Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Μια πόλη παλίμψηστο

Την ιστορία της Θεσσαλονίκης μπορεί κάποιος να τη δει με τον παλαιό σχολικό τρόπο ως ολοκλήρωση της εθνικής επικράτειας από δύο χαρισματικούς ηγέτες, τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, μπορεί όμως και να τη δει στο πλαίσιο των αλλαγών που αναδιοργάνωσαν τη μισή Ευρώπη, διαλύοντας τρεις αυτοκρατορίες, δημιουργώντας πολλά νέα κράτη, ακόμη περισσότερες μειονότητες και μερικά εκατομμύρια προσφύγων, ανάμεσά τους και οι δικοί μας του 1922. Στον στρόβιλο αυτό, που συνεχίστηκε με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλές πόλεις άλλαξαν επικυρίαρχους, όνομα και πληθυσμό. Μια από αυτές είναι η Θεσσαλονίκη.
Υπήρξε μια τυπική ανατολίτικη και κοσμοπολίτικη, πολυεθνική και πολυθρησκευτική πόλη στις αρχές του αιώνα, που κυριολεκτικά μεταστοιχειώθηκε. Στον 20ό αιώνα η πόλη έμοιαζε με παλίμψηστο. Καθώς σβηνόταν το παλιό κείμενο, γραφόταν πάνω ένα καινούργιο. Χάνοντας μία-μία τις μεγάλες και μικρές κοινότητές της δεν έχανε μόνο ανθρώπους. Εχανε τρόπους ζωής, γειτονιές, στέκια, γλώσσες, έντυπα, κουλτούρες. Και πάνω στα παλιά ίχνη έρχονταν νέοι άνθρωποι, νέες κοινότητες και έγραφαν τον δικό τους πολιτισμό, και άφηναν τα δικά τους ίχνη. Στους δύο πολέμους χάθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης και την εγκατέλειψαν ο μουσουλμανικός και ο σλαβικός πληθυσμός της. Σβήστηκε η παρουσία τους στον χώρο, η γλώσσα τους, ο πολιτισμός τους. Ηλθαν άλλοι, οι πρόσφυγες της Μικρασίας, της Θράκης και του Πόντου, και έκαναν τις δικές τους γειτονιές. Στα μεταπολεμικά χρόνια ήρθαν οι εσωτερικοί πρόσφυγες από τα χωριά που δοκιμάστηκαν από τον Εμφύλιο. Και εκεί που η πόλη από πολυεθνική έγινε μονοεθνική, έφτασαν μετά το 1989 καινούργιοι πρόσφυγες, και την έκαναν ξανά πολυεθνική, φέρνοντας μαζί τον τρόπο της ζωής τους, τη γλώσσα τους και τις συνήθειές τους. Πάνω στο σώμα της πόλης γράφηκαν νέα ονόματα, ακούστηκαν νέοι ήχοι, μύρισαν καινούργια φαγητά.
Οι μεταστοιχειώσεις αυτές της πόλης συντελέστηκαν σε όλα τα πεδία. Στο παραγωγικό, στο πολιτικό και στο πολιτισμικό. Καθώς άλλαξε η κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού, άλλαξε εν τέλει και η πολιτική φυσιογνωμία της πόλης.
Η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη που τη χαρακτήριζε η πόλωση, την οποία την ενίσχυαν και ο πολυεθνικός της χαρακτήρας αλλά και το γεγονός ότι βρισκόταν κοντά στα σύνορα, σε περιοχές μήλον της Εριδος ανάμεσα σε γειτονικά κράτη, σε περιοχές πεδία του Εμφυλίου Πολέμου, στη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου που δίχαζε την Ευρώπη και τον κόσμο. Η Θεσσαλονίκη επομένως είχε ισχυρή Αριστερά και μια ισχυρή Δεξιά, με ακραίες προεκτάσεις.
Η Αριστερά είχε τις ρίζες της στους εβραίους Σοσιαλιστές της Φεντερασιόν, στους καπνεργάτες, στους πρόσφυγες. Τρεφόταν από μια εργατική κουλτούρα που στη Θεσσαλονίκη είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς και από το Πανεπιστήμιο με τις προοδευτικές για την εποχή παραδόσεις και το φοιτητικό του κίνημα. Είχε τα συνδικάτα της, τις «κόκκινες» συνοικίες της, τους δημάρχους της, τους ποιητές και τη λογοτεχνία της, τα σύμβολά της, τα ανθρώπινα και οικογενειακά δίκτυα αλληλεγγύης. Υπήρχε μια διανοούμενη Θεσσαλονίκη η οποία επειδή ήταν μακριά από τα αθηναϊκά κέντρα εξουσίας ήταν πιο ανεξάρτητη, πιο κριτική, λιγότερο βιαστική, επικοινωνούσε χωρίς ενδιαμέσους με τα μεγάλα διεθνή ρεύματα. Ο κόσμος αυτός συγκροτούσε έναν πολιτισμό. Εναν πολιτισμό καθημερινό, που οριζόταν στον χώρο από διαδρομές και στέκια (καφενεία, ταβέρνες, βιβλιοπωλεία), και στον χρόνο από τις τακτικές εβδομαδιαίες συναντήσεις της παρέας και τις πολιτικές ή λογοτεχνικές εκδηλώσεις.
Η Δεξιά είχε τις καταβολές της στις εθνοτικές συγκρούσεις που κληροδότησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, αλλά και στις φασίζουσες οργανώσεις του Μεσοπολέμου. Στη μεταπολεμική περίοδο επιβίωσαν πολιτικά ή παραπολιτικά μορφώματα που δημιουργήθηκαν στην Κατοχή, σε συνεργασία με τις κατοχικές αρχές, τα οποία έλαβαν μέρος στη νομή των εβραϊκών περιουσιών (άλλο ένα απαραβίαστο κεφάλαιο στην ιστορία των μεταπολεμικών οικονομικών ελίτ της πόλης). Αυτά τα μορφώματα επιβίωσαν παρασιτώντας στις επίσημες δομές της πολιτικής ζωής στα μετεμφυλιακά χρόνια δημιουργώντας μαζί με αυτές ένα εκρηκτικό μείγμα διακυβέρνησης το οποίο σε δύο δεκαετίες συσσώρευσε πέντε πολιτικές δολοφονίες (Γιάννης Ζεύγος, Τζορτζ Πολκ, Γρηγόρης Λαμπράκης, Γιάννης Χαλκίδης, Γιώργος Τσαρουχάς). Πέντε δολοφονίες, από τους οποίους δύο βουλευτές, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δημιουργούν στίγμα για την πόλη. Αυτή ήταν η Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών.
Η πόλη υπέστη επίσης και τις συνέπειες των αλλαγών στα Βαλκάνια, τόσο με την υπόθεση του ονόματος της Μακεδονίας όσο και με την καινούργια μετανάστευση από τις πρώην ανατολικές χώρες. Μετά το 1990 η ονοματολογία απορρόφησε τόσο πολύ τη δυναμική της πόλης ώστε η ιδιαίτερη προσωπικότητά της διαλύθηκε σε έναν νέο εθνικισμό. Πρόκειται για ένα μείγμα αναφορών σε στρατιωτικά κατορθώματα του παρελθόντος και στην Εκκλησία, το οποίο συγκροτεί τη δομή και την αισθητική της τυπικά βαλκανικής παραλλαγής εθνικισμού: αυτού του τύπου τον εθνικισμό μπορεί να τον συναντήσει κάποιος σε όλες τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Μια ιδεολογία που έγινε το εξαγνιστήριο λουτρό για να ξαναμπούν στη δημόσια σφαίρα άνθρωποι και ιδέες εξοβελισμένες από την εποχή της δικτατορίας. Το παλαιό πολύπαθο πρόσωπο της πόλης χάνεται κάτω από μια νέα ρητορεία. Η συζήτηση για τις ταυτότητες επισκίασε τις πολλαπλές ταυτότητες της πόλης. Κυρίως επισκίασε τη συζήτηση για το μέλλον. Παρ' όλα αυτά η πόλη σκιρτά. Η κρίση δημιουργεί δίκτυα αλληλεγγύης, κοινότητες προβληματισμού. Γίνονται πρωτοποριακά πράγματα στην τέχνη και στα μουσεία, και αυτά αντισταθμίζουν ως έναν βαθμό την επίσημη ομοιομορφία. Αυτοί είναι οι πυρήνες μιας «άλλης» Θεσσαλονίκης, δημιουργικής, στοιχεία ενός δυνητικά νέου προσώπου της πόλης.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το βαρύ τίμημα του φασισμού

