Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Λαός και έθνος, ως φαντάσματα

Tου Nικου Γ. Ξυδακη
Το οδυνηρό συμβάν της χρεοκοπίας ξυπνά φαντάσματα· ενθυμήσεις καταχωνιασμένες, στερεότυπα κατοχικών γονιών και Mικρασιατών παππούδων, φθαρμένα διαβάσματα που δεν έβρισκαν αντίκρισμα στην πραγματικότητα του προσφάτου παρελθόντος, πόνους εξορκισμένους και εξόριστους από την ευδαίμονα Ισχυρή Ελλάδα του ευρώ. Ξύπνησαν και δύο φαντάσματα, που, ενώ στοίχειωσαν τη γένεση του κρατιδίου, ακόμη και πριν από τον Ξεσηκωμό, εντούτοις τα τελευταία χρόνια φύραναν, αποδομήθηκαν, μεταστοιχειώθηκαν: ο λαός και το έθνος.
Προλαβαίνω: ας μην ταυτίσουμε επιπόλαια τον λαό με τον λαϊκισμό, και το έθνος με την εθνοκαπηλία. Ας τα δούμε στις πολλαπλές τους εκδιπλώσεις μες στην ιστορική διάρκεια, όπως μάλιστα φανερώνονται ιδρυτικά στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, από την αυγή του Διαφωτισμού ώς το μεσουράνημα του Ρομαντισμού. Και ας συνυπολογίσουμε ότι η ανάδυση του νεότερου ελληνισμού τροφοδοτείται από αυτά τα μέγιστα κινήματα και σε μεγάλο βαθμό τα εκφράζει κιόλας, σχεδόν ιδανικά. Ρομαντική είναι η σύλληψη της έννοιας λαός, ρομαντική είναι η αποκρυστάλλωση του έθνους, από τον Χέρντερ και τον Γκαίτε έως τον Σίλερ και τον Φίχτε· ρομαντική είναι η ουσία της σολωμικής ποίησης και η ενιαία ιστορική αφήγηση του ελληνικού λαού από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, ρομαντική η φύτρα του Παλαμά και του Σικελιανού, και του Σεφέρη και του Ελύτη. Ακόμη και ο νεοκλασικισμός στην Ελλάδα ρομαντικά βιώθηκε. Και η ελληνική εθνογένεση πορεύεται χέρι χέρι με τη γερμανική εθνογένεση.
Υπό μία έννοια, λοιπόν, η χρεοκοπία του 2012 και η συνοδός διεθνής επιτήρηση θυμίζει τη χρεοκοπία του 1893, που κατέστη αφορμή για βαθείς ιδεολογικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς, εκφραζόμενους πολύτροπα από διαφορετικές προσωπικότητες όπως ο Παλαμάς, ο Δραγούμης και ο Βενιζέλος. Αναδιατύπωσαν, ανατροφοδότησαν την αφήγηση του λαού και του έθνους, έτσι ώστε λαός και έθνος να ανορθωθούν και να επανεκκινήσουν προς την ιστορική τους μοίρα.
Πώς συζητούνται σήμερα αυτά τα θεμελιώδη, ο λαός και το έθνος; Μάλλον: Πώς βιώνονται; Πώς συμβάλλουν στην αυτοαναγνώριση και την αίσθηση του συνανήκειν; Ολα εν συγχύσει – η γρήγορη απάντηση. Για πολλούς λόγους, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ· μόνο ας υπαινιχθούμε πρόχειρα μια υβριδική κουλτούρα κοσμοπολιτισμού, ναρκισσισμού, υποτέλειας και ψυχικής μειονεξίας, συνδαυλιζόμενη από ιδιοτελή ραγιαδισμό, μεταπρατικά συμφέροντα και εθελοδουλία.
Κατά τα λοιπά, η ιστορία. Πάντα παρούσα, διδακτική ή είρων. Ιστορία των ιδεών. Από τον ρομαντικό 19ο αιώνα των πτωχεύσεων, της πελατοκρατίας και των διχασμών, ας θυμηθούμε τις ιδρυτικές ρομαντικές ιδέες περί λαού και έθνους, τόσο δραματικά επίκαιρες, τόσο φρέσκα αποκρινόμενες σε σημερινούς βολοδαρμούς. Πρώτα ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, εισηγητής του πνεύματος του λαού παρ’ ημίν, ο υποστηρίξας ότι θεμέλια της καθόλου υπάρξεως είναι η γυνή και ο λαός. Το 1857 ήδη διαπιστώνει ότι οι λογιώτατοι απεχθάνονται τη λέξη λαός: «Παρά μικρόν η λέξις Λαός ήλθε ν’ αποβληθή εκ της Ελληνικής συνηθείας. Επικρατέστεραι δε παρά τοις συγγραφεύσι του Βυζαντινού μεσαιώνος διέμειναν αι φράσεις Oχλος, Συρφετός, Oμιλος αγυρτώδης, Λύμα, το Χυδαίον, και έτεραι του αυτού είδους, ας άλλως τε ο λογιώτατος ουδέποτε μετεχειρίσατο μη κεκαρυκευμένας, εις επίδειξιν μισοδημίας, επιθέτοις υβριστικοίς και περιφρονητικοίς. Και όμως ο λογιώτατος ούτος ωνομάζετο χριστιανός. Εις εκατόν και πεντήκοντα δύο περιστάσεις αυτή και μόνη η Καινή Διαθήκη προσφωνεί απεριφράστως και επικαλείται του Λαού το όνομα!».
Υστερα ο φλογερός Ανδρέας Ρηγόπουλος, ο συνομιλητής του Βίκτωρος Ουγώ, του Ματσίνι και του Γκαριμπάλντι, λέει στη Βουλή, δέκα χρόνια πριν από την πτώχευση: «Κλαίω εφ’ υμάς και επί τα τέκνα σας, ω στρατιωτικοί, οίτινες θα σύρετε τα ξίφη σας όχι πλέον υπέρ του Ελληνισμού, διότι αυτός δεν θα υπάρχει αλλ’ υπέρ των συμφερόντων των ξένων· κλαίω εφ’ υμάς και επί τα τέκνα σας, ω ναυτικοί, διότι θα χρησιμοποιήσητε την θαλασσινήν υμών ικανότητα υπέρ των ξένων ισχυρών, και θ’ αποτελήτε τα πληρώματα των πλοίων των ως εις τον καιρόν των Βενετών· κλαίω επί σε, ω Ελληνικέ λαέ, διότι θα έλθη ημέρα καθ’ ην αι νέαι γενεαί δεν θα έχουν κανέν ιδανικόν, διότι ο Ελληνισμός εξέλιπε και καμμία έμπνευσις δεν θα υπάρχη ούτε εις την φιλολογίαν ούτε εις την πολιτικήν· κλαίω εφ’ υμάς, ω γεωργοί, ω βιομήχανοι, ω έμποροι, διότι θα σας επιβάλλουν βαρείς δασμούς εις τα προϊόντα σας, διότι θα σας στέλλουν τα ιδικά των μηχανήματα και θα σας τα πωλούν ακριβά, διότι θα γίνετε μεσίται και όχι έμποροι, έως ου καταντήσει ο ελληνικός λαός είλως εργαζόμενος υπέρ των ξένων».

