| ||
|
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
Ενα κόμμα, μια παρέα, μια χρεοκοπία…
Τι πρέπει να γίνει με το Δημόσιο;
Οταν η Βαρσοβία καταστράφηκε, το 1945, ο λαός της Πολωνίας ήταν αποφασισμένος να ξαναχτίσει την πρωτεύουσα της χώρας. Αυτό ακριβώς και έκαναν, λίγο πιο κάτω στις όχθες του ποταμού, και σήμερα οι επισκέπτες της (νέας) πρωτεύουσας μπορούν να θαυμάσουν στη «Λεωφόρο των Βασιλέων» ένα χαρακτηριστικό δείγμα των καλύτερων στιγμών του παλαιού καθεστώτος. Η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων θα πρέπει να εύχεται με όλη της την καρδιά να μπορούσε να εγκαταλείψει την υφιστάμενη δημόσια διοίκηση, να γκρεμίσει τη γραφειοκρατία και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, όπως οι κάτοικοι της Βαρσοβίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι με το κλίμα που επικρατεί σήμερα, θα έχτιζαν κάτι καλύτερο στη θέση του σημερινού οικοδομήματος, μια γραφειοκρατία πιο αποτελεσματική και πιο καθαρή.
Εδώ και δύο δεκαετίες, τα βασικά συνθήματα που μονοπωλούν τις προεκλογικές αναμετρήσεις είναι η κάθαρση, ο εκσυγχρονισμός και η επανίδρυση του κράτους. Πουθενά αλλού, εκτός από το πρώην κομουνιστικό μπλοκ, δεν συναντά κανείς τέτοια εμμονή με τη συγκεκριμένη θεματολογία. Επιπλέον, πρώην υπουργοί και από τα δύο κόμματα παραδέχονται σε ιδιωτικές συζητήσεις τους ότι ο αριθμός των υπαλλήλων που εργάζονται στα υπουργεία θα μπορούσε να περικοπεί κατά ένα τέταρτο, ένα τρίτο, ίσως και στο μισό, χωρίς απαραίτητα να επηρεαστεί αρνητικά το επίπεδο της λειτουργίας τους. Τίποτε από τα παραπάνω δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση: οι διορισμοί στο Δημόσιο χρησιμοποιήθηκαν κατά παράδοση για να ικανοποιηθούν τα «ρουσφέτια» σε «ημετέρους» και για να αντικαταστήσουν, με τρόπο ανώμαλο, την έλλειψη αποτελεσματικού κράτους πρόνοιας.
Στη σημερινή κρίση χρέους, καμία προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας δεν θα επιτύχει τους στόχους της, αν δεν συνοδευτεί από δραστική ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα, στην οποία θα περιλαμβάνεται και ο περιορισμός των υπαλλήλων του. Εντούτοις, η υλοποίηση αυτής της ανασυγκρότησης προσκρούει στα ίδια εμπόδια που συνέβαλαν στη δημιουργία αυτού του Λεβιάθαν. Ετσι, το πρώτο κύμα μέτρων λιτότητας που εφαρμόστηκε πέρυσι περιελάμβανε οριζόντιες περικοπές για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, αντί για μια αναθεώρηση των θέσεων και των λειτουργιών που χρειάζεται να συνεχίσουν να υφίστανται και εκείνων που δεν χρειάζονται. Η υπόσχεση διαδοχικών κυβερνήσεων ότι θα προσλαμβάνουν λιγότερο προσωπικό στο Δημόσιο από εκείνο που συνταξιοδοτείται, έχει καταντήσει κακόγουστο αστείο. Ακόμη και σήμερα, κάποιοι συζητούν αν πρέπει να εφαρμοστεί πλήρες πάγωμα, ή η αναλογία μιας πρόσληψης προς πέντε αποχωρήσεις. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο να μειωθούν οι δαπάνες, αντί να μελετηθούν οι ανάγκες και το πώς θα αυξηθεί η αποτελεσματικότητα.
Ο Φραντς Κάφκα δεν θα μπορούσε να γράψει καλύτερο μυθιστόρημα για την τρέλα της γραφειοκρατίας, από την πραγματικότητα που συναντά κανείς στην Ελλάδα. Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία δικαιώνονται οι συμβασιούχοι του ΟΠΑΠ, μπορεί να αφορά ειδικές περιπτώσεις πριν από την αναθεώρηση του 2001, αλλά μας υπενθυμίζει το βάρος που δημιουργεί το καθεστώς «μονιμότητας» στα δημόσια ταμεία.
Η κυβέρνηση προσπάθησε με την πρόσφατη ανακοίνωση του νέου πακέτου μέτρων να προσφέρει διαβεβαιώσεις στους διεθνείς επενδυτές. Αλλά οι ξένοι –και η τρόικα– φοβούνται ότι η δυναμική των μεταρρυθμίσεων εξαντλείται.
Η πολιτική είναι θέμα επιλογών. Μια πιθανή χρεοκοπία αφαιρεί αυτήν την πολυτέλεια. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μια χρεοκοπία θα ανάγκαζε τους πολιτικούς να κάνουν αυτό που μέχρι στιγμής διστάζουν: να μειώσουν δηλαδή δραστικά τον αριθμό των υπαλλήλων που εργάζονται στο Δημόσιο.
Βέβαια, τα δικαστήρια θα εμπόδιζαν μια τέτοια κίνηση. Εντούτοις, η χρεοκοπία ακυρώνει τα δικαιώματα που έχει κανείς στα χαρτιά. Για να μη φτάσουμε όμως σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο να ξεκινήσει η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα τώρα, με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων στις σχετικές συζητήσεις. Μια τέτοια κίνηση θα πείσει ότι το γενικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που επιχειρεί να εφαρμόσει η κυβέρνηση είναι σοβαρό και ότι το αύριο θα είναι διαφορετικό από το σήμερα. Επίσης, το κράτος θα έχει την πολυτέλεια του χρόνου να συζητήσει τις απαραίτητες αποζημιώσεις και τα κίνητρα που θα παράσχει στους δημοσίους υπαλλήλους που θα χάσουν τη δουλειά τους. Είναι κάτι πολύ πιο ανθρώπινο από τις αδιάκριτες και μαζικές απολύσεις, οι οποίες θα επιβληθούν έπειτα από μια χρεοκοπία.
Ο τελευταίος χρόνος άλλαξε τα δεδομένα. Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανακτηθεί το δικαίωμα στην επιλογή, ώστε να προωθηθούν ή να διασωθούν οι προτεραιότητες που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Ποιος, αλήθεια, υποστηρίζει ότι το να κρύβεις υποαπασχολούμενο προσωπικό στα υπουργεία είναι καλύτερη κοινωνική επιλογή από ένα πραγματικό κράτος πρόνοιας και επενδύσεις για ανάπτυξη;
Kevin Featherstone: καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στην έδρα «Ελευθέριος Βανιζέλος» του London School of Economics, όπου και διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.
Εδώ και δύο δεκαετίες, τα βασικά συνθήματα που μονοπωλούν τις προεκλογικές αναμετρήσεις είναι η κάθαρση, ο εκσυγχρονισμός και η επανίδρυση του κράτους. Πουθενά αλλού, εκτός από το πρώην κομουνιστικό μπλοκ, δεν συναντά κανείς τέτοια εμμονή με τη συγκεκριμένη θεματολογία. Επιπλέον, πρώην υπουργοί και από τα δύο κόμματα παραδέχονται σε ιδιωτικές συζητήσεις τους ότι ο αριθμός των υπαλλήλων που εργάζονται στα υπουργεία θα μπορούσε να περικοπεί κατά ένα τέταρτο, ένα τρίτο, ίσως και στο μισό, χωρίς απαραίτητα να επηρεαστεί αρνητικά το επίπεδο της λειτουργίας τους. Τίποτε από τα παραπάνω δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση: οι διορισμοί στο Δημόσιο χρησιμοποιήθηκαν κατά παράδοση για να ικανοποιηθούν τα «ρουσφέτια» σε «ημετέρους» και για να αντικαταστήσουν, με τρόπο ανώμαλο, την έλλειψη αποτελεσματικού κράτους πρόνοιας.
Στη σημερινή κρίση χρέους, καμία προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας δεν θα επιτύχει τους στόχους της, αν δεν συνοδευτεί από δραστική ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα, στην οποία θα περιλαμβάνεται και ο περιορισμός των υπαλλήλων του. Εντούτοις, η υλοποίηση αυτής της ανασυγκρότησης προσκρούει στα ίδια εμπόδια που συνέβαλαν στη δημιουργία αυτού του Λεβιάθαν. Ετσι, το πρώτο κύμα μέτρων λιτότητας που εφαρμόστηκε πέρυσι περιελάμβανε οριζόντιες περικοπές για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, αντί για μια αναθεώρηση των θέσεων και των λειτουργιών που χρειάζεται να συνεχίσουν να υφίστανται και εκείνων που δεν χρειάζονται. Η υπόσχεση διαδοχικών κυβερνήσεων ότι θα προσλαμβάνουν λιγότερο προσωπικό στο Δημόσιο από εκείνο που συνταξιοδοτείται, έχει καταντήσει κακόγουστο αστείο. Ακόμη και σήμερα, κάποιοι συζητούν αν πρέπει να εφαρμοστεί πλήρες πάγωμα, ή η αναλογία μιας πρόσληψης προς πέντε αποχωρήσεις. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο να μειωθούν οι δαπάνες, αντί να μελετηθούν οι ανάγκες και το πώς θα αυξηθεί η αποτελεσματικότητα.
Ο Φραντς Κάφκα δεν θα μπορούσε να γράψει καλύτερο μυθιστόρημα για την τρέλα της γραφειοκρατίας, από την πραγματικότητα που συναντά κανείς στην Ελλάδα. Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία δικαιώνονται οι συμβασιούχοι του ΟΠΑΠ, μπορεί να αφορά ειδικές περιπτώσεις πριν από την αναθεώρηση του 2001, αλλά μας υπενθυμίζει το βάρος που δημιουργεί το καθεστώς «μονιμότητας» στα δημόσια ταμεία.
Η κυβέρνηση προσπάθησε με την πρόσφατη ανακοίνωση του νέου πακέτου μέτρων να προσφέρει διαβεβαιώσεις στους διεθνείς επενδυτές. Αλλά οι ξένοι –και η τρόικα– φοβούνται ότι η δυναμική των μεταρρυθμίσεων εξαντλείται.
Η πολιτική είναι θέμα επιλογών. Μια πιθανή χρεοκοπία αφαιρεί αυτήν την πολυτέλεια. Στην περίπτωση της Ελλάδας, μια χρεοκοπία θα ανάγκαζε τους πολιτικούς να κάνουν αυτό που μέχρι στιγμής διστάζουν: να μειώσουν δηλαδή δραστικά τον αριθμό των υπαλλήλων που εργάζονται στο Δημόσιο.
Βέβαια, τα δικαστήρια θα εμπόδιζαν μια τέτοια κίνηση. Εντούτοις, η χρεοκοπία ακυρώνει τα δικαιώματα που έχει κανείς στα χαρτιά. Για να μη φτάσουμε όμως σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο να ξεκινήσει η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα τώρα, με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων στις σχετικές συζητήσεις. Μια τέτοια κίνηση θα πείσει ότι το γενικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που επιχειρεί να εφαρμόσει η κυβέρνηση είναι σοβαρό και ότι το αύριο θα είναι διαφορετικό από το σήμερα. Επίσης, το κράτος θα έχει την πολυτέλεια του χρόνου να συζητήσει τις απαραίτητες αποζημιώσεις και τα κίνητρα που θα παράσχει στους δημοσίους υπαλλήλους που θα χάσουν τη δουλειά τους. Είναι κάτι πολύ πιο ανθρώπινο από τις αδιάκριτες και μαζικές απολύσεις, οι οποίες θα επιβληθούν έπειτα από μια χρεοκοπία.
Ο τελευταίος χρόνος άλλαξε τα δεδομένα. Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανακτηθεί το δικαίωμα στην επιλογή, ώστε να προωθηθούν ή να διασωθούν οι προτεραιότητες που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία. Ποιος, αλήθεια, υποστηρίζει ότι το να κρύβεις υποαπασχολούμενο προσωπικό στα υπουργεία είναι καλύτερη κοινωνική επιλογή από ένα πραγματικό κράτος πρόνοιας και επενδύσεις για ανάπτυξη;
Kevin Featherstone: καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στην έδρα «Ελευθέριος Βανιζέλος» του London School of Economics, όπου και διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.
Δευτέρα 18 Απριλίου 2011
Η δική μας κρίση δεν είναι καπιταλιστική
Του Γιωργου Παγουλατου*
«Ρυθμίστε μας γιατί είμαστε πολύ άπληστοι», ζητούσαν κάποιοι Αμερικανοί τραπεζίτες το 2008, στην ταινία-χρονικό της διεθνούς οικονομικής κρίσης «Στημένη Δουλειά» (Inside Job). «Περιορίστε μας γιατί είμαστε πολύ ανεπαρκείς», θα έπρεπε να ζητούν από τις Βρυξέλλες κάποιοι Ελληνες πολιτικοί, σε ένα υποθετικό χρονικό της ελληνικής χρεοκοπίας.
Η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση στις ΗΠΑ ήταν μια επιτήδεια δουλειά «από μέσα», έργο μιας ελίτ που το έφτιαξε στα μέτρα της. Το δικό μας δημοσιονομικό σύστημα πριονίστηκε «από κάτω», από τη διαχρονική συνέργεια πολιτικών, κρατικοδίαιτης κλεπτοκρατίας, οργανωμένων συμφερόντων και ψηφοφόρων, που όλοι αθροίζονταν σε μια πιθανή πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ομως, το άθροισμα των επιμέρους συμφερόντων δεν ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον. Το πλήθος των συντεχνιακών πελατών ενός κράτους-λάφυρου δεν φτιάχνει κοινωνία, όπως και η ικανοποίηση των οικονομικών διεκδικήσεων δεν συνιστά οικονομική πρόοδο.
Η δική μας κρίση δεν ήταν μέρος της διεθνούς χρηματοπιστωτικής παθογένειας. Δεν προήλθε από αχαλίνωτα τραπεζικά ιδρύματα, που υπερδάνεισαν την ιδιωτική οικονομία, έφτιαξαν φούσκες, άντλησαν μπόνους δισεκατομμυρίων, πολλαπλασίασαν μόχλευση και κινδύνους και έστειλαν τον λογαριασμό στο κράτος. Οι ελληνικές τράπεζες ούτε υπερδάνεισαν ούτε υπερδανείστηκαν ούτε ξεκοκάλισαν εξωφρενικές αμοιβές. Το ιδιωτικό μας χρέος είναι από τα χαμηλότερα. Οι τράπεζες δεν διασώζονται με δημόσιο χρήμα επειδή δημιούργησαν κινδύνους. Διασώζονται επειδή κινδυνεύουν από το τσουνάμι του δημοσίου χρέους. Τα τοξικά των τραπεζών είναι οι επενδύσεις τους σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.
Η ελληνική κρίση δεν ήταν έκρηξη ιδιωτικού δανεισμού που μεταμορφώθηκε σε δημόσιο έλλειμμα και χρέος (όπως σε ΗΠΑ, Βρετανία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ισπανία, κ. α.). Δεν ήταν μια κρίση των τραπεζών που έγινε κρίση του κράτους. Ηταν ακριβώς το αντίστροφο: μια κρίση δημοσίου χρέους, που στη συνέχεια μόλυνε έναν υγιή τραπεζικό τομέα.
Τι περιέχει η ελληνική δημοσιονομική κρίση; Γνώριμα πρόσωπα, οικείες συνήθειες. Δημόσιες δαπάνες πάνω από τα έσοδα, στρατιές περιττών υπαλλήλων, διεφθαρμένους πολιτικούς που εκλέγαμε, σπατάλες για να χαϊδεύουν τις τοπικές πελατείες, διευκολύνσεις σε «αφεντικά», μια θάλασσα μικρο-ρουσφετιών, τη μεγαλύτερη φοροδιαφυγή και μικροδιαφθορά στην Ευρωζώνη. Με τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το 2008, ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή εκπαραθυρώθηκε μόλις πρότεινε μέτρα περιορισμού της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών. Κάθε φορά που αμνήμονες ταγοί ξιφουλκούν αυτάρεσκα κατά του τρισκατάρατου Μνημονίου, ας τους θυμίζουμε ότι δεν είμαστε ακριβώς οι άδολες παρθένες που χέρια ξένων βαρβάρων οδήγησαν στην πυρά.
Συνέβαλε στην κρίση μας το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Συνέβαλε, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Με τη μετατροπή του δημοσίου χρέους σε εξωτερικό, την τελειοποίηση της φοροαποφυγής για τους έχοντες πλούτο, τη διόγκωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μετά την ένταξη στο ευρώ. Περίπου μέχρις εκεί.
Γι' αυτό η εθνική μας κρίση δεν είναι μια κρίση του προηγμένου χρηματο-καπιταλισμού. Είναι πρωτίστως κρίση διαχρονική της μεταπολίτευσης. Το δημοσιονομικό μας πρόβλημα είναι το πολιτικό μας σύστημα, όπως λέει ο Αλέκος Παπαδόπουλος. Δεν είναι κρίση ενός high-tech καπιταλιστικού συστήματος, είναι κρίση ενός low-tech πολιτικού συστήματος, και της κοινωνίας που το δημιούργησε και διαπλάστηκε από αυτό. Γι' αυτό και το πρόβλημα εξόδου από την κρίση δεν είναι πρόβλημα οικονομικής συνταγής, είναι κυρίως ξανά πρόβλημα πολιτικού προσωπικού. Που δυσκολεύεται να ξεπεράσει τον εαυτό του για να κάνει ό, τι είναι αναγκαίο. Ή που αρνείται να τιθασεύσει τα κομματικά ρεφλέξ και να κατέβει από τα κεραμίδια της φτηνής αντιπολίτευσης.
Εχει σημασία η ελληνική «διαφορά»; Εχει, διότι αφορά τις προϋποθέσεις «νομιμοποίησης» του προγράμματος προσαρμογής. Οταν ο Ιρλανδός υπάλληλος ενός ελάχιστου κράτους συμπιέζεται για να σωθούν οι ιρλανδικές τράπεζες που δημιούργησαν την κρίση, δεν είναι το ίδιο με τον Ελληνα υπάλληλο ενός κράτους-Γαργαντούα, που ο μισθός του συμπιέζεται για να μην απολυθούν οι υπεράριθμοι του Δημοσίου που παρήγαγε το έλλειμμα του 15,4%. Η ελληνική κρίση είναι συνέπεια αποτυχίας της δημοκρατίας μας κι όχι ασυδοσίας των αγορών. Και γι' αυτό είναι δημοκρατικά θεμιτή η προσαρμογή με δημοσιονομική πειθαρχία, με αποκατάσταση του κράτους δικαίου, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης, με μείωση του κρατικού λίπους, με θυσίες απ' όλους.
Δεν είναι άδικο το πρόγραμμα προσαρμογής; Είναι άδικο για όσους δεν συμμετείχαν στο πλιάτσικο, έλιωναν στον ανταγωνισμό, πλήρωναν τους φόρους τους. Είναι άδικο για όσους χάνουν τη δουλειά τους, αγωνιούν για το σπίτι τους, φλερτάρουν με τη φτώχεια. Και, βέβαια, η βάση δεν έχει ίδιες ευθύνες με την κορυφή. Ακόμα δεν είδαμε έναν φαύλο πολιτικό πίσω από τα κάγκελα. Αλλά αυτή δεν είναι μια κρίση που εξυφάνθηκε στην πλάτη μας. Είναι μια κρίση που τη γνωρίζαμε και την αγνοήσαμε. Δεν μας την έκρυψαν σε περίπλοκα προϊόντα, όπως η Γουόλ Στριτ στους πελάτες της. Δεν μας αιφνιδίασε, όπως στην Ιρλανδία. Εναν κίνδυνο ήξερε το Μάαστριχτ, το δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Οι πολιτικοί μας οι ίδιοι προειδοποιούσαν. Αλλά μετά συνέχιζαν τη χαλαρότητα, για να μας κρατούν ευχαριστημένους.
