Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Ενα συμβόλαιο κοινωνικής ενότητας

Η διεξαγωγή του συνεδρίου του ΠαΣοΚ μπορεί να είναι μια αφορμή για να αναστοχαστεί κανείς τα προβλήματα που τίθενται στις δυνάμεις της καθ' ημάς «σοσιαλδημοκρατίας». Τόσο στο ίδιο το ΠαΣοΚ όσο και σε άλλες πολιτικές δυνάμεις και ομάδες που εμπνέονται από μια τέτοια σοσιαλδημοκρατική ευρωπαϊκή προοπτική. Σε μια πολύ δύσκολη στιγμή ωστόσο, αφού η παρατεταμένη κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και της ίδιας της ΕΕ, δεν προσφέρει συνταγή ανάταξης για τον πληθυντικό πλέον χώρο της ελληνικής Κεντροαριστεράς.

Εξ αντικειμένου επομένως η μακρά διαδικασία ανασύνταξης αυτού του χώρου εκκινεί κατά βάση από εθνικές συντεταγμένες και από τις γνωστές δυσμενείς αφετηρίες, έχοντας για την ώρα ένα και μόνο πλεονέκτημα που της το έχει χαρίσει ένας από τους υποτιθέμενους ανταγωνιστές της, η ριζοσπαστική Αριστερά. Η τελευταία, παρά τη σημερινή πολυσυλλεκτική της αγκύρωση, αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν μπορεί να τη διαχειριστεί πολιτικά, παραμένοντας δέσμια ενός κινηματικού ριζοσπαστισμού, ο οποίος μοιάζει να αποτελεί τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής της. Πλεονέκτημα για την Κεντροαριστερά καθόλου αμελητέο, αν σκεφθεί κανείς ότι αυτός ο κινηματικός ριζοσπαστισμός εδράζεται και αναπαράγει έναν αντιστασιακό διχαστικό λόγο, τη στιγμή κατά την οποία ένα αίτημα κοινωνικής ενότητας αρχίζει σιγά-σιγά να αναδύεται, ιδιαίτερα μετά τις απανωτές και λίαν επικίνδυνες εκρήξεις βίας της τελευταίας περιόδου.

Αναμετρώμενη εν πολλοίς στο εσωτερικό της χώρας, η πορεία του χώρου της Κεντροαριστεράς θα κριθεί, κατ' αρχάς, από τη δυνατότητά της να δώσει αξιόπιστη πολιτική μορφή σε αυτό το αίτημα της κοινωνικής ενότητας και αλληλεγγύης. Με την έννοια αυτή, ο χώρος αυτός θα έπρεπε να είναι περισσότερο «κέντρο» και λιγότερο «αριστερά», αποσκοπώντας στο μαστόρεμα της κοινωνικής συνοχής. «Κέντρο», εδώ, δεν σημαίνει υιοθέτηση μιας άχρωμης πολιτικής ίσων αποστάσεων, ασκήσεις ισορροπίας, κτλ., αλλά μια συνεπή και επιθετική πολιτική που θα συμβάλλει στην κατασίγαση των συλλογικών παθών. «Κέντρο» σημαίνει, επιπλέον, τολμηρό αναστοχασμό και επεξεργασία εφικτού σχεδίου κοινωνικής ανόρθωσης, ταυτόχρονα με απελευθέρωση των κοινωνικών δρώντων από ένα κρατικιστικό μοντέλο ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, «κέντρο» σημαίνει ότι το θεωρούμενο ως αριστερό αίτημα της κοινωνικής ισότητας, το οποίο πάντα θα πρέπει να υπηρετεί ο χώρος της Κεντροαριστεράς, δεν μπορεί να υπονομεύει το αμετάθετο ζήτημα της ελευθερίας των ατόμων, ως δημιουργών και πολιτών, φυλακίζοντάς το στους πολιτισμικούς και πολιτικούς αρχαϊσμούς των πελατειακών σχέσεων και του κρατικού κορπορατισμού.

Είναι σαφές ότι οι δυνάμεις που επικαλούνται τη σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα «κοινωνικής ταυτότητας», το οποίο ωστόσο δεν μπορούν να αρχίζουν να το λύνουν αν ταυτοχρόνως δεν επιχειρούν να λύσουν και το ίδιο το «ελληνικό πρόβλημα». Με την έννοια αυτή, και τηρουμένων όλων των αναλογιών, η προσπάθεια αυτή έχει κάποια κοινά σημεία με την πορεία ανάπτυξης της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η οποία υπήρξε εκ συστάσεώς της πρώτα «εθνική» πολιτική δύναμη και ήταν, ακριβώς, οι εκλογικές επιτυχίες της που βασίστηκαν πάνω στο μοντέλο της κοινωνικο-πολιτικής οργάνωσης που αυτή κατασκεύασε οι παράγοντες που την ανέδειξαν σε υπερεθνική δύναμη και «δρόμο» προς την εμβάθυνση της πολιτικής συμμετοχής και διεύρυνσης της κοινωνικής δημοκρατίας. Στη δική μας περίπτωση, οι σημερινές κατακερματισμένες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς δεν μπορούν βέβαια να ονειρεύονται για τον εαυτό τους κάτι ανάλογο. Θα μπορούσαν όμως να ξεφύγουν με αποφασιστικό τρόπο από την κοινωνική τους περιθωριοποίηση, αν χωρίς δισταγμούς και εφήμερες φιλολαϊκές πόζες πρότειναν και έπειθαν το εν δυνάμει κοινωνικό τους ακροατήριο για τη ζωτική ανάγκη τομών στις κοινωνικές και πολιτικές δομές ενός παρασιτικού συστήματος, το οποίο άλλωστε εξερράγη.

Από την άποψη αυτή, ο χειρότερος δρόμος για τον χώρο της Κεντροαριστεράς θα ήταν να χωριστεί, επικαλούμενος το «νέο κοινωνικό ζήτημα», σε μια «δεξιά» και μια «αριστερή» σοσιαλδημοκρατία. Και αυτό γιατί απλούστατα, αυτή τουλάχιστον τη στιγμή, δεν υπάρχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ανάλογα μοντέλα προς υιοθέτηση, αλλά και γιατί ένας τέτοιος διαχωρισμός θα κινδύνευε να ξαναβάλει από το παράθυρο τις αυταπάτες του μεταπολιτευτικού εθνικο-λαϊκιστικού συμβολαίου, εν απουσία μάλιστα των οικονομικών του στηριγμάτων. Το υπαρκτό σήμερα πρόβλημα της αναγκαίας «επανενσωμάτωσης» του «λαού» στο πολιτικό σύστημα, το οποίο ορισμένοι ορθά επισημαίνουν ή υπαινίσσονται, συνεπώς του αναγκαίου απεγκλωβισμού του από τις κουλτούρες των «άκρων» και του κοινωνικού χάους, προϋποθέτει το οπωσδήποτε δύσκολο έργο μιας ορθολογικής κοινωνικής συναίνεσης, στο φόντο αναμενόμενης ανάδυσης νέων κοινωνικών δρώντων. Προϋποθέτει όχι μια μυθική επανίδρυση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε υπήρξε, αλλά απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα μιας κοινωνίας που καλείται η ίδια να αλλάξει, ανατοποθετούμενη με νέους όρους στην Ευρώπη. Καθήκον της Κεντροαριστεράς είναι να βοηθήσει την κοινωνία να αλλάξει, να γίνει δημοκρατικό έθνος, αλλάζοντας ταυτοχρόνως και η ίδια.   

Ο κ. Α. Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.     

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Το «λάθος» του ΔΝΤ

Του Μιραντας Ξαφα*
Πολλά έχουν γραφεί για τη «λάθος συνταγή» του ΔΝΤ που υποεκτίμησε την επίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής στο ΑΕΠ (τον «πολλαπλασιαστή»), βυθίζοντας την οικονομία σε δίνη ύφεσης και νέων μέτρων. Ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση ότι τα φορολογικά έσοδα τον Ιανουάριο είναι ανησυχητικά χαμηλότερα από τον στόχο, ακούγεται το επιχείρημα ότι πρέπει να τερματιστεί η λιτότητα και να ληφθούν μέτρα ανάσχεσης της ύφεσης. Ποιος όμως ευθύνεται για το μπαράζ νέων φόρων και τις οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις; Από την αρχή της εφαρμογής του προγράμματος σταθεροποίησης το ΔΝΤ τονίζει την ανάγκη συρρίκνωσης του κράτους και περιορισμού της φοροδιαφυγής. Γι’ αυτό το Μνημόνιο περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους μείωσης του προσωπικού στο Δημόσιο, ενώ το ΔΝΤ έχει στείλει 19 αποστολές τεχνικής βοήθειας για τη φορολογική διοίκηση από τον Μάιο του 2010 έως σήμερα. Για τα απογοητευτικά αποτελέσματα στους δύο αυτούς κρίσιμους τομείς ευθύνεται αποκλειστικά η κυβέρνηση και όχι το ΔΝΤ.
Τι θα άλλαζε αν είχε χρησιμοποιηθεί υψηλότερος πολλαπλασιαστής από την αρχή του προγράμματος; Θα είχε γίνει σαφές ότι χρειαζόμαστε μακρύτερη περίοδο προσαρμογής και διαγραφή χρέους. Και πάλι όμως θα έπρεπε να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα, που ξεπερνούσε τα 20 δισ. ευρώ το 2009, διότι απλούστατα κανείς δεν θα ήταν πρόθυμος να μας δανείζει αιωνίως αυτό το ποσό. Ο πολλαπλασιαστής εξαρτάται και από τη σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι οικονομετρικές μελέτες δείχνουν ότι τα προγράμματα σταθεροποίησης που βασίζονται κυρίως στην περικοπή των δαπανών έχουν μικρότερη αρνητική επίπτωση στο ΑΕΠ, και επομένως μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας, από αυτά που βασίζονται στην αύξηση των φόρων (Alesina & Ardagna, NBER 2009). Η σύνθεση των δαπανών έχει και αυτή σημασία: η μείωση δημοσίων επενδύσεων επιβαρύνει το ΑΕΠ περισσότερο από τη μείωση καταναλωτικών δαπανών. Το μείγμα προσαρμογής που επέλεξε η Ελλάδα, με τη συνεχή περικοπή του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων και το μπαράζ νέων φόρων, ήταν συνταγή για τη μέγιστη δυνατή μείωση του ΑΕΠ.
Οσο για τα μέτρα ανάσχεσης της ύφεσης, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει με περισσότερα δανεικά, αλλά με ιδιωτικές επενδύσεις που θα δημιουργήσουν νέο πλούτο και θέσεις εργασίας. Αναπτυξιακή πολιτική αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις, που θέτουν τις βάσεις για μία οικονομία προσανατολισμένη προς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές αντί για το χρεοκοπημένο μοντέλο του κρατισμού και της κατανάλωσης με δανεικά. Μία εύκαμπτη αγορά εργασίας και ένα ρυθμιστικό πλαίσιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα θα διευκόλυναν τη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού προς τους εξωστρεφείς κλάδους και επιχειρήσεις. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις όμως καθυστέρησαν πολύ για να μη θιγούν συνδικαλιστικά και συντεχνιακά συμφέροντα. Το αποτέλεσμα ήταν να βαθύνει η ύφεση και η προσαρμογή της οικονομίας σε χαμηλότερα επίπεδα δανεισμού να προέλθει από τη μείωση της ζήτησης, όχι από την αύξηση της προσφοράς.
Αν το ΔΝΤ έκανε ένα λάθος, αυτό ήταν ότι υποχώρησε μπροστά στην επιμονή της κυβέρνησης να μειώνει το έλλειμμα με οριζόντιες περικοπές και νέους φόρους αντί να συρρικνώσει το κράτος και να πατάξει τη φοροδιαφυγή. Το ΔΝΤ έθεσε απλώς τους στόχους για το έλλειμμα και επέτρεψε στην κυβέρνηση να επιλέξει τα μέτρα προκειμένου να διατηρήσει την κυριότητα του προγράμματος. Οταν έγινε προφανές ότι η φοροδοτική ικανότητα της οικονομίας είχε εξαντληθεί, το ΔΝΤ ζήτησε από την κυβέρνηση να επικεντρωθεί στις περικοπές δαπανών στο δεύτερο Μνημόνιο που συμφωνήθηκε τον Μάρτιο του 2012. Το Δημόσιο συνεχίζει όμως να ζει παρασιτικά, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τον ιδιωτικό τομέα, καθυστερώντας πληρωμές. Χρειάζεται π.χ. η Ελλάδα τέσσερα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια; Κάθε μισθός που πληρώνεται χωρίς αντίστοιχη παραγωγή έργου επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αντί να περιορίσει το υπερτροφικό Δημόσιο, η κυβέρνηση αναζητεί έσοδα για να το συντηρήσει.
Η ολιγωρία που έχει επιδείξει η κυβέρνηση στην εφαρμογή τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου Μνημονίου είναι υπεύθυνη για την παρατεταμένη αβεβαιότητα, τις απλήρωτες υποχρεώσεις και τη βαθιά ύφεση. Η αβεβαιότητα κορυφώθηκε πέρυσι με τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις και τις παρατεταμένες ενδοκυβερνητικές διαπραγματεύσεις για τα μέτρα περικοπής των δαπανών. Τη στιγμή που η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα εξόδου από την Ευρωζώνη, ποιος επρόκειτο να επενδύσει; Η έλλειψη εμπιστοσύνης και η πιστωτική ασφυξία οφείλονται στη δυσπιστία των αγορών ως προς τη δυνατότητα να μπει τάξη στο δημοσιονομικό χάος και να εφαρμοστούν οι διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτούνται για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, που προσέφυγαν στο ΔΝΤ και στην Ε.Ε. μετά την Ελλάδα, έχουν ήδη καταφέρει να επιστρέψουν στις κεφαλαιαγορές.
Οποιος και να φταίει, το γεγονός παραμένει ότι το Μνημόνιο αναπροσαρμόστηκε ήδη δύο φορές ώστε να λάβει υπόψη τη βαθύτερη από την αναμενόμενη ύφεση. Η πρώτη έγινε τον Μάρτιο του 2012 με το κούρεμα του χρέους και τη δεύτερη δανειακή σύμβαση, και η δεύτερη τον Δεκέμβριο του 2012 όταν συμφωνήθηκε η επιμήκυνση του προγράμματος κατά δύο χρόνια, η επιπλέον χρηματοδότηση, η μείωση του επιτοκίου και η αναβολή της αποπληρωμής των δανείων, η επαναγορά ομολόγων, και η υπόσχεση ότι θα υπάρξει νέα μείωση του χρέους εφόσον η Ελλάδα εφαρμόσει το πρόγραμμα. Με άλλα λόγια, η προσαρμογή του προγράμματος σε υψηλότερο πολλαπλασιαστή έχει ήδη γίνει. Οποιαδήποτε προσπάθεια για νέα αναδιαπραγμάτευση θα ενίσχυε τη δυσπιστία για τη βούληση της Ελλάδας να τηρεί τα συμφωνημένα και θα έσβηνε κάθε ελπίδα να ανακτήσουμε την αξιοπιστία μας ως ισότιμο μέλος της Ευρωζώνης.
Αυτοί που ισχυρίζονται ότι το «λάθος» του ΔΝΤ δικαιολογεί εγκατάλειψη του Μνημονίου είναι οι ίδιοι που αναζητούν ευθύνες για την κρίση σε εξωτερικούς παράγοντες (κερδοσκόποι, τοκογλύφοι, Μέρκελ κ.λπ.), διότι αρνούνται να αποδεχτούν το τέλος της μεταπολιτευτικής ευδαιμονίας. Η σκανδαλολογία χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να μην αντιμετωπιστούν τα πραγματικά προβλήματα. Αντί να ερευνηθεί αν η κυβέρνηση έκρυβε το πραγματικό ύψος του ελλείμματος πριν από την κρίση, ερευνάται αν το «φούσκωσε» μετά την κρίση. Αντί να ελεγχθούν οι δικαιούχοι της λίστας Λαγκάρντ ερευνάται ποιος αφαίρεσε τρία ονόματα από τη λίστα. Το νέο άλλοθι είναι ο «πολλαπλασιαστής».
* H κ. Μιράντα Ξαφά είναι σύμβουλος Επενδύσεων E.F. Consulting και μέλος της κεντρικής επιτροπής της ΔΡΑΣΗΣ.

