε άλλο παρά κούρεμα είναι. Ο ΓΒ επιμένει στον χαρακτηρισμό του κουρέματος με τον ισχυρισμό «διαγράφουν μονοκονδυλιά €14 δισ από τα βιβλία τους», ο οποίος δεν προκύπτει από πουθενά.

3. Ο ΓΒ υφαίνει ένα καμβά περί τα hedge funds που πάλι πιάνουν Κώτσους τους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Αν κάποιοι πιάστηκαν Κώτσοι εν προκειμένω είναι αυτοί που πουλούσαν το καλοκαίρι στο 14% της ονομαστικής αξίας. Ισχυρίζεται πως τα hedge funds κατέχουν €45 δισ (από τα €66 δισ ελληνικών ομολόγων σε χέρια ιδιωτών - €62 δισ του PSI και €4 δισ παλαιών ομολόγων που αρνήθηκαν συμμετοχή τον Απρίλη). Όλοι, πλην των ελληνικών φορέων,  είναι συλλήβδην τζογαδόροι των hedge funds! Οι διακυμάνσεις τιμών των ελληνικών ομολόγων από τον Απρίλη έγιναν με ελάχιστους όγκους συναλλαγών. Οι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ως απόλυτο μέγιστο των νέων τοποθετήσεων των hedge funds τα €4.5 δισ. Μαζί με τα ομόλογα που κατείχαν με την ολοκλήρωση του PSI, το σύνολο των ελληνικών ομολόγων που κατέχουν είναι περίπου €20 δισ και όχι τα €45 δισ του ΓΒ. Τα υπόλοιπα είναι στα χέρια παλαιών ομολογιούχων, ευρωτράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ. Κάποιοι απ’ αυτούς έχουν κίνητρο συμμετοχής, άλλοι ενδιαφέρονται για μελλοντικά οφέλη. Για τους περισσότερους το πρόγραμμα επαναγοράς είναι μια ευκαιρία διόρθωσης της ζημίας του PSI –  που ταυτόχρονα μειώνει το βουνό του ελληνικού χρέους. Η αυθαιρεσία των «hedge funds που κατέχουν €45 δισ» εξυπηρετεί διπλά το σενάριο ΓΒ: (α) η επιτυχία του προγράμματος επαναγοράς εναπόκειται στις ορέξεις των τζογαδόρων, (β) η Ευρωζώνη είναι μια παρέα κορόιδων που ταΐζουν τα κοράκια των αγορών. Αμφότερα μακράν της αλήθειας!  Προφανώς υπάρχουν και οι τζογαδόροι. Πήραν ρίσκο αγοράζοντας παλιόχαρτα όταν όλοι προεξοφλούσαν την έξοδο από το ευρώ και τώρα θα κάνουν πάρτυ γιατί τους βγήκε το στοίχημα – μικρό πάρτυ όμως. Άλλοι τζογαδόροι που πήραν το ανάποδο στοίχημα έχασαν μια θάλασσα χρημάτων και κάνουν μνημόσυνα!
Τι πραγματικά σημαίνει η επαναγορά
Αυτό που δεν αναφέρεται είναι το προφανές: όσο λίγο κι αν είναι το χρέος που θα αποσυρθεί, το όφελος θα είναι πολλαπλάσιο για τους Έλληνες πολίτες. Δεν είναι μόνον η μείωση του δείκτη χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ας δούμε τι πραγματικά σημαίνει επαναγορά του χρέους.

Για την εξυπηρέτηση ομολόγων PSI ονομαστικής αξίας €1 δισ απαιτείται μέχρι το 2016 καταβολή τόκων €20 εκατ ετησίως. Από το 2016 το επιτόκιο αυξάνεται από το σημερινό 2% σε 4.6% τελικά μετά το 2020 – δηλαδή μετά το 2020 θα απαιτείται καταβολή ετήσιων τόκων €46 εκατ. Με την επαναγορά, η Ελλάδα σβήνει το €1 δισ χρέους προς ιδιώτες και αναλαμβάνει χρέος €350 εκατ εναντι του EFSF. Η εξυπηρέτηση αυτού του χρέους απαιτεί καταβολή τόκων μόλις €2.5 εκατ ετησίως! Σύμφωνα μάλιστα με την απόφαση του Eurogroup, οι καταβολές των τόκων δανείων του EFSF αναστέλλονται επί μια δεκαετία. Μετά δε το πέρας της περιόδου αναστολής καταβολής τόκων θα βρούμε μπροστά μας νέο (συσσωρευμένο) χρέος λιγότερο από ενός έτους τόκους χωρίς την απόσυρση! Από την οπτική της διαχείρισης των δημοσιονομικών, η επαναγορά χρέους έπρεπε να γίνει οπωσδήποτε και σε όποια έκταση θα ήταν δυνατή!

Η έκταση επαναγοράς καθορίζεται από τα εκτιμώμενα σημεία ισορροπίας τιμών: όσο μεγαλύτερο είναι το χρέος του οποίου επιχειρείται η επαναγορά, τόσο θα ανεβαίνει το κόστος. Υπάρχει και η επιθυμία να απομείνει ικανό μέγεθος χρέους υπό διαπραγμάτευση στις αγορές ώστε να καταγράφονται οι αποδόσεις ομολόγων και να διευκολυνθεί η μελλοντική έξοδος της χώρας για πρωτογενή δανεισμό. Είναι προφανές πως ο καλύτερος τρόπος επαναγοράς χρέους είναι να γίνεται σιγά-σιγά, μυστικά, από «φίλιες δυνάμεις» που θα λειτουργούν ως πονηρές χρηματιστηριακές εταιρείες. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, καλώς ή κακώς, υπό την αιγίδα της Ευρωζώνης – οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν είναι για να παίζονται παιγνίδια στα χρηματιστήρια.

Άλλο παράπλευρο όφελος της επαναγοράς χρέους είναι η αύξηση της ρευστότητας των Ταμείων κατά τουλάχιστον €700 εκατ (κατέχουν ομόλογα ονομαστικής αξίας περίπου €7 δισ και δεν συμμετέχουν στην επαναγορά).
Όσο και εάν ηχεί παράδοξο, η ενδεχόμενη απροθυμία συμμετοχής ξένων ομολογιούχων στο πρόγραμμα επαναγοράς χρέους, μόνον ως ψήφος εμπιστοσύνης για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μπορεί να εκληφθεί. Με την εξαίρεση κάποιων τζογαδόρων που στοιχηματίζουν σε σενάρια νέου PSI σε ένα με ενάμισι χρόνο, όλοι οι υπόλοιποι αναμένουν να αποκομίσουν περισσότερα από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων. Το ίδιο ισχύει και για τις ελληνικές τράπεζες.

Επαναγορά, τράπεζες και ανακεφαλαιοποίηση

Έχει δίκιο ο ΓΒ όταν ισχυρίζεται πως η συμμετοχή στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων είναι (ακριβέστερα, ήταν με τους αρχικούς όρους) αντίθετη προς το συμφέρον των ελληνικών τραπεζών – όχι όμως για τον λόγο που αναφέρει ο ίδιος, δηλαδή για το φανταστικό κούρεμα των €14 δισ! Τα ομόλογα, για όποιον σκέφτεται να πάρει το στοίχημα Ελλάδα, είναι περιουσιακό στοιχείο μεγάλης αξίας. Όποιος πιστεύει πως στα επόμενα 5 έως 8 χρόνια η Ελλάδα θα καταφέρει να ξαναβγεί στις αγορές (άρα το χρέος της να  υπόκειται σε διαπραγμάτευση κοντά στις ονομαστικές αξίες) το χαρτοφυλάκιο των ομολόγων ονομαστικής αξίας €15 δισ και «λογιστικής» αξίας €3.5 δισ, περιέχει μια δυνητική υπεραξία πάνω από €10 δισ. Αυτή η δυνητική υπεραξία ήταν ένα καρότο για τη συμμετοχή ιδιωτών στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών εν όψει ανακεφαλαιοποίησης. Η πλήρης συμμετοχή των τραπεζών στο πρόγραμμα επαναγοράς, απεμπολεί αυτή την δυνητική υπεραξία οπότε δεν συνέφερε τις τράπεζες. Όμως, για να διασφαλίσει την επιτυχία του προγράμματος επαναγοράς, αλλά και της ανακεφαλαιοποίησης, το ελληνικό δημόσιο (α) παρέσχε φορολογικό-λογιστικό κίνητρο (διευθέτηση «αναβαλλόμενου» φόρου) με το οποίο μειώνονται οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης κατά περίπου €4 δισ και (β) αύξησε την τιμή επαναγοράς (σε σχέση με την πρόβλεψη του Eurogroup). Με τις δύο αυτές κινήσεις, οι ελληνικές τράπεζες «κλειδώνουν» από τώρα περίπου το 60% της δυνητικής υπεραξίας και έχουν επαρκές κίνητρο συμμετοχής.

Ο ΓΒ επιλέγει μια απλουστευτική - και λανθασμένη - περιγραφή της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης, με τους φραγκοφονιάδες λογιστές του Σόιμπλε να κάνουν τους υπολογισμούς και επειδή δήθεν δεν τους βγαίνουν τα νούμερα να θέλουν κάποια βοήθεια από ιδιώτες.
Πρέπει επί τέλους να γίνει κατανοητό πως οι ιδιώτες με κίνητρο είναι απαραίτητοι ώστε να μπορέσει να γίνει με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα η επανιδιωτικοποίηση των τραπεζών σε τρία με πέντε χρόνια, ώστε το μακροπρόθεσμο χρέος που επωμίζονται οι φορολογούμενοι να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο. Πολύ περισσότερο, είναι ανάγκη να προσφερθεί κίνητρο συμμετοχής στην ανακεφαλαιοποίηση, διαφορετικά η οικονομία κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα. Η σύνοδος κορυφής της 27/10/2011 ρητώς αναφέρει την ανάγκη συνεργασίας κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και τραπεζών, ώστε να αποφευχθεί η ευρεία αναδιάρθρωση ενεργητικού με άντληση ρευστότητας από την οικονομία. Τι θα πει αυτό; Να μη χρειασθεί ελληνική τράπεζα να πωλήσει τη θυγατρική της στην Πολωνία (έγινε αυτό) ή στην Τουρκία (όχι ακόμη) ή στις βαλκανικές χώρες, να μη κουρέψει «υβριδικά προϊόντα» που είχαν πουληθεί ως συμπληρώματα σύνταξης (έγινε κι αυτό από κάποιες τράπεζες), να μην αφαιρεί ρευστότητα από την ήδη ασφυκτιώσα οικονομία. Αυτά και άλλα πολλά, που θα είχαν ήδη διαλύσει ό,τι έχει απομείνει από την οικονομία μας, ήθελε και θέλει να αποφύγει η Ευρωζώνη. Τους ιδιώτες τους χρειάζονται οι φορολογούμενοι και η οικονομία μας – όχι απλώς να τσοντάρουν το 10% που υποτίθεται πως τσιγκουνεύονται οι λογιστές του Σόιμπλε.

Αντ’ αυτού, ο ΓΒ επιμένει στο ξύλινο σχήμα των «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες πεθαμένων τραπεζών» – αλλού είχε αναφέρει πως μπορούμε να προχωρήσουμε και χωρίς ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος! Αναμφίβολα η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και το πρόγραμμα επαναγοράς αλληλεπιδρούν (δείτε εδώ). Αντίθετα με τους ισχυρισμούς ΓΒ ότι οι τράπεζες σπρώχνονται στον γκρεμό με το αστήρικτο δήθεν κούρεμα των €14 δισ, το πρόγραμμα επαναγοράς βοηθά και στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Ο κ. Στουρνάρας και οι επιτελείς του σχεδίασαν και προσέφεραν στους ομολογιούχους ένα πρόγραμμα επαναγοράς χρέους το οποίο αναμφίβολα ωφελεί πολλαπλώς την Ελλάδα. Εάν η επιτυχία του, ώστε να ικανοποιηθούν και οι απαιτήσεις του ΔΝΤ, καταλήξει σε πλήρη συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών, αυτές θα έχουν απεμπολήσει μελλοντικό όφελος, όμως στο τραπέζι έχει βρεθεί σχεδόν από το πουθενά ένα πακέτο περίπου €6 δισ (υπεραξία και «αναβαλλόμενος» φόρος) πέραν των προβλέψεων της ανακεφαλαιοποίησης. Το στοίχημα και ο αγώνας δεν είναι ποιός θα φωνάξει πιο δυνατά τα αντικεφαλαιοκρατικά του συνθήματα, αλλά το πόσα ιδιωτικά κεφάλαια μπορεί αυτό το πακέτο να προσελκύσει και το πού θα χρησιμοποιηθούν: (α) ως πρόσθετη ρευστότητα για να κινηθούν τα ακούνητα, (β) για την μείωση των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης, (γ) για την επαναγορά των τραπεζών από τους ιδιώτες μετόχους, (δ) κάτι ανάμεσα σ’ αυτα;

Υστερόγραφο
Τελικά η επαναγορά του χρέους μου φέρνει στο μυαλό τον ΓΑΠ: έψαχνε τόσα χρόνια να βρει μια win-win situation κι όταν βρέθηκε αυτή με το πρόγραμμα επαναγοράς αυτός δεν ήταν εδώ να τη χαρεί. Κρίμα που δεν τη βλέπει κι ο ΓΒ.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Ο μύθος της επικείμενης ανάπτυξης




 Ενώ η χώρα σύρεται ως θλιβερός επαίτης από δόση σε δόση και από ταπείνωση σε ταπείνωση, η πολιτική ελίτ εξακολουθεί μονότονα και εκνευριστικά να επαίρεται ότι μας έσωσε. Φυσικά, το έπος των τροϊκανών θα ήταν απλώς μία κακόγουστη οπερέτα, ένα έργο νοσηρών οικονομικών εγκεφάλων, αν δεν οδηγούσε στη φτώχεια και στην εξαθλίωση το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται ίσως για την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία της διεθνούς οικονομικής πολιτικής. Παραπέμπει ευθέως στη Μεγάλη Υφεση της αμερικανικής οικονομίας την τετραετία 1929 - 1933, με την οποία άλλωστε έχει ένα βασικό κοινό γνώρισμα: είναι προϊόν εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής. Πράγματι, αν η Μεγάλη Υφεση του Μεσοπολέμου προκλήθηκε από την κακή νομισματική πολιτική της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας (Μίλτον Φρίντμαν), η Μεγάλη Υφεση της ελληνικής οικονομίας είναι αποτέλεσμα της λανθασμένης νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, αλλά και της κτηνώδους δημοσιονομικής πολιτικής της τρόικας.
Μήπως όμως υπερβάλλουμε; Μήπως διεκτραγωδούμε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα την όλη κατάσταση; Κάθε άλλο. Είναι μία από τις λιγοστές εκείνες φορές που τα γεγονότα και οι αριθμοί μιλάνε μόνα τους. Ο απολογισμός του προγράμματος προσαρμογής είναι συντριπτικός. Μπορεί όλες οι άλλες χώρες του πλανήτη να απέφυγαν το μοιραίο, δηλαδή τη Μεγάλη Υφεση, όχι όμως και η Ελλάδα. Η ατέρμονη λιτότητα, με τις πρωτοφανείς περικοπές στις μισθολογικές και κοινωνικές δαπάνες σε μια οικονομία που στηριζόταν στην εσωτερική αγορά, βύθισε τη χώρα σε τρομακτική ύφεση (αγγίζει σωρευτικά το 23% του ΑΕΠ) και πρωτοφανή ανεργία (πάνω από 25%, υπερτριπλάσια από την αρχή της κρίσης). Ολα αυτά έγιναν για να μειωθεί το χρέος. Αλλά, ω του θαύματος, το χρέος σχεδόν διπλασιάστηκε (από 110% του ΑΕΠ λίγο πριν από την κρίση σε 190% σήμερα, χωρίς το PSI). Και έπεται συνέχεια, αφού η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Ποτέ στα χρονικά - σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου - οικονομική πολιτική δεν προκάλεσε τόσο καταστρεπτικά αποτελέσματα σε τόσο λίγο διάστημα. Για να θεραπεύσουν τον δημοσιονομικό πονόδοντο αποκεφάλισαν την οικονομία και υπερηφανεύονται για το μακάβριο αυτό μεταρρυθμιστικό επίτευγμα.
Τώρα όμως τέλειωσαν όλα αυτά, μας λένε. Είναι ώρα για ανάπτυξη. Η επόμενη δόση των 34 δισ. ευρώ θα ενισχύσει τη ρευστότητα των τραπεζών και θα επιτρέψει στο Δημόσιο να εξοφλήσει τα χρέη του προς τους ιδιώτες. Ετσι, «θα πέσει χρήμα στην αγορά» και θα αρχίσει η ανάπτυξη. Ευσεβείς πόθοι και αέρας κοπανιστός. Το παιχνίδι της ανάπτυξης παίζεται στο πεδίο των δαπανών. Οι δαπάνες κινούν την οικονομία. Και στον τομέα αυτό έχουμε κυριολεκτικά χάσει την μπάλα. Την πέταξαν στην εξέδρα οι εξολοθρευτές δαπανών της τρόικας. Αναμφίβολα η ρευστότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Η ανάπτυξη προϋποθέτει επαρκή ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες. Προϋποθέτει αυξημένες δαπάνες από τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και το κράτος για αγορά καταναλωτικών και επενδυτικών αγαθών. Τα νοικοκυριά όμως δεν έχουν χρήματα να ξοδέψουν. Γι' αυτό και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή φυτοζωούν. Το δε κράτος περικόπτει δραστικά ακόμη και τις δαπάνες δημοσίων επενδύσεων. Από πού λοιπόν θα προέλθει η ζήτηση για να υπάρξει ανάπτυξη; Από τις εξαγωγές; Για να γίνουμε εξωστρεφείς απαιτείται πολύς χρόνος (και όχι μόνο). Από τα ευρωπαϊκά κονδύλια; Το υποτιθέμενο ευρωπαϊκό Σχέδιο Μάρσαλ απεδείχθη φραστικό πυροτέχνημα. Αντ' αυτού στον υπό διαμόρφωση κολοβό προϋπολογισμό της ΕΕ εισπράττουμε κονδύλια πολύ μικρότερα από τα υποσχόμενα.
Καιρός λοιπόν να αλλάξουμε ρότα. Πρέπει επιτέλους να βρούμε το σθένος να πούμε «όχι». Αναμφίβολα αυτό περικλείει κινδύνους. Ετσι ή αλλιώς όμως εδώ που φθάσαμε όλες οι επιλογές είναι επώδυνες και περιέχουν ρίσκο. Αυτό που προέχει είναι να αλλάξουμε την αυτοκτονική πολιτική για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της ύφεσης και της ανεργίας. Αν οι παλαβοί θαμώνες του Eurogroup (κατά δήλωση Μοσκοβισί) δεν αντιδράσουν ορθολογικά και σταματήσουν τη χρηματοδότηση, δεν έχουμε άλλη λύση από το να κηρύξουμε στάση πληρωμών εντός ευρώ. Το πρωτογενές έλλειμμα είναι αυτή τη στιγμή πολύ χαμηλό και επιτρέπει τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών με πολύ μικρότερες θυσίες απ' αυτές που ήδη βιώνουμε. Ο κίνδυνος βέβαια να αναγκαστούμε να εγκαταλείψουμε την ευρωζώνη είναι υπαρκτός. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει η ίδια η ευρωζώνη θα τεθεί σε τροχιά διάλυσης. Ακόμη και αν επιβιώσει συρρικνωμένη στον σκληρό πυρήνα της δεν θα είναι η Ευρώπη του κοινωνικού κράτους και του υψηλού βιοτικού επιπέδου στην οποία ενταχθήκαμε. Θα είναι η Ευρώπη του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού, της αέναης λιτότητας και της ανεργίας. Αλλά κανένας φαντάζομαι δεν επιθυμεί να παραμείνει μέλος ενός κλαμπ που επιδιώκει να μετατρέψει τη χώρα σε ζώνη χαμηλών μισθών ασιατικού τύπου, πλατφόρμα εξαγωγών των μεγάλων πολυεθνικών. Κανένας δεν θέλει να γίνει μετανάστης στον τόπο του. Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας από έναν ευρωπαϊστή, που θλίβεται για την κατάντια της Ευρώπης. Από έναν αριστερό κεϊνσιανό, που θλίβεται για την κατάντια της Σοσιαλδημοκρατίας…

