Του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
Τι έγινε το 1989 στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Γιατί κατέρρευσαν τόσο αιφνίδια και τόσο γρήγορα, σαν χάρτινοι πύργοι, τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη; Ορισμένοι νοσταλγοί του «σοβιετικού μοντέλου» υποστηρίζουν ότι η κατάρρευση αυτή οφείλεται σε μια σειρά λαθών, που έγιναν στα τελευταία χρόνια του καθεστώτος, στην «προδοσία» του Γκορμπατσόφ και στην ολέθρια περεστρόικα.
Θεωρούν επομένως ότι ήταν ένα ατύχημα της Ιστορίας, που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Οι περισσότεροι μελετητές ανιχνεύουν αντίθετα τα αίτια της κατάρρευσης σε βαθύτερες εγγενείς και δομικές αντιφάσεις του συστήματος και ερμηνεύουν το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας οικονομικής και πολιτικής παρακμής της ΕΣΣΔ. Η μακροχρόνια συνύπαρξη ανελευθερίας και οικονομικής στασιμότητας έπληττε ευθέως το κύρος και την αξιοπιστία της επίσημης ιδεολογίας. Η προϊούσα υποβάθμιση της οικονομίας υπέσκαπτε όχι μόνον τα θεμέλια της νομιμοποίησης του συστήματος, αλλά ακόμα και την ικανότητα της εξουσίας να καταπιέζει τους αντιπάλους της και να καταπνίγει κάθε αντιπολίτευση με τη βία.
Στα βασικά χαρακτηριστικά του, το μοντέλο που κυριαρχούσε σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν, με μικρές παραλλαγές, εκείνο που είχε εδραιωθεί στη σταλινική περίοδο. Ηταν δηλαδή το σοβιετικό μοντέλο της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια του κομμουνιστικού κόμματος, της γενικευμένης καταστολής και καταπίεσης όλων των διαφωνούντων και των αντιπάλων, του δογματικού ιδεολογικού «μονοθεϊσμού», του αυταρχικού αστυνομικού και «πανεποπτικού» ελέγχου όλης της κοινωνίας. Η επίσημη ιδεολογία, στο όνομα της οικοδόμησης μιας αταξικής και αρμονικής κοινωνίας, καταπολεμούσε τον πλουραλισμό κάθε είδους. Υποστήριζε ότι η συγκεντροποίηση της εξουσίας, η δικτατορική κυριαρχία του μοναδικού κόμματος πάνω στην κοινωνία, η κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός είχαν ισχυρά πλεονεκτήματα. Μεταξύ άλλων, υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν και την πιο ορθολογική και αποτελεσματική αξιοποίηση των υλικών πόρων, επειδή καταργούσαν τα κόστη που πηγάζουν από τις συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες.
Σε μια πρώτη φάση (από τη δεκαετία του 1930 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1960), η σοβιετική οικονομία γνώρισε μια θεαματική ανάπτυξη, πληρώνοντας παράλληλα ένα πελώριο και τρομερό ανθρώπινο και κοινωνικό τίμημα. Η εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ενωσης υπήρξε η πρώτη και η πιο σημαντική περίπτωση ταχείας οικονομικής ανάπτυξης μιας μεγάλης χώρας, μέσω μιας οικονομίας βασιζόμενης στην κρατική ιδιοκτησία και στον κεντρικό σχεδιασμό. Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα λειτούργησε ως σχετικά αποτελεσματική βιομηχανική - στρατιωτική μεγαμηχανή στο πεδίο των μεγάλων αριθμών, όσο δηλαδή το ζητούμενο ήταν να πραγματοποιηθεί μια απογείωση σε μεγάλη κλίμακα. Εδωσε ταυτόχρονα ένα σκληρότατο μάθημα βιομηχανικής παιδαγωγικής σε έναν απέραντο αγροτικό πληθυσμό. Ωστόσο, η οικονομία της ΕΣΣΔ δεν υπήρξε και δεν μπορούσε να γίνει το οικονομικό μέλλον του κόσμου, όπως προφήτευαν ορισμένοι μελετητές ή όπως εύχονταν οι υποστηρικτές της και όπως φοβούνταν οι αντίπαλοί της. Μπορούσε μόνον να επεκταθεί, λειτουργώντας ατελώς και προσωρινά ως πρότυπο προς μίμηση για ορισμένες εθνικοαπελευθερωτικές και αντιαποικιοκρατικές επαναστάσεις, στις γεωργικές περιοχές του Τρίτου Κόσμου.
Σύμφωνα με το κυρίαρχο σταλινικό μοντέλο, προνομιακός τομέας της οικονομίας παρέμενε σταθερά η βαριά βιομηχανία, η ανάπτυξη της οποίας θεωρούνταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη όλων των άλλων τομέων. Τα καταναλωτικά αγαθά έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, ενώ πολύ ακριβό ήταν το τίμημα που πλήρωναν οι Σοβιετικοί για να διατηρούν μιαν ορισμένη στρατιωτική ισορροπία με τη Δύση.
Τα κυριότερα οφέλη για τις μάζες των εργαζομένων ήταν η έλλειψη ανεργίας (αν και ήταν πολύ διαδεδομένες η υποαπασχόληση κι η κακοπληρωμένη εργασία), η άνοδος της μαζικής εκπαίδευσης και η βελτίωση του υγειονομικού συστήματος.
Τα οργανικά ελαττώματα του σοβιετικού παραγωγικού συστήματος έγιναν πιο φανερά στη μακρά περίοδο οικονομικής στασιμότητας, που άρχισε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Στα χρόνια 1970-1985 φάνηκε πιο καθαρά ότι η σοβιετική οικονομία έχανε οριστικά τη μάχη του οικονομικού ανταγωνισμού με τη Δύση. Στο διάστημα αυτό, και παρά τις διάφορες «μεταρρυθμιστικές» απόπειρες, το σοβιετικό οικονομικό σύστημα απέτυχε κραυγαλέα κάθε φορά που προσπάθησε να υπερβεί την αρχική φάση της επεκτατικής εκβιομηχάνισης, για να οδηγηθεί προς μιαν οικονομία που θα εξασφάλιζε τα επίπεδα κατανάλωσης και την υλική ευημερία που υποσχόταν το ίδιο το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Επομένως, δεν ήταν πλέον δυνατό να διατηρηθεί ζωντανή η πίστη στην ανωτερότητα και στις ελπιδοφόρες προοπτικές του σοβιετικού κομμουνισμού. Εμοιαζε να διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα οι βασικές επαγγελίες της επίσημης κομμουνιστικής ιδεολογίας για μιαν οικονομία που θα ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες και για μια κοινωνία δίκαιη και εξισωτική. Η αξιοπιστία της ιδεολογίας άρχισε να εξανεμίζεται, όταν στην ανελευθερία και στην οικονομική παρακμή προστέθηκαν η εκτεταμένη διαφθορά και η ηθικο-πολιτική χρεοκοπία του καθεστώτος, που ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού σε όλη την μπρεζνιεφική περίοδο.
Στην ίδια περίοδο που το σοβιετικό μπλοκ έμενε στάσιμο, η δυτική οικονομία έμπαινε σε μια φάση ορμητικής αλλαγής και τεχνολογικής ανανέωσης, της οποίας στρατηγικός πυρήνας ήταν η πληροφορική και η αυτοματοποίηση. Το σοβιετικό σύστημα, επιβαρημένο από την ακαμψία του κεντρικού σχεδιασμού, από την παραλυτική εξουσία μιας γραφειοκρατίας από τη φύση της εχθρικής προς την αλλαγή και από την παθητική αντίσταση των εργαζομένων στις αναδιαρθρώσεις, δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τεχνολογικής ανανέωσης και της ποιότητας της παραγωγής. Δεν διέθετε την αναγκαία ευελιξία, ελαστικότητα και αποδοτικότητα που θα το καθιστούσαν αξιόμαχο στον διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό. Το συγκεντρωτικό και αυταρχικό σύστημα -αυτό που στο παρελθόν κατόρθωνε να προωθεί νέους τεχνολογικούς προσανατολισμούς από τα πάνω- στεκόταν τώρα εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών από τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις. Το πνεύμα της πρωτοβουλίας δεν έβρισκε κίνητρα και θεσμικά στηρίγματα και η ανάληψη ρίσκου αποθαρρυνόταν. Η Σοβιετική Ενωση δεν κατόρθωνε να μειώσει την τεχνολογική απόσταση που χώριζε τη βιομηχανία της από τη βιομηχανία των κυριότερων δυτικών χωρών.
Και ενώ η χώρα έβλεπε τα ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης να μένουν σταθερά χαμηλά, η μπρεζνιεφική ηγεσία πήρε τη μοιραία απόφαση να πλειοδοτήσει στην εξωτερική πολιτική, προσπαθώντας μάταια να αναζωογονήσει μιαν αυτοκρατορική στρατηγική. Ξεκίνησε έτσι μια μεγάλη προσπάθεια για να διεκδικήσει τη στρατιωτική υπεροχή στον εξοπλιστικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, υποβάλλοντας σε πρόσθετη πίεση την ήδη εξασθενημένη σοβιετική οικονομία. Ο στρατιωτικός τομέας σπαταλούσε πελώριους πόρους, αλλά, καθώς υπάκουε στη λογική της αδιαφάνειας και της μυστικότητας, δεν μεταβίβαζε τα επιστημονικά και τεχνολογικά του επιτεύγματα στο υπόλοιπο παραγωγικό σύστημα, το οποίο αποδυναμωνόταν όλο και περισσότερο εξαιτίας αυτής της ανισορροπίας.
Από την άλλη μεριά, βαρύτατο ήταν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος που συνεπαγόταν η έλλειψη δημοκρατίας. Η πεποίθηση που είχαν πάντοτε οι κομμουνιστές που βρίσκονταν στην εξουσία ,ότι ο κοινωνικός, οικονομικός και πολιτικός και πολιτισμικός πλουραλισμός ήταν ένα κακό που έπρεπε να καταπολεμηθεί και να ξεριζωθεί οριστικά, αποκαλύφθηκε καταστροφική. Αυτός ο πλουραλισμός τροφοδοτούσε τον δυναμισμό των δυτικών κοινωνιών και οικονομιών. Ενώ αντίθετα ο συγκεντρωτικός - γραφειοκρατικός κολεκτιβισμός και ο αυταρχικός πολιτικός και αστυνομικός έλεγχος μιας αδρανούς και πολιτισμικά στάσιμης κοινωνίας αποτελούσαν σοβαρές αιτίες της δομικής κρίσης του σοβιετικού συστήματος.
Οταν ανέλαβε την εξουσία, το 1985, ο Γκορμπατσόφ είχε επίγνωση της σοβαρότητας αυτής της κρίσης. Η μπρεζνιεφική περίοδος είχε αφήσει μια βαριά αρνητική κληρονομιά: οικονομική στασιμότητα, ιδεολογική απολίθωση, διάχυτη διαφθορά. Το αρχικό πρόγραμμα του Γκορμπατσόφ σκόπευε να δώσει μιαν ισχυρή ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα. Καθώς όμως δεν κατόρθωνε να πετύχει μια γρήγορη αντιστροφή των τάσεων στην οικονομία, ο Γκορμπατσόφ προσπάθησε να ανταποκριθεί στο αίτημα για δημοκρατία, που ωρίμαζε στην κοινωνία, ή τουλάχιστον για μια χαλάρωση του ασφυκτικού ελέγχου της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Ετσι, από τα μέσα του 1988, προσέθεσε στην περεστρόικα και στην γκλάσνοστ ένα τρίτο στοιχείο: τον εκδημοκρατισμό. Αλλά οι προσπάθειές του να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα «ανανέωσης του σοσιαλισμού» κατέδειξαν τελικά ότι το σοβιετικό σύστημα, εξαιτίας της απόλυτης ακαμψίας του και της έλλειψης μιας δραστήριας κοινωνίας πολιτών, δεν διέθετε τους αναγκαίους ηθικούς και πολιτικούς πόρους για να αυτομεταρρυθμιστεί. Οι μεταρρυθμίσεις έτειναν αντίθετα να το καταστρέφουν, στον βαθμό που πυροδοτούσαν άλυτες και ακυβέρνητες αντιφάσεις στο εσωτερικό του.
Το σχέδιο του Γκορμπατσόφ να προχωρήσει σε μιαν αναδιάρθρωση του σοβιετικού συστήματος κατέληξε έτσι σε μιαν ολική αποτυχία. Η περεστρόικα εγκαινίασε ανεξέλεγκτες και καταστροφικές διαδικασίες, οι οποίες δεν οδήγησαν στην ανανέωση του κομμουνισμού αλλά στην κατάρρευσή του. Οι μεταρρυθμίσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο εκείνων που τις σχεδίασαν, προκαλώντας την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, πυροδοτώντας πολιτικές συγκρούσεις και ενεργοποιώντας τις αποσχιστικές τάσεις πολλών εθνοτήτων που ένιωθαν ότι καταπιέζονται. Η εμφάνιση αυτών των αποσταθεροποιητικών ταραχών σε μια κοινωνία, η οποία μέχρι τότε ελεγχόταν αυστηρά και ολοκληρωτικά από τα πάνω, επιβεβαίωνε για άλλη μια φορά τις αναλύσεις του Τοκβίλ στο σπουδαίο έργο του «Το παλαιό καθεστώς και η επανάσταση» (εκδόσεις «Πόλις», 2006). Σύμφωνα με τον Τοκβίλ, η απόπειρα να μεταρρυθμιστεί ένα ανελεύθερο και εξαιρετικά άκαμπτο καθεστώς είναι πιθανότερο να καταλήξει, όχι στη βελτίωσή του, αλλά στην πτώση του.
Και είναι μια τρομερή ειρωνεία της ιστορίας το ότι έτυχε στο κομμουνιστικό σύστημα να γνωρίσει εκείνη τη «γενική κρίση» και την κατάρρευση, που ο παγκόσμιος κομμουνισμός είχε πιστέψει και προφητέψει ότι θα πραγματοποιούνταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Ο σοβιετικός κομμουνισμός, ο οποίος φιλοδοξούσε να είναι «επιστημονικός», ικανός δηλαδή όσο καμιά άλλη πολιτική δύναμη να «σχεδιάζει» το παρόν και το μέλλον, έχασε πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του, της ίδιας της εξουσίας του, και οδηγήθηκε σε μια καταστροφική κρίση.
Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ προκάλεσε μιαν αλυσιδωτή αντίδραση μαζικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων ενάντια στον κομμουνισμό, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση όλων των καθεστώτων που εγκαθιδρύθηκαν μετά το 1945. Ετσι τα καθεστώτα, που γεννήθηκαν με τη φιλοδοξία να αποτελέσουν αυθεντική έκφραση του λαού, αποκαλύφθηκαν σε τέτοιο σημείο αντιλαϊκά, ώστε να καταρρεύσουν υπό την πίεση μιας γιγάντιας λαϊκής αντίθεσης. Και κατά την πτώση τους, δεν υπήρξε σχεδόν κανείς που να θέλει να παλέψει για να τα διατηρήσει -πράγμα που καθρεφτίζει εύγλωττα την ηθική και πολιτική χρεοκοπία τους και φωτίζει τον συνδυασμό ιδεολογικού ψεύδους και πολιτικής καταπίεσης, πάνω στον οποίο βασιζόταν για πολλά χρόνια ο «σοσιαλισμός» τους.
Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν μια τέτοιας ιστορικής σημασίας πολιτική και κοινωνική αλλαγή -όπως η κατάρρευση της σοβιετικής «αυτοκρατορίας»- δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Στην πραγματικότητα βέβαια, η ειρηνική κατάρρευση του ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού δεν οφειλόταν μόνον στην κινητοποίηση των λαών, αλλά πρέπει να αποδοθεί κυρίως στη θεμελιώδη αλλαγή προσανατολισμού της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής υπό τον Γκορμπατσόφ. Η λαϊκή αντίθεση στα διάφορα κομμουνιστικά καθεστώτα είχε εκδηλωθεί έντονα και στο παρελθόν, όπως δείχνουν οι ταραχές στην Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία το 1953, οι εξεγέρσεις στην Πολωνία και την Ουγγαρία το 1956, η ευρεία συναίνεση στην «Ανοιξη της Πράγας» το 1968 και η άνοδος της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία στα 1980-81. Αυτό που άλλαξε το 1989, σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις στην Ανατολική Ευρώπη, δεν ήταν τόσο το εύρος της λαϊκής αντίθεσης στα καθεστώτα που υποστήριζε η ΕΣΣΔ όσο η συνολική κατεύθυνση της σοβιετικής πολιτικής. Αν στο παρελθόν η Σοβιετική Ενωση είχε κάνει το παν για να καταπνίξει κάθε μορφή πολιτικού φιλελευθερισμού ή εκδημοκρατισμού στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, στα τέλη του 1989 δεν απέμεναν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η Ανατολική Ευρώπη μπορούσε ανεμπόδιστα να προχωρήσει σε σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς τον φόβο μιας σοβιετικής στρατιωτικής επέμβασης. Και μολονότι ο Γκορμπατσόφ δεν είχε την πρόθεση να διαλύσει το σοβιετικό μπλοκ και δεν είχε προβλέψει ότι οι αλλαγές, που ο ίδιος είχε εγκαινιάσει, θα οδηγούσαν στο γρήγορο τέλος του κομμουνισμού, αυτός ακολούθησε με συνέπεια την πολιτική του, της αποφυγής χρήσης βίας.
«Ευγνωμοσύνη στον Γκορμπατσόφ»
«Πριν από 20 χρόνια έπεσε ειρηνικά το Τείχος του Βερολίνου. Για εμένα κάθε επέτειος είναι εντελώς ιδιαίτερη ημέρα ανασκόπησης και χαράς. Σήμερα, όμως, βιώνουμε την εξασθένηση της συνείδησης για τη σημασία εκείνου του απαξιωτικού για το Βερολίνο κτίσματος. Το Τείχος δεν διχοτομούσε μόνον μια μεγαλούπολη χωρίζοντας οικογένειες -το Τείχος ήταν και σύμβολο για τη διχοτόμηση της Γερμανίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης σε ελεύθερο και ανελεύθερο κόσμο.
Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι εάν το 1989 δεν έπεφτε το Τείχος, δεν θα είχε συντελεστεί η επανένωση της Γερμανίας και πως οι εξελίξεις σε όλο τον κόσμο θα είχαν πάρει εντελώς διαφορετική τροπή. Μεγάλο μέρος της πολιτικής αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης οφείλεται στην υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του Μιτεράν, ενώ απεριόριστη ευγνωμοσύνη αξίζει στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, που χάραξε τον δρόμο της γκλάσνοστ και της περεστρόικα -αλλά και που επέλεξε την ειρήνη και δεν κινητοποίησε εκείνον τον Νοέμβριο τα ρωσικά τεθωρακισμένα».
Χέλμουτ Κολ, καγκελάριος της Δυτ. Γερμανίας 1982-1988
(από τον πρόλογο του βιβλίου του «Die Mauer» - «Το Τείχος»)
«Ως πολιτικός μπορεί να έχασα...»
«Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες (από την πτώση) αλλά δεν ήταν απροσδόκητη. Μεγάλες αλλαγές ήταν σε εξέλιξη στη Σοβιετική Ενωση και στην ανατολική Ευρώπη. Από την εποχή του πολέμου, ένα μεγάλο πρόβλημα είχε παραμείνει άλυτο: αυτό μιας διαιρεμένης Ευρώπης, που αφορούσε κυρίως τους Γερμανούς (...). Θα μπορούσε η πτώση του Τείχους να μην είχε οδηγήσει σε κατάρρευση του κομμουνισμού; Ναι, πιθανώς. Αν ο πρόεδρος Ερικ Χόνεκερ είχε αρχίσει τις μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της χώρας δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα. Ο κόσμος το ήθελε. Σε όλες τις άλλες χώρες η αλλαγή προχωρούσε. Η ΕΣΣΔ, προπύργιο του σοσιαλισμού, άλλαζε. Ο Χόνεκερ δεν έκανε τίποτα (...). Η ΕΣΣΔ άλλαζε με μια νέα γενιά ηγετών. Δίχως τις αλλαγές αυτές, ο Ρίγκαν θα μπορούσε να χορέψει όποιον χορό ήθελε στο Βερολίνο. Το Τείχος θα ήταν ακόμα εκεί (...). Είναι οι εσωτερικές συγκρούσεις για το μέλλον της ΕΣΣΔ που βρίσκονται στη ρίζα της κατάρρευσής της. Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευα ότι η ένωση των δημοκρατιών μας μπορούσε να επιβιώσει. Εγιναν λάθη. Η δημοκρατία της Ρωσίας κυβερνιόταν από ανθρώπους που ενεργούσαν κατά της περεστρόικα... ήταν σαν τα ζώα, διψασμένοι για εξουσία και κατέστρεψαν τη χώρα, την ένωση, την οικονομία και το ίδιο το μέλλον τους (...). Ως πολιτικός μπορεί να έχασα, όμως οι πολιτικές που υπερασπίστηκα βοήθησαν να γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώς το 1991. Η περεστρόικα έφτασε σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Εχασα, αλλά η περεστρόικα κέρδισε».
Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τότε, γενικός γραμματέας Κ.Ε. Κομμουνιστικού Κόμματος ΕΣΣΔ (Le Temps / Ελβετία)
«Ηταν για μένα μεγάλη έκπληξη»
«Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ πού ήμουν (όταν άρχισε να διαλύεται το Τείχος). Ημουν πιθανώς στο γραφείο μου και το πληροφορήθηκα πριν γίνει επισήμως γνωστό. Παραδέχομαι ότι για μένα ήταν μεγάλη έκπληξη. Ημουν στο Βερολίνο στις 6 και 7 Οκτωβρίου. Και ο Γκορμπατσόφ ήταν εκεί για μια μεγάλη εκδήλωση που είχε οργανώσει ο Χόνεκερ, με αφορμή την 40ή επέτειο από τη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο κόσμος περνούσε μπροστά από τη σκηνή και φώναζε: "Γκόρμπι, Γκόρμπι, βοήθησέ μας". Πήγα στον Γκορμπατσόφ και του είπα. "Τελείωσε. Ηρθε το τέλος". Παραδέχτηκε ότι αυτό ήταν το τέλος. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η πτώση του Τείχους ήταν απλώς μια τυπική υπόθεση (...) Με υπερηφάνεια λέω ότι ήμουν μέρος της διαδικασίας. Παράδοξο, πράγματι. Εγώ, ο αυτουργός ενός στρατιωτικού νόμου αλλά και συναυτουργός των αλλαγών που έγιναν τη δεκαετία του '80, που είχαν σημαντικές διαστάσεις, όχι μόνο για την Πολωνία (...) Μπορεί να φαίνεται ακατανόητο ότι εγώ, άνθρωπος του παλιού καθεστώτος, μπορώ σήμερα να λέω ότι οι αλλαγές ήταν απολύτως αναγκαίες για την Πολωνία και όλη την Ευρώπη (...) Ο κομμουνισμός, η βίβλος του κομμουνισμού δημιουργήθηκε όχι κατά μήκος του Βόλγα, αλλά κατά μήκος του Ρήνου. Και ήταν γεμάτη ελκυστικές και ευγενείς ιδέες, εν μέρει ουτοπικές, αν και πιστεύω ότι παραμένουν σε ισχύ από φιλοσοφική και ηθική άποψη. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο σταλινισμός αμαύρωσε την ιδεολογία του κομμουνισμού».
Στρατηγός Βόιτσεκ Γιαρουζέλσκι, τότε πρωθυπουργός Πολωνίας (Euronews)
«Δεν μελετήσαμε τη διεύρυνση»
«Το γεγονός μάς συντάραξε και περιμέναμε να δούμε εάν επρόκειτο να εξελιχθεί ειρηνικά. Δεν ξέραμε πώς θα αντιδρούσε η αστυνομία ή την αντίδραση της κομμουνιστικής ηγεσίας. Παρακολουθούσαμε προσεκτικά ό,τι συνέβαινε. Αυτό που είχε σημασία όμως, ήταν ό,τι ακολούθησε τις επόμενες εβδομάδες. Ο καγκελάριος Κολ και ο Γκορμπατσόφ, αλλά και ο πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος, ενέτειναν την επικοινωνία τους, ώστε να προλάβουμε επεισόδια που θα μπορούσαν να κοστίσουν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Περιμέναμε να δούμε τι θα συμβεί. Επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων συναντήθηκαν στα Ηλύσια Πεδία, καθώς η Ε.Ε. ήταν υπό γαλλική προεδρία. Αρχίσαμε να εξηγούμε ότι δεν υπήρχε κάτι που να προκαλεί ανησυχία, αν και πολλοί ενίσταντο στη γερμανική ενοποίηση. Δουλέψαμε πολύ σκληρά προς αυτή την κατεύθυνση. Τον Απρίλιο του 1990 το σύνολο της ευρωπαϊκής κοινότητας αναγνώρισε την πρόθεση της Γερμανίας για ενοποίηση (...) Μου έδωσε μεγάλη χαρά ότι ανοίξαμε την αγκαλιά μας στις χώρες που αναδύονταν από τον ολοκληρωτισμό (...) ζήτησα, ωστόσο, από την κοινότητά μας, το σπίτι που μοιραζόμαστε, να προετοιμαστεί για να εντάξει ακόμα δέκα χώρες. Αλλά απέτυχα. Ηταν στη σύνοδο της Λισαβόνας, το 1992. Λυπάμαι που δεν βάλαμε το σπίτι μας σε τάξη και δεν μελετήσαμε πώς θα είναι η Ευρώπη των 25 ή των 27 πριν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για τη διεύρυνση».
Ζακ Ντελόρ, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Euronews)
Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Η άνοδος του τεχνο-επιστημονικού ανορθολογισμού
Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» και την παράλληλη χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας, το σοσιαλιστικό πρόταγμα διεθνώς εισήλθε σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, ανάλογης της πολυδιάστατης κρίσης στην οποία ήδη οδηγείτο το καπιταλιστικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς και η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Οι δυο αυτές παράλληλες αλλα και διαπλεκόμενες κρίσεις, σε συνδυασμό με την συστηματική προσπάθεια της υπερεθνικης ελίτ (δηλαδή του πλέγματος των συναλλήλων σχέσεων και συμφερόντων ως προς το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγορας) να ενσωματώσει πλήρως στη Νέα Τάξη κάθε κράτος-παρία, ιδιαίτερα στην κρίσιμη ενεργοπαραγωγό περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, είχε σειρά σημαντικών συνεπειών στο πολιτικό επίπεδο. Έτσι, από τη μια μεριά, η υπερεθνική ελίτ με επικεφαλής την Αγγλοσαξονική, με αφορμή την επίθεση της 9/11 (για την οποία υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι την γνώριζε άλλα δεν τη σταμάτησε) ξεκίνησε μια σειρά εγκληματικών πολέμων για την αλλαγή καθεστώτων που ήδη έχει αλλάξει τον πολιτικό χάρτη της περιοχής. Η συστημική αυτή βία σε μαζική έκταση, που συμπληρώνεται από την αντίστοιχη Σιωνιστική βια στην Παλαιστίνη, οδήγησε αναπόφευκτα στον κύκλο της αντιβίας (δηλαδή της νομιμοποιημένης αντίστασης των λαών) και του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» που αποτέλεσε το φύλλο συκής για την εγκαθίδρυση της σημερινής ημι-ολοκληρωτικής «δημοκρατίας».[i]
Η πολυδιάστατη κρίση, όμως, στη δύση, σε συνδυασμό με τους τρομοκρατικούς πολέμους της υπερεθνικής ελίτ στην Ανατολή, οδήγησε σε μια παράλληλη άνοδο του ανορθολογισμού, είτε με τη μορφή της αναβίωσης των παλαιών θρησκειών (Ισλαμισμός, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός)[ii], είτε με τη μορφή της εξάπλωσης νέων μορφών ανορθολογισμού (Νέα Εποχή, ανορθολογικές μορφές θεραπείας κλπ). Πέρα όμως από όλες αυτές τις μορφές ανορθολογισμού, στις ΗΠΑ, όπου ο ανορθολογισμός κάθε μορφής παρουσιάζει ιδιαίτερη έξαρση για λόγους που δεν είναι του παρόντος, η ιδιαίτερη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης οδήγησε, στο πολιτικό επίπεδο, σε δυο διαμετρικά αντίθετα «κινήματα» που και τα δυο ισχυρίζονται ότι κινούνται στον ευρύτερο ελευθεριακό χώρο. Έτσι, από τη μια μεριά, υπάρχει η κίνηση των «πρωτογονιστων» (John Zerzan κ.α), με περιορισμένο αριθμό υποστηρικτών σε διεθνές επίπεδο, που απορρίπτουν την σύγχρονη τεχνοεπιστημη ως μη ουδέτερη, και τη θεωρούν βασική αιτία της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης, υποστηρίζοντας την ανορθολογική επιστροφή σε «μη-πολιτισμένους» τρόπους ζωής, μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης, και την εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ραγδαία (χάρη στα άφθονα κεφάλαια για μαζική διαφήμιση με εφετζίδικα Χολιγουντιανού τύπου φιλμς, βίντεο και όλα τα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα επικοινωνίας) μια άλλη κίνηση σε 70 χώρες, πάλι εξ ΗΠΑ καταγόμενη, με το όνομα Zeitgeist (παλαιός Γερμανικός όρος που σημαίνει το “πνεύμα της εποχής”) που ήδη αριθμεί 350.000 μέλη, με τη χώρα μας να έρχεται επικεφαλής στο ενδιαφέρον γι αυτή.
Σε αντίθεση με το σαφώς πολιτικό κίνημα των πρωτογονιστών, το κίνημα Zeitgeist δεν είναι καν πολιτικό, όπως αναγνωρίζει ο επί κεφαλής του Peter Joseph, επιβεβαιώνοντας τον αταξικό χαρακτήρα του κινήματος, που θεμελιώνεται βέβαια στην υιοθέτηση της συστημικής αντίληψης για τον αταξικό χαρακτήρα της σημερινής κοινωνίας.[iii] Το κίνημα αυτό, όπως δηλώνει ο Joseph, αποτελεί στη πραγματικότητα τον «ακτιβιστικό βραχίονα του Venus project», το οποίο ανέπτυξε ο γκουρού του κινήματος Jacque Fresco, (από την τοποθεσία Venus της Φλόριδας οπού έχει στήσει το ερευνητικό του κέντρο, σε ένα πελώριο κτήμα 85.000 τ.μ. που στεγάζει 10 κτίρια σχεδιασμένα από τον ίδιο). Φυσικά, ο αυτοχαρακτηρισμός του κινήματος ως μη πολιτικού είναι σε απόλυτη λογική συνέπεια με τον α-ταξικό χαρακτήρα του. Γι αυτό, άλλωστε, το αίτημα της αυτοδιεύθυνσης των πολιτών που συνοψίζει την κλασική έννοια της Πολιτικής (αντίθετα με την μικροπολιτική των επαγγελματιών πολιτικών σήμερα) δεν αποτελεί καν αίτημα του κινήματος Zeitgeist, εφόσον φαίνεται ότι το κίνημα αυτό στη πραγματικότητα στοχεύει στην αυτοδιεύθυνση των …μηχανών. Έτσι, ενώ για τους πρωτογονιστές η τεχνοεπιστήμη αποτελεί ανάθεμα, για τους Jacque Fresco & Peter Joseph αποτελεί τον...από μηχανής Θεό! Ο στόχος είναι ένα οικονομικό σύστημα που θα βασίζεται στην τεχνοεπιστημονικη άριστη διαχείριση των πραγματικών πόρων, αντί όπως σήμερα, στο χρήμα, την ανταλλαγή, την ανταγωνιστικότητα και το κέρδος. Και όλα αυτά, μέσα σε ένα νιρβάνα μετασπάνεως, οπού όλοι θα μπορούν να ικανοποιούν την οποιαδήποτε ανάγκη που επιλέγουν, χωρίς καν να χρειάζεται να εργάζονται, αφού η πλήρης αυτοματοποίηση θα έχει καταργήσει ουσιαστικά την εργασία, σε ένα κόσμο χωρίς φτώχεια, έγκλημα, διαφθορά και πολέμους—φαινόμενα που αποδίδονται στις νευρώσεις και τη σπάνιν που δημιουργεί το σημερινό νομισματικό “σύστημα”. Δεν είναι λοιπόν περίεργη η μαζική αποδοχή του οράματος αυτού--ιδιαίτερα από τα αστικά στρώματα που έχουν την πολυτέλεια του χρόνου ν ασχολούνται με παρόμοιες φαντασιώσεις—όταν υπόσχεται τον παράδεισο επί της γης και όταν μάλιστα υποτίθεται ότι τον θεμελιώνει στην “επιστημονική μέθοδο” και όχι σε κάποια (άμεσα ανορθολογική) θρησκεία η δοξασία.
Όμως, στην πραγματικότητα, μολονότι το όραμα αυτό κάνει κάποιες σωστές διαπιστώσεις για τα συμπτώματα της κρίσης, θεμελιώνεται σε μια έμμεσα ανορθολογική, ή ψευτο-επιστημονική, μέθοδο για να εξηγήσει τις αιτίες της και να προτείνει λύσεις για την διέξοδο από αυτή που δεν έχουν καμιά σχέση με μια πραγματική δημοκρατία, η οποία θεμελιώνεται πάντα στην συλλογική και ατομική αυτοδιεύθυνση των πολιτών. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι, μολονότι το όραμα αυτό υποτίθεται ότι βασίζεται στην επιστήμη, δεν απολαύει της ίδιας απήχησης μεταξύ των επιστημόνων—και δεν αναφέρομαι βέβαια μονο στους ορθόδοξους επιστήμονες που οι υποστηρικτές του τεχνοεπιστημονικου αυτού σεναρίου θα τους απορρίψουν εύκολα ως ιδεολόγους του σημερινού συστήματος. Και ο λόγος είναι προφανής. Τα τεχνοεπιστημονικά συμπεράσματα για την πλήρη αυτοματοποίηση, τη χρήση “τεχνητής ευφυΐας” κλπ συνάγονται με βάση κάποιες σημερινές τάσεις αυτοματοποίησης, οι οποίες όμως κάθε άλλο παρά αντικαθιστούν τον ανθρώπινo παράγοντα γενικά. Αντίθετα, στοχεύουν στην μείωση του εργατικού κόστους, με την αντικατάσταση της ανειδίκευτης ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίας από μηχανές (π.χ. στη βιομηχανία αυτοκινήτων) για χάρη του μεγαλυτέρου κέρδους, ή στη συμπλήρωση των υπηρεσιών υψηλής τεχνογνωσίας που παρέχουν οι ειδικοί, πάντα κάτω από τον έλεγχο τους (π.χ. ρομποτική χειρουργική). Αποτελούν επομένως επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ότι είναι δυνατή η πλήρης αντικατάσταση της εργασίας από μηχανές, κάτι που σήμερα, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εμποδίζεται από κάποια συνωμοσία για τη μη παραγωγή της απαραίτητης τεχνολογίας ή—ακόμη χειρότερα—από την “τεχνητή” σπάνιν που δήθεν δημιουργεί το νομισματικό σύστημα. Το ίδιο αποτελεί επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα η ιδέα της κατάργησης της σπάνεως, εφόσον ακόμη και ο κομουνιστικός νιρβάνας της παραδοσιακής αντισυστημικής Αριστεράς αφορούσε κυρίως τις βασικές ανάγκες που υποτίθεται ότι μπορούν να ορισθούν “αντικειμενικά” , ενώ βέβαια οι ανάγκες των πολιτών γενικά μόνο από τους ίδιους τους πολίτες μπορούν να καθοριστούν, δημοκρατικά, και όχι από διάφορους τεχνοεπιστήμονες με τη βοήθεια σουπερ-κομπιούτερ! [iv]
Μολονότι, επομένως, είναι αλήθεια ότι το χρήμα, σε μια οικονομία της αγοράς όπως η σημερινή, συμβάλλει σημαντικά στη μη ικανοποίηση των αναγκών, ακόμη και των βασικών, της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού, o λόγος δεν είναι βέβαια ο αναφερόμενος στη δήθεν επιστημονική ανάλυση του οράματος αυτού ότι η ίδια η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται βασικά από τις μεταβολές στην προσφορά χρήματος, την οποία καθορίζουν οι ελίτ.[v] Το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο και όχι αυτοσκοπός, που ξεκίνησε παλιά σαν μέσο ανταλλαγής αλλά σήμερα είναι βασικά μέσο συσσώρευσης πλούτου, και επομένως οικονομικής δύναμης, ενώ η ανταλλακτική του λειτουργία περιορίζεται καθημερινά από τη σημερινή τεχνολογία. Ο λόγος είναι η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης στα χέρια των ολίγων που παράγει και αναπαράγει το σημερινό σύστημα—συγκέντρωση η οποία στο Venus project περιγράφεται ως απλό σύμπτωμα του γεγονότος ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική.[vi]
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η λύση που προτείνεται, μέσα από μια εντελώς α-νιστορική ανάλυση που συγχέει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς με όλα τα προκαπιταλιστικά και μετακαπιταλιστικά συστήματα[vii]--στην οποία απουσιάζει οποιαδήποτε ταξική ανάλυση που θα έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική, πολιτική και πολιτιστική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια των ολίγων-- δεν είναι βέβαια μια πραγματική δημοκρατία, όπου οι πολίτες ελέγχουν άμεσα την οικονομική και πολιτική διαδικασία,[viii] αλλά ο «συνολικός ανασχεδιασμός του πολιτισμού» μας, δηλαδή των αξιών με τις οποίες έχουμε γαλουχηθεί στο σημερινό σύστημα[ix]. Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη λύση από το Zeitgeist είναι ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα[x] συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης που, χάρη στην διαχείριση μιας άριστης τεχνολογίας που στηρίζεται στην τελευταία λέξη της τεχνοεπιστημης, θα μπορεί να λύνει όλα τα ενεργειακά και γενικότερα οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί η ίδια η συγκέντρωση και ανάπτυξη.[xi] Ούτε, τέλος, είναι περίεργο ότι η μετάβαση σε αυτή τη κοινωνία προτείνεται να γίνει μέσω της εκπαίδευσης και του παραδείγματος (ο σχεδιασμός και κατασκευή μιας πειραματικής πόλης όπου θα εφαρμόζονται οι ιδέες αυτές θα παίξει σχετικά καθοριστικό ρόλο) στη διαδικασία για την αλλαγή των αξιών μας . Έτσι, μαζί με τις ταξικές διαιρέσεις πετιέται στο καλάθι των άχρηστων και η Κοινωνική Πάλη για την κατάργηση του σημερινού συστήματος και η όλη προσπάθεια είναι να πείσουμε όλους, από τους αδίστακτους πολυεκατομμυριούχους και τους εγκληματίες επαγγελματίες πολιτικούς μέχρι τον τελευταίο εργάτη και άνεργο, ότι το συμφέρον όλων μας , σαν μια οικογένεια, είναι να φωτιστούμε από τη μεγαλοφυΐα των Fresco και Joseph στην ανάγκη να εγκαθιδρύσουμε, όλοι αδελφωμένοι και άμεσα, τον επί της γης παράδεισο τους. Τα υπόλοιπα είναι θέμα κοινωνικής εξέλιξης, όπως δηλώνεται ρητά στο Venus Project : «To Venus Project δεν συνιστά την διάλυση του υπάρχοντος συστήματος της ελεύθερης επιχείρησης –πιστεύουμε ότι το σύστημα αυτό θα πεθάνει από μόνο του, σαν τμήμα της κοινωνικής εξέλιξης.»