Το στοίχημα της εφαρμογής



Του Μιχαηλ Γ. Ιακωβιδη*
Παρακολουθώντας τις συζητήσεις στην Ελλάδα, θα μπορούσε κανείς να συναγάγει ότι η μεταρρυθμιστική ατζέντα είναι ένα ελληνικό ή εν πάση περιπτώσει νοτιοευρωπαϊκό ζήτημα, που προωθείται από τον απαιτητικό και αλαζόνα ευρωπαϊκό Βορρά. Η πραγματικότητα βέβαια είναι πολύ διαφορετική. Χώρες όπως η Αγγλία μετασχηματίστηκαν πριν από τρεισήμισι δεκαετίες, ύστερα από μεγάλη κρίση. Η Γερμανία έκανε δύσκολες τομές μετά την επανένωσή της με την τέως Λαϊκή Δημοκρατία, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Την ίδια εποχή, η Σουηδία έφτασε στο χείλος του γκρεμού, επανήλθε, ξανα-απειλήθηκε από την κρίση και σήμερα συνεχίζει ένα ευρύ και επιτυχημένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Τέλος, η Λεττονία, μια χώρα που βρέθηκε σε χειρότερη δίνη από την Ελλάδα το 2009, κατάφερε μέσα σε τρία χρόνια να αντιστρέψει τη βαθύτατη ύφεση που έφτασε ςτο -24% του ΑΕΠ και να γίνει η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στην Ευρώπη.
Τα μαθήματα είναι σαφή. Πρώτον, οι αλλαγές πρέπει να γίνουν γρήγορα και οι περικοπές είναι καλύτερο να γίνουν νωρίς για να μπορέσει να επανέλθει η εμπιστοσύνη ώστε να γίνουν επενδύσεις. Καθυστερήσεις και προστατευτισμός αποθαρρύνουν τόσο επενδύσεις όσο και κατανάλωση, οδηγώντας μας στον φαύλο κύκλο που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα. Δεύτερον, η κρίση δίνει τη δυνατότητα να αποσειστούν πρακτικές συντεχνιακών προνομίων και να αυξηθεί ουσιαστικά ο ανταγωνισμός, οδηγώντας σε νέες θέσεις εργασίας και μείωση των τιμών. Τρίτον, απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές στη διοίκηση και συχνά η απόλυση όσων εργαζομένων στο Δημόσιο δεν προσφέρουν αποτελεσματικά, με την ταυτόχρονη διατήρηση του δικτύου κοινωνικής προστασίας (στις περισσότερες περιπτώσεις). Η δυναμική αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και η πολιτική συνεννόηση που οδηγεί σε μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, επιτρέπει την επανεκκίνηση της οικονομίας, χωρίς τις προηγούμενες στρεβλώσεις, βασισμένη στην υγιή επιχειρηματικότητα. Aντίστοιχα μαθήματα μπορεί να αντλήσει κανείς και από την ανάκαμψη της Βραζιλίας, όσο και από τη συνεχιζόμενη αδυναμία της Αργεντινής να ανορθωθεί, παρά την αύξηση των διεθνών τιμών στα προς εξαγωγή προϊόντα της.
Αν λοιπόν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει, γιατί δεν προχωρούν τα πράγματα; Ειδικότερα στην Ελλάδα, γιατί όλος αυτός ο καιρός στον οποίο υποτίθεται ότι αλλάζουμε δεν έχει αποδώσει ακόμη; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι ότι ελάχιστες πραγματικές αλλαγές έχουν γίνει, παρ’ όλα τα νομοθετήματα. Συχνά μιλάμε για αλλαγές αφήνοντας το βαθύ, συχνά ανίκανο και ενίοτε διεφθαρμένο κράτος ανέπαφο και τους ευνοούμενούς του στη θέση τους. Η εγκληματική αδυναμία να αξιολογήσουμε τα στελέχη του Δημοσίου και να αποτολμήσουμε τον ουσιαστικό εξορθολογισμό του κράτους είναι ενδεικτικά. Οσο για αυτά που έχουμε συμφωνήσει, και συχνά νομοθετήσει, δεν τελεσφορούν, καθώς χάνονται στην εφαρμογή. Δεν φαίνεται να έχουμε ούτε τη θέληση ούτε τις δεξιότητες να κάνουμε τις τομές που χρειάζονται. Τέλος, δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να εξηγήσουμε στην κοινωνία με απλά λόγια ποιο είναι το πρόβλημα και πώς αντιμετωπίζεται, χάνοντας έτσι την ενεργό στήριξη της κοινής γνώμης.
Τι μπορούμε να κάνουμε σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή; Πριν από λίγες μέρες, στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, συντόνισα μια συνάντηση με τους ηγέτες των (βορειότερων) χωρών που μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των καιρών και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους, αλλά και με Ευρωπαίους από χώρες που ακόμη χειμάζονται από την κρίση. Το αντικείμενο ήταν «η μεταρρύθμιση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας», και το ενδιαφέρον καθώς και η παρουσία των ηγετικών φυσιογνωμιών επιβεβαίωσε τόσο τη σημασία του ζητήματος όσο και το επείγον του χαρακτήρα του. Αυτό που προέκυψε ως συμπέρασμα είναι ότι η εφαρμογή του προγράμματος, η συνέχεια στην παρακολούθησή του και η θέληση να αντιμετωπιστεί ο εγγενής συντηρητισμός στο Δημόσιο (ειδικά από όσους το καπηλεύονται) είναι αναγκαία συστατικά της μεταρρύθμισης. Οπως αναφέρθηκε στη συζήτηση, «εάν ο ιδιωτικός τομέας θεωρεί ότι η διαρκής αλλαγή είναι προϋπόθεση επιτυχίας, για πολιτικούς ή ανώτατους δημόσιους υπαλλήλους η αλλαγή είναι συνταγή για αποτυχία». Για να αντιμετωπιστούν τα αναμενόμενα και εγγενή αυτά προβλήματα, απαιτούνται στοχευμένες ενέργειες αλλά και παρακολούθηση από ανθρώπους με εμπειρία στη διαχείριση αλλαγής, στον εξορθολογισμό δομών και στην εφαρμογή και όχι μόνο στον σχεδιασμό, στον οποίο αρκείται η Task Force της Ε.Ε.
Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα όργανο παρακολούθησης και υποστήριξης των αλλαγών όσο και ουσιαστική πολιτική τόλμη, που να αντλεί τις σωστές δεξιότητες. Η πρόταση αυτή έγινε τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην Task Force που είναι υπεύθυνη για τις μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, μέχρι να ξαναφτάσει ο κόμπος της εφαρμογής στο χτένι της εξόδου από την Ε.Ε., φοβούμαι πως δεν θα υπάρξει ανταπόκριση. Η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να δημιουργήσει ένα όργανο του οποίο τον έλεγχο δεν θα έχει και η Task Force δεν φαίνεται διατεθημένη να δεχθεί συμβουλές στον τομέα της υλοποίησης, παρότι αυτός εκφεύγει των δεξιοτήτων της. Κι όμως, το σημερινό πρόβλημα είναι αμιγώς πρόβλημα εφαρμογής. Η επιτυχία ή η ενδεχόμενη κατάρρευση της ύστατης προσπάθειας να σταθεί το κράτος στα πόδια του εξαρτάται απ’ αυτό. Ας ελπίσουμε ότι θα το καταλάβουμε πριν να είναι αργά.
* Κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School και είναι επισκέπτης καθηγητής στο NYU-Stern.

Πολλαπλασιαστές και διαιρέτες



Του Νικου Χριστοδουλακη*
Μετά την κρίση του 2008, τα δημοσιονομικά ελλείμματα αυξήθηκαν σε πολλές χώρες είτε για τη διάσωση των τραπεζών είτε για να αποφύγουν κάπως την ανεργία με κρατικές παρεμβάσεις. Οσες ήταν όμως ήδη με υψηλό χρέος, ξέμειναν γρήγορα από ρευστότητα και βρέθηκαν αντιμέτωπες με το δίλημμα «χρεοκοπία ή συνεχής συρρίκνωση». Πολλοί ακαδημαϊκοί έσπευσαν τότε να τις καθησυχάσουν. Πρώτα οι Ρόγκοφ και Ράινχαρτ το 2009 και μετά διάφορες μελέτες του ΔΝΤ και της ΕΚΤ βρήκαν ότι ενώ σε μια χώρα με χαμηλό χρέος τα ελλείμματα μπορεί να βοηθήσουν την ανάκαμψη, γίνονται επιζήμια αν το χρέος ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ.
Επειδή κατά μαγική σύμπτωση το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ και το συνολικό της Ευρωζώνης βρισκόταν κοντά σε αυτό το όριο, το μήνυμα ήταν ότι οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να σκέφτονται περαιτέρω δημοσιονομική επέκταση για να μην πλήξουν την ανάπτυξη! Ετσι, όλη η Ευρώπη εγκλωβίστηκε σε μια μακρά ύφεση που τώρα χτυπά ακόμα και τις εύρωστες χώρες, ενώ μόνο οι ΗΠΑ ξέφυγαν λίγο μετά την εκλογή Ομπάμα, όχι όμως και οριστικά.
Για χώρες όπως η Ελλάδα όπου το χρέος ήταν σημαντικά μεγαλύτερο και η προσαρμογή απολύτως αναγκαία, η συνταγή ήταν ακόμα πιο επιτακτική: αντί το πρόγραμμα λιτότητας να είναι σταδιακό, έπρεπε να γίνει άμεσο και εκτεταμένο, γιατί έτσι με το παραπάνω μοντέλο θα ήταν αυτομάτως και αναπτυξιακό. Σύμφωνα με τον μικρό πολλαπλασιαστή του ΔΝΤ, η όποια ύφεση θα ήταν ελάχιστη, αλλά και αυτή ακόμα θα μπορούσε να ξεπεραστεί με ταχύρρυθμες μεταρρυθμίσεις που θα επιτάχυναν την έλευση του ανταγωνιστικού παραδείσου με πολλή ανάπτυξη και χωρίς χρέος αυτή τη φορά.
Τους ξέφυγε όμως μια μικρή λεπτομέρεια, που έκανε τους περίτεχνους υπολογισμούς να καταρρεύσουν: η ίδια η κρίση, και οι βαθιές αλλαγές που επιφέρει σε οικονομικά μοντέλα και κοινωνικές συμπεριφορές. Ο Κέινς -που συνήθως περιφρονείται από την κυρίαρχη σκέψη του ΔΝΤ- είχε προειδοποιήσει από το 1936 ότι σε συνθήκες μεγάλης μείωσης του εισοδήματος, τα νοικοκυριά ξοδεύουν αναλογικά πιο μεγάλο μερίδιο για να περισώσουν όσο μπορούν το επίπεδο διαβίωσής τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η υπερβολική λιτότητα οδηγεί σε θεαματικά μεγαλύτερη βύθιση την οικονομία από ό,τι θα συνέβαινε σε ήρεμη περίοδο.
Τα προγράμματα σχεδιάστηκαν όμως αγνοώντας την προειδοποίηση του Κέινς και έτσι οι εκτιμήσεις για την ύφεση έπεσαν έξω κατά δύο φορές γενικά και σχεδόν τέσσερις για την Ελλάδα. Οι λόγοι που ξέφυγε μια τόσο σοβαρή αστοχία είναι πάντως διαφορετικοί για κάθε πλευρά που αναμείχθηκε στο ελληνικό πρόγραμμα. Το μεν ΔΝΤ γιατί εφαρμόζει τυποποιημένες συνταγές για όλες τις χώρες χωρίς κανόνες έγκαιρης διόρθωσης, η δε Ευρωζώνη γιατί αδιαφόρησε και δεν θέλησε να δράσει ως ενιαίος οικονομικός χώρος απέναντι στο πρόβλημα μερικών μελών της. Ακολούθως, η ελληνική κυβέρνηση χωρίς προετοιμασία και εμπειρία δέχθηκε ανυποψίαστη το σχέδιο του ΔΝΤ, ενώ οι ξένοι σύμβουλοι εκείνης της περιόδου εκτιμούσαν ότι η Ελλάδα θα εγκατέλειπε το ευρώ και το πρόγραμμα θα περνούσε σε δεύτερη μοίρα.
Ετσι η Ευρώπη διαιρέθηκε σε «ενάρετες» και «άσωτες» χώρες, η τιμωρία των οποίων θα φρονημάτιζε τις υπόλοιπες, ενώ η Ελλάδα διχάστηκε ανάμεσα σε όσους πίστεψαν άκριτα το σχέδιο προσαρμογής και σε αυτούς που οχυρώθηκαν στην παταγώδη αποτυχία του για να υπερασπίσουν τα προνόμιά τους. Είναι βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα θα διορθωθούν πολλά ακαδημαϊκά λάθη, καθόλου σίγουρο όμως ότι θα υπάρξει κάποια επανόρθωση στην ελληνική οικονομία που διανύει τον τέταρτο χρόνο βαθιάς συρρίκνωσης και ανεργίας.
Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται νέα διαπραγμάτευση του Μνημονίου με λιγότερους φόρους και περικοπές, πιο ελαστικό ορίζοντα εφαρμογής και μια γενναία ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ανάπτυξης ως διόρθωση του μοιραίου πολλαπλασιαστή. Εννοείται φυσικά πως τα κλιμάκια που το σχεδίασαν και το υλοποίησαν θα έχουν την ευαισθησία να παραιτηθούν, και στον ελεύθερο χρόνο τους να ξαναδιαβάσουν τον Κέινς.
* Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο και πρώην υπουργός.

Οι μύθοι της κρίσης και οι «ακόλαστες δαπάνες»