Ο εορτασμός ιστορικών επετείων συνδέεται ευθέως και με σαφήνεια με ένα καθήκον μνήμης, την ανάγκη υπενθύμισης στην κοινωνία, και κυρίως στις νεότερες γενιές, ενός κοινού παρελθόντος, με διδακτικούς στόχους. «Να μην ξεχάσουμε» είναι η προτροπή που διατυπώνεται σταθερά σε κάθε επέτειο, όπως τον περασμένο μήνα για τα ενενήντα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, με την υπενθύμιση ότι η μνήμη αποτελεί συστατικό της ταυτότητας και επομένως της επιβίωσης μιας ομάδας ή ενός έθνους.
Αραγε όμως εφαρμόζεται αυτό στην περίπτωση της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου; Τι θυμόμαστε και, κυρίως, τι υπενθυμίζουμε με τον εορτασμό της επετείου; Τι διδάσκεται στο σχολείο; Ποια είναι η επικαιρότητα του ιστορικού μαθήματος για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση στην Ελλάδα σήμερα;
Η πρώτη διαπίστωση που σχετικά εύκολα θα έκανε ένας εξωτερικός παρατηρητής είναι ότι η επέτειος αυτή έχει περιοριστεί στον εορτασμό του «ΟΧΙ» απέναντι στην ιταλική επίθεση, ως μιας πράξης εθνικής αξιοπρέπειας που προσιδιάζει στον χαρακτήρα των Ελλήνων ανά τους αιώνες, αποκομμένη από τα ιστορικά της συμφραζόμενα. Πρόκειται για την επέτειο ενός ιστορικού γεγονότος που έχει χάσει την ιστορικότητά του. Για λόγους που έχουν αναλυθεί αλλού, η Ελλάδα επέλεξε, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, να εορτάζει την έναρξη του πολέμου και όχι τη λήξη του. Η αυτολογοκρισία που επιβλήθηκε στην επίσημη Ιστορία με τη λήξη του Εμφυλίου, σε συνδυασμό με μια παράδοση σιωπών και λευκών σελίδων που χαρακτηρίζει εν γένει την εθνική Ιστορία, οδήγησε σε μια στρογγυλεμένη ερμηνεία της 28ης Οκτωβρίου. Οχι μόνο γιατί η Ομοσπονδιακή Γερμανία ήταν σύμμαχος στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και γιατί οι ιδεολογικοί συγγενείς και οι συνεργάτες των κατακτητών απολάμβαναν ασυλία.
Το γεγονός ότι η περίοδος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για την Ελλάδα δεν διδασκόταν (και κατά κανόνα δεν διδάσκεται ούτε σήμερα) και ότι η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου αποϊδεολογικοποιήθηκε για να προβάλλει μόνο την εθνική και όχι την πολιτική σύγκρουση εξηγεί γιατί σήμερα η ιδεολογία του φασισμού και του ναζισμού με την οποία συγκρούστηκε η Ελλάδα του 1940 έχει απήχηση στην Ελλάδα του 2012 μέσω της Χρυσής Αυγής. Εμφανίζεται έτσι το οξύμωρο σχήμα να προβάλλεται ως «πατριωτική» η ιδεολογία που χαρακτήριζε τους γερμανούς κατακτητές και στην οποία στηρίχθηκε η αιματηρή βία της Κατοχής. Η κατάκτηση της Ελλάδας, οι εκτελέσεις και οι δολοφονίες αμάχων, η λεηλασία της παραγωγής και οι εκτοπισμοί, ήταν αποτέλεσμα μιας ιδεολογίας φυλετικής ανωτερότητας και καθαρότητας. Η πρωτοφανής άνοδος αυτής της ιδεολογίας στη σημερινή Ελλάδα καθιστά το καθήκον μνήμης επιβεβλημένο στη φετινή επέτειο.
Η Κατοχή υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τον ελληνικό λαό: μέτρα καταστολής, αντίποινα, μαζικές εκτελέσεις, φυσική καταστροφή, πληθωρισμός, μαύρη αγορά, λεηλασία των οικονομικών πόρων της χώρας, κατάρρευση της εθνικής οικονομίας και φοβερός λιμός. Τον χειμώνα 1941-1942 υπολογίζεται ότι μόνο στην Αθήνα πέθαιναν κάθε μέρα 300 άνθρωποι. Ολέθρια υπήρξε η Κατοχή και για την τύχη των εβραίων της Ελλάδας. Μόνο το 17% των εβραίων που ζούσαν στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο επιβίωσε από τη ναζιστική κατοχή. Τον Οκτώβριο του 1944 ο γερμανικός στρατός θα εγκαταλείψει την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του μια χώρα κατεστραμμένη και στα πρόθυρα εμφύλιας σύγκρουσης.
Παρά την ήττα του Χίτλερ και των συμμάχων του, ιδεολογίες που συνδέονται μαζί τους, όπως ο φασισμός, ο ρατσισμός και αντισημιτισμός, δεν πέθαναν το 1945, με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εξακολουθούν να επιβιώνουν και να αναβιώνουν σε διαφορετικά σημεία της ευρωπαϊκής ηπείρου, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή, που πολλές χώρες δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση. Η Ελλάδα, περισσότερο από όλες. Ωστόσο οι ιδεολογικοί απόγονοι του ναζισμού άλλοτε προβάλλουν και άλλοτε αποκρύπτουν τους δεσμούς τους με το Γ' Ράιχ και την πολιτική του.
Σε κάποιες περιπτώσεις λοιπόν, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, αποσυνδέονται τα συστατικά στοιχεία της ναζιστικής ιδεολογίας - σοβινισμός, φυλετισμός, βία, αντικοινοβουλευτισμός, αυταρχισμός, μιλιταρισμός, ολοκληρωτισμός - από το όνομά της, ώστε να μη συνδεθούν οι ιδεολογικοί της απόγονοι με την ιστορική τους μήτρα. Αυτή είναι και η τακτική της Χρυσής Αυγής. Επιχειρεί την ιδεολογική της νομιμοποίηση μέσω της επίκλησης της ελληνικής αρχαιότητας, αποσιωπώντας την πραγματική της προέλευση. Ο λόγος είναι προφανής: η Ελλάδα πολέμησε εναντίον της φασιστικής Ιταλίας, αντιστάθηκε εναντίον της ναζιστικής κατοχής και πλήρωσε βαρύ τίμημα σε υλικές απώλειες και ανθρώπινα θύματα. Δεν είναι πολιτικά επωφελές να παραδεχθεί κάποιος ότι συντάσσεται ιδεολογικά με τους κατακτητές της χώρας του, ιδιαιτέρως μάλιστα όταν προβάλλει «πατριωτικό» προφίλ.
Για τους λόγους αυτούς, το μάθημα Ιστορίας που προσφέρει η 28η Οκτωβρίου είναι κρίσιμο. Δάσκαλοι και καθηγητές έχουν σήμερα την ευκαιρία να εξηγήσουν στα παιδιά για ποια ιδανικά και εναντίον ποιας ιδεολογίας οι παππούδες τους έδωσαν τη ζωή τους, να τους δείξουν το αποτρόπαιο πρόσωπο του ναζισμού στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο, καθώς και στα στρατόπεδα θανάτου του Αουσβιτς και της Τρεμπλίνκα, και να κάνουν τους μαθητές τους να αντιληφθούν ότι η χώρα τους υπήρξε ένα από τα τραγικά θύματα αυτής της ιδεολογίας που σήμερα αυτοπροβάλλεται ως «αντισυστημική» και ριζοσπαστική.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ευκαιρία για αναστοχασμό

Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος κατέχει μια εμβληματική θέση στη νεότερη ιστορία της χώρας. Μια σημαντική οθωμανική πόλη, αξιοζήλευτα τοποθετημένη ανάμεσα σε χερσαίους και θαλάσσιους δρόμους, κατοικημένη από μια πολυεπίπεδη και δραστήρια κοινωνία, προσέδωσε με την ενσωμάτωσή της ισχυρούς συμβολισμούς στην εθνική επέκταση των Ελλήνων. Ανήκε σε ζωτικούς για την εποχή χώρους όπως τα οθωμανικά εδάφη, τα Βαλκάνια, η Μακεδονία και ενίσχυσε την εθνική αυτοπεποίθηση για την επίτευξη των στόχων της Μεγάλης Ιδέας.
Σήμερα, έναν αιώνα μετά, μπορούμε να σταθούμε σε δύο ζητήματα άμεσα συσχετισμένα με την ιστορία της Θεσσαλονίκης τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη επικαιρότητα. Η θυματοποίηση του έθνους και οι εγκλήσεις κατά των πάσης φύσεως «ισχυρών», «Μεγάλων Δυνάμεων» που επιβουλεύονται τα «εθνικά δίκαια» αποτελούν επαναλαμβανόμενο μοτίβο τμήματος της εθνικής μας ρητορικής. Στις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο το ελληνικό εθνικό κράτος διπλασίασε εδάφη και πληθυσμούς εν μέσω μιας ευρωπαϊκής και διεθνούς συγκυρίας που το έφεραν σε πλεονεκτική θέση απέναντι σε ανταγωνιστικά του εθνικά κράτη στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Υπ' αυτή την έννοια, η ενσωμάτωση μιας πόλης όπως η Θεσσαλονίκη αλλά και περιοχών όπως τα Επτάνησα ή η Θεσσαλία νωρίτερα, καθώς και η Ηπειρος, η Κρήτη κτλ., θα μπορούσε να διαβαστεί ως «ιστορία επιτυχίας» ενός εθνικού προγράμματος στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων. Αυτές οι εξελίξεις δείχνουν επίσης πως η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται μονίμως μεταξύ των θυμάτων των «Μεγάλων Δυνάμεων» και των ισχυρών αυτού του κόσμου και ότι ορισμένες εθνικές στρατηγικές αποδείχθηκαν επιτυχείς, στο πλαίσιο των ευρύτερων πολιτικών συγκυριών αλλά και στο πλαίσιο συνεκτικών χειρισμών. Στην πραγματικότητα, περισσότερο επισφαλής και επίφοβη από τη θέση των Ελλήνων στα μάτια των ξένων αποδείχθηκε λίγο αργότερα η θέση τους στα δικά τους μάτια. Η προσκόλληση σε ένα εθνικό πρόγραμμα με αξιώσεις συγκρότησης μιας αυτοκρατορίας ήταν ένα μάλλον εξαιρετικά μεγαλεπήβολο σχέδιο για τις δυνατότητες της χώρας. Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στο Μικρασιατικό Μέτωπο και η καταστροφή που επακολούθησε μαρτυρούν την αναγκαιότητα της επανεκτίμησης τόσο των δομικών υλικών της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας όσο και της συνοχής και των προοπτικών του συγκεκριμένου εθνικού προγράμματος στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών συσχετισμών.
Η ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, μας καλεί επίσης να ξανασκεφθούμε τις συναρμογές ανάμεσα σε εθνοτικούς, θρησκευτικούς και ταξικούς παράγοντες μέσα σε μια κοινωνία. Η Θεσσαλονίκη, μια κατά μείζονα λόγο «εβραϊκή πόλη», στις αρχές του 20ού αιώνα βίωσε τη διαδικασία της εθνικής ομογενοποίησης και του «εξελληνισμού», όπως και άλλες περιοχές που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Το φαινόμενο δεν ήταν ασυνήθιστο κατά την περίοδο που αναφερόμαστε και δεν αποτελούσε ελληνική ιδιαιτερότητα. Η ύπαρξη όμως μιας μεγάλης εβραϊκής κοινότητας με σημαίνουσα θέση στην πόλη προσέδωσε στη διαδικασία αυτή τα χαρακτηριστικά της συνάντησης με έναν «αρχετυπικό Αλλον» που ήταν οι Εβραίοι για την κυρίαρχη και ισχυρή τάση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Οι διακοινοτικές σχέσεις είναι βέβαια σύνθετες και πολυεπίπεδες. Ωστόσο οι κεντρικές πολιτικές γύρω από τον «εξελληνισμό» αλλά και οι διάχυτες αντιλήψεις για την ελληνική ταυτότητα δεν επέδειξαν δυστυχώς ανοσία ούτε στις διακρίσεις αλλά ούτε και στον αντισημιτισμό. Οι εθνοτικοί/θρησκευτικοί αλλά και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί τροφοδότησαν μια κλιμακούμενη αντισημιτική ρητορική που σημάδεψε την ιστορία τόσο της Θεσσαλονίκης όσο και της Ελλάδας. Οι πολιτικές διακρίσεων που αφορούσαν τόσο τις οικονομικές όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες έφθασαν ως την «πολιτική γκετοποίηση», τους χωριστούς εκλογικούς καταλόγους, αλλά και το άγριο πογκρόμ κατά των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Αυτές οι πολιτικές  ενισχύθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930 από τη δράση και τον λόγο εθνικιστικών οργανώσεων που αντλούσαν από τον ανερχόμενο εθνικοσοσιαλισμό. Η φυσική εξόντωση και ο αφανισμός  του συνόλου σχεδόν των Εβραίων της Θεσσαλονίκης αλλά και μεγάλου αριθμού των Εβραίων της υπόλοιπης Ελλάδας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ξεθεμέλιωσε μια παρουσία αιώνων στον ελληνικό χώρο. Αποτέλεσε μία από τις πιο εφιαλτικές και αποκρουστικές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας μας.
Οι ιστορικές επέτειοι θα μπορούσαν να αποτελούν ευκαιρία για αναστοχασμό. Τόσο η επέτειος για την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης όσο και η 28η Οκτωβρίου είναι σημαντικές στιγμές για να αναλογιστούμε το μακρινό αλλά και το πρόσφατο παρελθόν της Ελλάδας στο πλαίσιο μιας συγκυρίας όπου τα σκοτεινά και καταστροφικά πρόσωπα του ακραίου εθνικισμού, του ρατσισμού και της βίας ξεπροβάλλουν μπροστά μας - ή ίσως και μέσα μας.  