«Οταν το Εθνος ευρίσκεται εις κόμματα»...

Tου Παντελη Mπουκαλα
Η ιστορία διδάσκει. Ετσι μας έμαθαν απ’ το δημοτικό. Κι έτσι αρχίσαμε κι εμείς από μια στιγμή κι έπειτα να λέμε στους μικρότερους, με τεντωμένο το δάχτυλο της αυθεντίας. Και όντως διδάσκει η ιστορία. Αλλά υπό μία αυστηρή προϋπόθεση: ότι την ξέρουμε ή τέλος πάντων ότι προσπαθούμε να τη μάθουμε, να μάθουμε κάποια από τα αναρίθμητα κεφάλαιά της, όσα κατ’ εξοχήν μάς αφορούν. Και, δεύτερη προϋπόθεση, ότι στην προσπάθειά μας να μάθουμε την ιστορία (μας), αποκλείουμε τίμια και εξαρχής το στρογγύλεμα εκείνο που θα βόλευε τις εθνικές μας φαντασιώσεις· ότι πετάμε τις παρωπίδες, ώστε να μπορέσουμε να δούμε και να αναγνωρίσουμε πράγματα και όχι ινδάλματα, ανθρώπους και όχι ημιθέους.
Και αφού συνηθίζουμε να λέμε, τάχα σολωμιστές φανατικοί, ότι εθνικό είναι το αληθές, δεν θα ’λεγε την αλήθεια κανείς αν ισχυριζόταν (όπως αναρίθμητοι πάντως ισχυρίζονται, επώνυμοι, επίσημοι, αρμόδιοι) ότι την ιστορία μας, την ιστορία της Ελλάδας και των Ελλήνων, τη διδασκόμαστε (και, με τη σειρά μας, τη διδάσκουμε) ακέραιη και όχι νοθευμένη από την ιδεολογική της χρήση και κατάχρηση, όχι προκρούστεια προσαρμοσμένη σε μοντέλα εξιδανικευτικά και αυτοδικαιωτικά. Και φτάνουμε έτσι στο μεσοστράτι της ζωής μας ή και στα γεράματα συνεχίζοντας να υποστηρίζουμε σαν αναμφίλεκτη αλήθεια τους αυτοεγκωμιαστικούς θρύλους και τα ανιστόρητα σχήματα με τα οποία μας εφοδίασε η επίσημη, καθαρισμένη ιστορία, πρώτο μέλημα της οποίας δεν είναι η συλλογική αυτογνωσία, όσο πικρή, αλλά η καλλιέργεια του εθνικού ναρκισσισμού. Και καταντούμε έτσι ευεπίφοροι στην υιοθέτηση οποιουδήποτε νεόκοπου αστικού μύθου υπηρετεί τη βαυκαλιστική εθνική μας φιλαυτία, ακόμα κι αν συγκρούεται κατάφωρα με την απτή πραγματικότητα.
Αν λοιπόν η ιστορία δίδασκε, κι αν τα μαθήματά της γίνονταν οδηγός ατομικού και κοινωνικού βίου, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα αποφασίζαμε ν’ αλλάξουμε στάση σε δυο-τρία ζητήματα κρίσιμα για την πορεία του «εθνικού σκάφους». Να ξαναδούμε λ.χ. αν μας τιμά το ότι επιτρέπουμε να υφίσταται κακοήθη εξαλλαγή η έννοια του πολίτη, ο οποίος υποβιβάζεται σε πελάτη. Σε πελάτη του κράτους, ή μάλλον των κομμάτων εξουσίας με τα οποία ταυτίζεται το κράτος ήδη από τη σύστασή του. Σίγουρα μπορεί κανείς να επικαλεστεί τις πιεστικές ανάγκες που τον υποχρεώνουν να ζει διπλή ζωή, μία στη φαντασία του (όπου υπάρχει ελεύθερος) και μία στην καθημερινότητά του, όπου, για να ξεπεράσει τα βιοτικά προβλήματα ή για να ζήσει παρασιστικά, εις βάρος του συνόλου, καταντάει κόλακας των ισχυρών και εθελόδουλος υπηρέτης τους - ένας πελάτης απολύτως εξαρτημένος, με νόμισμά του την ψήφο του, ατομική ή οικογενειακή. Αλλά ήδη αυτή η εξαλλοίωση του χαρακτήρα της ψήφου, που από εικόνα ελεύθερου φρονήματος μετατρέπεται σε πιστοποιητικό υποταγής στους κομματάρχες, διαβρώνει το ίδιο το πολίτευμα, αφού καθιστά τους πολίτες εκούσιους ή εξαναγκασμένους ομήρους των κομμάτων, τα οποία γεύονται το κράτος σαν λάφυρό τους. Για ποια δημοκρατία μπορούμε να μιλήσουμε έπειτα; Και πόσο σοβαρές μπορούμε να θεωρήσουμε τις τωρινές διαβεβαιώσεις των συγκυβερνώντων κομμάτων ότι έφτασε ο καιρός να καταλυθεί το πελατειακό σύστημα, αυτή η ακένωτη πηγή διαφθοράς και ανομίας;
Σημείωσα λίγο παραπάνω ότι το νεοελληνικό κράτος συγκροτήθηκε ως δέσμιο των κομμάτων, είχε δηλαδή εξαρχής μειωμένη εσωτερική ελευθερία (για την «εξωτερική», ως προς τους συμμάχους, αρκεί να θυμηθούμε πώς βαφτίζονταν τα κόμματα, «γαλλικό», «αγγλικό» ή «ρωσικό»). Αυτή η κατάρα, να είναι το κράτος λεία του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος που πετάει κοψίδια στους δικούς του, δεν έπαψε ποτέ να βαραίνει τον τόπο, καθηλώνοντάς τον στην αδικία, τη διαφθορά, την ανισότητα, την ανελευθερία. Ενα επεισόδιο από τα χρόνια της Επανάστασης, σε μια περίσταση όντως δραματική, θα είχε πολλά να πει αν η ιστορία δίδασκε πράγματι. Χειμώνας του 1826. Βόλια και τρόφιμα σπανίζουν στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι. Συγκροτείται επιτροπή για να μεταβεί στο Ναύπλιο, να ζητήσει βοήθεια. Αλλα «κατά δυστυχίαν», γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Χειμαριώτης αγωνιστής Σπυρομίλιος, «είχε προκηρυχθή να συγκροτηθή Εθνική Συνέλευσις, και εις αυτόν τον καιρόν ενεργούνται όλαι αι σκευωρίαι και αι ραδιουργίαι διά τας εκλογάς των πληρεξουσίων και των κομμάτων· άρα ήτον εις τον μεγαλύτερον βρασμόν αι φατρίαι. Και ημείς, όντες σχεδόν ένα χρόνον εις το Μεσολόγγιον, όπου δεν εσπουδάζαμε άλλο [...] από τον πόλεμον· όπου δεν ωμιλούσαμε δι’ άλλο ειμή διά κανονοστάσια, περιτειχίσματα και τάφρους· όπου δεν ηκούομεν άλλο παρά κρότους κανονίων και τουφεκίων και εκρήξεις βομβών και οβουζοβόλων, ήμεθα ως νήπια εις αυτό το νέον στάδιον». Διότι, συνεχίζει, «ούτε Κωλεττίσται ήμεθα, ούτε Μαυροκορδατίσται, ούτε και καμίας άλλης φατρίας, ειμή Ελληνες πατριώται». Αυτό ήταν το μέγα λάθος τους: Γιατί «όταν το Εθνος ευρίσκεται εις κόμματα, η αδιαφορία δεν προξενεί καλόν, αλλά μάλιστα βλάβην· και ιδού πραγματικώς τι μετά ημέρας εσυνέβη ημών των ιδίων· αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμε να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρεσαν όλα τα κόμματα απ’ ημάς, και εν ω τους ωμιλούσαμε διά το Μεσολόγγιον, όλοι έλεγον το “ναι, έχετε δίκαιον”, αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον· εν ω αν είχομεν εγκολπωθή εν κόμμα, με τον ψήφον του Μεσολογγίου ενισχύετο, και επομένως αυτό το κόμμα ήθελε ήτο ο προστάτης του Μεσολογγίου».
Κι ενώ το Μεσολόγγι το έζωνε ο θάνατος, στο Ναύπλιο οι κομματάνθρωποι συνέχισαν να «αισχροκερδίζουν» εις βάρος του και να σπαταλούν το Δάνειο με την Αγγλία. Για να κατανοήσει έτσι ο Σπυρομίλιος ό,τι έχουν καταλάβει γενιές και γενιές: πόσο ψέμα υπάρχει κάτω από την πατριδοκάπηλη ρητορική: «Τότε εκαταλάβαμε ότι δεν είχομεν όλοι τον αυτόν σκοπόν, την σωτηρίαν της Πατρίδος δηλαδή, ότι δεν εθωρούσαμε όλοι τα πράγματα με το αυτόν όμμα· ούτως αρχίσαμε ν’ απελπιζώμεθα διά το Μεσολόγγιον [...]· ελυπούμεθα λοιπόν διότι έλειπεν το καθαρόν πνεύμα του πατριωτισμού». Τίποτα παλιό. Και τίποτα καινούργιο.