Του Δημητρη Β. Παπαδημητριου*
Γιατί κατέληξε σε μια τόσο μεγάλη αποτυχία το κυριότερο πειραματικό εργαστήριο μείωσης δημοσίου ελλείμματος στον κόσμο; Οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσδοκούν το αποτέλεσμα της δραστικής βελτίωσης του λόγου χρέος προς ΑΕΠ στην Ελλάδα, μετά την επιβολή μέτρων άκρας λιτότητας. Αλλά το τρέχον πείραμα δεν πετυχαίνει για έναν σημαντικό λόγο: τα προγράμματα λιτότητας πηγάζουν από μύθους σχετικώς με το τι προκάλεσε την κρίση εξαρχής.
Η δημοφιλής άποψη, που θέλει τις υπερβολικές δημόσιες δαπάνες να αποτελούν τον λόγο δημιουργίας του προβλήματος των δημοσίων ελλειμμάτων στην Ελλάδα, είναι απλώς λανθασμένη. Τα στοιχεία δεν στηρίζουν το θέμα που έχει δημιουργηθεί περί «ακόλαστων δαπανών».
Οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν το 1990 στο 45% του ΑΕΠ της χώρας, ήτοι πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση. Το ποσοστό αυτό διατηρήθηκε σταθερό έως και το 2006 και είναι αναλογικά σημαντικά κατώτερο των αντίστοιχων δαπανών στη Γαλλία, στην Ιταλία, ακόμη δε και στη Γερμανία. Σήμερα η Ελλάδα χαρακτηρίζεται το «κακό παιδί» με τον ανέκαθεν διογκωμένο δημόσιο τομέα. Και όμως, τα δεδομένα της δεν διέφεραν από εκείνα των γειτόνων της, ενώ τα ποσοστά της –των δημοσίων δαπανών αναλογικά προς το ΑΕΠ της– δεν την απέκλεισαν πριν από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, από το να συμβαδίζει με ή και να υπερβεί τους αναπτυξιακούς ρυθμούς πλουσίων χωρών της Ευρωζώνης. Δεν είχαν εντοπιστεί ραγδαίες αυξήσεις των δημοσίων δαπανών στη χώρα έως την ύφεση που ξεκίνησε το 2008. Το χρονοδιάγραμμα επιβεβαιώνει την πεποίθηση πως το κλειδί στην κατάρρευση της οικονομίας δεν ήταν οι από μακρόν υπερβολές των ελληνικών κυβερνήσεων.
Η εικόνα, σε ό,τι αφορά στο δημόσιο χρέος της, ήταν επίσης σταθερή. Επί χρόνια, το ετήσιο δημόσιο έλλειμμα της Ελλάδας κυμαινόταν από το 3% έως και το 5%, με το δημόσιο χρέος της να ανέρχεται περίπου στο 120% του ΑΕΠ, χωρίς να δημιουργείται αναστάτωση στις αγορές. Το έτος 2000, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στο ευρώ, το δημόσιο έλλειμμά της κυμαινόταν στο 3,8% του ΑΕΠ της, επίπεδα στα οποία διατηρήθηκε τα πρώτα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ενιαίου νομίσματος. Ο δημόσιος δανεισμός δεν είχε εκτοξευθεί στα ύψη πριν ξεσπάσει η κρίση χρέους το 2009, γεγονός που καταδεικνύει επίσης ότι η προϊστορία της –σε ό,τι αφορά το δημόσιο χρέος της– δεν ήταν ο κύριος λόγος για την πιστωτική κρίση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη.
Αλλά ήταν τα δεδομένα και οι τάσεις, που περισσότερο από τον δημόσιο δανεισμό και τις κρατικές δαπάνες, δημιουργούσαν ανησυχία. Ανάμεσά τους, η μείωση των δημοσίων εσόδων, ένα πρόβλημα που έμελλε να λάβει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Πριν ακόμη ενταχθεί στο ευρώ, η Ελλάδα υπολειπόταν σημαντικά άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών στο μέτωπο είσπραξης των φόρων.
Οπως αναφέρεται σε έκθεση του Ινστιτούτου Levy, το 2005 τα φορολογικά έσοδα –ειδικότερα αυτά από τη φορολογία εισοδήματος και περιουσιακών στοιχείων– ανέρχονταν μόλις στο 8,6% του ΑΕΠ, παραμένοντας σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα, άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Η αξιοσημείωτη αύξηση των δημοσίων εσόδων οφειλόταν κυρίως στην αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών –συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών–, οι οποίες έφτασαν έως και στο 13,5% από 9,8% προηγουμένως, πριν σταθεροποιηθούν έκτοτε σε ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα. Η φοροδιαφυγή ήταν ευρύτατα διαδεδομένη, ενώ ανθούσε η παραοικονομία. Οσο μειώνονταν τα έσοδα, το δημόσιο έλλειμμα αυξανόταν.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 εμφανίστηκε ακόμη ένας κίνδυνος. Οι επενδύσεις επικεντρώθηκαν στον κλάδο της οικοδομής, ενώ οι μηχανές παραγωγής και τα μέσα μεταφοράς –πιο σημαντικά για την παραγωγική ικανότητα της χώρας– αποτέλεσαν δευτερεύουσα προτεραιότητα. Η αύξηση των επενδύσεων συγκριτικά με τις αποταμιεύσεις στην Ελλάδα και οι ισχυροί, πραγματικοί αναπτυξιακοί ρυθμοί της οικονομίας της άρχισαν να εξαρτώνται από τη ζήτηση του ιδιωτικού τομέα, η οποία στηριζόταν στον δανεισμό. Στο μεταξύ, η κατανάλωση των νοικοκυριών χρηματοδοτείτο από τη μείωση των οικογενειακών περιουσιών, τόσο όσο και από τον δανεισμό. Ο ιδιωτικός τομέας κατέστη σύντομα καθαρός οφειλέτης. Σας θυμίζει κάτι;
Αυτά ασφαλώς δεν ήταν τα μόνα θέματα που προκάλεσαν την κρίση στην Ελλάδα. Ας κατονομάσουμε μερικά ακόμη δεδομένα που συνέτειναν σε αυτήν: η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ επέφερε επιπτώσεις στο ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών. Οι τιμές των εξαγώγιμων προϊόντων άρχισαν να αυξάνονται πολύ ταχύτερα στην Ελλάδα απ’ ό,τι στις υπόλοιπες χώρες–μέλη της Ευρωζώνης, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να αδυνατούν ή να μην είναι πρόθυμες να «καλύψουν» την ανατίμηση του ευρώ, που θα μπορούσαν να επιτύχουν μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους. Παράλληλα άρχισε να μειώνεται το ισοζύγιο εισροής κεφαλαίων – κυρίως από τη μείωση εμβασμάτων από το εξωτερικό. Κατόπιν άρχισαν να μειώνονται οι αποδόσεις των ακινήτων, ειδικότερα το εισόδημα που απέφεραν στους ιδιοκτήτες τους.
Σε ό,τι αφορά το μέλλον, το σημαντικότερο είναι ότι –σε αντίθεση με άλλες χώρες σε κρίση– τόσο ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα όσο και ο δημόσιος είναι καθαροί δανειστές από το εξωτερικό. Αυτός ο συνδυασμός σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να διαθέσει πραγματικά περιουσιακά στοιχεία –και όχι μόνον χρηματοοικονομικά– για να μειώσει το συνολικό χρέος της.
Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν μπορεί να αναμένεται να βρει λύση υπό καθεστώς λιτότητας. Αν και είναι πιθανός ο ισολογισμός των δημοσίων οικονομικών –εξαιρουμένων των τόκων του δημοσίου χρέους– μέσα στο 2013 ή στο 2014, αποτελεί φαντασίωση η πιθανότητα επίτευξης των άλλων στόχων που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς οι επιπτώσεις της προσπάθειας μείωσης του δημοσίου ελλείμματος αποδεικνύονται «τοξικές». Η φτώχεια και η ανεργία στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σε επίπεδα που μόνο καταστροφικά μπορεί να χαρακτηριστούν. Υπαρκτή, δε, είναι ακόμη η απειλή περαιτέρω απωλειών θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα την κατάρρευση της χώρας. Την τελευταία τετραετία, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώνεται κατά τουλάχιστον 5% ετησίως. Βάσει αυτών αλλά και πολλών άλλων στοιχείων, οι περικοπές δαπανών πυροδότησαν μια βαθύτατη ύφεση με καταστροφικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Πρέπει να ανακτηθούν οι ρυθμοί αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ πριν επιλυθούν τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας και όχι το αντίστροφο. Το γεγονός δεν υποβαθμίζει με κανέναν τρόπο την απειλή που αντιπροσωπεύει για τη χώρα το χρέος της και την ανάγκη να επαναχρηματοδοτηθεί με χαμηλότερο κόστος. Ακόμη και με το τρέχον επιτόκιο, που κυμαίνεται κάτω από τα επίπεδα του 10%, τα τοκοχρεολύσια μπορεί να εκτοξευθούν ταχύτατα στα ύψη. Και παρά το σύνολο των προαναφερθέντων προβλημάτων, η ανάπτυξη παραμένει το ζητούμενο.
Μέσα στο 2012 είδαμε τελικώς να γίνονται μικρές υποχωρήσεις σε ό,τι αφορά την πολιτική λιτότητας που καλείται να εφαρμόσει η ελληνική κυβέρνηση. Ας ελπίσουμε ότι το 2013 θα μας επιτρέψει ένα μεγάλο βήμα πίσω από τους πολυσυζητημένους –αλλά ασφαλώς μόνο κατά φαντασία– «θρύλους» περί κατάρρευσης της Ελλάδας.
* Ο κ. Δ. Β. Παπαδημητρίου είναι πρόεδρος του Levy Economics Institute και καθηγητής Οικονομικών στο Bard College της Νέας Υόρκης.

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Σκοτώνοντας τον χρόνο...




Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*
Το έχω ακούσει τόσες φορές, που δεν εκπλήσσομαι πλέον. Αντίθετα, θα εκπλαγώ αν δεν το ακούσω. «Παράταση μέχρι τις 8/1/2013 στην προθεσμία για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας και για την κατάθεση των πινακίδων, αποφάσισε το υπουργείο Οικονομικών», ανακοίνωσαν τα ΜΜΕ την τελευταία ημέρα του 2012.
Αποφάσεις σαν κι αυτές είναι χαρακτηριστικά ελλαδικές. Οι προθεσμίες σπάνια είναι δεσμευτικές, οι παρατάσεις θεωρούνται αυτονόητες. Τόσο αυτονόητες που, ακόμα και στον σκληρό πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, όπως είναι η συλλογή φόρων, το 2012 δόθηκε τέσσερις φορές παράταση για την υποβολή φορολογικών δηλώσεων!
Δεν γνωρίζω καμία ανεπτυγμένη χώρα στην οποία ρουτινώδεις κρατικές λειτουργίες, χρονικά προκαθορισμένες, να είναι μετακινήσιμες. Δεν είναι τυχαίο. Στις ανεπτυγμένες χώρες κυριαρχεί η αίσθηση του χρόνου ως πολύτιμου πόρου. Η περίφημη φράση του Βενιαμίν Φραγκλίνου «ο χρόνος είναι χρήμα» εκφράζει αυτήν τη στάση: για τον νεωτερικό άνθρωπο, ο χρόνος δεν είναι απλώς συνυφασμένος με την εξέλιξη της ζωής, αλλά γίνεται ο ίδιος ένα αυτοτελές μέγεθος που χρήζει ορθολογικής διαχείρισης. Ο χρόνος αποσπάται από τα κοινωνικά - βιολογικά του συμφραζόμενα και αυτονομείται: εξοικονομείται, σπαταλάται, αξιοποιείται κ.λπ.
Η νεωτερική αντίληψη για τον χρόνο αντανακλάται στη στρατηγική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Ο οργανισμός που σκέφτεται στρατηγικά γνωρίζει, προβλέπει ή ορίζει τις μελλοντικές ανάγκες του σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον και δεσμεύεται να ενεργεί στο παρόν, έτσι ώστε να υπηρετεί απώτερους σκοπούς στο μέλλον. Αντιθέτως, ο οργανισμός που δεν σκέφτεται στρατηγικά αντιδρά σπασμωδικά στα τρέχοντα προβλήματά του, ικανοποιώντας μόνο τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες του. Ο στρατηγικά σκεπτόμενος αναβάλλει την άμεση ικανοποίηση των αναγκών του, χάριν κάποιου υπέρτερου (και απόμακρου) σκοπού· διευρύνει τον ορίζοντα της δράσης του, επιτρέποντας στο μέλλον να επηρεάσει το παρόν. Ο μη στρατηγικά σκεπτόμενος αγνοεί το μέλλον· άγεται και φέρεται από τις ανάγκες της στιγμής. Το «αχρονικό παρόν» συνιστά τον κύριο ορίζοντα αναφοράς του.
Τι συνδέει τις ουρές στις εφορίες την τελευταία στιγμή, τις παρατάσεις προθεσμιών που απλόχερα χορηγούν οι υπουργοί, την αδιαφορία της γραφειοκρατίας για τον χρόνο των πολιτών, τη χρονοτριβή στην υλοποίηση των Μνημονίων, και τη χρεοκοπία της χώρας; Πολλά, αλλά, εν προκειμένω, το εξής ένα: η ιδιοτελής αναβλητικότητα. Η φράση του πρώην πρωθυπουργού Καραμανλή Β΄ τα λέει όλα: «Ασ’ το γι’ αργότερα»!
Το κομματικό σύστημα δεν αντιμετωπίζει τα καυτά συλλογικά προβλήματα έγκαιρα και ορθολογικά («τ’ αφήνει γι’ αργότερα»), προκειμένου να συνεχίσει να ικανοποιεί τις άμεσες (πελατειακές-κομματοκρατικές) ανάγκες του. Η μετα-οθωμανική δημόσια διοίκηση δεν εκλαμβάνει τον χρόνο της ως πολύτιμο πόρο που πρέπει να αξιοποιήσει, οπότε θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να σπαταλά τον χρόνο του πολίτη. Το κομματικοποιημένο κράτος δεν εμμένει στις προθεσμίες που το ίδιο θέτει, προκειμένου να μη γίνει δυσάρεστο επιβάλλοντας κυρώσεις. Οι πολίτες δεν εκπληρώνουν έγκαιρα τις υποχρεώσεις τους στο κράτος, τόσο γιατί προεξοφλούν την κρατική αναξιοπιστία όσο και γιατί θεωρούν τις υποχρεώσεις τους διαπραγματεύσιμους περιορισμούς, των οποίων την ισχύ έχουν όφελος να αναβάλλουν όσο μπορούν.
Η ιδιοτελής αναβλητικότητα πηγάζει από τον εγκλωβισμό μας στη μεταπολιτευτικά κυρίαρχη εμμονή για άμεση ικανοποίηση των βραχυχρόνιων αναγκών. Οι πολιτικοί θέλουν να μεγιστοποιούν την πολιτική τους πελατεία, οπότε δεν τους συμφέρει η λήψη (βραχυπρόθεσμα) δυσάρεστων αποφάσεων. Οι πολίτες, συντεχνιακά ή ατομικιστικά σκεπτόμενοι, επιδιώκουν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους με κάθε τρόπο. Κανείς δεν θέλει να δεσμευτεί από κοινούς, ορθολογικούς κανόνες γιατί, ιστορικά μιλώντας, η βέλτιστη στρατηγική στον δημόσιο βίο είναι ο καιροσκοπισμός.
Η ανάληψη δεσμεύσεων στο παρόν χάριν της ικανοποίησης αναγκών στο μέλλον προϋποθέτει μια πολιτική κουλτούρα που ωθεί, μέσω ανταμοιβών και κυρώσεων, τους πολιτικούς να ενεργούν ως statesmen για το μακροχρόνιο δημόσιο συμφέρον. Προϋποθέτει, επίσης, μια ανεξάρτητη, αποτελεσματική κρατική γραφειοκρατία, με ανεπτυγμένη «θεσμική μνήμη», η οποία αίρεται πάνω από τις βραχυχρόνιες επιμέρους ανάγκες για να υπηρετήσει τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας. Δεν διαθέτουμε τίποτε από τα δύο.
Η χρεοκοπία προέκυψε (και) από την αθόρυβη συρρίκνωση του εθνικού ορίζοντα δράσης στο «ασάλευτο παρόν». Στο μεθύσι της λεηλασίας των κοινών, αδιαφορήσαμε για το αύριο. Η έκλειψη του μέλλοντος υποκρύπτει, όμως, κάτι βαθύτερο: τον φόβο της αλλαγής. Οπως παρατηρεί ο Στ. Ράμφος, «αργοπορούμε και αναβάλλουμε σαν να μας απειλούν οι πράξεις μας και οι συνέπειές τους. Μας τρομάζει κατά βάθος η μεταβολή ως δέσμευση στον χρόνο. Ο φόβος είναι ο φόβος του μέλλοντος». Το άνοιγμά μας στο μέλλον προϋποθέτει ότι αποδεχόμαστε τη δυνατότητα της δημιουργικής αυτο-αλλοίωσης – να γίνουμε διαφορετικοί από αυτό που είμαστε. Μπορούμε;
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Ο καθρέφτης της κρίσης