Η κυρία Εφη Γαζή είναι επίκουρη καθηγήτρια της Ιστορίας και της Θεωρίας της Ιστοριογραφίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

"Veritas est adaecuatio rei et intellectus

Κάθε φορά που θα πετύχουμε το στόχο που έχουμε, αμέσως έχει εμφανισθεί στον ορίζοντα καινούργιος. Η ζωή μας είναι μια παραπομπή σε συνεχώς εμφανιζόμενους στόχους, κατά το ακόλουθο σχήμα.
Πρώτο επίπεδο. Να τελειώσω το Λύκειο• να πετύχω στις πανελλήνιες• να λάβω το πτυχίο• να βρω δουλειά• να παντρευτώ• να γεννήσω ένα ή δύο παιδιά• να χτίσω σπίτι• ν’ αγοράσω αυτοκίνητο• να κάνω διακοπές στη Σιθωνία.
Δεύτερο επίπεδο. Να χτίσω και εξοχικό• να βελτιώσω τους τροχούς μου από τη Φάου-Βε στη Μπι-Εμ-Τάμπλιγιου• να κάνω διακοπές στην Καζαμπλάνκα• να γραφτώ και στους μασόνους.
Τρίτο επίπεδο. Ν' αποχτήσω κοινωνική επιφάνεια• να δημοσιογραφήσω στον κίτρινο τύπο• να ιδούν ο κόσμος τη μουσούδα μου και στο τελεβίζιο, να θαγμάξουν• να διασκεδάσω στο καμπαρέ του Παρισιού «Λατινικός Παράδεισος».
Τέταρτο επίπεδο. Εδώ οι γεύσεις είναι ντελικάτες, οι επιδόσεις ανώτερες, και η τεχνολογία προηγμένη. Να διχτυωθώ σε διασυνδέσεις διεθνείς• να γίνω μέλος της Ακαδημίας των αθάνατων κρανίων, της ζωντανής κοκαλίστρας αλλιώς• νά ‘χω οδηγό στη λιμουζίνα μου• νά ‘χω και τη φρουρά μου από γορίλλες και χωροφυλάκους• να δοκιμάσω και τη λεγόμενη «δημιουργική μοιχεία», μέσω ειδικών πολυτελών γραφείων. Τον περίφημο Schöpferischen Ehebruch, που λένε οι γερμανοί.
Μ' ένα λόγο, οι συνεχώς εμφανιζόμενοι νέοι στόχοι κάνουν τη ζωή μας κάπως όμοια με την Ανάβαση των Μυρίων από τις Σάρδεις στα Κούναξα, και από τα Κούναξα στο «θάλαττα θάλαττα» του Ξενοφώντα. Κάθε στόχος στην πορεία μας είναι κι ένας σταθμός. Και η απόσταση ανάμεσα στους σταθμούς μετριέται με παρασάγγες. Τριάντα στάδια ο καθένας. Ήγουν χιλιόμετρα πέντε κόμμα τέσσερα.

Έρχεται, λοιπόν, μια ωραία πρωία στις δυσμές του βίου μας, κι έχουμε θέσει ακόμη ένα σκοπό. Όμως ο σκοπός αυτός βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Γκρεμιζόμαστε απότομα μέσα στον άπατο χάνδακα του θανάτου μας, κι έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας αντίκρα. Τι τύφλωση! Πεθαίνουμε, δηλαδή, χωρίς να καταλάβουμε ότι πεθάναμε. Όπως ακριβώς εζήσαμε, χωρίς να υπάρξουμε. (Ζει το ζώο, υπάρχει ο άνθρωπος).
Μ' ερωτάς πώς έζησα χωρίς να υπάρξω; Μα είναι απλό. Γιατί στην προσπάθεια και στον αγώνα μου να πετύχω όλους τους στόχους που συνεχώς έθετα, ήμουν τόσο απορροφημένος από τη φροντίδα τους, ώστε δεν είχα μάτια για τίποτα βαθύτερο. Και αυτό είναι το νόημα των λόγων που είπε ο Κρόνος στη Μέριμνα: «Κι εσύ, Μέριμνα, θα τον κατέχεις και θα τον δυναστεύεις όσο ζει».
Αλλά εδώ ακριβώς είναι το στίγμα και η στιγμή, που εμφανίζεται το σύμπτωμα του υποστασιακού μας καρκίνου. Κοιτάζει ο στοχαστής γιατρός την ακτινογραφία του πνευματικού μας θώρακα, και με μια μελαγχολική ηρεμία ψιθυρίζει σιγά:
- Μωρέ μπράβο σου! Που το ‘κονόμησες ετούτο το παράσημο; Κι είσαι μόλις δεκαοχτώ χρονώ!
Η παραβολή σημαίνει: Απορροφημένοι από τους στόχους και τη μέριμνα να τους πετύχουμε, λησμονούμε πως η ζωή μας είναι και κάτι άλλο. Κάτι περισσότερο από μια κίνηση μπίλιας σε λεία επιφάνεια. Και μη νομίζεις ότι, αν πας στην Επίδαυρο να ιδείς Αισχύλο, ή αν ακούς τα βράδια μουσική δωματίου, κυλάς έξω από αυτή τη λεία επιφάνεια.
Η μέριμνα δε μας αφήνει να σκεφθούμε πάνω σε κάποια ερωτήματα ουσίας και βάσης: Ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, για πού τραβάμε; Γιατί πεθαίνουμε; Τι θα γίνουμε όταν πεθάνουμε; Ποιος όρισε τέτοια τη φύση και τη μοίρα της ζωή μας; Και τι λογής είναι αυτός που την όρισε τέτοια; Γιατί υπάρχει το φυσικό κακό και το ηθικό κακό; Το malum physicum και το malum morale, που λένε; Πώς ημπορούμε να βοηθήσουμε αποτελεσματικά τον άνθρωπο με βάση τη γνώση, και όχι με βάση την ψευτιά και το δόλο των παπάδων; Μήπως η ζωή μας γίνεται να γίνει αλλιώτικη; Και τι πρέπει να κάνουμε για να πετύχουμε αυτό το έργο της ανάγκης;
Αυτά τα βαθύτερα προβλήματα τα βλέπουμε όλοι και τα βρίσκουμε απλά. Όπως βλέπουμε συνηθισμένη την κορυφή του Έβερεστ με μάτι τόσο αυτονόητο. Για δοκίμασε όμως, παλικαρά μου, να την ανεβείς!
Και αυτό είναι το κακό. Η δυσκολία τους μας σπρώχνει να τα προσπερνάμε. Ή να τα λύνουμε με μια μονοκοντυλιά. Εννοώ ότι υιοθετούμε αμέσως και αβασάνιστα τις ακαταμέτρητα γελοίες παραστάσεις που φυτεύουν μέσα μας οι θρησκείες. Και ο δόλος τους βέβαια.

Συμπέρασμα. Η αδιάκοπη μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους που θέτουμε, σκεπάζει τη ζωή μας έτσι, ώστε όλα τα βαθύτερά της να βυθίζουνται στο σκότος. Μπαίνουμε σ' ένα είδος οντολογικής ομίχλης, που κρύβει το τοπίο της ύπαρξης μας. Και να ζεις μες στη λήθη σημαίνει ότι δε ζεις στην αλήθεια.
Τι είναι η αλήθεια; Είναι εκείνο που βλέπεις και ζεις, όταν αναδυθείς από τη λήθη*. Το α- είναι στερητικό. Η αλήθεια είναι το έξω από τη λήθη, που μέσα της μας βυθίζει συνέχεια η μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους μας.

Ζώντας μέσα στην οντολογική λήθη ζούμε σαν πεθαμένοι. Τούτη τη ζοφερή πραγματικότητα οι ποιητές την ιστόρησαν ανάγλυφα και ζαλιστικά. Θυμηθείτε τον Έλιοτ της Έρημης Χώρας. Κάθεται σ' ένα γιοφύρι του Τάμεση, παρατηρεί όλους αυτούς που τρέχουν στη δουλειά τους με τη φροντίδα της, και βλέπει νεκρούς να περπατάνε. Για την Αθήνα μας, λ.χ., με το ανάλογο μάτι θά ‘βλεπες στην οδό Πανεπιστημίου μέρα νύχτα στρατιές από κυλιόμενα φέρετρα.

"Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν τό ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς**."»
_____________________________
*Λαβαίνω όχι τον ευκλείδειο ορισμό της αλήθειας, "Veritas est adaecuatio rei et intellectus = αλήθεια είναι η εξίσωση του πράγματος και του διανοήματος", αλλά το σχετικιστικό ορισμό, που τον δούλεψε κυρίως η Φιλοσοφία της Ύπαρξης. Η αλήθεια, δηλαδή, είναι έννοια «δυναμική». Είναι χρεία να τη δημιουργούμε συνεχώς, να την ανεβάζουμε από την αφάνεια (λήθη) στο φως (αλήθεια). Η διαλεκτική σχέση μας μαζί της είναι δραματική και ατελεύτητη.
**Έλιοτ Θ.Σ., Η Έρημη Χώρα στ. 63 (Μετ. Σεφέρη).
_________________________
Δημήτρης Λιαντίνης - "Γκέμμα".