We are all greeks

We are all greeks. Αν υποψιάζονταν τα πατριωτικά τηλεοπτικά κανάλια και τα εθνοπρεπή σάιτ του διαδικτύου ότι το πρωτότυπο σύνθημα ήταν κάποτε «είμαστε όλοι γερμανοεβραίοι», θα αναπαρήγαγαν το χάπενινγκ με λιγότερο ενθουσιασμό. Έλα ρε Φώτη, λέει το αδελφάκι μου, εμένα μ’ αρέσει, μην είσαι τόσο ορθολογιστής, ανθρώπινο είναι, όλοι θέλουμε υποστήριξη. Όλοι θέλουμε, έτσι είναι, αρκεί αυτή την υποστήριξη να μην τη δημιουργούμε μόνοι μας, βασισμένη στις δικές μας ιδεοληψίες. Πενήντα Έλληνες της διασποράς σε κάθε πόλη και πέντε ευαίσθητες ψυχές, φιλέλληνες που κουνάνε ελληνικές σημαίες.
Πού είναι τα διεθνή δίκτυα, που ρωτάει και ο Θανάσης Χειμωνάς, γιατί όλα είναι εικόνες από κινητά τηλέφωνα; Το θέμα όμως δεν είναι μόνο αυτό, είναι κι ότι εμάς δεν μας συνέβη καμιά φυσική καταστροφή, δεν έγινε κανένας πόλεμος, σε τι ακριβώς μας υποστηρίζουν; Είμαστε το είδος προς εξαφάνιση έλληνες-έλληνες και μας συμπαραστέκονται; Η συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες που περνάμε μπορεί να είναι μόνο πολιτική. Αλλιώς, το συρτάκι στο Τροκαντερό είναι απλώς φολκλόρ που αναπαράγει τις δικές μας ανάδελφες θεωρίες περί ελληνικής «ιδιαιτερότητας». Βοηθήστε αυτούς τους κακόμοιρους χαρούμενους μεσογειακούς που χορεύουν και διασκεδάζουν, τα άμυαλα τζιτζίκια. Όταν δεν είναι η λάθος πολιτική υποστήριξη, ακόμα χειρότερα, αυτή που λέει ότι πράγματι εμείς μια χαρά είμαστε και ξαφνικά δεχτήκαμε την αναίτια επίθεση του στρατού κατοχής των βορείων που μας ζηλεύουν. Το διεθνές κίνημα συμπαράστασης στην Ελλάδα είναι τόσο «ελληνικό», σε όλα του, όσο δεν πάει άλλο.
Arbeit macht frei. Γενικά η κατανόηση από τους Ευρωπαίους του ελληνικού προβλήματος είναι δύσκολη και όταν μας υποστηρίζουν και όταν μας κατηγορούν. Ο μιντιακός αναλφαβητισμός δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ούτε ο λαϊκισμός. Δηλώσεις του κυρίου Ρέσλερ, υπουργού Οικονομικών, προς τους Έλληνες: Πρέπει να πηγαίνετε στις επιχειρήσεις σας 2 ώρες νωρίτερα το πρωί και να φεύγετε 1 ώρα μετά τον τελευταίο το βράδυ. Αν αυτό νομίζεις ότι είναι το πρόβλημα, φτωχό μου παιδάκι δεύτερης γενιάς που βιάζεσαι να γίνεις πιο Γερμανός κι από τους Γερμανούς, είσαι απλώς ηλίθιος. Δεν έχουμε επιχειρήσεις, φίλε, δεν έχουμε δουλειές, αυτό είναι το πρόβλημά μας. Είμαστε 2,8 εκατομμύρια συνταξιούχοι, 1 εκ. δημόσιοι υπάλληλοι, 1 εκ. άνεργοι και δουλεύουνε λιγότεροι ως ποσοστό του πληθυσμού από όσους δεν δουλεύουν. Επιχειρήσεις δεν έχουμε, αλλιώς όσοι δουλεύουνε σε τέτοιες, δουλεύουνε περισσότερο από σένα. Απλώς δεν φτάνουν για να ζήσουν όλους τους υπόλοιπους.
Keep walking Greece. Γι’ αυτό περισσότερο απ’ όλα αυτά, πιο σωστή και προοδευτική ήταν απλώς μια διαφήμιση. Με νέα πρόσωπα, καθημερινά, που περπατάνε δίπλα ο ένας στον άλλο, υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλο, ενωμένοι στο τέλος όλοι στις ελληνικές πλατείες και τους ελληνικούς δρόμους, ξανά στην πορεία, μαζί. Συνεχίζουν, δεν σταματάνε, ποτέ δεν είναι μόνοι. Δεν είναι τυχαίο που η ανώνυμη ηλιθιότητα του διαδικτύου, αυτή που εκστασιάστηκε με το συρτάκι στον πύργο του Άιφελ, για τη διαφήμιση επεφύλαξε δηλητηριώδη σχόλια. Αναμενόμενο. Μιλάει για συνέχιση της πορείας, για υπερπήδηση εμποδίων, για συνεργασία, για αλληλεγγύη, για ενότητα, για δημιουργία, για το μέλλον. Στο βασίλειο της γκρίνιας, της ακινησίας, της διαφύλαξης των δανεικών κεκτημένων του παρελθόντος, η συλλογική προσπάθεια ενός λαού, η στηριγμένη στις δικές του δυνάμεις, είναι άγνωστες λέξεις, επικίνδυνες.
Κλειστά για πάντα. Λένε τα μαύρα συνθήματα στις σπασμένες βιτρίνες. Ο κύριος Ρουμπινί είναι πάλι στην Ελλάδα, τώρα προαναγγέλλει τη χρεοκοπία μας, την επιστροφή στη δραχμή, για το 2013. Δυο χρόνια τώρα κάθε μήνα το προβλέπει, κάποτε θα πέσει μέσα. Συμφωνούν μαζί του οι διανοούμενοι της αριστεράς, οι οικονομολόγοι αφρικανικών σπουδών και η στρατευμένη δημοσιογραφία. Περίεργο το κίνημα της αγανάκτησης σ’ αυτή τη χώρα, έτσι; Αντίσταση στη λιτότητα κάνουν αυτοί που προπαγανδίζουν την ολοκληρωτική πτώχευση και οι πιο οργισμένοι με την ύφεση και την ανεργία είναι αυτοί που θέλουν τα μαγαζιά «κλειστά για πάντα».
Το lifestyle της πτώχευσης. Σε άρθρα που γράφτηκαν πρόσφατα με αφορμή τη χρεοκοπία της Imako, διάβασα και δικές μου φράσεις. Θα ήθελα να διευκρινίσω, επειδή δεν ήταν προφανές, ότι είναι φράσεις γραμμένες πριν 15 χρόνια. Αυτή την ώρα δεν θα ένιωθα καμία επιθυμία να γράψω κάτι σχετικό. Κι αυτό όχι μόνο από λόγους τακτ και απλής ανθρώπινης ευγένειας. Αλλά και γιατί παρατηρώ τον τελευταίο καιρό ότι σήμερα, το 2012, υπάρχουν και κάποιοι που επιχειρούν να αναστήσουν φαντάσματα της δεκαετίας του ’90, να αναδείξουν βολικούς εχθρούς περασμένης εποχής, για να καλύψουν τους σημερινούς, τη δικιά τους βαθιά συντηρητικότητα: την κομματική διανόηση του εξαργυρώσιμου λαϊκισμού, την επικολυρική δημοσιογραφία της δραχμής, την πάντα επιδοτούμενη από υπουργεία «τέχνη για το λαό», τον επιχορηγούμενο κρατικό συνδικαλισμό, τις καριέρες των κομματικών γραφείων, τη μαυραγορίτικη επιχειρηματικότητα, την πνιγερή ατμόσφαιρα της γραφειοκρατίας, την γκρίζα συνωμοσία των μετρίων που έχει οδηγήσει τη χώρα σε ασφυξία. Να καλύψουν τον ελληνικό ληστρικό παρασιτισμό δηλαδή, αυτόν που ήταν και ο μόνος άλλωστε που γοητεύτηκε από εκείνο το lifestyle που τώρα με «αγανάκτηση» αποκηρύσσει.