Ο κ. Γιώργος Δουράκης είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Η ανισότητα σκοτώνει τον καπιταλισμό



του Ρόμπερτ Σκιντέλσκι   από την Προοδευτική Πολιτική

Είναι γενικά αποδεκτό πως η κρίση του 2008-2009 προκλήθηκε από υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό και πως η επακόλουθη αδυναμία αποτελεσματικής ανάκαμψης οφείλεται στην άρνηση των τραπεζών να δανείζουν, λόγω των «προβληματικών» τους ισολογισμών.
Μια τυπική αφήγηση της κρίσης, αρεστή στους οπαδούς του Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich vonHayek) και της «αυστριακής σχολής» θα πήγαινε κάπως έτσι: στην πορεία προς την κρίση, οι τράπεζες δάνειζαν στους πελάτες τους περισσότερα χρήματα από όσο θα έπρεπε, λόγω του φθηνού χρήματος που παρείχαν οι κεντρικές τράπεζες, ιδίως η αμερικανική «φέντεραλ ριζέρβ» (FED). Οι εμπορικές τράπεζες, πλημμυρισμένες από λεφτά των κεντρικών τραπεζών, παρείχαν ρευστότητα σε ένα σωρό αμφισβητούμενα εγχειρήματα, ενώ μια σειρά χρηματοπιστωτικών καινοτομιών (ιδίως ευφάνταστων τραπεζικών εργαλείων και επενδυτικών σχημάτων) έριχνε λάδι στην φωτιά της δανειακής φρενίτιδας.
Η αναποδογυρισμένη πυραμίδα της πίστωσης κατέρρευσε τελικά όταν η FED έβαλε ένα τέλος στον φαύλο κύκλο του δανεισμού, αυξάνοντας τα επιτόκιά της (η FED αύξησε το βασικό της επιτόκιο από το 1% του 2004 στο 5.25% το 2006 και το κράτησε στο ύψος αυτό ως τον Αύγουστο του 2007). Το αποτέλεσμα ήταν η κατάρρευση της τιμής των ακινήτων πράγμα που με την σειρά του δημιούργησε ένα σωρό νεκροζώντανες τράπεζες (που οι υποχρεώσεις τους υπερέβαιναν τα αποθέματά τους) και ακόμα περισσότερους κατεστραμμένους δανειολήπτες.
Το πρόβλημα τώρα εμφανίζεται ως πρόβλημα επανεκκίνησης του δανεισμού. Οι εξασθενημένες τράπεζες, που δείχνουν πια απροθυμία να δανείζουν, κάπως πρέπει «να γυρίσουν στην δουλειά». Αυτός εξάλλου ήταν ο λόγος της ευρείας κρατικής τους ενίσχυσης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μετά από αλλεπάλληλους γύρους «ποσοτικής διευκόλυνσης» -ή αλλιώς μαζικού τυπώματος χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες που στην συνέχεια διοχετεύτηκε στο τραπεζικό σύστημα μέσω μιας σειράς ανορθόδοξων διαύλων (στο σημείο αυτό οι οπαδοί του Χάγιεκ διαμαρτύρονται, λέγοντας πως η κρίση που προκλήθηκε από υπερβολικό πλεόνασμα χρήματος, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με... αύξηση του πλεονάσματος αυτού).
Παράλληλα, σχεδόν παντού έχουν ενισχυθεί οι έλεγχοι, ώστε οι τράπεζες να μην μπορέσουν να θέσουν ξανά σε κίνδυνο το οικονομικό σύστημα. Η «τράπεζα της Αγγλίας» επί παραδείγματι, πέραν της αποστολής της να διατηρεί την σταθερότητα των τιμών, έχει τώρα επιπλέον αναλάβει το καθήκον να προασπίζει την «σταθερότητα του οικονομικού συστήματος».
Αυτή η ανάλυση, αν και φαίνεται ορθή, επικεντρώνεται στο αμφιλεγόμενο ζήτημα της νομισματικής επάρκειας: πάρα πολλά λεφτά καταστρέφουν την οικονομία, ενώ πάρα πολύ λίγα... την καταστρέφουν. Αλλά θα μπορούσε κανείς να υιοθετήσει μιαν άλλη άποψη, σύμφωνα με την οποία το κρίσιμο οικονομικό μέγεθος δεν είναι η διάθεση ρευστότητας, αλλά η ζήτηση για ρευστότητα . Στο κάτω-κάτω δουλειά των τραπεζών είναι να δανείζουν σε επικερδείς επιχειρήσεις· πριν ξεσπάσει η κρίση, η αγορά ακινήτων ήταν επικερδέστατη. Με άλλα λόγια, η διάθεση ρευστότητας προς δανεισμό προέκυψε ως αποτέλεσμα της... ζήτησης για δανεισμό.
Αυτή η οπτική θέτει κάπως διαφορετικά το ζήτημα των αιτιών της κρίσης: το πρόβλημα δεν ήταν τόσο πολύ οι αισχροκερδείς δανειστές όσο οι απρόσεκτοι -ή παραπλανημένοι- δανειολήπτες. Το πραγματικά σημαντικό ερώτημα είναι: γιατί ο κόσμος είχε τόσο πολύ ανάγκη από δανεικά; Γιατί η σχέση του δανεισμού των νοικοκυριών προς τα εισοδήματά τους έφτασε πριν την κρίση σε τόσο πρωτοφανή επίπεδα;
Ας δεχτούμε πως ο κόσμος είναι εκ φύσεως ακόρεστος, και πως θέλει να καταναλώνει περισσότερα από όσα μπορεί. Ακόμα κι έτσι όμως, γιατί εκδηλώθηκε τότε με τόση μανία αυτή η «πλεονεξία»;
Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αυτό, χρειάζεται να ρίξει μια ματιά στον τρόπο κατανομής του εισοδήματος. Ο κόσμος γινόταν όλο και πλουσιότερος, αλλά η κατανομή του εισοδήματος εντός των κρατών γινόταν όλο και πιο άνιση! Την τελευταία τριακονταετία το μέσο εισόδημα έμεινε σταθερό ή και έπεσε ακόμα, ενώ το ΑΕΠ αύξαινε. Αυτό σημαίνει πως μια πελώρια φέτα από την αύξηση της παραγωγικότητας πήγε στους πλούσιους.
Τι μπορούσαν να κάνουν οι σχετικά φτωχότεροι για να παραμείνουν σε επαφή με τους πλούσιους σε έναν κόσμο που ανέβαζε διαρκώς τις προδιαγραφές διαβίωσής του; Έκαναν ό,τι έκαναν ανέκαθεν οι φτωχοί: δανείστηκαν. Παλιότερα, πήγαιναν στους ενεχυροδανειστές· τώρα πήγαν στις τράπεζες ή στις πιστωτικές κάρτες. Καθώς δε η φτώχεια τους ήταν μόνο «σχετική» και οι τιμές των ακινήτων αύξαναν ασταμάτητα, οι δανειστές τους δεν έβλεπαν για ποιον λόγο να σταματήσουν να τους βυθίζουν ολοένα και περισσότερο στα χρέη.
Υπήρχαν πράγματι κάποιοι που ανησυχούσαν με το ενδεχόμενο κατάρρευσης της αποταμίευσης των νοικοκυριών, αλλά ελάχιστοι νοιάζονταν πραγματικά. Σε ένα από τα τελευταία του άρθρα, οΜίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) απλά διαπίστωσε πως «πλέον» η αποταμίευση γινόταν... υπό την μορφή ακινήτων.
Όσον με αφορά, αυτή η προσέγγιση εξηγεί πολύ καλύτερα από την ορθόδοξη ερμηνεία το γιατί, παρά τα πελώρια ποσά που διοχέτευσαν οι κεντρικές τράπεζες, η ανάκαμψη δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού. Ακριβώς όπως πριν την κρίση οι δανειστές δεν δάνειζαν το κοινό με το ζόρι, έτσι δεν μπορούν και τώρα να υποχρεώσουν να προσφύγουν στον δανεισμό υπερχρεωμένα νοικοκυριά ή επιχειρήσεις, για να αυξήσουν δήθεν την παραγωγή τους την ώρα που στην αγορά «δεν κινείται φύλλο».
Κοντολογίς, η ανάκαμψη δεν μπορεί να αφεθεί στα χέρια της FED, της «ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας» (ΕΚΤ) ή της «τράπεζας της Αγγλίας». Απαιτείται ενεργός ανάμειξη της οικονομικήςπολιτικής. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένας «δανειστής της εσχάτης προσφυγής» αλλά ένας «ξοδευτής της εσχάτης προσφυγής»· κι αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από το κράτος.
Αν τα κράτη, που είναι ήδη υπερχρεωμένα, θεωρούν πως δεν δύνανται πια να καταφύγουν σε δανεισμό από τις αγορές, ας δανειστούν από τις κεντρικές τους τράπεζες κι ας ξοδέψουν τα λεφτά σε δημόσια έργα και ανάπτυξη υποδομών. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πάρουν ξανά μπρος οι μεγάλες δυτικές οικονομίες.
Πέραν αυτού όμως, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με ένα σύστημα που επιτρέπει στους πλούσιους να βάζουν στο χέρι τόσο μεγάλο μερίδιο του ΑΕΠ ή που οδηγεί στο να συσσωρεύεται τόσος πολύς πλούτος σε τόσο λίγα χέρια. Πολλές φορές στο παρελθόν, η συμπεφωνημένη αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για αυτήν καθ' αυτή την επιβίωση του καπιταλισμού. Όπως φαίνεται, διδασκόμαστε ξανά το ίδιο μάθημα.

Ο Robert Skidelsky είναι επίτιμος καθηγητής πολιτικής οικονομίας. Στέλεχος του Εργατικού κόμματος, μεταπήδησε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πριν γίνει εκπρόσωπος των Συντηρητικών για οικονομικά θέματα στην βουλή των λόρδων θέση από την οποία παύθηκε όταν παρέβη την κομματική «γραμμή» και υπερασπίστηκε τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία το 1999

Κωμωδία ιδεών, πράξη δεύτερη

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012
Και ξαφνικά ο κ. Παναγιώτης  Λαφαζάνης έγινε ενδιαφέρων. Η δήλωσή του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακόμη έτοιμος να κυβερνήσει ακούστηκε μέσα στο μπολσεβίκικο παραλήρημα του συριζαίικου Ανώτατου Σοβιέτ σαν τη φωνή κάποιου που, μπολσεβίκος και αυτός, από τους πιο αρειμάνιους μάλιστα, ξεστομίζει αναπάντεχα, σαν να σαστίζει και ο ίδιος, μια αδιανόητα μενσεβίκικη κουβέντα.
Η δήλωση αυτή, ό,τι και αν τη γέννησε (ειλικρίνεια, εχεφροσύνη, τακτικισμός, στιγμιαία έκλαμψη ή οι σάλπιγγες της Ιεριχούς, που πριν τσακίσουν τα τείχη των πολιορκημένων τσάκισαν τα νεύρα ενός από τους πιο «φυσερούς» σαλπιγκτές των πολιορκητών), ήταν σαν μια ανεξέλεγκτη σύσπαση μασκαρεμένου προσώπου, που τσαλακώνει τη μάσκα και σε αφήνει να υποψιαστείς από κάτω μια άλλη εικόνα.
Μπορώ να δεχτώ τα αντιμνημονιακά επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα μάλιστα συμμερίζομαι τα περισσότερα. Αλλά μου είναι αδύνατο να πιστέψω ότι οι στρατηγικοί εγκέφαλοί του, ακόμη και οι Σουσλόφ των πιο ακραίων συνιστωσών, εννοούν σοβαρά τις επαγγελίες που πλασάρουν στο αλαφιασμένο από την Κρίση κοινό, τη βαυκαλιστική ρητορική που ενοχοποιεί το Μνημόνιο για όλα τα προβλήματα της χώρας και υπόσχεται επιστροφή στην προμνημονιακή νιρβάνα (και σπατάλη), ιδανικό εφαλτήριο για τον σοσιαλισμό. Δεν είναι βλάκες αυτοί οι άνθρωποι ούτε τόσο φαντασιόπληκτοι όσο τους παρουσιάζουν μερικοί εχθροί τους. Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ.   
Πριν από τριάντα χρόνια το ΠΑΣΟΚ, εκτός του ότι ενσωμάτωσε στο σύστημα τις μάζες των υποπρονομιούχων, όπως τους αποκαλούσε, και των αποκλεισμένων λόγω φρονημάτων από το μετεμφυλιακό κράτος, απορρόφησε και πλήθος δύστροπων διανοουμένων της γενιάς του Πολυτεχνείου, αλλά και μεγαλύτερων. Τους εκμαύλισε, για να το πούμε απερίστροφα, κυρίως μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού και της περίφημης Γραμματείας Νέας Γενιάς, που μοίρασαν αφειδώς θέσεις στο Δημόσιο (συνήθως αργόμισθες), υποτροφίες για «μετεκπαίδευση» στο εξωτερικό (συνήθως χωρίς αντίκρισμα), επιχορηγήσεις πολιτιστικών οργανισμών και προγραμμάτων (συχνότατα ασήμαντων ή εικονικών) κ.λπ. Οσο έξυπνη και αποτελεσματική και αν ήταν όμως αυτή η πολιτική, δεν απορρόφησε ολόκληρη την προς απορρόφηση διανόηση. Υπήρξαν αρκετοί που αντιστάθηκαν στις πράσινες σειρήνες, όχι απαραίτητα επειδή δεν ορέγονταν και αυτοί εξουσία και προσόδους, αλλά επειδή η ιδεολογικά ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής ή οι προσωπικοί δεσμοί τους με αριστερότερα κόμματα και οργανώσεις δυσκόλευαν τη μανούβρα της συνείδησής τους προς την αγκαλιά του αστικού καθεστώτος.