Η κρίση σε Ευρώπη και Αμερική αναδεικνύει την παρασιτική υπερανάπτυξη των χρηματαγορών εις βάρος της δημοκρατίας. Η ελληνική κρίση έχει αντίστροφη φορά: είναι κρίση ενός δημοκρατικού κρατισμού που, στη θαλπωρή μιας αχαλίνωτης μεταπολίτευσης, αναπτύχθηκε παρασιτικά, πνίγοντας την οικονομία και τις αγορές. Τώρα, η οικονομία δίνει τη μάχη της επιβίωσης, στο όνομα της κοινωνίας.
* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011
«Ρυθμίστε μας γιατί είμαστε πολύ άπληστοι», ζητούσαν κάποιοι Αμερικανοί τραπεζίτες το 2008, στην ταινία-χρονικό της διεθνούς οικονομικής κρίσης «Στημένη Δουλειά» (Inside Job). «Περιορίστε μας γιατί είμαστε πολύ ανεπαρκείς», θα έπρεπε να ζητούν από τις Βρυξέλλες κάποιοι Ελληνες πολιτικοί, σε ένα υποθετικό χρονικό της ελληνικής χρεοκοπίας.
Η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση στις ΗΠΑ ήταν μια επιτήδεια δουλειά «από μέσα», έργο μιας ελίτ που το έφτιαξε στα μέτρα της. Το δικό μας δημοσιονομικό σύστημα πριονίστηκε «από κάτω», από τη διαχρονική συνέργεια πολιτικών, κρατικοδίαιτης κλεπτοκρατίας, οργανωμένων συμφερόντων και ψηφοφόρων, που όλοι αθροίζονταν σε μια πιθανή πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ομως, το άθροισμα των επιμέρους συμφερόντων δεν ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον. Το πλήθος των συντεχνιακών πελατών ενός κράτους-λάφυρου δεν φτιάχνει κοινωνία, όπως και η ικανοποίηση των οικονομικών διεκδικήσεων δεν συνιστά οικονομική πρόοδο.
Η δική μας κρίση δεν ήταν μέρος της διεθνούς χρηματοπιστωτικής παθογένειας. Δεν προήλθε από αχαλίνωτα τραπεζικά ιδρύματα, που υπερδάνεισαν την ιδιωτική οικονομία, έφτιαξαν φούσκες, άντλησαν μπόνους δισεκατομμυρίων, πολλαπλασίασαν μόχλευση και κινδύνους και έστειλαν τον λογαριασμό στο κράτος. Οι ελληνικές τράπεζες ούτε υπερδάνεισαν ούτε υπερδανείστηκαν ούτε ξεκοκάλισαν εξωφρενικές αμοιβές. Το ιδιωτικό μας χρέος είναι από τα χαμηλότερα. Οι τράπεζες δεν διασώζονται με δημόσιο χρήμα επειδή δημιούργησαν κινδύνους. Διασώζονται επειδή κινδυνεύουν από το τσουνάμι του δημοσίου χρέους. Τα τοξικά των τραπεζών είναι οι επενδύσεις τους σε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.
Η ελληνική κρίση δεν ήταν έκρηξη ιδιωτικού δανεισμού που μεταμορφώθηκε σε δημόσιο έλλειμμα και χρέος (όπως σε ΗΠΑ, Βρετανία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ισπανία, κ. α.). Δεν ήταν μια κρίση των τραπεζών που έγινε κρίση του κράτους. Ηταν ακριβώς το αντίστροφο: μια κρίση δημοσίου χρέους, που στη συνέχεια μόλυνε έναν υγιή τραπεζικό τομέα.
Τι περιέχει η ελληνική δημοσιονομική κρίση; Γνώριμα πρόσωπα, οικείες συνήθειες. Δημόσιες δαπάνες πάνω από τα έσοδα, στρατιές περιττών υπαλλήλων, διεφθαρμένους πολιτικούς που εκλέγαμε, σπατάλες για να χαϊδεύουν τις τοπικές πελατείες, διευκολύνσεις σε «αφεντικά», μια θάλασσα μικρο-ρουσφετιών, τη μεγαλύτερη φοροδιαφυγή και μικροδιαφθορά στην Ευρωζώνη. Με τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το 2008, ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή εκπαραθυρώθηκε μόλις πρότεινε μέτρα περιορισμού της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών. Κάθε φορά που αμνήμονες ταγοί ξιφουλκούν αυτάρεσκα κατά του τρισκατάρατου Μνημονίου, ας τους θυμίζουμε ότι δεν είμαστε ακριβώς οι άδολες παρθένες που χέρια ξένων βαρβάρων οδήγησαν στην πυρά.
Συνέβαλε στην κρίση μας το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Συνέβαλε, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Με τη μετατροπή του δημοσίου χρέους σε εξωτερικό, την τελειοποίηση της φοροαποφυγής για τους έχοντες πλούτο, τη διόγκωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μετά την ένταξη στο ευρώ. Περίπου μέχρις εκεί.
Γι' αυτό η εθνική μας κρίση δεν είναι μια κρίση του προηγμένου χρηματο-καπιταλισμού. Είναι πρωτίστως κρίση διαχρονική της μεταπολίτευσης. Το δημοσιονομικό μας πρόβλημα είναι το πολιτικό μας σύστημα, όπως λέει ο Αλέκος Παπαδόπουλος. Δεν είναι κρίση ενός high-tech καπιταλιστικού συστήματος, είναι κρίση ενός low-tech πολιτικού συστήματος, και της κοινωνίας που το δημιούργησε και διαπλάστηκε από αυτό. Γι' αυτό και το πρόβλημα εξόδου από την κρίση δεν είναι πρόβλημα οικονομικής συνταγής, είναι κυρίως ξανά πρόβλημα πολιτικού προσωπικού. Που δυσκολεύεται να ξεπεράσει τον εαυτό του για να κάνει ό, τι είναι αναγκαίο. Ή που αρνείται να τιθασεύσει τα κομματικά ρεφλέξ και να κατέβει από τα κεραμίδια της φτηνής αντιπολίτευσης.
Εχει σημασία η ελληνική «διαφορά»; Εχει, διότι αφορά τις προϋποθέσεις «νομιμοποίησης» του προγράμματος προσαρμογής. Οταν ο Ιρλανδός υπάλληλος ενός ελάχιστου κράτους συμπιέζεται για να σωθούν οι ιρλανδικές τράπεζες που δημιούργησαν την κρίση, δεν είναι το ίδιο με τον Ελληνα υπάλληλο ενός κράτους-Γαργαντούα, που ο μισθός του συμπιέζεται για να μην απολυθούν οι υπεράριθμοι του Δημοσίου που παρήγαγε το έλλειμμα του 15,4%. Η ελληνική κρίση είναι συνέπεια αποτυχίας της δημοκρατίας μας κι όχι ασυδοσίας των αγορών. Και γι' αυτό είναι δημοκρατικά θεμιτή η προσαρμογή με δημοσιονομική πειθαρχία, με αποκατάσταση του κράτους δικαίου, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης, με μείωση του κρατικού λίπους, με θυσίες απ' όλους.
Δεν είναι άδικο το πρόγραμμα προσαρμογής; Είναι άδικο για όσους δεν συμμετείχαν στο πλιάτσικο, έλιωναν στον ανταγωνισμό, πλήρωναν τους φόρους τους. Είναι άδικο για όσους χάνουν τη δουλειά τους, αγωνιούν για το σπίτι τους, φλερτάρουν με τη φτώχεια. Και, βέβαια, η βάση δεν έχει ίδιες ευθύνες με την κορυφή. Ακόμα δεν είδαμε έναν φαύλο πολιτικό πίσω από τα κάγκελα. Αλλά αυτή δεν είναι μια κρίση που εξυφάνθηκε στην πλάτη μας. Είναι μια κρίση που τη γνωρίζαμε και την αγνοήσαμε. Δεν μας την έκρυψαν σε περίπλοκα προϊόντα, όπως η Γουόλ Στριτ στους πελάτες της. Δεν μας αιφνιδίασε, όπως στην Ιρλανδία. Εναν κίνδυνο ήξερε το Μάαστριχτ, το δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Οι πολιτικοί μας οι ίδιοι προειδοποιούσαν. Αλλά μετά συνέχιζαν τη χαλαρότητα, για να μας κρατούν ευχαριστημένους.
Η κρίση σε Ευρώπη και Αμερική αναδεικνύει την παρασιτική υπερανάπτυξη των χρηματαγορών εις βάρος της δημοκρατίας. Η ελληνική κρίση έχει αντίστροφη φορά: είναι κρίση ενός δημοκρατικού κρατισμού που, στη θαλπωρή μιας αχαλίνωτης μεταπολίτευσης, αναπτύχθηκε παρασιτικά, πνίγοντας την οικονομία και τις αγορές. Τώρα, η οικονομία δίνει τη μάχη της επιβίωσης, στο όνομα της κοινωνίας.
* Ο κ. Γ. Παγουλάτος διδάσκει στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011
Κυριακή 17 Απριλίου 2011
Η Συμφωνία της Βάρκιζας
και την ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας
66 χρόνια πριν
Τα Δεκεμβριανά, όπως πέρασε στην ιστορία η στρατιωτική σύρραξη του ΚΚΕ με τους συνασπισμένους αντιπάλους του, ξεκίνησαν στις 3 Δεκεμβρίου 1944 και έληξαν με συντριπτική ήττα των κομμουνιστών στη μάχη της Αθήνας. Η λήξη των εχθροπραξιών επισφραγίστηκε με την ανακωχή της 10ης Ιανουαρίου 1945, ενώ, ένα μήνα αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου υπεγράφη η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία καθόριζε τους όρους μετάβασης στο μεταπολεμικό πολιτικό καθεστώς
Τη Συμφωνία της Βάρκιζας αποτελούσαν εννέα άρθρα. Το πρώτο προέβλεπε τη δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις ατομικές ελευθερίες, το δεύτερο την άρση του στρατιωτικού νόμου, το τρίτο την αμνήστευση των πολιτικών αδικημάτων που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944 (αλλά με την εξαίρεση των κοινών αδικημάτων), το τέταρτο την πλήρη απελευθέρωση των συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ, τον πέμπτο τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Στρατού, το έκτο την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τον πλήρη αφοπλισμό του, το έβδομο την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών, το όγδοο την αντίστοιχη εκκαθάριση σωμάτων ασφαλείας και, τέλος, το ένατο, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, και εκλογών με συμμετοχή διεθνών παρατηρητών. Η ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας θα οδηγούσε σε μια δημοκρατική και ειρηνική Ελλάδα. Οπως γνωρίζουμε όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά: ένας νέος εμφύλιος και μια καχεκτική δημοκρατία.
Το ερώτημα αν ο εμφύλιος πόλεμος του 1946-49 ήταν αναπόφευκτος ή αν η Βάρκιζα υπήρξε πράγματι μια χαμένη ευκαιρία για ένα διαφορετικό και καλύτερο μέλλον, έχει απασχολήσει επανειλημμένως τους ιστορικούς. Πρόκειται για δύσκολο ερώτημα, αφού απαιτεί τη σύγκριση του τι έγινε με αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει. Δεν είναι όμως άτοπο να επιχειρήσει κανείς να απαντήσει, αρκεί να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: η ορθή αποτίμηση των γεγονότων και η ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας. Η ιστοριογραφία μας, όμως, υστερεί και στα δύο.
Συσχετισμός δυνάμεων μετά τα ΔεκεμβριανάΗ Συμφωνία της Βάρκιζας αντικατόπτριζε τον συσχετισμό δυνάμεων μετά τη μάχη της Αθήνας. Το ΚΚΕ ηττήθηκε: βρέθηκε εκτός κυβέρνησης, ενώ υποχρεώθηκε να αποστρατεύσει τον κομματικό του στρατό, τον ΕΛΑΣ, και να διαλύσει το κράτος που είχε δημιουργήσει στην κατοχή μέσω του ΕΑΜ. Με άλλα λόγια, απώλεσε τη δυνατότητα διεκδίκησης της εξουσίας, μια δυνατότητα που βασιζόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική του ισχύ. Ομως, μολονότι συντριπτική, η ήττα του δεν ήταν ολοκληρωτική, καθώς το ΚΚΕ διέθετε ακόμη σημαντικά ερείσματα και οι Βρετανοί δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο εκτός Αθηνών. Ετσι διατήρησε τη δυνατότητα συμμετοχής στη νέα πολιτική πραγματικότητα που ξεκινούσε. Μπορούσε, μ' άλλα λόγια, να παίξει το πολιτικό παιχνίδι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εναν, περίπου, χρόνο αργότερα, όμως, επέλεξε την οδό μιας νέας ένοπλης σύγκρουσης. Γιατί απέτυχε η Βάρκιζα;
Η σχετική ιστοριογραφία διαιρείται σε δύο σχολές, με βάση τις πολιτικές συμπάθειες των φορέων της. Η αντικομμουνιστική μεταπολεμική σχολή θεωρούσε πως η Βάρκιζα δεν ήταν για το ΚΚΕ παρά μια ευκαιρία ανασύνταξης, ώσπου να ωριμάσουν οι συνθήκες για την επόμενη επιχείρηση κατάληψης της εξουσίας, τον «τρίτο γύρο», όπως και έγινε. Αλλωστε, το ΚΚΕ αθέτησε την υποχρέωσή του να αφοπλιστεί, αποκρύπτοντας τον καλύτερο οπλισμό του, ενώ οργάνωσε ένα ολόκληρο στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατιωτικών του στελεχών στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Αντίθετα, η σχολή αυτή υποβάθμιζε το θέμα των διώξεων που εξαπολύθηκαν εναντίον των οπαδών (πραγματικών ή φανταστικών) του ΚΚΕ και τις αποδίδει αποκλειστικά σε μη ελεγχόμενες αντεκδικήσεις. Στην αντίθετη ακριβώς όχθη, συναντά κανείς τη φιλοκομμουνιστική μεταπολιτευτική σχολή, που υποστηρίζει πως το ΚΚΕ είχε αγκαλιάσει τον κοινοβουλευτισμό, αλλά ότι την επιλογή του αυτή υπονόμευσαν οι αντίπαλοί του, σπρώχνοντάς το στον δρόμο της ένοπλης δράσης. Πρόκειται για μια αντίληψη που θεωρεί το ΚΚΕ ως μοναδική περίπτωση πολιτικού κόμματος (και δη επαναστατικού...) που αποστρεφόταν την εξουσία και κατέφευγε (επανειλημμένως μάλιστα) στα όπλα με το ζόρι, μόνο όταν το έσπρωχναν οι αντίπαλοί του. Στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσεται και ο χαρακτηρισμός της παραβίασης της Συμφωνίας της Βάρκιζας ως «μονόπλευρης»: ότι δηλαδή παραβιάστηκε μόνο από την κυβερνητική πλευρά μέσω των διώξεων και της «λευκής τρομοκρατίας».
Παραβιάστηκε και από τις δύο πλευρέςΗ αέναη ανακύκλωση ερμηνειών αυτού του τύπου είναι εντελώς άγονη. Για να ξεφύγουμε από τη στειρότητα και να προχωρήσουμε στον δρόμο της κατανόησης, θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε το προφανές: πως τη Συμφωνία της Βάρκιζας παραβίασαν και οι δύο πλευρές. Το κράτος ανέχτηκε, και ενίοτε οργάνωσε, τις διώξεις εναντίον των οπαδών του ΚΚΕ, ενώ το ΚΚΕ επέλεξε να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή της ένοπλης ρήξης, παραδίδοντας μόνο τη «σαβούρα» και τα «άχρηστα» όπλα του, τη στιγμή που απέκρυπτε οπλισμό για 30.000 στρατό. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην επαναδιατύπωση του αρχικού ερωτήματος: θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η διπλή αυτή παραβίαση, έτσι ώστε η χώρα να είχε αποφύγει τη δοκιμασία μιας νέας εμφύλιας σύρραξης; Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δώσει η μελέτη της εμπειρίας ανάλογων περιπτώσεων στον υπόλοιπο κόσμο.
Η πολιτική επιστήμη έχει ασχοληθεί με ερωτήματα αυτού του είδους μέσω της συγκριτικής ανάλυσης πολλών εμφυλίων. Μια τέτοια ανάλυση βασίζεται σε μελέτη 41 εμφύλιων πολέμων της περιόδου 1944-1989. Εκκινώντας από τη διαπίστωση πως, ενώ το 55% των διακρατικών πολέμων της περιόδου αυτής έληξε με κάποιου είδους συμφωνία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, μόνο το 20% των αντίστοιχων εμφυλίων είχε την ίδια κατάληξη, επιχειρεί να εξηγήσει τη συστηματική αποτυχία των διαπραγματεύσεων στους εμφύλιους πολέμους. Μήπως αυτό οφείλεται στο βαθύτερο μίσος που υποτίθεται πως χωρίζει τους αντιπάλους στους εμφυλίους;
Η απάντηση είναι αρνητική. Αντίθετα, το συμπέρασμα είναι πως ο κύριος λόγος που οδηγεί στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την κατάρρευση των συμφωνιών στους εμφυλίους είναι η αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων για την τήρηση των συμφωνηθέντων. Ο λόγος είναι πως, ενώ στους διακρατικούς πόλεμους οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό την αμυντική τους ικανότητα και μετά τη σύναψη της συμφωνίας (αφού πρόκειται για κράτη που διαθέτουν στρατό), δεν συμβαίνει το ίδιο με τις αντίπαλες πλευρές σε έναν εμφύλιο. Προϋπόθεση για τη λήξη ενός εμφυλίου είναι ο αφοπλισμός της μιας πλευράς (αφού δεν νοείται ύπαρξη κράτους δίχως νόμιμο μονοπώλιο βίας, δηλαδή με δύο αντίπαλους στρατούς στο εσωτερικό του). Είναι όμως αδύνατο να εγγυηθεί πειστικά η κυβερνητική πλευρά πως δεν θα παραβιάσει τα δικαιώματα της αντίπαλης παράταξης, μετά τον αφοπλισμό της: ο πειρασμός να κατασπαράξεις τον αντίπαλό σου αφού αυτός έχει καταθέσει τα όπλα, είναι πολύ μεγάλος. Ακόμα και αν δεν έχεις τέτοιες προθέσεις, δύσκολα θα πείσεις τον αντίπαλο σου γι' αυτό. Γνωρίζοντάς το αυτό, η αφοπλιζόμενη πλευρά, είτε θα αποφύγει τις διαπραγματεύσεις είτε, αν αναγκαστεί να υπογράψει, θα επιχειρήσει να διαφυλάξει μέρος του οπλισμού της. Αντίστοιχα, η κυβερνητική πλευρά θα θεωρήσει τον μη αφοπλισμό ως απόδειξη προετοιμασίας ενός νέου γύρου και θα επιτείνει τις διώξεις. Είναι προφανές, λοιπόν, γιατί αποτυγχάνουν οι συμφωνίες αυτές, και μάλιστα εντελώς ανεξάρτητα από το αν οι δύο πλευρές έχουν καθαρές προθέσεις. Τρία συμπεράσματα αξίζει να υπογραμμιστούν. Πρώτον, η διεθνής εμπειρία δείχνει πως η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε ποτέ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Δεύτερον, η αποτυχία της δεν οφείλεται απαραίτητα στις ύπουλες προθέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν τέτοιες!), αλλά σε ένα εγγενές πρόβλημα όλων των εμφυλίων: την αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων. Είναι απαραίτητη, τέλος, η απόδραση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του επαρχιωτισμού που διακρίνει την ιστοριογραφία του ελληνικού εμφυλίου και των αγκυλώσεων που ταλανίζουν τη μελέτη του.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011
Οι επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης
Η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους έχει αποκτήσει μία ανεξέλεγκτη δυναμική. Πολλοί τη θεωρούν αναπόφευκτη, άλλοι ως τη μόνη διέξοδο από το σπιράλ του χρέους. Κυβερνητικοί βουλευτές ζητούν δημοσίως να την κάνουμε τώρα, και όχι αργότερα. Στη χώρα έχει διαμορφωθεί ένα κλίμα που επιτρέπει στο Reuters να υποστηρίζει ότι «και οι Ελληνες πολίτες ζητούν αναδιάρθρωση» (τηλεγράφημα της 12ης Απριλίου).