* Το άρθρο αυτό αποτελεί μια πληρέστερη εκδοχή του άρθρου με τον ίδιο τίτλο που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 7/11/2009. Μια ακόμη πιο βελτιωμένη έκδοση θα δημοσιευθεί σύντομα στα Αγγλικά στο διεθνές θεωρητικό περιοδικό The International Journal of Inclusive Democracy http://www.inclusivedemocracy.org/journal/
[i] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, Η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα, (Κουκκίδα 2009) , Μέρος Τρίτο
[ii] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία: Η άνοδος του νέου ανορθολογισμού, (Ελεύθερος Τύπος, 2000)
[iii] Ο Peter Joseph είναι σαφής στην πλήρη υιοθέτηση της συστημικής άποψης ότι δεν υπάρχουν ταξικές διαιρέσεις όταν μιλά για τον μη πολιτικό χαρακτήρα του “κινήματος”: “Το κίνημα Zeitgeist δεν είναι ένα πολιτικό κίνημα: δεν αναγνωρίζει διαιρετικές έννοιες όπως τα έθνη, οι κυβερνήσεις, ο ρατσισμός, οι θρησκείες, οι πίστεις ή η τάξη. Αντίθετα, βλέπουμε τον κόσμο σαν ένα οργανισμό, και το ανθρώπινο είδος σαν μια οικογένεια” (sic!)., P. Zeitgeist Movement: Orientation Presentation (2009) http://www.youtube.com/watch?v=K9DDNCHMjeY. Βλ. για τη θέση της Περιεκτικής Δημοκρατίας στο θέμα , Τ. Φωτόπουλος, “Οι ταξικές διαιρέσεις σήμερα” , (περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία τεύχη 8-9)
[iv] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία 10 Χρόνια Μετά, (Ελεύθερος Τύπος, 2008) κεφ 6
[v] “Η αύξηση της προσφοράς χρήματος ονομάζεται νομισματική επέκταση, ενώ η μείωση της ονομάζεται νομισματική συρρίκνωση. Όταν και οι δυο αυτές δυνάμεις είναι ενεργές, έχουμε μια κυκλική τάση που ονομάζεται “οικονομικός κύκλος” . Γενικά, η περίοδος επέκτασης συνήθως συνδέεται με την αποκαλούμενη “οικονομική ανάπτυξη”, δεδομένου ότι περισσότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία και συχνά περισσότερες δουλειές δημιουργούνται . Αντίθετα, η περίοδος συρρίκνωσης συχνά ονομάζεται ύφεση ή κρίση, δεδομένου ότι στερεύει το χρήμα , και επομένως λιγότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία , με αποτέλεσμα την ανεργία και τη χρεοκοπία επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη καθεαυτή, δεδομένου ότι ο υποκείμενος μηχανισμός βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στην ποσότητα ρευστότητας (χρήματος) μέσα στο σύστημα.” (THE ZEITGEIST MOVEMENT - OBSERVATIONS AND RESPONSES Activist Orientation Guide, p. 19 ) http//thezeitgeistmovement.com/The%20Zeitgeist%20Movement.pdf
[vi] “Η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική. Σήμερα έχουμε τα μέσα να παράγουμε αγαθά και υπηρεσίες εν αφθονία για όλους” (The Venus Project), http://www.thevenusproject.com/
[vii] βλ. πχ την παρακάτω περιγραφή του σημερινού “απαρχαιωμένου νομισματικού συστήματος» σε σχέση με τα προηγούμενα, οπου για όλα τα δεινά ευθύνεται το χρήμα και η ανταλλαγή!: «Όλα τα οικονομικά συστήματα το κόσμου – ο σοσιαλισμός, ο κομουνισμός, ο φασισμός, ακόμη και το περιλάλητο σύστημα της ελεύθερης επιχείρησης διαιωνίζουν τη κοινωνική διαστρωμάτωση, τον ελιτισμό, τον εθνικισμό, και τον ρατσισμό , (φαινόμενα) που πρωταρχικά βασίζονται στην οικονομική ανισομέρεια. Όσο ένα κοινωνικό σύστημα βασίζεται στο χρήμα η την ανταλλαγή οι άνθρωποι και τα έθνη θα προσπαθούν να διατηρούν την οικονομική ανταγωνιστικότητα , και αν δεν μπορούν να επιτύχουν αυτό με το εμπόριο θα το επιτύχουν με στρατιωτική επέμβαση ” (The Venus Project).
[viii] βλ. για παράδειγμα την απάντηση που δίνεται στη ερώτημα “ποιος παίρνει τις αποφάσεις σε μια οικονομία που βασίζεται στους πραγματικούς πόρους: “Κανένας. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτήν την οικονομία δεν βασίζεται στης απόψεις των πολιτικών και στα κορπορατιστικα η εθνικά συμφέροντα , αλλά αντίθετα όλες οι αποφάσεις θα παίρνονται με βάση τις νεότερες τεχνολογίες και την ικανότητα της γης να «αντέξει» τις αποφάσεις αυτές. Οι η/υ θα μπορούσαν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες με ηλεκτρονικούς αισθητήρες εγκατεστημένους σε ολόκληρο το βιομηχανικό και φυσικό σύμπλεγμα, ώστε να παίρνονται οι πιο κατάλληλες αποφάσεις” (The Venus Project)
[ix] “ Είτε θα συνεχίσουμε με τα ξεπερασμένα κοινωνικά ήθη και συνήθειες, οπότε το μέλλον μας απειλείται, είτε θα υιοθετήσουμε ένα πιο κατάλληλο σύνολο αξιών που σχετίζεται άμεσα με την αναδυόμενη κοινωνία. (…) Το Venus Project παρουσιάζει μια θαρραλέα νέα κατεύθυνση για την ανθρωπότητα, η οποία συνεπάγεται τίποτα λιγότερο από τον συνολικό αυτοσχεδιασμό του πολιτισμού μας” (The Venus Project )
[x] “Όταν οι η/υ θα έχουν αισθητήρες σε όλες τις περιοχές του φυσικού και κοινωνικού συμπλέγματος , θα είμαστε σε θέση να επιτύχουμε τη συγκεντροποίηση της λήψης αποφάσεων. Σε μια παγκόσμια οικονομία πόρων, οι αποφάσεις δεν θα βασίζονται σε τοπικιστικές πολιτικές, αλλα σε μια ολιστική προσέγγιση επίλυσης προβλημάτων. Το συγκεντροποιημένο σύστημα θα ειναι συνδεδεμένο με ερευνητικά εργαστήρια και πανεπιστήμια, όπου όλα τα στοιχεία θα καταγράφονται και θα ανανεώνονται συνεχώς.” (The Venus Project)
[xi] βλ. T. Fotopoulos, “Myths on the Ecological Crisis”, The International Journal of INCLUSIVE DEMOCRACY, vol.3, no.2, (April 2007) http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol3/vol3_no2_Myths_Ecological_Crisis.htm
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/
Η πολυδιάστατη κρίση, όμως, στη δύση, σε συνδυασμό με τους τρομοκρατικούς πολέμους της υπερεθνικής ελίτ στην Ανατολή, οδήγησε σε μια παράλληλη άνοδο του ανορθολογισμού, είτε με τη μορφή της αναβίωσης των παλαιών θρησκειών (Ισλαμισμός, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός)[ii], είτε με τη μορφή της εξάπλωσης νέων μορφών ανορθολογισμού (Νέα Εποχή, ανορθολογικές μορφές θεραπείας κλπ). Πέρα όμως από όλες αυτές τις μορφές ανορθολογισμού, στις ΗΠΑ, όπου ο ανορθολογισμός κάθε μορφής παρουσιάζει ιδιαίτερη έξαρση για λόγους που δεν είναι του παρόντος, η ιδιαίτερη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης οδήγησε, στο πολιτικό επίπεδο, σε δυο διαμετρικά αντίθετα «κινήματα» που και τα δυο ισχυρίζονται ότι κινούνται στον ευρύτερο ελευθεριακό χώρο. Έτσι, από τη μια μεριά, υπάρχει η κίνηση των «πρωτογονιστων» (John Zerzan κ.α), με περιορισμένο αριθμό υποστηρικτών σε διεθνές επίπεδο, που απορρίπτουν την σύγχρονη τεχνοεπιστημη ως μη ουδέτερη, και τη θεωρούν βασική αιτία της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης, υποστηρίζοντας την ανορθολογική επιστροφή σε «μη-πολιτισμένους» τρόπους ζωής, μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης, και την εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ραγδαία (χάρη στα άφθονα κεφάλαια για μαζική διαφήμιση με εφετζίδικα Χολιγουντιανού τύπου φιλμς, βίντεο και όλα τα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα επικοινωνίας) μια άλλη κίνηση σε 70 χώρες, πάλι εξ ΗΠΑ καταγόμενη, με το όνομα Zeitgeist (παλαιός Γερμανικός όρος που σημαίνει το “πνεύμα της εποχής”) που ήδη αριθμεί 350.000 μέλη, με τη χώρα μας να έρχεται επικεφαλής στο ενδιαφέρον γι αυτή.
Σε αντίθεση με το σαφώς πολιτικό κίνημα των πρωτογονιστών, το κίνημα Zeitgeist δεν είναι καν πολιτικό, όπως αναγνωρίζει ο επί κεφαλής του Peter Joseph, επιβεβαιώνοντας τον αταξικό χαρακτήρα του κινήματος, που θεμελιώνεται βέβαια στην υιοθέτηση της συστημικής αντίληψης για τον αταξικό χαρακτήρα της σημερινής κοινωνίας.[iii] Το κίνημα αυτό, όπως δηλώνει ο Joseph, αποτελεί στη πραγματικότητα τον «ακτιβιστικό βραχίονα του Venus project», το οποίο ανέπτυξε ο γκουρού του κινήματος Jacque Fresco, (από την τοποθεσία Venus της Φλόριδας οπού έχει στήσει το ερευνητικό του κέντρο, σε ένα πελώριο κτήμα 85.000 τ.μ. που στεγάζει 10 κτίρια σχεδιασμένα από τον ίδιο). Φυσικά, ο αυτοχαρακτηρισμός του κινήματος ως μη πολιτικού είναι σε απόλυτη λογική συνέπεια με τον α-ταξικό χαρακτήρα του. Γι αυτό, άλλωστε, το αίτημα της αυτοδιεύθυνσης των πολιτών που συνοψίζει την κλασική έννοια της Πολιτικής (αντίθετα με την μικροπολιτική των επαγγελματιών πολιτικών σήμερα) δεν αποτελεί καν αίτημα του κινήματος Zeitgeist, εφόσον φαίνεται ότι το κίνημα αυτό στη πραγματικότητα στοχεύει στην αυτοδιεύθυνση των …μηχανών. Έτσι, ενώ για τους πρωτογονιστές η τεχνοεπιστήμη αποτελεί ανάθεμα, για τους Jacque Fresco & Peter Joseph αποτελεί τον...από μηχανής Θεό! Ο στόχος είναι ένα οικονομικό σύστημα που θα βασίζεται στην τεχνοεπιστημονικη άριστη διαχείριση των πραγματικών πόρων, αντί όπως σήμερα, στο χρήμα, την ανταλλαγή, την ανταγωνιστικότητα και το κέρδος. Και όλα αυτά, μέσα σε ένα νιρβάνα μετασπάνεως, οπού όλοι θα μπορούν να ικανοποιούν την οποιαδήποτε ανάγκη που επιλέγουν, χωρίς καν να χρειάζεται να εργάζονται, αφού η πλήρης αυτοματοποίηση θα έχει καταργήσει ουσιαστικά την εργασία, σε ένα κόσμο χωρίς φτώχεια, έγκλημα, διαφθορά και πολέμους—φαινόμενα που αποδίδονται στις νευρώσεις και τη σπάνιν που δημιουργεί το σημερινό νομισματικό “σύστημα”. Δεν είναι λοιπόν περίεργη η μαζική αποδοχή του οράματος αυτού--ιδιαίτερα από τα αστικά στρώματα που έχουν την πολυτέλεια του χρόνου ν ασχολούνται με παρόμοιες φαντασιώσεις—όταν υπόσχεται τον παράδεισο επί της γης και όταν μάλιστα υποτίθεται ότι τον θεμελιώνει στην “επιστημονική μέθοδο” και όχι σε κάποια (άμεσα ανορθολογική) θρησκεία η δοξασία.
Όμως, στην πραγματικότητα, μολονότι το όραμα αυτό κάνει κάποιες σωστές διαπιστώσεις για τα συμπτώματα της κρίσης, θεμελιώνεται σε μια έμμεσα ανορθολογική, ή ψευτο-επιστημονική, μέθοδο για να εξηγήσει τις αιτίες της και να προτείνει λύσεις για την διέξοδο από αυτή που δεν έχουν καμιά σχέση με μια πραγματική δημοκρατία, η οποία θεμελιώνεται πάντα στην συλλογική και ατομική αυτοδιεύθυνση των πολιτών. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι, μολονότι το όραμα αυτό υποτίθεται ότι βασίζεται στην επιστήμη, δεν απολαύει της ίδιας απήχησης μεταξύ των επιστημόνων—και δεν αναφέρομαι βέβαια μονο στους ορθόδοξους επιστήμονες που οι υποστηρικτές του τεχνοεπιστημονικου αυτού σεναρίου θα τους απορρίψουν εύκολα ως ιδεολόγους του σημερινού συστήματος. Και ο λόγος είναι προφανής. Τα τεχνοεπιστημονικά συμπεράσματα για την πλήρη αυτοματοποίηση, τη χρήση “τεχνητής ευφυΐας” κλπ συνάγονται με βάση κάποιες σημερινές τάσεις αυτοματοποίησης, οι οποίες όμως κάθε άλλο παρά αντικαθιστούν τον ανθρώπινo παράγοντα γενικά. Αντίθετα, στοχεύουν στην μείωση του εργατικού κόστους, με την αντικατάσταση της ανειδίκευτης ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίας από μηχανές (π.χ. στη βιομηχανία αυτοκινήτων) για χάρη του μεγαλυτέρου κέρδους, ή στη συμπλήρωση των υπηρεσιών υψηλής τεχνογνωσίας που παρέχουν οι ειδικοί, πάντα κάτω από τον έλεγχο τους (π.χ. ρομποτική χειρουργική). Αποτελούν επομένως επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ότι είναι δυνατή η πλήρης αντικατάσταση της εργασίας από μηχανές, κάτι που σήμερα, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εμποδίζεται από κάποια συνωμοσία για τη μη παραγωγή της απαραίτητης τεχνολογίας ή—ακόμη χειρότερα—από την “τεχνητή” σπάνιν που δήθεν δημιουργεί το νομισματικό σύστημα. Το ίδιο αποτελεί επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα η ιδέα της κατάργησης της σπάνεως, εφόσον ακόμη και ο κομουνιστικός νιρβάνας της παραδοσιακής αντισυστημικής Αριστεράς αφορούσε κυρίως τις βασικές ανάγκες που υποτίθεται ότι μπορούν να ορισθούν “αντικειμενικά” , ενώ βέβαια οι ανάγκες των πολιτών γενικά μόνο από τους ίδιους τους πολίτες μπορούν να καθοριστούν, δημοκρατικά, και όχι από διάφορους τεχνοεπιστήμονες με τη βοήθεια σουπερ-κομπιούτερ! [iv]
Μολονότι, επομένως, είναι αλήθεια ότι το χρήμα, σε μια οικονομία της αγοράς όπως η σημερινή, συμβάλλει σημαντικά στη μη ικανοποίηση των αναγκών, ακόμη και των βασικών, της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού, o λόγος δεν είναι βέβαια ο αναφερόμενος στη δήθεν επιστημονική ανάλυση του οράματος αυτού ότι η ίδια η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται βασικά από τις μεταβολές στην προσφορά χρήματος, την οποία καθορίζουν οι ελίτ.[v] Το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο και όχι αυτοσκοπός, που ξεκίνησε παλιά σαν μέσο ανταλλαγής αλλά σήμερα είναι βασικά μέσο συσσώρευσης πλούτου, και επομένως οικονομικής δύναμης, ενώ η ανταλλακτική του λειτουργία περιορίζεται καθημερινά από τη σημερινή τεχνολογία. Ο λόγος είναι η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης στα χέρια των ολίγων που παράγει και αναπαράγει το σημερινό σύστημα—συγκέντρωση η οποία στο Venus project περιγράφεται ως απλό σύμπτωμα του γεγονότος ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική.[vi]
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η λύση που προτείνεται, μέσα από μια εντελώς α-νιστορική ανάλυση που συγχέει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς με όλα τα προκαπιταλιστικά και μετακαπιταλιστικά συστήματα[vii]--στην οποία απουσιάζει οποιαδήποτε ταξική ανάλυση που θα έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική, πολιτική και πολιτιστική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια των ολίγων-- δεν είναι βέβαια μια πραγματική δημοκρατία, όπου οι πολίτες ελέγχουν άμεσα την οικονομική και πολιτική διαδικασία,[viii] αλλά ο «συνολικός ανασχεδιασμός του πολιτισμού» μας, δηλαδή των αξιών με τις οποίες έχουμε γαλουχηθεί στο σημερινό σύστημα[ix]. Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη λύση από το Zeitgeist είναι ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα[x] συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης που, χάρη στην διαχείριση μιας άριστης τεχνολογίας που στηρίζεται στην τελευταία λέξη της τεχνοεπιστημης, θα μπορεί να λύνει όλα τα ενεργειακά και γενικότερα οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί η ίδια η συγκέντρωση και ανάπτυξη.[xi] Ούτε, τέλος, είναι περίεργο ότι η μετάβαση σε αυτή τη κοινωνία προτείνεται να γίνει μέσω της εκπαίδευσης και του παραδείγματος (ο σχεδιασμός και κατασκευή μιας πειραματικής πόλης όπου θα εφαρμόζονται οι ιδέες αυτές θα παίξει σχετικά καθοριστικό ρόλο) στη διαδικασία για την αλλαγή των αξιών μας . Έτσι, μαζί με τις ταξικές διαιρέσεις πετιέται στο καλάθι των άχρηστων και η Κοινωνική Πάλη για την κατάργηση του σημερινού συστήματος και η όλη προσπάθεια είναι να πείσουμε όλους, από τους αδίστακτους πολυεκατομμυριούχους και τους εγκληματίες επαγγελματίες πολιτικούς μέχρι τον τελευταίο εργάτη και άνεργο, ότι το συμφέρον όλων μας , σαν μια οικογένεια, είναι να φωτιστούμε από τη μεγαλοφυΐα των Fresco και Joseph στην ανάγκη να εγκαθιδρύσουμε, όλοι αδελφωμένοι και άμεσα, τον επί της γης παράδεισο τους. Τα υπόλοιπα είναι θέμα κοινωνικής εξέλιξης, όπως δηλώνεται ρητά στο Venus Project : «To Venus Project δεν συνιστά την διάλυση του υπάρχοντος συστήματος της ελεύθερης επιχείρησης –πιστεύουμε ότι το σύστημα αυτό θα πεθάνει από μόνο του, σαν τμήμα της κοινωνικής εξέλιξης.»
* Το άρθρο αυτό αποτελεί μια πληρέστερη εκδοχή του άρθρου με τον ίδιο τίτλο που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 7/11/2009. Μια ακόμη πιο βελτιωμένη έκδοση θα δημοσιευθεί σύντομα στα Αγγλικά στο διεθνές θεωρητικό περιοδικό The International Journal of Inclusive Democracy http://www.inclusivedemocracy.org/journal/
[i] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, Η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα, (Κουκκίδα 2009) , Μέρος Τρίτο
[ii] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία: Η άνοδος του νέου ανορθολογισμού, (Ελεύθερος Τύπος, 2000)
[iii] Ο Peter Joseph είναι σαφής στην πλήρη υιοθέτηση της συστημικής άποψης ότι δεν υπάρχουν ταξικές διαιρέσεις όταν μιλά για τον μη πολιτικό χαρακτήρα του “κινήματος”: “Το κίνημα Zeitgeist δεν είναι ένα πολιτικό κίνημα: δεν αναγνωρίζει διαιρετικές έννοιες όπως τα έθνη, οι κυβερνήσεις, ο ρατσισμός, οι θρησκείες, οι πίστεις ή η τάξη. Αντίθετα, βλέπουμε τον κόσμο σαν ένα οργανισμό, και το ανθρώπινο είδος σαν μια οικογένεια” (sic!)., P. Zeitgeist Movement: Orientation Presentation (2009) http://www.youtube.com/watch?v=K9DDNCHMjeY. Βλ. για τη θέση της Περιεκτικής Δημοκρατίας στο θέμα , Τ. Φωτόπουλος, “Οι ταξικές διαιρέσεις σήμερα” , (περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία τεύχη 8-9)
[iv] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία 10 Χρόνια Μετά, (Ελεύθερος Τύπος, 2008) κεφ 6
[v] “Η αύξηση της προσφοράς χρήματος ονομάζεται νομισματική επέκταση, ενώ η μείωση της ονομάζεται νομισματική συρρίκνωση. Όταν και οι δυο αυτές δυνάμεις είναι ενεργές, έχουμε μια κυκλική τάση που ονομάζεται “οικονομικός κύκλος” . Γενικά, η περίοδος επέκτασης συνήθως συνδέεται με την αποκαλούμενη “οικονομική ανάπτυξη”, δεδομένου ότι περισσότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία και συχνά περισσότερες δουλειές δημιουργούνται . Αντίθετα, η περίοδος συρρίκνωσης συχνά ονομάζεται ύφεση ή κρίση, δεδομένου ότι στερεύει το χρήμα , και επομένως λιγότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία , με αποτέλεσμα την ανεργία και τη χρεοκοπία επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη καθεαυτή, δεδομένου ότι ο υποκείμενος μηχανισμός βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στην ποσότητα ρευστότητας (χρήματος) μέσα στο σύστημα.” (THE ZEITGEIST MOVEMENT - OBSERVATIONS AND RESPONSES Activist Orientation Guide, p. 19 ) http//thezeitgeistmovement.com/The%20Zeitgeist%20Movement.pdf
[vi] “Η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική. Σήμερα έχουμε τα μέσα να παράγουμε αγαθά και υπηρεσίες εν αφθονία για όλους” (The Venus Project), http://www.thevenusproject.com/
[vii] βλ. πχ την παρακάτω περιγραφή του σημερινού “απαρχαιωμένου νομισματικού συστήματος» σε σχέση με τα προηγούμενα, οπου για όλα τα δεινά ευθύνεται το χρήμα και η ανταλλαγή!: «Όλα τα οικονομικά συστήματα το κόσμου – ο σοσιαλισμός, ο κομουνισμός, ο φασισμός, ακόμη και το περιλάλητο σύστημα της ελεύθερης επιχείρησης διαιωνίζουν τη κοινωνική διαστρωμάτωση, τον ελιτισμό, τον εθνικισμό, και τον ρατσισμό , (φαινόμενα) που πρωταρχικά βασίζονται στην οικονομική ανισομέρεια. Όσο ένα κοινωνικό σύστημα βασίζεται στο χρήμα η την ανταλλαγή οι άνθρωποι και τα έθνη θα προσπαθούν να διατηρούν την οικονομική ανταγωνιστικότητα , και αν δεν μπορούν να επιτύχουν αυτό με το εμπόριο θα το επιτύχουν με στρατιωτική επέμβαση ” (The Venus Project).