Αλλά τα χρόνια πέρασαν, οι καιροί άλλαξαν. Πενηντάρηδες και εξηντάρηδες πια, οι ανέντακτοι οραματιστές της γενιάς του Πολυτεχνείου ξεροστάλιαζαν στον ίδιο σταθμό της Ιστορίας, περιμένοντας με προϊούσα απογοήτευση το τρένο της μεγάλης, της πραγματικής Αλλαγής, όπου θα επιβιβάζονταν δικαιωματικά στην πρώτη θέση, ως ιδεολογικοί ταγοί και οργανωτικοί Ηρακλείς, με ό,τι «παράπλευρες» ωφέλειες αυτό συνεπάγεται όταν η ριζοσπαστική ιδεολογία θρονιάζεται στην κρατική εξουσία. Από την άλλη, το πολιτισμικό μποστάνι της Μεταπολίτευσης παρήγαγε στρατιές νεότερων «προοδευτικών» διανοουμένων, από πανεπιστημιακούς μέχρι ποιητές, από δικηγόρους μέχρι ηθοποιούς, που διέπρεπαν λιγότερο σε ό,τι έχει σχέση με τη δημιουργικότητα και πολύ περισσότερο στον συντεχνιακό διεκδικητισμό και στην αντίσταση σε όλα (πάντα με «προοδευτικό» πρόσχημα).
Η ματαιωμένη αναμονή των πρώτων και η μικρόχαρη πολυπραγμοσύνη των δεύτερων θα μπορούσαν χωρίς σοβαρές συνειδησιακές αβαρίες, αφού οι καιροί είχαν αλλάξει, να βρουν ανταμοιβή στους γενναιόδωρους κόλπους των μονοκομματικών κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ ή ακόμη και της Νέας Δημοκρατίας (και σε πολλές περιπτώσεις τη βρήκαν). Στο μεταξύ, όμως, οι καιροί άλλαξαν πάλι. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ «μπήκαν» απελπιστικά με το άγριο πλύσιμο στο πλυντήριο της Κρίσης και ο άνεμος άρχισε να φυσάει ξανά από αριστερότερα (και από δεξιότερα, αυτό όμως είναι άλλο κεφάλαιο). Οι μετέωροι διανοούμενοι για τους οποίους μιλάμε είδαν την ευκαιρία και την άρπαξαν από τα μαλλιά. Γιατί η καπριτσιόζα Ιστορία τούς έκανε ένα απροσδόκητο, εκπληκτικό δώρο.
Οι παλιές ιδέες τους μπορούσαν τώρα ευκολότατα, χωρίς να περάσουν από τη βάσανο της επανεξέτασης στο φως της πραγματικότητας, να γίνουν το όχημα που θα τους έφερνε στην πολυπόθητη εξουσία. Σε μια εξουσία που υποσχόταν να αλλάξει τα πάντα, για να μην αλλάξει τίποτα.
Και φτάσαμε έτσι να παρακολουθούμε τη δεύτερη πράξη στο έργο της μεταπολιτευτικής κωμωδίας ιδεών. Ενα σωρό ξέμπαρκοι ριζοσπάστες της γενιάς του Πολυτεχνείου, από εκείνους που έμειναν έξω από την κιβωτό του ΠΑΣΟΚ ή την εγκατέλειψαν μόλις άρχισε να κάνει νερά, και ένα σωρό σπουδαρχίδες επίγονοί τους βρήκαν στον ΣΥΡΙΖΑ φιλόξενο καταφύγιο και, προπαντός, σκάλα για την αναρρίχηση σε κρατικά ή έστω, για αρχή, βουλευτικά αξιώματα. Οι πρώτοι έγιναν οι ιδεολογικοί ντιζάινερ του νέου κόμματος εξουσίας, οι δεύτεροι οι πιο ευφραδείς και δυναμικοί (μερικοί θα έλεγαν αδίστακτοι) ακτιβιστές του. Και όλοι μαζί καθορίζουν τον λόγο και την πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ, κατορθώνοντας το ακατόρθωτο: να νεκραναστήσουν μια μυθολογία, τη μυθολογία της Μεταπολίτευσης, στην οποία δεν πιστεύει πια κανείς, ούτε οι ίδιοι, αλλά όλοι κάνουν πως την πιστεύουν. Είναι σαν την «αιματοβαμμένη» σημαία του Πολυτεχνείου, για την οποία ηλεκτρονική εφημερίδα έγραφε πριν από λίγες μέρες σε ρεπορτάζ ότι βρισκόταν, «όπως πάντα», επικεφαλής της πορείας, ενώ λίγο παρακάτω, σε άλλο άρθρο, μας πληροφορούσε ότι η σημαία έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι αιματοβαμμένη, γιατί τη μπουγάδιασε η μητέρα ενός φοιτητή της ΠΑΣΠ.

Και τη στιγμή που η Ελλάδα χρειάζεται πράγματι νέες ιδέες για την υπέρβαση του Μνημονίου, εκείνοι που το διακονούν δεν έχουν καμία, ενώ εκείνοι που το αντιμάχονται επιστρατεύουν, για τους δικούς τους λόγους, τις ιδέες ακριβώς που μας οδήγησαν στο Μνημόνιο. Γι' αυτό λέμε εδώ και καιρό ότι η κρίση που ζούμε είναι πάνω απ' όλα πολιτισμική.  

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Οικονομική ύφεση και εκλογική τιμωρία


Οικονομική ύφεση και εκλογική τιμωρία


Του Σταθη Ν. Καλυβα*

Η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και ουδείς μπορεί να προβλέψει την τελική της έκβαση. Η διάρκειά της, όμως, είναι τέτοια που επιτρέπει ορισμένες πρώτες διαπιστώσεις σχετικά με τις πολιτικές επιπτώσεις που έχει.
Οι πολιτικές συνέπειες των οικονομικών κρίσεων στα δημοκρατικά καθεστώτα μπορούν να συμπυκνωθούν σε δύο βασικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, οι οικονομικές κρίσεις συνεπάγονται ένα τεράστιο πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις που καλούνται να τις διαχειριστούν. Οπως είναι φυσικό, οι ψηφοφόροι στρέφονται εναντίον των κυβερνήσεων που επιβάλλουν επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα. Οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Ελλάδας είναι άλλωστε χαρακτηριστικές. Παρότι φαίνεται προφανής, η υπόθεση αυτή δεν τεκμηριώνεται ικανοποιητικά από τις υπάρχουσες συγκριτικές έρευνες. Αρκετές αναλύσεις έχουν δείξει πως στο παρελθόν πολλές κυβερνήσεις που εισήγαγαν δυσάρεστα μέτρα κατάφεραν να επιβιώσουν πολιτικά. Πράγματι, δεν είναι σπάνιο το εκλογικό σώμα να στηρίζει κυβερνήσεις που επιχειρούν επώδυνες οικονομικές παρεμβάσεις σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως συνέβη με τους Βρετανούς Συντηρητικούς της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οικονομική κρίση αποτέλεσε τη βάση μιας μακρόχρονης πολιτικής ηγεμονίας.
Η δεύτερη υπόθεση είναι πως η εκλογική τιμωρία είναι ιδεολογικά τυφλή. Το εκλογικό σώμα, δηλαδή, δεν αντιδρά με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αν η κυβέρνηση που λαμβάνει τα επώδυνα μέτρα είναι κεντροαριστερή ή κεντροδεξιά. Τις τιμωρεί και τις δύο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η υπόθεση αυτή προκύπτει από μια πολύ γνωστή θεωρία της πολιτικής επιστήμης, γνωστή ως θεωρία της «αναδρομικής ψήφου», σύμφωνα με την οποία το εκλογικό σώμα κρίνει τις κυβερνήσεις με βάση την απόδοσή τους και όχι την ιδεολογία τους.
Τι προκύπτει ώς τώρα για τη σχέση των δύο αυτών υποθέσεων με την ευρωπαϊκή κρίση; Ο Pedro Maga-lhaes, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Λισσαβώνας, ανέλυσε σε πρόσφατη μελέτη του τα εκλογικά αποτελέσματα 29 ευρωπαϊκών χωρών (των 27 μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Κροατίας και της Ισλανδίας), καλύπτοντας μια περίοδο σχεδόν τεσσάρων ετών, από τον Ιανουάριο 2008 έως τον Ιούλιο 2012. Μια πρώτη ανάλυση έδειξε κατ’ αρχάς πως και οι δύο υποθέσεις ισχύουν σε γενικές γραμμές. Αφενός, η εκλογική τιμωρία των κυβερνητικών κομμάτων στη διάρκεια αυτής της τετραετίας υπήρξε αξιοσημείωτη: το 60% των εκλογών οδήγησε σε κυβερνητική αλλαγή, ενώ η μέση υποχώρηση των κυβερνητικών κομμάτων ανήλθε στο 6,6%. Αφετέρου, η εκλογική τιμωρία υπήρξε ιδεολογικά τυφλή. Δεν είχε δηλαδή σημασία εάν στην κυβέρνηση βρισκόταν κεντροαριστερό ή κεντροδεξιό κόμμα.
Ομως, προχωρώντας βαθύτερα στην ανάλυσή του, ο Magalhaes διαπίστωσε πως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Συγκεκριμένα, τεκμηρίωσε δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι πως, όσο περισσότερο διαρκεί η ευρωπαϊκή κρίση, τόσο δείχνει να αυξάνεται το μέγεθος της εκλογικής τιμωρίας που επιβάλλει το εκλογικό σώμα. Με άλλα λόγια, αντίστοιχα μεγέθη οικονομικής ύφεσης στην αρχή και στο τέλος της τετραετίας 2008–2012 αντιστοιχούν σε διαφορετικά μεγέθη εκλογικής τιμωρίας. Οσο δηλαδή περνάει ο καιρός, η επίδοση των κυβερνητικών κομμάτων χειροτερεύει. Αυτό σημαίνει πως, όσο συνεχίζεται, η κρίση θα προκαλεί όλο και μεγαλύτερους κλυδωνισμούς στα εθνικά κομματικά συστήματα.
Το δεύτερο στοιχείο αφορά μια πολύ ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στην αναδρομική ψήφο και την ιδεολογική θέση των κυβερνητικών κομμάτων: η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ύφεση από τη μία και στην εκλογική τιμωρία από την άλλη κρύβει μια σημαντική διαφοροποίηση. Αυτό προκύπτει από την παρατήρηση πως σημαντικός αριθμός κυβερνητικών κομμάτων (ένα στα τρία για την ακρίβεια) κατάφερε να αποφύγει την εκλογική ήττα στη διάρκεια της τετραετίας που πέρασε. Πιο συγκεκριμένα, η ανάλυση δείχνει πως τα κεντροαριστερά κόμματα είναι πολύ πιο «ευαίσθητα» στην ύφεση απ’ ό,τι τα κεντροδεξιά. Σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, τα κεντροαριστερά κόμματα επιβραβεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ψηφοφόρους, όμως σε συνθήκες ύφεσης υφίστανται σκληρότερη τιμωρία. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται ενδεχομένως στο γεγονός πως οι ψηφοφόροι θεωρούν πιο φυσιολογική την επιβολή σκληρών δημοσιονομικών μέτρων από ένα κεντροδεξιό κόμμα (ή αντίστροφα, πως εκλαμβάνουν την επιβολή τέτοιων μέτρων από ένα κεντροαριστερό κόμμα ως προδοσία) – και αντιδρούν αναλόγως.
Η πολιτική ερμηνεία των τάσεων αυτών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και οδηγεί σε δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι πως όσο διαρκεί η ευρωπαϊκή κρίση τόσο περισσότερο θα κλυδωνίζονται τα εθνικά κομματικά συστήματα. Ενα πιθανό ενδεχόμενο της διαδικασίας αυτής είναι και η ενίσχυση των αντισυστημικών κομμάτων, όπως φάνηκε στην Ελλάδα. Το δεύτερο είναι πως τα κεντροαριστερά κόμματα διαθέτουν περιορισμένες πολιτικές επιλογές σε περιβάλλον ύφεσης, καθώς θεωρούνται κόμματα «παχιών αγελάδων». Αντίθετα, τα κεντροδεξιά κόμματα διαθέτουν περισσότερες επιλογές: μπορούν να λάβουν σκληρά μέτρα χωρίς να υποστούν την ίδια εκλογική τιμωρία, καθώς θεωρούνται εκ φύσεως πιο αυστηρά. Σε σχέση με τη χώρα μας, αυτό σημαίνει πως οι πολιτικοί της κεντροδεξιάς έχουν το περιθώριο να πάρουν πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο και να προχωρήσουν σε βαθύτερες ρήξεις απ’ ό,τι θα τους υπαγόρευε ακόμη και το ίδιο τους πολιτικό αισθητήριο.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Μπαξίσια και μπάχαλο!




Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*
Πριν από μερικές εβδομάδες η υφυπουργός Υγείας κ. Σκοπούλη έκανε μερικές μελαγχολικά ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις στην πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ. Δυστυχώς, πέρασαν απαρατήρητες από τα ΜΜΕ. Ολα σχεδόν πρόβαλαν τη δήλωση της υφυπουργού ότι δεν της είχαν δοθεί (ακόμη) αρμοδιότητες, ενώ το ζουμί της συνέντευξης ήταν αλλού.
Εχει ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς γιατί τα ελληνικά ΜΜΕ αδυνατούν να εστιάσουν στα μείζονα, αλλά δεν είναι του παρόντος. Ας σημειωθεί μόνο ότι τα κριτήρια περί του τι συνιστά πολιτική είδηση για τα ΜΜΕ είναι συνάρτηση, μεταξύ άλλων, της πολιτικής κουλτούρας μιας χώρας. Εκεί που η πολιτική εκλαμβάνεται, κυρίως, ως κινήσεις συμφέροντος των πολιτικών σε ένα επαναλαμβανόμενο ανταγωνιστικό παίγνιο, οι ειδήσεις τείνουν να αφορούν όχι τόσο στο περιεχόμενο της δημόσιας πολιτικής, όσο στις εικαζόμενες προθέσεις των «παικτών» ή στα αποτελέσματα των κινήσεών τους.
Τι είπε η κ. Σκοπούλη στη συνέντευξή της; Ξεχωρίζω τρία σημεία. Πρώτον, χρησιμοποίησε επανειλημμένα της λέξη «μπαξίσι» για να περιγράψει όψεις του συστήματος υγείας. «Δεν θέλουν οι πολιτικοί να εφαρμοστούν (η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και η συνταγογράφηση της δραστικής ουσίας), διότι το μπαξίσι είναι παντού», ανέφερε χαρακτηριστικά. Δεύτερον, εξαιτίας του οικονομικού αδιεξόδου αναγκαζόμαστε, επιτέλους, να κάνουμε διαρθρωτικές αλλαγές. Η τρόικα μας δίνει έναν «μπούσουλα», είπε. «Οι κανόνες (που) μπαίνουν από τους Ευρωπαίους κι εμείς καλούμαστε επιτελικά να εφαρμόσουμε τώρα, δεν είναι κανόνες κόντρα στον κόσμο. Αυτοί οι κανόνες μεταφράζονται από τους πολιτικούς ότι είναι κόντρα στον κόσμο (αλλά είναι προς το δημόσιο συμφέρον)». Τρίτον, «πρέπει να μιλάμε με νούμερα, και με νούμερα δεν μιλάει κανένας στην Ελλάδα. Με νούμερα δεν μιλάει το υπουργείο. Δεν έχουμε στοιχεία. Για να κάνεις πολιτική και προγραμματισμό, πρέπει να ξέρεις πού βρίσκεσαι. (...) Μέχρι τώρα τα στοιχεία τα έδινε η φαρμακοβιομηχανία και λυπάμαι πάρα πολύ γι’ αυτό. (...)».
Με άλλα λόγια, από επίσημα χείλη ακούσαμε μία σημαντική ομολογία: το σύστημα είναι μπάχαλο, είναι και διεφθαρμένο, αλλά, με την πίεση των δανειστών μας, μπορούμε να το αλλάξουμε. Η υφυπουργός Υγείας ανέδειξε και κάτι άλλο: την επιρροή που ασκεί η φαρμακοβιομηχανία, όχι μόνο με «μπαξίσια» σε «ενδιάμεσους πολιτικούς» και «ενδιάμεσους γιατρούς» (οι φράσεις είναι της κ. Σκοπούλη) αλλά, πιο εκλεπτυσμένα, με τη δύναμη των αριθμών. Ενα υπουργείο που αγνοεί βασικά μεγέθη του τομέα που διοικεί δεν μπορεί να έχει πολιτική ισχύ. Οι δημόσιες πολιτικές που διαμορφώνει είναι «αιχμάλωτες» των επιμέρους οργανωμένων συμφερόντων. Μπαξίσια και μπάχαλο πάνε μαζί: τα μπαξίσια δίνονται για να υπάρχει το (βολικό για τα οργανωμένα συμφέροντα) μπάχαλο· το μπάχαλο συντηρείται (πρωτίστως από τους πολιτικούς) για να δίνονται μπαξίσια! Ο κύκλος είναι φαύλος – κυριολεκτικά...
Ξέρουμε ότι η φαρμακευτική δαπάνη των ασφαλιστικών ταμείων υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ του 2004 και του 2009: από 2,3 δισ. εκτινάχθηκε στα 5,1 δισ. ευρώ. Καθοριστική συμβολή σε αυτή την τερατώδη αύξηση είχε η κατάργηση της λίστας συνταγογραφούμενων φαρμάκων από την κυβέρνηση Καραμανλή το 2004. Υπουργός Υγείας τότε ήταν ο κ. Ν. Κακλαμάνης, ο οποίος, σύμφωνα με αποκαλύψεις του Τύπου, φέρεται να είχε δεχθεί «χορηγίες» από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες για τις προεκλογικές του δαπάνες.
Οι «ενδιάμεσοι πολιτικοί» είναι απαραίτητοι, αλλά δεν αρκούν. Χρειάζονται και «ενδιάμεσοι γιατροί», ιδιαίτερα «επώνυμοι καθηγητές», οι οποίοι κατασκευάζουν την κατάλληλη επιχειρηματολογία υπέρ των οργανωμένων συμφερόντων. Η κ. Σκοπούλη επισήμανε: «Ο κόσμος πιστεύει δυστυχώς αυτό που λέει η τηλεόραση, τι θα πει ο τάδε καθηγητής, ο οποίος έχει το θράσος και λέει ότι στην Αγγλία έχουμε μεγαλύτερο αριθμό θανάτων λόγω του ότι γράφεται η δραστική ουσία. Επώνυμος καθηγητής το είπε προχθές στον Τύπο... Αν είναι δυνατόν...».
Ξέρουμε πως ό,τι μετράται μετρά – εισέρχεται στον δημόσιο λόγο, δημιουργεί επιλογές, διευκολύνει τη λογοδοσία. Τα πάσης φύσεως οργανωμένα συμφέροντα, όταν δεν μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή στατιστικών στοιχείων ή τις ερμηνείες τους, προσφεύγουν στον κατασκευασμένο συναισθηματισμό. Απαντώντας σε ένα αριθμητικά τεκμηριωμένο σχόλιο του Π. Μανδραβέλη στην «Κ», ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών κ. Πατούλης καταλήγει: «Στον αρθρογράφο σας και στους δήθεν τεχνοκράτες μανδαρίνους που κυριαρχούν τα τελευταία δύο χρόνια στα κέντρα λήψης των αποφάσεων στον χώρο της Υγείας, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την Υγεία ως νούμερα και στατιστικές, εμείς οι γιατροί απαντάμε με (...) τις υπηρεσίες που δίνουμε σε χιλιάδες συνανθρώπους μας. Και οι άνθρωποι για εμάς έχουν ψυχή, δεν είναι αριθμοί» («Κ», 13/3/12).
Τι συγκινητικό – και πόσο αυτοεξυπηρετικό! Μια φενακιστική τακτική όσων υπερασπίζονται τις ιδιοτελείς πρακτικές τους είναι η αντίστιξη της μοναδικότητας της ανθρώπινης «ψυχής» (την οποία αυτοορίστηκαν να «υπηρετούν»!) με τη γραφειοκρατική ανωνυμία που εκφράζουν τα «νούμερα και οι στατιστικές»! Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση αυτοεξυπηρετικής κατασκευής: η ιατρική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε ένα πλατωνικό σύμπαν· οι γιατροί είναι άυλες και αγαθοεργές υπάρξεις, δίχως υλικά συμφέροντα· οι πόροι είναι άπειροι. Ολα αυτά για να αποκρυβεί το βιωματικά γνωστό σε κάθε ελληνική οικογένεια: τα μπαξίσια, η διαφθορά, η αναλγησία των ισχυρών στο σύστημα υγείας.
Η κ. Σκοπούλη είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα στο υπουργείο Υγείας. Μην εκπλαγείτε αν ωθηθεί σε παραίτηση κάποια στιγμή. Για να διαιωνιστούν τα μπαξίσια, χρειάζεται μπάχαλο! Ορθολογιστές υπουργοί με πάθος για το δημόσιο συμφέρον είναι επικίνδυνοι γιατί απειλούν το μπάχαλο με τάξη! Ενώ πολιτικοί τύπου Κακλαμάνη είναι ιδιαιτέρως χρήσιμοι – και αρεστοί στα ΜΜΕ!
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick

Αποστροφή για την πραγματικότητα




Του Ηλια Mαγκλινη
Στις 29 Ιουλίου του 1921, πριν από ενενήντα ένα χρόνια, τέτοιες μέρες δηλαδή αλλά με το παλαιό ημερολόγιο (π. η.), η Ελλάδα ζούσε ιστορικές στιγμές. Οι περίπου εκατό χιλιάδες άνδρες, που αποτελούσαν τους μάχιμους της ελληνικής στρατιάς στη Μικρά Ασία, εκκινούσαν προς τις γραμμές εξορμήσεως για την κατάληψη της Αγκυρας.
Εννέα ελληνικές μεραρχίες, καταπονημένες σε έσχατο βαθμό, όχι όμως και χωρίς ηθικό (κάποιοι οπλίτες είχαν αναρτήσει πινακίδες σε βοϊδάμαξες που έγραφαν «Εξπρές Αγκυρα»), έμπαιναν σε μια περιπέτεια ασύλληπτη: περίπου επτακόσια χιλιόμετρα από το Αιγαίο, σε εχθρικά, αφιλόξενα εδάφη, διάβηκαν τον ποταμό Σαγγάριο για να περάσουν στη συνέχεια, πεζοπορώντας, μέσα από μια άνυδρη, ξερή στέπα: την Αλμυρή Ερημο (η αρχαία Αξυλος Ερημος του Πολύβιου), εν μέσω πυρακτωμένων ημερών και παγερών νυχτών, με ελάχιστο και πάντως κάκιστο ανεφοδιασμό. Κι αυτό, για να συναντήσουν κάποια στιγμή τον εχθρό: δεκαέξι ετοιμοπόλεμες τουρκικές μεραρχίες.
Η λεγόμενη μάχη του Σαγγάριου ξεκίνησε στις 10 Αυγούστου (π. η.) και κράτησε περίπου τρεις εβδομάδες. Λέγεται ότι είναι μια από τις πιο φονικές, χρονικά μακροσκελείς μάχες στην παγκόσμια ιστορία. Την τελική έκβαση τη γνωρίζουμε βέβαια σήμερα. Οχι μόνο της επαναδιάβασης του Σαγγάριου, της σύμπτυξης δηλαδή προς Δυσμάς (όλο αυτό το αίμα για το τίποτα τελικά), αλλά και της καταστροφής που συντελέστηκε τέλη καλοκαιριού, ενενήντα ακριβώς χρόνια πριν.
Σήμερα μας φαίνεται εξωφρενικό το ότι πήραμε μια τέτοια απόφαση να επεκτείνουμε το μικρασιατικό μέτωπο ώς τα βάθη της Ανατολίας. Σημειωτέον, η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 είχε ως προεκλογικό της αίτημα τον τερματισμό του μικρασιατικού πολέμου και την επιστροφή των στρατιωτών σπίτια τους. Μετεκλογικά, έπραξε ακριβώς το αντίστροφο. Και όχι μόνον αυτό: ενώ μετά τον Σαγγάριο το μέτωπο παρέμενε αδρανές μα ανοιχτό, η κυβέρνηση Γούναρη αποφάσισε να στραφεί προς την Κωνσταντινούπολη. Συγκροτήθηκε μία μεραρχία αποτελούμενη από μονάδες της μικρασιατικής στρατιάς! Αποδυνάμωση δηλαδή του μετώπου για να ανοίξουμε ένα άλλο...
Επειτα από μία δεκαετία ανάπτυξης και στρατιωτικών θριάμβων (1912-22), η τότε ελληνική Πολιτεία αγκάλιασε και πάλι την αυτοκαταστροφή, αδυνατώντας να σταθμίσει τα βασικά, στοιχειώδη δεδομένα της πραγματικότητας. Τον πρώτο λόγο τον είχαν οι μύθοι, οι συλλογικές μυθολογίες. Και βέβαια, οι αγκυλώσεις, οι μικροπολιτικές αγκυλώσεις και οι κομματικές σκοπιμότητες. Πασίγνωστα πράγματα, χιλιοειπωμένα. Ωστόσο, δεν παύουν να συναρπάζουν και να συγκινούν.
Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν έχει νόημα η αναγωγή σε άλλες ιστορικές περιόδους προκειμένου να ερμηνεύσουμε αυτό που ζούμε σήμερα. Οι συγκρίσεις βλάπτουν, παραπλανούν. Κάθε εποχή έχει τη δική της αυτοτέλεια. Απλώς, η αναδρομή στο παρελθόν παρέχει μιαν επίφαση ασφάλειας. Γι’ αυτό ίσως, για ορισμένους, η στάση «των ξένων» σήμερα, κυρίως των Γερμανών, δεν διαφέρει από εκείνη των Γάλλων και των Ιταλών κυρίως, το 1919-22. Στάση «ύπουλη», «προδοτική». Από τη δική μας τη σκοπιά κρίνοντας φυσικά. Διότι αντικειμενικά, οι «μεγάλες δυνάμεις» απλώς φρόντιζαν, και συνεχίζουν να φροντίζουν, τα του οίκου τους. Δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό εδώ, εκτός κι αν θεωρούμε ότι οφείλουν εκ προοιμίου να υπηρετούν μια ξένη χώρα λόγω του αρχαίου, ενδόξου παρελθόντος της ή λόγω της συμμαχίας της σε έναν πρόσφατο πόλεμο. Μα, διαχρονικά, οι διεθνείς σχέσεις είναι ένα πεδίο μάχης χειρότερο από τον Σαγγάριο του 1921. Και σίγουρα απαιτούν στρατηγική και τακτική. Οταν λοιπόν δεν έχεις υψηλή, ευρύτερη εποπτεία των πραγμάτων, όταν δεν προσπαθείς στοιχειωδώς να δεις τον εαυτό σου από μια κάποια απόσταση, είναι βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα γονατίσεις από το βάρος της ίδιας της πραγματικότητας.
Το 2012 δεν είναι 1921. Αλλά αυτή μας η ροπή προς τη μυθολογία και η αποστροφή μας για το πραγματικό μπορεί να έχουν ακόμα ένα βαρύ τίμημα. Ισως είναι πολύ αργά για ελιγμούς. Δεν είναι όμως ποτέ αργά για αλλαγή μιας νοοτροπίας που συνιστά βαρίδι. Η πραγματική Αγκυρα είναι μέσα μας.

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Συνθηκολογημένοι Κεϋνσιανοί (μέρος Β')


Η Ισχύς της Προφητείας
Η ομορφιά της αρχαίας μυθολογίας οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στον τρόπο με τον οποίο οι προφητείες αποκτούν εξουσία επί των ανθρώπων. Για παράδειγμα, αν ο Βασιλιάς της Θήβας δεν είχε πιστέψει την προφητεία ότι ο αγέννητος ακόμα γιος του κάποια στιγμή θα τον σκότωνε, ο Οιδίποδας ούτε Οιδίποδας θα λεγόταν ούτε και θα σκότωνε τον πατέρα του πάνω σε έναν καυγά σε μια διασταύρωση, όπου βέβαια δεν τον αναγνώρισε ως πατέρα του εξ αιτίας της... προφητείας. Η προφητεία, την ώρα που γίνεται πιστευτή, αλλάζει τον κόσμο και «γεννά» τα γεγονότα που προφητεύει.
Το ίδιο συμβαίνει, ισχυρίζεται ο Keynes, σε μια οικονομία, ιδίως στον Καιρό της Κρίσης: Αν οι περισσότεροι επιχειρηματίες πιστέψουν ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα (η ζήτηση θα προκύψει) τότε τα πράγματα θα βελτιωθούν (καθώς η αισιοδοξία τους θα φέρει τις επενδύσεις που θα αναζωογονήσουν την οικονομική δραστηριότητα) επιβεβαιώνοντας τις αισιόδοξες προβλέψεις τους. Όμως, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι πως αν οι περισσότεροι επιχειρηματίες πιστέψουν ότι τα πράγματα θα δυσκολέψουν (η ζήτηση θα μειωθεί κι άλλο) τότε η κατάσταση θα χειροτερεύσει (καθώς η απαισιοδοξία τους θα αναβάλει τις επενδύσεις) επιβεβαιώνοντας την απαισιοδοξία τους. Οπότε το ερώτημα τίθεται: Τι μαντάτα θα τους αναπτέρωναν το ηθικό; Μήπως τα νέα ότι οι μισθοί μειώνονται κι άλλο; Ότι η Κεντρική Τράπεζα μειώνει τα επιτόκια; Ότι το κράτος απολύει δημόσιους υπαλλήλους και προβαίνει σε δραστικές περικοπές; Σε καμία των περιπτώσεων, απαντά ο Keynes, κόντρα στις απόψεις των περισσότερων συναδέλφων του της εποχής.
Για τον Keynes, οι περισσότεροι (και εξυπνότεροι) επιχειρηματίες  με το άκουσμα των «νέων» ότι μισθοί, επιτόκια και δημόσιες δαπάνες θα μειωθούν κι άλλο, πανικοβάλλονται. Γνωρίζουν πως σε περίοδο απομόχλευσης το μέγα έλλειμμα είναι αυτό της ζήτησης. Και πως η περαιτέρω μείωση των μισθών, των συντάξεων και των δημόσιων δαπανών θα δημιουργήσουν ακόμα μεγαλύτερο έλλειμμα ζήτησης.
• Θέλουν να πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς. Όμως και στο μηδέν να πάνε οι μισθοί δεν θα προβούν σε επενδύσεις και προσλήψεις αν προβλέπουν ότι, λόγω γενικευμένης απομόχλευσης, η ζήτηση θα χειροτερεύσει λόγω μείωσης των μισθών.
• Θέλουν χαμηλότερα επιτόκια από την Κεντρική Τράπεζα, αλλά όταν ακούν ότι η Κεντρική Τράπεζα θα τα μειώσει (ακόμα και στο μηδέν να τα πάει), πανικοβάλλονται ακόμα περισσότερο, σκεπτόμενοι σκέψεις όπως: «Για να τα μειώνουν κι άλλο, φαντάσου πόσο χάλια είναι τα πράγματα.»
• Θέλουν διαρθρωτικές αλλαγές, που να τους λύνουν τα χέρια, όμως καμία διαρθρωτική αλλαγή δεν είναι ικανή να τους πείσει να επενδύσουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το Μέγα (και όλο διογκούμενο) Έλλειμμα Ζήτησης.
Περιληπτικά, ο Keynes θεωρεί πως, σε περίοδο Κρίσης, ο συνδυασμός λιτότητας (μείωση δημόσιων δαπανών, μείωσης μισθών και μείωσης επιτοκίων) όχι μόνο δεν βοηθά να μειωθούν τα ελλείμματα και να ξεπεραστεί η Κρίση αλλά συνωμοτούν στο να βαθύνει, να ενισχυθεί, να βυθίσει τα δόντια της ακόμα πιο βαθιά στο φθίνον ψαχνό της κοινωνικής οικονομίας. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να γίνει για να ανακοπεί η Κρίση είναι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Μα, θα μου πείτε (σωστά), η Ελλάδα, ως μέλος της ευρωζώνης, δεν έχει δυνατότητες να κάνει κάτι τέτοιο, να ασκήσει Κεϋνσιανή πολιτική. Σωστά. Σε αυτή την περίπτωση έχει υποχρέωση, θα τόνιζε ο Keynes, να μην συναινέσει στην Μνημονιακή πολιτική χρησιμοποιώντας ως διαπραγματευτικό χαρτί είτε την αποχώρηση από το κοινό νόμισμα (όπως προτείνει ο Κεϋνσιανός Paul Krugman) είτε την μονομερή πτώχευση εντός του ευρώ (όπως έχουμε προκρίνει από κοινού με τον Joseph Stiglitz και τον Wolfgang Munchau των Financial Times). Το ένα πράγμα που ο Κεϋνσιανός δεν μπορεί να περιμένει είναι αυτό που λένε ότι περιμένουν οι αυτο-αποκαλούμενοι Κεϋνσιανοί που παρεπιδημούν στο ΠΑΣΟΚ και στην ΝΔ: ότι, εν μέσω Κρίσης, η μείωση μισθών, συντάξεων και δημοσίων δαπανών θα έχει θετικά αποτελέσματα ως προς τα ελλείμματα και το χρέος.
Ο Keynes και οι εγχώριοι Κεϋνσιανοί για την σημερινή Ελλάδα
Στο προηγούμενο άρθρο μου για τους «δεσμευμένους ελευθεριάζοντες» και τον Hayek, δεν σχολίασα καθόλου το κατά πόσον ο Hayek είχε δίκιο σε αυτά που έλεγε για την Κρίση του 1929. Απλά σκιαγράφησα εκείνα που νομίζω ότι θα έλεγε για την δική μας Κρίση, και τα Μνημόνια, και τα συνέκρινα με τις θέσεις των υποτιθέμενων εγχώριων οπαδών του. Έτσι κι εδώ. Δεν ασχολούμαι με το κατά πόσο είχε δίκιο ο Keynes σε αυτά που έλεγε για την Κρίση του 1929. Απλά, αναφέρομαι σε αυτά που θα ήθελε να μας πει για την δική μας Κρίση και τα αντιπαραθέτω σε εκείνα που μας λένε οι περισσότεροι των αυτοπαρουσιαζόμενων ως οπαδοί του. Βέβαια, πρέπει να πω ότι, όπως και οι οπαδοί όλων των μεγάλων στοχαστών, έτσι και οι Κεϋνσιανοί είναι διασπασμένοι σε πολλές ομάδες. Επιτρέψτε μου λοιπόν να αναφερθώ στην πλειοψηφία τους που βρίσκονται ενταγμένοι στα δύο μεγάλα κόμματα και που, αν τους ρωτήσεις, θα σου απαντήσουν ότι, ναι, είναι Κεϋνσιανοί. (*)
Ποια είναι η βασική τοποθέτηση αυτών των Κεϋνσιανών για τα τεκταινόμενα στην χώρα μας; Θεωρούν ότι η σημερινή πολιτική της κυβέρνησης Παπαδήμου είναι μονόδρομος. Προσυπέγραψαν μια νέα δανειακή συμφωνία, και ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα», που θεμελιώνονται σε μια απλή παραδοχή: Η έξοδος από την Κρίση θα έρθει μέσα από τον συνδυασμό (α) νέων μειώσεων μισθών και  συντάξεων, (β) νέων μειώσεων δημοσίων δαπανών, και (γ) διαρθρωτικών αλλαγών. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η παραδοχή αυτή έρχεται σε απόλυτη, συντριπτική σύγκρουση με την βασικότερη των ιδεών του Keynes. Θα μου πείτε: Και τι έγινε; Σωστά. Μπορεί κάλλιστα οι διαμορφωτές της οικονομικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ (υπάρχουν άραγε;) και της Νέας Δημοκρατίας να απαντήσουν ότι, πράγματι, αποφάσισαν πως ο Keynes είτε είχε πάντα άδικο είτε ότι δεν ισχύει η σκέψη του σήμερα. Θεμιτό. Σε αυτή την περίπτωση όμως, πρέπει να απαιτήσουμε από αυτούς δυο πράγματα:
• Πρώτον, να βρουν το κουράγιο να αντιπαραθέσουν στον Keynes (και στον Hayek που απέρριπταν όταν έλεγαν ότι είναι Κεϋνσιανοί) την δική τους, καινοτόμο μακροοικονομική θεωρία, καταδεικνύοντας την εκλογίκευση που αυτή η νέα θεωρία τους προσφέρει στις Μνημονιακές πολιτικές που ακολουθούν με τόσο ενθουσιασμό και αυτοπεποίθηση.
• Δεύτερον, να σταματήσουν να προσποιούνται ότι οι Μνημονιακές πολιτικές στην Ευρώπη ολόκληρη μπορούν να ειδωθούν ως μια μορφή σύγχρονου Κεϋνσιανισμού (επειδή βασίζονται σε μεγάλες κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία της ευρωζώνης). Αν θέλουν άλλοθι για κινήσεις που μόνο στόχο έχουν την εξασφάλιση της Πτωχοτραπεζοκρατίας, ας δημιουργήσουν την δική τους οικονομική θεώρηση, αντί να κρύβονται πίσω από ένα κακέκτυπο όσων έλεγε ο Keynes.
Πολλοί μου λένε ότι κουράστηκαν με την θεωρητικολογία. Ότι τώρα προέχει η πράξη. Συμφωνώ. Όμως, ξέρετε, οι αντιφάσεις στις οποίες πέφτουν οι πολιτικοί μας ως προς την δική τους, υποτιθέμενη, ιδεολογία έχει πολλά να μας διδάξει για τα κίνητρα και την πολιτεία τους. Στον βαθμό που πρέπει να τους κρίνουμε, ιδίως τώρα που πλησιάζουν εκλογές, έχει πρακτική αξία το θεωρητικό τους ξεμπρόστιασμα. Έχοντας λοιπόν αναφερθεί εκτενώς στους «Δεσμευμένους Ελευθεριάζοντες» και στους «Συνθηκολογημένους Κεϋνσιανούς», ήρθε η στιγμή να στραφούμε (βλ. επόμενο άρθρο), στους «Συντηρητικούς Μαρξιστές»...
(*) Όλοι οι προηγούμενοι υπουργοί οικονομικών, με εξαίρεση τον κ. Μάνο, έχουν επιρρεαστεί από τον Keynes ή και δηλώνουν Κεϋνσιανοί. Ιδίως το ΠΑΣΟΚ, είναι αδύνατον να αρθρώσει πολιτικο-οικονομικό λόγο ξανά χωρίς να βασιστεί στα λεγόμενα του Άγγλου οικονομολόγου. Εκτός κι αν κ. Βενιζέλος κατορθώσει να ιδρύσει δική του σχολή οικονομικής σκέψης...