Ολος αυτός ο ορυμαγδός βασίζεται στη διάχυτη βεβαιότητα ότι τα «νούμερα δεν βγαίνουν»: Το επιχείρημα είναι ότι η Ελλάδα δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει ένα χρέος της τάξης του 150% του ΑΕΠ και ότι σε κάθε περίπτωση, με αυτά τα spreads δεν θα μπορεί να βγει στις αγορές το 2012.
Για να αντεπεξέλθει η ελληνική οικονομία θα πρέπει να περιοριστούν τα δημοσιονομικά βάρη· αυτό κάνει η αναδιάρθρωση. Αρκεί να καταστεί δυνατή μια συμφωνία με τους πιστωτές ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος αποπληρωμής του χρέους και έτσι να μειωθούν σε ετήσια βάση οι δαπάνες για τόκους και χρεολύσια, δημιουργώντας δημοσιονομικές ανάσες, ή μια συμφωνία για ένα haircut στην ονομαστική αξία των ομολόγων, που θα συρρικνώσει το σύνολο του χρέους και αναλογικά τις δαπάνες για την εξυπηρέτησή του.
Το ότι η αναδιάρθρωση έχει χαρακτήρα αμφιλεγόμενο -σαν τo χρυσό μήλo της Εριδος που κατέστρεψε τον Πάρι- προκύπτει και μόνο από το γεγονός ότι από τη στιγμή που οι «αγορές» αντιλήφθηκαν ότι αυτή η συζήτηση γίνεται δημόσια (στην Ε. Ε. αλλά κυρίως και στη χώρα μας) έστειλαν τα CDS σε ύψη ρεκόρ και τα spreads στις 1.000 μονάδες. Η αιτία είναι απλή: Η όποια μορφή «φιλικής αναδιάρθρωσης» αποτελεί ένα περίπλοκο και απρόβλεπτο εγχείρημα που ενέχει σημαντικούς κινδύνους και μπορεί να αποκτήσει αρνητική δυναμική.
Ετσι, η επιμήκυνση της χρονικής διάρκειας των ομολόγων μπορεί να φαντάζει ανώδυνη, δεν είναι όμως. Η πρώτη δυσκολία είναι αυτή καθ' αύτη η συνεννόηση με τους πιστωτές: δεν είναι δυνατόν να γίνει με όλους, θα γίνει με τους σημαντικότερους. Και αφού τα ελληνικά ομόλογα δεν εκδίδονται ακόμα με Collective ActioClauses (ρήτρες που υποχρεώνουν σε συλλογική δράση) η επιμήκυνση θα παραμείνει σε εθελοντική βάση, κάτι που αυτόματα περιορίζει το προσδοκώμενο όφελος. Για να συναινέσουν, οι πιστωτές αναμένεται να ζητήσουν ανταλλάγματα, δηλαδή ένα υψηλότερο επιτόκιο. Το πού θα κλείσει αυτό σε μια διαπραγμάτευση που δεν θα αγνοεί και τα τρέχοντα πιστοληπτικά δεδομένα είναι άγνωστο. Αντιλαμβάνεται κανείς όμως ότι υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμα και αν η διάρκεια του χρέους διπλασιαστεί, η ετήσια εξοικονόμηση σε τοκοχρεολύσια μπορεί να είναι αναλογικά πολύ μικρότερη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος πάντως -τον οποίο δείχνουν να αγνοούν οι υπέρμαχοι της αναδιάρθρωσης στη συζήτηση που γίνεται- είναι ότι και η επιμήκυνση της διάρκειας είναι ένα credit event που πυροδοτεί τα CDS. Αυτό προβλέπουν οι κανονισμοί της ΙSDA (International SovereigDefault Swaps Association), η οποία θα πρέπει να αποφασίσει αν η χώρα είναι σε καθεστώς χρεοκοπίας και αν τα CDS θα πρέπει να πληρωθούν. Αυτό συνεπάγεται χρυσές δουλειές για τα δικηγορικά γραφεία στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Για τη χώρα μας όμως, η οποία και μετά την αναδιάρθρωση δεν θα πάψει να χρειάζεται δάνεια για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της, δεν είναι καλό. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι τα ομόλογα μιας χώρας για τα οποία καταβλήθηκαν ασφάλιστρα κινδύνου θα είναι ελκυστικά για τους επενδυτές.
Οσοι ονειρεύονται απόδραση από τα δεσμά του Μνημονίου μέσω της αναδιάρθρωσης μπορούν να το ξεχάσουν. Η «φιλική αναδιάρθρωση» εμπεριέχει σε κάθε περίπτωση και μια νέα συμφωνία με τους πιστωτές σε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης που θα διασφαλίζει πρωτίστως ότι θα πάρουν τα λεφτά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν θέλουν να ακούν γι' αυτήν ούτε ο Γ. Παπανδρέου ούτε ο Α. Σαμαράς.
Η ΤτΕ άλλωστε έχει εξηγήσει αναλυτικά γιατί δεν αποτελεί πανάκεια και ο διοικητής της κ. Γ. Προβόπουλος έχει προειδοποιήσει ότι το κοινωνικό και οικονομικό της κόστος θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο από το βραχυπρόθεσμο όφελος…
Επιπτώσεις σε τράπεζες, Ταμεία, ομολογιούχους
Το «haircut» είναι με τη σειρά του ένα credit event που πυροδοτεί τα CDS και επιπλέον δημιουργεί δυσαρεστημένους ομολογιούχους, με αποτέλεσμα απρόβλεπτη διάρκεια παραμονής της χώρας εκτός αγορών. Και όλα αυτά, για ένα όφελος που πιθανόν να μην είναι αρκετό: Ακόμα και στην περίπτωση ενός «haircut» της τάξης του 50%, με δεδομένο ότι η Ελλάδα πληρώνει για τοκοχρεολύσια ετησίως 6% του ΑΕΠ, η ελάφρυνση δεν θα είναι μεγαλύτερη από 3% του ΑΕΠ.
KAΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011
Ψευτό....cracy
Ψέματα, μεγάλα ψέματα και ντοκιμαντέρ
Για να πεις ένα μεγαλύτερο από τα μεγάλα ψέματα πολλές φορές δεν αρκεί η στατιστική. Η εικόνα με τη μουσική υπόκρουση μπορεί να το κάνει καλύτερα. Ετσι κι αλλιώς όσα λέγονται σε μια κινηματογραφική ή τηλεοπτική παραγωγή είναι πτερόεντα· αυτό που μετρά είναι το κατακάθι, τα συναισθήματα που δημιουργούνται. Αυτό το ήξεραν καλά όλοι οι προπαγανδιστές της ιστορίας, από τον Σεργκέι Αϊζενστάιν μέχρι τη Λένι Ρίφτενσταλ, δύο εμβληματικές προσωπικότητες του φιλμ που υπηρέτησαν με τη δουλειά τους δύο ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα. Το ξέρουν οι διαφημιστές, το ξέρουν και οι δημοσιογράφοι. Εχει αναλυθεί επαρκώς από τους διανοούμενους, από τη σχολή της Φρανκφούρτης μέχρι τον Νιλ Πόστμαν κ.ά. «Ο πολιτισμός της εικόνας δημιουργεί μια απομίμηση της δημόσιας συζήτησης... Η δύναμη της εικόνας καταβροχθίζει τον λόγο», επιχειρηματολόγησε ο τελευταίος.
Η παραγωγή «Χρεοκρατία» (Deptocracy), που έχει γίνει μεγάλη επιτυχία στο Διαδίκτυο, είναι μία από εκείνες τις δουλειές που «καταβροχθίζουν τον λόγο». Και είναι εξόχως προπαγανδιστικό. Οι παραγωγοί του κ.κ. Αρης Χατζηστεφάνου και Κατερίνα Κιτίδη προφανώς ασπάζονται την άποψη ότι σκοπός των ντοκιμαντέρ είναι να αλλάξουν τον κόσμο όχι να τον ενημερώνουν.
Οι συμμετέχοντες
Γι’ αυτό δεν έχουν ούτε μία αντιτιθέμενη άποψη στη θέση που θέλουν να προωθήσουν. Κι αυτή η θέση είναι η ελληνική στάση πληρωμών προς τους δανειστές. Οπως αναφέρεται στην περιγραφή «στο Debtocracy μιλούν, μεταξύ άλλων, οι ακαδημαϊκοί Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Σαμίρ Αμίν, Κώστας Λαπαβίτσας και Ζεράρ Ντιμενίλ, ο φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού, ο επικεφαλής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού Ούγκο Αρίας, ο πρόεδρος του CADTM Ερίκ Τουσέν, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης Φερνάντο Σολάνας, δημοσιογράφοι όπως o Αβι Λιούις (συγγραφέας/σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ The Take – Η κατάληψη) και ο Ζαν Κατρμέρ (Liberation). Ακόμη προσωπικότητες όπως ο Μανώλης Γλέζος και η αντιπρόεδρος του γερμανικού κόμματος Die Linke Ζάρα Βάγκενκνεχτ». Δεν είναι μόνο αυτοί. Για να ενισχυθούν τα επιχειρήματα κατά ΔΝΤ φιλοξενούνται δηλώσεις και από εξέχουσες μορφές της παλαβής δεξιάς των ΗΠΑ, όπως είναι ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Τέξας Ρον Πολ, που θεωρείται ο εμπνευστής του «Tea Party». Είναι αυτός που πρώτος σήκωσε παντιέρα κατά της διάσωσης της Ελλάδας με ραδιοφωνικό κήρυγμα «Πρέπει οι Αμερικανοί φορολογούμενοι να πληρώσουν την Ελλάδα;» Ποιος είπε ότι τα άκρα είναι απέναντι;
Το έργο ξεκινά με ένα προπαγανδιστικό τρικ που είναι η εικονογράφηση του συνθήματος που διακινεί η παλαβή αριστερά περί «χούντας του ΔΝΤ» στην Ελλάδα. Ακούγονται οι δηλώσεις Γεωργίου Παπαδόπουλου περί γύψου και αμέσως οι δηλώσεις του Ντομινίκ Στρος-Καν περί γιατρού που δίνει το φάρμακο για τη σωτηρία της χώρας. «Η ιστορία», λέει ο αφηγητής, «έχει αυτή την αναθεματισμένη συνήθεια να επαναλαμβάνεται. Σαν φάρσα. Κι από έναν δικτάτορα γιατρό, περάσαμε στον αρχίατρο του ΔΝΤ». Αυτό επικρίθηκε ως φτηνό λαϊκιστικό κόλπο, ανάμειξης μιας δικτατορίας με την οικονομική βοήθεια υπό όρους που παρέχει το ΔΝΤ. Αλλά δεν είναι καν το χειρότερο. Τους δικτάτορες θα τους συναντήσουμε κι αργότερα στο έργο με ένα σημαντικό λάθος που προβάλλεται.
Το έργο θέλει να πείσει ότι η Ελλάδα όχι μόνο δεν έχει ηθική υποχρέωση να αποπληρώσει τα χρέη της, αλλά ούτε καν νομική. Γι’ αυτό ξεθάβεται η θεωρία του «απεχθούς χρέους».
Λέει ο αφηγητής της «Χρεοκρατίας»: «Η ιστορία μας ξεκινά τη δεκαετία του 1920 με τον Αλεξάντερ Σακ, υπουργό στην τσαρική Ρωσία και ειδικό σε θέματα δικαίου. Ο Σακ βρέθηκε μετά την Επανάσταση του ’17 να διδάσκει σε πανεπιστήμιο της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Και το 1927 παρουσίασε μια λαμπρή ιδέα, την έννοια του απεχθούς χρέους.
»Για να ορίσουμε ένα χρέος ως απεχθές, είπε, πρέπει να υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, το καθεστώς της χώρας να προχώρησε στη σύναψη του δανείου χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεση των πολιτών. Δεύτερο, τα δάνεια να σπαταλήθηκαν σε δραστηριότητες που δεν ωφέλησαν τους πολίτες της χώρας και τρίτον, ο πιστωτής να ήταν ενήμερος γι’ αυτή την κατάσταση και να σφύριζε αδιάφορα».
Μόνο που ο Αλεξάντερ Σακ δεν είπε ακριβώς αυτό. Σύμφωνα με τη Wikipedia ο Ρώσος εμιγκρές έγραψε: «Οταν μια δεσποτική κυβέρνηση συνάπτει δάνεια όχι για τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κράτους, αλλά για να ενισχύσει τον εαυτό της, να καταστείλει λαϊκές εξεγέρσεις, αυτό το χρέος είναι απεχθές για τον λαό ολόκληρου του κράτους. Αυτό το χρέος δεν δεσμεύει το έθνος· είναι χρέος του καθεστώτος, προσωπικό χρέος που συμφώνησε ο ηγεμόνας κι τελικά καταπίπτει με το τέλος του καθεστώτος... Οι δανειστές, που διέπραξαν μια εχθρική ενέργεια ενάντια στον λαό, δεν μπορούν να περιμένουν από ένα έθνος που μόλις απελευθερώθηκε από μια δεσποτεία να αναλάβει αυτά τα απεχθή χρέη».
Λαθροχειρία
Στην περίπτωσή μας οι δανειστές δεν δάνεισαν κάποια δεσποτεία. Σε εκλεγμένες κυβερνήσεις έδιναν τα λεφτά. Δεύτερον, δεν «διέπραξαν μια εχθρική ενέργεια ενάντια στον λαό»· με τα λεφτά τους ο λαός προσελήφθη στο Δημόσιο, και όσοι δεν προσελήφθησαν πληρώνονταν έμμεσα απ’ αυτό.
Εδώ υπάρχει το συνηθισμένο λάθος με τη δημοκρατία και την αντίσταση στη δικτατορία. Κατά μια έννοια ο Αλεξάντερ Σακ επεκτείνει το δικαίωμα στην εξέγερση που διατύπωσε ο Τζον Λοκ. Στη «Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως» ο μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος έγραψε ότι διακυβέρνηση χωρίς τη συναίνεση των κυβερνωμένων δεν είναι μόνο τυραννία. Αποτελεί απειλή στην ασφάλεια των ατόμων, αυτήν την ασφάλεια που το κράτος πρέπει να παρέχει κι έχει δεσμευτεί διά του κοινωνικού συμβολαίου. Ετσι θεμελιώνεται το δικαίωμα στην επανάσταση. Ο λαός οφείλει να εξεγερθεί αμυνόμενος στην απειλή που αποτελεί μια απολυταρχική κυβέρνηση. Για τον ίδιο λόγο ο λαός δεν πρέπει να πληρώσει τα δάνεια μιας απολυταρχικής κυβέρνησης, λεφτά που χρησιμοποιήθηκαν για τη δουλεία του. Τόσο απλό και τόσο δημοκρατικό.
Η «Χρεοκρατία»
Το ντοκιμαντέρ «Χρεοκρατία» είναι καλοφτιαγμένο, παρά το γεγονός ότι (χάρη στις νέες τεχνολογίες) ήταν πολύ φθηνή παραγωγή. Οπως γράφει ο δικτυακός του τόπος (www.debtocracy.gr) κόστισε μόλις 7.790 ευρώ. Πιθανότατα, δε, είναι η πρώτη κινηματογραφική δουλειά-ρεφενέ στην Ελλάδα. Τα λίγα έξοδα καλύφθηκαν από εισφορές μελλοντικών θεατών μέσω διάφορων τραπεζικών εργαλείων, πιστωτικές κάρτες, Paypal κ.ά. Μέχρι στιγμής το έχουν δει πάνω από 500.000 άτομα.
Κάν’ το όπως ο Ισημερινός;
Ενα μεγάλο μέρος της «Χρεοκρατίας» αφιερώνεται στη στάση πληρωμών που έκανε το 2008 ο πρόεδρος του Ισημερινού κ. Ραφαέλ Κορέα. Με συγκινητική μουσική υπόκρουση και φιλμάκια χαμογελαστών κατοίκων του Ισημερινού (σε αντίθεση με τα εμβόλιμα θλιμμένα πρόσωπα των Ελλήνων) το «ντοκιμαντέρ» κηρύσσει ότι η Ελλάδα πρέπει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Μόνο που στο έργο δεν αναφέρονται όλα. Πρώτον ο Κορέα χαρακτήρισε το χρέος παράνομο, επειδή συσσωρεύτηκε από τη χούντα του Ισημερινού και υποσχέθηκε να προσφύγει σε διεθνή δικαστήρια. Το χρέος μπορεί να χαρακτηριστεί απεχθές. Δεύτερον: σύμφωνα με μια τεκμηριωμένη (εξ ευωνύμων, μάλιστα) κριτική που γίνεται στο Debtocracy «ο πληθωρισμός έχει εκτινάξει στο διπλάσιο τις τιμές των τροφίμων μέσα σε μια διετία... [Επίσης] Ο Κορέα, ξεκινά ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων τεράστιων εκτάσεων γης, όπου σε συνεργασία με καναδέζικες πολυεθνικές, θα κατασκευαστούν ορυχεία άνθρακα. Αυτές τις καναδέζικες εταιρείες, μάλιστα, που θεωρούνται υπαίτιες στον Ισημερινό για συγκρότηση παραστρατιωτικών ομάδων και δολοφονίες ακτιβιστών το 2006 κ.ά.» (πρβλ. gatouleas. wordpress.com)
Αν και η σύγκριση με τον Ισημερινό δεν είναι και ιδιαίτερα κολακευτική υπάρχει μια σημαντική διαφορά που αποκρύπτεται. Ο Ισημερινός είναι πετρελαιοπαραγωγός χώρα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών είναι μηδενικό. Οι εισαγωγές της είναι περίπου όσες και οι εξαγωγές της. Το 2009 εισήγαγε προϊόντα 14,27 δισεκατομμυρίων δολαρίων και εξήγαγε προϊόντα 14,35 δισ. δολαρίων (κυρίως πετρέλαιο). Η Ελλάδα τον ίδιο χρόνο εισήγαγε προϊόντα και υπηρεσίες 45 δισ. δολαρίων περισσότερα από τις εξαγωγές της. Αυτά τα 45 δισ. καλύφθηκαν από τον εξωτερικό δανεισμό. Ούτε στα τρόφιμα δεν είναι αυτάρκης η χώρα μας: το 2009 παρουσιάστηκε έλλειμμα στο ισοζύγιο τροφίμων 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία επίσης καλύφθηκαν από δανεισμό. Μια στάση πληρωμών σημαίνει ότι για ένα διάστημα, όσο δεν δανείζεσαι, σχετική αυτάρκεια. Η Ελλάδα, όμως, εισάγει πάνω από 1.000.000 τόνους μαλακό σιτάρι ετησίως. Κυρίως από τη Γερμανία. Και 500.000 τόνους καλαμπόκι. Κυρίως από την Γαλλία!
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-4-2011
Πρόταση-σοκ από Σημίτη
Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση το ταχύτερο
«Η αναδιάρθρωση του χρέους θα απελευθερώσει δυνάμεις» λέει ο κ. Κ. Σημίτης στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα της Κυριακής». Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους το ταχύτερο δυνατόν, σε συνεννόηση ασφαλώς με τους ευρωπαίους εταίρους της, και τονίζει ότι «μια καλά προετοιμασμένη αναδιάρθρωση» μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική ώστε «τα επόμενα 15-20 χρόνια να είναι μια περίοδος στην οποία θα ξαναχτίσουμε με αισιοδοξία μια σταθερή οικονομία και θα επανενταχθούμε στην ευρωπαϊκή εξέλιξη». Παραλλήλως, καταρρίπτει καλλιεργούμενες φήμες περί τραπεζικών κλυδωνισμών και επισημαίνει με έμφαση ότι «από την αναδιάρθρωση δεν κινδυνεύουν οι καταθέσεις» . Εκτιμά ότι ακόμη και αν η Ελλάδα υποστεί μια 20ετή δοκιμασία σκληρής λιτότητας για να αποφύγει την αναδιάρθρωση, τίποτε δεν εγγυάται ότι θα επιτύχει την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους, αφού, όπως υπογραμμίζει, «είναι επιπόλαιο να ελπίζουμε ότι τα επόμενα 20 χρόνια δεν θα προκύψουν οικονομικές αναταραχές, νομισματικές κρίσεις, ανατιμήσεις του πετρελαίου» που θα έχουν ως αποτέλεσμα «να αναπαράγονται οι κρίσεις».