Κανείς πια δεν μπορεί να γράφει αθώα

Παν. Δρακόπουλος
Από τη "Θυσία" του Αντρέι ΤαρκόφσκυΑρκετά από τα γράμματα στο ε-μαιηλ μου είναι πνιγμένα στα ερωτήματα. Ακόμη και σε συζητήσεις με φίλους δεν ακούς πάντοτε τον ήχο της φιλικής φωνής• μερικές φορές κυριαρχεί ο συριγμός του ίλιγγου, άλλοτε νιώθεις να σε τυλίγει η βαριά οσμή της απόγνωσης. Θα απαντήσω έτσι όπως πρέπει την ώρα τούτη: με την αμεσότητα που μπορεί και να πονέσει.
Πρώτ΄απ΄όλα, όχι δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος για το μέλλον της Ελλάδας. Κι αν έδωσα με τα γραφτά μου αυτή την εντύπωση, λυπάμαι. Θα ήμουν αισιόδοξος, ή μάλλον θα έπρεπε να είμαι αισιόδοξος, αν το πρόβλημά μας ήταν οικονομικό. Αν ήταν κάτι που μπορούσε να διορθώσει μια χρηματοδότηση, ή μια ομοβροντία ιδιωτικοποιήσεων. Αλλά ενώπιόν μας δεν πρόκειται αυτό. Αυτό είναι το άμεσα ορατό. Κάτω από αυτό βρίσκεται ένα πολύ μεγάλων διαστάσεων κοινωνικό πρόβλημα: η Ελλάδα έχει κοπεί σε δυό κομμάτια, που το ένα μάχεται ενάντια στο άλλο. Και δεν είναι μια ιδεολογία που χωρίζει. Η Ελλάδα έπαψε πια να είναι μια κοινωνία μέσα στην οποία το ιδιωτικό ανθούσε ή πάσχιζε, κι έγινε μια ιδιωτεία μέσα στην οποία το κοινωνικό παύει να αναπνέει.
Έχουμε να κάνουμε με μια μάζα που την αποτελούν δωροδοκούμενοι μισθολήπτες του δημοσίου, η μαφία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των εκατοντάδων κληροδοτημάτων, αμέτρητες κατσαρίδες που προσποιούνται τους συνδικαλιστές, επιχορηγούμενοι και ισοβίως αποζημιωνόμενοι αγρότες, λογιών εφευρετικότατοι αεριτζήδες, ιατροί που σε όλους τους ασθενείς βλέπουν το ίδιο: ευκαιρία για να εισπράξουν μέσω φαρμάκων, εξεταστηρίων, νοσοκομείων αλλ΄ουχί θεραπευτηρίων, δικηγόροι και συμβολαιογράφοι και άλλοι ηγεμόνες του δικαιικού φάσματος, τα πλήθη των ψευδοαναπήρων και πάρα, μα πάρα πολλοί άλλοι. Πόσοι φανταζόμαστε ότι είναι αυτοί; Βεβαίως και ασφαλώς δεν είναι όλοι οι αγρότες, οι γιατροί και οι δικηγόροι αυτού του φυράματος. Αλλά πάλι το ερώτημα τίθεται: Πόσοι είναι αυτοί; Δεν είναι η πλειοψηφία του λαού;
Όλοι αυτοί όμως, που κάποιοι τους υπολογίζουν το 40% του λαού μας, κάποιοι τους δίνουν μεγαλύτερο ποσοστό, είναι η μεγάλη μάζα της αντίδρασης σε κάθε αναδιάρθρωση του κράτους και της κοινωνίας.
Απέναντι σ αυτή τη μάζα, ποιοι βρίσκονται; Κάποιοι επιχειρηματίες που προσπαθούν να διασωθούν ακροβατώντας ανάμεσα στη διαφθορά και την ηλιθιότητα του δημοσίου, οι μισθωτοί, όσοι έχουν καταλάβει ότι δεν υπάρχει προοπτική ανάσας εάν συνεχιστεί η κυριαρχία των επωφελουμένων και των «βυσμάτων», κάποιοι νέοι που θέλουν να ζήσουν ισότιμα με τους Ευρωπαίους, κάποιοι γέροι που καταλαβαίνουν ότι το πάρτυ πρέπει να τελειώσει, κάποιοι εκπαιδευτικοί που θέλουν στ΄ αλήθεια να διδάσκουν, και μερικοί ακόμη. Πόσοι είναι αυτοί;
Σου λένε: οι εκλογές θα μας μετρήσουν. Η απάντησή μου είναι απλή και ξερή: ίσως μας μετρήσουν, ίσως βγούμε και πλειοψηφία, αλλά η μάχη δεν πρόκειται βέβαια να σταματήσει τη νύχτα των εκλογών. Οι δυνάμεις της αντίδρασης δεν θα ψηφίσουν όλες αριστερά, οπότε θα μπορούσες να υπολογίσεις ότι τα δυό μεγάλα κόμματα θα πάρουν ψήφο με εντολή να προχωρήσουν αμέσως μπροστά. Το βέβαιο είναι ότι οι δυνάμεις της αντίδρασης θα στηρίξουν και αυτές τα δυό μεγάλα κόμματα. Βλέπουμε ήδη ότι και στα δυό μεγάλα κόμματα βουλευτές κυρίως τιποτόφρονες ψηφοσυλλέκτες, αστοιχείωτους και ανίκανους για οτιδήποτε ρωμαλέο. Ε, αυτοί οι ίδιοι θα ξαναψηφιστούν, με τούτα ή εκείνα τα ποσοστά. Ελάχιστοι μέσα στα δυό κόμματα εξουσίας έχουν τη δύναμη και το ανάστημα να αναμορφώσουν πράγματι την κοινωνία μας. Αυτούς βέβαια θα πρέπει να τους στηρίξουμε – δεν το συζητώ. Διότι εάν δεν τους στηρίξουμε, θα είμαστε συνυπεύθυνοι του επερχόμενου χάους. Αλλά οφείλουμε να μην έχουμε αυταπάτες: το πολύ που μπορούμε να περιμένουμε από τις εκλογές είναι μια πιο ενισχυμένη δυνατότητα να πιέζουμε προς την ορθή κατεύθυνση. Το πολύ.