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Το σύστημα

4 Μαρτίου, 2012 // Συγγρ:
Ήταν αναμενόμενο η τρέχουσα πολιτική σύγκρουση «μνημονιακών»- «αντιμνημονιακών» να πάρει εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Ήταν αναμενόμενο ό,τι στην αρχή φάνταζε περιθωριακό, ό,τι γραφόταν σε ακραία μπλογκς και έντυπα, ό,τι διακήρυσσε ο Μίκης Θεοδωράκης, κατά μόνας ή με τις κατά καιρούς οργανώσεις του, να πολλαπλασιαστεί, να ενταθεί, ακόμα και να επισημοποιηθεί: οι μειοδότες «μνημονιακοί» και οι εθνικόφρονες «αντιμνημονιακοί». Οι πρώτοι πουλάνε βάσει οργανωμένου και έξωθεν εκπορευόμενου (από τους μασόνους, τους Εβραίους και, σε κάθε περίπτωση, τους Γερμανούς) σχεδίου την πατρίδα, οι δεύτεροι την υπερασπίζονται σθεναρά -ορισμένοι μάλιστα από αυτούς, όχι κατ’ανάγκη οι πιο δευτεροκλασάτοι, καλούν πλέον ανοιχτά ακόμα και σε «σύγχρονη» ανασύσταση του ΕΑΜ! Η χώρα έχει επείγουσα ανάγκη από την συγκρότηση ενός αντιστασιακού «εθνικού μετώπου» για τη σωτηρία της. Πώς αλλιώς να ερμηνευθούν οι σχετικές δηλώσεις κορυφαίων στελεχών και διανοουμένων της αριστεράς (και μάλιστα προερχόμενων από την πάλαι ποτέ «ανανεωτική» της πτέρυγα) που δεν αμφισβητούν «απλώς» κάποιες πολιτικές, αλλά και τις προθέσεις των φορέων τους; Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί ο πληθωρισμός της εθνικοφροσύνης στην ευρύτερη δεξιά; Ο ένας ιδρύει τους «Ανεξάρτητους Ελληνες», ο άλλος την «Πατρίδα», ο τρίτος αποχωρεί από την κυβέρνηση (και χαρακτηρίζει όλους τους υπόλοιπους «ναι-ναίκους», καλά να πάθουν που τον δέχτηκαν, αν δεν τον παρακάλεσαν κιόλας!). Και στη μέση, δηλαδή παντού, ως εκφραστής του ταλαιπωρημένου, αγανακτισμένου, αλλά πάντα «περήφανου μέσου ανθρώπου», ο Θεοδωράκης με την «Ελλάδα».
Για όποιον δεν κατάλαβε, βρισκόμαστε στο 1940! Για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ μας είχε προειδοποιήσει σχετικά έγκαιρα, ανήμερα μάλιστα της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου: τότε, δηλαδή το 1940, ο ελληνικός λαός είχε πολεμήσει κατά του ναζισμού, σήμερα πολεμά κατά του «σιωνισμού», αλλά κάποιοι δεν τον είχαμε ακούσει. Στο μεταξύ, βέβαια, η γερμανοφοβία χτύπησε κόκκινο. Αγώνας μαζικός, λαϊκός, εθνικο-απελευθερωτικός -όπως τότε, έτσι και τώρα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Όλη αυτή η κακόγουστη φάρσα θα μπορούσε να καταλήξει σε τραγωδία. Εθνική τραγωδία. Γιατί αυτό που συμβαίνει είναι η μεθοδευμένη εργαλειοποίηση της δικαιολογημένης ως έναν βαθμό κοινωνικής δυσφορίας και διαμαρτυρίας και ο προσανατολισμός της προς την υπόδειξη ενός εσωτερικού εχθρού. Το σχήμα είναι γνωστό: «λαός» εναντίον «ελίτ» που όχι μόνον δεν ενδιαφέρονται για την τύχη του, αλλά και συνειδητά, συνεργαζόμενες με αλλότριους συμμάχους της, αποσκοπούν στην εξουθένωσή του, υλική και πνευματική, προκειμένου να τον υποτάξουν.
Πώς απαντάμε (αν υποτεθεί ότι υφίσταται αυτός ο πληθυντικός του «εμείς») σε αυτήν τη ραγδαία κλιμακούμενη επίθεση του ανεύθυνου εθνικο-λαϊκισμού; Καταρχάς, με το να κατανοήσουμε το περιεχόμενο των «λόγων» του, αναλύοντας τα «επιχειρήματά» του, εντοπίζοντας τον πυρήνα του. Κατανοώντας, δηλαδή, ότι όλη αυτή η επιχείρηση είναι εξ αντικειμένου πρωτίστως ιδεολογική και πολιτική: θέλει να απονομιμοποιήσει ηθικο-πολιτικά και να δαιμονοποιήσει οποιονδήποτε σκέφτεται και δρα διαφορετικά ως «αντεθνικό δρώντα». Μονοπωλώντας την έκφραση του υπαρκτού κοινωνικού πόνου, αλλά και κλείνοντας το μάτι σε οργανωμένες συντεχνίες, κηρύσσει έναν κίβδηλο ανένδοτο αγώνα καταγγέλλοντας όλους όσους δεν είναι με το μέρος του «λαού» ως το αντέθνος που τον επιβουλεύεται, ως «ξένο σώμα» που παρασιτεί μέσα στο υγιές σώμα της εθνικής κοινότητας. Πρόκειται για μείζονα συκοφαντία, με την αρχαιοελληνική έννοια, όπου διαμέσου της διαβολής, αποσκοπεί στην ηθική εξόντωση του αντιπάλου, που ανάγεται σε εχθρό. Γι’ αυτό και επείγει η κατανόηση και η αντιμετώπιση αυτής τής στην πραγματικότητα πολεμικού τύπου επιχείρησης. Διαφορετικά, η οποιαδήποτε μονοσήμαντα ορθολογική της αντιμετώπιση (π.χ. σε επίπεδο προγράμματος, για το τι πρέπει να γίνει σήμερα, κλπ.) είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Το αρτιότερο πρόγραμμα, το καλύτερα τεχνοκρατικά θεμελιωμένο, δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή να κατακτήσει τις ψυχές των ανθρώπων αν, ταυτοχρόνως, δεν επενδυθεί με έναν πειστικό λόγο που να μιλά, με μη-δημαγωγικό τρόπο, στο όνομα του εθνικού και του λαϊκού συμφέροντος.
Με άλλα λόγια, η δικαιολογημένα ως έναν βαθμό «αντι-συστημική» φορά που έχει προσλάβει η κοινωνική διαμαρτυρία, οφείλει να πολιτικοποιηθεί. Κάτι που πρακτικά θα μπορούσε να σημαίνει ότι η μακρόχρονη ρεαλιστική έξοδος από την κρίση δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να αποσυνδέεται από μια ηθικο-πολιτική της αλληλεγγύης προς τα πραγματικά θύματα αυτής της κρίσης. Το πεπρωμένο των πραγματικών θυμάτων, όχι φυσικά με την μιζεραμπιλιστική έννοια της ακατάσχετης αριστερο-δεξιάς δημαγωγίας, αλλά υπό την οπτική της κοινωνίας ως «κοινότητας πεπρωμένου», ως ανοιχτής κοινότητας πολιτών, δηλαδή ως δημοκρατικά συγκροτημένου έθνους, οφείλει να κατέχει κεντρική θέση σε έναν λόγο που θέλει να υπερβεί την εν πολλοίς πλαστή διαίρεση «μνημόνιο»/«αντιμνημόνιο». Έναν λόγο που θα απηχεί τον από τον Λίνκολν ορισμό της δημοκρατίας ως «τη διακυβέρνηση του λαού, από το λαό, για το λαό» -αυτόν το δημόσιο λόγο, τόσο σε ύφος όσο και σε περιεχόμενο, έχουμε σήμερα ανάγκη, έχοντας ταυτόχρονα πλήρη συνείδηση των παραφθορών, ενίοτε μοιραίων, που καραδοκούν να μετατρέψουν αυτήν την υπόσχεση από «όνειρο» σε «εφιάλτη».

Σχετικά με τον συγγραφέα

Ο Αντρέας Πανταζόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Μνημόνιο. Ένα post mortem

Από τον ΧΡΥΣΑΦΗ Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ

 1.

Εισαγωγή

Το Μνημόνιο και τα μέτρα που το συνόδευαν έγιναν νόμος του κράτους στις 6 Μαΐου 2010. Η Ελλάδα είχε ελάχιστα περιθώρια να παζαρέψει τις βασικές κατευθύνσεις του και ακόμη λιγότερα να τις απορρίψει. Η χώρα όφειλε να δανεισθεί άμεσα προκειμένου να εξοφλήσει ομόλογα αξίας 8,5 δισ. ευρώ που έληγαν στις 19 Μαΐου. Ήταν όμως πρακτικώς αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές.
Η μονομερής κήρυξη παύσης πληρωμών ήταν αδιανόητη γιατί σήμαινε τα εξής: Πρώτο, δεδομένου ότι μεγάλο κομμάτι της περιουσίας των ελληνικών τραπεζών ήταν επενδυμένο σε ελληνικά ομόλογα, ο εκμηδενισμός της αξίας των τελευταίων θα οδηγούσε το τραπεζικό σύστημα σε κατάρρευση. Τούτο θα σήμαινε κατάρρευση της εγχώριας πίστης και του διεθνούς εμπορίου. Δεύτερο, η δημοσιονομική περιστολή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που –τελικά– επιχειρήθηκε. Το συνολικό δημόσιο έλλειμμα του 2009 ήταν 36,6 δισ. Από αυτά, περί τα 12,5 αφορούσαν πληρωμές τόκων. Τα υπόλοιπα 24 δισ. ήταν πρωτογενές έλλειμμα: η διαφορά των εκτός τόκων δαπανών του Ελληνικού Δημοσίου από τα έσοδά του. Το 2010 το πρωτογενές έλλειμμα περικόπηκε περίπου στο μισό και τα 11,4 δισ. που απέμειναν χρηματοδοτήθηκαν από τον μηχανισμό στήριξης. Χωρίς αυτόν η Ελλάδα θα ήταν υποχρεωμένη περικόψει ολόκληρο το έλλειμμά της εντός του 2010.
Το θέμα του παρόντος κειμένου είναι τι σήμαινε και πώς εφαρμόσθηκε το πρόγραμμα πολιτικής που προσφέρθηκε στην Ελλάδα. Με ενδιαφέρει το Μνημόνιο όπως ήταν και όχι αυτό που θα μπορούσε να είναι αν οι επιλογές της ΕΕ ήταν διαφορετικές. Η Ελλάδα δεν είχε έλεγχο πάνω στις αποφάσεις αυτές. Ακόμη όμως και αν μια διαφορετική πολιτική των βόρειων χωρών της ΕΕ ελάφραινε το ελληνικό χρέος, τούτο δεν θα αναιρούσε τα θεμελιώδη προβλήματα της χώρας: τη δυσλειτουργικότητα του ελληνικού κράτους και την απώλεια ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

2.

Η χρηματοδοτική στήριξη

Το Μνημόνιο ήταν –πρώτα από όλα– ένα δάνειο 110 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα. Τα μέλη της ευρωζώνης θα κάλυπταν τα 80 και το ΔΝΤ τα 30. Από αυτά, τα 10 δισ. προορίζονταν για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος. Τα υπόλοιπα για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου. Η εκταμίευση των δόσεων θα ολοκληρωνόταν στο δεύτερο τρίμηνο του 2013. Η αποπληρωμή των δανείων θα άρχιζε μετά το πέρας μιας τριετούς περιόδου χάριτος και η εξόφληση θα ολοκληρωνόταν περί τα μέσα του 2015.

Δύο από τις θεμελιώδεις υποθέσεις του Μνημονίου ήσαν: α) το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν βιώσιμο, δεν χρειαζόταν περικοπή, β) η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στις αγορές το 2012. Η εξέλιξη των πραγμάτων έδειξε ότι στην περίπτωση που αυτή η υπόθεση δεν επαληθευόταν η χρηματοδοτική στήριξη θα συνεχιζόταν.
Με τη συμφωνία η Ελλάδα απέφευγε μιαν άμεση κατάρρευση και μισάνοιγε την πόρτα για περαιτέρω στήριξή της στο μέλλον. Από την πλευρά της, η Ευρωζώνη απέφευγε μια δραματική αναστάτωση στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα. Οι δανειστές αναλάμβαναν την αποπληρωμή των ληγόντων ελληνικών ομολόγων και την, μέχρις ενός ορίου και χρονικού σημείου, κάλυψη των τρεχουσών χρηματοδοτικών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου. Θα κατέβαλαν προσυμφωνημένα ποσά για την κάλυψη του πρωτογενούς ελλείμματος της Ελλάδας, το οποίο όμως θα έπρεπε να βαίνει μειούμενο με προκαθορισμένο τέμπο και να μηδενιζόταν το 2012. Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα καλούνταν να βάλει τα του οίκου της σε τάξη έτσι ώστε να μη χρειάζεται να επανέρχεται κάθε τόσο για νέα βοήθεια.

3.