Ο πρώην πρωθυπουργός στοιχειοθετεί το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της αναδιάρθρωσης έναντι των ευρωπαϊκών κέντρων που αντιδρούν στην προοπτική αυτή όταν καταδεικνύει ότι η συσσώρευση και η συνακόλουθη αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους των περιφερειακών χωρών της Ενωσης δεν οφείλονται μόνο στις λανθασμένες πολιτικές τους αλλά και «στις ανισορροπίες που προκαλεί το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου». Εκτιμά ότι για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του χάσματος αυτού και να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απαιτούνται «κοινοτική αλληλεγγύη και διευκόλυνση των οφειλετριών χωρών». Ταυτόχρονα ο κ. Σημίτης απαντά στις κατηγορίες που διατύπωσε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Μαρκ Ρος στο «Βήμα της Κυριακής», σχετικά με το αν το swap της Goldman Sachs βοήθησε την Ελλάδα να αποκρύψει μέρος του χρέους της και έτσι να ενταχθεί στην ΟΝΕ. «Ο Ρος παραποιεί χονδροειδώς τα γεγονότα» λέει ο πρώην πρωθυπουργός, εξηγεί με λεπτομέρειες την τότε συμφωνία και υπενθυμίζει ότι το 2001, έτος που έγινε το swap, η Ελλάδα ήταν ήδη μέλος της ΟΝΕ.
- Το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο της συζήτησης. Ποια είναι η γνώμη σας;
« Η αναδιάρθρωση θεωρείται αναγκαία, ιδίως από οικονομολόγους και ερευνητικά κέντρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το κύριο επιχείρημά τους είναι ότι η αποπληρωμή του ελληνικού χρέους προϋποθέτει επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας οι οποίες είναι αμφίβολο αν θα επιτευχθούν. Εξαρτάται, για παράδειγμα, από την πραγματοποίηση πλεονασμάτων από το Δημόσιο σε ύψος και σε διάρκεια που δεν έχουν επιτευχθεί έως τώρα σε άλλες χώρες της Ενωσης. Πιστεύουν λοιπόν ότι ή θα πρέπει να περικοπεί το χρέος ή να επιμηκυνθεί κατά πολύ ο χρόνος εξόφλησής του και να μειωθεί δραστικά το επιτόκιο. Αναδιάρθρωση μπορεί να επιβληθεί στη χώρα το 2013 από το Εurogroup. Αν ζητήσουμε τη βοήθεια του νέου μηχανισμού στήριξης και το χρέος μας κριθεί μη βιώσιμο, η αναδιάρθρωση θα αποτελέσει τότε όρο της χρηματοδότησής μας. Η αναδιάρθρωση μπορεί να έχει πολύ αρνητικές συνέπειες και δεν είναι σκόπιμη όταν η χώρα είναι απροετοίμαστη και σε αδυναμία να ελέγξει τις επιπτώσεις. Μια καλά προετοιμασμένη αναδιάρθρωση θα βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση μας». - Γιατί να μη συνεχίσουμε όπως σήμερα, με δυσκολίες αλλά χωρίς το στίγμα μιας αναδιάρθρωσης; «Ηδη τώρα δεν ξέρουμε πώς θα βγάλουμε πέρα το 2012 και το 2013, μια που είναι πολύ πιθανό να μην εξασφαλίσουμε δανεισμό με ένα ανεκτό επιτόκιο. Το ζητούμενο δεν είναι να τα καταφέρουμε “κουτσά στραβά” με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις. Η εμπειρία δείχνει ότι μια λύση που κινείται στα απώτατα όρια των δυνατοτήτων της οικονομίας δεν αποτελεί ενδεδειγμένη αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Είναι επιπόλαιο να ελπίζουμε ότι τα επόμενα 20 χρόνια, που κατά τα διάφορα σενάρια είναι ο αναγκαίος χρόνος για την πλήρη ομαλοποίηση της κατάστασης, δεν θα προκύψουν οικονομικές αναταραχές, νομισματικές κρίσεις, ανατιμήσεις του πετρελαίου. Θα απορρυθμίσουν τον μηχανισμό τακτοποίησης του χρέους που με τόση επιμέλεια και κόπο δημιουργήσαμε. Θα αναπαράγονται οι κρίσεις. Χρειάζεται μια λύση που θα έχει σταθερότητα και δεν θα ακυρωθεί από τις μεταγενέστερες διεθνείς εξελίξεις. Η αναδιάρθρωση ξεκαθαρίζοντας το τοπίο μπορεί να απελευθερώσει δυνάμεις. Τα επόμενα 15-20 χρόνια πρέπει να είναι περίοδος στην οποία θα ξαναχτίσουμε με αισιοδοξία μια σταθερή οικονομία και θα επανενταχθούμε στην ευρωπαϊκή εξέλιξη, και όχι ένα διάστημα μιζέριας, όπου θα ζούμε στο έλεος των κλυδωνισμών της παγκόσμιας οικονομίας».
- Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Τρισέ, ο αρμόδιος για το ελληνικό πρόβλημα επίτροπος κ.Ρεν και πολλοί άλλοι έχουν εκφραστεί κατά της αναδιάρθρωσης. Δεν ενδιαφέρονται αυτοί να ξεπεράσει η Ελλάδα τις δυσκολίες;
« Βεβαίως ενδιαφέρονται αλλά έχουν τις δικές τους προτεραιότητες. Πρώτο και κύριο μέλημά τους είναι η σταθερότητα του ευρώ. Δεν θέλουν να υπάρξει ένα προηγούμενο, το οποίο ίσως αποτελέσει παράδειγμα σε άλλες χώρες να ζητήσουν και αυτές αναδιάρθρωση. Ετσι θα επηρεάσει αρνητικά τη θέση του ευρωπαϊκού νομίσματος στις παγκόσμιες αγορές, θα προκαλέσει προβλήματα στις τράπεζες διαφόρων χωρών και θα οδηγήσει σε αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στόχος τους είναι να ελέγξουν απόλυτα τις εξελίξεις και να προχωρούν σε αλλαγές πολιτικής μόνο όταν οι ίδιοι το κρίνουν σκόπιμο, όπως έγινε με την επιμήκυνση της εξόφλησης του δανείου προς την Ελλάδα και με τη μείωση του επιτοκίου του. Στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης θα πρέπει να υπάρξει συνεννόηση και συμφωνία μαζί τους, ώστε να πειστούν ότι δεν θα υπάρξει επίπτωση στην ευρωζώνη. Οι τράπεζες που έχουν δανείσει την Ελλάδα επίσης δεν θα είναι σύμφωνες με την περικοπή των απαιτήσεών τους. Δεν θέλουν να χάσουν χρήματα. Αλλά δεν είναι κατανοητό γιατί οι έλληνες πολίτες, και ιδίως οι εργαζόμενοι, θα πρέπει οπωσδήποτε να ζήσουν για εί κοσι χρόνια περίπου σε κατάσταση στενότητας και συνεχών δυσκολιών λόγω των υψηλών επιτοκίων που συμφωνήθηκαν σε μια κατάσταση κρίσης. Οι περιφερειακές χώρες της Ενωσης πληρώνουν όχι μόνο τις απροσεξίες και τις λανθασμένες πολιτικές τους αλλά και τις ανισορροπίες που προκαλεί το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου. Η αντιμετώπιση των συνεπειών αυτού του χάσματος απαιτεί κοινοτική αλληλεγγύη και διευκόλυνση των οφειλετριών χωρών». - Οι οικονομολόγοι που συνιστούν την αναδιάρθρωση είναι της άποψης ότι θα πρέπει να γίνει το ταχύτερο. Γιατί;
« Αναδιαρθρώσεις είναι σκόπιμο να μην καθυστερούν. Η Ελλάδα με το δάνειο των 110 δισ. ευρώ εξοφλεί παλαιούς ιδιώτες ομολογιούχους δημιουργώντας νέες υποχρεώσεις προς την Ευρωπαϊκή Ενωση, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, τις οποίες θα εξοφλήσει στο μέλλον. Με την πάροδο του χρόνου το χρέος προς τους ιδιώτες ομολογιούχους (κυρίως τις τράπεζες του εξωτερικού) μετατρέπεται έτσι σε νέο χρέος προς τους διεθνείς οργανισμούς που μας στηρίζουν. Οι νέες αυτές υποχρεώσεις δεν μπορούν να περικοπούν γιατί προέκυψαν από αιτήματα της Ελλάδας για βοήθεια και συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεών της. Οσο λοιπόν καθυστερεί η αναδιάρθρωση τόσο αυξάνεται το χρέος που δεν μπορεί να αναδιαρθρωθεί. Περιορίζεται έτσι το αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκεται, το χρέος παραμένει υψηλό. Η καθυστέρηση έχει επίσης αρνητική επίδραση στο κλίμα των αγορών. Ολο και περισσότεροι αναλυτές αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα της Ελλάδας να εξοφλήσει το σύνολο του χρέους της. Είναι επόμενο λοιπόν το επιτόκιο του δανεισμού της χώρας να παραμένει απαγορευτικό. Υπό τις συνθήκες αυτές η αναδιάρθρωση πρέπει να επαναφέρει σαφήνεια για το μέλλον. Πρέπει να είναι πειστική και να αποτελεί βιώσιμη λύση. Μια ατελής αναδιάρθρωση θα προκαλέσει την ένταση των αμφιβολιών για τη δυνατότητα θετικής έκβασης της κρίσης, με αποτέλεσμα τη φυγή των καταθέσεων προς το εξωτερικό και τον αισθητό περιορισμό των ισχνών δυνατοτήτων ανάκαμψης». - Η αναδιάρθρωση σημαίνει απαλλαγή της Ελλάδας από το μνημόνιο ή νέους περιοριστικούς όρους;
« Η αναδιάρθρωση δεν είναι πανάκεια. Δεν παύει η αναγκαιότητα προσαρμογής προς τους κανόνες των συνθηκών για το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα ούτε απαλλάσσεται η Ελλάδα από το μνημόνιο και τις άλλες υποχρεώσεις που ανέλαβε. Με την αναδιάρθρωση μειώνεται είτε το ύψος του χρέους είτε και ο τρόπος αποπληρωμής του. Ο χρόνος της προσπάθειας θα είναι έτσι πιο περιορισμένος και η προσπάθεια ίσως όχι τόσο έντονη. Ομως, παρ΄ όλα αυτά, θα πρέπει να είναι σημαντική και επίμονη. Αν δεν τηρήσουμε τα όσα συμφωνήσαμε, θα υπάρξουν περιοριστικοί όροι είτε με είτε χωρίς αναδιάρθρωση».
- Πιστεύετεότι η αναδιάρθρωση πρέπει να συνοδευθεί από ένα νέο σχέδιο ανάταξης της οικονομίας; «Το σχέδιο επιστροφής στην ομαλότητα καθορίζεται σήμερα από το μνημόνιο. Αυτό όμως δεν αρκεί. Το μνημόνιο επικεντρώνεται στους περιορισμούς δαπανών, στην απελευθέρωση αγορών, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας με μείωση των αμοιβών των εργαζομένων. Το σχέδιο ανάταξης της χώρας θα πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία δυναμικής προόδου, να βελτιώσει τις μακροοικονομικές προοπτικές και να σηματοδοτήσει την πορεία προς ένα δικαιότερο κοινωνικά κράτος, μια πιο αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και μια κοινωνία απαλλαγμένη από πελατειακές νοοτροπίες και λαϊκισμό. Στην πορεία αυτή πρέπει να επανεξετάσουμε, πέρα από τα θέματα του μνημονίου, τις πολιτικές για την Παιδεία, την αναμόρφωση της διοίκησης, τη λειτουργία των θεσμών. Και βέβαια χρειάζεται συναίνεση, αλλά χρειάζεται επίσης αποφασιστικότητα για το καινούργιο αντί για μια καθηλωτική συνεχή διαπραγμάτευση».
« Θα αναφέρω ενδεικτικά τα σπουδαιότερα θέματα. Το πιο άμεσο είναι η διερεύνηση των διαφόρων δυνατοτήτων αναδιάρθρωσης και η επιλογή της σκοπιμότερης. Θα επιδιωχθεί η περικοπή του χρέους και κατά τι ποσοστό; Είναι προτιμότερη η επιμήκυνση της εξόφλησης και για πόσο διάστημα; Η μείωση του επιτοκίου και σε τι βαθμό; Θα πρέπει να αποτιμηθούν οι πιθανές επιπτώσεις στις ελληνικές τράπεζες και στα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν επενδύσει τα κεφάλαιά τους σε ομόλογα του Δημοσίου, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης των επιπτώσεων αυτών. Για παράδειγμα, τα ομόλογα των ασφαλιστικών ταμείων θα πρέπει να προστατευθούν, για να μην υπάρξουν επιπτώσεις στις συντάξεις. Χρειάζονται βεβαίως συνεννοήσεις με τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, για να συνεργαστούν και να βοηθήσουν την προσπάθεια, όπως και με τους ξένους δανειστές. Η αναδιάρθρωση δεν έχει επιπτώσεις στις καταθέσεις και οι καταθέτες δεν χάνουν τα λεφτά τους. Ομως πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό προϋποθέτει σχεδιασμό ενημέρωσης και ενεργειών και ευρύτερη συμφωνία. Η αναδιάρθρωση δεν προαναγγέλλεται. Και η σημερινή συζήτηση δεν μπορεί να καταλήξει σε μια κυβερνητική απόφαση που θα ανακοινωθεί δημόσια. Αποτελεί μια προτροπή προς την κυβέρνηση για να αναλάβει πρωτοβουλία, αν δεν το έχει ήδη κάνει. Αλλωστε πριν από την απόφαση χρειάζονται επίμονες και συνεχείς απόρρητες συνομιλίες, που δεν επιτρέπεται να γίνουν με το συνηθισμένο στην Ελλάδα κλίμα “διαρροών” προς φιλικούς δημοσιογράφους για τις προθέσεις της κυβέρνησης. Χρειάζεται μια ομάδα με ειδικές γνώσεις, ικανή για διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις των ενδιαφερομένων χωρών και την Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς και η συμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος, που γνωρίζει όλα τα στοιχεία των ελληνικών τραπεζών».
« Αιτία της συνεχούς αυτής αμφισβήτησης είναι η απογραφή της ΝΔ. Οταν μια ελληνική κυβέρνηση καταγγέλλει επίσημα στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως ψευδή τα στατιστικά στοιχεία της προηγούμενης κυβέρνησης, γιατί οι άλλες χώρες της Ενωσης να θέλουν να επιμείνουν στην ορθότητά τους; Οταν αργότερα διαπιστώνεται από την Ενωση ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, που προχώρησε δήθεν σε μια απογραφή, παραποίησε τα στατιστικά στοιχεία των ετών της διακυβέρνησής της, γιατί να μην υπάρχει γενικευμένη δυσπιστία για οτιδήποτε έκανε η Ελλάδα; Η Goldman Sachs αναμείχθηκε ενεργά στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές που προκάλεσαν την κρίση στις ΗΠΑ. Οταν ξέσπασε η κρίση, αντιτάχθηκε ενεργά στους ελέγχους των τραπεζών και των πρακτικών του που επιδίωξε και επέβαλε η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Υπό τις συνθήκες αυτές η δημόσια συζήτηση για τις θεμιτές και αθέμιτες δραστηριότητες της τράπεζας επικεντρώθηκε στις συναλλαγές της. Η συναλλαγή με μια χώρα για την οποία γίνεται ευρύτατα δεκτό ότι παραποίησε και συγκάλυψε στοιχεία προσφέρεται για κριτική, παραποιήσεις, υπερβολές και προσωπική προβολή αυτοκλήτων εισαγγελέων. Αιτία αποτελεί όμως και ο τρόπος με τον οποία η ελληνική κοινωνία δέχθηκε την απογραφή του 2004 και τις διάφορες ψευδείς καταγγελίες για παραποίηση στοιχείων κατά την ένταξη στην ΟΝΕ. Η ελληνική κοινή γνώμη, όπως διαμορφώθηκε με τη συνεχή πολιτική αντιπαλότητα, δέχεται εύκολα την εικονική πραγματικότητα των οποιοδήποτε καταγγελιών, των σκανδάλων και των πολιτικών συνθημάτων. Αυτή η καλλιεργούμενη πραγματικότητα πουλάει βιβλία, όπως του Ρος, φύλλα εφημερίδων, εξασφαλίζει θεαματικότητα στις τηλεοπτικές εκπομπές και αίρει τους οποιουσδήποτε φραγμούς στον λαϊκισμό και στην αυθαιρεσία. Γι΄ αυτό και βρίσκονται στο στόχαστρο οι προσπάθειες εξορθολογισμού της οικονομίας, περιορισμού του πελατειακού κράτους ή αποτελεσματικής λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Γι΄ αυτό και οι δυσκολίες στην εφαρμογή του μνημονίου. Θα επαναλάβω λοιπόν ότι εκείνο που κυρίως χρειαζόμαστε είναι αποφασιστικότητα για το καινούργιο».
« Η Ελλάδα είχε λάβει πολλά δάνεια σε γεν, κυρίως « Η Ελλάδα έγινε μέλος της ΟΝΕ το καλοκαίρι του 2000. Η απόφαση πάρθηκε σύμφωνα με τις συνθήκες με βάση τα οικονομικά στοιχεία των ετών 1998 και 1999. Το 2001 η Ελλάδα ήταν λοιπόν ήδη μέλος της ΟΝΕ. Για ποιον λόγο η ελληνική κυβέρνηση να κάνει το 2001 μια συμφωνία με την Goldman Sachs ώστε να επιτύχει την ένταξή της στην ΟΝΕ όταν ήταν ήδη από το 2000 μέλος της ΟΝΕ; Ο Ρος παραποιεί χονδροειδώς τα γεγονότα».
- Ωστόσο με την Goldman Sachs υπεγράφη τον Ιούνιο του 2001 ένα swap. Δεν έχει σχέση αυτό με όσα λέει ο Ρος;
κατά την περίοδο 1993-1994. Την περίοδο μετά την ένταξη στο ευρώ η αξία του γεν άρχισε να αυξάνεται ραγδαία έναντι του ευρώ. Η ανατίμησή του σήμαινε αύξηση του χρέους μας. Η Ελλάδα θα έπρεπε να πληρώσει πολύ περισσότερα ευρώ για να εξοφλήσει το χρέος της σε γεν. Αποφασίστηκε λοιπόν από την αρμόδια κρατική υπηρεσία, τον Οργανισμό Διαχείρισης του Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), το 2001, να μετατραπεί το χρέος από γεν σε ευρώ μέσω του swap. Αλλωστε όλες οι χώρες του ευρώ επιδίωκαν τα χρέη τους να είναι σε ευρώ. Η Goldman Sachs ανέλαβε να πληρώσει το μελλοντικό χρέος σε γεν και η Ελλάδα να πληρώσει στην τράπεζα το ποσό αυτό σε ευρώ, σε ισοτιμία που καθορίστηκε την ημέρα της συμφωνίας. Ο κίνδυνος της ανατίμησης του γεν μεταφέρθηκε έτσι στην τράπεζα. Ταυτόχρονα συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του νέου χρέους σε ευρώ από το 2014 ως το 2019, δηλαδή σε μακρύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ίσχυε για το παλαιότερο χρέος σε γεν. Αυτό βοήθησε την εξυπηρέτηση του χρέους. Ο Ρος παρουσιάζει την εικόνα της συμφωνίας αυτής κατά μυθιστορηματικό και αναντίστοιχο προς την πραγματικότητα τρόπο. Και εδώ προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις ισχυριζόμενος ανακριβώς μεταξύ άλλων ότι το ποσό της σύμβασης ξεπερνούσε εκείνο του ελληνικού χρέους. Το ελληνικό χρέος ήταν τότε περίπου στο 100% του ΑΕΠ, η σύμβαση αφορούσε περίπου 3 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 2% του ΑΕΠ. Οπως προκύπτει από διάφορα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και επανέλαβε ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Εurostat) σε συνέντευξή του σε ελληνική εφημερίδα, το swap του 2001 ήταν σύμφωνα με τους τότε κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το χρηματοοικονομικό αυτό εργαλείο (swap) χρησιμοποιήθηκε άλλωστε από αρκετές χώρες της Ενωσης στο πλαίσιο της διαχείρισης του δημοσίου χρέους της».