[viii] βλ. για παράδειγμα την απάντηση που δίνεται στη ερώτημα “ποιος παίρνει τις αποφάσεις σε μια οικονομία που βασίζεται στους πραγματικούς πόρους: “Κανένας. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτήν την οικονομία δεν βασίζεται στης απόψεις των πολιτικών και στα κορπορατιστικα η εθνικά συμφέροντα , αλλά αντίθετα όλες οι αποφάσεις θα παίρνονται με βάση τις νεότερες τεχνολογίες και την ικανότητα της γης να «αντέξει» τις αποφάσεις αυτές. Οι η/υ θα μπορούσαν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες με ηλεκτρονικούς αισθητήρες εγκατεστημένους σε ολόκληρο το βιομηχανικό και φυσικό σύμπλεγμα, ώστε να παίρνονται οι πιο κατάλληλες αποφάσεις” (The Venus Project)
[ix] “ Είτε θα συνεχίσουμε με τα ξεπερασμένα κοινωνικά ήθη και συνήθειες, οπότε το μέλλον μας απειλείται, είτε θα υιοθετήσουμε ένα πιο κατάλληλο σύνολο αξιών που σχετίζεται άμεσα με την αναδυόμενη κοινωνία. (…) Το Venus Project παρουσιάζει μια θαρραλέα νέα κατεύθυνση για την ανθρωπότητα, η οποία συνεπάγεται τίποτα λιγότερο από τον συνολικό αυτοσχεδιασμό του πολιτισμού μας” (The Venus Project )
[x] “Όταν οι η/υ θα έχουν αισθητήρες σε όλες τις περιοχές του φυσικού και κοινωνικού συμπλέγματος , θα είμαστε σε θέση να επιτύχουμε τη συγκεντροποίηση της λήψης αποφάσεων. Σε μια παγκόσμια οικονομία πόρων, οι αποφάσεις δεν θα βασίζονται σε τοπικιστικές πολιτικές, αλλα σε μια ολιστική προσέγγιση επίλυσης προβλημάτων. Το συγκεντροποιημένο σύστημα θα ειναι συνδεδεμένο με ερευνητικά εργαστήρια και πανεπιστήμια, όπου όλα τα στοιχεία θα καταγράφονται και θα ανανεώνονται συνεχώς.” (The Venus Project)
[xi] βλ. T. Fotopoulos, “Myths on the Ecological Crisis”, The International Journal of INCLUSIVE DEMOCRACY, vol.3, no.2, (April 2007) http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol3/vol3_no2_Myths_Ecological_Crisis.htm
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Η δύναμη του λόγου
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας του ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ στο «Φόρουμ του βιβλίου», που οργανώθηκε τον Νοέμβριο του 2008 στο Κάλιαρι.
Η Εμιλι Ντίκινσον γράφει: «Δεν γνωρίζω τίποτα στον κόσμο που να έχει τόση δύναμη όση η λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και την κοιτάζω μέχρις ότου αρχίσει να λάμπει». Συχνά με ρωτούν αν η Εμιλι Ντίκινσον, μια συνεσταλμένη ποιήτρια του 19ου αιώνα, ενός αιώνα οπτιμισμού και ακλόνητης πίστης στην πρόοδο (αν και αυτή δεν ήταν βέβαια μια αγωνίστρια), θα σκεφτόταν το ίδιο στον σημερινό κόσμο, έναν κόσμο φόβου. Φόβου για την τύχη της οικονομίας, για την απειλή στην επιβίωση της ανθρωπότητας, για την τρομοκρατία, τον πόλεμο, την εγκληματικότητα. Σε αυτό το ερώτημα εγώ απαντάω: ναι. Για έναν απλό λόγο: το σύμπαν μας έχει θεμελιωθεί από τον λόγο.
Η μυθολογική μας παράδοση λέει ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος». Στην αρχή είναι τα λόγια αυτά που γεννούν τα πράγματα. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας. Είμαστε συμβολικά όντα, δηλαδή υποταγμένα σε ένα δεσμό λέξεων.
Ο Αριστοτέλης, όταν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο, κάτοχος πολιτικής γνώσης, μια ύπαρξη που ζει σε συντροφιά με τους άλλους, το κάνει βασιζόμενος στο γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι μιλάμε, χρησιμοποιούμε μια γλώσσα -την οποία δεν την έχουμε επινοήσει, αλλά την έχουμε βρει ήδη δεδομένη- και ότι αυτή η γλώσσα δίνει μορφή στη σκέψη μας, στις επιθυμίες μας.
Ακόμα και ο αναχωρητής ή εκείνος που αποσύρεται στη μοναξιά του βουνού, μιλάει με τον εαυτό του και με το Θεό με μια γλώσσα που δεν έχει επινοήσει, αλλά την έχει βρει έτοιμη για χρήση. Αυτή η γλώσσα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοινωνία που ζει μέσα στον καθένα από μας. Ιδού γιατί αυτό που μας συγκροτεί ως πολιτικά, κοινωνικά και ανθρώπινα όντα και μας καθιστά μέρος του ανθρώπινου γένους είναι η ικανότητά μας να μιλάμε και κυρίως να κατανοούμε το νόημα του γλωσσικού συμβόλου, ενός κόσμου λέξεων.
Οι λέξεις αλλάζουν, όπως αλλάζουν και τα μέσα επικοινωνίας με τα οποία αυτές μεταβιβάζονται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά ο κεντρικός τους ρόλος παραμένει αναλλοίωτος. Χρησιμεύουν για να εκφράζουν τα πάντα: τα συναισθήματα, τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον, την ορθολογική σκέψη καθώς και τα τρελά πάθη.
Οταν λέω αυτά τα πράγματα, μιλώντας σαν γέρος λόγιος, μου αντιτείνουν ότι σήμερα οι λέξεις υποκαθίστανται συχνά από άλλες, πιο ισχυρές μορφές επικοινωνίας: εικόνες, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες. Υπάρχει μάλιστα ένα είδος ουτοπικού αφορισμού, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, σύμφωνα με τον οποίο μια εικόνα αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Δεν συμφωνώ και δεν είναι αληθινό. Μια εικόνα χωρίς λέξεις δεν αξίζει τίποτα. Αναφέρω ένα παράδειγμα: η φωτογραφία ενός πτώματος σε ένα χωράφι πάνω σε ένα λόφο μπορεί να αντιστοιχεί σε εκείνη του θύματος ενός εγκλήματος, ενός πολέμου, ενός ατυχήματος. Αλλά αυτό το πτώμα μπορεί να είναι και το πτώμα ενός εκτελεσμένου δικτάτορα. Τα συμφραζόμενα θα είναι εκείνα που θα καταστήσουν κατανοητή την εικόνα: τρομερή, αξιοθαύμαστη, θλιβερή.
Προσοχή όμως! Οι λέξεις και οι εικόνες μπορεί να είναι απατηλές. Ενας λόγος παραπάνω για να πούμε ότι μια απομονωμένη εικόνα δεν έχει ποτέ αρκετή δύναμη. Αληθεύει όμως το αντίθετο: οι λέξεις αφαιρούν τη δύναμη των εικόνων.
Αληθεύει επίσης ότι σήμερα οι λέξεις φτάνουν σε μας μέσα από ασυνήθιστα μέσα. Στην αρχή και για πολλούς αιώνες οι λέξεις ήταν αποκλειστικά προφορικές. Στη συνέχεια μετατράπηκαν σε γραπτές λέξεις, με σκοπό να προσδιοριστούν οι νόμοι και οι κανόνες συμπεριφοράς. Μόνον αργότερα θα αρχίσουν να τυπώνονται και να αποδίδονται, ενώ σήμερα φτάνουν σε μας από την οθόνη του υπολογιστή και μέσα από μηνύματα κάθε τύπου. Ωστόσο, επιμένω: η δύναμη των λέξεων συνεχίζει να είναι η ίδια.
Πώς γίνεται αυτό; Επειδή όσο ισχυρή και να είναι η επίδραση των εικόνων, πρόκειται μόνον για μια υπνωτιστική επίδραση. Για να μας κάνει να συλλογιστούμε ή να αναπτύξουμε κριτικό πνεύμα, μια εικόνα δεν είναι αρκετή, ενώ ο λόγος είναι πάντοτε.
Αφού έπλεξα αυτό το εγκώμιο στο λόγο, θα ήθελα να προειδοποιήσω τον αναγνώστη: υπάρχει ένας εθισμός στις λέξεις. Υπάρχουν οι λέξεις που καταλήγουν να χάνουν τη λαμπρή τους όψη και που δεν λάμπουν πλέον, αντίθετα με την εικόνα που έδινε η Εμιλι Ντίκινσον. Μερικές λέξεις, εξαιτίας του ότι επαναλαμβάνονται ή πέφτουν στο κενό, χάνουν το νόημά τους.
Εχω στο νου μου εκφράσεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» ή ακόμη και εκείνες τις ερωτικές, όπως το «σ' αγαπώ». Τις έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές, έχουμε δει την πραγματικότητα να τις διαψεύδει και επομένως καταλήγουμε να δυσπιστούμε γι' αυτές. Οι λόγοι των πολιτικών, για παράδειγμα, είναι συνήθως γεμάτοι με αυτές τις λέξεις και λένε όλο και λιγότερα ή τίποτα. Ιδού γιατί το να εμφυσήσει νέα ζωή στις λέξεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογοτεχνίας.
Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που κατορθώνουν να δώσουν στις λέξεις κοινής χρήσης -όχι σε εκείνες τις παράξενες ή ασυνήθιστες- μια νέα ζωή, μια νέα δύναμη (...).*
Η Εμιλι Ντίκινσον γράφει: «Δεν γνωρίζω τίποτα στον κόσμο που να έχει τόση δύναμη όση η λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και την κοιτάζω μέχρις ότου αρχίσει να λάμπει». Συχνά με ρωτούν αν η Εμιλι Ντίκινσον, μια συνεσταλμένη ποιήτρια του 19ου αιώνα, ενός αιώνα οπτιμισμού και ακλόνητης πίστης στην πρόοδο (αν και αυτή δεν ήταν βέβαια μια αγωνίστρια), θα σκεφτόταν το ίδιο στον σημερινό κόσμο, έναν κόσμο φόβου. Φόβου για την τύχη της οικονομίας, για την απειλή στην επιβίωση της ανθρωπότητας, για την τρομοκρατία, τον πόλεμο, την εγκληματικότητα. Σε αυτό το ερώτημα εγώ απαντάω: ναι. Για έναν απλό λόγο: το σύμπαν μας έχει θεμελιωθεί από τον λόγο.
Η μυθολογική μας παράδοση λέει ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος». Στην αρχή είναι τα λόγια αυτά που γεννούν τα πράγματα. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας. Είμαστε συμβολικά όντα, δηλαδή υποταγμένα σε ένα δεσμό λέξεων.
Ο Αριστοτέλης, όταν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο, κάτοχος πολιτικής γνώσης, μια ύπαρξη που ζει σε συντροφιά με τους άλλους, το κάνει βασιζόμενος στο γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι μιλάμε, χρησιμοποιούμε μια γλώσσα -την οποία δεν την έχουμε επινοήσει, αλλά την έχουμε βρει ήδη δεδομένη- και ότι αυτή η γλώσσα δίνει μορφή στη σκέψη μας, στις επιθυμίες μας.
Ακόμα και ο αναχωρητής ή εκείνος που αποσύρεται στη μοναξιά του βουνού, μιλάει με τον εαυτό του και με το Θεό με μια γλώσσα που δεν έχει επινοήσει, αλλά την έχει βρει έτοιμη για χρήση. Αυτή η γλώσσα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοινωνία που ζει μέσα στον καθένα από μας. Ιδού γιατί αυτό που μας συγκροτεί ως πολιτικά, κοινωνικά και ανθρώπινα όντα και μας καθιστά μέρος του ανθρώπινου γένους είναι η ικανότητά μας να μιλάμε και κυρίως να κατανοούμε το νόημα του γλωσσικού συμβόλου, ενός κόσμου λέξεων.
Οι λέξεις αλλάζουν, όπως αλλάζουν και τα μέσα επικοινωνίας με τα οποία αυτές μεταβιβάζονται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά ο κεντρικός τους ρόλος παραμένει αναλλοίωτος. Χρησιμεύουν για να εκφράζουν τα πάντα: τα συναισθήματα, τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον, την ορθολογική σκέψη καθώς και τα τρελά πάθη.
Οταν λέω αυτά τα πράγματα, μιλώντας σαν γέρος λόγιος, μου αντιτείνουν ότι σήμερα οι λέξεις υποκαθίστανται συχνά από άλλες, πιο ισχυρές μορφές επικοινωνίας: εικόνες, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες. Υπάρχει μάλιστα ένα είδος ουτοπικού αφορισμού, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, σύμφωνα με τον οποίο μια εικόνα αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Δεν συμφωνώ και δεν είναι αληθινό. Μια εικόνα χωρίς λέξεις δεν αξίζει τίποτα. Αναφέρω ένα παράδειγμα: η φωτογραφία ενός πτώματος σε ένα χωράφι πάνω σε ένα λόφο μπορεί να αντιστοιχεί σε εκείνη του θύματος ενός εγκλήματος, ενός πολέμου, ενός ατυχήματος. Αλλά αυτό το πτώμα μπορεί να είναι και το πτώμα ενός εκτελεσμένου δικτάτορα. Τα συμφραζόμενα θα είναι εκείνα που θα καταστήσουν κατανοητή την εικόνα: τρομερή, αξιοθαύμαστη, θλιβερή.
Προσοχή όμως! Οι λέξεις και οι εικόνες μπορεί να είναι απατηλές. Ενας λόγος παραπάνω για να πούμε ότι μια απομονωμένη εικόνα δεν έχει ποτέ αρκετή δύναμη. Αληθεύει όμως το αντίθετο: οι λέξεις αφαιρούν τη δύναμη των εικόνων.
Αληθεύει επίσης ότι σήμερα οι λέξεις φτάνουν σε μας μέσα από ασυνήθιστα μέσα. Στην αρχή και για πολλούς αιώνες οι λέξεις ήταν αποκλειστικά προφορικές. Στη συνέχεια μετατράπηκαν σε γραπτές λέξεις, με σκοπό να προσδιοριστούν οι νόμοι και οι κανόνες συμπεριφοράς. Μόνον αργότερα θα αρχίσουν να τυπώνονται και να αποδίδονται, ενώ σήμερα φτάνουν σε μας από την οθόνη του υπολογιστή και μέσα από μηνύματα κάθε τύπου. Ωστόσο, επιμένω: η δύναμη των λέξεων συνεχίζει να είναι η ίδια.
Πώς γίνεται αυτό; Επειδή όσο ισχυρή και να είναι η επίδραση των εικόνων, πρόκειται μόνον για μια υπνωτιστική επίδραση. Για να μας κάνει να συλλογιστούμε ή να αναπτύξουμε κριτικό πνεύμα, μια εικόνα δεν είναι αρκετή, ενώ ο λόγος είναι πάντοτε.
Αφού έπλεξα αυτό το εγκώμιο στο λόγο, θα ήθελα να προειδοποιήσω τον αναγνώστη: υπάρχει ένας εθισμός στις λέξεις. Υπάρχουν οι λέξεις που καταλήγουν να χάνουν τη λαμπρή τους όψη και που δεν λάμπουν πλέον, αντίθετα με την εικόνα που έδινε η Εμιλι Ντίκινσον. Μερικές λέξεις, εξαιτίας του ότι επαναλαμβάνονται ή πέφτουν στο κενό, χάνουν το νόημά τους.
Εχω στο νου μου εκφράσεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» ή ακόμη και εκείνες τις ερωτικές, όπως το «σ' αγαπώ». Τις έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές, έχουμε δει την πραγματικότητα να τις διαψεύδει και επομένως καταλήγουμε να δυσπιστούμε γι' αυτές. Οι λόγοι των πολιτικών, για παράδειγμα, είναι συνήθως γεμάτοι με αυτές τις λέξεις και λένε όλο και λιγότερα ή τίποτα. Ιδού γιατί το να εμφυσήσει νέα ζωή στις λέξεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογοτεχνίας.
Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που κατορθώνουν να δώσουν στις λέξεις κοινής χρήσης -όχι σε εκείνες τις παράξενες ή ασυνήθιστες- μια νέα ζωή, μια νέα δύναμη (...).*
Η Ελλη Παπά για τον έρωτα, την επανάσταση, τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τον αληθινό Μπελογιάννη
Με αφορμή το βιβλίο «Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο», η ‘Ελλη Παπά γράφει για τον κομμουνισμό, τον έρωτα και τον Νίκο Μπελογιάννη «τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'». Από τον Στέλιο Κούλογλου.
Μια παρηγοριά για να κάνεις τον δημοσιογράφο στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αναξιοπιστίας και κρίσης, είναι ότι σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις σημαντικούς ανθρώπους. Η Ελλη Παπά ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος, μια κορυφαία προσωπικότητα που η χώρα μας και η αριστερά γεννούν όλο και πιο σπάνια. Είχα την τύχη να την γνωρίσω την δεκαετία του 90 με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ για την αντίσταση, τον εμφύλιο και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και τα κατοπινά χρόνια συνδεθήκαμε με μια σχέση φιλική και πολύ δημιουργική.
Συνήθιζε κατά καιρούς να μου στέλνει δικές της, εξαιρετικά οξυδερκείς αναλύσεις για την παγκόσμια κατάσταση καθώς και άρθρα που είχε ψαρέψει στο ίντερνετ και θεωρούσε ότι ίσως με ενδιάφεραν. Παρ ότι είχε βάλει πλώρη για τα 90 σέρφαρε κανονικά σαν να ήταν 18αρα. Τέτοιο ανήσυχο, ανοιχτό μυαλό ήταν- και αυτό προσδιορίζει και το μέγεθος της απώλειας. Της απώλειας της τωρινής που έφυγε απο την ζωή αλλά και της απωλειών που είχε αυτή η χώρα όταν έστειλε μετά τον πόλεμο να σαπίσουν στις φυλακές ή στο εκτελεστικό απόσπασμα ανθρώπους σαν την Ελλη και τον σύντροφο της τον Νίκο Μπελογιάννη. Γιατί από τις διηγήσεις τις δικές της και των άλλων αλλά τα κείμενα του που -όπως θα ειτε παρακάτω- μου έστειλε, έχω καταλάβει ότι και ο αληθινός Μπελογιάννης ανάλογου διαμετρήματος άνθρωπος ήταν.
Σκέφτομαι συχνά , με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις , την γενικευμένη κριση και πολύ πρόσφατα την τρομοκρατία, πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της χώρας αν είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της αριστεράς αν άνθρωποι σαν τον Μπελογιάννη δεν είχαν θυσιασθεί στ βωμό ποικίλων σκοπιμοτήτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, χώρια ότι ανήκει στην σφαίρα του «αν».
Το 2002 τελειώσα το βιβλίο μου "Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο” και το έστειλα στην Ελλη να το διαβάσει. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο έρωτας στον υπαρκτό σοβιετικό σοσιαλισμό, ή αν ο τελευταίος -όπως και όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα- σκότωνε τον έρωτα. Μου έστειλε για απάντηση μια μακριά πολυσέλιδη επιστολή-κείμενο, επίσημο και στο χαρτί όχι e-mail αυτή την φορά, που ξεκινούσε με την παρακάτω εισαγωγή:
Αγαπητέ μου φiλε
Το βιβλίο σου δεν ξέρω πώς θα γίνει δεκτό από τους αμετανόητους θιασώτες του ύπαρκτού. Για μένα ήταν μια βαθειά κατάδυση στα βρωμερά απόνερά του που δυστυχώς τα γνώρισα, καλύτερα τα έζησα, στην ακμή τους και σε όλο τους το μεγαλείο -σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, μα αυτό δεν αλλάζει πολλά.