Το δεδομένο είναι ένα που δεν θα το αλλάξουν οι εκλογές: η Ελλάδα έχει μπεί σε μια πορεία διάσπασης, καθώς οι δυό ομάδες του λαού βρίσκονται πλέον κυριολεκτικά αντιμέτωπες.
Είναι δυό δυνάμεις, άγνωστο πόσο ισχυρές: η μια έχει την ωμή δύναμη αυτού που θέλει να κρατήσει τα κεκτημένα του, αδιαφορώντας για το τί θα σημάνει αυτό για τους άλλους και για την ίδια του την ευρύτερη οικογένεια ακόμη, αδιαφορώντας για το μέλλον του έθνους που δεν είναι πια έθνος του, αδιαφορώντας για την κοινωνία που δεν είναι πια κοινωνία αλλά απειλή. Πρόκειται για δύναμη μαχόμενη μόνο για τη διατήρηση του αμφισβητούμενου εαυτού, του ιδιωτικού. Η άλλη, είναι μια δύναμη που γενιέται από την πεποίθηση στην αξία της, μια δύναμη που θέλει να περισώσει το μέλλον νιώθοντας ότι δεν μπορεί να το επιτύχει αν δεν συντρίψει τα κεκτημένα και δεν αναθέσει το αύριο στα χέρια δημιουργικών δυνάμεων. Από τη μια το μπρούτο συμφέρον, από την άλλη αντιλήψεις, έννοιες, λογική κρίση.
Δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι οι αντιλήψεις και η λογική κρίση που αποβλέπουν στο πως θα μειώσουν για να σώσουν, είναι ισχυρότερες από τη δύναμη που μάχεται υπέρ ότινος ήδη κατέχει. Πολύ περισσότερο, που η δύναμη του κοινωνικού νιώθει ήδη πως έχει χαμένη τη μάχη.
Και φαίνεται πως είναι πράγματι χαμένη η μάχη. Βλέπουμε πως ακόμη και τώρα, έπειτα από τόσες συζητήσεις και τόσα επιχειρήματα, έπειτα από τόσες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις και αποφάσεις, μόνο οι φόροι αυξάνουν και οι μισθοί μειώνονται, ενώ η αναδόμηση του κράτους δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα ελάχιστο βήμα. Βλέπουμε ότι το κράτος ανθίσταται με λυσσασμένο πείσμα, ενώ η μεταρρύθμισή του σκουντουφλάει στα βράχια, κι όταν φύγει απ αυτά βυθίζεται στην άμμο.
Το ακόμη χειρότερο είναι ότι ενώ η δύναμη του συστήματος καλείται να αντέξει όσο και με όποιους τρόπους μπορεί, η δύναμη της κοινωνικής ανάταξης έχει πολύ μικρό χρόνο στη διάθεσή της: λίγο ακόμη και θα είναι πια άχρηστη, η χώρα θα οδηγηθεί έξω από το μέλλον της, στην άβυσσο που την εξωθούν. Οι διαρθρωτικές αλλαγές έπρεπε να είχαν αρχίσει εδώ και χρόνια. Έχουμε ήδη χάσει χρόνο, έχουμε ήδη βυθισθεί μέσα στην αγωνία και την έλλειψη προοπτικής εδώ και καιρό. Σε λίγο θα είναι πια άχρηστο οτιδήποτε γίνει προς τη σωστή μεριά. Αλλά και ένα θετικό να γίνει, θα είναι άχρηστο αν δεν συνοδευτεί αμέσως, μα αμέσως, από το επόμενο. Αλλά ακόμη και οι πιο στέρεοι υπερασπιστές της κοινωνικής αναμόρφωσης, γνωρίζουν ότι οι πιθανότητες να γίνουν έστω με τρία χρόνια καθυστέρηση τα πρώτα βήματα προς το σωστό διαφαίνονται ως πολύ αχνές σκιές στον ορίζοντα.
Έτσι πορεύομαι μέσα από την Επαγωγή, κι από όπου αλλού μου δίνεται δυνατότητα. Νιώθοντας ασταμάτητα την ανημπόρια να μου βαραίνει το στήθος.
Ξέρω∙ δεν πρέπει να τα λέμε αυτά, διότι ενισχύουμε αυτούς που έχουν επενδύσει πολλά δις στην πτώχευση της Ελλάδας. Αλλά δεν θέλω να το σεβαστώ αυτό. Κανείς πια δεν μπορεί να γράφει αθώα. Το κάθε βήμα που θα γίνει, θα γίνει πάντως μέσα στη λάσπη της αγωνίας μας.