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Μια ύπουλη παγίδα



Tου Σταθη Ν. Καλυβα*
Η διαπίστωση πως το πολιτικό προσωπικό της χώρας αποδείχθηκε ανεπαρκές αποτελεί κοινοτοπία. Ποιος θα διαφωνήσει πως οι πράξεις και παραλείψεις των κυβερνήσεων και αντιπολιτεύσεων της τελευταίας εικοσαετίας συνέβαλαν στην πτώχευση της χώρας ή πως ο χειρισμός της κρίσης υπήρξε και παραμένει κατώτερος των περιστάσεων; Εξίσου προφανές είναι πως από μόνη της, η επισήμανση αυτή είναι περιττή. Μπορεί όμως να φανεί χρήσιμη αν αντί να λειτουργήσει ως αδιέξοδη έκφραση μιας αέναα επαναλαμβανόμενης και τυφλής αγανάκτησης, γίνει αφετηρία κριτικής εξέτασης δύο ευρύτατα διαδεδομένων ισχυρισμών που τη συνοδεύουν υπόρρητα και αυτόματα: πως η εκλογική καταβαράθρωση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος υπήρξε άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια της ανεπάρκειάς του. Και πως η συνολική αντικατάστασή του με κάτι εντελώς καινούργιο αποτελεί τη μοναδική ελπίδα για τη χώρα.
Η λογική θεμελίωση του σκεπτικού αυτού είναι πως η κρίση προέκυψε από την ανεπάρκεια των πολιτικών. Συνακόλουθα, λοιπόν, η εκλογική τους καταδίκη είναι αναπόφευκτη και η αντικατάστασή τους απαραίτητη. Μολονότι ευλογοφανές, το σκεπτικό αυτό πάσχει, για τρεις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, τα λάθη των πολιτικών δεν είναι καθόλου άσχετα με την έκταση και το βάθος της κρίσης. Δεν αρκούν όμως για να εξηγήσουν μια κρίση που ξέσπασε σε χώρες με μεγάλες ιστορικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ τους, όπως η Ιρλανδία ή η Ισπανία.
Αν όμως δεχθούμε πως οι πολιτικοί υπήρξαν εξίσου ανεπαρκείς παντού, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια της ανεπάρκειάς τους σε γενικότερα φαινόμενα και όχι μόνο στα χαρακτηριστικά της Ελλάδας. Επιπλέον, στους παράγοντες που μας οδήγησαν εδώ που βρισκόμαστε θα πρέπει να προστεθούν βαθύτερες κοινωνικές και ιστορικές παθογένειες, καθώς και διεθνείς παράγοντες.
Δεύτερον, όπως έχουν δείξει πολλές έρευνες και μελέτες, η εκλογική καταδίκη πολιτικών σχηματισμών δεν έχει πάντοτε σχέση με τη διαχειριστική τους επάρκεια.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο τους, οι πολιτικοί επιστήμονες Chris Achen και Larry Bartels έδειξαν πως τα πολιτικά κόμματα εισπράττουν το πολιτικό κόστος κρίσεων και καταστροφών ανεξάρτητα από την αντικειμενική ευθύνη που τους αναλογεί. Και επαρκείς δηλαδή να ήταν οι πολιτικοί μας, πάλι θα τους καταδικάζαμε. Αντίθετα, η ανεπάρκεια δεν καταδικάζεται πάντοτε, ακόμη και όταν είναι ορατή στους πάντες. Τρίτον, η ανεπάρκεια της εγχώριας πολιτικής τάξης ήταν εμφανής πολλά χρόνια πριν από την κρίση, χωρίς όμως να προκαλεί κάποια αξιοπρόσεκτη δυσφορία στο εκλογικό σώμα. Συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, αν κρίνει κανείς από την ευρύτατη εκλογική αποδοχή του δικομματισμού.
Η ηθελημένη άγνοια των κινδύνων τους οποίους ενείχαν πολιτικές που βασίστηκαν στη σπατάλη δανεικών πόρων υπήρξε ευρύτατα αποδεκτή, όσο και αν η λήθη αυτής της αποδοχής είναι σήμερα βολική. Υπήρξε άραγε αίτημα κοινωνικής ομάδας για περισσότερη σπατάλη που να μην βρει ευρεία στήριξη στα ΜΜΕ και την κοινωνία; Οποιος όμως τότε τολμούσε να κινηθεί ενάντια σε αυτό το ρεύμα, στιγματιζόταν αυτόματα ως γραφικός. Ας αναδιατυπώσουμε λοιπόν το σκεπτικό. Η καταδίκη του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος προκλήθηκε από την κρίση και όχι από την ανεπάρκεια της πολιτικής τάξης. Οσο για την κρίση, αυτή οφείλεται μόνο εν μέρει στην ανεπάρκεια αυτή.
Η σημασία των επισημάνσεων αυτών είναι διπλή. Πρώτον, η καταδίκη της πολιτικής τάξης δεν πρέπει να είναι αδιάκριτη. Βέβαια, ούτε ως προς αυτό είναι οι πολιτικοί άμοιροι ευθυνών, αφού στην προσπάθειά τους να αλληλοπροστατευθούν πέτυχαν να καταργήσουν τις διακρίσεις μεταξύ τους. Ομως διακρίσεις υπάρχουν και είναι και πραγματικές και τεράστιες, αντίστοιχες των διαφοροποιήσεων που συναντά κανείς μέσα σε κάθε επαγγελματική ομάδα. Εξίσου επιλεκτική, λοιπόν, πρέπει να είναι και η καταδίκη. Μόνο έτσι θα είμαστε δίκαιοι ως πολίτες και μόνο με τον τρόπο αυτό θα συμβάλουμε στη βελτίωση του πολιτικού συστήματος: αναζητώντας, δηλαδή, και επιβραβεύοντας τους καλύτερους και παράλληλα καταδικάζοντας τους χειρότερους. Η απροθυμία μας να διακρίνουμε τις αποχρώσεις σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει το άλλοθι μιας συνολικής και γι’ αυτό αδιάκριτης καταδίκης. Δεύτερον, εξίσου άδικη και προβληματική είναι η πεποίθηση πως η συνολική αντικατάσταση του πολιτικού προσωπικού από «άφθαρτους» ανθρώπους θα μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση. Μάλλον το αντίθετο ισχύει.
Δυστυχώς, και αυτό είναι μια γενική διαπίστωση, η απελπισία είναι ο χειρότερος σύμβουλος γιατί οδηγεί στην επιλογή ανερμάτιστων και επικίνδυνων δημαγωγών, με μοναδικό τους προσόν πως ώς τώρα βρίσκονταν είτε στο περιθώριο της πολιτικής, είτε εκτός αυτής. Υπάρχει άραγε πιο ηχηρό παράδειγμα από τη Χρυσή Αυγή; Σπρώχνοντάς μας στον πιο στείρο λαϊκισμό και τον πιο υστερικό αντικοινοβουλευτισμό, η συνολική και αδιάκριτη καταδίκη της πολιτικής τάξης είναι στην πραγματικότητα μια εξαιρετικά ύπουλη παγίδα.
Η κρίση που περνάει η χώρα είναι μια μεγάλη εθνική δοκιμασία. Ομως η ιστορία, τόσο της Ελλάδας όσο και διεθνώς, διδάσκει πως και οι χειρότερες οικονομικές κρίσεις τελικά ξεπερνιούνται και πως οι πληγές τους επουλώνονται. Αντίθετα, η ενδυνάμωση των δημαγωγών και η αντιδημοκρατική εκτροπή που αυτή συνεπάγεται προξενεί τεράστιες καταστροφές και αφήνει πολύ βαθύτερα σημάδια. Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε στιγμή.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Η δική μας ανίερη συμμαχία

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012
Μια από τις εθιμικές ανοησίες που κυκλοφορούν ακόμα και σήμερα, αντλώντας την πειστικότητά τους από τη δύναμη της αδράνειας που έχουν τα κλισέ, είναι ότι η πολιτική τάξη μας αντιστέκεται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από τον φόβο του πολιτικού κόστους. Ποιου πολιτικού κόστους τώρα πια; Τα κόμματα της εξουσίας έχουν καταρρεύσει ακριβώς λόγω των «εναλλακτικών μέτρων» που υιοθετούν για ν' αποφύγουν τις μεταρρυθμίσεις. Και ξέρουν πολύ καλά ότι η ελεύθερη πτώση τους θα συνεχιστεί ώς την εξαέρωσή τους όσο παίρνουν τέτοια μέτρα. Οπότε;
   Ο Πολ Κρούγκμαν, που μας αρέσει να τον επικαλούμαστε για τη σφοδρή κριτική του στις ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας, έχει δηλώσει επανειλημμένα κι εμφαντικά κάτι που προτιμούμε ν' αντιπαρερχόμαστε: ότι η Ελλάδα αποτελεί ειδική περίπτωση. Κι εξηγεί ότι ενώ στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που παραπαίουν κάτω από το βάρος του χρέους και των ελλειμμάτων τους το πρόβλημα είναι οικονομικό, στην Ελλάδα είναι καθαρά πολιτικό.
   Ενας οικονομολόγος και στοχαστής του αναστήματος του Κρούγκμαν δεν μπορεί να εννοεί απλώς ότι η Ελλάδα βουλιάζει εξαιτίας της «αφροσύνης» των πολιτικών ταγών της. Εννοιες όπως αφροσύνη, επιπολαιότητα, ελαφρότητα κ.λπ. μπορεί να είναι γλαφυρές περιγραφές για πολλά πράγματα, από μια ατομική συμπεριφορά ώς ένα ορισμένο πολιτισμικό κλίμα, αλλά ποτέ δεν συνιστούν σοβαρή ερμηνεία πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων.
  
Στην πραγματικότητα, ο μύθος και το άλλοθι του πολιτικού κόστους ήταν ένα φτενό παραπέτασμα, που κατέπεσε με την κρίση, αφήνοντας να φανεί πεντακάθαρα αυτό που βρισκόταν πίσω του: ένα σύστημα που εφαρμόζει τη στυγνότερη ταξική πολιτική σ' ευρωπαϊκή χώρα. Η περιπέτεια της λίστας Λαγκάρντ δεν μας έμαθε κάτι που αγνοούσαμε. Hταν απλώς μια εκκωφαντική επιβεβαίωση του γεγονότος ότι το πολιτικό μας σύστημα, ακόμα και μπροστά στον κίνδυνο του ξαφνικού θανάτου του, προτιμά να μετακυλίει στις πλάτες εκείνων των οποίων υποτίθεται ότι υπολογίζει την ψήφο τα βάρη εκείνων των οποίων πράγματι υπολογίζει το χρήμα. Μας υπενθύμισε επίσης η λίστα Λαγκάρντ ότι οι σχετικά ισορροπημένες ταξικές δημοκρατίες (από την εποχή του Κλεισθένη όλες οι δημοκρατίες ταξικές είναι, δεν χωρούν εδώ ψευδαισθήσεις) αυτοπροστατεύονται, με θεσμικά όργανα που επεμβαίνουν δυναμικά και, στην ανάγκη, παράτυπα για να περιορίσουν εκείνες τις αμετροέπειες και αθεμιτουργίες των ελίτ που απειλούν το σύστημα. Ενώ στη δική μας, βάρβαρα ταξική δημοκρατία υπάρχουν νόμοι που φτιάχτηκαν για να ξεπλένουν προκλητικές ανομίες της άρχουσας τάξης, πολιτικοί ιθύνοντες που δεν διστάζουν να βιάσουν το δημόσιο συμφέρον και να εξαθλιώσουν ολόκληρα κοινωνικά στρώματα για να ταΐσουν την απληστία των χορηγών και πατρόνων τους. Αν έτσι συντριβεί η πολιτική καριέρα τους, το κόμμα τους, το ίδιο το πολιτειακό καθεστώς, μικρό το κακό γι' αυτούς. Θα συνεχίσουν μια χαρά τη ζωή τους με καλοπληρωμένες διαλέξεις σε ινστιτούτα του εξωτερικού ή ιδιωτεύοντας πολυτελώς, χάρη στις «οικονομίες» τους από τον πολιτικό τους μόχθο.