Οι πληγές του μένουν. Αφιέρωσα πολλά από τα χρόνια μου στην προσπάθεια να τα «ξεπλύνω» από πάνω μου κι από όσα μυαλά θα κατανοούσαν την ανάγκη να έρθουν στο φως για να απαλλαγεί απ'αυτά ό τι μπορεί (ακόμη) να λέγεται σοσιαλισμός, κομμουνισμός 'και άλλα τέτοια σημαντικά', όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Μαγιακόφσκι. Λίγα κατάφερα και πολλά υπέμεινα. Ας είναι, φυλάγομαι από το θρήνο για όσα μπορούσαν να γίνουν και χάθηκαν.
Και τώρα στο βιβλίο σου. Από την αρχή με τράβηξε αυτό που ήταν για σένα το πρώτο 'κινούν' για να το γράψεις κι όσο προχωρούσα έκανα -μοιραία- τη σύγκριση. Από τη μια η Πολιτεία του Πλάτωνα που στον εικοστό αι.μ.χ.πήρε το όνομα του 'υπαρκτού', η πολιτεία που διώχνει τον έρωτα μαζί με όλα τα αισθήματα που έκαναν ανθρώπινη την κοινωνία των ανθρώπων, μαζί με την τέχνη και τους ποιητές (αλλά που κρατάει τους πιο ατάλαντους που δέχονται να γράφουν τους μύθους που οι 'φιλόσοφοι βασιλείς' τους υπαγορεύουν - γνωστή η φάρα τους) και με όλα τα παρεπόμενά της. Από την άλλη εκείνοι που αρνήθηκαν τον απανθρωπισμό τους, εκείνοι που εγώ τους κατατάσσω στο 'είδος Μαγιακόφσκι'.
Έτσι έφτασα να διαβάζω τα όσα έλεγαν (τόσο ρεαλιστικά δοσμένα που να σου κόβεται η ανάσα) οι ήρωες κι οι ηρωίδες του βιβλίου σου- και στην ακοή μου να έρχονται τα λόγια που εγώ άκουσα από τον Νίκο. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο σου σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο όπως εγώ τον έζησα - τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμασταν οι μόνοι) που έδιναν τη ζωή τους για ένα κομμουνισμό που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων.
Θα μου πεις αν έχω δίκιο όταν διαβάσεις τα 'Γράμματα στο γιο μου' (σε λίγο θα εκδοθούνε, συνοδεύοντας μια σειρά βιλιαράκια μινιατούρες που έκανα στη φυλακή για το γιο μου).(1) Το κακό είναι πως δεν είναι ακριβώς ανέκδοτα, έχουνε κι όλας τη μικρή τους ιστορία: Τα είχα γράψει στη φυλακή -σε τρεις δόσεις, όσες και όσο άντεχα κάθε φορά- από το 1955 ως το 1962.Τα έστειλα στη Διδώ για να τα δώσει στο γιο μου όταν θα γινόταν δεκάξη χρονών. Βγήκα από τη φυλακή τις μέρες της Πρωτοχρονιάς του 1964, έτσι που έλεγα πια πως θα τα έδινα εγω στο γιο μου στα δεκάξη του χρόνια. Λάθος. Τα δεκάξη του με βρήκαν εξόριστη της δικτατορίας στα Γιούρα, κι έτσι σωστά είχα προβλέψει πως η Διδώ θα του τα έδινε.
Αλλά τότε ακριβώς εκείνη είχε αρχίσει να γράφει την 'Εντολή' και του τα ζήτησε για να τα περιλάβει στο βιβλίο της. Της τα έδωσε. Κανείς δεν σκέφτηκε αν εγώ θα συμφωνούσα. Τέλος πάντων, δεν πειράζει, έγινε κι αυτό. Μόνο που, μέσα στον όγκο του βιβλίου, περάσανε σαν, πώς να το πώ, να το πω σαν 'γραφικότητα'; Κάπως έτσι. Ακόμη και σήμερα αναγνώστες και προπαντός αναγνώστριες της 'Εντολής' μου λένε 'Διαβάσαμε και τα γράμματά σου, καημενούλα, τί έχεις περάσει!'. Τέτοια. Ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ποια σημασία έδινε σ'αυτά τα γράμματα ήταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Μα ο Αναγνωστάκης είναι Ποιητής. Τα όσα μου είπε ήταν βάλσαμο για μένα και πάντα τα θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.
Τώρα θα σου εξομολογηθώ και κάτι, υπό ... αυστηράν εχεμύθειαν: η αδελφή μου, παρά την ευαισθησία της, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τ ο μόνο που μου είπε γι'αυτά τα γράμματα όταν βγήκα απ' τα Γιούρα ήταν: 'Μα, βρε παιδί μου, τι ερωτισμός ηταν αυτος...'!!! Έτσι ακριβώς.
Κι άλλη μια εξομολόγηση. Εγώ είχα διαφορετική από τον Νίκο αντίληψη για το ιδιωτικό και τη δημοσιότητα του ιδιωτικού. Θα το δεις και στα γράμματά του, πως και την έκδοση της αλληλογραφίας μας ήθελε (με μια μικρή εξαίρεση, κι αυτή με 'ίσως') και τις βιογραφίες μας να γράψουμε. Ωστόσο, στην τωρινή μου απόφαση, να εκδοθεί μόνη η αλληλογραφία μας έπαιξε μεγάλο ρόλο εκείνη η βούληση του Νίκου. Είναι λίγο σαν να του το χρωστάω. Κι ευτυχώς που τα μαθαίναμε απέξω τα γράμματά μας, στην αρχή αυθόρμητα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα κρατάμε από το φόβο ότι κάποιος από τους δεσμοφύλακες μπορούσε να τα βρει αλλά θέλαμε να μας συντροφεύουν στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες της μοναξιάς, κι ύστερα με υπόδειξη του Νίκου πως μπορούσε κάποτε να τα εκδόσουμε.
Αυτά. Μπορεί να σε κούρασα, αλλά ήθελα να τα πω κάποτε, κι αν 'διάλεξα' εσένα φταίει το βιβλίο σου. Ίσως ήθελα ν'αποκαταστήσω την τιμή εκείνων των κομμουνιστών που, παρ'όλα αυτά, ξέρανε να περνάνε πέρα και πάνω από 'όλα αυτά' και να υψώνουν κάτω από τη σκιά του θανάτου το θρίαμβο της ζωής που είναι ο έρωτας; Ίσως. να ήταν, πιο απλά, η εκτίμησή μου για σένα, που άνετα την κέρδισες.
Λοιπόν,καλή ανάγνωση!
15.2.03 Έλλη
tvxs.gr
Μια παρηγοριά για να κάνεις τον δημοσιογράφο στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αναξιοπιστίας και κρίσης, είναι ότι σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις σημαντικούς ανθρώπους. Η Ελλη Παπά ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος, μια κορυφαία προσωπικότητα που η χώρα μας και η αριστερά γεννούν όλο και πιο σπάνια. Είχα την τύχη να την γνωρίσω την δεκαετία του 90 με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ για την αντίσταση, τον εμφύλιο και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και τα κατοπινά χρόνια συνδεθήκαμε με μια σχέση φιλική και πολύ δημιουργική.
Συνήθιζε κατά καιρούς να μου στέλνει δικές της, εξαιρετικά οξυδερκείς αναλύσεις για την παγκόσμια κατάσταση καθώς και άρθρα που είχε ψαρέψει στο ίντερνετ και θεωρούσε ότι ίσως με ενδιάφεραν. Παρ ότι είχε βάλει πλώρη για τα 90 σέρφαρε κανονικά σαν να ήταν 18αρα. Τέτοιο ανήσυχο, ανοιχτό μυαλό ήταν- και αυτό προσδιορίζει και το μέγεθος της απώλειας. Της απώλειας της τωρινής που έφυγε απο την ζωή αλλά και της απωλειών που είχε αυτή η χώρα όταν έστειλε μετά τον πόλεμο να σαπίσουν στις φυλακές ή στο εκτελεστικό απόσπασμα ανθρώπους σαν την Ελλη και τον σύντροφο της τον Νίκο Μπελογιάννη. Γιατί από τις διηγήσεις τις δικές της και των άλλων αλλά τα κείμενα του που -όπως θα ειτε παρακάτω- μου έστειλε, έχω καταλάβει ότι και ο αληθινός Μπελογιάννης ανάλογου διαμετρήματος άνθρωπος ήταν.
Σκέφτομαι συχνά , με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις , την γενικευμένη κριση και πολύ πρόσφατα την τρομοκρατία, πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της χώρας αν είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της αριστεράς αν άνθρωποι σαν τον Μπελογιάννη δεν είχαν θυσιασθεί στ βωμό ποικίλων σκοπιμοτήτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, χώρια ότι ανήκει στην σφαίρα του «αν».
Το 2002 τελειώσα το βιβλίο μου "Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο” και το έστειλα στην Ελλη να το διαβάσει. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο έρωτας στον υπαρκτό σοβιετικό σοσιαλισμό, ή αν ο τελευταίος -όπως και όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα- σκότωνε τον έρωτα. Μου έστειλε για απάντηση μια μακριά πολυσέλιδη επιστολή-κείμενο, επίσημο και στο χαρτί όχι e-mail αυτή την φορά, που ξεκινούσε με την παρακάτω εισαγωγή:
Αγαπητέ μου φiλε
Το βιβλίο σου δεν ξέρω πώς θα γίνει δεκτό από τους αμετανόητους θιασώτες του ύπαρκτού. Για μένα ήταν μια βαθειά κατάδυση στα βρωμερά απόνερά του που δυστυχώς τα γνώρισα, καλύτερα τα έζησα, στην ακμή τους και σε όλο τους το μεγαλείο -σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, μα αυτό δεν αλλάζει πολλά.
Οι πληγές του μένουν. Αφιέρωσα πολλά από τα χρόνια μου στην προσπάθεια να τα «ξεπλύνω» από πάνω μου κι από όσα μυαλά θα κατανοούσαν την ανάγκη να έρθουν στο φως για να απαλλαγεί απ'αυτά ό τι μπορεί (ακόμη) να λέγεται σοσιαλισμός, κομμουνισμός 'και άλλα τέτοια σημαντικά', όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Μαγιακόφσκι. Λίγα κατάφερα και πολλά υπέμεινα. Ας είναι, φυλάγομαι από το θρήνο για όσα μπορούσαν να γίνουν και χάθηκαν.
Και τώρα στο βιβλίο σου. Από την αρχή με τράβηξε αυτό που ήταν για σένα το πρώτο 'κινούν' για να το γράψεις κι όσο προχωρούσα έκανα -μοιραία- τη σύγκριση. Από τη μια η Πολιτεία του Πλάτωνα που στον εικοστό αι.μ.χ.πήρε το όνομα του 'υπαρκτού', η πολιτεία που διώχνει τον έρωτα μαζί με όλα τα αισθήματα που έκαναν ανθρώπινη την κοινωνία των ανθρώπων, μαζί με την τέχνη και τους ποιητές (αλλά που κρατάει τους πιο ατάλαντους που δέχονται να γράφουν τους μύθους που οι 'φιλόσοφοι βασιλείς' τους υπαγορεύουν - γνωστή η φάρα τους) και με όλα τα παρεπόμενά της. Από την άλλη εκείνοι που αρνήθηκαν τον απανθρωπισμό τους, εκείνοι που εγώ τους κατατάσσω στο 'είδος Μαγιακόφσκι'.
Έτσι έφτασα να διαβάζω τα όσα έλεγαν (τόσο ρεαλιστικά δοσμένα που να σου κόβεται η ανάσα) οι ήρωες κι οι ηρωίδες του βιβλίου σου- και στην ακοή μου να έρχονται τα λόγια που εγώ άκουσα από τον Νίκο. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο σου σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο όπως εγώ τον έζησα - τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμασταν οι μόνοι) που έδιναν τη ζωή τους για ένα κομμουνισμό που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων.
Θα μου πεις αν έχω δίκιο όταν διαβάσεις τα 'Γράμματα στο γιο μου' (σε λίγο θα εκδοθούνε, συνοδεύοντας μια σειρά βιλιαράκια μινιατούρες που έκανα στη φυλακή για το γιο μου).(1) Το κακό είναι πως δεν είναι ακριβώς ανέκδοτα, έχουνε κι όλας τη μικρή τους ιστορία: Τα είχα γράψει στη φυλακή -σε τρεις δόσεις, όσες και όσο άντεχα κάθε φορά- από το 1955 ως το 1962.Τα έστειλα στη Διδώ για να τα δώσει στο γιο μου όταν θα γινόταν δεκάξη χρονών. Βγήκα από τη φυλακή τις μέρες της Πρωτοχρονιάς του 1964, έτσι που έλεγα πια πως θα τα έδινα εγω στο γιο μου στα δεκάξη του χρόνια. Λάθος. Τα δεκάξη του με βρήκαν εξόριστη της δικτατορίας στα Γιούρα, κι έτσι σωστά είχα προβλέψει πως η Διδώ θα του τα έδινε.
Αλλά τότε ακριβώς εκείνη είχε αρχίσει να γράφει την 'Εντολή' και του τα ζήτησε για να τα περιλάβει στο βιβλίο της. Της τα έδωσε. Κανείς δεν σκέφτηκε αν εγώ θα συμφωνούσα. Τέλος πάντων, δεν πειράζει, έγινε κι αυτό. Μόνο που, μέσα στον όγκο του βιβλίου, περάσανε σαν, πώς να το πώ, να το πω σαν 'γραφικότητα'; Κάπως έτσι. Ακόμη και σήμερα αναγνώστες και προπαντός αναγνώστριες της 'Εντολής' μου λένε 'Διαβάσαμε και τα γράμματά σου, καημενούλα, τί έχεις περάσει!'. Τέτοια. Ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ποια σημασία έδινε σ'αυτά τα γράμματα ήταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Μα ο Αναγνωστάκης είναι Ποιητής. Τα όσα μου είπε ήταν βάλσαμο για μένα και πάντα τα θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.
Τώρα θα σου εξομολογηθώ και κάτι, υπό ... αυστηράν εχεμύθειαν: η αδελφή μου, παρά την ευαισθησία της, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τ ο μόνο που μου είπε γι'αυτά τα γράμματα όταν βγήκα απ' τα Γιούρα ήταν: 'Μα, βρε παιδί μου, τι ερωτισμός ηταν αυτος...'!!! Έτσι ακριβώς.
Κι άλλη μια εξομολόγηση. Εγώ είχα διαφορετική από τον Νίκο αντίληψη για το ιδιωτικό και τη δημοσιότητα του ιδιωτικού. Θα το δεις και στα γράμματά του, πως και την έκδοση της αλληλογραφίας μας ήθελε (με μια μικρή εξαίρεση, κι αυτή με 'ίσως') και τις βιογραφίες μας να γράψουμε. Ωστόσο, στην τωρινή μου απόφαση, να εκδοθεί μόνη η αλληλογραφία μας έπαιξε μεγάλο ρόλο εκείνη η βούληση του Νίκου. Είναι λίγο σαν να του το χρωστάω. Κι ευτυχώς που τα μαθαίναμε απέξω τα γράμματά μας, στην αρχή αυθόρμητα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα κρατάμε από το φόβο ότι κάποιος από τους δεσμοφύλακες μπορούσε να τα βρει αλλά θέλαμε να μας συντροφεύουν στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες της μοναξιάς, κι ύστερα με υπόδειξη του Νίκου πως μπορούσε κάποτε να τα εκδόσουμε.
Αυτά. Μπορεί να σε κούρασα, αλλά ήθελα να τα πω κάποτε, κι αν 'διάλεξα' εσένα φταίει το βιβλίο σου. Ίσως ήθελα ν'αποκαταστήσω την τιμή εκείνων των κομμουνιστών που, παρ'όλα αυτά, ξέρανε να περνάνε πέρα και πάνω από 'όλα αυτά' και να υψώνουν κάτω από τη σκιά του θανάτου το θρίαμβο της ζωής που είναι ο έρωτας; Ίσως. να ήταν, πιο απλά, η εκτίμησή μου για σένα, που άνετα την κέρδισες.
Λοιπόν,καλή ανάγνωση!
15.2.03 Έλλη
tvxs.gr
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009
Η δημοκρατία του ενός
Η εκλογή του αρχηγού από το «λαό» υπονομεύει τα κόμματα
Κεντρικό ζήτημα στον εσωκομματικό ανταγωνισμό της Νέας Δημοκρατίας αναδεικνύεται το μέγεθος του εκλογικού σώματος που θα κληθεί να αποφασίσει για τον διάδοχο του κ. Καραμανλή.
Στην αρχή οι υποψήφιοι υποχρεώθηκαν να ομολογήσουν ότι πρέπει να παραβιαστεί το καταστατικό του κόμματος. Ο απερχόμενος πρόεδρος αναγκάστηκε να αλλάξει την αρχική απόφασή του για να αποκτήσει η προτεινόμενη διαδικασία κάποια νομιμοποίηση. Στη συνέχεια οι υποψήφιοι συμφώνησαν ότι θα επιτραπεί μέχρι την τελευταία στιγμή εγγραφή μελών, ενώ πριν από λίγες μέρες προτάθηκε από έναν υποψήφιο να επεκταθεί το δικαίωμα ψήφου και στους φίλους του κόμματος. Και όλα αυτά, κάτω από το βάρος της ανάλογης διαδικασίας που είχε εφαρμοστεί στο ΠΑΣΟΚ με την εκλογή του σημερινού πρωθυπουργού.
Κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει αυτή τη διαδικασία. Θα δεχτεί αμέσως τους μύδρους όχι μόνο των συνυποψηφίων του αλλά και των περισσότερων τηλεπαρουσιαστών, οι οποίοι πρώτοι επέμειναν στο δόγμα «όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα».
Αλλά αυτός ο τρόπος εκλογής αρχηγού, ο οποίος τείνει να θεσμοποιηθεί στα δύο μεγάλα κόμματα, δεν έχει καμιά σχέση με το αίτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η εκλογή από το «λαό της παράταξης» μπορεί να ηχεί ωραία στ' αυτιά, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τον κοινοβουλευτισμό, την αντιπροσωπευτική ή την άμεση δημοκρατία και τη δημοκρατική συγκρότηση των κομμάτων που προβλέπεται ακόμα και από το Σύνταγμα.
Η νομιμοποίηση του αρχηγού από ένα σώμα εκλογέων το οποίο συνέρχεται μόνο στιγμιαία, τη μέρα της εκλογής, και στη συνέχεια εξαφανίζεται, μπορεί να του δίνει πολιτική ισχύ, μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες της τηλεοπτικής του καθιέρωσης, αλλά ισοδυναμεί με αυτοδιάλυση του κόμματος, εφόσον ο αρχηγός αυτονομείται απ' αυτό, με αποτέλεσμα όλες οι κομματικές εξουσίες να πηγάζουν πλέον από αυτόν και όχι από την κομματική βάση.
Οι υποστηρικτές του νέου τρόπου εκλογής επικαλούνται την εφαρμογή του μέτρου ακόμα και από κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς με δημοκρατική παράδοση, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας, όμως κι εκεί το μέτρο εφαρμόστηκε ως αντίδοτο της μεγάλης κρίσης του κόμματος, ενώ και ο νέος αρχηγός που εκλέχτηκε πριν από λίγες μέρες το πρώτο που βιάστηκε να πει απολογητικά είναι ότι δεν θα το παίξει «το μόνο αφεντικό του κόμματος».
Κακά τα ψέματα. Η προσφυγή στο «λαό της παράταξης» σημαίνει ότι τα στελέχη της έχουν παραδεχτεί ότι το κόμμα είναι πλέον ανενεργό. Στο παρελθόν έχει εφαρμοστεί αυτός ο τρόπος εκλογής από τα πιο αντιδημοκρατικά και αντικοινοβουλευτικά κόμματα.
Ο ίδιος ο Χίτλερ προτείνει «να εκλέγεται μόνο ο αρχηγός του κόμματος από το σύνολο των μελών» έτσι ώστε «όλες οι εντολές να είναι δικές του και να μην εξαρτάται από κανέναν» («Ο αγών μου», μτφρ. Δ.Π. Κωστελένος, εκδ. Ζάρβανος, Αθήνα 1961, σ. 334).
Η υιοθέτηση του τρόπου αυτού εκλογής, κάτω από το πρόσχημα της απόλυτης δημοκρατίας, καταλήγει στην ανεξέλεγκτη επιβολή του ενός και κυρίως υπονομεύει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής οργάνωσης των κομμάτων.
ΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 31/10/2009
Κεντρικό ζήτημα στον εσωκομματικό ανταγωνισμό της Νέας Δημοκρατίας αναδεικνύεται το μέγεθος του εκλογικού σώματος που θα κληθεί να αποφασίσει για τον διάδοχο του κ. Καραμανλή.