Το πρόγραμμα στην αρχική του μορφή:

δυο στόχοι και μια προϋπόθεση

Οι επιδιώξεις του προγράμματος ήταν να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τα δυο σκέλη της ελληνικής κρίσης: α) Να βάλει το δημόσιο χρέος σε καθοδική τροχιά και τάξη στα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας. β) Να αντιστρέψει τις απώλειες ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος. Η έκθεση των ελληνικών τραπεζών στο χρέος σήμαινε ότι τυχόν (ασυνόδευτη από εξωτερική στήριξη) περικοπή του χρέους θα διακινδύνευε την κατάρρευσή τους. Η ένταση ανάμεσα στον παράγοντα βιωσιμότητα των ελληνικών τραπεζών και τον παράγοντα ελάφρυνση του δημόσιου χρέους διαπερνούσε το πρόγραμμα.
[3.1 Οι δημοσιονομικοί στόχοι] Η πρώτη προτεραιότητα του Μνημονίου ήταν η σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους μέχρι το 2013 και η μετέπειτα μείωσή του. Τούτο θεωρούνταν αναγκαία προϋπόθεση για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές. Η επίτευξη του στόχου απαιτούσε τη μείωση του συνολικού ελλείμματος σε ποσοστό χαμηλότερο του 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2014 (από το 15,4% του 2009). Επίσης, απαιτούνταν ο εντός δυο ετών μηδενισμός του πρωτογενούς ελλείμματος της χώρας, η μετατροπή του σε πλεόνασμα και η διατήρησή του σε υψηλά πλεονασματικά επίπεδα για πολλά χρόνια. Τα δημοσιονομικό πρόγραμμα του Μνημονίου αρθρώθηκε γύρω από τους στόχους για το συνολικό και το πρωτογενές έλλειμμα. Για την επίτευξή τους το Μνημόνιο προέβλεπε μέτρα περικοπής δαπανών και αύξησης εσόδων ύψους 30 δισ. ευρώ που έπρεπε να ληφθούν στη διάρκεια της πενταετίας 2010-14. Προσθέτοντας και τα μέτρα που είχαν ήδη ληφθεί πριν τον Μάιο του 2010 το συνολικό μέγεθος των παρεμβάσεων ξεπερνούσε τα 40 δισ. ευρώ (περί το 18% του ΑΕΠ).

Το πρόγραμμα δεν ήταν νοητό να ζητάει την άμεση εξάλειψη του πρωτογενούς ελλείμματος. Για δυο χρόνια τα ελλείμματα αυτά θα παρέμεναν και, συνεπώς, το δημόσιο χρέος αρχικά θα αυξανόταν πριν σταθεροποιηθεί. Η αποκλιμάκωση των ελλειμμάτων όμως έπρεπε να είναι ταχεία. Γι’ αυτό, το πρόγραμμα σχεδιάστηκε έτσι ώστε το κύριο βάρος των μέτρων να συγκεντρώνεται στην αρχή, στα έτη 2010-2011. Η λύση της πιο βραδείας αποκλιμάκωσης δεν επιλέχθηκε γιατί: α) θα αύξανε ακόμη περισσότερο το χρέος και θα έδινε τα λάθος σήματα στις αγορές, β) θα απαιτούσε μεγαλύτερη στήριξη από τους πιστωτές.
Τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι η ευθεία μέθοδος μείωσης του χρέους. Ωστόσο, η εξέλιξη του χρέους μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από το πρωτογενές πλεόνασμα αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως ο ρυθμός ανάπτυξης, το επιτόκιο δανεισμού κ.λπ. Μερικοί από αυτούς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Έτσι, προσπαθώντας να διορθώσεις τον ένα μπορεί να παροξύνεις τον άλλο. Στην περίπτωσή μας, η δημοσιονομική περιστολή ήταν σίγουρο ότι θα βάθαινε την ύφεση. Τούτο δυσκόλευε την επίτευξη των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Γι’ αυτό, ο όγκος των προβλεπόμενων μέτρων ήταν μεγαλύτερος από τους επιδιωκόμενους στόχους (για μείωση του ελλείμματος από το 15,4% σε κάτω από 3% του ΑΕΠ χρειάζονταν μέτρα ίσα με το 18%). Η ύφεση λόγω των μέτρων προεξοφλούνταν και η επίπτωσή της λαμβανόταν υπόψη. Το κρίσιμο θέμα ήταν να μην είναι μεγαλύτερη σε βάθος και διάρκεια από την προσχεδιασμένη. Τούτο μετέτρεπε το όλο πρόγραμμα σε άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σχοινί. Και αυτό μας φέρνει στην τρίτη από τις θεμελιώδεις υποθέσεις του Μνημονίου: ότι η ύφεση θα κορυφωνόταν το 2010, θα συνεχιζόταν με μικρότερη ένταση το 2011 και ότι η οικονομία θα άρχιζε να ανακάμπτει το 2012.
[3.2 Διαρθρωτικές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους] Τα μέτρα του 2010 ήταν στο πλείστο τους «οριζόντια». Ήταν «εύκολα» στον σχεδιασμό και την εφαρμογή τους. Νοούνταν όμως ως γέφυρα που θα κάλυπτε τους στόχους του 2010 και θα έδινε χρόνο για την προετοιμασία «χειρουργικών» επεμβάσεων αργότερα. Η πρόθεση του Μνημονίου για το 2011 και μετά ήταν η εξοικονόμηση δαπανών μέσα από την εκλογίκευση της λειτουργίας της κρατικής μηχανής και η αύξηση των εσόδων μέσω της μεταρρύθμισης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Επεδίωκε την αλλαγή της λειτουργίας και τον περιορισμό της βάσης του κόστους του ελληνικού κράτους. Η τρόικα δεν είχε εμπιστοσύνη σε εύκολα αντιστρέψιμες πρωτοβουλίες (όπως η μείωση των αποδοχών) που άφηναν ανέγγιχτη τη βάση του κόστους. Η κεντρική επιδίωξη ήταν μόνιμες μεταρρυθμίσεις οι οποίες από τη στιγμή που θα είχαν υιοθετηθεί θα ήταν δύσκολο να αντιστραφούν.
Οι προτεινόμενες αλλαγές στη λειτουργία του κράτους επικεντρώνονταν στις κύριες πηγές του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Από την πλευρά των δαπανών αυτές ήταν: τα ελλείμματα των ταμείων, το μισθολογικό κόστος, οι δαπάνες υγείας, οι ΔΕΚΟ και η δυσλειτουργία του συστήματος των προμηθειών. Στενά συνδεόμενες με τις εστίες αυτές ήταν οι δυσλειτουργίες της διαδικασίας κατάρτισης, εκτέλεσης και ελέγχου του κρατικού προϋπολογισμού. Τέλος, το Μνημόνιο έθετε το θέμα της ριζικής αναδιοργάνωσης της δημόσιας διοίκησης. Από την πλευρά των εσόδων, τα ζητούμενα ήταν η αναδιάταξη του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και η εκλογίκευση της φορολογικής νομοθεσίας. Ειδικότερα:[1]
● Για το συνταξιοδοτικό προβλεπόταν άμεση επέμβαση στις βασικές παραμέτρους (όρια ηλικίας, ποσοστά αναπλήρωσης κ.λπ.) του συστήματος κύριας σύνταξης. Επίσης προβλεπόταν η συγχώνευση των υπαρχόντων ταμείων σε τρία. Η μεταρρύθμιση του συστήματος των επικουρικών συντάξεων και η αναθεώρηση της λίστας των βαρέων και ανθυγιεινών αφήνονταν για το 2011.
● Για τον περιορισμό του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα προβλέπονταν: το πέρασμα της μισθοδοσίας σε μια Ενιαία Αρχή Πληρωμών, η υιοθέτηση ενός νέου μισθολογίου, η κατάργηση δημόσιων φορέων που δεν παρήγαγαν έργο κ.λπ.
● Για το Σύστημα Υγείας προβλέπονταν: η μείωση του κόστους των φαρμάκων και των προμηθειών των νοσοκομείων, η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, αλλαγές στον τρόπο διοίκησης των νοσοκομείων και ο διαχωρισμός της ασφάλισης υγείας από τα ταμεία συντάξεων.
● Οι ΔΕΚΟ του τομέα των μεταφορών καλούνταν να μειώσουν τα ελλείμματά τους μέσα από τη διοικητική τους αναδιοργάνωση, τη μείωση του υπεράριθμου προσωπικού και την περικοπή των πιο ζημιογόνων κομματιών του δικτύου τους.
● Οι προμήθειες του ελληνικού κράτους θα περνούσαν στον έλεγχο μιας ενιαίας αρχής δημόσιων προμηθειών.
● Οι ετήσιοι Προϋπολογισμοί θα εντάσσονταν στα πλαίσια ενός μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού προγράμματος, η παρακολούθηση των δαπανών θα συστηματοποιούνταν και η ποιότητα των στατιστικών στοιχείων θα βελτιωνόταν.
● Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής απαιτούσε την αναδιοργάνωση της φορολογικής μηχανής και την αλλαγή των μεθόδων της. Οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις περιλάμβαναν: την επικέντρωση των φορολογικών ελέγχων στις υψηλού κινδύνου ομάδες φορολογουμένων, τη συγκεντροποίηση των ελέγχων, την αναδιοργάνωση των ΔΟΥ κ.λπ.
● Παραδόξως, το αρχικό Μνημόνιο περιλάμβανε ελάχιστες αποκρατικοποιήσεις.
Οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις –εάν εφαρμόζονταν– θα άλλαζαν τον τρόπο λειτουργίας της ελληνικής κρατικής γραφειοκρατίας και θα ήταν, σε μεγάλο βαθμό, μη αντιστρέψιμες. Το θέμα ήταν η ανάληψη του αρχικού «κόστους εγκατάστασης».
[3.3 Μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας] Εξίσου κρίσιμη με το δημοσιονομικό πρόβλημα ήταν και η επιδείνωση του ελλείμματος των εξωτερικών συναλλαγών της περιόδου 2000-2008. Η επιδείνωση αποδίδεται, εν πολλοίς, στην απώλεια ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Αυτή έχει δυο διαστάσεις.
Πρώτο, την απώλεια ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές και το κόστος παραγωγής. Στην περίοδο 2000-09 οι τιμές των ελληνικών προϊόντων και το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος απέκλιναν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η δεύτερη διάσταση αντανακλά πιο μακροχρόνιες αδυναμίες: Η παραγωγική βάση των διεθνώς εμπορευσίμων προϊόντων είναι υπερβολικά στενή για να καλύψει τις εισαγωγικές ανάγκες της χώρας. Επιπρόσθετα, η ελληνική παραγωγή επικεντρώνεται σε μη δυναμικά προϊόντα, μέτριας ποιότητας και χαμηλής καινοτομίας. Τέλος, το κόστος παραγωγής των κλάδων των εμπορευσίμων επιβαρύνεται από το τεχνητά διογκωμένο τίμημα που καλούνται να καταβάλουν για υπηρεσίες που δεν μπορούν παρά να τις προμηθεύονται εγχωρίως. Αυτές οι υπηρεσίες είναι εκείνες που, πρωτίστως, ευνοούνται από προστατευτικές ρυθμίσεις (εμπόδια εισόδου, διοικητικά καθορισμένες αμοιβές ή ποσοστά κέρδους κ.λπ.). Τούτες διατηρούν τις τιμές στις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες σε ψηλά επίπεδα και επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής των κλάδων των εμπορευσίμων που –όντας ανοιχτοί στον ανταγωνισμό– δεν έχουν πού να κρυφτούν. Αν σε αυτές τις επιβαρύνσεις προστεθούν και οι «φόροι υπέρ τρίτων» καθώς και το κόστος σε χρόνο και χρήμα που επιβάλλουν στις επιχειρήσεις οι συναλλαγές με το Δημόσιο, η εικόνα ολοκληρώνεται.
Η στρατηγική του Μνημονίου απέναντι στο θέμα της ανταγωνιστικότητας κινούνταν πάνω σε τρεις άξονες: Εσωτερική υποτίμηση, μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και εργασίας, φιλικότερο επενδυτικό περιβάλλον. Το πρόγραμμα υπέθετε ότι η στρατηγική που πρότεινε θα εφαρμοζόταν πλήρως και θα απέδιδε γρήγορα. Αυτή ήταν η τέταρτη θεμελιώδης υπόθεση του Μνημονίου.
α) Η εσωτερική υποτίμηση (η μείωση τιμών και αποδοχών) στόχευε στην αντιμετώπιση της απώλειας ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους. Τούτο θα επιτυγχανόταν μέσω της ύφεσης που θα συμπίεζε τιμές και μισθούς. Το πρόγραμμα υπέθετε ότι η ύφεση του 2010-11 θα αντέστρεφε μέρος της σωρευμένης απώλειας ανταγωνιστικότητας της περιόδου 2000-2009. Το θέμα ήταν ότι αν η προσαρμογή τιμών και μισθών ήταν κατώτερη του αναμενομένου, η ύφεση θα επιδεινωνόταν. Τότε, η παράταση του αποπληθωρισμού θα ερχόταν σε ολοένα και οξύτερη σύγκρουση με τον άλλο μείζονα στόχο του Μνημονίου, τη μείωση του δημόσιου χρέους (είναι δύσκολη η μείωση ενός χρέους σε συνθήκες αποπληθωρισμού). Συνεπώς, η αντιστροφή των απωλειών ανταγωνιστικότητας τιμών δεν μπορούσε να βασίζεται μόνο στην ύφεση. Χρειαζόταν ένας επιπρόσθετος μηχανισμός.
β) Ο μηχανισμός αυτός ήταν οι συνδυασμένες διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην αγορά προϊόντων (και ιδιαίτερα των υπηρεσιών) και στην αγορά εργασίας. Ο στόχος των παρεμβάσεων ήταν διττός: πρώτο, να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας μέσω της παράλληλης μείωσης περιθωρίων κέρδους, κόστους εργασίας και κόστους παραγωγής και, δεύτερο, να ενθαρρύνει –σε βάθος χρόνου– την αναδιάταξη της παραγωγικής βάσης μέσα από την εξάλειψη των τεχνητών πλεονεκτημάτων που ευνοούν μια σειρά από επαγγέλματα και υπηρεσίες.
Στο επίκεντρο των μεταρρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων ήταν το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και η εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τις υπηρεσίες.
Στο πεδίο της αγοράς εργασίας, η τρόικα επέμεινε πάνω σε μια σημαντική αλλαγή: Οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας θα έπρεπε να υπερτερούν των κλαδικών όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανόνας. Με το καθεστώς του Ν. 1876/90 οι κλαδικές συμβάσεις ήταν το επίκεντρο του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι συμβάσεις σε επίπεδο επιχείρησης ίσχυαν μόνο αν βελτίωναν τις κλαδικές. Κατά την τρόικα το καθεστώς αυτό ωθούσε προς την αύξηση του κόστους εργασίας και ευθυνόταν για την απώλεια θέσεων εργασίας. Το προβάδισμα των επιχειρησιακών συμβάσεων και η διευκόλυνση της δημιουργίας επιχειρησιακών σωματείων ήταν ένας Ρουβίκωνας που η Ελλάδα έπρεπε να περάσει. Ήταν ένα βήμα στην κατεύθυνση της αποκέντρωσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της προσαρμοστικότητας στα δεδομένα της εκάστοτε επιχείρησης. Η μεταρρύθμιση αυτή συνεπάγεται αλλαγή του συσχετισμού ισχύος στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αποδυναμώνει τις κλαδικές ενώσεις που αποτελούν το κέντρο του σημερινού κινήματος (και πηγή του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας σε insiders και outsiders).
γ) Ο τρίτος άξονας της στρατηγικής ήταν η διευκόλυνση των επενδύσεων και της επιχειρηματικότητας. Προβλέπονταν μέτρα περιορισμού των διατυπώσεων και των εμποδίων για την έναρξη μιας επιχείρησης ή για τη διενέργεια επενδύσεων και αναστροφής του εχθρικού κλίματος προς την επιχειρηματικότητα.
Όλα τα παραπάνω αποτελούσαν βελτιώσεις του παραγωγικού περιβάλλοντος που θα «υποδέχονταν» την ανάκαμψη της ζήτησης. Οι απαντήσεις όμως του Μνημονίου στο ερώτημα από πού θα προερχόταν η ανάκαμψη δεν ήταν πειστικές. Καθώς η προσπάθεια ήταν η αλλαγή των ισορροπιών της οικονομίας, το πρόγραμμα «έβλεπε» τις αρχικές επεκτατικές ωθήσεις να έρχονται όχι από την ιδιωτική ή δημόσια κατανάλωση αλλά από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις. Η ανάκαμψη των εξαγωγών, πράγματι, συνέβη. Η εξαγωγική βάση της Ελλάδας όμως ήταν πολύ «στενή» για να μπορέσει να «σύρει» ολόκληρη την οικονομία.
Το αδύνατο σημείο του Μνημονίου αφορούσε την πολιτική για την αναβίωση των επενδύσεων. Με δεδομένη την πιστωτική ασφυξία και την υποαπασχόληση του παραγωγικού δυναμικού που επικρατεί δεν μπορούσε να περιμένει πολλά από τις εγχώριες ιδιωτικές επενδύσεις. Οι δημόσιες επενδύσεις ήταν πολιτικά απροστάτευτες και θα περικόπτονταν. Το ίδιο το Μνημόνιο δεν έφερνε μαζί του κάποια «προίκα» μέσω της οποίας θα χρηματοδοτούνταν έργα υποδομής. Άρα η τύχη της επενδυτικής δραστηριότητας εξαρτιόταν από την απορρόφηση των πόρων του ΕΣΠΑ και τις ξένες επενδύσεις. Η απορροφητικότητα του ΕΣΠΑ, ωστόσο, ήταν ανεπαρκής και οι σημερινές συνθήκες λειτουργούν αποτρεπτικά ως προς τις ξένες επενδύσεις. Ένα πιθανό μέσο προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, οι αποκρατικοποιήσεις, είχε υποβαθμισθεί στο αρχικό Μνημόνιο.
[3.4. Τι σήμαιναν όλα αυτά] Παρά τις αδυναμίες του, το Μνημόνιο έθετε επί τάπητος το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος. Το δημοσιονομικό του σκέλος προέβλεπε πρωτογενή πλεονάσματα για χρόνια. Τούτο σήμαινε ότι το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε πλέον να λειτουργεί όπως πριν. Ο τρόπος διοίκησης και παρέμβασής του στην οικονομία όφειλαν να αλλάξουν και η προδιάθεση του δημοσιονομικού συστήματος για ελλείμματα να αντιστραφεί.
Στο πεδίο της οικονομίας και της κοινωνίας το Μνημόνιο συνεπαγόταν μεγάλες αλλαγές ισορροπιών: α) Τη μεταφορά ανθρώπινων και υλικών πόρων από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Καθιστώντας την προοπτική μιας θέσης στο Δημόσιο δυσκολότερη και λιγότερο ελκυστική στόχευε στην αλλαγή του καθεστώτος των κινήτρων στη βάση των οποίων οι νέοι άνθρωποι διαμορφώνουν τα σχέδια της ζωής τους. β) Τη μεταφορά πόρων από την κατανάλωση στις επενδύσεις και τις εξαγωγές. γ) Τη μεταφορά ανθρώπινων πόρων από προστατευμένες μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες στους κλάδους των εμπορευσίμων προϊόντων. Μια από τις συνέπειες των προνομιακών ρυθμίσεων που διέπουν μια σειρά κλάδων και επαγγελμάτων είναι ότι διοχετεύουν τεχνητά ανθρώπινους πόρους προς αυτούς. Η εξάλειψη των προσόδων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις τούτες θα έκανε αυτούς τους κλάδους λιγότερο ελκυστικούς ως προοπτική απασχόλησης. Ανάλογη ήταν και η πρόθεση της άρσης του κατακερματισμού της αγοράς εργασίας σε insiders και outsiders.
Οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις προϋπέθεταν και συνεπάγονταν βαθιές αλλαγές στον υφιστάμενο κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων. Το συμπέρασμα της τρόικας ήταν ότι με τις απαιτήσεις πάνω στο δημόσιο ταμείο που ο μεταπολιτευτικός συσχετισμός συνεπαγόταν η Ελλάδα ήταν ξοφλημένη. Με τις αγκυλώσεις της ελληνικής οικονομίας η Ελλάδα ήταν επίσης ξοφλημένη. Το Μνημόνιο ζητούσε ένα big bang και προϋπέθετε ότι μπορεί να γίνει ή τουλάχιστο να δρομολογηθεί μέσα σε τρία χρόνια.