Eχω ταξιδέψει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες. Πουθενά αλλού δεν έχω δει την ολιγαρχία του πλούτου να επιδεικνύει αυτό τον πλούτο τόσο βάναυσα, τόσο αναίσχυντα (και κακόγουστα), με τρόπο που ασελγεί από κάθε άποψη πάνω στον περιβάλλοντα χώρο. Αν υπάρχει άλλη τόσο ακραία περίπτωση, φαντάζομαι ότι θα τη συναντήσει κανείς μόνο στη μετασοβιετική Ρωσία, όπου δεν έχω πάει. Τέτοιες ανισότητες δεν μπορεί να δημιουργήθηκαν απλώς από αδράνειες, παραλείψεις, αποτιτανώσεις του συστήματος. Χρειαζόταν γι' αυτές η συνειδητή συνέργεια της ιθύνουσας πολιτικής ελίτ.
Η οποία άλλωστε ταυτίζεται κοινωνικά ολοένα περισσότερο με την άλλη ελίτ, αυτή του χρήματος. Ο όρος «διαπλοκή» είναι υπερβολικά χλομός ή έχει γίνει ξεπερασμένος. Εδώ μιλάμε για κανονική σύντηξη. Τρανταχτή απόδειξη τα βιογραφικά όλων των πρωθυπουργών μας από το 1990 και δώθε. Δείχνουν ανθρώπους «από τζάκι», ανθρώπους που μεγάλωσαν με όλες τις ανέσεις και οι περισσότεροι δεν έχουν δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή τους. Η όποια κοινωνική ευαισθησία τέτοιων πολιτικών πηγάζει, στην καλύτερη περίπτωση, από ιδέες, όχι από βιώματα. Eτσι κι αλλιώς, για να το πάμε πιο πέρα, σε καμιά σελίδα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας δεν θα βρούμε πολιτικούς ηγέτες με την ταπεινή καταγωγή της «άκαρδης» Μάργκαρετ Θάτσερ, για παράδειγμα, ή της ακόμα πιο «άκαρδης» Aνγκελα Μέρκελ, αν και θα βρούμε αληθινά άκαρδους έλληνες ομολόγους τους. Ο κοτζαμπασισμός σ' εμάς αποδείχτηκε ανθεκτικότερος απ' ό,τι στη χώρα που μας κληροδότησε τη λέξη και τον θεσμό.

Μιλάμε συχνά για το στρατιωτικο-βιομηχανικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Απεχθής συμμαχία, φονική για πλήθος λαών, αλλά πάντως παραγωγική για την εθνική οικονομία. Εμείς εδώ έχουμε ένα πολιτικο-επιχειρηματικό κατεστημένο το οποίο δεν είναι μόνον απεχθές αλλά και αντιπαραγωγικό, που σημαίνει μακροπρόθεσμα φονικό για τον ίδιο τον λαό του (και η «μακρά προθεσμία» έχει ήδη εκπνεύσει). Μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματική ελίτ και μια πειθήνια σ' αυτή πολιτική ελίτ συνεργάζονται μέχρις αβύσσου για να συντηρήσει η καθεμιά τον παρασιτισμό της άλλης.    
    Το πώς η Ελλάδα θα μπορούσε ν' απαλλαγεί απ' αυτό το κατεστημένο χωρίς να θυσιάσει τις δημοκρατικές ελευθερίες της είναι ένας γρίφος που αμφιβάλλω αν μπορεί να λυθεί από ανθρώπινο σχέδιο. Μόνο στη δολιότητα της Ιστορίας μπορούμε να ελπίζουμε. Που σ' εμάς, βέβαια, μεταφράζεται συχνά με τον εθνομεταφυσικό όρο «ο θεός της Ελλάδας».

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

«Ουδείς αναμάρτητος»: πώς οι πολιτικοί αποποιούνται τις ευθύνες τους



Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*
Ενας άντρας έχει απατήσει τη γυναίκα του. Αυτή το ανακαλύπτει και του ζητάει εξηγήσεις: «Γιατί το ’κανες;». Ατάραχος αυτός, απαντά: «Ουδείς αναμάρτητος».
Γιατί θα έπρεπε να μας παραξενέψει μια τέτοια απάντηση; Πιο γενικά: τι είναι αυτό που καθιστά τέτοιου είδους απαντήσεις μη ικανοποιητικές; Κατά πρώτο λόγο, μια τέτοια απάντηση δείχνει ότι ο ομιλητής δεν έχει συνειδητοποιήσει το σφάλμα του, άρα δεν δείχνει ειλικρινή μεταμέλεια. Παραπέμπει σε μια εγγενώς «αμαρτωλή» ανθρώπινη φύση, η οποία τον οδήγησε στη συγκεκριμένη πράξη. Αποσείει έτσι τη συγκεκριμένη ηθική ευθύνη που φέρει ως αυτόβουλο ον, χάριν μιας γενικής ανθρωπολογικής συνθήκης – «όλοι κάνουμε λάθη». Δεύτερον, δεν παρέχει μια αφήγηση που να ερμηνεύει τη συμπεριφορά του. Με τη γενική αναφορά στην ανθρώπινη φύση υπεκφεύγει, αφού δεν αναστοχάζεται τη δική του συγκεκριμένη συμπεριφορά. Αποφεύγοντας να δώσει συγκεκριμένη εξήγηση, αποφεύγει το «λόγον διδόναι».
Ενας πρωθυπουργός, ο κ. Σαμαράς, ερωτάται από δημοσιογράφο στο Βερολίνο για τη σφοδρώς αντιμνημονιακή του ρητορική τα προηγούμενα δύο χρόνια, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Ατάραχος αυτός απαντά, μιμούμενος το διαβόητο «mea culpa» του Ανδρ. Παπανδρέου: «Ουδείς αναμάρτητος»! Με άλλα λόγια, ο κ. Σαμαράς είναι σαν να είπε: «Οπως όλοι, έχω κάνει λάθη στη ζωή μου. Η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν ένα από αυτά».
Η αφηρημένη ομολογία του ήταν μια απομίμηση ομολογίας ενοχής, μια ψευδεπίγραφη ανάληψη ευθύνης. Προσποιούμενος ότι αναγνωρίζει τις αστοχίες του, οικειοποιείται –και, πονηρά, προσπερνά– την κριτική: αποφεύγει τη βάσανο της εξήγησης που θα έπρεπε να παράσχει. Η εξήγησή του αναπόφευκτα θα είχε αυτοκριτικό χαρακτήρα, με κίνδυνο απομείωσης του πολιτικού του κεφαλαίου. Αποφεύγοντας τη δημόσια αφήγηση των αστοχιών του, ξεφεύγει από τη δημόσια λογοδοσία.
Η υποψία μας για τη διπλή γλώσσα του πρωθυπουργού μετατρέπεται σε βεβαιότητα αν δούμε προηγούμενες παρεμφερείς δηλώσεις του. Τον Μάιο 2012, σε προεκλογική ομιλία στην Αρτα, είπε: «Εξακολουθώ και λέω ότι (το Μνημόνιο) είναι λάθος συνταγή». Σήμερα εμμέσως λέει: «Η αντίθεσή μου στο Μνημόνιο ήταν λάθος». Θα προσέξατε ότι ο κ. Σαμαράς πιστεύει δύο αντιφατικά πράγματα συγχρόνως: και το Μνημόνιο ήταν λάθος και η αρνητική στάση του στο Μνημόνιο ήταν εσφαλμένη! Σχιζοφρενικό;
Θα αναρωτηθείτε πώς συμβιβάζει ένας άνθρωπος τόσο αντιφατικές απόψεις. Δεν υποφέρει από «γνωστική δυσαρμονία»; Απάντηση: Ενας απορροφημένος από το εγώ του πολιτικός δεν βιώνει την αντιφατικότητα ως προβληματική. Ο ναρκισσιστικός εαυτός του κατασκευάζει ad hoc νοητικά σχήματα που εκλογικεύουν τη λογική ασυνέπεια. Τα προβλήματα που χειρίζεται ένας πολιτικός είναι άλλωστε τόσο σύνθετα, που μπορεί να απομονώσει εκείνες τις πτυχές που διευκολύνουν την εκλογίκευση του ιδιοτελούς καιροσκοπισμού του.
Ετσι, την υπερψήφιση του δεύτερου Μνημονίου ο κ. Σαμαράς την αποκαλεί, στην ομιλία του στην Αρτα, «ψήφο για το κούρεμα του χρέους». Το πακέτο των 11,5 δισ. περικοπών το βαφτίζει, στην ομιλία του στο Ζάππειο τον περασμένο Απρίλιο, «περικοπές σπατάλης». Αν και κανένας ισχυρισμός από μόνος του δεν είναι αναληθής, η διατύπωσή του είναι φενακιστική: αποκρύπτει τη μεγάλη εικόνα, αναδεικνύοντας επιλεκτικά επιμέρους όψεις της. Η λογικοφάνεια υποκαθιστά τη λογική συνέπεια.
Επιπλέον, στο μέτρο που κάθε ισχυρισμός διατυπώνεται ενώπιον ακροατηρίου (πραγματικού ή νοητού), η λογική ασυνέπεια αμβλύνεται από την πολλαπλότητα των ρητορικών πλαισίων: σε κάθε ακροατήριο λες διαφορετικά πράγματα! Στις προεκλογικές σου ομιλίες βάλλεις κατά του Μνημονίου, αυτοσυγχαίρεσαι για τη διορατικότητά σου, και υπόσχεσαι ότι θα βρεις ανώδυνα «ισοδύναμα» μέτρα. Στη Μέρκελ, ταπεινωμένος, δεσμεύεσαι ότι θα εφαρμόσεις πιστά το Μνημόνιο! Η ποικιλία των ρητορικών πλαισίων ενθαρρύνει την καιροσκοπική προδιάθεση του ομιλητή. Οι λαϊκιστές το ξέρουν καλά: λες αυτά που θέλουν να ακούσουν οι εκάστοτε ακροατές σου!
Φυσικά, η λαϊκιστική πλειοδοσία και η καιροσκοπική συμπεριφορά δεν χαρακτηρίζουν μόνο τον κ. Σαμαρά – διαπερνούν όλο το πολιτικό φάσμα. Τα κόμματα προσποιούνται ότι αναλαμβάνουν δεσμεύσεις, τις οποίες καιροσκοπικά αγνοούν. Τελευταίο παράδειγμα, η δήθεν «προγραμματική συμφωνία» των τριών κυβερνητικών κομμάτων: ένα κείμενο άνευ αξίας πλέον, αφού βασικές δεσμεύσεις του ήδη αθετήθηκαν!
Ποιο είναι το πρόβλημα με αυτό τον καιροσκοπικό («στρατηγικό») τύπο ομιλίας; Ευτελίζει την πολιτική γλώσσα και τις ηθικές δεσμεύσεις που εγγενώς αναλαμβάνουν οι συν–ομιλητές, προάγει την ασυνεννοησία, και ενθαρρύνει τον ναρκισσισμό. «Αλλα μας λέγατε προεκλογικά», φώναζαν πρόσφατα οι συνδικαλιστές της Ν.Δ. «Αλλα λέγαμε στην προγραμματική συμφωνία», επισημαίνουν οι διαφωνούντες βουλευτές της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ.
Η έλλογη συμμετοχή μας στην πολιτική κοινότητα προϋποθέτει ότι η επικοινωνία μας αποσκοπεί πρωτίστως στην αμοιβαία κατανόηση. Αυτό συμβαίνει όταν είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε ο ένας τους ισχυρισμούς του άλλου, το οποίο προϋποθέτει ότι οι ισχυρισμοί αντανακλούν αξιόπιστα τις πεποιθήσεις μας. Με άλλα λόγια, η συν–ομιλία μας διαπερνάται από την υπόρρητη προσδοκία «να ειπωθεί η αλήθεια». Οχι ότι δεν χρησιμοποιούμε «στρατηγικά» τον λόγο μας, αλλά, ακόμη και αυτή η χρήση καθίσταται εφικτή στο μέτρο που συν–εννοούμαστε. Η «στρατηγική» χρήση της γλώσσας προϋποθέτει την κατανοητική («επικοινωνιακή») χρήση: για να παραπλανήσουμε πρέπει να προσποιηθούμε ότι δεν το κάνουμε! Ακόμα και ο Τσοχατζόπουλος διατείνεται ότι «υπηρέτησε την Ελλάδα»!
Το δράμα της χώρας δεν αποτυπώνεται μόνο στην οικτρή δημοσιονομική της κατάσταση, αλλά και στην ευτέλεια της γλωσσικής συμπεριφοράς των πολιτικών της.
* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Οι ορφανές μεταρρυθμίσεις