BHMA 17/4/2011
«Η αναδιάρθρωση του χρέους θα απελευθερώσει δυνάμεις» λέει ο κ. Κ. Σημίτης στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα της Κυριακής». Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους το ταχύτερο δυνατόν, σε συνεννόηση ασφαλώς με τους ευρωπαίους εταίρους της, και τονίζει ότι «μια καλά προετοιμασμένη αναδιάρθρωση» μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική ώστε «τα επόμενα 15-20 χρόνια να είναι μια περίοδος στην οποία θα ξαναχτίσουμε με αισιοδοξία μια σταθερή οικονομία και θα επανενταχθούμε στην ευρωπαϊκή εξέλιξη». Παραλλήλως, καταρρίπτει καλλιεργούμενες φήμες περί τραπεζικών κλυδωνισμών και επισημαίνει με έμφαση ότι «από την αναδιάρθρωση δεν κινδυνεύουν οι καταθέσεις» . Εκτιμά ότι ακόμη και αν η Ελλάδα υποστεί μια 20ετή δοκιμασία σκληρής λιτότητας για να αποφύγει την αναδιάρθρωση, τίποτε δεν εγγυάται ότι θα επιτύχει την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους, αφού, όπως υπογραμμίζει, «είναι επιπόλαιο να ελπίζουμε ότι τα επόμενα 20 χρόνια δεν θα προκύψουν οικονομικές αναταραχές, νομισματικές κρίσεις, ανατιμήσεις του πετρελαίου» που θα έχουν ως αποτέλεσμα «να αναπαράγονται οι κρίσεις».
Ο πρώην πρωθυπουργός στοιχειοθετεί το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της αναδιάρθρωσης έναντι των ευρωπαϊκών κέντρων που αντιδρούν στην προοπτική αυτή όταν καταδεικνύει ότι η συσσώρευση και η συνακόλουθη αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους των περιφερειακών χωρών της Ενωσης δεν οφείλονται μόνο στις λανθασμένες πολιτικές τους αλλά και «στις ανισορροπίες που προκαλεί το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου». Εκτιμά ότι για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του χάσματος αυτού και να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απαιτούνται «κοινοτική αλληλεγγύη και διευκόλυνση των οφειλετριών χωρών». Ταυτόχρονα ο κ. Σημίτης απαντά στις κατηγορίες που διατύπωσε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Μαρκ Ρος στο «Βήμα της Κυριακής», σχετικά με το αν το swap της Goldman Sachs βοήθησε την Ελλάδα να αποκρύψει μέρος του χρέους της και έτσι να ενταχθεί στην ΟΝΕ. «Ο Ρος παραποιεί χονδροειδώς τα γεγονότα» λέει ο πρώην πρωθυπουργός, εξηγεί με λεπτομέρειες την τότε συμφωνία και υπενθυμίζει ότι το 2001, έτος που έγινε το swap, η Ελλάδα ήταν ήδη μέλος της ΟΝΕ.
- Το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο της συζήτησης. Ποια είναι η γνώμη σας;
« Η αναδιάρθρωση θεωρείται αναγκαία, ιδίως από οικονομολόγους και ερευνητικά κέντρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το κύριο επιχείρημά τους είναι ότι η αποπληρωμή του ελληνικού χρέους προϋποθέτει επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας οι οποίες είναι αμφίβολο αν θα επιτευχθούν. Εξαρτάται, για παράδειγμα, από την πραγματοποίηση πλεονασμάτων από το Δημόσιο σε ύψος και σε διάρκεια που δεν έχουν επιτευχθεί έως τώρα σε άλλες χώρες της Ενωσης. Πιστεύουν λοιπόν ότι ή θα πρέπει να περικοπεί το χρέος ή να επιμηκυνθεί κατά πολύ ο χρόνος εξόφλησής του και να μειωθεί δραστικά το επιτόκιο. Αναδιάρθρωση μπορεί να επιβληθεί στη χώρα το 2013 από το Εurogroup. Αν ζητήσουμε τη βοήθεια του νέου μηχανισμού στήριξης και το χρέος μας κριθεί μη βιώσιμο, η αναδιάρθρωση θα αποτελέσει τότε όρο της χρηματοδότησής μας. Η αναδιάρθρωση μπορεί να έχει πολύ αρνητικές συνέπειες και δεν είναι σκόπιμη όταν η χώρα είναι απροετοίμαστη και σε αδυναμία να ελέγξει τις επιπτώσεις. Μια καλά προετοιμασμένη αναδιάρθρωση θα βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση μας». - Γιατί να μη συνεχίσουμε όπως σήμερα, με δυσκολίες αλλά χωρίς το στίγμα μιας αναδιάρθρωσης; «Ηδη τώρα δεν ξέρουμε πώς θα βγάλουμε πέρα το 2012 και το 2013, μια που είναι πολύ πιθανό να μην εξασφαλίσουμε δανεισμό με ένα ανεκτό επιτόκιο. Το ζητούμενο δεν είναι να τα καταφέρουμε “κουτσά στραβά” με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις. Η εμπειρία δείχνει ότι μια λύση που κινείται στα απώτατα όρια των δυνατοτήτων της οικονομίας δεν αποτελεί ενδεδειγμένη αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Είναι επιπόλαιο να ελπίζουμε ότι τα επόμενα 20 χρόνια, που κατά τα διάφορα σενάρια είναι ο αναγκαίος χρόνος για την πλήρη ομαλοποίηση της κατάστασης, δεν θα προκύψουν οικονομικές αναταραχές, νομισματικές κρίσεις, ανατιμήσεις του πετρελαίου. Θα απορρυθμίσουν τον μηχανισμό τακτοποίησης του χρέους που με τόση επιμέλεια και κόπο δημιουργήσαμε. Θα αναπαράγονται οι κρίσεις. Χρειάζεται μια λύση που θα έχει σταθερότητα και δεν θα ακυρωθεί από τις μεταγενέστερες διεθνείς εξελίξεις. Η αναδιάρθρωση ξεκαθαρίζοντας το τοπίο μπορεί να απελευθερώσει δυνάμεις. Τα επόμενα 15-20 χρόνια πρέπει να είναι περίοδος στην οποία θα ξαναχτίσουμε με αισιοδοξία μια σταθερή οικονομία και θα επανενταχθούμε στην ευρωπαϊκή εξέλιξη, και όχι ένα διάστημα μιζέριας, όπου θα ζούμε στο έλεος των κλυδωνισμών της παγκόσμιας οικονομίας».
- Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Τρισέ, ο αρμόδιος για το ελληνικό πρόβλημα επίτροπος κ.Ρεν και πολλοί άλλοι έχουν εκφραστεί κατά της αναδιάρθρωσης. Δεν ενδιαφέρονται αυτοί να ξεπεράσει η Ελλάδα τις δυσκολίες;
« Βεβαίως ενδιαφέρονται αλλά έχουν τις δικές τους προτεραιότητες. Πρώτο και κύριο μέλημά τους είναι η σταθερότητα του ευρώ. Δεν θέλουν να υπάρξει ένα προηγούμενο, το οποίο ίσως αποτελέσει παράδειγμα σε άλλες χώρες να ζητήσουν και αυτές αναδιάρθρωση. Ετσι θα επηρεάσει αρνητικά τη θέση του ευρωπαϊκού νομίσματος στις παγκόσμιες αγορές, θα προκαλέσει προβλήματα στις τράπεζες διαφόρων χωρών και θα οδηγήσει σε αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στόχος τους είναι να ελέγξουν απόλυτα τις εξελίξεις και να προχωρούν σε αλλαγές πολιτικής μόνο όταν οι ίδιοι το κρίνουν σκόπιμο, όπως έγινε με την επιμήκυνση της εξόφλησης του δανείου προς την Ελλάδα και με τη μείωση του επιτοκίου του. Στην περίπτωση της αναδιάρθρωσης θα πρέπει να υπάρξει συνεννόηση και συμφωνία μαζί τους, ώστε να πειστούν ότι δεν θα υπάρξει επίπτωση στην ευρωζώνη. Οι τράπεζες που έχουν δανείσει την Ελλάδα επίσης δεν θα είναι σύμφωνες με την περικοπή των απαιτήσεών τους. Δεν θέλουν να χάσουν χρήματα. Αλλά δεν είναι κατανοητό γιατί οι έλληνες πολίτες, και ιδίως οι εργαζόμενοι, θα πρέπει οπωσδήποτε να ζήσουν για εί κοσι χρόνια περίπου σε κατάσταση στενότητας και συνεχών δυσκολιών λόγω των υψηλών επιτοκίων που συμφωνήθηκαν σε μια κατάσταση κρίσης. Οι περιφερειακές χώρες της Ενωσης πληρώνουν όχι μόνο τις απροσεξίες και τις λανθασμένες πολιτικές τους αλλά και τις ανισορροπίες που προκαλεί το χάσμα ανάπτυξης μεταξύ Βορρά και Νότου. Η αντιμετώπιση των συνεπειών αυτού του χάσματος απαιτεί κοινοτική αλληλεγγύη και διευκόλυνση των οφειλετριών χωρών». - Οι οικονομολόγοι που συνιστούν την αναδιάρθρωση είναι της άποψης ότι θα πρέπει να γίνει το ταχύτερο. Γιατί;
« Αναδιαρθρώσεις είναι σκόπιμο να μην καθυστερούν. Η Ελλάδα με το δάνειο των 110 δισ. ευρώ εξοφλεί παλαιούς ιδιώτες ομολογιούχους δημιουργώντας νέες υποχρεώσεις προς την Ευρωπαϊκή Ενωση, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, τις οποίες θα εξοφλήσει στο μέλλον. Με την πάροδο του χρόνου το χρέος προς τους ιδιώτες ομολογιούχους (κυρίως τις τράπεζες του εξωτερικού) μετατρέπεται έτσι σε νέο χρέος προς τους διεθνείς οργανισμούς που μας στηρίζουν. Οι νέες αυτές υποχρεώσεις δεν μπορούν να περικοπούν γιατί προέκυψαν από αιτήματα της Ελλάδας για βοήθεια και συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεών της. Οσο λοιπόν καθυστερεί η αναδιάρθρωση τόσο αυξάνεται το χρέος που δεν μπορεί να αναδιαρθρωθεί. Περιορίζεται έτσι το αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκεται, το χρέος παραμένει υψηλό. Η καθυστέρηση έχει επίσης αρνητική επίδραση στο κλίμα των αγορών. Ολο και περισσότεροι αναλυτές αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα της Ελλάδας να εξοφλήσει το σύνολο του χρέους της. Είναι επόμενο λοιπόν το επιτόκιο του δανεισμού της χώρας να παραμένει απαγορευτικό. Υπό τις συνθήκες αυτές η αναδιάρθρωση πρέπει να επαναφέρει σαφήνεια για το μέλλον. Πρέπει να είναι πειστική και να αποτελεί βιώσιμη λύση. Μια ατελής αναδιάρθρωση θα προκαλέσει την ένταση των αμφιβολιών για τη δυνατότητα θετικής έκβασης της κρίσης, με αποτέλεσμα τη φυγή των καταθέσεων προς το εξωτερικό και τον αισθητό περιορισμό των ισχνών δυνατοτήτων ανάκαμψης». - Η αναδιάρθρωση σημαίνει απαλλαγή της Ελλάδας από το μνημόνιο ή νέους περιοριστικούς όρους;
« Η αναδιάρθρωση δεν είναι πανάκεια. Δεν παύει η αναγκαιότητα προσαρμογής προς τους κανόνες των συνθηκών για το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα ούτε απαλλάσσεται η Ελλάδα από το μνημόνιο και τις άλλες υποχρεώσεις που ανέλαβε. Με την αναδιάρθρωση μειώνεται είτε το ύψος του χρέους είτε και ο τρόπος αποπληρωμής του. Ο χρόνος της προσπάθειας θα είναι έτσι πιο περιορισμένος και η προσπάθεια ίσως όχι τόσο έντονη. Ομως, παρ΄ όλα αυτά, θα πρέπει να είναι σημαντική και επίμονη. Αν δεν τηρήσουμε τα όσα συμφωνήσαμε, θα υπάρξουν περιοριστικοί όροι είτε με είτε χωρίς αναδιάρθρωση».
- Πιστεύετεότι η αναδιάρθρωση πρέπει να συνοδευθεί από ένα νέο σχέδιο ανάταξης της οικονομίας; «Το σχέδιο επιστροφής στην ομαλότητα καθορίζεται σήμερα από το μνημόνιο. Αυτό όμως δεν αρκεί. Το μνημόνιο επικεντρώνεται στους περιορισμούς δαπανών, στην απελευθέρωση αγορών, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας με μείωση των αμοιβών των εργαζομένων. Το σχέδιο ανάταξης της χώρας θα πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία δυναμικής προόδου, να βελτιώσει τις μακροοικονομικές προοπτικές και να σηματοδοτήσει την πορεία προς ένα δικαιότερο κοινωνικά κράτος, μια πιο αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και μια κοινωνία απαλλαγμένη από πελατειακές νοοτροπίες και λαϊκισμό. Στην πορεία αυτή πρέπει να επανεξετάσουμε, πέρα από τα θέματα του μνημονίου, τις πολιτικές για την Παιδεία, την αναμόρφωση της διοίκησης, τη λειτουργία των θεσμών. Και βέβαια χρειάζεται συναίνεση, αλλά χρειάζεται επίσης αποφασιστικότητα για το καινούργιο αντί για μια καθηλωτική συνεχή διαπραγμάτευση».
«Οι καταθέτες δεν θα χάσουν τα λεφτά τους»
- Ποιους στόχους έχει η προετοιμασία της αναδιάρθρωσης; « Θα αναφέρω ενδεικτικά τα σπουδαιότερα θέματα. Το πιο άμεσο είναι η διερεύνηση των διαφόρων δυνατοτήτων αναδιάρθρωσης και η επιλογή της σκοπιμότερης. Θα επιδιωχθεί η περικοπή του χρέους και κατά τι ποσοστό; Είναι προτιμότερη η επιμήκυνση της εξόφλησης και για πόσο διάστημα; Η μείωση του επιτοκίου και σε τι βαθμό; Θα πρέπει να αποτιμηθούν οι πιθανές επιπτώσεις στις ελληνικές τράπεζες και στα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν επενδύσει τα κεφάλαιά τους σε ομόλογα του Δημοσίου, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης των επιπτώσεων αυτών. Για παράδειγμα, τα ομόλογα των ασφαλιστικών ταμείων θα πρέπει να προστατευθούν, για να μην υπάρξουν επιπτώσεις στις συντάξεις. Χρειάζονται βεβαίως συνεννοήσεις με τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, για να συνεργαστούν και να βοηθήσουν την προσπάθεια, όπως και με τους ξένους δανειστές. Η αναδιάρθρωση δεν έχει επιπτώσεις στις καταθέσεις και οι καταθέτες δεν χάνουν τα λεφτά τους. Ομως πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό προϋποθέτει σχεδιασμό ενημέρωσης και ενεργειών και ευρύτερη συμφωνία. Η αναδιάρθρωση δεν προαναγγέλλεται. Και η σημερινή συζήτηση δεν μπορεί να καταλήξει σε μια κυβερνητική απόφαση που θα ανακοινωθεί δημόσια. Αποτελεί μια προτροπή προς την κυβέρνηση για να αναλάβει πρωτοβουλία, αν δεν το έχει ήδη κάνει. Αλλωστε πριν από την απόφαση χρειάζονται επίμονες και συνεχείς απόρρητες συνομιλίες, που δεν επιτρέπεται να γίνουν με το συνηθισμένο στην Ελλάδα κλίμα “διαρροών” προς φιλικούς δημοσιογράφους για τις προθέσεις της κυβέρνησης. Χρειάζεται μια ομάδα με ειδικές γνώσεις, ικανή για διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις των ενδιαφερομένων χωρών και την Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς και η συμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος, που γνωρίζει όλα τα στοιχεία των ελληνικών τραπεζών».
«Η κοινή γνώμη δέχεται εύκολα την εικονική πραγματικότητα των σκανδάλων»
- Πώς εξηγείτε τη διαδεδομένη φημολογίαότι συμμετείχαμε στην ΟΝΕ χωρίς να το δικαιούμαστε; « Αιτία της συνεχούς αυτής αμφισβήτησης είναι η απογραφή της ΝΔ. Οταν μια ελληνική κυβέρνηση καταγγέλλει επίσημα στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως ψευδή τα στατιστικά στοιχεία της προηγούμενης κυβέρνησης, γιατί οι άλλες χώρες της Ενωσης να θέλουν να επιμείνουν στην ορθότητά τους; Οταν αργότερα διαπιστώνεται από την Ενωση ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, που προχώρησε δήθεν σε μια απογραφή, παραποίησε τα στατιστικά στοιχεία των ετών της διακυβέρνησής της, γιατί να μην υπάρχει γενικευμένη δυσπιστία για οτιδήποτε έκανε η Ελλάδα; Η Goldman Sachs αναμείχθηκε ενεργά στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές που προκάλεσαν την κρίση στις ΗΠΑ. Οταν ξέσπασε η κρίση, αντιτάχθηκε ενεργά στους ελέγχους των τραπεζών και των πρακτικών του που επιδίωξε και επέβαλε η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Υπό τις συνθήκες αυτές η δημόσια συζήτηση για τις θεμιτές και αθέμιτες δραστηριότητες της τράπεζας επικεντρώθηκε στις συναλλαγές της. Η συναλλαγή με μια χώρα για την οποία γίνεται ευρύτατα δεκτό ότι παραποίησε και συγκάλυψε στοιχεία προσφέρεται για κριτική, παραποιήσεις, υπερβολές και προσωπική προβολή αυτοκλήτων εισαγγελέων. Αιτία αποτελεί όμως και ο τρόπος με τον οποία η ελληνική κοινωνία δέχθηκε την απογραφή του 2004 και τις διάφορες ψευδείς καταγγελίες για παραποίηση στοιχείων κατά την ένταξη στην ΟΝΕ. Η ελληνική κοινή γνώμη, όπως διαμορφώθηκε με τη συνεχή πολιτική αντιπαλότητα, δέχεται εύκολα την εικονική πραγματικότητα των οποιοδήποτε καταγγελιών, των σκανδάλων και των πολιτικών συνθημάτων. Αυτή η καλλιεργούμενη πραγματικότητα πουλάει βιβλία, όπως του Ρος, φύλλα εφημερίδων, εξασφαλίζει θεαματικότητα στις τηλεοπτικές εκπομπές και αίρει τους οποιουσδήποτε φραγμούς στον λαϊκισμό και στην αυθαιρεσία. Γι΄ αυτό και βρίσκονται στο στόχαστρο οι προσπάθειες εξορθολογισμού της οικονομίας, περιορισμού του πελατειακού κράτους ή αποτελεσματικής λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Γι΄ αυτό και οι δυσκολίες στην εφαρμογή του μνημονίου. Θα επαναλάβω λοιπόν ότι εκείνο που κυρίως χρειαζόμαστε είναι αποφασιστικότητα για το καινούργιο».
H GOLDMAN SACHS ΚΑΙ ΤΟ SWAP
«Ο Ρος παραποιεί χονδροειδώς τα γεγονότα»
- Ο Μαρκ Ρος στο βιβλίο του για την Goldman Sachs αναφέρει ότι η Ελλάδα μπόρεσε να μπει στη ζώνη του ευρώ το 2001 γιατί χάρη στην ευρηματικότητα της τράπεζας αυτής εκπλήρωσε τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ αναφορικά με το χρέος. Τι απαντάτε; « Η Ελλάδα είχε λάβει πολλά δάνεια σε γεν, κυρίως « Η Ελλάδα έγινε μέλος της ΟΝΕ το καλοκαίρι του 2000. Η απόφαση πάρθηκε σύμφωνα με τις συνθήκες με βάση τα οικονομικά στοιχεία των ετών 1998 και 1999. Το 2001 η Ελλάδα ήταν λοιπόν ήδη μέλος της ΟΝΕ. Για ποιον λόγο η ελληνική κυβέρνηση να κάνει το 2001 μια συμφωνία με την Goldman Sachs ώστε να επιτύχει την ένταξή της στην ΟΝΕ όταν ήταν ήδη από το 2000 μέλος της ΟΝΕ; Ο Ρος παραποιεί χονδροειδώς τα γεγονότα».