 

4.

Αστοχίες στην εφαρμογή

[4.1. Οι πρώτοι μήνες[2]] Μέχρι τα τέλη του 2010 οι στόχοι του Μνημονίου υλοποιούνταν με μικρές αποκλίσεις:
Οι δημοσιονομικοί στόχοι
Το συνολικό δημόσιο έλλειμμα μειώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, από το 15,4% του 2009 στο 10,4% το 2010. Το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε κατά 5,5 μονάδες. Οι μειώσεις απείχαν κάπως από τους στόχους αλλά εξακολουθούσαν να αποτελούν αξιοσημείωτη επίδοση. Τα μέτρα που λήφθηκαν για να επιτευχθούν ήταν, εν πολλοίς, «οριζόντια». Από την πλευρά των δαπανών η εξοικονόμηση προήλθε από περικοπές μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, περικοπές συντάξεων, το πάγωμα των προσλήψεων και την περικοπή των δαπανών υγείας και άμυνας. Από την πλευρά των εσόδων η αύξηση προήλθε: από την άνοδο του ΦΠΑ και άλλων έμμεσων φόρων, την επιβολή έκτακτων εισφορών και το μέτρο της «περαίωσης».[3] Οι αδυναμίες ωστόσο ήταν, ήδη, ορατές. Η αύξηση των φορολογικών εσόδων ήταν μικρότερη από την προβλεπόμενη και δεν εξηγούνταν μόνο από τη μείωση των εισοδημάτων. Είχε συμβάλει και η επίταση των αδυναμιών του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Οι στόχοι για το έλλειμμα επιτεύχθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στο ότι η περικοπή των δημόσιων δαπανών ήταν μεγαλύτερη από αυτήν που σχεδιαζόταν.
 
Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
Η κορυφαία μεταρρύθμιση του 2010 αφορούσε το καθεστώς των κύριων συντάξεων και εμπεριεχόταν σε δυο νόμους που ψηφίστηκαν τον Ιούλιο του 2010. Ο Ν. 3863 αφορούσε τις συντάξεις στον ιδιωτικό τομέα και ο Ν. 3865 αυτές του Δημοσίου. Καθιερωνόταν μια βασική σύνταξη χρηματοδοτούμενη από δημόσιους πόρους, αυξάνονταν τα όρια ηλικίας και μειώνονταν τα ποσοστά αναπλήρωσης. Τέλος, προβλέπονταν συνενώσεις ταμείων σε τρία μεγάλα, ΙΚΑ, ΟΓΑ και Ταμείο των Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Εξακολουθούσαν όμως να παραμένουν εξαιρέσεις και να διατηρούνται ειδικές ρυθμίσεις.
Η δεύτερη μείζων μεταρρύθμιση ήταν η αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης που επιχειρήθηκε με το πρόγραμμα Καλλικράτης (Ν. 3852). Άλλη σημαντική αλλαγή ήταν ο Ν. 3871 μέσω του οποίου επιχειρούνταν η βελτίωση της διαχείρισης του Προϋπολογισμού και ο καλύτερος έλεγχος των δημόσιων δαπανών. Τέλος, αποφασίσθηκε το εντός τριετίας άνοιγμα του κλάδου των φορτηγών δημόσιας χρήσης.
Με εξαίρεση τις πρωτοβουλίες για τις συντάξεις, η κυβέρνηση επέλεξε να μην προτρέξει έναντι των στόχων του Μνημονίου. Αρκούνταν να εφαρμόζει τα συμφωνηθέντα. Η στάση της στο θέμα των αποκρατικοποιήσεων είναι ενδεικτική. Καθώς το αρχικό Μνημόνιο δεν προέβλεπε εκτεταμένες αποκρατικοποιήσεις, ούτε μια δεν είχε επιχειρηθεί ένα χρόνο μετά την ψήφισή του.
Παρά ταύτα η πορεία του προγράμματος θεωρούνταν ικανοποιητική και –μέχρι τον Σεπτέμβριο– αυτό αποτυπώθηκε στα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού κράτους που έδειχναν καθοδικές τάσεις. Αυτό αντιστράφηκε όταν η Γερμανία πρότεινε τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων που περιλάμβανε την ελεγχόμενη χρεοκοπία κρατών και τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις ζημίες.
Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών του Νοεμβρίου 2010 ήταν ευνοϊκό για το κυβερνών κόμμα. Από πολιτική άποψη η είσοδος στην κρίσιμη φάση των μεταρρυθμίσεων ήταν εφικτή. Αυτό όμως που ακολούθησε ήταν μια περίοδος χαλάρωσης. Η αμηχανία κορυφώθηκε όταν τον Φεβρουάριο 2011 η τρόικα πρότεινε αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ. εντός 5 ετών. Αρχικά η κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση. Μολονότι η απόρριψη ανακλήθηκε σύντομα, η παράλυση επιτάθηκε.
 
[4.2. Η εμπλοκή στην εφαρμογή του προγράμματος του 2011] Τα συμπτώματα της εμπλοκής ήταν πολλά: οι στόχοι δεν επιτυγχάνονταν, οι συμφωνημένες πρωτοβουλίες υλοποιούνταν μερικώς. Το μείζον σύμπτωμα ήταν η αστοχία στην εφαρμογή: νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν είχαν συνέχεια ή απλώς δεν εφαρμόζονταν.
 
Οι δημοσιονομικοί στόχοι
Οι αστοχίες στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2011 καθιστούσαν αδύνατη την επίτευξη του στόχου για μείωση του ελλείμματος στο 7,5% του ΑΕΠ. Τα έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού του 2011 ήταν χαμηλότερα από αυτά του 2010 και οι δαπάνες του υψηλότερες.[4] Υπό τις συνθήκες αυτές η λήψη νέων, άμεσης απόδοσης μέτρων (όπως το τέλος ακινήτων) ήταν αναπόφευκτη. Ακόμη και με τα νέα μέτρα οι στόχοι για το έλλειμμα δεν θα επιτευχθούν: το συνολικό δημόσιο έλλειμμα για το έτος 2011 εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 9% του ΑΕΠ.[5] Οι αστοχίες ετούτες δεν οφείλονται μόνο στο ότι η ύφεση είναι βαθύτερη από την αναμενόμενη. Η μείωση των ελλειμμάτων από το 2011 και εντεύθεν ήταν στενά συναρτημένη με την απόδοση των μεταρρυθμίσεων στον δημόσιο τομέα που θα εξοικονομούσαν δαπάνες και θα βελτίωναν τα έσοδα. Τούτα είτε καθυστερούσαν είτε δεν είχαν την προσδοκώμενη απόδοση. Στις περιπτώσεις αυτές οι εκπρόσωποι της τρόικας θα επέμεναν στην bottom line, στην τήρηση των στόχων για τα ελλείμματα. Τούτο σήμαινε τη λήψη νέων «οριζόντιων» μέτρων βιαστικά σχεδιασμένων και χωρίς περιθώρια συνυπολογισμού του κόστους τους για την οικονομία.
 
Οι αστοχίες σχετικά με τις διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος
● Στη Δημόσια Διοίκηση, το νέο ενιαίο μισθολόγιο θα έπρεπε να είχε θεσπισθεί και η Ενιαία Αρχή Πληρωμών να λειτουργεί από τον Ιούνιο του 2011. Τελικά το μισθολόγιο θεσπίσθηκε –υπό την πίεση της μη καταβολής της 6ης δόσης– με το Πολυνομοσχέδιο (Ν. 4024 /27-10-2011).
● Η κατάργηση υπολειτουργούντων δημόσιων φορέων και η αναδιοργάνωση της διοίκησης ήταν από τις πρώτες εξαγγελίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Ελάχιστα πράγματα έγιναν με την κατάργηση φορέων στην πρώτη διετία της θητείας της. Στο θέμα της διοίκησης, μια μελέτη του ΟΟΣΑ έχει παραδοθεί πρόσφατα. Πίσω από τη δυστοκία υπήρχε η αυταπάτη ότι η διεκπεραίωση του Μνημονίου ήταν δυνατή χωρίς απολύσεις στο Δημόσιο. Θεωρούνταν ότι οι συνταξιοδοτήσεις μαζί με τον περιορισμό των προσλήψεων θα αρκούσαν. Η συνέπεια δεν ήταν μόνο η μετατόπιση του βάρους προς τον φορολογούμενο, αλλά και η έλλειψη προετοιμασίας για τη στιγμή που οι απολύσεις θα γίνονταν αναπόφευκτες. Τελικά, η εργασιακή εφεδρεία υιοθετήθηκε από το Πολυνομοσχέδιο. Οι προς υπαγωγή στην εφεδρεία υπάλληλοι όμως δεν θα είναι οι λιγότερο χρήσιμοι, θα είναι όσοι πλησιάζουν στη σύνταξη.
● Οι αλλαγές στη διαχείριση του Προϋπολογισμού του Ν. 3871/2010 βελτίωσαν την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Δεν επέτυχαν όμως τον κεντρικό στόχο, τον έλεγχο των δαπανών των υπουργείων.[6] Η Ενιαία Αρχή Δημόσιων Προμηθειών θεσπίσθηκε αλλά δεν έχει αναλάβει καθήκοντα.[7]
● Τα εκκρεμούντα ζητήματα του ασφαλιστικού, οι επικουρικές συντάξεις και τα βαρέα και ανθυγιεινά ρυθμίζονται μόλις τώρα. Η καθυστέρηση συνέβαλε στην πέραν του προβλεπομένου επαύξηση των ελλειμμάτων των ταμείων, τα οποία, με τη σειρά τους, είναι ο κύριος λόγος της μη υλοποίησης των δημοσιονομικών στόχων του 2011.
● Στον τομέα της Υγείας έχει σημειωθεί εξοικονόμηση πόρων στο κόστος των φαρμάκων και των ιατρικών προμηθειών. Με τον Ν. 3918 το πλείστο των ταμείων ασφάλισης υγείας συγχωνεύτηκαν σε ένα, τον ΕΟΠΥΥ. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση όμως δεν έχει προχωρήσει. Επίσης αναμένονται τα αποτελέσματα της διοικητικής αναμόρφωσης του χάρτη των νοσοκομείων της χώρας.[8]
● Στο ζήτημα της αναδιοργάνωσης των φοροεισπρακτικών μηχανισμών και της φοροδιαφυγής έχουν παρθεί μέτρα (στόχευση σε ομάδες υψηλού κινδύνου, δημιουργία ειδικών φορολογικών δικαστηρίων). Τα αποτελέσματα όμως είναι πενιχρά. Και οι βαθύτερες τομές, όπως η συγκέντρωση της συλλογής φόρων σε ένα κέντρο, ο εκσυγχρονισμός της μηχανογράφησης του συστήματος, η αναδιοργάνωση των τοπικών ΔΟΥ καθυστερούν.[9]
 
Διαρθρωτικές αλλαγές στη λειτουργία της οικονομίας
● Η ελληνική κυβέρνηση, τελικά, υιοθέτησε την πολιτική των αποκρατικοποιήσεων, ίδρυσε το Ταμείο Αξιοποίησης της Δημόσιας Περιουσίας και, μετά, παρέλυσε. Οι μόνες κινήσεις που ακολούθησαν ήταν η πώληση του 10% των μετοχών του ΟΤΕ και η πώληση αδειών στον ΟΠΑΠ.
● Σε σχέση με τα κλειστά επαγγέλματα, ο Ν. 3919/2011 εξάλειψε σε επίπεδο αρχής τους περιορισμούς ως προς την είσοδο στο εκάστοτε επάγγελμα. Παράλληλα όμως, μια σειρά περιορισμοί διατηρήθηκαν για τους δικηγόρους, συμβολαιογράφους, μηχανικούς και λογιστές. Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά.[10]
● Στο θέμα της αγοράς εργασίας, η ελληνική πλευρά επέμεινε επί ένα χρόνο να δίνει μάχη υπέρ της διατήρησης της γενικής υπεροχής των κλαδικών συμβάσεων αποδεχόμενη την υπεροχή των επιχειρησιακών συμβάσεων μόνο ως εξαίρεση.
● Στο θέμα του ανοίγματος της αγοράς ενέργειας δεν υπήρξε πρόοδος.
● Μια από τις κρισιμότερες αστοχίες του πρώτου εξαμήνου του 2011 ήταν η ανεπαρκής απορρόφηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ.[11]
 

5.