Του Σταθη Ν. Καλυβα*
Ανάμεσα σε πολλά άλλα, η κρίση λειτουργεί και σαν ένα είδος καθρέφτη που φέρνει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με τις βαθιές της αλήθειες, όπως κατ’ αναλογία οι δύσκολες ατομικές περιστάσεις εξαναγκάζουν τους ανθρώπους σε δυσάρεστες ενδοσκοπήσεις. Οι κρίσεις φέρνουν στην επιφάνεια κρυμμένες ή ανομολόγητες συμπεριφορές που τις αγνοούσαμε ή τις απωθούσαμε. Από την άποψη αυτή, είναι αλήθεια πως οι κρίσεις αποτελούν μοναδική ευκαιρία αυτογνωσίας, άλλο βέβαια αν αξιοποιούνται. Τι είδαμε λοιπόν ώς τώρα στον καθρέφτη μας;
Είδαμε πως η αλαζονεία, η έπαρση και η ανεπάρκεια της πολιτικής τάξης ήταν ακόμη μεγαλύτερες απ’ ό,τι ίσως φανταζόμασταν και πως η διαφθορά του συστήματος εξουσίας είχε ξεφύγει. Διαπιστώσαμε πως η διαπλοκή του πολιτικού συστήματος με τις οικονομικές ελίτ και τα ΜΜΕ είχαν βαθύτατες ρίζες, που μπορεί μεν να ήταν γνωστές, αλλά επειδή η αναφορά σ’ αυτές γινόταν με τρόπο αόριστο, ενίσχυε την άγνοια και την απραξία. Χρειάστηκε η κρίση για να πραγματοποιήσουν μεγάλοι διεθνείς δημοσιογραφικοί οργανισμοί σοβαρές δημοσιογραφικές έρευνες πάνω στο θέμα. Είδαμε επίσης πως το σύστημα εξουσίας διασφάλιζε τη νομιμοποίησή του εξαγοράζοντας την κοινωνία τόσο διαμέσου του πελατειακού συστήματος, ιδίως των μαζικών διορισμών στο Δημόσιο, όσο και μέσω μιας ουσιαστικά θεσμοποιημένης ανομίας που επέτρεπε και ενθάρρυνε έναν εσμό παράνομων συμπεριφορών σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Αντιληφθήκαμε, τέλος, πως η συγκολλητική ουσία που συντηρούσε και διαιώνιζε το σύστημα αυτό βασιζόταν στη λογική του άλλοθι («και οι άλλοι τα ίδια κάνουν»), πακεταρισμένη σε έναν λόγο γεμάτο πατριωτικές κορώνες και αναφορές στα δικαιώματα του λαού, δηλαδή με συνθηματικούς κώδικες αλλά δίχως καμιά απολύτως ουσία. Από την άποψη αυτή, ο ρόλος της παιδείας υπήρξε κομβικός, καθώς διοχέτευε αυτόν τον τρόπο σκέψης στους νέους, αχρηστεύοντας έτσι την κριτική λειτουργία του πνεύματος. Δεν πρέπει να ξαφνιάζει, επομένως, ούτε πως πάνω σ’ αυτόν τον λόγο βρήκε αποκούμπι ο περισσότερος κόσμος για να εκφράσει την αντίδρασή του στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει ούτε πως οι μαέστροι της χρήσης του υπήρξαν οι μεγάλοι πολιτικά κερδισμένοι της κρίσης, μέχρι στιγμής: ΣΥΡΙΖΑ, Ανεξάρτητοι Ελληνες, Χρυσή Αυγή. Η μεγάλη ειρωνεία είναι πως το σύστημα αυτό, που εύλογα έχει περιγραφεί ως σύστημα της Μεταπολίτευσης (αν και η ακριβέστερη περιγραφή του θα ήταν «σύστημα ΠΑΣΟΚ»), ζει μιαν αναμφίβολα απατηλή και πρόσκαιρη δεύτερη νιότη, την ίδια ακριβώς στιγμή που χρεοκόπησε με πάταγο.
Ασφαλώς, όλα αυτά τα ξέραμε ή τουλάχιστον τα υποψιαζόμασταν. Απλά η κρίση τα επιβεβαίωσε με βίαιο τρόπο. Μπορούμε ίσως να κοροϊδεύουμε ακόμη τον εαυτό μας και να κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε, δεν μπορούμε όμως πλέον να τα αποφύγουμε. Υπάρχει ωστόσο μια διάσταση που ίσως αγνοούσαμε περισσότερο από τις άλλες: η κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού. Αυτή άλλωστε υπήρξε η μεγαλύτερη έκπληξη των ξένων παρατηρητών της κρίσης και αυτή προσδίδει στην ελληνική περίπτωση την ιδιαιτερότητά της. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί σε ολόκληρο το μέγεθός της τη σήψη της ελληνικής διοίκησης. Αναμφίβολα, όποιος ερχόταν σε επαφή με τον κρατικό μηχανισμό (με την εφορία, τη Δικαιοσύνη, τον Στρατό, την παιδεία κ.λπ.) διαπίστωνε την ανεπάρκειά του. Αλλο όμως ανεπάρκεια και άλλο πλήρης διάλυση. Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο αντίθετο άκρο: την παραδοχή, δηλαδή, πως ουδέποτε λειτούργησε ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Παρ’ ότι υπάρχει σχετική ένδεια μελετών που βασίζονται σε μετρήσιμα στοιχεία, μπορεί να υποστηριχθεί πως, παρά τις παθογένειές του και παρά τη λειτουργία του πελατειακού συστήματος, το κράτος λειτουργούσε καλύτερα, παρ’ ότι φτωχότερα, πριν από το 1981.
Εδώ έγκειται και το μεγάλο παράδοξο: όλες οι σχετικές μελέτες δείχνουν πως μετά το 1981 το κράτος βελτιώθηκε ως προς το έμψυχο δυναμικό του και τους πόρους του. Αν συγκρίνει π.χ. κανείς το πανεπιστήμιο του 1981 μ’ αυτό του 2013, θα διαπιστώσει την ύπαρξη ασύγκριτα καλύτερου έμψυχου δυναμικού και υλικοτεχνικής υποδομής σήμερα. Και όμως, το σημερινό πανεπιστήμιο είναι σε αρκετές διαστάσεις του χειρότερο ως προς την εκτέλεση βασικών λειτουργιών σε σχέση με το παλαιό. Παρά την αυξημένη τους κατάρτιση, υπερβολικά πολλοί διδάσκοντες δεν ανταποκρίνονται στο έργο τους, ενώ τα εκατοντάδες νέα και ακριβά κτίρια εξαθλιώθηκαν με μεγάλη ταχύτητα. Τι έφταιξε; Αναμφίβολα, η πλήρης και ολοκληρωτική κομματικοποίηση του κρατικού μηχανισμού που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, διαμέσου ιδίως του κομματικού συνδικαλισμού, όπως έχει δείξει στο κλασικό του έργο «Ομάδες πίεσης και δημοκρατία» ο Γ.Θ. Μαυρογορδάτος. Ετσι εξηγείται το πώς οι βελτιωμένοι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι της τελευταίας τριακονταετίας, αντί να ενισχύσουν το κράτος, το αποσάθρωσαν.
Το αποτέλεσμα το βλέπουμε σήμερα στον καθρέφτη της κρίσης. Και υπογραμμίζω πως το βλέπουμε, ως προς τη διάλυση του κρατικού μηχανισμού, μόνο στην Ελλάδα. Δεν το βλέπουμε ούτε στην Ιρλανδία ούτε στην Ισπανία ούτε και στην Πορτογαλία. Ας διακόψουμε λοιπόν την αναζήτηση των εύκολων άλλοθι την οποία διακινούν πρώτοι και καλύτεροι οι χρεοκοπημένοι διανοούμενοι της Αριστεράς και ας δούμε επιτέλους το πρόβλημα όπως αρμόζει: κατάματα.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

«Σουλεϊμάν», έκτακτο επεισόδιο


Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
Ο τούρκος Πρωθυπουργός είναι έξω φρενών με το σίριαλ για τον Σουλεϊμάν. Θεωρεί ανιστόρητο και γελοίο τον τρόπο που παρουσιάζεται εκεί ο Μεγαλοπρεπής. Πιθανότατα έχει δίκιο. Αλλά δεν πά' να έχει, δεν πά' να θυμώνει. Το σίριαλ συνεχίζεται και το παρακολουθούν παγκοσμίως 150 εκατομμύρια τηλεθεατές, με ιδιαίτερη βουλιμία στην τουρκοφάγο Ελλάδα. Αυτό μας στέλνει και ένα πολιτικό μήνυμα. Οχι όμως εκείνο που βλέπουν οι «ελληνόψυχοι» και βάζουν τις φωνές για κίνδυνο αφελληνισμού από την τουρκική πολιτισμική προπαγάνδα.    
Ας αφήσουμε στην άκρη την κιτσάτη αισθητική του σίριαλ και το αφελές σενάριό του (σιγά μην ενοχλούν τέτοιες λεπτομέρειες το πλατύ κοινό, το αντίθετο μάλιστα). Ας παρακάμψουμε, εδώ, και το γεγονός ότι στην Ελλάδα της Κρίσης και του Μνημονίου εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας προτιμούν να νανουρίζονται με έρωτες στα οθωμανικά χαρέμια παρά να βλέπουν, για παράδειγμα, το εκπληκτικό δανέζικο σίριαλ «Borgen», με την οξυδερκέστατη, αλλά καθόλου ψυχρή ματιά του στις ίντριγκες, τους καταναγκασμούς και τα διλήμματα της σύγχρονης πολιτικής.

Ας τα παραβλέψουμε  αυτά και ας αναρωτηθούμε: Ποια δική μας ιστορική μορφή θα μπορούσαμε - θα τολμούσαμε - να προβάλουμε με τέτοιον «εθνικά ασεβή» τρόπο (όπως λέει ο Ερντογάν για τον τηλεοπτικό Σουλεϊμάν), που να συγκινεί εκατομμύρια ανθρώπους έξω από τη χώρα μας; Τον Μέγα Αλέξανδρο; Μας έχουν προλάβει δεκάδες ξένοι σεναριογράφοι και σκηνοθέτες, που δεν δεσμεύονταν από τα δικά μας εθνικιστικά σύνδρομα και γι' αυτό μπορούσαν να πάρουν όσες ελευθερίες ή να δώσουν όσα ψήγματα αλήθειας ήθελαν. Μήπως τότε κάποιον βυζαντινό αυτοκράτορα, ας πούμε τον Τσιμισκή, που άλλωστε δεν υστερούσε καθόλου από τον Σουλεϊμάν σε ερωτικές επιδόσεις; Μπα. Το Βυζάντιο έχει αποτυπωθεί στη διεθνή συνείδηση, με τη συνέργεια ημών των ιδίων, ως ένας κόσμος εσωστρεφής, μυστικοπαθής και άσαρκος, που το πολύ πολύ να εμπνέει μερικούς εξειδικευμένους λογίους (και τρεις-τέσσερις βαλκάνιους συγγραφείς, που οι αληθινές προθέσεις τους δεν θα μας άρεσαν, αν τις ξέραμε). Επειτα, πόσο θα άντεχε στις υστερικές καταγγελίες και απειλές μια τηλεοπτική σειρά που θα έδειχνε τον ένδοξο Τσιμισκή να συνωμοτεί με την ερωμένη του Θεοφανώ, κοτζάμ αυτοκράτειρα, για να ξεκάνουν τον άνδρα της, τον επίσης ένδοξο, πλην χωριάταρο Νικηφόρο Φωκά, και να του πάρουν τον θρόνο; Το πιθανότερο είναι ότι ούτε καν θα γραφόταν ένα τέτοιο σενάριο.
Γυρίστηκε μια «διεθνών προδιαγραφών» ταινία για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, που μπορεί να γέμισε με εθνική περηφάνια πολλούς Ελληνες, αλλά δεν έκανε καμιά σπουδαία διεθνή καριέρα, αφού η εθνική περηφάνια δεν είναι εξαγώγιμο προϊόν. Γυρίστηκε παλιότερα και μια ταινία για τον Καβάφη, η οποία με τον μουσειακό ακαδημαϊσμό της θα είχε εμπνεύσει στον Αλεξανδρινό μερικά από τα ειρωνικότερα ποιήματά του.

Στην πραγματικότητα, η οργή του Ερντογάν ενισχύει μάλλον παρά σχετικοποιεί το συμπέρασμα που υποβάλλει η σειρά για τον Σουλεϊμάν: οι Τούρκοι έχουν σήμερα χαλαρότερη, ανοιχτότερη στάση απέναντι στην Ιστορία τους και τον εαυτό τους από ό,τι εμείς. Γι' αυτό και μπορούν ευκολότερα να πλασάρουν τέτοια πολιτισμικά προϊόντα (ή υποπροϊόντα) στο εξωτερικό και να έχουν, μέσω αυτών, πολιτισμική διείσδυση σε διεθνή κλίμακα. Η σημερινή Τουρκία δεν είναι πολιτισμικά απομονωμένη. Η σημερινή Ελλάδα είναι.
Η πολιτισμική απομόνωση είναι πάντοτε ο προπομπός της πολιτικής απομόνωσης. Ενα έθνος που δεν μπορεί να γίνει γνωστό έξω από τα σύνορά του ως ζωντανός πολιτισμός, που δεν καταφέρνει να δημιουργήσει ή να ανανεώσει τον δικό του «μύθο» (όχι βέβαια σαν εκείνον που μας έμεινε στα αζήτητα πριν από μερικά χρόνια, όσα και αν ξοδέψαμε για να τον διαφημίσουμε), ένα τέτοιο έθνος δεν αποκτά πρόσωπο στον κόσμο, δεν κερδίζει σε οικειότητα, συμπάθεια και κατανόηση, που, ας μη γελιόμαστε, του είναι απαραίτητες και πολιτικά, αν δεν είναι καμιά μεγάλη δύναμη στη διεθνή σκηνή.
Το σίριαλ «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής» μπορεί να είναι φτηνιάρικο και ιστορικά αναξιόπιστο, αλλά διασκευάζει ένα κομμάτι της τουρκικής Ιστορίας σε παραμύθι ικανό να αγγίξει μάζες ανθρώπων, έστω ενός ορισμένου επιπέδου, που δεν έχουν καμία σχέση με την ίδια την Ιστορία της Τουρκίας. Με τρόπο ασφαλώς πολύ απαιτητικότερο, συγγραφείς λαών συγκρίσιμων με εμάς στο μέγεθος και τη διεθνή ισχύ μετέπλασαν κεφάλαια της δικής τους Ιστορίας σε κάτι μεγαλύτερο, σε αφηγήσεις που μιλούσαν για πανανθρώπινα θέματα και γι' αυτό βρήκαν διεθνή απήχηση. Το έκανε ο Αντριτς με τις ιστορικές περιπέτειες της Σερβίας και της Βοσνίας, ο Σαραμάγκου με την πολιορκία της Λισαβώνας από τους Μαυριτανούς, ο Στσιπιόρσκι με τους διωγμούς των αιρετικών και των μαγισσών στην πολωνική πόλη Αράς τον 15ο αιώνα, ο Ούγκο Κλάους με τη βελγική αποικιοκρατία, ο Φουέντες, ο Γκαρσία Μάρκες, ο Λιόσα με την Ιστορία των χωρών τους της Λατινικής Αμερικής, το έκαναν πολλοί άλλοι.

Εμείς δεν κατορθώνουμε να επεξεργαστούμε σε ανάλογη προοπτική τη δική μας, τόσο μακρά και πολυκύμαντη Ιστορία, τόσο στενά και σε τόσο κομβικά σημεία συνυφασμένη με την παγκόσμια. Δεν το πετυχαίνουμε ούτε σε επίπεδο λαϊκού σίριαλ ούτε σε επίπεδο υψηλής τέχνης. Δεκάδες ιστορικά μυθιστορήματα γράφονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι ζήτημα αν υπάρχει ανάμεσά τους ένα που να μιλάει με τρόπο ικανό να συγκινήσει το διεθνές κοινό ως κάτι που το αφορά άμεσα, είτε από άποψη συναισθημάτων είτε από άποψη στοχασμού. Μιλώντας και γράφοντας σαν να είμαστε ο ομφαλός του κόσμου, γλιστράμε ολοένα περισσότερο προς τα οπίσθιά του. Πολιτισμικά και γι' αυτό αναπόφευκτα, θα το ξαναπώ, πολιτικά.


Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

«Ψιλές» και «χοντρές»




Ο ευκαιριακός λαϊκισμός μάλλον δεν ταιριάζει στη δημόσια «περσόνα» που επιλέγει να επιδεικνύει ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαπρέπει πολύ περισσότερο στη τέχνη της αντικομφορμιστικής ατάκας και της «παρά προσδοκίαν» λακωνικότητας.  Δυσκολεύομαι, πάντως, να ταξινομήσω τη δήλωση που έκανε τις προάλλες, μετά το επεισόδιο σε βάρος του γερμανού προξένου στη συμπρωτεύουσα. Τα διαδραματισθέντα, είπε, ήταν «αναμενόμενα και δικαιολογημένα». Αν το «δικαιολογημένα» δικαιολογεί, εκτός από τη διαμαρτυρία, και τα καταγεγραμμένα καθέκαστά της (όπου ο πρόξενος έμοιαζε  με «πουλημένο» διαιτητή που αντιμετώπιζε χειροπιαστές «ενστάσεις» από τους αδικημένους μετά τη λήξη του ντέρμπι, και όπου ένας μόλις αξιωματικός της αστυνομίας πάσχιζε να κρατήσει τον κ. Λιντς μακριά από τον κ. Ομπερμάιερ), τότε υπάρχει σοβαρό ζήτημα.
Και πρώτα πρώτα, αφού το φιτίλι δεν το άναψε ο πρόξενος αλλά ένας άλλος συμπατριώτης του (που δήλωσε ότι στο αγώνισμα της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως περίπου και στο ποδόσφαιρο, χάνουμε από τους Γερμανούς με 3-1), ο πρόξενος τιμωρήθηκε εναλλακτικά και, κυρίως, ως η πρώτη διαθέσιμη συμβολική ενσάρκωση της συλλογικής γερμανικής ενοχής. Κάποιοι  θα αντιδράσουν με ιερή αγανάκτηση, αλλά αν είμαστε ειλικρινείς πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η «λογική» δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνην που δίνει το δικαίωμα στον ισλαμικό όχλο κάποιας Ινδονησίας να κατασπαράξει τον πρώτο χριστιανό που θα συναντήσει μετά τη γελοιογράφηση του Προφήτη σε δυτικό έντυπο. Και για να γίνουμε πιο επίκαιροι, είναι η ίδια λογική η οποία, στα μάτια του Χρυσαυγίτη, μεγεθύνει τον πρώτο τυχόντα Πακιστανό του Αγίου Παντελεήμονα ως την  επιτομή του μολυσματικού Κακού που απειλεί τα άχραντα και άμωμα του ελληνικού αίματος. Και ο δήμαρχος, σημειωτέον, είναι από τους πιο εμφατικούς εκπροσώπους της άποψης ότι η Χρυσή Αυγή πρέπει να τεθεί εκτός νόμου.
Αλλά στον βαθύ ορίζοντα αυτού του «δικαιολογημένα» διαγράφεται η αντίληψη ότι η οικονομική κρίση θα μπορούσε να δικαιολογήσει, οιονεί εκτάκτως, εκδοχές βίας εναντίον όλων αυτών, ντόπιων και ξένων, που διά πράξεως ή παραλείψεως, θεωρούνται υπεύθυνοι για την πρόκληση και τη συντήρησή της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέκαθεν ελαστικός με τις «κόκκινες γραμμές» του καταστατικού ακτιβισμού του, έχει ραφινάρει την τεχνική της εγγαστρίμυθης δεκτικότητας απέναντι στους ρέκτες της φυσικής παρεκτροπής και επιμένει να νεύει, περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά, προς την ίδια κατεύθυνση και μετά τα εκλογικά ποσοστά που τον έκαναν αξιωματική αντιπολίτευση. Στην ίδια κατεύθυνση, «εμπνευσμένες» παρεμβάσεις τύπου Παναγούλη, από το ίδιο το βήμα του Κοινοβουλίου, μιλούν για  «λιντσάρισμα» όχι για να το εξορκίσουν αλλά μάλλον για να κάνουν πιο δραστική την αυτοεκπληρούμενη προφητεία που έχουν κατά νου. Και πάλι στην ίδια κατεύθυνση, όλο και περισσότεροι μαθαίνουν να αναμηρυκάζουν την πανούργα εκείνη εξίσωση που αθωώνει την ωμή και ακατέργαστη βία ως καθ' όλα νόμιμη άμυνα απέναντι στη βία και την ασέλγεια των μνημονιακών πολιτικών.
Ναι, η οικονομική κρίση με τα παρεπόμενά της είναι μαμή βίας. Αλλά την απάντηση στο πρόβλημα, στο μέτρο που υπάρχει απάντηση, δεν θα αρχίσουμε καν να την υποπτευόμαστε αν δεν κάνουμε τον κόπο να ξεχωρίσουμε την όξυνση των φαινομένων λόγω της οικονομικής συγκυρίας από κακοδαιμονίες και παθολογίες της κοινωνίας μας που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν τη διαδρομή τους ανεξάρτητα και ερήμην της κρίσης. Και για να το πούμε αλλιώς: η καθολική δικαιολόγηση της βίας λόγω εκτάκτων συνθηκών είναι υποκριτική. Γιατί το πρόβλημα (απλό αλλά μόνο σποραδικά ομολογημένο), και ιδιαίτερα όσο ζούσαμε το «προοδευτικό» ψεύτισμα της Μεταπολίτευσης, ρίζωσε και εξελίχθηκε ανάμεσα σε ασκήσεις ευφημισμού και ψευδωνυμίας. Το κανακέψαμε ως «επετειακή πορεία», το παραφράσαμε ως «κατάληψη», το δοξολογήσαμε, και ύστερα το αφήσαμε να κακοφορμίσει, ως «πανεπιστημιακό άσυλο».
Ως έλληνας πολίτης τρομάζω όταν συνειδητοποιώ ότι οι «μελανοχίτωνες» και οι «κεκαρμένοι» του φυλετικού ιδεασμού δεν είναι φιγούρες ιστορικού αρχείου αλλά συγκαιρινές ζωντανές πραγματικότητες που μπορεί να επωάζουν την αφροσύνη τους πίσω από τη διπλανή πόρτα· αλλά ομολογώ ότι το βρίσκω δύσκολο να συμμετάσχω στη χορωδία της έκπληξης και του αποτροπιασμού όταν ο Κασιδιάρης ευαγγελίζεται «κάτι ψιλές» ως μέσο ιδεολογικού φρονηματισμού, όχι μόνο επειδή η συγκεκριμένη έκπληξη δεν είναι και τόσο αυθεντική, όχι μόνο επειδή προϋποθέτει μια διάκριση καλής και κακής βίας αλλά και επειδή ξέρω ότι τη στιγμή που η ακροδεξιά (χειρ) του Κασιδιάρη μελετά «ψιλές», στη Νομική του ΑΠΘ και σε άλλα «καυτά» σημεία της Αριστοτέλειας Χωματερής (αλλά και οπουδήποτε κάποιοι πιστεύουν ότι η γροθιά δεν είναι μόνο για να υψώνεται αλλά και για να χρησιμοποιείται) ασκείται ακόμη, όπως χρόνια και ζαμάνια προ μνημονίου συνέβαινε, ανάλογη χειροπρακτική, και μάλιστα στο πιο «χοντρό»» της.
Η ταπεινή άποψη της επιφυλλίδας είναι ότι, αν δεν πρόκειται για καιρούς όπου η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με εγγόνια, η φυσική βία, ακόμη και όταν είναι αναμενόμενη, δεν πρέπει να είναι δικαιολογημένη. Αλλά, βέβαια, ο καλύτερος τρόπος για να πειστεί κανείς περί αυτού είναι να γίνει ο παραλήπτης της. Υποθέτω ότι συμφωνεί ο κ. δήμαρχος, αλλά είμαι σίγουρος ότι συμφωνεί η κυρία Λιάνα Κανέλλη.

O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Το αυγό ή τα αυγά του φιδιού;

Ακούμε να λέγεται τόσο επίμονα και νευρικά ότι δεν είναι φασίστες το 13%-15% των Ελλήνων που δηλώνουν αποφασισμένοι να ψηφίσουν Χρυσή Αυγή, ή το 7% που πράγματι την ψήφισαν πριν από λίγους μήνες, ώστε αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν ξόρκι, μια μαγική επίκληση για να διασκεδαστεί ένας βαθύτερος, ανομολόγητος φόβος: μήπως τελικά αυτό το σκοτεινό ρεύμα είναι κάτι περισσότερο από γέννημα της οικονομικής κρίσης, της αποσύνθεσης του πολιτικού συστήματος και του τρόμου μπροστά στην εγκληματικότητα των λαθρομεταναστών;

 Δεν ήταν φασίστες, αν το πάρουμε έτσι, ούτε το 44% των Γερμανών που ψήφισαν τον Χίτλερ το 1933. Απλώς μισούσαν τους κακομούτσουνους εβραίους «πλουτοκράτες», σιχαίνονταν τους μαυριδερούς τσιγγάνους, βδελύσσονταν και έτρεμαν τους «μογγόλους» μπολσεβίκους, αισθάνονταν αδικημένοι και ταπεινωμένοι από τους ισχυρούς της διεθνούς πολιτικής. Δεν ήταν φασίστες, έλπιζαν όμως πως ο φασισμός θα τους απάλλασσε από όλους αυτούς, μαζί και από τη δημοκρατία που τους ανεχόταν ή τους κανάκευε.

Τον γερμανικό φασισμό τον έθρεψαν οι Βερσαλλίες και το οικονομικό χάος της επιθανάτιας αγωνίας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αλλά δεν τον γέννησαν. Η Χρυσή Αυγή θέριεψε στο έδαφος που της πρόσφεραν οι συνθήκες της τελευταίας τριετίας. Αλλά οι ρίζες της διεισδύουν βαθύτερα στο εθνικό φαντασιακό μας από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.

Σχεδόν παντού στην Ευρώπη βρίσκονται σήμερα σε έξαρση ακροδεξιά κινήματα. Η Ελλάδα είναι όμως η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου ένα όχι απλώς ακροδεξιό αλλά απροκάλυπτα ναζιστικό κόμμα έχει τόσο μαζική αποδοχή. Ενώ αλλού η ακροδεξιά ρητορική εστιάζει, μάλλον αμυντικά, στην προστασία της εθνικής κουλτούρας από την πολιτισμική «διάβρωση» που συνοδεύει την παγκοσμιοποίηση, σ' εμάς μιλάει ανενδοίαστα για καθαρότητα της ελληνικής φυλής, λευκή ανωτερότητα και υπανθρώπους. Πουθενά αλλού ένα κόμμα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση δεν στρέφεται ανοιχτά κατά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και δεν ασκεί ωμή βία, καταπατώντας κάθε έννοια νομιμότητας υπό τα χειροκροτήματα πλήθους «φιλήσυχων» και «νομοταγών» πολιτών.

Πολλοί ξένοι απορούν πώς είναι δυνατό να έχει τόση απήχηση ένα τέτοιο κόμμα σε μια χώρα που υπέφερε τα πάνδεινα από τον ναζισμό, αλλά και του αντιστάθηκε ηρωικά. Αγνοούν ότι για πολλούς Ελληνες ο εχθρός δεν ήταν ακριβώς ο ναζισμός αλλά ο ούννος κατακτητής (άσε που για μια όχι ευκαταφρόνητη μερίδα έφταιγαν για τις θηριωδίες του οι αντάρτες, με τις «προκλήσεις» τους). Στην πραγματικότητα υπάρχουν στην επίσημη παιδεία μας, αλλά και στις λαϊκές αντιλήψεις, πολλά στοιχεία που φέρνουν ανησυχητικά προς τη φαιά ιδεολογία, στοιχεία από εκείνα που οι πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν «προφασιστικά».

Και ο πιο πιστός ψηφοφόρος του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία δεν νοιάζεται για το αν το σόι του κρατάει από τον Βερκιγγετόριξ. Και ο πιο φανατικός οπαδός του ουγγρικού Γιόμπικ δεν φαντασιώνεται πως στις φλέβες του ρέει ανόθευτο το αίμα του φύλαρχου Αρπαντ. Αλλά αποτελούν μειοψηφία οι Ελληνες που δεν πιστεύουν πως κατάγονται αναντάν μπαμπαντάν από τον Μιλτιάδη και τον Περικλή. Ο μύθος της φυλετικής καθαρότητας του ελληνικού έθνους δεν είναι επινόηση της Χρυσής Αυγής. Είναι βασικό συστατικό του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος ανέκαθεν αναζητούσε βιολογικά ερείσματα. Απειρες οι «επιστημονικές» πραγματείες που γράφτηκαν και γράφονται για να αποδείξουν ότι ακόμη και οι αλλόγλωσσες ή αλλόθρησκες εθνοτικές ομάδες που ζουν στον ελλαδικό χώρο είναι «φυλετικά» γνήσια ελληνικές. Ακόμη και φωτισμένοι έλληνες συγγραφείς και ποιητές αποκαλούσαν μέχρι πριν από τέσσερις-πέντε δεκαετίες το έθνος τους «φυλή» - μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια λογοτεχνία!  

Από τότε που δεν μπορούμε πια να ισχυριζόμαστε, γιατί η πραγματικότητα μας διέψευσε εκκωφαντικά, ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε είναι δυνατό να υπάρξει ρατσισμός προτάσσουμε ένα άλλο μύθευμα: ότι στην Ελλάδα δεν ρίζωσε ποτέ ο αντισημιτισμός. Ολοι οι ιστορικοί γνωρίζουν ότι πρόκειται για ψέμα, άλλο αν δεν το λένε ανοιχτά. Δεν είναι όμως μόνο ζήτημα Ιστορίας. Σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με εξαίρεση την Ουγγαρία, ο αντισημιτισμός δεν είναι σήμερα τόσο διάχυτος στα λαϊκά στρώματα όσο στην Ελλάδα. Είναι απίθανο να κάνεις μια βόλτα στην πόλη περνώντας από ψιλικατζίδικα, καφενεία, μανάβικα, μπακάλικα, χασάπικα, καφεκοπτεία, εστιατόρια χωρίς να ακούσεις τουλάχιστον ένα λογύδριο για τον σατανικό ρόλο των Εβραίων παντού και διαχρονικά. Πουθενά αλλού στον κόσμο, εκτός σε μερικές μουσουλμανικές χώρες, δεν υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που πιστεύουν ακόμη ότι τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» είναι αυθεντικό ντοκουμέντο.

Ενα χαρακτηριστικό γνώρισμα των φασιστοειδών μορφών εθνικισμού είναι το ιδεολόγημα του αιώνια αδικημένου και προδομένου έθνους, που το επιβουλεύονται γείτονες κατώτεροι φυλετικά και πολιτισμικά, αλλά στηριγμένοι στις πλάτες σκοτεινών δυνάμεων. Είναι φασιστοειδές ιδεολόγημα όχι μόνο για τις ρατσιστικές πτυχές του αλλά, προπαντός, επειδή η ιδέα ότι το έθνος περιζώνεται και απειλείται διαρκώς από εχθρικούς λαούς συνεπάγεται μια μόνιμη κατάσταση πολιορκίας, όπου είναι επιβεβλημένα όλα τα «έκτακτα» μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Η δημοκρατία, γι' αυτή την αντίληψη, είναι πολυτέλεια και μάλιστα οδηγεί στον συβαριτισμό, οπότε πρέπει να βρίσκεται πάντοτε υπό αναστολή. Εδώ δεν χρειάζονται επεξηγήσεις. Ολοι ξέρουμε ότι η περιγραφή αυτή ταιριάζει γάντι στην αυτοεικόνα μας ως έθνους που έδωσε τα φώτα στην οικουμένη, αλλά αντί για ευγνωμοσύνη εισπράττει από παντού αχαριστία, φθόνο και δόλιες συνωμοσίες κατά των συμφερόντων του και της ίδιας της ύπαρξής του, με μοχλό βάρβαρους γείτονες.

Εκπλήσσονται πολλοί για την έλξη που ασκεί η Χρυσή Αυγή ιδιαίτερα σε νέους. Κακώς εκπλήσσονται. Οχι μόνον επειδή η «εθνικά ορθή» παιδεία που παρέχεται στα σχολεία μας είναι σαν λεκιθίνη στο αυγό του φιδιού αλλά και επειδή η εναλλακτική «πολιτικά ορθή» διαπαιδαγώγηση από κάποιους δάσκαλους και παιδαγωγούς επιχειρείται με τρόπο που δεν μπορεί ν' αγγίξει τις ψυχές των νέων, τρέπει μάλιστα πολλούς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό ας το αφήσουμε όμως για μια άλλη φορά.    