Οι ορφανές μεταρρυθμίσεις

23/04/2012



Φωνάζουν, διχάζουν  και αλλάζουν βαρειές κουβέντες τα κόμματα σε τούτο τον εκλογικό αγώνα, αλλά αν πιστέψουμε τα λόγια τους συμπίπτουν σε μερικούς μεγάλους στόχους: έντιμη και αποτελεσματική διοίκηση, κοινωνική αλληλεγγύη, ανάπτυξη. Ποιός λέει όχι σε αυτά; Συμπίπτουν, αριστεροί και δεξιοί, μεταρρυθμιστές και αντι-μνημονιακοί (για να μην πω μνημονιακοί και αντι-μεταρρυθμιστές και στεναχωρήσω). Διαφέρουν στον τρόπο. Άλλοι ζητάν αλλαγή προσώπων, άλλοι ψάχνουν περισσότερους πόρους, άλλοι προτάσσουν μεταρρυθμίσεις.
Από αυτά τα τρία (πρόσωπα, πόροι, μεταρρυθμίσεις) το τρίτο έχει μακροπρόθεσμα την πιο μεγάλη σημασία  -- ποιές θα είναι και αν θα γίνουν. Στο σημείωμα αυτό, και σε δύο επόμενα, γράφω για τις μεταρρυθμίσεις που σχετίζονται με τους μεγάλους κοινούς στόχους. Κατά σειρά, με τη δημόσια διοίκηση, το κοινωνικό κράτος, και την ανάπτυξη.

Δημόσια Διοίκηση

Από όλες τις αλλαγές που προβλέπει το Μνημόνιο, αυτές που έχουν συζητηθεί λιγότερο, και που είναι άφαντες στον εκλογικό αγώνα, είναι οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις.  Κανένας δεν εναντιώνεται σε αυτές ρητά. Ακόμα και οι πιο ακραία αντι-μνημονιακοί, λένε , «μα δεν αντιλέγω, φυσικά θάπρεπε να γίνουν αυτά» και μετά αλλάζουν την κουβέντα. Κανένας δεν εκλείσε τους δρόμους για να μη γίνουν, δεν φωνάζει στα κανάλια, δεν στοχοποιεί φανερά τους (λίγους) πολιτικούς που τις προωθούν. Τις ίδιες όμως, κανένας δεν τις υποστηρίζει σθεναρά. Είτε άρχισαν να υλοποιούνται είτε όχι, ελάχιστοι το έχουν μάθει. Αν κάπου σκαλώσουν κανένας δεν θα βγει να φωνάξει και να ζητήσει ευθύνες. Είναι τα ορφανά της πολιτικής: όλοι λένε οτι τις συμπαθούν, και κανένας σχεδόν δεν  σηκώνει το βάρος της υιοθεσίας.
Είναι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση, η ηλεκτρονική παρακολούθηση της αγοράς του φαρμάκου και των ιατρικών υλικών, οι ηλεκτρονικές δημοπρασίες. Είναι το μητρώο των δημοσίων υπαλλήλων και η ενιαία αρχή πληρωμών. Είναι η Διαύγεια (που, για να είμαστε δίκαιοι, την ξεκίνησε ο Γιώργος Παπανδρέου πριν το Μνημόνιο). Είναι το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα σε νοσοκομεία και ΟΤΑ, και η κεντρική αναλογιστική παρακολούθηση των ασφαλιστικών ταμείων. Είναι η αυτοματοποίηση στις διαδικασίες έγκρισης των επιχορηγήσεων για επενδύσεις. Είναι οι αριθμητικοί δείκτες απόδοσης των ΔΟΥ, που θα μπορούσαν να επεκταθούν σε πολλές άλλες υπηρεσίες. Είναι οι μηχανισμοί παρακολούθησης του πετρελαίου που δυσχεραίνουν το λαθρεμπόριο. Είναι και πολλά παρόμοια που δεν έχουν μπει στο Μνημόνιο, αλλά που ισχύουν σε όλες τις αναπτυγμένες δημοκρατίες.
Μερικά μέτρα, όπως το διπλογραφικό, έχουν προταθεί από την αρχή της μεταπολίτευσης, και για τα πιο πολλά δεν υπάρχουν ισχυρές ιδεολογικές ενστάσεις (αν και κάποτε η ΕΙΝΑΠ θεωρούσε την κατάρτιση ισολογισμών των Νοσοκομείων πρόκριμα ιδιωτικοποίησης, λες και μόνο οι ιδιώτες πρέπει να ενδιαφέρονται για τον έλεγχο των δαπανών). Επρεπε όμως να φτάσουμε στο τέλος της μεταπολίτευσης, στη χρεοκοπία και στην τρόικα, για να αρχίσουν να εφαρμόζονται. Γιατί, άραγε;
Υπάρχει μια δευτερεύουσα και μια κύρια αιτία. Η δευτερεύουσα είναι οτι η διοικητική τεχνολογία χρειάζεται επιμονή και χρόνο για να εφαρμοστεί και να φέρει ορατό αποτέλεσμα. Η προεργασία που πρέπει να γίνει (π.χ. βάσεις δεδομένων  και οι διαδικασίες για την ενημέρωση τους) είναι τελείως αόρατη. Οι υπουργοί δεν μπορούν να την διαφημίσουν στα κανάλια, και οι μεγαλοδημοσιογράφοι δεν μπορούν να επιδείξουν ούτε αγανάκτηση ούτε υπεροψία όταν την μελετάνε. Ο κόσμος χασμουριέται. Οι υπουργοί ξέρουν οτι θα έχουν φύγει μετά από 18 μήνες, και την δόξα του αποτελέσματος θα την καρπωθεί κάποιος επόμενος. Συνεπώς, το προσωπικό πολιτικό κίνητρο υπέρ αυτών των αλλαγών είναι μικρό.
Η κύρια αιτία είναι οτι οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν τον τρόπο δουλειάς εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων, και απειλούν είτε τις θέσεις εργασίας είτε τα άδηλα εισοδήματα πολλών από αυτούς. Για αυτό συναντούν αντιστάσεις, πότε πολλές και μικρές, πότε σθεναρές και αποφασισμένες, που είναι αρκετές να αποθαρρύνουν τους ετσι κι αλλιώς απρόθυμους υπουργούς.
Οι πρακτικές που θίγονται από τις τεχνικές αλλαγές βρίσκονται σε όλους τους τομείς του κράτους. Οι αξιωματούχοι και λειτουργοί θα χάσουν τη διακριτική ευχέρεια να δώσουν ένα επίδομα, να αρνηθούν μιά άδεια λειτουργίας, να γράψουν  ένα ακριβό φάρμακο ή μια εξέταση, να κλείσουν μάτι στον γονιό οτι το παιδί πρέπει να κάνει ιδιαίτερο, να αναθέσουν ένα έργο, να αφήσουν να χτιστεί ένα σπίτι σε αμφισβητούμενη ζώνη, να προσλάβουν τρεις κηπουρούς για ένα στρέμμα τσιμέντο.
Μέχρι τώρα τις πρακτικές τους τις αποδέχονται σιωπηρά οι συνάδελφοι τους, και  πολίτες που τις υφίστανται. («έτσι γίνονται οι δουλειές» -- «αυτή είναι η Ελλάδα»). Τις στηρίζει, έμμεσα, η πολιτική ηγεσία. Τις επιτρέπει ένα μεγάλο πλέγμα από νόμους και εγκυκλίους που δίνει την δυνατότητα  στους υπαλλήλους  ατομικά ή σε μικρές ομάδες να αποφασίζουν για την κατανομή πόρων στην κοινωνία, χωρίς πραγματική λογοδοσία. Τις υποστηρίζει η κρατούσα τεχνολογία στο δημόσιο, των χάρτινων αρχείων, των ελάχιστων ελέγχων, των πολλών υπογραφών και των αργών διαδικασιών. Η ουσία τους είναι η σχέση εξουσίας πάνω στον απέναντι, που επιτρέπει στον αξιωματούχο να αποσπάσει σημαντικό οικονομικό όφελος, ή στη πιο ήπια περίπτωση, να διατηρήσει τη θέση εργασίας του και το μισθό του χωρίς να προσφέρει παραγωγικό έργο.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών πάνω στο επίπεδο και στην κατανομή του εθνικού εισοδήματος είναι τεράστιο. Δεν είναι μόνο οι μίζες και οι αργομισθίες. Είναι το κόστος των προμηθειών του δημοσίου που εκτινάσσεται και πάει σε συγκεκριμένους προμηθευτές. Είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις που δεν γίνονται γιατί τις αποτρέπει η γραφειοκρατία και η διαφθορά, και αυτές που γίνονται μόνο επειδή θα ζήσουν από τα προνόμια. Είναι οι εξόφθαλμα άδικες «κονωνικές παροχές»  και τα περίεργα επιδόματα που κρύβονται στις υποπαραγράφους των υπουργικών αποφάσεων. Είναι τα ιδιαίτερα μαθήματα και τα περιττά φάρμακα.  Αν κάποτε μετρηθούν όλα αυτά μαζί, θα βρεθεί οτι ανακατανέμουν προς το πλέγμα αυτής της άτυπης εξουσίας ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ (πολύ περισσότερο από την υπεραξία που καρπούνται οι σχετικά λίγοι μεγάλοι εγχώριοι εργοδότες).  Και οτι αποτρέπουν πάμπολλες δραστηριότητες που θα έφερναν δουλειές και εισόδημα.
Οι πρακτικές είναι συχνές, καθημερινές,  έχουν πολιτική στήριξη, ευνοϊκούς νόμους, σιωπηρή αποδοχή, κατάλληλη τεχνολογία, καταλήγουν σε ιδιοποίηση πόρων σε μεγάλη έκταση, και σε διαμόρφωση της παραγωγικής βάσης. Δηλαδή το σύστημα έχει τα χαρακτηριστικά ενός «τρόπου παραγωγής» με τη μαρξιστική έννοια (όπως λέμε καπιταλιστικός, οικοτεχνικός, φεουδαρχικός).
‘Ενας τρόπος παραγωγής δεν εξαφανίζεται με ελέγχους σε συγκεκριμένες αποφάσεις και ούτε με ποινικές διώξεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δεν αλλάζει όταν αλλάξουν τα πρόσωπα στις θέσεις εξουσίας, είτε στην κορφή είτε στη βάση. Δεν θα τον «πατάξει» ο τολμηρός ρεπόρτερ, ο αδέκαστος εισαγγελέας, ο ηθικός υπουργός: γιατί η «πάταξη» και οι διώξεις φέρνουν αποτέλεσμα μόνο όταν οι παραβάτες είναι λίγοι, όταν είναι εξαιρετικές περιπτώσεις.
Αυτός ο τρόπος παραγωγής, όπως και άλλοι στην ιστορία, θα κινδυνεύσει από αλλαγές στην τεχνολογία της πληροφορίας. Οπως η εξουσία και ο πλούτος της Καθολικής Εκκλησίας υπονομεύτηκε από την τυπογραφία, και η εξουσία του εκδότη πάνω στον συγγραφέα υπονομεύεται από το διαδίκτυο, έτσι και η εξουσία του αξιωματούχου (όχι του κράτους, αλλά του προσώπου) πάνω στους δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους θα υπονομευτεί από τις βάσεις δεδομένων, τις αυτόματες διαδικασίες και την ευρεία πρόσβαση σε αυτές  (databases, workflow, web). Δεν πρόκειται για μηδαμινές αλλαγές, αλλά για μια μικρή επανάσταση.
Οι τεχνολογικές επαναστάσεις δεν συμβαίνουν αυτόματα. Πρέπει να υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που τις προωθούν. Σήμερα, μια προωθητική δύναμη είναι η τρόικα. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των ελλήνων πολιτικών, δεν συνδέεται με τις ομάδες που έχουν να χάσουν από αυτές τις αλλαγές. Το αν ταυτίζεται με τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου ή του ευρωπαίου εργαζόμενου και φορολογούμενου δεν έχει σημασία για το συγκεκριμένο ζήτημα.  Για εμάς έχει σημασία το αποτέλεσμα: η διοικητική τεχνολογία που ζητά να εφαρμόσουμε προάγει τον δημοκρατικό έλεγχο της διοίκησης, και εξοικονομεί πόρους είτε για την ανάπτυξη είτε για κοινωνική πολιτική.
Ωστόσο την εφαρμογή δεν μπορεί να την κάνει η τρόικα. Θα την επιβάλλουν, αν τα καταφέρουν, μερικοί έλληνες πολιτικοί. Ποιοί μπορεί να είναι αυτοί;
Μάλλον δεν θα είναι ο κύριος Παφίλης (από το twitter, @rozaed: “15 χρόνια δεν έχει καταθέσει ισολογισμό ο Οίκος Ναύτου κ ο Παφίλης ρωτά: αυτό είναι το θέμα;!; Ναι ρε καραγκιόζη, ακριβώς αυτό!!”). Δεν θα είναι οι αγανακτισμένοι Καμμένοι και Συριζαίοι που λένε “τα λαμόγια στη φυλακή”, αλλά που φωνάζουν για απώλεια εθνικής κυριαρχίας όταν η τρόικα λέει να παρακολουθούμε τις δαπάνες όπως το κάθε δυτικό κράτος. Πιθανότατα δεν θα είναι ούτε οι παλιοκαραβάνες που θεωρητικά συμφωνούν με τις μεταρρυθμίσεις, αλλά βρίσκουν κάθε δυνατό πρόσχημα να τις σταματήσουν μόλις διαμαρτυρηθεί ο Ιατρικός Σύλλογος και η ΑΔΕΔΥ, ή μόλις γράψει απειλητικό ρεπορτάζ μια φυλλάδα.
Θα είναι αυτοί οι λίγοι, με τις τεχνοκρατικές παρωπίδες, που σε κάθε εμπόδιο θα βάζουν το κεφάλι κάτω και θα σπρώχνουν. Που θα επιμένουν να εξηγούν γιατί το να μετράμε είναι φιλολαϊκό. Μονόχνωτοι και στοχοπροσηλωμένοι. Αυτούς να φοβάστε, λαμόγια.
www.protagon.gr