Στην αρχή οι υποψήφιοι υποχρεώθηκαν να ομολογήσουν ότι πρέπει να παραβιαστεί το καταστατικό του κόμματος. Ο απερχόμενος πρόεδρος αναγκάστηκε να αλλάξει την αρχική απόφασή του για να αποκτήσει η προτεινόμενη διαδικασία κάποια νομιμοποίηση. Στη συνέχεια οι υποψήφιοι συμφώνησαν ότι θα επιτραπεί μέχρι την τελευταία στιγμή εγγραφή μελών, ενώ πριν από λίγες μέρες προτάθηκε από έναν υποψήφιο να επεκταθεί το δικαίωμα ψήφου και στους φίλους του κόμματος. Και όλα αυτά, κάτω από το βάρος της ανάλογης διαδικασίας που είχε εφαρμοστεί στο ΠΑΣΟΚ με την εκλογή του σημερινού πρωθυπουργού.
Κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει αυτή τη διαδικασία. Θα δεχτεί αμέσως τους μύδρους όχι μόνο των συνυποψηφίων του αλλά και των περισσότερων τηλεπαρουσιαστών, οι οποίοι πρώτοι επέμειναν στο δόγμα «όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα».
Αλλά αυτός ο τρόπος εκλογής αρχηγού, ο οποίος τείνει να θεσμοποιηθεί στα δύο μεγάλα κόμματα, δεν έχει καμιά σχέση με το αίτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η εκλογή από το «λαό της παράταξης» μπορεί να ηχεί ωραία στ' αυτιά, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τον κοινοβουλευτισμό, την αντιπροσωπευτική ή την άμεση δημοκρατία και τη δημοκρατική συγκρότηση των κομμάτων που προβλέπεται ακόμα και από το Σύνταγμα.
Η νομιμοποίηση του αρχηγού από ένα σώμα εκλογέων το οποίο συνέρχεται μόνο στιγμιαία, τη μέρα της εκλογής, και στη συνέχεια εξαφανίζεται, μπορεί να του δίνει πολιτική ισχύ, μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες της τηλεοπτικής του καθιέρωσης, αλλά ισοδυναμεί με αυτοδιάλυση του κόμματος, εφόσον ο αρχηγός αυτονομείται απ' αυτό, με αποτέλεσμα όλες οι κομματικές εξουσίες να πηγάζουν πλέον από αυτόν και όχι από την κομματική βάση.
Οι υποστηρικτές του νέου τρόπου εκλογής επικαλούνται την εφαρμογή του μέτρου ακόμα και από κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς με δημοκρατική παράδοση, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας, όμως κι εκεί το μέτρο εφαρμόστηκε ως αντίδοτο της μεγάλης κρίσης του κόμματος, ενώ και ο νέος αρχηγός που εκλέχτηκε πριν από λίγες μέρες το πρώτο που βιάστηκε να πει απολογητικά είναι ότι δεν θα το παίξει «το μόνο αφεντικό του κόμματος».
Κακά τα ψέματα. Η προσφυγή στο «λαό της παράταξης» σημαίνει ότι τα στελέχη της έχουν παραδεχτεί ότι το κόμμα είναι πλέον ανενεργό. Στο παρελθόν έχει εφαρμοστεί αυτός ο τρόπος εκλογής από τα πιο αντιδημοκρατικά και αντικοινοβουλευτικά κόμματα.
Ο ίδιος ο Χίτλερ προτείνει «να εκλέγεται μόνο ο αρχηγός του κόμματος από το σύνολο των μελών» έτσι ώστε «όλες οι εντολές να είναι δικές του και να μην εξαρτάται από κανέναν» («Ο αγών μου», μτφρ. Δ.Π. Κωστελένος, εκδ. Ζάρβανος, Αθήνα 1961, σ. 334).
Η υιοθέτηση του τρόπου αυτού εκλογής, κάτω από το πρόσχημα της απόλυτης δημοκρατίας, καταλήγει στην ανεξέλεγκτη επιβολή του ενός και κυρίως υπονομεύει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής οργάνωσης των κομμάτων.
ΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 31/10/2009
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009
«Η ανάπτυξη της θρησκευτικής πίστης απορρέει από γενετική εγγραφή»
Ο Κ. Κριμπάς υποστηρίζει ότι η θεωρία της εξέλιξης είναι μια «οιονεί θεωρία των πάντων»
Η φετινή χρονιά είναι ως γνωστόν αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του Κάρολου Δαρβίνου, ο οποίος, ανακαλύπτοντας τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής, θεμελίωσε επιστημονικά την ανατρεπτική ιδέα της εξέλιξης. Σε ολόκληρο τον κόσμο πραγματοποιούνται αμέτρητες ομιλίες, εκθέσεις και συνέδρια για να τιμήσουν το έργο του ευυπόληπτου βικτοριανού επαναστάτη. Και η χώρα μας δεν θα μπορούσε βέβαια να αποτελέσει εξαίρεση: σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας διοργανώθηκαν ήδη αρκετές, συνήθως επετειακές, εκδηλώσεις που απευθύνονταν στο ευρύτερο ή το πιο ειδικό κοινό.
Καμία όμως από αυτές τις εκδηλώσεις δεν θα μπορούσε να συγκριθεί -για τη συμβολή της στη διάδοση των εξελικτικών ιδεών στη χώρα μας- με την πρόσφατη δημοσίευση του βιβλίου για τον δαρβινισμό από τον Κώστα Κριμπά, επιφανή εξελικτικό βιολόγο και ακαδημαϊκό.
Εδώ και πολλά χρόνια κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο καθηγητής Κριμπάς ετοίμαζε πυρετωδώς μια εκτενέστατη μελέτη για την ανάπτυξη της εξελικτικής σκέψης. Αυτό το πολυαναμενόμενο επιστημονικό βιβλίο κυκλοφόρησε μόλις πριν από μία εβδομάδα, με τίτλο «Δαρβινισμός και η ιστορία του έως τις μέρες μας».
Με αυτή τη διπλή ευκαιρία -του Ετους για τον Δαρβίνο και την καθόλου συμπτωματική έκδοση του βιβλίου του την ίδια χρονιά- ζητήσαμε από τον Κ. Κριμπά να μας ξεναγήσει στο πολυδαίδαλο αλλά ολοζώντανο σύμπαν των εξελικτικών ιδεών. Και είναι μεγάλη τιμή και χαρά για τη στήλη επιστήμης της «Ε» να φιλοξενεί τις σκέψεις ενός στοχαστή που αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο κορυφαίος Ελληνας εξελικτικός.
Φέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Κ. Δαρβίνου και τα 150 χρόνια από τη δημοσίευση του βιβλίου του η «Καταγωγή των ειδών». Ποιες από τις εξελικτικές ιδέες του Δαρβίνου θεωρείτε ότι είναι ακόμη επίκαιρες και ποιους τομείς της βιολογικής έρευνας τον 21ο αιώνα επηρεάζουν περισσότερο;
«Ο Δαρβίνος ήταν πλουραλιστής. Ως εκ τούτου, ορισμένες από τις προτάσεις του σήμερα δεν γίνονται αποδεκτές, όπως η κληρονομικότητα των επίκτητων ιδιοτήτων ή η θεωρία του για την κληρονομικότητα, δηλαδή η υπόθεση της «παγγένεσης». Ομως άλλες ισχύουν, όπως η κοινή καταγωγή των ζωντανών ειδών, η αποσπασματικότητα που παρουσιάζουν τα απολιθώματα. Οι απόψεις διίστανται κατά πόσον η εξέλιξη είναι βαθμιαία, όπως ήθελε ο Δαρβίνος, ή αν διενεργείται με άλματα. Στους γενετιστές επικρατεί το βαθμιαίο ενώ οι παλαιοντολόγοι προτιμούν τα άλματα. Βέβαια, διαφέρουν οι κλίμακες του χρόνου στις οποίες οι δύο αυτοί κλάδοι αναφέρονται: ό,τι οι γενετιστές θεωρούν ότι είναι μια μακρά χρονική περίοδος, οι παλαιοντολόγοι το θεωρούν μια ελάχιστη στιγμή στο γεωλογικό χρόνο. Εκείνο όμως που κυρίως θα μας μείνει από τον Δαρβίνο είναι η φυσική επιλογή ως μηχανισμός προώθησης των εξελικτικών αλλαγών. Η πρότασή του (και του Αλφρεντ Ράσελ Ουάλας αλλά και μερικών άλλων) για τη δράση της φυσικής επιλογής ήταν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά γόνιμη για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων σε τομείς που, εκ πρώτης όψεως, δεν συνδέονται εμφανώς με την οργανική εξέλιξη, όπως ο ανοσοποιητικός μηχανισμός και ο νευρωνικός δαρβινισμός».
Ο ιστορικός της επιστήμης Τόμας Κουν διέκρινε δύο τύπους επιστημονικής δραστηριότητας: την «επαναστατική» και τη «φυσιολογική» επιστήμη. Στην πρώτη εντάσσονται οι πιο σημαντικές και ανατρεπτικές θεωρίες, ενώ στη δεύτερη οι πιο προβλέψιμες και λιγότερο ανατρεπτικές ανακαλύψεις της επιστημονικής έρευνας. Δεδομένης της τεράστιας επιρροής των εξελικτικών ιδεών στη βιολογική, στη φιλοσοφική αλλά και στην κοινωνιολογική σκέψη, πόσο νόμιμο θα ήταν να μιλάμε σήμερα για μια «δαρβίνεια επανάσταση»;
«Εχω (και όχι μόνο εγώ) ένα πρόβλημα με τον Τόμας Κουν, θεωρώ δηλαδή ότι το εξηγητικό του σχήμα αναφέρεται μόνο στην επιστήμη της Φυσικής. Το ίδιο άλλωστε υποστηρίζει και ο μεγάλος βιολόγος Ερνστ Μάιρ. Στη Φυσική, οι επαναστάσεις του Κουν συνιστούν όντως μια ριζική αλλαγή του βασικού πλαισίου αναφοράς. Αυτό έγινε με τη μετάβαση από τον Αριστοτέλη στους Γαλιλαίο-Κοπέρνικο-Νεύτωνα, και αργότερα με τη μετάβαση από αυτούς στον Αϊνστάιν. Η βιολογία (και όχι μόνο αυτή) δεν παρουσιάζει τέτοιες απότομες ρήξεις. Ενα ζήτημα βέβαια που προκύπτει είναι πότε ορίζουμε την απαρχή μιας επιστήμης. Παρότι υπάρχει κάποια συνέχεια, νομίζω φρόνιμο να περιορίσουμε την εφαρμογή του όρου «επιστήμη» μόλις ένας κλάδος αρχίζει να αποκτά μια σύγχρονη οντότητα. Για να γίνω πιο σαφής, η εξελικτική βιολογία ουσιαστικά αρχίζει με τον Δαρβίνο (και ας προϋπήρξαν ο Λαμάρκ και ο Ζοφρουά Σεντ Ιλίρ), η γενετική αρχίζει με τους Μέντελ και Μόργκαν (και όχι με τον Γκέρντνερ ή τον Νοντέν), η μικροβιολογία με τον Παστέρ και τον Κοχ.
Ασφαλώς ο Δαρβίνος, σε μια θεώρηση της επιστήμης χρονικά ευρύτερη από τη δική μου, αποτέλεσε μια τομή. Προϋπήρξαν και άλλες μεγάλες τομές στην ιστορία ή την προϊστορία της εξελικτικής, όπως π.χ. εκείνη της διατύπωσης της κλίμακας των ειδών και εκείνη του Λαμάρκ. Η τομή του Δαρβίνου, χωρίς να αλλάξει το εννοιολογικό πλαίσιο, υπήρξε η πιο δραστική και η πιο γόνιμη».
Από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, η δαρβινική εξελικτική θεωρία δεν έμεινε αμετάβλητη. Οπως κάθε γόνιμη επιστημονική θεωρία, οφείλει να διευρύνεται και να αναπροσαρμόζεται συνεχώς ώστε να εξηγεί τα νέα ερευνητικά δεδομένα που συνήθως η ίδια έφερε στο φως. Ποιες, κατά τη γνώμη σας, είναι οι δραστικότερες μεταβολές που έχουν υποστεί οι εξελικτικές ιδέες που διατύπωσε ο Δαρβίνος πριν από 150 χρόνια;
«Αμέσως μετά τον θάνατο του Δαρβίνου, την επόμενη χρονιά, το 1883, ο Γερμανός βιολόγος Αύγουστος Βάισμαν τροποποίησε τον δαρβινισμό με τον αποκλεισμό της κληρονομικότητας των επίκτητων ιδιοτήτων (φαινόμενο στην ύπαρξη του οποίου πίστευε ο Δαρβίνος και οι περισσότεροι στην εποχή του, και που εσφαλμένα αποδίδεται σήμερα μόνο στο έργο του Γάλλου βιολόγου Ιωάννη Λαμάρκ). Μια δεύτερη ουσιώδης μεταβολή έγινε με τη σύνθεση του δαρβινισμού (κυρίως της φυσικής επιλογής) και της γενετικής, του μηχανισμού κληρονομικότητας που μελέτησε πρώτος ο Μέντελ και αργότερα ο Μόργκαν και οι συνεργάτες του. Αυτό έγινε πιο πρόσφατα, πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και αποτελεί μια ουσιώδη αλλαγή, μια πρόταση εξηγητική που και σήμερα κυριαρχεί. Μια σημαντική περαιτέρω διεύρυνση προτάθηκε το 1975 με την εφαρμογή του δαρβινισμού στην κοινωνιολογία (ό,τι αποκαλούμε κοινωνιοβιολογία), μια εξαιρετικά γόνιμη επέκταση. Τέλος, στις μέρες μας διευκρινίστηκαν ορισμένες πλευρές του δαρβινικού μηχανισμού από τη σύγχρονη εμβρυολογία (μια σύνθεση δαρβινισμού και εμβρυολογίας, ονομαζόμενη "evo-devo"). Αυτές αποτελούν κατά τη γνώμη μου τις μεγάλες τομές. Βέβαια το 1953 η διαπίστωση της μοριακής δομής της κληρονομικής ουσίας (του DNA) ενίσχυσε πάρα πολύ την εξελικτική και της άνοιξε νέους ορίζοντες. Ο δαρβινισμός ολοένα συμπληρώνεται, μεταβάλλεται, επεκτείνεται, αποτελεί έναν γρήγορα εξελισσόμενο κλάδο, πυρήνα των βιολογικών επιστημών».
Σε όλα σας τα βιβλία υπερασπίζεστε την εξηγητική δύναμη και τη μεγάλη γονιμότητα των εξελικτικών μοντέλων και ειδικότερα τη δαρβινική ιδέα της «φυσικής επιλογής» ως κυρίαρχου -αλλά όχι και αποκλειστικού- μηχανισμού πραγματοποίησης των εξελικτικών αλλαγών. Στο τελευταίο σας εντυπωσιακό βιβλίο για τον δαρβινισμό υποστηρίζετε, μάλιστα, τη δυνατότητα διεύρυνσης και τη σχεδόν υποχρεωτική εφαρμογή αυτού του εξηγητικού σχήματος ακόμη και στα τυπικά ανθρώπινα νοητικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, δηλαδή στη νευροεπιστήμη και την κοινωνιοβιολογία. Υπάρχει άραγε κάποιο όριο στην εξηγητική δύναμη και στις δυνατότητες επέκτασης της «φυσικής επιλογής»;
«Οντως η φυσική επιλογή αποτελεί μηχανισμό παραγωγής τάξεως από αταξία με μηχανικό τρόπο. Εκτός της εξελικτικής χρησιμοποιήθηκε και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως στην εξελικτική ψυχολογία, στην εξελικτική επιστημολογία, την ηθική, την αισθητική, την κοινωνιολογία, τη μελέτη της οικονομικής συμπεριφοράς, και, όπως επισημαίνετε, τις νευροεπιστήμες. Ειδικότερα θέλω να υπογραμμίσω τον ρόλο που διαδραματίζει η φυσική επιλογή στη μελέτη της Λογικής και στην κατανόηση της έλλογης σκέψης εν γένει, με την επισήμανση των αδυναμιών του λογικού μας οργάνου, των ασθενών του σημείων (εκείνων των γνωστικών περιοχών για τις οποίες η λογική μας δεν είναι κατάλληλα δομημένη, δηλαδή για την κατανόηση των φαινομένων που βρίσκονται εκτός της μεσοκλίμακας, της μεσαίας κλίμακας φαινομένων και όντων στην οποία ζούμε, και για την κατανόηση των οποίων δομήθηκε διά της φυσικής επιλογής η έλλογη σκέψη μας). Ετσι, όσα συμβαίνουν στη μικροκλίμακα, στο υποατομικό επίπεδο ή στις υψηλές ενέργειες, ή στη μεγαλοκλίμακα, συχνά φαίνεται να αντιβαίνουν στον κοινό νου και την κατανόησή του. Μια θεωρία που εξηγεί τις ιδιαιτερότητες της έλλογης σκέψης, του κατ' εξοχήν νοητικού μας οργάνου, νομίζω ότι αποκτά την εξηγητική ισχύ και το status μιας "γενικής θεωρίας", μιας οιονεί θεωρίας των πάντων».
Από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, η εξελικτική θεωρία πολεμήθηκε σφοδρά από θρησκευτικές και εκκλησιαστικές οργανώσεις στη Δύση. Ποια ήταν η υποδοχή του δαρβινισμού στη νεότερη Ελλάδα;
«Σε αντίθεση με τις ιδέες που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν για να ανταποκριθούν σε βαθύτερες εσωτερικές μας ανάγκες, όπως οι αντιλήψεις για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους και των τριών σταδίων της ιστορίας του, ή η "μεγάλη ιδέα", οι εξελικτικές ιδέες αποτέλεσαν ένα από τα "εξωτερικά" ιδεολογικά ρεύματα που κυριολεκτικά εισέβαλαν στη χώρα μας. Οι δαρβινικές θεωρίες, μάλιστα, ήρθαν στην Ελλάδα με σημαντική καθυστέρηση.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας 1870-1880 λείπουν τα συγγράμματα ή τα άρθρα που ασχολούνται αποκλειστικά με τις δαρβινικές επιστημονικές ιδέες. Οι πρώτες σχετικές μελέτες ήταν εχθρικές, αφού γράφτηκαν από περισσότερο ή λιγότερο εμπαθείς και μορφωμένους θεολόγους. Μόνο είκοσι δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της "Καταγωγής των ειδών" (το 1859 στην Αγγλία) θα κάνουν την εμφάνισή τους κάποια ελληνικά άρθρα που επιχειρούν να εξηγήσουν με επιστημονικούς όρους τον εξελικτικό μηχανισμό!
Για την υποδοχή -τη "δεξίωση" όπως θα έλεγε ο Κ.Θ. Δημαράς- των δαρβινικών ιδεών στην Ελλάδα πολλά έχουν γραφτεί και πολλά ετοιμάζονται να δημοσιευτούν. Οι αντιστάσεις στον τόπο μας δεν πρέπει να αποδοθούν αποκλειστικά στις θρησκευτικές αντιρρήσεις. Μολονότι οι θρησκευτικές αντιρρήσεις έπαιξαν και δυστυχώς εξακολουθούν να παίζουν σημαίνοντα ρόλο σε πολλές χώρες, νομίζω ότι στην Ελλάδα έχουμε μιαν ιδιαιτερότητα. Οπως εξηγεί η μεγάλη μας ιστορικός Ρένα Πατρικίου στο τελευταίο της βιβλίο "Οι φόβοι ενός αιώνα", η υπεράσπιση της ταυτότητας παίζει σημαντικό ρόλο στους Νεοέλληνες: ο φόβος διακυβεύσεως της ταυτότητάς μας αρδεύεται από την ανασφάλεια για την απώλεια του δεσμού μας με τους αρχαίους προγόνους μας. Η παράδοση, στοιχείο συνέχειας, συμπεριλαμβάνει βέβαια και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ετσι η όποια σκοταδιστική άποψη ορισμένων ιερωμένων (διότι υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις) αποκτά μεγαλύτερη εμβέλεια. Πάντως, όπως εξηγώ στο τελευταίο μου βιβλίο, η ανάπτυξη της θρησκευτικής πίστης απορρέει από γενετική εγγραφή αυτής της ικανότητας, που είναι προϊόν φυσικής επιλογής. Και αυτό συμβαίνει γιατί η θρησκευτική πίστη φαίνεται να ωφελεί αρκετά άτομα, τους επιτρέπει να αντιμετωπίζουν ευκολότερα τις δύσκολες στιγμές της ζωής τους, τους παρέχει ασφάλεια». *
Αναζητώντας το νόημα της εξέλιξης των εξελικτικών ιδεών
Με το τελευταίο του βιβλίο «Δαρβινισμός και η ιστορία του έως τις μέρες μας», ο Κ. Κριμπάς προσφέρει στην ελληνική γραμματεία μία μοναδικού βάθους κριτική αποτίμηση όλων των εξελικτικών θεωριών που εμφανίστηκαν μέχρι σήμερα, καθώς και των προσώπων που τις ανακάλυψαν.