Μια ολοκληρωμένη πρόταση για το ευρωπαικό αδιέξοδο

Η πιο σκοτεινή πλευρά του κουρέματος, από τον Έρμιππο

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012


Αυτήν την στιγμή 12.000 περίπου οικογένειες στην Ελλάδα (και άγνωστος αριθμός στο εξωτερικό), κάτοχοι ομολόγων του δημοσίου, -Έλληνες ή Ευρωπαίοι πολίτες δεύτερης κατηγορίας προφανώς αυτοί-, πρόκειται να υποστούν το επαχθές μέτρο της αυθαίρετης δήμευσης της περιουσίας τους, μέσω του περίφημου "κουρέματος", επειδή κάποτε, στο πρόσφατο παρελθόν, είχαν την ατυχή έμπνευση να εμπιστευθούν το ελληνικό κράτος και να χρηματοδοτήσουν με τις οικονομίες τους τις ανάγκες του.

Από το blog  Έρμιππος

Πρέπει να σώσουμε το "κοινωνικό κράτος", διαβάζω κάπου σήμερα. Τις "υλικές προϋποθέσεις" της δημοκρατίας.
Το βαθύτερο θεμέλιο του κοινωνικού κράτους, όμως, το πρώτο έρεισμα της ύπαρξης του, είναι το δίκαιο κράτος. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί η αναδιανομή, που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει, να μετατραπεί, από μηχανισμό απόσβεσης κραδασμών και εξισορρόπησης, σε βραδυφλεγή βόμβα, στην βάση που στηρίζει την συνύπαρξη. 
Αυτήν την στιγμή 12.000 περίπου οικογένειες στην Ελλάδα (και άγνωστος αριθμός στο εξωτερικό), κάτοχοι ομολόγων του δημοσίου, -Έλληνες ή Ευρωπαίοι πολίτες δεύτερης κατηγορίας προφανώς αυτοί-, πρόκειται να υποστούν το επαχθές μέτρο της αυθαίρετης δήμευσης της περιουσίας τους, μέσω του περίφημου "κουρέματος", επειδή κάποτε, στο πρόσφατο παρελθόν, είχαν την ατυχή έμπνευση να εμπιστευθούν το ελληνικό κράτος και να χρηματοδοτήσουν με τις οικονομίες τους τις ανάγκες του.
Με την απροκάλυπτη κλοπή των χρημάτων των ανθρώπων αυτών, τώρα, θα συνεχίσουν να καλύπτονται οι ανάγκες και να "προστατεύεται η συνοχή" της υπόλοιπης αγνής και άμωμης εγχώριας κοινωνίας. Θα δοθούν επιδόματα. Θα πληρωθούν αθώοι υπάλληλοι ειδικών μισθολογίων και δροσεροί, έφηβοι υψηλοσυνταξιούχοι. Θα ρυθμιστούν τα ληξιπρόθεσμα, μη εξυπηρετούμενα δάνεια κάποιων άλλων. Κυρίως, θα εξασφαλισθούν οι λαϊκές τραπεζικές καταθέσεις των καλών από τους αποταμιευτές. Ακόμη και όλων εκείνων που τα προηγούμενα χρόνια τοποθετούσαν τζογαδόρικα τις δικές τους οικονομίες στην Proton του πρωτοπόρου επιχειρηματία Λαυρεντιάδη, για να επωφεληθούν από τα γενναιόδωρα επιτόκια του 7, 8 και 9%. Αυτές οι προσοδοφόρες καταθέσεις υψηλού ρίσκου ήταν, φαίνεται, από τις άλλες, τις ηθικές αποταμιεύσεις, που αξίζει τον κόπο να προστατευθούν.
Ανάμεσα σε αυτούς, τους νέας κοπής "τοκογλύφους ομολογιούχους", που θα θυσιασθούν, υπάρχουν και κάποιοι που δεν αποταμίευσαν το υστέρημα ή το πλεόνασμα τους. Ήταν απλά επιχειρηματίες, μικροί, μεσαίοι ή μεγάλοι, που πούλησαν τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες τους στην συλλογική έκφραση των υπόλοιπων Ελλήνων. Και για λόγους ανάγκης, -έτσι τους είπαν τότε-, πληρώθηκαν το αντίτιμο με τα άτοκα χαρτιά του δημοσίου. Και γι' αυτούς, βέβαια, η απάντηση είναι έτοιμη και εύκολη. Αφού συνεργάστηκαν με το ελληνικό κράτος, αλλά, κυρίως, αφού υπήρξαν επιχειρηματίες, είναι σίγουρο ότι εξαπάτησαν και έκλεψαν. Ή τουλάχιστον ωφελήθηκαν υπέρμετρα και ήρθε η ώρα να πληρώσουν. Στα κράτη δικαίου, όμως, τα κάθε είδους αδικήματα αποδεικνύονται ακριβοδίκαια και με δημόσιες διαδικασίες μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων. Και καταλογίζονται και τιμωρούνται με τους τρόπους που ορίζουν οι συντεταγμένοι θεσμοί και όχι συλλογικά και οριζόντια, με τον θολό αντίλαλο των άναρθρων κραυγών της αγοράς και του οργισμένου πλήθους.
Ένα μέρος της αξίας των χαμένων ομολόγων θα αποδοθεί στους "κουρεμένους" πολίτες με νέα, εγγυημένα από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς αξιόγραφα, διάρκειας 30 ετών. Πόση γενναιοδωρία αλήθεια! Τα φυσικά πρόσωπα, με τον περιορισμένο χρόνο ύπαρξης, εξομοιώνονται αναίσχυντα με τις τράπεζες, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους επενδυτικούς οίκους. Τους αθάνατους ναούς του καπιταλιστικού συστήματος. Οι σημερινοί καλόπιστοι πενηντάρηδες μπορούν τώρα να βάλουν ήσυχοι τους γιούς και τις κόρες τους στην βαθειά κατάψυξη. Θα σπουδάσουν τους μεν και θα προικίσουν γενναιόδωρα τις δε το 2042, όταν ο περήφανος λαός των Ελλήνων τους επιστρέψει τα χρωστούμενα, τηρώντας τα συμβόλαιο τιμής που υπέγραψε μαζί τους.
Το κοινωνικό κράτος είναι αποτέλεσμα δικαιοσύνης και όχι ανθρωποφαγίας. Επειδή αλλιώς δεν είναι ούτε κοινωνικό ούτε κράτος. Αλλά μόνο ένα δοχείο συσσώρευσης αδικίας, αντιφάσεων και μίσους, που, κάτω από την εξωραϊσμένη επιφάνειά του, αυξάνει μέρα με την μέρα την καταστροφική εκρηκτική του δύναμη.
Όσοι σήμερα αισθάνονται ανακουφισμένοι επειδή θα χορτάσουν την πείνα τους απλώνοντας το χέρι στο πιάτο του ανυπεράσπιστου γείτονα ας μην εφησυχάζουν. Η δική τους σειρά είναι πιθανό να έρθει πολύ σύντομα. Η απουσία των κανόνων το εγγυάται. Η πρόγευση είναι ήδη εδώ.