Αστοχίες προβλέψεων

 
Για ένα πρόγραμμα που ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί οι παραπάνω αστοχίες ήταν αρκετές για να το εκτροχιάσουν. Ούτε οι προβλέψεις του επαληθεύθηκαν όμως.
α) Η πρόβλεψη ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στις αγορές το 2012 ήταν υπεραισιόδοξη στα όρια της ανειλικρίνειας. Το ότι ελάχιστοι την πίστεψαν δημιουργούσε συνθήκες εκκρεμότητας που υπονόμευαν τόσο την ανάκαμψη των επενδύσεων όσο και την αξιοπιστία του ίδιου του προγράμματος.
β) To Μνημόνιο υποτίμησε την ταχύτητα της αύξησης της ανεργίας. Η πρόβλεψη ήταν ότι το ποσοστό της ανεργίας θα έφθανε σε μια κορύφωση το 2012 αγγίζοντας το 15% του εργατικού δυναμικού.[12] Η ανεργία έχει ήδη ξεπεράσει αυτό το ποσοστό. Το ποσοστό ανεργίας τον Αύγουστο 2011 είχε φτάσει στο 18,4% και ο αριθμός των ανέργων τις 908 χιλιάδες.[13]
γ) Ο πληθωρισμός σημείωσε μιαν απρόσμενη άνοδο στο 4,7% το 2010. Η άνοδος οφειλόταν κατά τα τρία τέταρτά της στις αυξήσεις των έμμεσων φόρων. Παρά την ύφεση η αντίσταση των περιθωρίων κέρδους σε πολλούς κλάδους ήταν ισχυρή και ο ΦΠΑ και οι άλλοι φόροι πέρασαν στις τιμές. Αντίθετα, ο εκτός φόρων πυρήνας του πληθωρισμού παρέμεινε χαμηλός. Από τις αρχές του 2011 η επίπτωση των φόρων πέρασε και ο πληθωρισμός αποκλιμακώθηκε όπως αναμενόταν.[14]
δ) Το Μνημόνιο υποεκτίμησε το μέγεθος της πτώσης της επενδυτικής δραστηριότητας.[15]
ε) Η κρισιμότερη αστοχία ήταν αυτή που αφορούσε το ΑΕΠ. Προβλεπόταν μείωση του ΑΕΠ κατά –4% το 2010, εξασθένηση της ύφεσης στο –2,6% το 2011 και ανάκαμψη +1,1% το 2012.[16] Αυτό που συνέβη ήταν: το 2010 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 4,5% (βάσει των παλιότερων στοιχείων) και 3,5% (βάσει των αναθεωρημένων). Το 2011 η ύφεση προβλέπεται να φτάσει στο –5,5% και το 2012 στο –2,8%. Τούτο δεν είναι μικρό λάθος. Το Μνημόνιο έπεσε έξω σχετικά με το προφίλ της ύφεσης. Αυτή δεν κορυφώθηκε το 2010. Μοιάζει να κορυφώνεται το 2011 και να συνεχίζεται το 2012. Οι αστοχίες της πρόβλεψης για το ΑΕΠ αλλάζουν τα δεδομένα για την πορεία του χρέους, τα μέτρα που χρειάζονται, τον όγκο της ανεργίας και, φυσικά, για το μέγεθος και τη διάρκεια της στήριξης της Ελλάδας που απαιτείται.
Ποιοι παράγοντες επέτειναν την ύφεση; Αναμφίβολα, η δημοσιονομική περιστολή συρρίκνωσε τα εισοδήματα και οδήγησε την κατανάλωση σε μεγάλη πτώση. Ήταν ο μόνος παράγοντας; Το προφίλ της ύφεσης (ιδίως εκείνο που αποτυπώνεται στα αναθεωρημένα στοιχεία) δεν «πολυταιριάζει» με αυτό της εξέλιξης των δημόσιων ελλειμμάτων. Βλέποντας τα στοιχεία παρατηρούμε: Το πελώριο έλλειμμα του 2009 δεν διέσωσε τη χώρα από την ύφεση.[17] Το 2010 το δημόσιο έλλειμμα μειώθηκε κατά 5 μονάδες, ενώ το ΑΕΠ (βάσει των παλιότερων στοιχείων) συρρικνώθηκε κατά –4,5% (δηλαδή η ύφεση βάθυνε κατά δυόμιση μονάδες σε σχέση με το 2009). Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν σημαντική επίπτωση της δημοσιονομικής περιστολής. Με τα αναθεωρημένα στοιχεία όμως η εικόνα αλλάζει: μετά από μια 5 μονάδων συρρίκνωση του ελλείμματος, το ΑΕΠ το 2010 μειώθηκε κατά –3,5% (δηλαδή σημείωσε μια οριακή μόνον επιδείνωση σε σχέση με το –3,2% του 2009). Η επίδραση της δημοσιονομικής περιστολής μοιάζει να είναι περιορισμένη. Το 2011 η ύφεση βαθαίνει. Στα πρώτα τρία τρίμηνα του 2011, όμως, δεν είχαμε περαιτέρω περιστολή, οι δημόσιες δαπάνες κάπως αυξήθηκαν, ενώ η φορολογική επιβάρυνση μειώθηκε.[18]
Αν λοιπόν η δημοσιονομική περιστολή δεν είναι ο μόνος παράγοντας που εξηγεί την ύφεση, ποιοι είναι οι άλλοι υποψήφιοι; Ο πρώτος είναι η εντεινόμενη πιστωτική ασφυξία. Η ρευστότητα στην οικονομία μειώθηκε κατά 12% το 2010 και κατά 9,5% μόνο στο πρώτο 6μηνο του 2011. Η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν μηδενική το 2010 και είχε αρνητικό πρόσημο το πρώτο εξάμηνο του 2011. Τα φαινόμενα αυτά είναι αποτέλεσμα της μείωσης των καταθέσεων και της ανασφάλειας που κυριαρχεί στο τραπεζικό σύστημα. Ταιριάζουν με το προφίλ της ύφεσης και αποτελούν βασικό μέρος της ερμηνείας της επιδείνωσης του 2011. Η χρηματοδότηση της οικονομίας θα είναι το κλειδί των μελλοντικών εξελίξεων. Ένας δεύτερος υποψήφιος ένοχος για την δυσπραγία είναι η αβεβαιότητα που δημιουργεί η παράταση της εκκρεμότητας σχετικά με το μέλλον της οικονομίας. Ένας τρίτος, η ασκηθείσα φορολογική πολιτική. Τέλος, υπάρχει ο παράγοντας της απώλειας παραγωγής που προκαλούν οι κινητοποιήσεις.
στ) Η πρόβλεψη η οποία, επί του παρόντος, δεν αστόχησε είναι ότι οι ισορροπίες της οικονομίας θα αλλάξουν προς την κατεύθυνση της εξωστρέφειας. Οι εξαγωγικοί κλάδοι της οικονομίας όντως βελτίωσαν τις επιδόσεις τους.
 

6.

Το Μεσοπρόθεσμο και η νέα Δανειακή Σύμβαση

 
Η νέα αύξηση των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων το φθινόπωρο του 2010 κατέστησε βέβαιο ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν νέα στήριξη. Προκειμένου να περιορισθεί το κόστος της προτάθηκαν η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και οι αποκρατικοποιήσεις. Η νέα στρατηγική αποτυπώθηκε στη Συμφωνία της 21ης Ιουλίου 2011. Οι αρμοδιότητες (αλλά όχι και οι πόροι) του EFSF διευρύνονταν. Στην Ελλάδα προσφερόταν ένα νέο δάνειο 109 δισ. ευρώ με χαμηλό επιτόκιο. Οι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων θα υφίσταντο ένα «εθελοντικό κούρεμα» της τάξης του 21%. Τα ομόλογα αυτά θα ανταλλάσσονταν με νέα, 30ετούς διάρκειας και εγγυημένα από το EFSF. Από την πλευρά της η Ελλάδα καλούνταν να υιοθετήσει ένα νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα για την περίοδο 2011-15 (Ν. 3986). Τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν κατά την πενταετία ήταν συνολικού ύψους 28 δισ. Δεδομένου ότι το προβλεπόμενο «κούρεμα» των ομολόγων του ιδιωτικού τομέα θα είχε μικρή επίδραση στο ελληνικό δημόσιο χρέος, η είσπραξη 50 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις αποκτούσε κεντρική σημασία ως εργαλείο μείωσης του χρέους.
Στους μήνες που ακολούθησαν οι αστοχίες στην εφαρμογή του Μνημονίου και η επιδείνωση της ύφεσης στην Ελλάδα κατέστησαν σαφές ότι η Συμφωνία της 21ης Ιουλίου δεν αρκούσε. Το ΔΝΤ, σε εμπιστευτική Έκθεσή του, εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και ζητά «κούρεμα» της αξίας των ελληνικών ομολόγων της τάξης του 50-60%.[19] Οι εκτιμήσεις αυτές οδήγησαν στη Συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου και στη Νέα Δανειακή Σύμβαση. Με τη νέα διευθέτηση αναγνωριζόταν ότι η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές πριν το 2021 και ότι το χρέος της έπρεπε να περικοπεί δραστικά. Για τον σκοπό αυτό, τα ομόλογα που βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών (περίπου 206 δισ.) θα περικόπτονταν κατά 50% και τα παλιά ομόλογα θα ανταλλάσσονταν με νέα, μακράς διάρκειας και εγγυημένα από το EFSF. Καθώς η ανταλλαγή είναι «εθελοντική», το θέμα-κλειδί είναι αν ένα υψηλό ποσοστό από τους επενδυτές θα συμφωνήσει με αυτήν. Η δανειακή σύμβαση προβλέπει τη χορήγηση νέας βοήθειας ύψους 130 δισ. που έρχεται να προστεθεί στα εναπομένοντα 45 δισ. του αρχικού Μνημονίου. Από τούτα, πάνω από 30 δισ. προορίζονται για την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει αυτή, καθώς και η εξασφάλιση της ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, είναι θέματα-κλειδιά για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος και είναι ακόμη σε εκκρεμότητα. Πάνω από 100 δισ. προορίζονται για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι το 2014.[20] Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα καλείται να τηρήσει το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα που έχει ήδη ψηφίσει (πρωτογενή πλεονάσματα από το 2012 και αποκρατικοποιήσεις) και να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις αποδεχόμενη την επιτήρησή τους από ξένους συμβούλους.
Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση πιεζόμενη από τις αστοχίες της και τις εγχώριες αντιδράσεις άρχισε να καταφεύγει σε όλο και πιο αδιέξοδα εγχειρήματα. Τον Σεπτέμβριο επιχείρησε να επαναδιαπραγματευθεί τους στόχους για το δημόσιο έλλειμμα. Χωρίς νέα μέτρα όμως το έλλειμμα του 2011 θα ήταν μεγαλύτερο από αυτό του 2010, πράγμα που θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Η τρόικα διέκοψε τις συζητήσεις και ευρωζώνη και ΔΝΤ σκλήρυναν τη στάση τους. Η ελληνική κυβέρνηση υποχώρησε. Μετά ήρθε η ιδέα του δημοψηφίσματος. Δεν ήταν καλή ιδέα. Στο εξωτερικό, ερμηνεύτηκε ως δείγμα κακής πίστης και οδήγησε τις αγορές σε πελώρια αναστάτωση. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έθεσαν θέμα διακοπής κάθε βοήθειας προς την Ελλάδα και άμεσης αποχώρησής της από το ευρώ. Ο κίνδυνος που ελλόχευε από την αρχή βγήκε στην επιφάνεια. Στη διάρκεια των τελευταίων δυο χρόνων η κυρίαρχη αφήγηση ήταν αυτή της επιδημίας: η Ελλάδα έπρεπε να διασωθεί για να μη μεταδοθεί η κρίση. Με τις πράξεις της η Ελλάδα οδηγεί στην επικράτηση μιας άλλης αφήγησης, αυτήν της γάγγραινας: η κατάσταση του «άρρωστου» μέλους είναι τόσο απελπιστική που η καλύτερη λύση είναι να απομονωθεί και να ακρωτηριασθεί.
 

 7.

Συμπεράσματα


Τι μένει από το αρχικό Μνημόνιο; Τα περί βιωσιμότητας του χρέους, γρήγορης επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές, ανάκαμψης το 2012 και γρήγορης απόδοσης των μεταρρυθμίσεων εγκαταλείπονται. Η αναγκαιότητα επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων και οι διαρθρωτικές αλλαγές μένουν. Εάν η κρίση στην Ευρωζώνη μπορέσει να ελεγχθεί πριν συμπαρασύρει τα πάντα και εάν οι τρεις μεγάλες εκκρεμότητες, η ανταλλαγή ομολόγων, η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και η διασφάλιση της ρευστότητας της οικονομίας, εξελιχθούν ομαλά, η νέα διευθέτηση προσφέρει πλεονεκτήματα. Πάνω από όλα προσφέρει χρόνο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να προσφύγει στις αγορές για την αναχρηματοδότηση του χρέους της πριν το 2021. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς ιδιώτες αντικαθίστανται με ομόλογα που θα εξοφληθούν μετά από δεκαετίες. Ο χρόνος εξόφλησης των δανείων από την Ευρωζώνη έχει επίσης μετατεθεί. Εκείνο που καλείται να κάνει η χώρα είναι να καταβάλλει τους τόκους για το χρέος της, που έχουν επίσης μειωθεί. Η νέα σύμβαση καλύπτει τις δανειακές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2014. Μετά το 2015 όμως, ο ελληνικός προϋπολογισμός πρέπει να είναι ισοσκελισμένος. Τα έσοδα πρέπει να καλύπτουν το σύνολο των εξόδων μαζί με τους τόκους. Μετά το 2015 η Ελλάδα θα πρέπει να μπορεί να «αυτοεξυπηρετείται» και θα είναι μόνη απέναντι στους δαίμονές της. Οι επιλογές που έχει μπροστά της είναι: κατάρρευση και έξοδος από το ευρώ, αργός στραγγαλισμός εντός ευρώ ή προσαρμογή.
Βλέποντας το αρχικό Μνημόνιο από τη δική μας σκοπιά μπορούμε να πούμε ότι οι σχεδιαστές του μας ζήτησαν να δαγκώσουμε μεγαλύτερο κομμάτι από αυτό που μπορούσαμε να καταπιούμε. Αγνόησαν το ποιοι ήταν εκείνοι που καλούνταν να εφαρμόσουν όσα ζητούσαν.[21] Το σύνολο του ελληνικού αδιεξόδου αποκαλύφθηκε με το Μνημόνιο. Οι αδυναμίες του πολιτικού συστήματος είναι γνωστές. Η αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που θίγονται ήταν προβλέψιμη, αλλά η αδιάλλακτη άρνησή τους να δεχθούν παραχωρήσεις εξακολουθεί να εντυπωσιάζει. Για μια ακόμη φορά φάνηκε ότι (με λίγες εξαιρέσεις) τα τηλεοπτικά μας μέσα ρέπουν προς τη δημαγωγία και τον πανικό. Η αποκάλυψη των τελευταίων δυο ετών όμως είναι η έκταση της παράλυσης της δημόσιας διοίκησης. Η διοίκηση που έχουμε δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κρίσεις. Δεν έχει την πειθαρχία, την αίσθηση της αποστολής, τα κίνητρα ή την expertise που χρειάζονται. Αυτά από τη σκοπιά μας.
Από τη σκοπιά των υπολοίπων Ευρωπαίων τα πράγματα φαίνονται αλλιώς. Το ερώτημά τους είναι απλό: εάν μπροστά σε υπαρξιακό κίνδυνο οι Έλληνες δεν μπορούν να κάνουν αυτό που χρειάζεται, τότε δεν θα μπορέσουν ποτέ. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν δικαιούνται να ταξιδεύουν στο βαγόνι της πρώτης θέσης.

 
 
[2] IMF, Third Review Under Stand-by Arrangement-Staff Report, March 2011 / IMF, Fourth Review Under Stand-by Arrangement, July 2011 / European Commission, European Economy, The Economic Adjustment Programme for Greece, Third Review, Winter 2011, Occasional Papers, No.77, February 2011/ European Commission, European Economy, The Economic Adjustment Programme for Greece, Fourth Review, Spring 2011, Occasional Papers, No.82, July 2011.
[3] OECD, Economic Surveys, Greece, Paris, August 2011, pp. 42-46.
[4] Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Πορεία Εκτέλεσης Προϋπολογισμού, Δελτία 8 (Αύγουστος), 9 (Σεπτέμβριος) και 10 (Οκτώβριος).
[5] Υπουργείο Οικονομικών, Εισηγητική Έκθεση Προϋπολογισμού 2012, Αθήνα, Οκτώβριος 2011, Πίνακας 3.2, σ. 44.
[6] IMF, Fourth Review Under Stand-by Arrangement, July 2011, σ. 7.
[7] European Commission, Task Force for Greece, 1st Quarterly Report, Nov. 2011, σ. 18-19.
[8] European Commission, Fifth Review, σ. 32 και OECD, Surveys, Greece, σ. 77-78, 99-101.
[9] IMF, Fourth Review, July 2011, σ. 14 και European Commission, Fifth Review, σ. 31.
[10] European Commission, Fifth Review, σ. 34-5.
[11] Η Ομάδα Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρότεινε τη μείωση του απαιτούμενου ποσοστού συγχρηματοδότησης από εγχώριους πόρους στο 5%, την επικέντρωση σε ορισμένα μεγάλα έργα και τη χρήση άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων για την καλύτερη αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων. European Commission, Task Force for Greece, 1st Quarterly Report, Nov. 2011, σ. 7-12.
[12] IMF, Greece, Staff Report on Request for Stand-by Arrangement, May 2010, Table, 1.
[13] Ελληνική Στατιστική Αρχή, Δελτίο Τύπου, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: Αύγουστος 2011, Πειραιάς, 11.11.2011.
[14] Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του Διοικητή για το 2010, Αθήνα 2011, σ. 95-99.
[15] IMF, Staff Report on Request for Stand-by Arrangement, May 2010, Πίνακας 1, σ. 26 και European Commission, Fifth Review, σ. 11.
[16] IMF, Staff Report on Request for Stand-by Arrangement, May 2010, Πίνακας 1, σ. 26.
[17] Το ΑΕΠ σύμφωνα με τα παλιότερα στοιχεία μειώθηκε κατά 2% και σύμφωνα με τα αναθεωρημένα κατά 3,2%.
[18] Τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι οι πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις των καταναλωτικού χαρακτήρα δημόσιων δαπανών και των φόρων εισοδήματος πάνω στην εγχώρια παραγωγή είναι, ίσως, μικρότερες απ’ ό,τι νομίζουμε. Η εικασία μου είναι ότι τα έξτρα διαθέσιμα εισοδήματα που δημιουργούνται με τον τρόπο αυτόν οδηγούν σε αυξημένη κατανάλωση της οποίας η περιεκτικότητα σε εισαγωγές είναι τόσο υψηλή που το όφελος για την εγχώρια παραγωγή είναι μικρό. Η καταναλωτική έξαρση των τελευταίων ετών της ευμάρειας ωφέλησε κύρια τους ξένους παραγωγούς παρά τους ντόπιους και η συρρίκνωση της κατανάλωσης της τελευταίας τριετίας έπληξε καίρια τις εισαγωγές.
[19] IMF, Greece, Debt Sustainability Analysis, Strictly Confidential, 21.10.2011.
[20] Peter Spiegel, “Whither Greece’s new €130 bn? An Update…”, Financial Times, 31.10.2011.
[21] Γεράσιμος Μοσχονάς, «Η τριπλή κατάρρευση ιδεών και στόχων», Το Βήμα, 18.9.2011.