Προϊόν εργασίας 12 χρόνων, αυτό το ογκώδες βιβλίο (938 σελίδες!) κυκλοφορεί σήμερα άριστα επιμελημένο από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα», αποτελώντας την πρώτη συστηματική προσπάθεια διερεύνησης όλων των θεωρητικών και πειραματικών εφαρμογών της ιδέας της εξέλιξης. Μιας αναμφίβολα άκρως παραγωγικής αλλά και ανατρεπτικής ιδέας, οι συνέπειες της οποίας υπερβαίνουν κατά πολύ τους ασφυκτικούς περιορισμούς που συχνά θέτουν οι επιμέρους επιστημονικοί κλάδοι στον εαυτό τους.
Με όχημα τη λεπτομερή παρουσίαση της ανάπτυξης της εξελικτικής σκέψης στις επιστήμες της ζωής, ο συγγραφέας καταφέρνει να ανασυγκροτήσει τις πιο σημαντικές θεωρητικές-μεθοδολογικές προσεγγίσεις αλλά και τις σφοδρές αντιπαραθέσεις που οδήγησαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στην επικράτηση της ορθόδοξης σήμερα επιστημονικής ερμηνείας των εξελικτικών φαινομένων: τη λεγόμενη «νέα σύνθεση» ή «νεοδαρβινισμό».
Παρά τις επιστημονικές προτιμήσεις και τις προσωπικές επιλογές του -τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν κρύβει- ο Κ. Κριμπάς επέλεξε, ως καλός ιστορικός της επιστήμης, να παρουσιάσει και τις περισσότερες εναλλακτικές θεωρίες επειδή γνωρίζει ότι αυτές αποδεικνύονται συχνά εξαιρετικά χρήσιμες για την πρόοδο της εξελικτικής σκέψης. Από αυτή την αντιστικτική αντιπαράθεση των «ορθόδοξων» και των «ετερόδοξων» εξελικτικών προσεγγίσεων προέκυψε αυτή η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ζωντανή ιστορική ανασυγκρότηση της πολυτάραχης ιστορίας των εξελικτικών ιδεών τους δύο τελευταίους αιώνες.
Σ.ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 30/10/2009
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009
Έλλη Παπά (σύζυγος Μπελογιάννη): «το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».
«Μακάρι να είχαν εκτελέσει και μένα μαζί με τον Νίκο». Η Ελλη Παππά μιλάει για τον Μπελογιάννη, τα βιβλία που έστελνε από τη φυλακή στον γιό τους, την παρακμή του κομμουνισμού αλλά και τη σημερινή κατάσταση.
Της ΟΛΓΑΣ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ
Λευκά λαμπερά μαλλιά, μάτια σαν μικροί κρατήρες φωτός, κυρίαρχα σε ένα πρόσωπο γαλήνης -αυτή είναι η πρώτη εικόνα που μου δίνει η Ελλη Παππά, πηγαίνοντας να τη συναντήσω στο σπίτι της, στου Ζωγράφου, για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Με υποδέχεται ντυμένη απλά και κομψά - μια χρυσή καρφίτσα στη βάση του λαιμού είναι το μοναδικό της στολίδι, «σημείο», σκέφτομαι, μιας χαμένης στις μέρες μας αρχοντιάς.
Σχεδόν μεσημέρι, ο ήλιος πέφτει απ' τις τζαμόπορτες στο διαμέρισμα, 5ος όροφος, ανοιχτός, όλο ταράτσες πολυκατοικιών, ο ορίζοντας. Μέσα, βιβλία, πολλά βιβλία, δυο κυκλάμινα σε γλάστρες μπροστά στο σβηστό τζάκι, το σκυλί της, η Βιόλα, να στριφογυρίζει, φωτογραφίες και πίνακες -ανάμεσά τους, το γνωστό σκίτσο του Μπελογιάννη από τον Πικάσο και το χειρόγραφό του που το συνόδευσε, σε άλλο κάδρο- ακίνητα.
Εχουν μόλις κυκλοφορήσει σε ανατύπωση, μέσα σε χάρτινη κασετίνα, τα δέκα βιβλία μινιατούρες, παραμύθια που έγραψε ή διασκεύασε, ζωγράφισε και βιβλιοδέτησε η ίδια, και τα 'στελνε στον μικρό γιο της -καρπό τής σχέσης της με τον Νίκο Μπελογιάννη- όταν ήταν στη φυλακή και κείνος μεγάλωνε στα χέρια της αδελφής της Διδώς Σωτηρίου. Την κοιτάζω, κάπου μισόν αιώνα από τότε, το μικρό σώμα μέσα στη μεγάλη πολυθρόνα -ποιος ξένος μπορεί να μετρήσει το βάρος εκείνου του συμβόλου, εκείνου του μύθου πάνω της.
- Ησασταν στην ίδια φυλακή, της Καλλιθέας, όταν τον εκτέλεσαν. Πώς να σας ρωτήσω τι αισθανόσασταν μέσα στην καρδιά αυτής της τραγωδίας;
«Δεν μπορείς να απαντήσεις, όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να τα πεις αυτά και πώς να τα νιώσουν οι άλλοι; Να είσαι εκεί και να τον πάρουν απ' τα χέρια σου. Στη φυλακή, τον αποχαιρέτησα... Εμένα μου έδωσαν χάρη, δηλαδή ισόβια, ως μητέρα που ήμουν, και δεν με εκτέλεσαν. Γιατί κι εγώ είχα καταδικαστεί σε θάνατο».
- Πώς είναι να περιμένεις από ώρα σε ώρα έναν τέτοιο θάνατο;
«Οταν είσαι εκεί, το ξέρεις, το έχεις αποδεχτεί, ότι κάποια στιγμή μπορεί να συμβεί αυτό, να χτυπήσει η πόρτα και να σε πάρουν -πολλές γυναίκες σκοτώθηκαν έτσι. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο· αν κάνεις, θα προδώσεις... Το τραγικό για μένα είναι ότι δεν πήγα μαζί με τον Νίκο. Διότι αυτό ήθελα. Να πεθάνω, να φύγω μαζί του».
- Παρ' ότι είχατε το παιδί;
Η Ελλη Παππά με τον Νίκο Μπελογιάννη, τελευταία ημέρα της δίκης τους
«Ναι. Το παιδί θα ζούσε, ίσως και καλύτερα χωρίς εμένα, και όταν μεγάλωνε, θα καταλάβαινε... Οι γυναίκες στη φυλακή το αγαπούσαν απ' την αρχή -όταν με σήκωσαν απ' του Αβέρωφ και με πήγαν στο μπουντρούμι της Καλλιθέας για εκτέλεση, αυτές το έκρυψαν για μέρες όπου μπορούσαν: από θάλαμο σε θάλαμο, κάτω από τα ράντζα των κρατουμένων, αρρώστησε σοβαρά από το πήγαιν'-έλα, 6 μηνών παιδάκι ήταν, και το γιάτρεψαν. Γιατί αυτοί, οι ασφαλίτες, με το πρόσχημα ότι θα το φέρουν σε μένα, ζητούσουν να το πάρουν...»
- Για ποιον λόγο;
«Για άγνωστους λόγους. Τέλος πάντων, σώθηκε τότε κι όταν επέστρεψα στις φυλακές Αβέρωφ, το ξαναβρήκα. Μείναμε μαζί ώσπου έγινε 3 χρόνων -αυτό ήταν το όριο παραμονής παιδιών σε φυλακές- και πέρασε καλά, γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν εκεί μέσα, και οι συγγενείς απ' έξω ερχόντουσαν να τον δουν... Ο χωρισμός ήταν πολύ σκληρός και για τους δυο μας· εμένα με έκανε κομμάτια. Ηταν φρίκη να βλέπεις το παιδί σου μία φορά τον μήνα, για πολλά χρόνια. Ετσι έφτιαξα αυτά τα βιβλιαράκια και μετά μια άλλη σειρά, με έργα του Αριστοφάνη... Ωσπου αποφυλακίστηκα το '63, με το που βγήκε ο Παπανδρέου. Και ο Νίκος, τελειώνοντας το Δημοτικό, έμπαινε στην εφηβεία...»
- Και από τότε κύλησε η ζωή;
«Ναι, αλλά δεν κύλησε έτσι δα. Γιατί είχαμε και τη χούντα το '67, και πάλι χωρίσαμε με τον Νίκο... Πήγα εξορία. Στα Γιούρα. Οπου αρρώστησα πολύ άσχημα και τότε οι Σοβιετικοί κατάφεραν να με πάρουν από κει, να με φέρουν στην Αθήνα και τελικά να με ελευθερώσουν, χωρίς η ίδια να γνωρίζω τίποτα. Με σκοπό να με πάρουν μαζί τους στη Σοβετική Ενωση, για να ενισχύσουν τον αντιδικτατορικό αγώνα, στην ουσία για να με αξιοποιήσουν υπέρ του καθεστώτος, προβάλλοντας την εικόνα του κομμουνιστή που μένει πιστός στις ιδέες του. Είχαν κάνει μεγάλη προετοιμασία, άρχισαν να στρώνουν το κόκκινο χαλί για να με δεχτούν, αλλά δεν πήγα. Αρνήθηκα.
- Γιατί;
«Γιατί είχε γίνει εν τω μεταξύ η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, προς την οποία ήμουν αντίθετη. Ομως, ήταν πολύ βαρύ για κείνους αυτό που τους έκανα. Και από τότε οι σχέσεις μας διαρρήχθηκαν. Δηλαδή με αγνόησαν, και δικαίως. Πήγε στη θέση μου ο Ρίτσος για τον ίδιο σκοπό... Εγώ έμεινα εδώ, προσπάθησα να σταθώ στα ποδια μου, ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, που ήμασταν μαζί στον 'Ριζοσπάστη', μου έδωσε δουλειά στη 'Γυναίκα'. Χωρίς να υπογράφω απ' την αρχή, γιατί ήταν χούντα ακόμα· μου έλεγε για τις πιέσεις που δεχόταν, θα είχε πρόβλημα».
- Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού σας έκανε να σκεφτείτε ποτέ αν όλο αυτό που έγινε, ο αγώνας και οι θυσίες τόσων ανθρώπων, άξιζε τον κόπο;
«Αξιζε τον κόπο, αλλά καταρρακώθηκε από κάθε άποψη. Οταν το 1989 κατέρρευσε το σύμπαν, αποδείχτηκε ότι ήταν όλο εις μάτην. Οτι όλο αυτό που λεγόταν Σοβιετική Ενωση γεννήθηκε για να πεθάνει».
Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»
- Ηταν αναμενόμενο για σας;
«Εγώ και όσοι ήξερα δεν το είχαμε μετρήσει έτσι. Παρ' ότι από την εποχή που ήμουν στη φυλακή, προ χούντας, έφταναν ώς εμάς από την Σοβιετική Ενωση κάποιες πληροφορίες, σαν βαρίδια. Οπως π.χ. η συνωμοσία κάποιων μεγαλογιατρών να φάνε διάφορα κομματικά στελέχη, που τους έστειλαν στη Σιβηρία. Ηταν φοβερό· γιατί να γίνονται τέτοια πράγματα εκεί, αναρωτιόμουν, είχα ταραχτεί τόσο, που φώναζα στον ύπνο μου 'Σοβιετική Ενωση'! Τόσο δεμένη ήμουν μ' αυτό το κίνημα, τόσο φοβόμουν, είχα το προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί».
-Επαληθεύτηκε το προαίσθημά σας...
«Ναι, από τότε όλα τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν ανάποδα. Ωσπου ήρθε ο Γκορμπατσόφ, που τον είδαμε σαν κάτι καινούργιο, ότι θα μπορούσε να σώσει τον σοσιαλισμό. Αλλά μας την έδωσε την κατραπακιά, αντί σωτηρίας είδαμε την οριστική κατάπτωσή του. Γιατί το σύστημα κατέρρεε και ο Γκορμπατσόφ δεν μπορούσε ούτε καν να διαχειριστεί αυτή την κατάρρευση».
- Τι το οδήγησε στην κατάρρευση αυτή;
«Ηταν σάπιο απ' την αρχή αυτό που έστησαν και άκρως αντίθετο προς τις ιδέες που ευαγγελιζόταν, οι οποίες βέβαια δεν έφταιγαν».
- Από την εποχή του Λένιν ξεκινάτε;
«Να μην πούμε από τον Λένιν, αλλά από τον Στάλιν και πέρα άρχισε να σαπίζει, βλέπαμε αυτή την πτώση. Ωσπου ήρθε, και ήταν τραγικό -η Σοβιετική Ενωση εξαφανίστηκε, οι χώρες που τη συνιστούσαν είναι ξέφτια πια... Από την ώρα που ένας Γιέλτσιν πήρε την εξουσία στη Ρωσία, φάνηκε ότι το πράγμα δεν είχε πλέον ελπίδα. Διότι ήταν σάπιος και αυτός, εξέφρασε όλη την παρακμή. Και είδατε πού καταλήξαμε: στον Πούτιν».
- Το λέτε απαξιωτικά... Τι εκφράζει ο Πούτιν για σας;
- Τις μεγάλες μαφίες του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ο,τι εκφράζουν και αυτοί που έχουν φύγει από τη Ρωσία, ο Αμπράμοβιτς, ο Χοντορκόφσκι κ.λπ. Αλλωστε, αυτές οι μαφίες, όλοι αυτοί, ξεπήδησαν μέσα από την Κα Γκε Μπε, ουσιαστικά. Και ο Πούτιν ανάμεσά τους. Και βλέπουμε σήμερα τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης να τις υφίσταται όλος ο κόσμος. Και θα τις υφίσταται».
- Ποιες είναι συγκεκριμένα αυτές οι συνέπειες;
«Οτι έχει τώρα τον Μπους και τους υπόλοιπους, που έχουν πέσει πάνω στη γη να τη φάνε. Και κυνηγάνε τα πάντα, με πολέμους, με καταπάτηση των ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, προκειμένου να το πετύχουν. Με μοναδικό στόχο το χρήμα. Αυτό, το χρήμα, κυριεύει τον κόσμο τώρα, αυτό διαφεντεύει τα πάντα. Αυτό είναι η εξουσία, όλες οι εξουσίες, το μόνο πράγμα που έχει αξία· τίποτε άλλο».
- Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ Πούτιν και Μπους;
«Τι διαφορές; Απλώς, ο Μπους είναι ο χειρότερος εκφραστής αυτού του γεγονότος, αυτού του εξαμβλώματος που έχει καταντήσει ο κόσμος... Είναι φοβερό, μια επανάσταση, όπου είχαν επικεντρωθεί οι ελπίδες όλων, να μεταλλαχθεί στο αντίθετό της. Και επιπλέον, να βιώνουμε όλη αυτή την ξεδιαντροπιά, αυτό το έγκλημα της απώλειας των καλύτερων από τα υλικά με τα οποία μπορεί να είναι φτιαγμένος ένας άνθρωπος».
- Επομένως, μπορεί να πει κανείς ότι τελικά οι ωραίες ιδέες δεν είναι δυνατόν να βρουν εφαρμοργή στην κοινωνία των ανθρώπων;
«Μπορεί να το πει».
- Αρα, ρίχνουμε αυλαία;
«Οχι οριστική. Οι ιδέες για τις οποιες μιλούμε, τώρα δεν βρίσκουν εφαρμογή. Ξανασυζητιούνται μετά από έναν αιώνα».
- Να έρθουμε λίγο και στα δικά μας, και να σας ρωτήσω πώς θα φτιάχνατε το πορτρέτο του σύγχρονου Ελληνα.
«Είμαι λίγο απ' έξω, όμως έτσι ίσως να βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά. Νομίζω, λοιπόν, ότι στον τόπο μας οι άνθρωποι ζουν πια χωρίς να ξέρουν πού πάνε. Ποιο είναι το δικό τους συμφέρον, ποιος είναι ο εχθρός τους, ποιος είναι ο σύντροφός τους, ποιος είναι ο φονιάς τους. Το μόνο που τους ενδιαφέρει -και σ' αυτό συμβάλλει και η παιδεία, που είναι ανύπαρκτη- είναι να ζήσουν σήμερα, τώρα».
- Να ζήσουν, με ποιον τρόπο;
«Με ό,τι τους πλασάρουν τα περιοδικά λάιφ στάιλ και η τηλεόραση λάιφ στάιλ. Που είναι ό,τι έρχεται απ' έξω, αλλά στο πιο κιτς».
- Υπάρχει κάτι όπου μπορούμε να προσβλέπουμε;
- Εγώ το μόνο, όπου προσβλέπω, όπου μπορώ να δω μια ελπίδα -τολμώ να το πω- είναι η νέα γενιά. 'Βιάζεσαι', μου λένε μερικοί, αλλά το πιστεύω, ακούγοντας τα ίδια τα νέα παιδιά που έρχονται εδώ, χωρίς να τα ξέρω, για να μιλήσουν μαζί μου. Και διαπιστώνω ότι αρνούνται αυτόν τον κόσμο, δεν τον θέλουν. Αυτό είναι το μόνο που με γαληνεύει στην Ελλάδα σήμερα».
- Και η ελληνική Αριστερά; Πώς την επηρέασε αυτή η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού;
«Ακόμα και η Ανανεωτική Αριστερά βρέθηκε να έχει χάσει πολλά από τα πρότυπά της. Γιατί δεν είχε ποτέ, μεταπολιτευτικά, το θάρρος να ξεκόψει απ' όλα αυτά και να εμφανίσει δικό της πρότυπο. Οσο για το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».
- Για να καταλήξει πού η Αριστερά σήμερα;
«Για την ώρα, δεν μοιάζει να καταλήγει πουθενά».
-Μερικοί υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καν.
«Εχει μια βάση αυτό. Είμαστε σε μια φάση επαναπροσδιορισμού των όρων Αριστερά, αριστερός».
- Την πολιτική μας σκηνή, πώς τη βλέπετε συνολικά;
«Σαν να είμαι στη θάλασσα και έχει τσούχτρες. Αυτό το γλοιώδες πράγμα που σε τσιμπάει ξαφνικά και δεν ξέρεις από πού σου 'ρχεται».
- Τι θα λέγατε για τις δύο... κορυφαίες τσούχτρες του δικομματικού παιχνιδιού;
«Είναι πολύ λίγοι και οι δύο για τις σημερινές ανάγκες του τόπου. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω για πρόσωπα. Θα σας πω μόνο ότι βλέπω μια διολίσθηση προς το αντικοινωνικό κράτος τύπου Θάτσερ, όπου ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως όχληση προς τα μεγάλα συμφέροντα. Και η νομοθεσία μεριμνά μόνο γι' αυτά».
- Για σας, θεωρούν ότι η σύνδεσή σας με τον Μπελογιάννη κυρίως, πέρα από την δική σας μετέπειτα διαδρομή, σας προσδίδει το στοιχείο ενός «μύθου» στον χώρο της Αριστεράς. Εχετε αυτή την αίσθηση;
«Ποτέ δεν είχα τέτοια αίσθηση. Και όταν μου αποδίδουν άλλοι αυτόν το χαρακτηρισμό, δεν ξέρω τι να τον κάνω».
- Λοιπόν, ποια θα λέγατε ότι είστε;
«Δεν έχω καθήσει να το σκεφτώ ποτέ. Δεν είχα φανταστεί ότι θα είχα ν' αντιμετωπίσω, κάποια στιγμή, τέτοια ερώτηση. Φοβάμαι και που την ακούω».
- Ισως, κοιτάζοντας πίσω στη ζωή σας, πρόσωπο μιας τραγωδίας;
«Δεν μπορώ να απαντήσω σ' αυτό. Το μόνο που ξέρω για τον εαυτό μου είναι ότι είμαι μαχήτρια. Οπου και αν γυρίσω πίσω στη ζωή μου, δεν βλέπω παρά τον άνθρωπο που μάχεται».
- Τι ήταν ο Μπελογιάννης στη ζωή σας;
«Το άπαν».
- Αναρωτιέμαι αν, πενήντα τόσα χρόνια μετά, τον σκέφτεστε στην καθημερινότητά σας...
«Είναι πάντα κοντά μου. Τον αισθάνομαι. Τον ρωτάω για ό,τι κάνω. Και εκείνος βρίσκει τον τρόπο να μου απαντήσει».
- Και αν μετράτε την οδύνη που σάς άφησε με ό,τι ωραίο σάς έδωσε αυτός ο έρωτας.