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Οικονομική ύφεση και εκλογική τιμωρία


Οικονομική ύφεση και εκλογική τιμωρία


Του Σταθη Ν. Καλυβα*

Η ευρωπαϊκή οικονομική κρίση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και ουδείς μπορεί να προβλέψει την τελική της έκβαση. Η διάρκειά της, όμως, είναι τέτοια που επιτρέπει ορισμένες πρώτες διαπιστώσεις σχετικά με τις πολιτικές επιπτώσεις που έχει.
Οι πολιτικές συνέπειες των οικονομικών κρίσεων στα δημοκρατικά καθεστώτα μπορούν να συμπυκνωθούν σε δύο βασικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη, οι οικονομικές κρίσεις συνεπάγονται ένα τεράστιο πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις που καλούνται να τις διαχειριστούν. Οπως είναι φυσικό, οι ψηφοφόροι στρέφονται εναντίον των κυβερνήσεων που επιβάλλουν επώδυνα δημοσιονομικά μέτρα. Οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Ελλάδας είναι άλλωστε χαρακτηριστικές. Παρότι φαίνεται προφανής, η υπόθεση αυτή δεν τεκμηριώνεται ικανοποιητικά από τις υπάρχουσες συγκριτικές έρευνες. Αρκετές αναλύσεις έχουν δείξει πως στο παρελθόν πολλές κυβερνήσεις που εισήγαγαν δυσάρεστα μέτρα κατάφεραν να επιβιώσουν πολιτικά. Πράγματι, δεν είναι σπάνιο το εκλογικό σώμα να στηρίζει κυβερνήσεις που επιχειρούν επώδυνες οικονομικές παρεμβάσεις σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως συνέβη με τους Βρετανούς Συντηρητικούς της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οικονομική κρίση αποτέλεσε τη βάση μιας μακρόχρονης πολιτικής ηγεμονίας.
Η δεύτερη υπόθεση είναι πως η εκλογική τιμωρία είναι ιδεολογικά τυφλή. Το εκλογικό σώμα, δηλαδή, δεν αντιδρά με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αν η κυβέρνηση που λαμβάνει τα επώδυνα μέτρα είναι κεντροαριστερή ή κεντροδεξιά. Τις τιμωρεί και τις δύο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η υπόθεση αυτή προκύπτει από μια πολύ γνωστή θεωρία της πολιτικής επιστήμης, γνωστή ως θεωρία της «αναδρομικής ψήφου», σύμφωνα με την οποία το εκλογικό σώμα κρίνει τις κυβερνήσεις με βάση την απόδοσή τους και όχι την ιδεολογία τους.
Τι προκύπτει ώς τώρα για τη σχέση των δύο αυτών υποθέσεων με την ευρωπαϊκή κρίση; Ο Pedro Maga-lhaes, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Λισσαβώνας, ανέλυσε σε πρόσφατη μελέτη του τα εκλογικά αποτελέσματα 29 ευρωπαϊκών χωρών (των 27 μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Κροατίας και της Ισλανδίας), καλύπτοντας μια περίοδο σχεδόν τεσσάρων ετών, από τον Ιανουάριο 2008 έως τον Ιούλιο 2012. Μια πρώτη ανάλυση έδειξε κατ’ αρχάς πως και οι δύο υποθέσεις ισχύουν σε γενικές γραμμές. Αφενός, η εκλογική τιμωρία των κυβερνητικών κομμάτων στη διάρκεια αυτής της τετραετίας υπήρξε αξιοσημείωτη: το 60% των εκλογών οδήγησε σε κυβερνητική αλλαγή, ενώ η μέση υποχώρηση των κυβερνητικών κομμάτων ανήλθε στο 6,6%. Αφετέρου, η εκλογική τιμωρία υπήρξε ιδεολογικά τυφλή. Δεν είχε δηλαδή σημασία εάν στην κυβέρνηση βρισκόταν κεντροαριστερό ή κεντροδεξιό κόμμα.
Ομως, προχωρώντας βαθύτερα στην ανάλυσή του, ο Magalhaes διαπίστωσε πως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Συγκεκριμένα, τεκμηρίωσε δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι πως, όσο περισσότερο διαρκεί η ευρωπαϊκή κρίση, τόσο δείχνει να αυξάνεται το μέγεθος της εκλογικής τιμωρίας που επιβάλλει το εκλογικό σώμα. Με άλλα λόγια, αντίστοιχα μεγέθη οικονομικής ύφεσης στην αρχή και στο τέλος της τετραετίας 2008–2012 αντιστοιχούν σε διαφορετικά μεγέθη εκλογικής τιμωρίας. Οσο δηλαδή περνάει ο καιρός, η επίδοση των κυβερνητικών κομμάτων χειροτερεύει. Αυτό σημαίνει πως, όσο συνεχίζεται, η κρίση θα προκαλεί όλο και μεγαλύτερους κλυδωνισμούς στα εθνικά κομματικά συστήματα.
Το δεύτερο στοιχείο αφορά μια πολύ ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στην αναδρομική ψήφο και την ιδεολογική θέση των κυβερνητικών κομμάτων: η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ύφεση από τη μία και στην εκλογική τιμωρία από την άλλη κρύβει μια σημαντική διαφοροποίηση. Αυτό προκύπτει από την παρατήρηση πως σημαντικός αριθμός κυβερνητικών κομμάτων (ένα στα τρία για την ακρίβεια) κατάφερε να αποφύγει την εκλογική ήττα στη διάρκεια της τετραετίας που πέρασε. Πιο συγκεκριμένα, η ανάλυση δείχνει πως τα κεντροαριστερά κόμματα είναι πολύ πιο «ευαίσθητα» στην ύφεση απ’ ό,τι τα κεντροδεξιά. Σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης, τα κεντροαριστερά κόμματα επιβραβεύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ψηφοφόρους, όμως σε συνθήκες ύφεσης υφίστανται σκληρότερη τιμωρία. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται ενδεχομένως στο γεγονός πως οι ψηφοφόροι θεωρούν πιο φυσιολογική την επιβολή σκληρών δημοσιονομικών μέτρων από ένα κεντροδεξιό κόμμα (ή αντίστροφα, πως εκλαμβάνουν την επιβολή τέτοιων μέτρων από ένα κεντροαριστερό κόμμα ως προδοσία) – και αντιδρούν αναλόγως.
Η πολιτική ερμηνεία των τάσεων αυτών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και οδηγεί σε δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι πως όσο διαρκεί η ευρωπαϊκή κρίση τόσο περισσότερο θα κλυδωνίζονται τα εθνικά κομματικά συστήματα. Ενα πιθανό ενδεχόμενο της διαδικασίας αυτής είναι και η ενίσχυση των αντισυστημικών κομμάτων, όπως φάνηκε στην Ελλάδα. Το δεύτερο είναι πως τα κεντροαριστερά κόμματα διαθέτουν περιορισμένες πολιτικές επιλογές σε περιβάλλον ύφεσης, καθώς θεωρούνται κόμματα «παχιών αγελάδων». Αντίθετα, τα κεντροδεξιά κόμματα διαθέτουν περισσότερες επιλογές: μπορούν να λάβουν σκληρά μέτρα χωρίς να υποστούν την ίδια εκλογική τιμωρία, καθώς θεωρούνται εκ φύσεως πιο αυστηρά. Σε σχέση με τη χώρα μας, αυτό σημαίνει πως οι πολιτικοί της κεντροδεξιάς έχουν το περιθώριο να πάρουν πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο και να προχωρήσουν σε βαθύτερες ρήξεις απ’ ό,τι θα τους υπαγόρευε ακόμη και το ίδιο τους πολιτικό αισθητήριο.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Θεσμοί και ευημερία