Το σύστημα

4 Μαρτίου, 2012 // Συγγρ:
Ήταν αναμενόμενο η τρέχουσα πολιτική σύγκρουση «μνημονιακών»- «αντιμνημονιακών» να πάρει εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Ήταν αναμενόμενο ό,τι στην αρχή φάνταζε περιθωριακό, ό,τι γραφόταν σε ακραία μπλογκς και έντυπα, ό,τι διακήρυσσε ο Μίκης Θεοδωράκης, κατά μόνας ή με τις κατά καιρούς οργανώσεις του, να πολλαπλασιαστεί, να ενταθεί, ακόμα και να επισημοποιηθεί: οι μειοδότες «μνημονιακοί» και οι εθνικόφρονες «αντιμνημονιακοί». Οι πρώτοι πουλάνε βάσει οργανωμένου και έξωθεν εκπορευόμενου (από τους μασόνους, τους Εβραίους και, σε κάθε περίπτωση, τους Γερμανούς) σχεδίου την πατρίδα, οι δεύτεροι την υπερασπίζονται σθεναρά -ορισμένοι μάλιστα από αυτούς, όχι κατ’ανάγκη οι πιο δευτεροκλασάτοι, καλούν πλέον ανοιχτά ακόμα και σε «σύγχρονη» ανασύσταση του ΕΑΜ! Η χώρα έχει επείγουσα ανάγκη από την συγκρότηση ενός αντιστασιακού «εθνικού μετώπου» για τη σωτηρία της. Πώς αλλιώς να ερμηνευθούν οι σχετικές δηλώσεις κορυφαίων στελεχών και διανοουμένων της αριστεράς (και μάλιστα προερχόμενων από την πάλαι ποτέ «ανανεωτική» της πτέρυγα) που δεν αμφισβητούν «απλώς» κάποιες πολιτικές, αλλά και τις προθέσεις των φορέων τους; Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί ο πληθωρισμός της εθνικοφροσύνης στην ευρύτερη δεξιά; Ο ένας ιδρύει τους «Ανεξάρτητους Ελληνες», ο άλλος την «Πατρίδα», ο τρίτος αποχωρεί από την κυβέρνηση (και χαρακτηρίζει όλους τους υπόλοιπους «ναι-ναίκους», καλά να πάθουν που τον δέχτηκαν, αν δεν τον παρακάλεσαν κιόλας!). Και στη μέση, δηλαδή παντού, ως εκφραστής του ταλαιπωρημένου, αγανακτισμένου, αλλά πάντα «περήφανου μέσου ανθρώπου», ο Θεοδωράκης με την «Ελλάδα».
Για όποιον δεν κατάλαβε, βρισκόμαστε στο 1940! Για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ μας είχε προειδοποιήσει σχετικά έγκαιρα, ανήμερα μάλιστα της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου: τότε, δηλαδή το 1940, ο ελληνικός λαός είχε πολεμήσει κατά του ναζισμού, σήμερα πολεμά κατά του «σιωνισμού», αλλά κάποιοι δεν τον είχαμε ακούσει. Στο μεταξύ, βέβαια, η γερμανοφοβία χτύπησε κόκκινο. Αγώνας μαζικός, λαϊκός, εθνικο-απελευθερωτικός -όπως τότε, έτσι και τώρα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Όλη αυτή η κακόγουστη φάρσα θα μπορούσε να καταλήξει σε τραγωδία. Εθνική τραγωδία. Γιατί αυτό που συμβαίνει είναι η μεθοδευμένη εργαλειοποίηση της δικαιολογημένης ως έναν βαθμό κοινωνικής δυσφορίας και διαμαρτυρίας και ο προσανατολισμός της προς την υπόδειξη ενός εσωτερικού εχθρού. Το σχήμα είναι γνωστό: «λαός» εναντίον «ελίτ» που όχι μόνον δεν ενδιαφέρονται για την τύχη του, αλλά και συνειδητά, συνεργαζόμενες με αλλότριους συμμάχους της, αποσκοπούν στην εξουθένωσή του, υλική και πνευματική, προκειμένου να τον υποτάξουν.
Πώς απαντάμε (αν υποτεθεί ότι υφίσταται αυτός ο πληθυντικός του «εμείς») σε αυτήν τη ραγδαία κλιμακούμενη επίθεση του ανεύθυνου εθνικο-λαϊκισμού; Καταρχάς, με το να κατανοήσουμε το περιεχόμενο των «λόγων» του, αναλύοντας τα «επιχειρήματά» του, εντοπίζοντας τον πυρήνα του. Κατανοώντας, δηλαδή, ότι όλη αυτή η επιχείρηση είναι εξ αντικειμένου πρωτίστως ιδεολογική και πολιτική: θέλει να απονομιμοποιήσει ηθικο-πολιτικά και να δαιμονοποιήσει οποιονδήποτε σκέφτεται και δρα διαφορετικά ως «αντεθνικό δρώντα». Μονοπωλώντας την έκφραση του υπαρκτού κοινωνικού πόνου, αλλά και κλείνοντας το μάτι σε οργανωμένες συντεχνίες, κηρύσσει έναν κίβδηλο ανένδοτο αγώνα καταγγέλλοντας όλους όσους δεν είναι με το μέρος του «λαού» ως το αντέθνος που τον επιβουλεύεται, ως «ξένο σώμα» που παρασιτεί μέσα στο υγιές σώμα της εθνικής κοινότητας. Πρόκειται για μείζονα συκοφαντία, με την αρχαιοελληνική έννοια, όπου διαμέσου της διαβολής, αποσκοπεί στην ηθική εξόντωση του αντιπάλου, που ανάγεται σε εχθρό. Γι’ αυτό και επείγει η κατανόηση και η αντιμετώπιση αυτής τής στην πραγματικότητα πολεμικού τύπου επιχείρησης. Διαφορετικά, η οποιαδήποτε μονοσήμαντα ορθολογική της αντιμετώπιση (π.χ. σε επίπεδο προγράμματος, για το τι πρέπει να γίνει σήμερα, κλπ.) είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Το αρτιότερο πρόγραμμα, το καλύτερα τεχνοκρατικά θεμελιωμένο, δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή να κατακτήσει τις ψυχές των ανθρώπων αν, ταυτοχρόνως, δεν επενδυθεί με έναν πειστικό λόγο που να μιλά, με μη-δημαγωγικό τρόπο, στο όνομα του εθνικού και του λαϊκού συμφέροντος.
Με άλλα λόγια, η δικαιολογημένα ως έναν βαθμό «αντι-συστημική» φορά που έχει προσλάβει η κοινωνική διαμαρτυρία, οφείλει να πολιτικοποιηθεί. Κάτι που πρακτικά θα μπορούσε να σημαίνει ότι η μακρόχρονη ρεαλιστική έξοδος από την κρίση δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να αποσυνδέεται από μια ηθικο-πολιτική της αλληλεγγύης προς τα πραγματικά θύματα αυτής της κρίσης. Το πεπρωμένο των πραγματικών θυμάτων, όχι φυσικά με την μιζεραμπιλιστική έννοια της ακατάσχετης αριστερο-δεξιάς δημαγωγίας, αλλά υπό την οπτική της κοινωνίας ως «κοινότητας πεπρωμένου», ως ανοιχτής κοινότητας πολιτών, δηλαδή ως δημοκρατικά συγκροτημένου έθνους, οφείλει να κατέχει κεντρική θέση σε έναν λόγο που θέλει να υπερβεί την εν πολλοίς πλαστή διαίρεση «μνημόνιο»/«αντιμνημόνιο». Έναν λόγο που θα απηχεί τον από τον Λίνκολν ορισμό της δημοκρατίας ως «τη διακυβέρνηση του λαού, από το λαό, για το λαό» -αυτόν το δημόσιο λόγο, τόσο σε ύφος όσο και σε περιεχόμενο, έχουμε σήμερα ανάγκη, έχοντας ταυτόχρονα πλήρη συνείδηση των παραφθορών, ενίοτε μοιραίων, που καραδοκούν να μετατρέψουν αυτήν την υπόσχεση από «όνειρο» σε «εφιάλτη».