- Ωστόσο με την Goldman Sachs υπεγράφη τον Ιούνιο του 2001 ένα swap. Δεν έχει σχέση αυτό με όσα λέει ο Ρος;
κατά την περίοδο 1993-1994. Την περίοδο μετά την ένταξη στο ευρώ η αξία του γεν άρχισε να αυξάνεται ραγδαία έναντι του ευρώ. Η ανατίμησή του σήμαινε αύξηση του χρέους μας. Η Ελλάδα θα έπρεπε να πληρώσει πολύ περισσότερα ευρώ για να εξοφλήσει το χρέος της σε γεν. Αποφασίστηκε λοιπόν από την αρμόδια κρατική υπηρεσία, τον Οργανισμό Διαχείρισης του Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), το 2001, να μετατραπεί το χρέος από γεν σε ευρώ μέσω του swap. Αλλωστε όλες οι χώρες του ευρώ επιδίωκαν τα χρέη τους να είναι σε ευρώ. Η Goldman Sachs ανέλαβε να πληρώσει το μελλοντικό χρέος σε γεν και η Ελλάδα να πληρώσει στην τράπεζα το ποσό αυτό σε ευρώ, σε ισοτιμία που καθορίστηκε την ημέρα της συμφωνίας. Ο κίνδυνος της ανατίμησης του γεν μεταφέρθηκε έτσι στην τράπεζα. Ταυτόχρονα συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του νέου χρέους σε ευρώ από το 2014 ως το 2019, δηλαδή σε μακρύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ίσχυε για το παλαιότερο χρέος σε γεν. Αυτό βοήθησε την εξυπηρέτηση του χρέους. Ο Ρος παρουσιάζει την εικόνα της συμφωνίας αυτής κατά μυθιστορηματικό και αναντίστοιχο προς την πραγματικότητα τρόπο. Και εδώ προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις ισχυριζόμενος ανακριβώς μεταξύ άλλων ότι το ποσό της σύμβασης ξεπερνούσε εκείνο του ελληνικού χρέους. Το ελληνικό χρέος ήταν τότε περίπου στο 100% του ΑΕΠ, η σύμβαση αφορούσε περίπου 3 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 2% του ΑΕΠ. Οπως προκύπτει από διάφορα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και επανέλαβε ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Εurostat) σε συνέντευξή του σε ελληνική εφημερίδα, το swap του 2001 ήταν σύμφωνα με τους τότε κανόνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το χρηματοοικονομικό αυτό εργαλείο (swap) χρησιμοποιήθηκε άλλωστε από αρκετές χώρες της Ενωσης στο πλαίσιο της διαχείρισης του δημοσίου χρέους της».
BHMA 17/4/2011
Πέμπτη 7 Απριλίου 2011
Τζορτζ Σόρος: Συνεχίστε χωρίς δισταγμό
Συνέντευξη στην Κατερινα Σωκου
«Συνεχίστε τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς δισταγμό, μειώστε τις περιττές δημόσιες δαπάνες, απλοποιήστε το φορολογικό σύστημα». Αυτή είναι η συμβουλή του δισεκατομμυριούχου επενδυτή Τζορτζ Σόρος για την Ελλάδα, την οποία μάλιστα επαναλαμβάνει δις στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ». Αν και κατανοεί το αίσθημα απαισιοδοξίας που αισθάνθηκε διάχυτο κατά το πρόσφατο ταξίδι - αστραπή που έκανε στην Αθήνα, εκτιμά ότι δεν υπάρχει λιγότερο επώδυνος δρόμος για την έξοδο από την κρίση από αυτόν που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση.
Σε ερώτηση για το αν προτείνει την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, διευκρινίζει ότι πιστεύει στην ανάγκη ενός ηπιότερου «ανασχεδιασμού» (reprofiling) του χρέους, με διατήρηση της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων, μείωση του επιτοκίου και επιμήκυνση της λήξης τους. Ο κ. Σόρος αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη μιας επικοινωνιακής εκστρατείας για να πεισθεί η Γερμανία προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά και της δημιουργίας αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό της χώρας. Οπως λέει χαρακτηριστικά, «το γράμμα του νόμου εφαρμόζεται χωρίς ευνοιοκρατία και η διαφθορά τιμωρείται».
Ο Τζορτζ Σόρος ήλθε στην Αθήνα την περασμένη Κυριακή έχοντας ως στόχο, όπως λέει ο ίδιος, να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση σε μια κρίσιμη φάση, όπου ενδεχομένως θα ληφθούν σοβαρές αποφάσεις. Ο Σόρος ήταν προσκεκλημένος του διεθνούς επενδυτή Στέλιου Ζαββού και την Κυριακή το βράδυ μίλησε σε κλειστό δείπνο, παρουσία επιχειρηματιών, τραπεζιτών και του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου. Σε αυτό το δείπνο εξέφρασε την υποστήριξή του στο δύσκολο, όπως είπε, έργο της κυβέρνησης και κάλεσε την Ευρώπη να βοηθήσει την Ελλάδα με απτούς τρόπους.
Την επόμενη ημέρα, ο κ. Σόρος συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό στο γραφείο του στη Βουλή παρουσία και του κ. Παπακωνσταντίνου. Η επίσκεψή του προκάλεσε απορίες. Από το περιβάλλον του δηλώνεται ότι ο ίδιος «δεν έχει στην κατοχή του CDS για την Ελλάδα», ότι δηλαδή δεν έχει κερδοσκοπήσει εις βάρος της χώρας και συνεπώς, δεν θα έχει οφέλη από μια πιθανή αναδιάρθρωση που θα οδηγούσε στην είσπραξη των CDS από διάφορα funds.
Ο κ. Σόρος είναι, πάντως, ένας ισχυρός «παίκτης» και γκουρού των αγορών, ο οποίος συναντιέται τακτικά με Ευρωπαίους ηγέτες και συζητάει τα θέματα της κρίσης του ευρώ. Η πρότασή του για την «ήπια αναδιάρθρωση», δηλαδή «ανασχεδιασμό» (reprofiling) του χρέους, αποτελεί, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, το επικρατέστερο σενάριο αυτή τη στιγμή, παρά το γεγονός ότι η ΕΚΤ και το ΔΝΤ το είχαν απορρίψει αρχικώς. To πλήρες κείμενο της συνέντευξής του έχει ως εξής:
– Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας ύστερα από την επίσκεψή σας στην Αθήνα; Η ελληνική κοινή γνώμη και το επιχειρηματικό κατεστημένο φαίνονται να έχουν περιπέσει σε ένα βαθύ αίσθημα απαισιοδοξίας. Πώς μπορεί η χώρα να το υπερβεί αυτό, όταν αισθάνεται τις επιπτώσεις μιας διευρυνόμενης ύφεσης και το υπέρογκο βάρος του χρέους;
– Θα συμφωνούσα ότι αισθάνθηκα ένα κλίμα απαισιοδοξίας. Είναι αρκετά δικαιολογημένο, διότι η Ευρώπη και ιδιαίτερα η Ελλάδα βρίσκονται εν τω μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης. Η κυβέρνηση βρίσκεται στον σωστό δρόμο, αλλά η πρόοδος είναι αργή. Ολες οι άλλες εναλλακτικές λύσεις θα ήταν πιο επώδυνες. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να μειώσει τις υπερβολικές δημόσιες δαπάνες, να απλοποιήσει τον φορολογικό κώδικα και τη συλλογή των φόρων και να διευρύνει τη φορολογική βάση ώστε να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα. Και ύστερα από έναν ομαλό ανασχεδιασμό (reprofiling) του δημοσίου χρέους θα μπορούσε τελικά να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
– Θα έπρεπε η Ευρώπη να βοηθήσει την Ελλάδα ως προς αυτό; Πώς;
– Η Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει μειώνοντας τα επιτόκια αυτού του δανειακού βάρους, διευρύνοντας τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) ώστε να περιλαμβάνει εγγυήσεις για το τραπεζικό σύστημα, καθώς και για τον δανεισμό των κυβερνήσεων. Η Γερμανία είναι η ηγετική οικονομία και ο μεγαλύτερος πιστωτής, πρέπει να υποστηρίξει την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Δυστυχώς, οι Γερμανοί πολιτικοί κάποιες φορές καθυστερούν να δώσουν τις αρμόζουσες απαντήσεις λόγω τοπικών πολιτικών υπολογισμών. Καταλήγουν να κάνουν τις σωστές κινήσεις, αλλά αργότερα και με μεγαλύτερο κόστος.
– Θα μπορούσε αυτού του είδους η βοήθεια να θεωρηθεί «δώρο» προς τους Ελληνες; Τι χρειάζεται να κάνει η ελληνική κυβέρνηση για να διαλύσει αυτήν την εντύπωση του «δωρεάν γεύματος»;
– Χρειάζεται να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις χωρίς δισταγμό και να μειώσει το έλλειμμα. Επίσης, δεν θα απέρριπτα μια επικοινωνιακή εκστρατεία στη Γερμανία, που θα παρουσίαζε τα επιτεύγματα και θα άλλαζε το στερεότυπο των Ελλήνων που φοροδιαφεύγουν και συνταξιοδοτούνται στα εξήντα έτη.
– Εχετε κάνει λόγο για την αναπόδραστη ανάγκη μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Γιατί υποστηρίζετε αυτήν την ιδέα; Μιλάτε για έναν ανασχεδιασμό ή για πλήρη αναδιάρθρωση, τύπου «κουρέματος»;
– Η λύση του «κουρέματος» των ομολόγων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα για το τραπεζικό σύστημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησής του από το ΕSM. Ο ανασχεδιασμός του χρέους φαίνεται μια πιο προσεκτική προσέγγιση, για την οποία χρειάζονται τρία βήματα: η ονομαστική αξία των ομολόγων θα πρέπει να μείνει η ίδια, η ωρίμασή τους να επιμηκυνθεί κατά περισσότερο από δέκα χρόνια και το επιτόκιο να μειωθεί πιο κοντά στο 3%.
– Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να έχει καταστροφικές συνέπειες για ευρωπαϊκές και, φυσικά, ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία;
– Θα μπορούσε να γίνει πολύ προβληματικό, με απρόβλεπτες παρενέργειες. Αυτός είναι ο λόγος που προτείνω την επέκταση των λειτουργιών του ESM.
– Πώς και πότε θα μπορούσε η Ελλάδα να έχει και πάλι πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές;
– Οχι τόσο αργά όσο αν η Γερμανία επιμείνει να συμπεριλάβει τη Ρήτρα Συλλογικής Δράσης και αρνείται τον ανασχεδιασμό του ανεξόφλητου χρέους.
– Βλέπετε προοπτικές για κάποια σοβαρή διεθνή επένδυση στην Ελλάδα επί του παρόντος;
– Ναι, πιστεύω ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να αναζητεί δυναμικά ξένες άμεσες επενδύσεις, αυτό είναι ένα πρώτο καλό βήμα για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων. Σήμερα η Κίνα και το Κατάρ θα μπορούσαν να αποτελούν καλές προοπτικές, ιδιαίτερα στον κλάδο των ακινήτων, με δεδομένο ότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.
– Ποια είναι η συμβουλή σας στον πρωθυπουργό και συνολικά στους Ελληνες αυτή τη στιγμή;
– Συνεχίστε τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς δισταγμό, μειώστε τις περιττές δημόσιες δαπάνες, απλοποιήστε το φορολογικό σύστημα. Δημιουργήστε ένα αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης, ότι το γράμμα του νόμου εφαρμόζεται χωρίς ευνοιοκρατία και ότι η διαφθορά τιμωρείται. Ετσι, η προοπτική της κοινωνικής αναταραχής θα μπορούσε να αποφευχθεί. Και πιο σημαντικό, επικοινωνήστε ξεκάθαρα στον λαό ποιες είναι οι επιλογές: ή μεταρρυθμίζουμε και επιτυγχάνουμε εργαζόμενοι στο πλαίσιο της Ευρωζώνης ή η εναλλακτική είναι να απορρίψουμε τη Συνθήκη, να χρεοκοπήσουμε και να επιστρέψουμε στη δραχμή. Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Η σωστή λύση είναι οπωσδήποτε προφανής και οι Ελληνες σίγουρα μπορούν να επιλέξουν με σοφία.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-4-2011
«Συνεχίστε τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς δισταγμό, μειώστε τις περιττές δημόσιες δαπάνες, απλοποιήστε το φορολογικό σύστημα». Αυτή είναι η συμβουλή του δισεκατομμυριούχου επενδυτή Τζορτζ Σόρος για την Ελλάδα, την οποία μάλιστα επαναλαμβάνει δις στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ». Αν και κατανοεί το αίσθημα απαισιοδοξίας που αισθάνθηκε διάχυτο κατά το πρόσφατο ταξίδι - αστραπή που έκανε στην Αθήνα, εκτιμά ότι δεν υπάρχει λιγότερο επώδυνος δρόμος για την έξοδο από την κρίση από αυτόν που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση.
Σε ερώτηση για το αν προτείνει την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, διευκρινίζει ότι πιστεύει στην ανάγκη ενός ηπιότερου «ανασχεδιασμού» (reprofiling) του χρέους, με διατήρηση της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων, μείωση του επιτοκίου και επιμήκυνση της λήξης τους. Ο κ. Σόρος αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη μιας επικοινωνιακής εκστρατείας για να πεισθεί η Γερμανία προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά και της δημιουργίας αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης στο εσωτερικό της χώρας. Οπως λέει χαρακτηριστικά, «το γράμμα του νόμου εφαρμόζεται χωρίς ευνοιοκρατία και η διαφθορά τιμωρείται».
Ο Τζορτζ Σόρος ήλθε στην Αθήνα την περασμένη Κυριακή έχοντας ως στόχο, όπως λέει ο ίδιος, να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση σε μια κρίσιμη φάση, όπου ενδεχομένως θα ληφθούν σοβαρές αποφάσεις. Ο Σόρος ήταν προσκεκλημένος του διεθνούς επενδυτή Στέλιου Ζαββού και την Κυριακή το βράδυ μίλησε σε κλειστό δείπνο, παρουσία επιχειρηματιών, τραπεζιτών και του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου. Σε αυτό το δείπνο εξέφρασε την υποστήριξή του στο δύσκολο, όπως είπε, έργο της κυβέρνησης και κάλεσε την Ευρώπη να βοηθήσει την Ελλάδα με απτούς τρόπους.
Την επόμενη ημέρα, ο κ. Σόρος συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό στο γραφείο του στη Βουλή παρουσία και του κ. Παπακωνσταντίνου. Η επίσκεψή του προκάλεσε απορίες. Από το περιβάλλον του δηλώνεται ότι ο ίδιος «δεν έχει στην κατοχή του CDS για την Ελλάδα», ότι δηλαδή δεν έχει κερδοσκοπήσει εις βάρος της χώρας και συνεπώς, δεν θα έχει οφέλη από μια πιθανή αναδιάρθρωση που θα οδηγούσε στην είσπραξη των CDS από διάφορα funds.
Ο κ. Σόρος είναι, πάντως, ένας ισχυρός «παίκτης» και γκουρού των αγορών, ο οποίος συναντιέται τακτικά με Ευρωπαίους ηγέτες και συζητάει τα θέματα της κρίσης του ευρώ. Η πρότασή του για την «ήπια αναδιάρθρωση», δηλαδή «ανασχεδιασμό» (reprofiling) του χρέους, αποτελεί, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, το επικρατέστερο σενάριο αυτή τη στιγμή, παρά το γεγονός ότι η ΕΚΤ και το ΔΝΤ το είχαν απορρίψει αρχικώς. To πλήρες κείμενο της συνέντευξής του έχει ως εξής:
– Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας ύστερα από την επίσκεψή σας στην Αθήνα; Η ελληνική κοινή γνώμη και το επιχειρηματικό κατεστημένο φαίνονται να έχουν περιπέσει σε ένα βαθύ αίσθημα απαισιοδοξίας. Πώς μπορεί η χώρα να το υπερβεί αυτό, όταν αισθάνεται τις επιπτώσεις μιας διευρυνόμενης ύφεσης και το υπέρογκο βάρος του χρέους;
– Θα συμφωνούσα ότι αισθάνθηκα ένα κλίμα απαισιοδοξίας. Είναι αρκετά δικαιολογημένο, διότι η Ευρώπη και ιδιαίτερα η Ελλάδα βρίσκονται εν τω μέσω μιας πρωτοφανούς κρίσης. Η κυβέρνηση βρίσκεται στον σωστό δρόμο, αλλά η πρόοδος είναι αργή. Ολες οι άλλες εναλλακτικές λύσεις θα ήταν πιο επώδυνες. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να μειώσει τις υπερβολικές δημόσιες δαπάνες, να απλοποιήσει τον φορολογικό κώδικα και τη συλλογή των φόρων και να διευρύνει τη φορολογική βάση ώστε να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα. Και ύστερα από έναν ομαλό ανασχεδιασμό (reprofiling) του δημοσίου χρέους θα μπορούσε τελικά να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
– Θα έπρεπε η Ευρώπη να βοηθήσει την Ελλάδα ως προς αυτό; Πώς;
– Η Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει μειώνοντας τα επιτόκια αυτού του δανειακού βάρους, διευρύνοντας τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) ώστε να περιλαμβάνει εγγυήσεις για το τραπεζικό σύστημα, καθώς και για τον δανεισμό των κυβερνήσεων. Η Γερμανία είναι η ηγετική οικονομία και ο μεγαλύτερος πιστωτής, πρέπει να υποστηρίξει την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Δυστυχώς, οι Γερμανοί πολιτικοί κάποιες φορές καθυστερούν να δώσουν τις αρμόζουσες απαντήσεις λόγω τοπικών πολιτικών υπολογισμών. Καταλήγουν να κάνουν τις σωστές κινήσεις, αλλά αργότερα και με μεγαλύτερο κόστος.
– Θα μπορούσε αυτού του είδους η βοήθεια να θεωρηθεί «δώρο» προς τους Ελληνες; Τι χρειάζεται να κάνει η ελληνική κυβέρνηση για να διαλύσει αυτήν την εντύπωση του «δωρεάν γεύματος»;
– Χρειάζεται να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις χωρίς δισταγμό και να μειώσει το έλλειμμα. Επίσης, δεν θα απέρριπτα μια επικοινωνιακή εκστρατεία στη Γερμανία, που θα παρουσίαζε τα επιτεύγματα και θα άλλαζε το στερεότυπο των Ελλήνων που φοροδιαφεύγουν και συνταξιοδοτούνται στα εξήντα έτη.
– Εχετε κάνει λόγο για την αναπόδραστη ανάγκη μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Γιατί υποστηρίζετε αυτήν την ιδέα; Μιλάτε για έναν ανασχεδιασμό ή για πλήρη αναδιάρθρωση, τύπου «κουρέματος»;
– Η λύση του «κουρέματος» των ομολόγων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα για το τραπεζικό σύστημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει την ανάγκη ανακεφαλαιοποίησής του από το ΕSM. Ο ανασχεδιασμός του χρέους φαίνεται μια πιο προσεκτική προσέγγιση, για την οποία χρειάζονται τρία βήματα: η ονομαστική αξία των ομολόγων θα πρέπει να μείνει η ίδια, η ωρίμασή τους να επιμηκυνθεί κατά περισσότερο από δέκα χρόνια και το επιτόκιο να μειωθεί πιο κοντά στο 3%.
– Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να έχει καταστροφικές συνέπειες για ευρωπαϊκές και, φυσικά, ελληνικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία;
– Θα μπορούσε να γίνει πολύ προβληματικό, με απρόβλεπτες παρενέργειες. Αυτός είναι ο λόγος που προτείνω την επέκταση των λειτουργιών του ESM.