Οι εντροπικοί ηγέτες της ντροπής



Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*
Η παρακμή ενός θεσμού είναι μια κλιμακούμενη διαδικασία. Αρχικά ο θεσμός παρέχει ανεπαρκώς τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει σχεδιασθεί (π.χ. η βραδυδικία του δικαιοδοτικού συστήματος). Μια πιο προχωρημένη μορφή παρακμής είναι η αυτο-αναφορικότητα: ο θεσμός προκρίνει τα συμφέροντα των μελών του από τις κοινωνικές ανάγκες (π.χ. προκλητικά βουλευτικά προνόμια). Τέλος, η παρακμή κορυφώνεται όταν ο θεσμός περιέρχεται σε κατάσταση αποδόμησης, είτε εξαιτίας φατριαστικών αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό του (βλέπε ΣΔΟΕ), είτε εξαιτίας πνιγηρής στασιμότητας.
Ο ακαδημαϊκός κ. Ρούσσος περιέγραψε παραστατικά τις διαδικασίες αποδόμησης που λαμβάνουν χώρα στο περιβάλλον στασιμότητας ενός έλους. «Στο έλος συντελείται δομική διαστρέβλωση των έμβιων διεργασιών», γράφει. «Ατέρμονες ζυμώσεις λαμβάνουν χώρα. Αναρίθμητοι μικρο-οργανισμοί [...] πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα συντηρώντας το έλος στο διηνεκές. Δεν έχουν να χαρίσουν προϊόντα, να δομήσουν. Μόνο αποδομούν. Τα παραπροϊόντα της ύπαρξής τους βάζουν την αναγνωριστική σφραγίδα στο έλος. Το έλος το οσφραίνεσαι, οσφραίνεσαι τη βρωμιά, τη δυσοσμία» («Κ», 19/8/2012).
Δεν ξέρω αν ο κ. Ρούσσος φανταζόταν ποτέ ότι η μεταφορική περιγραφή της στασιμότητας των ελλαδικών πανεπιστημίων θα αποκτούσε στοιχεία κυριολεξίας. Κι όμως συνέβη! Η απόλυτη παρακμή των ΑΕΙ δεν φαίνεται μόνο στις τεράστιες δυσκολίες τους να οργανώσουν εκλογές για τα Συμβούλια Διοίκησης, αλλά, πιο απτά, αποτυπώνεται στους τόνους σκουπιδιών που παρέλυσαν επί δυόμισι μήνες τη λειτουργία του ΑΠΘ.
Οταν ένας οργανισμός ασχολείται περισσότερο με τις διαδικασίες του και λιγότερο με τα αγαθά που προσφέρει ή, ακόμη χειρότερα, όταν τα παραπροϊόντα της λειτουργίας του υποκαθιστούν τις υπηρεσίες που θα έπρεπε να παράγει, τότε μιλάμε για πλήρη αποδόμηση.
Ο δημόσιος χώρος είναι, πρωτίστως, χώρος φυσικής συν-παρουσίας. Στα πανεπιστήμιά μας, όμως, η φυσική επικοινωνία είναι, συχνά, αδύνατη. Οταν ο δημόσιος χώρος έχει αλωθεί από τρομοκρατικές μειονότητες και ο «κοινός λόγος» έχει διαλυθεί, οι συμμετέχοντες μετατρέπονται σε «ιδιωτικά» άτομα - σε χομπσιανά υποκείμενα που αποσκοπούν στην εξουσιαστική κατίσχυση. Τότε ο δημόσιος χώρος δεν συνιστά χώρο συν-παρουσίας, αλλά πολεμική αρένα. Πεδίο αναφοράς των ιδιωτικών ατόμων δεν είναι οι κοινές αξίες του θεσμού, αλλά η εγωτική ύπαρξη των ιδίων ή της φατρίας τους. Η απαξίωση του δημόσιου χώρου συμβολίζει την απαξίωση του θεσμού: τα σκουπίδια απεικονίζουν υλικά τη «σαπίλα» που έχει ήδη διαβρώσει τον θεσμό. Η αποσύνθεση των σκουπιδιών κοινοποιεί την αποσύνθεση του θεσμού που τα παράγει.
«Αυτό που έχει αποτύχει πλήρως στην Ελλάδα είναι η ίδια η πολιτική ελίτ», παρατήρησε εύστοχα ο κ. Σόιμπλε. Η χώρα κατάντησε «σκουπίδι» (θυμηθείτε τα ομόλογα-«σκουπίδια» του χρεοκοπημένου μας κράτους) γιατί οι θεσμοί της απαξιώθηκαν, πρωτίστως από τους εντροπικούς ηγέτες της - ηγετικές ελίτ βαθιά ιδιοτελείς, μωροφιλόδοξες, ανίκανες, κι όχι σπάνια διεφθαρμένες.
Δείτε το ΑΠΘ. Για πάνω από εβδομήντα μέρες ο κ. Μυλόπουλος, ο πρύτανης του ΑΠΘ, συμπεριφερόταν ως παρατηρητής! Το γραφείο του ήταν κατειλημμένο από τραμπούκους απεργούς, το πανεπιστήμιο πλημμύριζε από σκουπίδια, αλλά ο δήθεν πρύτανης δεν πήρε καμία πρωτοβουλία για να αποκατασταθεί η στοιχειώδης ευρυθμία. Μετά δύο μήνες, μπήκε στον κόπο να προσθέσει την υπογραφή του σε ένα κείμενο μερικών δεκάδων συναδέλφων του που ζητούσαν την παρέμβαση του εισαγγελέα. Κι όταν ο εισαγγελέας παρενέβη, τι έκανε ο κ. Μυλόπουλος; Διαμαρτυρήθηκε για τη σύλληψη των καταληψιών! Τι στάση κράτησε η Σύνοδος των δήθεν Πρυτάνεων; Ζήτησε συμπαράσταση, διότι, λέει, οι πρυτανικές Αρχές «στοχοποιούνται» και «λειτουργούν υπό τη δαμόκλειο σπάθη της εισαγγελικής παρέμβασης»! Ναι, τέτοιου έρματος και αναστήματος ηγέτες διοικούν τα πανεπιστήμια!
Η χώρα κατάντησε το «σκουπίδι» της Ευρώπης επειδή οι θεσμοί της συστηματικά διοικούνται από εντροπικούς ηγέτες: μικρούς, ακατάλληλους ανθρώπους που όχι μόνο δεν επιλύουν προβλήματα, αλλά προσθέτουν αφειδώς «αταξία» (εντροπία) στους θεσμούς. Η κύρια έγνοια των εντροπικών ηγετών δεν είναι η προαγωγή των αξιών που εγγενώς διέπουν τη λειτουργία του θεσμού, αλλά η ικανοποίηση ιδιοτελών συμφερόντων, ναρκισσιστικών φαντασιώσεων, ή και των δύο. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον ανεπτυγμένο κόσμο, η ηγετική φιλοδοξία τους δεν εκπληρώνεται προσθέτοντας αξία στους θεσμούς που διοικούν («κερδίζω-κερδίζεις»), αλλά εξαντλείται με την κατάληψη όπως όπως του ηγετικού θώκου και την εγωπαθή απόλαυση της εξουσίας. Οι εντροπικοί ηγέτες αναδεικνύονται μέσα σε ένα πλαίσιο ιστορικά εμπεδωμένων, παρακμιακών αξιών: κομματοκρατίας, πελατειακών σχέσεων, φατριασμού, διαπλοκής, ανομίας, ισχνών θεσμικών αντιβάρων, έλλειψης εμπιστοσύνης, ανευθυνότητας και σατραπικής εξουσιαστικής συμπεριφοράς. Από ένα τέτοιο πλαίσιο ηγετίσκοι τύπου Μυλόπουλου αντλούν το λεξιλόγιό τους, τα κίνητρά τους, τις μεθόδους τους. Είναι άραγε εφικτή η ανάδειξη άλλου τύπου ηγετών σε ένα τέτοιο παρακμιακό πλαίσιο; Ομολογώ ότι δεν έχω την απάντηση.
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Η κάθε άλλο παρά θλιβερή άλγεβρα της επαναγοράς

Η κάθε άλλο παρά θλιβερή άλγεβρα της επαναγοράς

10/12/2012
Με τίτλο Η Θλιβερή Άλγεβρα της Επαναγοράς, ο κ. Γιάνης Βαρουφάκης (ΓΒ εφεξής) καταθέτει την ανάλυσή του για την επαναγορά του χρέους εδώ. Η ανάλυση περιέχει λάθη και ακροβατισμούς με εμφανή στόχο την επιβεβαίωση των απόψεών του – δυστυχώς αντίθετα με την πραγματικότητα.

Οι ακροβατισμοί

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

1. Ο ΓΒ θέλει να υποστηρίξει ότι η δημόσια προσφορά του ΟΔΔΗΧ για επαναγορά χρέους θα αποτύχει, συμπαρασύροντας το σύνολο του πλάνου του Eurogroup της 27/11, διότι ενώ αποβλέπει σε διαγραφή χρέους €31 δισ εμείς θα επιτύχουμε διαγραφή περίπου €19 δισ με αποτέλεσμα - κατά τον ΓΒ πάντα - να αναζητούμε και πάλι τα €10 δισ της διαφοράς για να επιτευχθεί ο στόχος. Κάνει όμως λάθος. Η απόφαση του Eurogroup της 27/11 επιδιώκει την απόσυρση χρέους περίπου €31 δισ έναντι ρευστού €10 δισ (που θα δανείσει ο EFSF), ώστε να επιτευχθεί καθαρή μείωση χρέους €21 δισ.  Το Eurogroup δηλαδή προβλέπει εξ αρχής μείωση περίπου €21 δισ,  μέσω «υποβοηθούμενης» απόσυρσης €31 δισ. Ο ΓΒ, στους υπολογισμούς του, για να υποστηρίξει τη θέση του ξεχνά το «βοήθημα» των €10 δισ του EFSF. Με θλιβερή δημιουργική λογιστική, το θλιβερό της άλγεβρας είναι εξασφαλισμένο! Η αλήθεια πού είναι;

2. Ο ΓΒ χαρακτηρίζει κούρεμα των ελληνικών τραπεζών τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα επαναγοράς. Σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (IAS 39), οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να εγγράψουν τον Μάρτιο τα νέα ομόλογα (μετά PSI) με τιμή κτήσης την τιμή στο χρηματιστηριακό ταμπλώ, δηλαδή στο 20%-25% της ονομαστικής αξίας. Τα ομόλογα των ελληνικών τραπεζών, συνολικής ονομαστικής αξίας €15 δισ είναι εγγεγραμένα στα βιβλία τους με συνολική αξία περίπου €3.5 δισ. Με αυτήν την αξία έχουν υπολογισθεί οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης. Με τη συμμετοχή στο πρόγραμμα επαναγοράς οι τράπεζες, εάν συμμετάσχουν με το σύνολο των ομολόγων τους, θα διαγράψουν μονοκονδυλιά από τα βιβλία τους χαρτιά αξίας περίπου €3.5 δισ και θα βάλουν στο ταμείο περίπου €5.25 δισ. Η υπεραξία των €1.75 δισ κάθε άλλο παρά κούρεμα είναι. Ο ΓΒ επιμένει στον χαρακτηρισμό του κουρέματος με τον ισχυρισμό «διαγράφουν μονοκονδυλιά €14 δισ από τα βιβλία τους», ο οποίος δεν προκύπτει από πουθενά.

3. Ο ΓΒ υφαίνει ένα καμβά περί τα hedge funds που πάλι πιάνουν Κώτσους τους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Αν κάποιοι πιάστηκαν Κώτσοι εν προκειμένω είναι αυτοί που πουλούσαν το καλοκαίρι στο 14% της ονομαστικής αξίας. Ισχυρίζεται πως τα hedge funds κατέχουν €45 δισ (από τα €66 δισ ελληνικών ομολόγων σε χέρια ιδιωτών - €62 δισ του PSI και €4 δισ παλαιών ομολόγων που αρνήθηκαν συμμετοχή τον Απρίλη). Όλοι, πλην των ελληνικών φορέων,  είναι συλλήβδην τζογαδόροι των hedge funds! Οι διακυμάνσεις τιμών των ελληνικών ομολόγων από τον Απρίλη έγιναν με ελάχιστους όγκους συναλλαγών. Οι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ως απόλυτο μέγιστο των νέων τοποθετήσεων των hedge funds τα €4.5 δισ. Μαζί με τα ομόλογα που κατείχαν με την ολοκλήρωση του PSI, το σύνολο των ελληνικών ομολόγων που κατέχουν είναι περίπου €20 δισ και όχι τα €45 δισ του ΓΒ. Τα υπόλοιπα είναι στα χέρια παλαιών ομολογιούχων, ευρωτράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ασφαλιστικά ταμεία, κλπ. Κάποιοι απ’ αυτούς έχουν κίνητρο συμμετοχής, άλλοι ενδιαφέρονται για μελλοντικά οφέλη. Για τους περισσότερους το πρόγραμμα επαναγοράς είναι μια ευκαιρία διόρθωσης της ζημίας του PSI –  που ταυτόχρονα μειώνει το βουνό του ελληνικού χρέους. Η αυθαιρεσία των «hedge funds που κατέχουν €45 δισ» εξυπηρετεί διπλά το σενάριο ΓΒ: (α) η επιτυχία του προγράμματος επαναγοράς εναπόκειται στις ορέξεις των τζογαδόρων, (β) η Ευρωζώνη είναι μια παρέα κορόιδων που ταΐζουν τα κοράκια των αγορών. Αμφότερα μακράν της αλήθειας!  Προφανώς υπάρχουν και οι τζογαδόροι. Πήραν ρίσκο αγοράζοντας παλιόχαρτα όταν όλοι προεξοφλούσαν την έξοδο από το ευρώ και τώρα θα κάνουν πάρτυ γιατί τους βγήκε το στοίχημα – μικρό πάρτυ όμως. Άλλοι τζογαδόροι που πήραν το ανάποδο στοίχημα έχασαν μια θάλασσα χρημάτων και κάνουν μνημόσυνα!
Τι πραγματικά σημαίνει η επαναγορά
Αυτό που δεν αναφέρεται είναι το προφανές: όσο λίγο κι αν είναι το χρέος που θα αποσυρθεί, το όφελος θα είναι πολλαπλάσιο για τους Έλληνες πολίτες. Δεν είναι μόνον η μείωση του δείκτη χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ας δούμε τι πραγματικά σημαίνει επαναγορά του χρέους.

Για την εξυπηρέτηση ομολόγων PSI ονομαστικής αξίας €1 δισ απαιτείται μέχρι το 2016 καταβολή τόκων €20 εκατ ετησίως. Από το 2016 το επιτόκιο αυξάνεται από το σημερινό 2% σε 4.6% τελικά μετά το 2020 – δηλαδή μετά το 2020 θα απαιτείται καταβολή ετήσιων τόκων €46 εκατ. Με την επαναγορά, η Ελλάδα σβήνει το €1 δισ χρέους προς ιδιώτες και αναλαμβάνει χρέος €350 εκατ εναντι του EFSF. Η εξυπηρέτηση αυτού του χρέους απαιτεί καταβολή τόκων μόλις €2.5 εκατ ετησίως! Σύμφωνα μάλιστα με την απόφαση του Eurogroup, οι καταβολές των τόκων δανείων του EFSF αναστέλλονται επί μια δεκαετία. Μετά δε το πέρας της περιόδου αναστολής καταβολής τόκων θα βρούμε μπροστά μας νέο (συσσωρευμένο) χρέος λιγότερο από ενός έτους τόκους χωρίς την απόσυρση! Από την οπτική της διαχείρισης των δημοσιονομικών, η επαναγορά χρέους έπρεπε να γίνει οπωσδήποτε και σε όποια έκταση θα ήταν δυνατή!

Η έκταση επαναγοράς καθορίζεται από τα εκτιμώμενα σημεία ισορροπίας τιμών: όσο μεγαλύτερο είναι το χρέος του οποίου επιχειρείται η επαναγορά, τόσο θα ανεβαίνει το κόστος. Υπάρχει και η επιθυμία να απομείνει ικανό μέγεθος χρέους υπό διαπραγμάτευση στις αγορές ώστε να καταγράφονται οι αποδόσεις ομολόγων και να διευκολυνθεί η μελλοντική έξοδος της χώρας για πρωτογενή δανεισμό. Είναι προφανές πως ο καλύτερος τρόπος επαναγοράς χρέους είναι να γίνεται σιγά-σιγά, μυστικά, από «φίλιες δυνάμεις» που θα λειτουργούν ως πονηρές χρηματιστηριακές εταιρείες. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, καλώς ή κακώς, υπό την αιγίδα της Ευρωζώνης – οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν είναι για να παίζονται παιγνίδια στα χρηματιστήρια.

Άλλο παράπλευρο όφελος της επαναγοράς χρέους είναι η αύξηση της ρευστότητας των Ταμείων κατά τουλάχιστον €700 εκατ (κατέχουν ομόλογα ονομαστικής αξίας περίπου €7 δισ και δεν συμμετέχουν στην επαναγορά).
Όσο και εάν ηχεί παράδοξο, η ενδεχόμενη απροθυμία συμμετοχής ξένων ομολογιούχων στο πρόγραμμα επαναγοράς χρέους, μόνον ως ψήφος εμπιστοσύνης για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μπορεί να εκληφθεί. Με την εξαίρεση κάποιων τζογαδόρων που στοιχηματίζουν σε σενάρια νέου PSI σε ένα με ενάμισι χρόνο, όλοι οι υπόλοιποι αναμένουν να αποκομίσουν περισσότερα από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων. Το ίδιο ισχύει και για τις ελληνικές τράπεζες.