«Η οδύνη δεν μετράει. Είναι άλλο. Αισθάνομαι ως ευλογία τη συνάντηση μαζί του. Ο πόνος τού πρόωρου χαμού του δεν είναι μόνο για μένα. Είναι και για όσα θα μπορούσε να δώσει σ' αυτόν τον έρμο τόπο. Και δεν πρόλαβε. Δεν τον άφησαν».
Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/12/2006
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009
«ΌΧΙ» δασκάλων στις μαθητικές παρελάσεις

Ο Σύλλογος διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης αντιτίθεται στη συμμετοχή των μαθητών του στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου εκφράζοντας τις παιδαγωγικές αντιρρήσεις στο θεσμό της μαθητικής παρέλασης. Του Aρίστου Αναγνώστου.
«Η ολοκληρωτική νοοτροπία, ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις, ο μιλιταρισμός, η ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας και η αφομοίωση δεν έχουν προφανώς καμιά σχέση με την κατάκτηση της ιστορικής γνώσης και την κριτική προσέγγιση της συλλογικής μνήμης από τους μαθητές Αν κάτι πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είναι αυτό που χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν στους δρόμους με τη λήξη του πολέμου: “Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός στη γη” Κι αυτό φυσικά δε μπορεί να γίνει μέσα από την παρέλαση, το αντίθετο μάλιστα», αναφέρει στην ανακοίνωσή του ο Σύλλογος των δασκάλων του 1ου Πειραματικού Δημοτικού.
Παρέλαση με το ζόρι
Ωστόσο, παρά την άρνηση των δασκάλων, οι μαθητές του 1ου Πειραματικού θα παρελάσουν με …άνωθεν επιβολή. Αυτή είναι η απόφαση του Διευθυντή του 1ου Γραφείου της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Εποπτικού Συμβουλίου των Πειραματικών Δημοτικών Σχολείων του ΠΤΔΕ-ΑΠΘ, το οποίο απαρτίζουν ο επίκουρος καθηγητής, Αθανάσιος Αϊδίνης και οι λέκτορες Τάσος Λιάμπας και Έφη Παπαδημητρίου. Με ομόφωνη απόφασή του το εποπτικό Συμβούλιο εκφράζει την υποστήριξή του στο Σύλλογο Διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου για τις παρελάσεις, θεωρώντας τις «ως συντηρητικά ιδεολογικά σύμβολα και αναχρονιστικές πρακτικές που αντιτίθενται στην υπόσχεση της Παιδαγωγικής ως Επιστήμης της Εκπαίδευσης για ένα ανθρώπινο και δημοκρατικό σχολείο για όλα τα παιδιά, που προετοιμάζει το δημιουργικό, κοινωνικό, ικανό για συνεργασία και ολόπλευρα ολοκληρωμένο άνθρωπο».
Δάσκαλοι: Η Ιστορία μιλά από μόνη της
Ο Σύλλογος διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δ. Σ. Θεσσαλονίκης του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ θυμίζει μεταξύ άλλων στην ανακοίνωσή του ότι: «Το μαθητικό συμπλήρωμα στις στρατιωτικές παρελάσεις ξεκίνησε στα χρόνια του Μεταξά, όταν η ομοιομορφία της εμφάνισης μαθητών και μαθητριών ήταν δεδομένη, ενώ η στρατιωτικοποίηση της νεολαίας ( Ε.Ο.Ν.) ήταν βασικός στόχος του καθεστώτος. Από τότε οι μαθητικές παρελάσεις συνεχίζονται αδιάλειπτα καθοριζόμενες από ένα θολό νομοθετικό πλαίσιο -«προαιρετικά και με το ζόρι», παρά την καταδίκη της χώρας μας από το ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το θέμα της υποχρεωτικότητας της συμμετοχής μαθητών και εκπαιδευτικών σ΄ αυτές. Η μόνη περίοδος που τέθηκε ουσιαστικά ζήτημα κατάργησής τους ήταν αμέσως μετά τη χούντα. Όμως οι παρελάσεις έμειναν ανέγγιχτες από οποιαδήποτε απόπειρα «εκσυγχρονισμού» ακολούθησε και έτσι μέχρι σήμερα μαθητές και μαθήτριες συνεχίζουν να παίζουν τα στρατιωτάκια με τους εκπαιδευτικούς (και ιδίως τους/τις γυμναστές/τριες) σε ρόλο «επιλοχία».
Από τη σκοπιά της παιδαγωγικής
«Προφανώς, η μαθητική παρέλαση (και μάλιστα στρατιωτικού τύπου) δεν αντέχει ούτε τη στοιχειώδη κριτική προσέγγιση από οποιαδήποτε σύγχρονη παιδαγωγική σκοπιά. Αφού όλα στην παρέλαση παραπέμπουν σε παιδαγωγικούς αρχαϊσμούς στρατιωτικού τύπου. Γι’ αυτό και όλη η προετοιμασία είναι μια ξεκομμένη δράση στο χώρο του σχολείου. Συναντά τη χαρούμενη αποδοχή των μαθητών/τριών, μόνο γιατί γίνεται «έξω» και αντιμετωπίζεται με την ιλαρότητα ενός παιχνιδιού ρόλων. Έτσι όμως η «εγχάραξη» επιτυγχάνεται πολύ ευκολότερα, αφού οι «συνθήκες πρόσληψης» είναι σχεδόν ιδανικές (πολύ θα θέλαμε ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής εκπαιδευτικής διαδικασίας να γίνεται «έξω» και με «παιχνιώδη» διδακτική προσέγγιση).
Όμως τι ακριβώς «εγχαράσσεται»;
α) Διαχωρισμός-διακρίσεις: αγόρια μπροστά, κορίτσια πίσω (ολοφάνερα σεξιστικό), αλλά και ψηλοί/ές μπροστά, κοντοί/ές πίσω (ολοφάνερα ακατανόητο). Και κυρίως άξιοι/ες ξεχωριστά -η Ελλάδα της σημαίας-πληβείοι πίσω. Μάλιστα η εξάδα μόνο πηγαίνει συνήθως στη Δοξολογία και πάντα μπροστά- ξεκομμένη από τον υπόλοιπο μαθητικό όχλο. Εδώ, συναντάμε και το μεγάλο θέμα της απόρριψης των παιδιών με αναπηρίες. Η εγκύκλιος που επιτρέπει και τη συμμετοχή ανάπηρων στην πράξη περιορίζεται στους/ις σημαιοφόρους και αποτελεί καταφανώς επικοινωνιακό τρικ, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γενικευτεί, αφού οι απαιτήσεις για τη συμμετοχή στα «παρελαύνοντα τμήματα» δεν σέβονται διόλου τις ιδιαίτερες δυσκολίες και ανάγκες αυτών των παιδιών.
β) Θηριοδαμαστικός παβλοφισμός: Όλοι/όλες περπατάμε με το ίδιο αφύσικο βήμα, μετά από πολύωρη, μάλιστα, εκγύμναση, που μετατρέπει το σχολείο σε τσίρκο. Για να μπορούμε να «στοιχιζόμαστε» βλέποντας μόνο το κεφάλι του μπροστινού μας και να «ζυγιζόμαστε» ρίχνοντας ματιές στο πλάι στο/στη διπλανό/ή μας και εντέλει να κινούμαστε σαν ρομποτάκια με το ρυθμό που επιβάλλει -παβλοφικά-η σφυρίχτρα ή το «ένα στο αριστερό».
γ) Αγελισμός - ομοιομορφία: συνδέεται με το προηγούμενο όσον αφορά στην κίνηση στο χώρο, αλλά επεκτείνεται και στην ενδυμασία. Την πιο ορατή προσπάθεια υποταγής του ατόμου στη μαζική ομοιομορφία του συνόλου. Τώρα τελευταία, μάλιστα, έχουμε σύνδεση του εθνικοσοσιαλιστικού αυτού κατάλοιπου με το θεσμό της χορηγίας. Συνήθως φροντιστήρια «χορηγούν» μέρος (φουλάρια, γιλέκα, μπερέδες κ.λ.π.) της ενδυμασίας.
δ) Υποβιβασμός του ελεύθερου πολίτη σε υποταγμένο «υπήκοο»: Από ποιο φεουδαρχικό χρονοντούλαπο άραγε βγαίνουν αυτοί οι «επίσημοι» που στέκονται κάθε φορά στην εξέδρα (δεσπότης, στρατηγός, νομάρχης -οι αρχές και εξουσίες του τόπου) επιθεωρώντας με βλοσυρό βλέμμα τους υπηκόους τους, καθώς αυτοί τους «αποδίδουν τιμές» (γιατί άραγε;) στρέφοντας την κεφαλή δεξιά (ενώ ταυτόχρονα κοιτάνε λοξά τη «στοίχισή» τους και ακόμα πιο λοξά τη «ζύγισή» τους);
ε) Κιτς και αισθητική κακογουστιά: Εκτός από τον τρόπο που κινούμαστε και τα ρούχα που φοράμε στην παρέλαση ακούμε και μουσική (δεν υπάρχει τελετουργία χωρίς μουσική υπόκρουση άλλωστε, εκτός από αυτές που απαιτούν πλήρη σιωπή). Και τι μουσική! Στρατιωτικά εμβατήρια (την κακοποίηση, δηλαδή, της όποιας συμφωνικής παράδοσης της Δύσης) που επενδύουν μουσικά κάποια άτεχνα στιχάκια εθνικιστικού κρεσέντου.
στ) Eθνικιστική μονοπολιτισμικότητα: Παρά τα ρητορικά φληναφήματα περί «σεβασμού των πολιτισμικών διαφορών» οι παρελάσεις αποτελούν έναν ακόμη μηχανισμό (τον πιο χοντροκομμένο, ίσως) για την επιβολή είτε της αφομοίωσης είτε της ρατσιστικής απόρριψης και του αποκλεισμού του «διαφορετικού» από την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι «καθιερωμένες» πλέον αντιπαραθέσεις γύρω από το ζήτημα των αλλοδαπών σημαιοφόρων το αποδεικνύουν περίτρανα.
tvxs.gr
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009
Ο γόρδιος δεσμός του χρέους
«Ή θα αφανίσουμε το δημόσιο χρέος και τη διαφθορά ή αυτά θα αφανίσουν τη χώρα».
Με τη δήλωση αυτή η νέα υπουργός Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου επανέλαβε προεκλογικά κάτι που σοφά έχει δηλωθεί επανειλημμένα στο παρελθόν από μεγάλους πολιτικούς όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το πρόβλημα είναι πως την τελευταία 30ετία το χρέος σταθερά διογκούται, με τη χώρα να γονατίζει σήμερα.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2009 το δημόσιο χρέος (κεντρική κυβέρνηση) της χώρας ανήλθε σε 292 δισ. ευρώ και είναι βέβαιο πως έως το τέλος του έτους θα έχει υπερβεί τα 300 δισ. ή το 122% του ΑΕΠ. Με τον συνυπολογισμό της «άσπρης τρύπας» των ασφαλιστικών ταμείων και των ΟΤΑ (γενική κυβέρνηση) το χρέος φτάνει τα 165 δισ. ή το 108% του ΑΕΠ, με πιθανότερη κατάληξη το 110%. Τα 3/4 του χρέους αυτού αφορούν εξωτερικό χρέος, συνημμένο στο «σκληρό» ευρώ. Αυτό σημαίνει πως σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής ύφεσης ή στασιμότητας και αποπληθωρισμού θα είναι εξαιρετικά δύσκολη η συγκράτηση της ανόδου του.
Το 2010 προβλέπεται (με μηδενική ανάπτυξη) να αυξηθεί σε 115% του ΑΕΠ περίπου, δηλαδή 35 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τον προβλεπόμενο μέσο ευρωπαϊκό όρο (90% του ΑΕΠ). Και εάν την τελευταία 10ετία φάνηκε να συγκρατείται στα επίπεδα του 100% περίπου, αυτό οφείλεται περισσότερο στη διπλή λογιστική ανατίμηση του ΑΕΠ (ώστε να συμπεριληφθεί μέρος της παραοικονομίας) παρά στη σταθεροποιητική δράση της οικονομικής ανάπτυξης πάνω στην αύξησή του.
Οπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρία, η αύξηση του λόγου δημοσίου χρέους/ΑΕΠ εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες:
α) Το τρέχον επίπεδο του λόγου χρέους/ΑΕΠ.
β) Το ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ.
γ) Το μέσο πραγματικό επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται το εν λόγω χρέος, και
δ) Την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστού στο ΑΕΠ (προκύπτει από το συνολικό δημόσιο έλλειμμα αν αφαιρεθούν οι τόκοι).
Στην ελληνική περίπτωση ο λόγος χρέους/ΑΕΠ έχει ανέλθει στο 110%, ενώ το ονομαστικό επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται το χρέος είναι σταθερό (κατά 80%) και κυμαίνεται γύρω στο 4,5%. Οπότε με πληθωρισμό μηδενικό και έως 1% το πραγματικό επιτόκιο είναι 4%.
Για να μην έχουμε, λοιπόν, νέα διόγκωση του κρατικού χρέους ή πρέπει να πετύχουμε σαν οικονομία ένα πρωτογενές πλεόνασμα όσο οι τόκοι σαν ποσοστό στο ΑΕΠ (4-5%), ή πρέπει να πετύχουμε ένα ρυθμό ανάπτυξης αντίστοιχο, ή ένα συνδυασμό των δύο. Ομως, με την παγκόσμια οικονομία στο χάλι που είναι και την ελληνική υπερχρεωμένη, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να υπερβεί σημαντικά το μηδέν.
Συνεπώς, το μεγάλο μέρος της όλης προσπάθειας πρέπει να προέλθει από τη διαμόρφωση πρωτογενών πλεονασμάτων (προϊόν της δημοσιονομικής εξυγίανσης) ή και τη μείωση του ονομαστικού επιτοκίου (αναδιάρθρωση-επιμήκυνση χρέους).
Και οι δύο αυτοί ενδιάμεσοι στόχοι είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγισθούν, αφού α) δεν προβλέπεται να αυξηθεί το ΑΕΠ το 2010, β) φέτος πάμε για πρωτογενές έλλειμμα 5-6% του ΑΕΠ και όχι για κάποιο πλεόνασμα (για να έμενε σταθερό το χρέος το 2010 θα χρειαζόταν πρωτογενές πλεόνασμα 5% του ΑΕΠ), ενώ γ) λόγω της ένταξής της στην Ε.Ε. η Ελλάδα δεν μπορεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της απευθείας στις ξένες αγορές δεχόμενη ως αντάλλαγμα μια νομισματική υποτίμηση (όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις) αλλά πρέπει να ζητήσει την οικονομική αρωγή της Ε.Ε. ή την έκδοση ευρωομολόγου με χαμηλό επιτόκιο.
Αρα, το 2010 δεν πρόκειται να υπάρξει φρένο στη διόγκωση ελλείμματος και χρέους. Απλώς θα αρχίσει η προσπάθεια επιβράδυνσής τους, με σκοπό να αντιστραφεί η πορεία τους τα επόμενα έτη. Το πότε ακριβώς θα γίνει η αντιστροφή και πότε θα πλησιάσουμε πάλι το όριο ελλείμματος του 3% που θέλει η Ε.Ε. είναι κάτι που θα κριθεί στις διαβουλεύσεις με την Κομισιόν.
Εξ ου και η ανάγκη προετοιμασίας ενός σοβαρού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης.
Του Κ. ΚΑΛΛΩΝΙΑΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/10/2009
Με τη δήλωση αυτή η νέα υπουργός Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου επανέλαβε προεκλογικά κάτι που σοφά έχει δηλωθεί επανειλημμένα στο παρελθόν από μεγάλους πολιτικούς όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το πρόβλημα είναι πως την τελευταία 30ετία το χρέος σταθερά διογκούται, με τη χώρα να γονατίζει σήμερα.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2009 το δημόσιο χρέος (κεντρική κυβέρνηση) της χώρας ανήλθε σε 292 δισ. ευρώ και είναι βέβαιο πως έως το τέλος του έτους θα έχει υπερβεί τα 300 δισ. ή το 122% του ΑΕΠ. Με τον συνυπολογισμό της «άσπρης τρύπας» των ασφαλιστικών ταμείων και των ΟΤΑ (γενική κυβέρνηση) το χρέος φτάνει τα 165 δισ. ή το 108% του ΑΕΠ, με πιθανότερη κατάληξη το 110%. Τα 3/4 του χρέους αυτού αφορούν εξωτερικό χρέος, συνημμένο στο «σκληρό» ευρώ. Αυτό σημαίνει πως σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής ύφεσης ή στασιμότητας και αποπληθωρισμού θα είναι εξαιρετικά δύσκολη η συγκράτηση της ανόδου του.
Το 2010 προβλέπεται (με μηδενική ανάπτυξη) να αυξηθεί σε 115% του ΑΕΠ περίπου, δηλαδή 35 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τον προβλεπόμενο μέσο ευρωπαϊκό όρο (90% του ΑΕΠ). Και εάν την τελευταία 10ετία φάνηκε να συγκρατείται στα επίπεδα του 100% περίπου, αυτό οφείλεται περισσότερο στη διπλή λογιστική ανατίμηση του ΑΕΠ (ώστε να συμπεριληφθεί μέρος της παραοικονομίας) παρά στη σταθεροποιητική δράση της οικονομικής ανάπτυξης πάνω στην αύξησή του.
Οπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρία, η αύξηση του λόγου δημοσίου χρέους/ΑΕΠ εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες:
α) Το τρέχον επίπεδο του λόγου χρέους/ΑΕΠ.
β) Το ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ.
γ) Το μέσο πραγματικό επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται το εν λόγω χρέος, και
δ) Την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστού στο ΑΕΠ (προκύπτει από το συνολικό δημόσιο έλλειμμα αν αφαιρεθούν οι τόκοι).
Στην ελληνική περίπτωση ο λόγος χρέους/ΑΕΠ έχει ανέλθει στο 110%, ενώ το ονομαστικό επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται το χρέος είναι σταθερό (κατά 80%) και κυμαίνεται γύρω στο 4,5%. Οπότε με πληθωρισμό μηδενικό και έως 1% το πραγματικό επιτόκιο είναι 4%.
Για να μην έχουμε, λοιπόν, νέα διόγκωση του κρατικού χρέους ή πρέπει να πετύχουμε σαν οικονομία ένα πρωτογενές πλεόνασμα όσο οι τόκοι σαν ποσοστό στο ΑΕΠ (4-5%), ή πρέπει να πετύχουμε ένα ρυθμό ανάπτυξης αντίστοιχο, ή ένα συνδυασμό των δύο. Ομως, με την παγκόσμια οικονομία στο χάλι που είναι και την ελληνική υπερχρεωμένη, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να υπερβεί σημαντικά το μηδέν.
Συνεπώς, το μεγάλο μέρος της όλης προσπάθειας πρέπει να προέλθει από τη διαμόρφωση πρωτογενών πλεονασμάτων (προϊόν της δημοσιονομικής εξυγίανσης) ή και τη μείωση του ονομαστικού επιτοκίου (αναδιάρθρωση-επιμήκυνση χρέους).
Και οι δύο αυτοί ενδιάμεσοι στόχοι είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγισθούν, αφού α) δεν προβλέπεται να αυξηθεί το ΑΕΠ το 2010, β) φέτος πάμε για πρωτογενές έλλειμμα 5-6% του ΑΕΠ και όχι για κάποιο πλεόνασμα (για να έμενε σταθερό το χρέος το 2010 θα χρειαζόταν πρωτογενές πλεόνασμα 5% του ΑΕΠ), ενώ γ) λόγω της ένταξής της στην Ε.Ε. η Ελλάδα δεν μπορεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της απευθείας στις ξένες αγορές δεχόμενη ως αντάλλαγμα μια νομισματική υποτίμηση (όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις) αλλά πρέπει να ζητήσει την οικονομική αρωγή της Ε.Ε. ή την έκδοση ευρωομολόγου με χαμηλό επιτόκιο.
Αρα, το 2010 δεν πρόκειται να υπάρξει φρένο στη διόγκωση ελλείμματος και χρέους. Απλώς θα αρχίσει η προσπάθεια επιβράδυνσής τους, με σκοπό να αντιστραφεί η πορεία τους τα επόμενα έτη. Το πότε ακριβώς θα γίνει η αντιστροφή και πότε θα πλησιάσουμε πάλι το όριο ελλείμματος του 3% που θέλει η Ε.Ε. είναι κάτι που θα κριθεί στις διαβουλεύσεις με την Κομισιόν.
Εξ ου και η ανάγκη προετοιμασίας ενός σοβαρού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης.
Του Κ. ΚΑΛΛΩΝΙΑΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/10/2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)