– Πώς και πότε θα μπορούσε η Ελλάδα να έχει και πάλι πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές;
– Οχι τόσο αργά όσο αν η Γερμανία επιμείνει να συμπεριλάβει τη Ρήτρα Συλλογικής Δράσης και αρνείται τον ανασχεδιασμό του ανεξόφλητου χρέους.
– Βλέπετε προοπτικές για κάποια σοβαρή διεθνή επένδυση στην Ελλάδα επί του παρόντος;
– Ναι, πιστεύω ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να αναζητεί δυναμικά ξένες άμεσες επενδύσεις, αυτό είναι ένα πρώτο καλό βήμα για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων. Σήμερα η Κίνα και το Κατάρ θα μπορούσαν να αποτελούν καλές προοπτικές, ιδιαίτερα στον κλάδο των ακινήτων, με δεδομένο ότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.
– Ποια είναι η συμβουλή σας στον πρωθυπουργό και συνολικά στους Ελληνες αυτή τη στιγμή;
– Συνεχίστε τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς δισταγμό, μειώστε τις περιττές δημόσιες δαπάνες, απλοποιήστε το φορολογικό σύστημα. Δημιουργήστε ένα αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης, ότι το γράμμα του νόμου εφαρμόζεται χωρίς ευνοιοκρατία και ότι η διαφθορά τιμωρείται. Ετσι, η προοπτική της κοινωνικής αναταραχής θα μπορούσε να αποφευχθεί. Και πιο σημαντικό, επικοινωνήστε ξεκάθαρα στον λαό ποιες είναι οι επιλογές: ή μεταρρυθμίζουμε και επιτυγχάνουμε εργαζόμενοι στο πλαίσιο της Ευρωζώνης ή η εναλλακτική είναι να απορρίψουμε τη Συνθήκη, να χρεοκοπήσουμε και να επιστρέψουμε στη δραχμή. Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Η σωστή λύση είναι οπωσδήποτε προφανής και οι Ελληνες σίγουρα μπορούν να επιλέξουν με σοφία.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-4-2011
Αλήθειες και ψέματα για την αναδιάρθρωση
Στάση πληρωμών, «κούρεμα» χρέους και εθελοντική επιμήκυνση, οι τρεις επιλογές
Δραματικές συνέπειες ή λύτρωση; Σε αυτό το δίλημμα προσπαθούν να απαντήσουν οι οικονομολόγοι αναφορικά με την υπόθεση «αναδιάρθρωση ελληνικού χρέους». Από τη μία πλευρά οι αγορές δείχνουν ότι έχουν προεξοφλήσει πως κάτι τέτοιο θα συμβεί, ενώ από την άλλη, κυβέρνηση και τρόικα διαψεύδουν με κάθε τρόπο ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Η «λογική» των πρώτων είναι απλή. Ακόμα και στην περίπτωση της πλήρους εφαρμογής του Μνημονίου, το χρέος θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα και η αποκλιμάκωσή του θα είναι αργή. Πόσω μάλλον τώρα, που η κυβέρνηση καλείται διαρκώς να λαμβάνει νέα μέτρα.
Ωστόσο, και η «λογική» των δεύτερων βασίζεται σε ισχυρά επιχειρήματα. Μία βίαιη αναδιάρθρωση του χρέους θα έχει χειρότερα αποτελέσματα απ’ ό, τι θεωρητικώς προβλέπεται. Θα επιφέρει ισχυρό πλήγμα κατά τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων, ενώ ταυτόχρονα, θα απαιτηθεί η λήψη πολύ πιο αυστηρών μέτρων, με την Ελλάδα να σταματάει να κάνει εισαγωγές με πίστωση, όπως συμβαίνει τώρα με διάφορα προϊόντα, π. χ. τρόφιμα και πετρέλαιο.
Αυτή τη στιγμή, τρία είναι τα βασικά σενάρια για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους:
1. Η Ελλάδα κηρύσσει στάση πληρωμών. Αυτό σημαίνει ότι αποφασίζει χωρίς να διαπραγματευθεί με τους πιστωτές της ότι δεν θα τους πληρώσει. Οπως συνέβη και με την Αργεντινή, θα μειωθεί κατακόρυφα το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και η χώρα θα μείνει εκτός αγορών για πολλά χρόνια. Επακόλουθο θα είναι να μη μπορεί η χώρα να εισάγει με πίστωση προϊόντα όπως τα τρόφιμα και το πετρέλαιο, με συνέπεια να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός. Παράλληλα, θα πρέπει να προχωρήσει στη βίαιη μείωση του ελλείμματος. Για να εξαλειφθεί το πρωτογενές έλλειμμα και να μας εμπιστευθούν πάλι οι ξένοι επενδυτές, θα πρέπει να γίνει βίαιη μείωση μισθών, συντάξεων και λειτουργικών εξόδων του Δημοσίου, ώστε οι κρατικές δαπάνες να έρθουν στα επίπεδα των εσόδων. Την ίδια ώρα, όμως, τα έσοδα θα μειώνονται διαρκώς, με αποτέλεσμα να απαιτούνται περισσότερες περικοπές δαπανών. Επί της ουσίας, θα παραλύσει πλήρως η οικονομία, ενώ η Ελλάδα θα βρεθεί εκτός ευρώ.
2. Εθελοντικό «κούρεμα» του χρέους. Προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών μας. Και πάλι, όμως, το πρόβλημα δεν θα έχει λυθεί. Το ζητούμενο θα παραμείνει η μη παραγωγή ελλειμμάτων και θα απαιτηθούν πολλές ακόμα «θυσίες».
Ωστόσο, υπάρχει άλλο ένα δεδομένο στο σενάριο αυτό. Περίπου το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους (περί τα 110 δισ. ευρώ) βρίσκεται σε ελληνικά «χέρια», δηλαδή τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Ενα «κούρεμα» των ομολόγων που κατέχουν ουσιαστικά θα «κόψει τα πόδια» στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής οικονομίας. Αρα, κάτι τέτοιο μάλλον δεν θα γίνει.
Αλλα 110 δισ. ευρώ θα βρίσκονται σε διμερή δάνεια, είτε με το ΔΝΤ είτε με τις ευρωπαϊκές χώρες. Θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ούτε αυτά τα ομόλογα θα υποστούν «κούρεμα», όπως το ίδιο θα γίνει και με τα ομόλογα που έχει η ΕΚΤ (40 - 50 δισ. ευρώ). Αυτό που απομένει είναι λιγότερο από το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους σε ιδιώτες επενδυτές, με αποτέλεσμα να μη «συμφέρει» η αναδιάρθρωση αυτού του μέρους, αφού θα επιφέρει όλα τα «κακά» του πρώτου σεναρίου.
3. Εθελοντική επιμήκυνση του χρέους. Το σενάριο αυτό δεν θεωρείται «τραγικό» από οικονομολόγους. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι ίσως είναι και πολύ πιθανό. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κληθεί να πληρώσει αυξημένους τόκους. Οι ιδιώτες επενδυτές θα δεχθούν να μην πληρωθούν στην ώρα τους, αλλά θα απαιτήσουν και κάποιου είδους αποζημίωση. Αρα, θα πρέπει να γίνει καλή προετοιμασία ώστε να αποδειχθεί ότι συμφέρει την Ελλάδα μία τέτοια επιμήκυνση.
Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι εφ’ όσον επικυρωθούν οι αποφάσεις της συνόδου κορυφής για την επιμήκυνση των δανείων από τον μηχανισμό στήριξης και τη μείωση του επιτοκίου τους κατά 1%, τότε θα πρόκειται για την πρώτη εθελοντική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Από τις αποφάσεις αυτές, υπολογίζεται ότι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους ανέρχεται περίπου στο 20%.
Εξελίξεις σε Αθήνα και Λισσαβώνα
Πίεση για περαιτέρω μείωση των δαπανών άσκησε χθες η τρόικα, κατά τη συνάντηση που είχε με τον υπουργό Οικονομικών. Οι επικεφαλής των ελεγκτών διαπίστωσαν ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο Στρατηγικής, ύψους 23 δισ., είναι «μοιρασμένα» μεταξύ δαπανών και εσόδων, ενώ η τρόικα θέλει μεγαλύτερο περιορισμό των δαπανών. Ζήτησαν επίσης να γίνει σαφέστερος ο σχεδιασμός για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ενώ ανοιχτό παραμένει ακόμα το ύψος του πλαφόν που θα έχει το κάθε υπουργείο για τις δαπάνες του. Οι επικεφαλής της τρόικας αναχωρούν από την Αθήνα σήμερα. Αντιθέτως, το τεχνικό κλιμάκιο θα παραμείνει έως και την Παρασκευή, ενώ μέχρι να παρουσιαστεί το Πλαίσιο στο υπουργικό συμβούλιο και να κατατεθεί στη Βουλή, θα συνεχιστεί η επικοινωνία για την κατάρτιση των μέτρων μεταξύ των δύο πλευρών. Στο μέτωπο των αποκρατικοποιήσεων ασκήθηκε πίεση για άμεσα αποτελέσματα, στελέχη του οικονομικού επιτελείου απέκλειαν όμως εντός του έτους αποκρατικοποίηση του ΟΠΑΠ. Την ίδια ώρα, οι εξελίξεις «έτρεχαν» στη Λισσαβώνα. Ο Πορτογάλος υπουργός Οικονομικών, δηλώνει ότι «η χώρα είναι αναγκαίο να προσφύγει στον ευρωπαϊκό μηχανισμό βοήθειας». Νωρίτερα, σε εσωτερικό έγγραφο των Βρυξελλών που διέρρευσε στον Τύπο, αναφερόταν ότι «η σχετική ηρεμία που επικρατεί στις αγορές χρέους της Ε.Ε. πλησιάζει... στο τέλος της», ενώ η ισοτιμία ευρώ - δολαρίου διαμορφωνόταν στο 1,4336.
Σωτήρης Νίκας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-4-2011
Δραματικές συνέπειες ή λύτρωση; Σε αυτό το δίλημμα προσπαθούν να απαντήσουν οι οικονομολόγοι αναφορικά με την υπόθεση «αναδιάρθρωση ελληνικού χρέους». Από τη μία πλευρά οι αγορές δείχνουν ότι έχουν προεξοφλήσει πως κάτι τέτοιο θα συμβεί, ενώ από την άλλη, κυβέρνηση και τρόικα διαψεύδουν με κάθε τρόπο ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Η «λογική» των πρώτων είναι απλή. Ακόμα και στην περίπτωση της πλήρους εφαρμογής του Μνημονίου, το χρέος θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα και η αποκλιμάκωσή του θα είναι αργή. Πόσω μάλλον τώρα, που η κυβέρνηση καλείται διαρκώς να λαμβάνει νέα μέτρα.
Ωστόσο, και η «λογική» των δεύτερων βασίζεται σε ισχυρά επιχειρήματα. Μία βίαιη αναδιάρθρωση του χρέους θα έχει χειρότερα αποτελέσματα απ’ ό, τι θεωρητικώς προβλέπεται. Θα επιφέρει ισχυρό πλήγμα κατά τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων, ενώ ταυτόχρονα, θα απαιτηθεί η λήψη πολύ πιο αυστηρών μέτρων, με την Ελλάδα να σταματάει να κάνει εισαγωγές με πίστωση, όπως συμβαίνει τώρα με διάφορα προϊόντα, π. χ. τρόφιμα και πετρέλαιο.
Αυτή τη στιγμή, τρία είναι τα βασικά σενάρια για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους:
1. Η Ελλάδα κηρύσσει στάση πληρωμών. Αυτό σημαίνει ότι αποφασίζει χωρίς να διαπραγματευθεί με τους πιστωτές της ότι δεν θα τους πληρώσει. Οπως συνέβη και με την Αργεντινή, θα μειωθεί κατακόρυφα το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και η χώρα θα μείνει εκτός αγορών για πολλά χρόνια. Επακόλουθο θα είναι να μη μπορεί η χώρα να εισάγει με πίστωση προϊόντα όπως τα τρόφιμα και το πετρέλαιο, με συνέπεια να διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός. Παράλληλα, θα πρέπει να προχωρήσει στη βίαιη μείωση του ελλείμματος. Για να εξαλειφθεί το πρωτογενές έλλειμμα και να μας εμπιστευθούν πάλι οι ξένοι επενδυτές, θα πρέπει να γίνει βίαιη μείωση μισθών, συντάξεων και λειτουργικών εξόδων του Δημοσίου, ώστε οι κρατικές δαπάνες να έρθουν στα επίπεδα των εσόδων. Την ίδια ώρα, όμως, τα έσοδα θα μειώνονται διαρκώς, με αποτέλεσμα να απαιτούνται περισσότερες περικοπές δαπανών. Επί της ουσίας, θα παραλύσει πλήρως η οικονομία, ενώ η Ελλάδα θα βρεθεί εκτός ευρώ.
2. Εθελοντικό «κούρεμα» του χρέους. Προϋποθέτει τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών μας. Και πάλι, όμως, το πρόβλημα δεν θα έχει λυθεί. Το ζητούμενο θα παραμείνει η μη παραγωγή ελλειμμάτων και θα απαιτηθούν πολλές ακόμα «θυσίες».
Ωστόσο, υπάρχει άλλο ένα δεδομένο στο σενάριο αυτό. Περίπου το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους (περί τα 110 δισ. ευρώ) βρίσκεται σε ελληνικά «χέρια», δηλαδή τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Ενα «κούρεμα» των ομολόγων που κατέχουν ουσιαστικά θα «κόψει τα πόδια» στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής οικονομίας. Αρα, κάτι τέτοιο μάλλον δεν θα γίνει.
Αλλα 110 δισ. ευρώ θα βρίσκονται σε διμερή δάνεια, είτε με το ΔΝΤ είτε με τις ευρωπαϊκές χώρες. Θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ούτε αυτά τα ομόλογα θα υποστούν «κούρεμα», όπως το ίδιο θα γίνει και με τα ομόλογα που έχει η ΕΚΤ (40 - 50 δισ. ευρώ). Αυτό που απομένει είναι λιγότερο από το ένα τρίτο του ελληνικού χρέους σε ιδιώτες επενδυτές, με αποτέλεσμα να μη «συμφέρει» η αναδιάρθρωση αυτού του μέρους, αφού θα επιφέρει όλα τα «κακά» του πρώτου σεναρίου.
3. Εθελοντική επιμήκυνση του χρέους. Το σενάριο αυτό δεν θεωρείται «τραγικό» από οικονομολόγους. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι ίσως είναι και πολύ πιθανό. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κληθεί να πληρώσει αυξημένους τόκους. Οι ιδιώτες επενδυτές θα δεχθούν να μην πληρωθούν στην ώρα τους, αλλά θα απαιτήσουν και κάποιου είδους αποζημίωση. Αρα, θα πρέπει να γίνει καλή προετοιμασία ώστε να αποδειχθεί ότι συμφέρει την Ελλάδα μία τέτοια επιμήκυνση.
Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι εφ’ όσον επικυρωθούν οι αποφάσεις της συνόδου κορυφής για την επιμήκυνση των δανείων από τον μηχανισμό στήριξης και τη μείωση του επιτοκίου τους κατά 1%, τότε θα πρόκειται για την πρώτη εθελοντική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Από τις αποφάσεις αυτές, υπολογίζεται ότι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους ανέρχεται περίπου στο 20%.
Εξελίξεις σε Αθήνα και Λισσαβώνα
Πίεση για περαιτέρω μείωση των δαπανών άσκησε χθες η τρόικα, κατά τη συνάντηση που είχε με τον υπουργό Οικονομικών. Οι επικεφαλής των ελεγκτών διαπίστωσαν ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο Στρατηγικής, ύψους 23 δισ., είναι «μοιρασμένα» μεταξύ δαπανών και εσόδων, ενώ η τρόικα θέλει μεγαλύτερο περιορισμό των δαπανών. Ζήτησαν επίσης να γίνει σαφέστερος ο σχεδιασμός για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ενώ ανοιχτό παραμένει ακόμα το ύψος του πλαφόν που θα έχει το κάθε υπουργείο για τις δαπάνες του. Οι επικεφαλής της τρόικας αναχωρούν από την Αθήνα σήμερα. Αντιθέτως, το τεχνικό κλιμάκιο θα παραμείνει έως και την Παρασκευή, ενώ μέχρι να παρουσιαστεί το Πλαίσιο στο υπουργικό συμβούλιο και να κατατεθεί στη Βουλή, θα συνεχιστεί η επικοινωνία για την κατάρτιση των μέτρων μεταξύ των δύο πλευρών. Στο μέτωπο των αποκρατικοποιήσεων ασκήθηκε πίεση για άμεσα αποτελέσματα, στελέχη του οικονομικού επιτελείου απέκλειαν όμως εντός του έτους αποκρατικοποίηση του ΟΠΑΠ. Την ίδια ώρα, οι εξελίξεις «έτρεχαν» στη Λισσαβώνα. Ο Πορτογάλος υπουργός Οικονομικών, δηλώνει ότι «η χώρα είναι αναγκαίο να προσφύγει στον ευρωπαϊκό μηχανισμό βοήθειας». Νωρίτερα, σε εσωτερικό έγγραφο των Βρυξελλών που διέρρευσε στον Τύπο, αναφερόταν ότι «η σχετική ηρεμία που επικρατεί στις αγορές χρέους της Ε.Ε. πλησιάζει... στο τέλος της», ενώ η ισοτιμία ευρώ - δολαρίου διαμορφωνόταν στο 1,4336.
Σωτήρης Νίκας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-4-2011
Απορίες που ζητούν πειστική απάντηση

H Σύνοδος Κορυφής της 25ης Μαρτίου διαμόρφωσε το πλαίσιο που θα ισχύσει εφεξής στην Eνωση και στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Στην ελληνική κοινή γνώμη επικράτησε η άποψη ότι το αποτέλεσμα για τη χώρα μας παρουσιάζει τόσο μια θετική όσο και μια αρνητική πλευρά. Θετική είναι η επιμήκυνση της εξόφλησης του δανείου των 110 δισ. ευρώ και η μείωση του καταβαλλόμενου επιτοκίου κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Αρνητική πλευρά αποτελούν οι επιπτώσεις νέων περιοριστικών ρυθμίσεων με αντίκτυπο στις αμοιβές των εργαζομένων και τις δαπάνες του κράτους, όπως προκύπτουν από το Σύμφωνο για το ευρώ.
Οι αποφάσεις της 11ης και της 25ης Μαρτίου δεν παρέχουν ούτε για την Ευρωζώνη ούτε για την Ελλάδα μια οριστική απάντηση στο πρόβλημα της κρίσης. Δεν αποτελούν την ολική λύση, στην οποία όλοι προσβλέπουμε. Το κεντρικό ερώτημα, πώς θα υπερβεί η Ενωση το χάσμα μεταξύ των αναπτυγμένων και των περιφερειακών χωρών παρέμεινε αναπάντητο. Ετσι έμειναν και όσον αφορά την Ελλάδα εκκρεμή θέματα, απορίες και ασαφείς προοπτικές. Χρειάζεται μια ευρύτερη ενημέρωση από την κυβέρνηση, ώστε να μην επικρατεί ούτε αδικαιολόγητη αισιοδοξία ούτε καταθλιπτική απαισιοδοξία.