Επαναγορά, τράπεζες και ανακεφαλαιοποίηση

Έχει δίκιο ο ΓΒ όταν ισχυρίζεται πως η συμμετοχή στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων είναι (ακριβέστερα, ήταν με τους αρχικούς όρους) αντίθετη προς το συμφέρον των ελληνικών τραπεζών – όχι όμως για τον λόγο που αναφέρει ο ίδιος, δηλαδή για το φανταστικό κούρεμα των €14 δισ! Τα ομόλογα, για όποιον σκέφτεται να πάρει το στοίχημα Ελλάδα, είναι περιουσιακό στοιχείο μεγάλης αξίας. Όποιος πιστεύει πως στα επόμενα 5 έως 8 χρόνια η Ελλάδα θα καταφέρει να ξαναβγεί στις αγορές (άρα το χρέος της να  υπόκειται σε διαπραγμάτευση κοντά στις ονομαστικές αξίες) το χαρτοφυλάκιο των ομολόγων ονομαστικής αξίας €15 δισ και «λογιστικής» αξίας €3.5 δισ, περιέχει μια δυνητική υπεραξία πάνω από €10 δισ. Αυτή η δυνητική υπεραξία ήταν ένα καρότο για τη συμμετοχή ιδιωτών στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών εν όψει ανακεφαλαιοποίησης. Η πλήρης συμμετοχή των τραπεζών στο πρόγραμμα επαναγοράς, απεμπολεί αυτή την δυνητική υπεραξία οπότε δεν συνέφερε τις τράπεζες. Όμως, για να διασφαλίσει την επιτυχία του προγράμματος επαναγοράς, αλλά και της ανακεφαλαιοποίησης, το ελληνικό δημόσιο (α) παρέσχε φορολογικό-λογιστικό κίνητρο (διευθέτηση «αναβαλλόμενου» φόρου) με το οποίο μειώνονται οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης κατά περίπου €4 δισ και (β) αύξησε την τιμή επαναγοράς (σε σχέση με την πρόβλεψη του Eurogroup). Με τις δύο αυτές κινήσεις, οι ελληνικές τράπεζες «κλειδώνουν» από τώρα περίπου το 60% της δυνητικής υπεραξίας και έχουν επαρκές κίνητρο συμμετοχής.

Ο ΓΒ επιλέγει μια απλουστευτική - και λανθασμένη - περιγραφή της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης, με τους φραγκοφονιάδες λογιστές του Σόιμπλε να κάνουν τους υπολογισμούς και επειδή δήθεν δεν τους βγαίνουν τα νούμερα να θέλουν κάποια βοήθεια από ιδιώτες.
Πρέπει επί τέλους να γίνει κατανοητό πως οι ιδιώτες με κίνητρο είναι απαραίτητοι ώστε να μπορέσει να γίνει με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα η επανιδιωτικοποίηση των τραπεζών σε τρία με πέντε χρόνια, ώστε το μακροπρόθεσμο χρέος που επωμίζονται οι φορολογούμενοι να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο. Πολύ περισσότερο, είναι ανάγκη να προσφερθεί κίνητρο συμμετοχής στην ανακεφαλαιοποίηση, διαφορετικά η οικονομία κινδυνεύει να τιναχθεί στον αέρα. Η σύνοδος κορυφής της 27/10/2011 ρητώς αναφέρει την ανάγκη συνεργασίας κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και τραπεζών, ώστε να αποφευχθεί η ευρεία αναδιάρθρωση ενεργητικού με άντληση ρευστότητας από την οικονομία. Τι θα πει αυτό; Να μη χρειασθεί ελληνική τράπεζα να πωλήσει τη θυγατρική της στην Πολωνία (έγινε αυτό) ή στην Τουρκία (όχι ακόμη) ή στις βαλκανικές χώρες, να μη κουρέψει «υβριδικά προϊόντα» που είχαν πουληθεί ως συμπληρώματα σύνταξης (έγινε κι αυτό από κάποιες τράπεζες), να μην αφαιρεί ρευστότητα από την ήδη ασφυκτιώσα οικονομία. Αυτά και άλλα πολλά, που θα είχαν ήδη διαλύσει ό,τι έχει απομείνει από την οικονομία μας, ήθελε και θέλει να αποφύγει η Ευρωζώνη. Τους ιδιώτες τους χρειάζονται οι φορολογούμενοι και η οικονομία μας – όχι απλώς να τσοντάρουν το 10% που υποτίθεται πως τσιγκουνεύονται οι λογιστές του Σόιμπλε.

Αντ’ αυτού, ο ΓΒ επιμένει στο ξύλινο σχήμα των «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες πεθαμένων τραπεζών» – αλλού είχε αναφέρει πως μπορούμε να προχωρήσουμε και χωρίς ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος! Αναμφίβολα η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και το πρόγραμμα επαναγοράς αλληλεπιδρούν (δείτε εδώ). Αντίθετα με τους ισχυρισμούς ΓΒ ότι οι τράπεζες σπρώχνονται στον γκρεμό με το αστήρικτο δήθεν κούρεμα των €14 δισ, το πρόγραμμα επαναγοράς βοηθά και στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Ο κ. Στουρνάρας και οι επιτελείς του σχεδίασαν και προσέφεραν στους ομολογιούχους ένα πρόγραμμα επαναγοράς χρέους το οποίο αναμφίβολα ωφελεί πολλαπλώς την Ελλάδα. Εάν η επιτυχία του, ώστε να ικανοποιηθούν και οι απαιτήσεις του ΔΝΤ, καταλήξει σε πλήρη συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών, αυτές θα έχουν απεμπολήσει μελλοντικό όφελος, όμως στο τραπέζι έχει βρεθεί σχεδόν από το πουθενά ένα πακέτο περίπου €6 δισ (υπεραξία και «αναβαλλόμενος» φόρος) πέραν των προβλέψεων της ανακεφαλαιοποίησης. Το στοίχημα και ο αγώνας δεν είναι ποιός θα φωνάξει πιο δυνατά τα αντικεφαλαιοκρατικά του συνθήματα, αλλά το πόσα ιδιωτικά κεφάλαια μπορεί αυτό το πακέτο να προσελκύσει και το πού θα χρησιμοποιηθούν: (α) ως πρόσθετη ρευστότητα για να κινηθούν τα ακούνητα, (β) για την μείωση των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης, (γ) για την επαναγορά των τραπεζών από τους ιδιώτες μετόχους, (δ) κάτι ανάμεσα σ’ αυτα;

Υστερόγραφο
Τελικά η επαναγορά του χρέους μου φέρνει στο μυαλό τον ΓΑΠ: έψαχνε τόσα χρόνια να βρει μια win-win situation κι όταν βρέθηκε αυτή με το πρόγραμμα επαναγοράς αυτός δεν ήταν εδώ να τη χαρεί. Κρίμα που δεν τη βλέπει κι ο ΓΒ.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Ο μύθος της επικείμενης ανάπτυξης




 Ενώ η χώρα σύρεται ως θλιβερός επαίτης από δόση σε δόση και από ταπείνωση σε ταπείνωση, η πολιτική ελίτ εξακολουθεί μονότονα και εκνευριστικά να επαίρεται ότι μας έσωσε. Φυσικά, το έπος των τροϊκανών θα ήταν απλώς μία κακόγουστη οπερέτα, ένα έργο νοσηρών οικονομικών εγκεφάλων, αν δεν οδηγούσε στη φτώχεια και στην εξαθλίωση το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται ίσως για την πιο μαύρη σελίδα στην ιστορία της διεθνούς οικονομικής πολιτικής. Παραπέμπει ευθέως στη Μεγάλη Υφεση της αμερικανικής οικονομίας την τετραετία 1929 - 1933, με την οποία άλλωστε έχει ένα βασικό κοινό γνώρισμα: είναι προϊόν εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής. Πράγματι, αν η Μεγάλη Υφεση του Μεσοπολέμου προκλήθηκε από την κακή νομισματική πολιτική της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας (Μίλτον Φρίντμαν), η Μεγάλη Υφεση της ελληνικής οικονομίας είναι αποτέλεσμα της λανθασμένης νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, αλλά και της κτηνώδους δημοσιονομικής πολιτικής της τρόικας.
Μήπως όμως υπερβάλλουμε; Μήπως διεκτραγωδούμε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα την όλη κατάσταση; Κάθε άλλο. Είναι μία από τις λιγοστές εκείνες φορές που τα γεγονότα και οι αριθμοί μιλάνε μόνα τους. Ο απολογισμός του προγράμματος προσαρμογής είναι συντριπτικός. Μπορεί όλες οι άλλες χώρες του πλανήτη να απέφυγαν το μοιραίο, δηλαδή τη Μεγάλη Υφεση, όχι όμως και η Ελλάδα. Η ατέρμονη λιτότητα, με τις πρωτοφανείς περικοπές στις μισθολογικές και κοινωνικές δαπάνες σε μια οικονομία που στηριζόταν στην εσωτερική αγορά, βύθισε τη χώρα σε τρομακτική ύφεση (αγγίζει σωρευτικά το 23% του ΑΕΠ) και πρωτοφανή ανεργία (πάνω από 25%, υπερτριπλάσια από την αρχή της κρίσης). Ολα αυτά έγιναν για να μειωθεί το χρέος. Αλλά, ω του θαύματος, το χρέος σχεδόν διπλασιάστηκε (από 110% του ΑΕΠ λίγο πριν από την κρίση σε 190% σήμερα, χωρίς το PSI). Και έπεται συνέχεια, αφού η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Ποτέ στα χρονικά - σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου - οικονομική πολιτική δεν προκάλεσε τόσο καταστρεπτικά αποτελέσματα σε τόσο λίγο διάστημα. Για να θεραπεύσουν τον δημοσιονομικό πονόδοντο αποκεφάλισαν την οικονομία και υπερηφανεύονται για το μακάβριο αυτό μεταρρυθμιστικό επίτευγμα.
Τώρα όμως τέλειωσαν όλα αυτά, μας λένε. Είναι ώρα για ανάπτυξη. Η επόμενη δόση των 34 δισ. ευρώ θα ενισχύσει τη ρευστότητα των τραπεζών και θα επιτρέψει στο Δημόσιο να εξοφλήσει τα χρέη του προς τους ιδιώτες. Ετσι, «θα πέσει χρήμα στην αγορά» και θα αρχίσει η ανάπτυξη. Ευσεβείς πόθοι και αέρας κοπανιστός. Το παιχνίδι της ανάπτυξης παίζεται στο πεδίο των δαπανών. Οι δαπάνες κινούν την οικονομία. Και στον τομέα αυτό έχουμε κυριολεκτικά χάσει την μπάλα. Την πέταξαν στην εξέδρα οι εξολοθρευτές δαπανών της τρόικας. Αναμφίβολα η ρευστότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Η ανάπτυξη προϋποθέτει επαρκή ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες. Προϋποθέτει αυξημένες δαπάνες από τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και το κράτος για αγορά καταναλωτικών και επενδυτικών αγαθών. Τα νοικοκυριά όμως δεν έχουν χρήματα να ξοδέψουν. Γι' αυτό και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή φυτοζωούν. Το δε κράτος περικόπτει δραστικά ακόμη και τις δαπάνες δημοσίων επενδύσεων. Από πού λοιπόν θα προέλθει η ζήτηση για να υπάρξει ανάπτυξη; Από τις εξαγωγές; Για να γίνουμε εξωστρεφείς απαιτείται πολύς χρόνος (και όχι μόνο). Από τα ευρωπαϊκά κονδύλια; Το υποτιθέμενο ευρωπαϊκό Σχέδιο Μάρσαλ απεδείχθη φραστικό πυροτέχνημα. Αντ' αυτού στον υπό διαμόρφωση κολοβό προϋπολογισμό της ΕΕ εισπράττουμε κονδύλια πολύ μικρότερα από τα υποσχόμενα.
Καιρός λοιπόν να αλλάξουμε ρότα. Πρέπει επιτέλους να βρούμε το σθένος να πούμε «όχι». Αναμφίβολα αυτό περικλείει κινδύνους. Ετσι ή αλλιώς όμως εδώ που φθάσαμε όλες οι επιλογές είναι επώδυνες και περιέχουν ρίσκο. Αυτό που προέχει είναι να αλλάξουμε την αυτοκτονική πολιτική για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της ύφεσης και της ανεργίας. Αν οι παλαβοί θαμώνες του Eurogroup (κατά δήλωση Μοσκοβισί) δεν αντιδράσουν ορθολογικά και σταματήσουν τη χρηματοδότηση, δεν έχουμε άλλη λύση από το να κηρύξουμε στάση πληρωμών εντός ευρώ. Το πρωτογενές έλλειμμα είναι αυτή τη στιγμή πολύ χαμηλό και επιτρέπει τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών με πολύ μικρότερες θυσίες απ' αυτές που ήδη βιώνουμε. Ο κίνδυνος βέβαια να αναγκαστούμε να εγκαταλείψουμε την ευρωζώνη είναι υπαρκτός. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει η ίδια η ευρωζώνη θα τεθεί σε τροχιά διάλυσης. Ακόμη και αν επιβιώσει συρρικνωμένη στον σκληρό πυρήνα της δεν θα είναι η Ευρώπη του κοινωνικού κράτους και του υψηλού βιοτικού επιπέδου στην οποία ενταχθήκαμε. Θα είναι η Ευρώπη του γερμανικού ορντολιμπεραλισμού, της αέναης λιτότητας και της ανεργίας. Αλλά κανένας φαντάζομαι δεν επιθυμεί να παραμείνει μέλος ενός κλαμπ που επιδιώκει να μετατρέψει τη χώρα σε ζώνη χαμηλών μισθών ασιατικού τύπου, πλατφόρμα εξαγωγών των μεγάλων πολυεθνικών. Κανένας δεν θέλει να γίνει μετανάστης στον τόπο του. Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας από έναν ευρωπαϊστή, που θλίβεται για την κατάντια της Ευρώπης. Από έναν αριστερό κεϊνσιανό, που θλίβεται για την κατάντια της Σοσιαλδημοκρατίας…

Ο κ. Γιώργος Δουράκης είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Η ανισότητα σκοτώνει τον καπιταλισμό