Θεσμοί και ευημερία

Ενώ στα διεθνή μέσα ενημέρωσης εμφανίζονται όλο και περισσότερες «ψύχραιμες» αναλύσεις του τύπου «Γιατί η χρεοκοπία της Ελλάδας δεν θα είναι τελικά μια τραγωδία» (προφανώς για εκείνους, όχι για εμάς), στο ίδιο πλαίσιο διατυπώνονται διθυραμβικά σχόλια για ένα νέο βιβλίο που αφορά άμεσα και τη χώρα μας. Πρόκειται για το «Γιατί τα έθνη παρακμάζουν. Η καταγωγή της εξουσίας, της ευημερίας και της ένδειας» (Why Nations Fail. The Origins of Power, Prosperity and Poverty) που εκδόθηκε στις αρχές του 2012 στη Νέα Υόρκη (Crown Publishers, σελ. 544). Συγγραφείς είναι ο Daron Acemoglu, καθηγητής Οικονομίας στο MIT, και ο James A. Robinson, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Οικονομίας στο Χάρβαρντ. Το βιβλίο θέτει ένα κεφαλαιώδες για την εποχή μας ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζεται με τρόπο ερευνητικά γοητευτικό και αφηγηματικά γλαφυρό.
Περί τίνος πρόκειται; Η αναζήτηση των αιτίων της ακμής και παρακμής των εθνών έχει απασχολήσει διαχρονικά τους επιστήμονες των πιο διαφορετικών πειθαρχιών, από τους φιλοσόφους και τους οικονομολόγους ως τους ιστορικούς της τέχνης. Είναι η γεωγραφία και οι τοπολογικές ιδιότητες που καθορίζουν την ανάπτυξη, είναι η κουλτούρα, είναι οι ασθένειες, είναι η οικονομία; Οι Acemoglu και Robinson δίνουν τη δική τους απάντηση με τρόπο σχεδόν απόλυτο και κατηγορηματικό: «Είναι η πολιτική» μάς λένε, είναι οι θεσμοί. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο επιδιώκει να δώσει τη δική του απάντηση έπειτα από 15 χρόνια στο επίσης φιλόδοξο πόνημα του Jared Diamond «Οπλα, μικρόβια και ατσάλι. Το πεπρωμένο των ανθρώπινων κοινωνιών». Απέναντι στον «γεωγραφικό ντετερμινισμό» του Diamond οι συγγραφείς αντιπροτείνουν ότι το γιατί κάποιες χώρες είναι πλούσιες και κάποιες άλλες φτωχές, γιατί κάποιες ανεπτυγμένες και κάποιες καθυστερημένες, γιατί κάποιοι λαοί χορτασμένοι και υγιείς και άλλοι πεινασμένοι και άρρωστοι, οφείλεται αποκλειστικά στους θεσμούς με τους οποίους οι συγκεκριμένες αυτές κοινωνίες είχαν την προνοητικότητα ή την ικανότητα να εφοδιαστούν. Οι πολιτικοί θεσμοί, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, καθορίζουν την ποιότητα των οικονομικών θεσμών μιας χώρας• μόνον τότε ο ρόλος της οικονομίας γίνεται αποφασιστικός για την ευημερία του συνόλου. Σωστή οικονομία και κατά συνέπεια κοινωνική ευημερία προϋποθέτει σωστές πολιτικές επιλογές. Τα έθνη παρακμάζουν, λένε, γιατί οι ολιγαρχίες της εξουσίας παίρνουν αποφάσεις που οδηγούν στην ένδεια μεγάλες ομάδες πολιτών. Αυτό δεν συμβαίνει από λάθος ή από άγνοια, αλλά σκοπίμως.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τα παραπάνω είναι ίσως προφανή, κάποιος άλλος ότι καμία θεωρία δεν μπορεί να δώσει μια μονοδιάστατη απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Η έρευνα όμως οφείλει να κάνει τη δουλειά της και οι Acemoglu και Robinson έχουν κάνει τη δική τους μέσα από μια ευρύτατη γεωγραφική επισκόπηση και εντυπωσιακή τεκμηρίωση ιστορικών παραδειγμάτων που πάει πίσω στους αιώνες. Οι συγγραφείς ξεκινούν από τη νεολιθική περίοδο και προχωρούν μέσω της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στα έθνη-κράτη των Μάγια και στη μεσαιωνική Βενετία, εξετάζουν με μεγάλη έμφαση τον ρόλο της αποικιοκρατίας σε διάφορες περιοχές του κόσμου, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική και την Αμερική (ιδιαίτερα τη Λατινική), ερευνούν τα φαινόμενα πολιτικών αναταραχών από την Αγγλία του 18ου αιώνα ως την Αίγυπτο του 2011, αναλύουν τη Μέση Ανατολή, τη σταλινική Σοβιετική Ενωση και τις σοβιετικές δημοκρατίες μετά την πτώση του κομμουνισμού, καθώς και τις ιδιότυπες περιπτώσεις της σημερινής Κίνας και της Ινδίας. Ολα οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: εκεί όπου είναι εγγυημένο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, η οικονομική ελευθερία, η ισότητα απέναντι στον νόμο, η εξισορρόπηση των εξουσιών, εκεί όπου δημιουργούνται κίνητρα για την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, για την ανάληψη οικονομικών πρωτοβουλιών σε περιβάλλον ισότητας, μπορεί να κατακτηθεί η ευημερία. Ποιος εγγυάται την εφαρμογή των παραπάνω; Μόνον οι θεσμοί και οι κυβερνήσεις που τους στηρίζουν. Γιατί οι θεσμοί είναι έτσι και όχι αλλιώς; Γιατί οι πολιτικοί επέλεξαν οι θεσμοί να είναι έτσι και όχι αλλιώς.
Λέξη-κλειδί για την παραπάνω προσέγγιση των συγγραφέων είναι η «πλουραλιστική συμπερίληψη» (inclusion) του συνολικού δυναμικού των πολιτών στο περιβάλλον ενός προηγμένου κράτους που σημαίνει ίσες δυνατότητες εκπαίδευσης, επενδύσεις στην έρευνα και την τεχνολογία, έμφαση στο συμφέρον της κοινότητας και όχι ενός μέρους της, περισσότερη δηλαδή ελευθερία• αντίθετα, η μέθοδος του αποκλεισμού και της εκμετάλλευσης (extraction) χρησιμοποιεί την πλειονότητα προς όφελος μιας αδίστακτης και ανεύθυνης μειοψηφίας. Η ιστορία δίνει την απάντηση: οι ακμαιότερες από τις χώρες που αποικίστηκαν από τους Ευρωπαίους κατέληξαν σήμερα να είναι οι λιγότερο ανεπτυγμένες• κατά συνέπεια δεν μετρούν οι γεωγραφικοί παράγοντες αλλά οι θεσμικοί. Επίσης, η Κορέα είναι μια χώρα ομοιογενής γεωγραφικά και πολιτισμικά, εντούτοις οι τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές διαφορές μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας οφείλονται στα απολύτως διαφορετικά θεσμικά μοντέλα που υιοθέτησαν οι πολιτικές ηγεσίες τους. Ο κίνδυνος εντούτοις του αποκλεισμού μπορεί να παρατηρείται και σε ένα τυπικά δημοκρατικό καθεστώς, όταν καταγράφονται φαινόμενα ανομίας και διαφθοράς ή όταν οι οικονομικές ανισότητες οδηγούν σε πολιτικές ανισότητες ικανές να υπονομεύσουν τους θεσμούς, όπως οι συγγραφείς αφήνουν να εννοηθεί επίσης για τις σημερινές ΗΠΑ.
Το Γιατί τα Εθνη Παρακμάζουν θίγει την καρδιά του σημερινού προβλήματος της Ελλάδας: αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το είχαμε εφεύρει. Το βιβλίο αναδεικνύει τη σημασία της υπεύθυνης και ολοκληρωμένης δημοκρατίας και της νομιμότητας στην υπηρεσία της ανάπτυξης, θεωρώντας δεδομένη την εφαρμογή των συμφωνημένων κανόνων. Τίποτε πιο μακριά από το ολέθριο φαινόμενο της αποσύνθεσης των θεσμών στη σημερινή Ελλάδα. Το κυριότερο πρόβλημά μας σήμερα δεν είναι η οικονομία αλλά η κατάρρευση της πολιτικής. Το βιβλίο μάς εξηγεί πώς θα καταλήξουμε αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία. Αλλά αυτό είναι μάλλον αδύνατο.

Ο κ. Ανδρέας Γιακουμακάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.