Η Ελλάδα στο τέλος του 2011 αναμένεται να έχει δημόσιο χρέος ύψους 153% του ΑΕΠ ή 345 δισ. ευρώ περίπου. Καθοριστικό στοιχείο για τον περιορισμό του χρέους είναι τα περισσεύματα των προϋπολογισμών ή σε μια πιο τεχνική γλώσσα το πρωτογενές πλεόνασμα (δηλαδή το υπόλοιπο που προκύπτει εάν αφαιρέσουμε από τα έσοδα τα έξοδα, στα οποία δεν προσμετρούνται οι οφειλές τόκων). Εάν είναι υψηλό, εξοφλούμε τους δανειστές μας. Εάν είναι ανύπαρκτο ή χαμηλό, αυξάνεται το χρέος. Η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκουν το πρωτογενές πλεόνασμα να είναι συνεχώς 6% του ΑΕΠ από το 2014 και μετά, ώστε να μειωθεί με γοργούς ρυθμούς το χρέος. Η Ελλάδα όμως έχει παρουσιάσει συνεχές πρωτογενές πλεόνασμα σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης μόνο για μια οκταετία από το 1994 μέχρι και το 2002. Τα υπόλοιπα χρόνια μετά το 1981 υπήρχαν ελλείμματα. Αλλά και στα χρόνια των πλεονασμάτων το υψηλότερο πλεόνασμα που επιτεύχθηκε έφτασε μόνο 4,3% του ΑΕΠ. Οι αριθμοί αυτοί απέχουν από τους σημερινούς στόχους μας. Δείχνουν τη μεγάλη δυσκολία της προσπάθειας που έχουμε να επιτελέσουμε. Είναι όμως και αμφίβολο αν η πρόβλεψη της κυβέρνησης είναι ακριβής. Το Ιδρυμα Bruegel, ένας οργανισμός ερευνών που συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεωρεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα πρέπει να είναι, επί περίπου είκοσι χρόνια, 8,4% του ΑΕΠ, ώστε να μειώσει η Ελλάδα το χρέος της στο 60% του ΑΕΠ, το ανώτατο επιτρεπτό όριο χρέους που προβλέπει η ΟΝΕ. Ο στόχος 8,4% κατά το Ιδρυμα δεν είναι επιτεύξιμος. Τα τελευταία 50 χρόνια καμιά από τις αναπτυγμένες χώρες δεν μπόρεσε να φτάσει τέτοια επίδοση.
Υποχρέωση και ποινές
Κατόπιν τούτου προκύπτει το ερώτημα, μήπως μπορούμε να αρκεστούμε με μια πιο περιορισμένη μείωση του χρέους, ώστε να φτάσει σε είκοσι χρόνια από το 153% του ΑΕΠ στο 100%. Δυστυχώς αυτό δεν μπορεί να γίνει. Η απάντηση είναι σαφής. Είμαστε υποχρεωμένοι να συμμορφωθούμε με το ανώτατο όριο του 60%. Το ορίζουν οι Συνθήκες. Αλλά και γιατί η Ελλάδα ανέλαβε στις 11 Μαρτίου την υποχρέωση να μειώνει κατά το 1/20 ετησίως το επιπλέον του 60% του ΑΕΠ χρέος της και να φτάσει έτσι το 2031 το 60%. Παράβαση της υποχρέωσης συνεπάγεται ποινές. Το προβλέπει έτσι σχετικός κανονισμός που βρίσκεται στη διαδικασία της υιοθέτησης.Η ουσιαστική μείωση του χρέους δεν είναι στόχος, που προκύπτει από «μονεταριστικές πεποιθήσεις» ή «γερμανικές αντιλήψεις πειθαρχίας». Η εμπειρία έχει δείξει ότι ένα χρέος που ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ δεν είναι βιώσιμο. Κατά την επικρατούσα αντίληψη το χρέος δεν πρέπει να ξεπερνά το 90% του ΑΕΠ. Μπορεί να αντιμετωπιστεί ακόμη και όταν φτάσει επίπεδα περί το 100% του ΑΕΠ, αλλά οπωσδήποτε με όλο και πιο αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της χώρας. Το ελληνικό χρέος ύψους περίπου 153% του ΑΕΠ είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η δραστική μείωσή του ήταν και είναι λοιπόν αναγκαία. Ομως το χρονικό διάστημα περιορισμού του και ο ρυθμός μείωσης των ετήσιων ελλειμμάτων θα έπρεπε να είναι πολύ πιο εκτεταμένα από τα προβλεπόμενα στο Μνημόνιο. Η πολιτική μείωσης με κάθε τρόπο σε ελάχιστο χρόνο περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα και την ανάπτυξη. Η χώρα οδηγήθηκε σε καθοδική σπειροειδή πορεία, την οποία δύσκολα θα ανατρέψει. Οι ρυθμίσεις που πετύχαμε στη Σύνοδο Κορυφής για την επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης του δανείου και τη μείωση του επιτοκίου βελτιώνουν μεν, αλλά όχι αποφασιστικά τη θέση μας. Μειώνουν τα 345 δισ. που χρωστάμε μόνο κατά 10 δισ. περίπου. Η χρησιμότητά τους έγκειται κυρίως στο ότι κατανέμοντας την εξόφληση της οφειλής καλύτερα στον χρόνο διευκολύνουν τη χρησιμοποίηση πόρων για την ανάπτυξη.
Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση της κρίσης. Υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης εξασφαλίζουν πόρους για τη μείωση του χρέους. Χαμηλοί ρυθμοί αντίθετα επιτείνουν την κρίση. Η ύφεση προβλέπεται να συνεχισθεί το 2011 με μείωση του ΑΕΠ κατά 3%. Για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται από το Μνημόνιο ονομαστική ανάπτυξη περί το 4% του ΑΕΠ ετησίως, ένας στόχος χαμηλός, αλλά δύσκολα πραγματοποιήσιμος με βάση τη μέχρι τώρα εμπειρία. Αν το τραπεζικό σύστημα συναντήσει δυσκολίες χρηματοδότησης, η εξέλιξη θα είναι δυσμενής. Ο απεγκλωβισμός από την κατάσταση αυτή δεν είναι εύκολος και δεν θα επέλθει αυτόματα. Χρειάζονται επενδύσεις, αλλά το οικονομικό κλίμα δεν τις ευνοεί. Ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρωζώνη δεν πρόκειται ν’ αυξηθεί θεαματικά τα επόμενα χρόνια. Η επερχόμενη αύξηση των επιτοκίων, η συνεχιζόμενη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και η χαμηλή κατανάλωση στις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Γερμανία θα τον επηρεάσουν αρνητικά.
Ο πληθωρισμός
Ενα τρίτο πρόβλημα είναι ο ελληνικός πληθωρισμός. Δεν θα πρέπει να αυξηθεί στο μέλλον. Οι τιμές των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών στο εξωτερικό δεν θα πρέπει να ακριβαίνουν σε σχέση με τις ευρωπαϊκές. Τα δύο τελευταία χρόνια ο πληθωρισμός είχε ως κύρια αιτία την αύξηση του ΦΠΑ. Ομως δεν είναι βέβαιο ότι το 2011 θα επανέλθει σε ένα σταθερό ρυθμό περί το 2%, όπως υπολογίζεται στα διάφορα σενάρια. Στην αγορά επικρατούν ακόμη ολιγοπωλιακές καταστάσεις που πιέζουν τις τιμές προς τα πάνω. Ο ελληνικός πληθωρισμός υπήρξε σταθερά υψηλότερος εκείνου των άλλων χωρών της Ευρωζώνης κατά μιάμιση μονάδα περίπου. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Και θα σταματήσει αν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που πρέπει να κάνουμε, πάψουν να είναι επιφανειακές υπό την επίδραση των μικροσυμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να δώσει τέλος στην περίοδο των χαμηλών επιτοκίων, διότι το 2011 ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης θα είναι υψηλότερος του 2%. Ηδη τον Μάρτιο διαμορφώθηκε στο 2,6%. Είναι ένα σήμα κινδύνου για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.Ασαφές είναι στην κοινή γνώμη, αν έχουν αξιοποιηθεί όλα τα κοινοτικά κεφάλαια που έχουμε στη διάθεσή μας και αν εκμεταλλευτήκαμε την υπόσχεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι μπορούν να προχωρήσουν τα έργα χωρίς ελληνική συνεισφορά. Οι στατιστικές απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων, που δημοσιεύονται είναι παραπλανητικές ως προς το ερώτημα, εάν προχωρεί ένα πρόγραμμα σε τρόπο ώστε να ολοκληρωθεί το ταχύτερο. Στην έναρξη του σχεδιασμού ενός έργου η απορρόφηση είναι ελάχιστη, στην περίοδο ολοκλήρωσής του μεγάλη. Ο αναγνώστης της στατιστικής δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει μια απορρόφηση 10% των κονδυλίων, όταν δεν ξέρει, πότε έπρεπε να αρχίσει και πότε να τελειώσει ένα έργο. Μπορεί να είναι μια πολύ καλή ή καταστροφική εικόνα. Χρειάζεται να δοθεί μια καθαρή εικόνα. Αν είναι θετική θα βελτιώσει τη θέση της χώρας. Αν όχι, θα μάθουμε πού χρειάζεται ένταση της προσπάθειας. Η σημερινή ασαφής πληροφόρηση λειτουργεί αρνητικά.
Το ύψος του επιτοκίου
Η κυβέρνηση ελπίζει ότι θα αντλήσει κεφάλαια στις διεθνείς αγορές μάλλον το δεύτερο εξάμηνο του 2011, πάντως από το 2012 και μετά. Είναι όμως αβέβαιο αν οι αγορές θα χρηματοδοτήσουν τη χώρα με επιτόκιο που δεν θα την επιβαρύνει υπέρμετρα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα σενάρια για την εξέλιξη του χρέους προβλέπει ότι το επιτόκιο των δανείων που θα χορηγούν στην Ελλάδα θα είναι κατά μέσο όρο 4,5%. Ομως το επιτόκιο είναι σήμερα απαγορευτικό σε επίπεδα πολύ υψηλότερα του 4,5%, επειδή οι αγορές αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα της Ελλάδας να εξοφλήσει το σύνολο του χρέους της. Θα παραμείνει υψηλό ιδίως μετά την απόφαση της Συνόδου Κορυφής της 25ης Μαρτίου. Η Ενωση αποφάσισε ότι σε περίπτωση αναδιάρθρωσης του χρέους μιας χώρας μετά το 2013 θα περικόπτονται οι απαιτήσεις των τραπεζών που τη δάνεισαν. Οι επενδυτές δεν πρόκειται επομένως να μειώσουν το ήδη πολύ υψηλό επιτόκιο, ώστε να περιορίσουν έτσι τις χρηματικές επιπτώσεις μιας πιθανής αναδιάρθρωσης.Το υψηλό επιτόκιο έχει ως συνέπεια ο δανεισμός να λειτουργεί αποσταθεροποιητικά, να αυξάνει σταθερά το χρέος. Γι’ αυτό βλέπουμε στις στατιστικές η Ελλάδα να χρωστά όλο και περισσότερα χρήματα παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουμε. Για να μπορούμε να δανειζόμαστε χωρίς να αυξάνεται το χρέος πρέπει το ονομαστικό επιτόκιο να είναι συνεχώς μικρότερο του ονομαστικού ρυθμού ανάπτυξης, δηλαδή μικρότερο του 4,5%. Στη σημερινή κατάσταση με το επιτόκιο να βρίσκεται σε επίπεδο άνω του 10% δεν είναι ρεαλιστικό να ελπίζουμε ότι σύντομα θα υπάρξει κατακόρυφη πτώση του και θα φτάσει το 3,5%. Υπό τις συνθήκες αυτές χρειάζονται κινήσεις, που θα επαναφέρουν σαφήνεια για το τι θα συμβεί. Πρέπει να είναι πειστικές και να αποτελούν βιώσιμες λύσεις. Η έλλειψη ενός πειστικού σχεδίου ανάκαμψης προκαλεί την ένταση των αμφιβολιών για τη δυνατότητα θετικής έκβασης της κρίσης με αποτέλεσμα τη φυγή των καταθέσεων προς το εξωτερικό και τον αισθητό περιορισμό των ισχνών δυνατοτήτων ανάκαμψης.
Κατά την κυβέρνηση ο υπάρχων Μηχανισμός, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), θα μπορούν να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα απευθείας από την Τράπεζα της Ελλάδος (πρωτογενής αγορά) σε περίπτωση που δεν έχει αποκατασταθεί η πρόσβαση «της Ελλάδας στις αγορές μέχρι τις αρχές του 2012». Ετσι η χώρα δεν διατρέχει τον κίνδυνο να μη διατεθούν τα ομόλογά της και να στερέψει η χρηματοδότησή της. Ωστόσο, κατά τη κυβέρνηση πάντα, «ενδεχόμενη διευκόλυνση της Ελλάδας μέσω της αγοράς ομολόγων από το EFSF θα πρέπει προηγουμένως να εγκριθεί ομόφωνα από το Euro-group, το οποίο πιθανώς να ζητήσει ανταλλάγματα στο πλαίσιο του υπάρχοντος Μνημονίου».
Η άποψη των Βρυξελλών
Η άποψη που επικρατεί στις Βρυξέλλες διαφέρει. Αναδεικνύει τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος. Θεωρεί ότι η αγορά ελληνικών ομολόγων από τον υπάρχοντα ή τον μελλοντικό Μηχανισμό Στήριξης θα είναι δυνατή «μόνο ως εξαίρεση». Δεν θα μπορέσει να καταστεί μόνιμη πρακτική και εάν ακόμη οι αγορές διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα. Ο υφιστάμενος Μηχανισμός πιθανώς να αγοράσει ελληνικά ομόλογα μέχρι το 2013. Μετά όμως θα πρέπει ν’ απευθυνθούμε στο νέο μόνιμο Μηχανισμό (Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας-ΕΜΣ) υπό τους νέους αυστηρούς όρους που έχουν προβλεφθεί γι’ αυτή την περίπτωση.Επιπρόσθετα οι εταίροι δεν είναι υποχρεωμένοι να περιορισθούν στο πλαίσιο του Μνημονίου. Μπορούν να επιβάλλουν άλλες λύσεις. π.χ. να ζητήσουν την αποτίμηση της βιωσιμότητας του χρέους και την αναδιάρθρωσή του σε περίπτωση που δεν κριθεί βιώσιμο. Είναι ρύθμιση που προβλέπεται στους όρους λειτουργίας του ΕΜΣ που εγκρίθηκαν την 25η Μαρτίου και αφορά την παροχή δανείων.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν δανεισθεί από την ΕΚΤ δίνοντας ως ενέχυρο ομόλογα του Δημοσίου περίπου 98 δισ. ευρώ. Είναι ένα ποσό, το οποίο δύσκολα μπορεί να επιστραφεί στο άμεσο μέλλον. Οσο πάσχει η αξιοπιστία της χώρας, η διεθνής αγορά θα αρνείται τον δανεισμό σε ελληνικές τράπεζες. Χρειάζεται λοιπόν να συνεχισθεί η στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ομως, η ΕΚΤ αμφιβάλλει αν πρέπει να συνεχίσει τη διαδικασία παροχής ρευστότητας. Κατά την άποψη πολλών μελών της Ευρωζώνης η πρακτική αυτή είναι αντίθετη με τις Συνθήκες. Εφαρμόστηκε λόγω των έκτακτων περιστάσεων και πρέπει να σταματήσει οπωσδήποτε. Η πίεση για να τερματίσει η ΕΚΤ τις παρεμβάσεις της θα επιταθεί, αν ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη συνεχίζει να αυξάνεται. Η προσφορά χρημάτων από την ΕΚΤ ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και άρα θα πρέπει να περιορισθεί. Στην περίπτωση αυτή οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να βρουν αντίστοιχα κεφάλαια. Οι επιπτώσεις αυτές θα είναι στενότητα κεφαλαίων στην ελληνική αγορά και ύφεση, βαθύτερη απ’ ό,τι γνωρίσαμε μέχρι σήμερα.Τα 50 δισ. ευρώ
Η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΔΝΤ ελπίζουν ότι το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης ακινήτων ύψους 50 δισ. ευρώ θα συμβάλει αποφασιστικά στην ανατροπή της κατάστασης. Θα μειώσει το χρέος κατά 20% του ΑΕΠ και θα συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη. Στην απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής υπάρχει ρητή αναφορά στο πρόγραμμα και ανάληψη από την Ελλάδα υποχρέωσης εκτέλεσής του. Ομως η πρόβλεψη, ότι η χώρα θα μπορέσει να πετύχει τον στόχο των 50 δισ. μέχρι το 2015 δεν είναι ρεαλιστική. Δεν υπάρχουν προεργασία, μελέτες ή σχέδια από τα οποία προκύπτει ότι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί η αναληφθείσα υποχρέωση έγκαιρα στο σύνολό της. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Η εμπειρία δείχνει ότι χρειάζονται χρόνια έως ότου ωριμάσει και εφαρμοστεί το σχέδιο κατασκευής ενός έργου ή αξιοποίησης ενός περιουσιακού στοιχείου. Το αεροδρόμιο των Σπάτων και τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα της Πύλου αποτελούν απτά παραδείγματα του μακρού χρόνου προεργασίας ώστε να μετουσιωθεί μια πρόθεση σε σχέδιο και έργο που αποδίδει χρήματα.Η κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική που μπορεί να περιγραφεί με τις λέξεις «βλέποντας και κάνοντας». Περιμένει τα αποτελέσματα της προσπάθειάς της και ανάλογα επιδιώκει πρόσθετους στόχους, ζητεί από τους δανειστές προσαρμογές των όρων του δανείου και διερευνά νέες δυνατότητες χρηματοδότησης. Είναι μια τακτική με χρονικό ορίζοντα ένα έως δύο χρόνια. Η στάση αυτή είναι κατανοητή. Μια που στην Ενωση θα συνεχισθεί η συζήτηση για την αντιμετώπιση της κρίσης, σχεδιασμοί για το μέλλον πρέπει να λάβουν υπόψη τους την υπάρχουσα ρευστότητα.
Ο προγραμματισμός όμως είναι αναγκαίος για να χειριστούμε τις αβέβαιες μελλοντικές εξελίξεις. Χρειάζεται ένα πλαίσιο πολιτικής που συνυπολογίζει τη δυναμική της εξέλιξης, τις μακροοικονομικές προοπτικές, το μέγεθος του χρέους και τις συνθήκες που το επηρεάζουν. Ο στόχος δεν είναι μόνο να εξασφαλισθεί η επόμενη δόση του δανείου. Μακροπρόθεσμες λύσεις ακόμη και λύσεις που σήμερα φαίνονται απίθανες ή απορριπτέες πρέπει να εξετάζονται συνεχώς. Εχει υποστηριχθεί για παράδειγμα η επιμήκυνση της διάρκειας όλων ανεξαιρέτως των δανείων και η μείωση του επιτοκίου τους περίπου στο επίπεδο εκείνου που πληρώνει η Γερμανία. Στο εξωτερικό όλο και περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η αναδιάρθρωση, η περικοπή δηλαδή του διαπραγματεύσιμου χρέους (αυτού που ανήκει σε ιδιώτες) κατά 30%, είναι η ενδεδειγμένη λύση. Η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος έχουν σθεναρά αρνηθεί την ανάγκη της αναδιάρθρωσης. Η αναδιάρθρωση καθιερώθηκε όμως από την απόφαση της 25ης Μαρτίου ως μέσο για τον περιορισμό του υπερβολικού χρέους μιας χώρας. Μπορεί να τεθεί ως προϋπόθεση της χορήγησης βοήθειας από τον νέο Μηχανισμό και έτσι να επιβληθεί σε μια χώρα.
Η μακρά και δύσκολη περίοδος προσαρμογής έχει μόλις αρχίσει. Ζήσαμε το πρώτο μεγάλο σοκ της κρίσης, αντιμετωπίσαμε τις άμεσες συνέπειες, αλλά η πραγματική δοκιμασία των οικονομικών και πολιτικών αντοχών μας θα έρθει τα επόμενα χρόνια, όταν χρειαστεί εμμονή στον στόχο. Για να ισχυροποιηθεί η στήριξη της κυβέρνησης από την κοινή γνώμη σ’ αυτή τη μεγάλη προσπάθεια χρειάζεται μια πειστική απάντηση στα ερωτήματα και τις απορίες που μας απασχολούν. Ασάφειες που παραμένουν και δεν διευκρινίζονται μπορεί να οδηγήσουν τη χώρα σε μεγαλύτερη ακόμη αστάθεια. Οπως χρειάζεται και μια μεγαλύτερη αίσθηση της συνευθύνης των άλλων πολιτικών δυνάμεων και των κοινωνικών εταίρων, προκειμένου μέσα από μια συνεννόηση να προκύψει ένας σχεδιασμός ρεαλιστικής εξόδου από την κρίση.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7-4-2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