του Ρόμπερτ Σκιντέλσκι   από την Προοδευτική Πολιτική

Είναι γενικά αποδεκτό πως η κρίση του 2008-2009 προκλήθηκε από υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό και πως η επακόλουθη αδυναμία αποτελεσματικής ανάκαμψης οφείλεται στην άρνηση των τραπεζών να δανείζουν, λόγω των «προβληματικών» τους ισολογισμών.
Μια τυπική αφήγηση της κρίσης, αρεστή στους οπαδούς του Φρίντριχ Χάγιεκ (Friedrich vonHayek) και της «αυστριακής σχολής» θα πήγαινε κάπως έτσι: στην πορεία προς την κρίση, οι τράπεζες δάνειζαν στους πελάτες τους περισσότερα χρήματα από όσο θα έπρεπε, λόγω του φθηνού χρήματος που παρείχαν οι κεντρικές τράπεζες, ιδίως η αμερικανική «φέντεραλ ριζέρβ» (FED). Οι εμπορικές τράπεζες, πλημμυρισμένες από λεφτά των κεντρικών τραπεζών, παρείχαν ρευστότητα σε ένα σωρό αμφισβητούμενα εγχειρήματα, ενώ μια σειρά χρηματοπιστωτικών καινοτομιών (ιδίως ευφάνταστων τραπεζικών εργαλείων και επενδυτικών σχημάτων) έριχνε λάδι στην φωτιά της δανειακής φρενίτιδας.
Η αναποδογυρισμένη πυραμίδα της πίστωσης κατέρρευσε τελικά όταν η FED έβαλε ένα τέλος στον φαύλο κύκλο του δανεισμού, αυξάνοντας τα επιτόκιά της (η FED αύξησε το βασικό της επιτόκιο από το 1% του 2004 στο 5.25% το 2006 και το κράτησε στο ύψος αυτό ως τον Αύγουστο του 2007). Το αποτέλεσμα ήταν η κατάρρευση της τιμής των ακινήτων πράγμα που με την σειρά του δημιούργησε ένα σωρό νεκροζώντανες τράπεζες (που οι υποχρεώσεις τους υπερέβαιναν τα αποθέματά τους) και ακόμα περισσότερους κατεστραμμένους δανειολήπτες.
Το πρόβλημα τώρα εμφανίζεται ως πρόβλημα επανεκκίνησης του δανεισμού. Οι εξασθενημένες τράπεζες, που δείχνουν πια απροθυμία να δανείζουν, κάπως πρέπει «να γυρίσουν στην δουλειά». Αυτός εξάλλου ήταν ο λόγος της ευρείας κρατικής τους ενίσχυσης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μετά από αλλεπάλληλους γύρους «ποσοτικής διευκόλυνσης» -ή αλλιώς μαζικού τυπώματος χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες που στην συνέχεια διοχετεύτηκε στο τραπεζικό σύστημα μέσω μιας σειράς ανορθόδοξων διαύλων (στο σημείο αυτό οι οπαδοί του Χάγιεκ διαμαρτύρονται, λέγοντας πως η κρίση που προκλήθηκε από υπερβολικό πλεόνασμα χρήματος, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με... αύξηση του πλεονάσματος αυτού).
Παράλληλα, σχεδόν παντού έχουν ενισχυθεί οι έλεγχοι, ώστε οι τράπεζες να μην μπορέσουν να θέσουν ξανά σε κίνδυνο το οικονομικό σύστημα. Η «τράπεζα της Αγγλίας» επί παραδείγματι, πέραν της αποστολής της να διατηρεί την σταθερότητα των τιμών, έχει τώρα επιπλέον αναλάβει το καθήκον να προασπίζει την «σταθερότητα του οικονομικού συστήματος».
Αυτή η ανάλυση, αν και φαίνεται ορθή, επικεντρώνεται στο αμφιλεγόμενο ζήτημα της νομισματικής επάρκειας: πάρα πολλά λεφτά καταστρέφουν την οικονομία, ενώ πάρα πολύ λίγα... την καταστρέφουν. Αλλά θα μπορούσε κανείς να υιοθετήσει μιαν άλλη άποψη, σύμφωνα με την οποία το κρίσιμο οικονομικό μέγεθος δεν είναι η διάθεση ρευστότητας, αλλά η ζήτηση για ρευστότητα . Στο κάτω-κάτω δουλειά των τραπεζών είναι να δανείζουν σε επικερδείς επιχειρήσεις· πριν ξεσπάσει η κρίση, η αγορά ακινήτων ήταν επικερδέστατη. Με άλλα λόγια, η διάθεση ρευστότητας προς δανεισμό προέκυψε ως αποτέλεσμα της... ζήτησης για δανεισμό.
Αυτή η οπτική θέτει κάπως διαφορετικά το ζήτημα των αιτιών της κρίσης: το πρόβλημα δεν ήταν τόσο πολύ οι αισχροκερδείς δανειστές όσο οι απρόσεκτοι -ή παραπλανημένοι- δανειολήπτες. Το πραγματικά σημαντικό ερώτημα είναι: γιατί ο κόσμος είχε τόσο πολύ ανάγκη από δανεικά; Γιατί η σχέση του δανεισμού των νοικοκυριών προς τα εισοδήματά τους έφτασε πριν την κρίση σε τόσο πρωτοφανή επίπεδα;
Ας δεχτούμε πως ο κόσμος είναι εκ φύσεως ακόρεστος, και πως θέλει να καταναλώνει περισσότερα από όσα μπορεί. Ακόμα κι έτσι όμως, γιατί εκδηλώθηκε τότε με τόση μανία αυτή η «πλεονεξία»;
Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αυτό, χρειάζεται να ρίξει μια ματιά στον τρόπο κατανομής του εισοδήματος. Ο κόσμος γινόταν όλο και πλουσιότερος, αλλά η κατανομή του εισοδήματος εντός των κρατών γινόταν όλο και πιο άνιση! Την τελευταία τριακονταετία το μέσο εισόδημα έμεινε σταθερό ή και έπεσε ακόμα, ενώ το ΑΕΠ αύξαινε. Αυτό σημαίνει πως μια πελώρια φέτα από την αύξηση της παραγωγικότητας πήγε στους πλούσιους.
Τι μπορούσαν να κάνουν οι σχετικά φτωχότεροι για να παραμείνουν σε επαφή με τους πλούσιους σε έναν κόσμο που ανέβαζε διαρκώς τις προδιαγραφές διαβίωσής του; Έκαναν ό,τι έκαναν ανέκαθεν οι φτωχοί: δανείστηκαν. Παλιότερα, πήγαιναν στους ενεχυροδανειστές· τώρα πήγαν στις τράπεζες ή στις πιστωτικές κάρτες. Καθώς δε η φτώχεια τους ήταν μόνο «σχετική» και οι τιμές των ακινήτων αύξαναν ασταμάτητα, οι δανειστές τους δεν έβλεπαν για ποιον λόγο να σταματήσουν να τους βυθίζουν ολοένα και περισσότερο στα χρέη.
Υπήρχαν πράγματι κάποιοι που ανησυχούσαν με το ενδεχόμενο κατάρρευσης της αποταμίευσης των νοικοκυριών, αλλά ελάχιστοι νοιάζονταν πραγματικά. Σε ένα από τα τελευταία του άρθρα, οΜίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman) απλά διαπίστωσε πως «πλέον» η αποταμίευση γινόταν... υπό την μορφή ακινήτων.
Όσον με αφορά, αυτή η προσέγγιση εξηγεί πολύ καλύτερα από την ορθόδοξη ερμηνεία το γιατί, παρά τα πελώρια ποσά που διοχέτευσαν οι κεντρικές τράπεζες, η ανάκαμψη δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού. Ακριβώς όπως πριν την κρίση οι δανειστές δεν δάνειζαν το κοινό με το ζόρι, έτσι δεν μπορούν και τώρα να υποχρεώσουν να προσφύγουν στον δανεισμό υπερχρεωμένα νοικοκυριά ή επιχειρήσεις, για να αυξήσουν δήθεν την παραγωγή τους την ώρα που στην αγορά «δεν κινείται φύλλο».
Κοντολογίς, η ανάκαμψη δεν μπορεί να αφεθεί στα χέρια της FED, της «ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας» (ΕΚΤ) ή της «τράπεζας της Αγγλίας». Απαιτείται ενεργός ανάμειξη της οικονομικήςπολιτικής. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένας «δανειστής της εσχάτης προσφυγής» αλλά ένας «ξοδευτής της εσχάτης προσφυγής»· κι αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από το κράτος.
Αν τα κράτη, που είναι ήδη υπερχρεωμένα, θεωρούν πως δεν δύνανται πια να καταφύγουν σε δανεισμό από τις αγορές, ας δανειστούν από τις κεντρικές τους τράπεζες κι ας ξοδέψουν τα λεφτά σε δημόσια έργα και ανάπτυξη υποδομών. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πάρουν ξανά μπρος οι μεγάλες δυτικές οικονομίες.
Πέραν αυτού όμως, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με ένα σύστημα που επιτρέπει στους πλούσιους να βάζουν στο χέρι τόσο μεγάλο μερίδιο του ΑΕΠ ή που οδηγεί στο να συσσωρεύεται τόσος πολύς πλούτος σε τόσο λίγα χέρια. Πολλές φορές στο παρελθόν, η συμπεφωνημένη αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για αυτήν καθ' αυτή την επιβίωση του καπιταλισμού. Όπως φαίνεται, διδασκόμαστε ξανά το ίδιο μάθημα.

Ο Robert Skidelsky είναι επίτιμος καθηγητής πολιτικής οικονομίας. Στέλεχος του Εργατικού κόμματος, μεταπήδησε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πριν γίνει εκπρόσωπος των Συντηρητικών για οικονομικά θέματα στην βουλή των λόρδων θέση από την οποία παύθηκε όταν παρέβη την κομματική «γραμμή» και υπερασπίστηκε τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία το 1999

Κωμωδία ιδεών, πράξη δεύτερη

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012
Και ξαφνικά ο κ. Παναγιώτης  Λαφαζάνης έγινε ενδιαφέρων. Η δήλωσή του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακόμη έτοιμος να κυβερνήσει ακούστηκε μέσα στο μπολσεβίκικο παραλήρημα του συριζαίικου Ανώτατου Σοβιέτ σαν τη φωνή κάποιου που, μπολσεβίκος και αυτός, από τους πιο αρειμάνιους μάλιστα, ξεστομίζει αναπάντεχα, σαν να σαστίζει και ο ίδιος, μια αδιανόητα μενσεβίκικη κουβέντα.
Η δήλωση αυτή, ό,τι και αν τη γέννησε (ειλικρίνεια, εχεφροσύνη, τακτικισμός, στιγμιαία έκλαμψη ή οι σάλπιγγες της Ιεριχούς, που πριν τσακίσουν τα τείχη των πολιορκημένων τσάκισαν τα νεύρα ενός από τους πιο «φυσερούς» σαλπιγκτές των πολιορκητών), ήταν σαν μια ανεξέλεγκτη σύσπαση μασκαρεμένου προσώπου, που τσαλακώνει τη μάσκα και σε αφήνει να υποψιαστείς από κάτω μια άλλη εικόνα.
Μπορώ να δεχτώ τα αντιμνημονιακά επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα μάλιστα συμμερίζομαι τα περισσότερα. Αλλά μου είναι αδύνατο να πιστέψω ότι οι στρατηγικοί εγκέφαλοί του, ακόμη και οι Σουσλόφ των πιο ακραίων συνιστωσών, εννοούν σοβαρά τις επαγγελίες που πλασάρουν στο αλαφιασμένο από την Κρίση κοινό, τη βαυκαλιστική ρητορική που ενοχοποιεί το Μνημόνιο για όλα τα προβλήματα της χώρας και υπόσχεται επιστροφή στην προμνημονιακή νιρβάνα (και σπατάλη), ιδανικό εφαλτήριο για τον σοσιαλισμό. Δεν είναι βλάκες αυτοί οι άνθρωποι ούτε τόσο φαντασιόπληκτοι όσο τους παρουσιάζουν μερικοί εχθροί τους. Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ.   
Πριν από τριάντα χρόνια το ΠΑΣΟΚ, εκτός του ότι ενσωμάτωσε στο σύστημα τις μάζες των υποπρονομιούχων, όπως τους αποκαλούσε, και των αποκλεισμένων λόγω φρονημάτων από το μετεμφυλιακό κράτος, απορρόφησε και πλήθος δύστροπων διανοουμένων της γενιάς του Πολυτεχνείου, αλλά και μεγαλύτερων. Τους εκμαύλισε, για να το πούμε απερίστροφα, κυρίως μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού και της περίφημης Γραμματείας Νέας Γενιάς, που μοίρασαν αφειδώς θέσεις στο Δημόσιο (συνήθως αργόμισθες), υποτροφίες για «μετεκπαίδευση» στο εξωτερικό (συνήθως χωρίς αντίκρισμα), επιχορηγήσεις πολιτιστικών οργανισμών και προγραμμάτων (συχνότατα ασήμαντων ή εικονικών) κ.λπ. Οσο έξυπνη και αποτελεσματική και αν ήταν όμως αυτή η πολιτική, δεν απορρόφησε ολόκληρη την προς απορρόφηση διανόηση. Υπήρξαν αρκετοί που αντιστάθηκαν στις πράσινες σειρήνες, όχι απαραίτητα επειδή δεν ορέγονταν και αυτοί εξουσία και προσόδους, αλλά επειδή η ιδεολογικά ριζοσπαστική ατμόσφαιρα της εποχής ή οι προσωπικοί δεσμοί τους με αριστερότερα κόμματα και οργανώσεις δυσκόλευαν τη μανούβρα της συνείδησής τους προς την αγκαλιά του αστικού καθεστώτος.

Αλλά τα χρόνια πέρασαν, οι καιροί άλλαξαν. Πενηντάρηδες και εξηντάρηδες πια, οι ανέντακτοι οραματιστές της γενιάς του Πολυτεχνείου ξεροστάλιαζαν στον ίδιο σταθμό της Ιστορίας, περιμένοντας με προϊούσα απογοήτευση το τρένο της μεγάλης, της πραγματικής Αλλαγής, όπου θα επιβιβάζονταν δικαιωματικά στην πρώτη θέση, ως ιδεολογικοί ταγοί και οργανωτικοί Ηρακλείς, με ό,τι «παράπλευρες» ωφέλειες αυτό συνεπάγεται όταν η ριζοσπαστική ιδεολογία θρονιάζεται στην κρατική εξουσία. Από την άλλη, το πολιτισμικό μποστάνι της Μεταπολίτευσης παρήγαγε στρατιές νεότερων «προοδευτικών» διανοουμένων, από πανεπιστημιακούς μέχρι ποιητές, από δικηγόρους μέχρι ηθοποιούς, που διέπρεπαν λιγότερο σε ό,τι έχει σχέση με τη δημιουργικότητα και πολύ περισσότερο στον συντεχνιακό διεκδικητισμό και στην αντίσταση σε όλα (πάντα με «προοδευτικό» πρόσχημα).
Η ματαιωμένη αναμονή των πρώτων και η μικρόχαρη πολυπραγμοσύνη των δεύτερων θα μπορούσαν χωρίς σοβαρές συνειδησιακές αβαρίες, αφού οι καιροί είχαν αλλάξει, να βρουν ανταμοιβή στους γενναιόδωρους κόλπους των μονοκομματικών κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ ή ακόμη και της Νέας Δημοκρατίας (και σε πολλές περιπτώσεις τη βρήκαν). Στο μεταξύ, όμως, οι καιροί άλλαξαν πάλι. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ «μπήκαν» απελπιστικά με το άγριο πλύσιμο στο πλυντήριο της Κρίσης και ο άνεμος άρχισε να φυσάει ξανά από αριστερότερα (και από δεξιότερα, αυτό όμως είναι άλλο κεφάλαιο). Οι μετέωροι διανοούμενοι για τους οποίους μιλάμε είδαν την ευκαιρία και την άρπαξαν από τα μαλλιά. Γιατί η καπριτσιόζα Ιστορία τούς έκανε ένα απροσδόκητο, εκπληκτικό δώρο.
Οι παλιές ιδέες τους μπορούσαν τώρα ευκολότατα, χωρίς να περάσουν από τη βάσανο της επανεξέτασης στο φως της πραγματικότητας, να γίνουν το όχημα που θα τους έφερνε στην πολυπόθητη εξουσία. Σε μια εξουσία που υποσχόταν να αλλάξει τα πάντα, για να μην αλλάξει τίποτα.
Και φτάσαμε έτσι να παρακολουθούμε τη δεύτερη πράξη στο έργο της μεταπολιτευτικής κωμωδίας ιδεών. Ενα σωρό ξέμπαρκοι ριζοσπάστες της γενιάς του Πολυτεχνείου, από εκείνους που έμειναν έξω από την κιβωτό του ΠΑΣΟΚ ή την εγκατέλειψαν μόλις άρχισε να κάνει νερά, και ένα σωρό σπουδαρχίδες επίγονοί τους βρήκαν στον ΣΥΡΙΖΑ φιλόξενο καταφύγιο και, προπαντός, σκάλα για την αναρρίχηση σε κρατικά ή έστω, για αρχή, βουλευτικά αξιώματα. Οι πρώτοι έγιναν οι ιδεολογικοί ντιζάινερ του νέου κόμματος εξουσίας, οι δεύτεροι οι πιο ευφραδείς και δυναμικοί (μερικοί θα έλεγαν αδίστακτοι) ακτιβιστές του. Και όλοι μαζί καθορίζουν τον λόγο και την πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ, κατορθώνοντας το ακατόρθωτο: να νεκραναστήσουν μια μυθολογία, τη μυθολογία της Μεταπολίτευσης, στην οποία δεν πιστεύει πια κανείς, ούτε οι ίδιοι, αλλά όλοι κάνουν πως την πιστεύουν. Είναι σαν την «αιματοβαμμένη» σημαία του Πολυτεχνείου, για την οποία ηλεκτρονική εφημερίδα έγραφε πριν από λίγες μέρες σε ρεπορτάζ ότι βρισκόταν, «όπως πάντα», επικεφαλής της πορείας, ενώ λίγο παρακάτω, σε άλλο άρθρο, μας πληροφορούσε ότι η σημαία έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι αιματοβαμμένη, γιατί τη μπουγάδιασε η μητέρα ενός φοιτητή της ΠΑΣΠ.

Και τη στιγμή που η Ελλάδα χρειάζεται πράγματι νέες ιδέες για την υπέρβαση του Μνημονίου, εκείνοι που το διακονούν δεν έχουν καμία, ενώ εκείνοι που το αντιμάχονται επιστρατεύουν, για τους δικούς τους λόγους, τις ιδέες ακριβώς που μας οδήγησαν στο Μνημόνιο. Γι' αυτό λέμε εδώ και καιρό ότι η κρίση που ζούμε είναι πάνω απ' όλα πολιτισμική.