Σχετικά με τον συγγραφέα

Ο Αντρέας Πανταζόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Το roller coaster της εσωτερικής υποτίμησης


Η τρόικα έκανε αυτό που δεν είχε κάνει εδώ και καιρό. Δηλαδή να ξεκινήσει επίσημα την εσωτερική υποτίμηση. Καθώς οι τιμές ακολουθούν τους μισθούς, η προς τα κάτω ελαστικότητα των μισθών σε συνδυασμό με την ανεργία θα ρίξουν απότομα τους μισθούς με αποτέλεσμα να αποπληθωριστούν οι τιμές. Ο αποπληθωρισμός των τιμών θα ξανακάνει τα ελληνικά προϊόντα επαρκώς φτηνά για τις διεθνείς αγορές αλλά και θα υποκαταστήσουν τις εισαγωγές δεδομένου πως δεν θα αρκεί το εισόδημα για εισαγόμενα προϊόντα. Όπως επίσης οι τιμές των περιουσιακών στοιχειων θα πέσουν αρκετά έτσι ώστε να προσελκυθεί κεφάλαιο από το εξωτερικό το οποίο θα αγοράσει πολύ φτηνά τα περιουσιακά στοιχεία. Ότι ακριβώς θα γινόταν με μια βίαιη εξωτερική υποτίμηση της δραχμής, συμβαίνει με μια αργή και επώδυνη εσωτερική υποτίμηση. Όμως η εσωτερική υποτίμηση που αποτολμάται πάσχει σε μια σειρά από σημεία:

Αντί να ελαστικοποίησει πλήρως την αγορά εργασίας ώστε η προσαρμογή στους χαμηλότερους μισθούς να γίνει ταχύτερα, η τρόικα επέλεξε απλά να ρίξει τον κατώτερο μισθό κατά ένα ποσό χωρίς να τον καταργήσει τελείως. Η σωστή συνταγή θα ήταν η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η ελευθερία των απολύσεων και η κατάργηση του κατώτερου μισθού. Με αυτόν τον τρόπο η αγορά θα ισορροπούσε πολύ ταχύτερα στους νέους χαμηλότερους μισθούς και θα ακολουθούσε ταχύτερη προσαρμογή των τιμών. Ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις θα είχαν περισσότερα κίνητρα να προσλάβουν εργατικό δυναμικό λόγω της ευελιξίας να απολύουν και να πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς.

Ακόμα και αν ίσχυε το παραπάνω, η τρόικα με την φοροεπιδρομή της έχει καταστρέψει τα κίνητρα των επιχειρήσεων να προσλαμβάνουν. Από την μια επιθυμεί η τρόικα να μειώσει το εργατικό κόστος, από την άλλη επιμένει σε μια φορολογική καταιγίδα που αυξάνει το κόστος των επιχειρήσεων και των ιδιωτών. Όπως επίσης δεν έχει υπάρξει καμία πρόοδος στο ζήτημα των πολύ μεγάλων ασφαλιστικών εισφορών εργοδοτών και εργαζομένων που επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος της εργασίας. Όπως σχετικά καμία πρόοδος δεν έχει υπάρξει στα θέματα που αφορούν την γραφειοκρατία και την πολυνομία που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και συμβάλλουν στα κόστη.

Για να πετύχει η εσωτερική υποτίμηση πρέπει να υπάρξει ταχεία μείωση των τιμών των αγαθών. Αυτό περιλαμβάνει την μείωση κάθε είδους φόρων ειδικά σε είδη πρώτης ανάγκης. Δεν είναι για παράδειγμα δυνατόν το μεγαλύτερο μέρος της τιμής των καυσίμων να είναι φόροι. Όντως το ελληνικό δημόσιο θα χάσει φόρους και θα διευρύνει το έλλειμμα του με μια στρατηγική αποκλιμάκωσης της φορολογικής επιβάρυνσης. Και εδώ είναι το κατά την άποψη μου ουσιαστικό ζήτημα. Όση εσωτερική υποτίμηση και να υπάρξει εφόσον το κράτος συνεχίζει να χρηματοδοτεί ένα μη βιώσιμο χρέος τόσο θα χρειάζεται να παίρνει μέτρα εισπρακτικού χαρακτήρα που θα ακυρώνουν την εσωτερική υποτίμηση.

Είναι καιρός να αντιληφθεί η τρόικα ότι το κούρεμα πρέπει να είναι βαθύτερο. Θα έλεγα ένα 80% και με την ΕΚΤ και τους ευρωπαίους να παίρνουν ένα μέρος των ζημιών. Καμία εσωτερική υποτίμηση δεν θα δουλέψει αν το χρέος δεν καταστεί βιώσιμο. Όταν το κούρεμα καταστήσει το χρέος βιώσιμο, η εσωτερική υποτίμηση μπορεί να δουλέψει δεδομένου πως το κράτος δεν θα απαιτεί τόσο μεγάλους φόρους για την αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων και θα μπορέσουν οι επιχειρήσεις να αποκτήσουν πάλι τα κίνητρα για παραγωγή και πρόσληψη εργαζομενων.

Δυστυχώς εξακολουθεί η οικονομική πολιτική να μην αναγνωρίζει τις πραγματικότητες. Δύο χρονια πριν μπαίναμε στο τούνελ του μνημονίου για να μην χρεοκοπήσουμε. Και ήρθε το PSI (κούρεμα, δηλαδή χρεοκοπία). Μπήκαμε στο μνημόνιο για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε το φάσμα μιας σημαντικής υποτίμησης της δραχμής. Και όμως έχουμε μια πιο σκληρή εσωτερική υποτίμηση. Υποτίθεται ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται θέλουν να κάνουν το χρέος βιώσιμο. Εντούτοις μας λένε πως σε 10 χρονια το χρέος θα είναι 120% του ΑΕΠ.

Όπως και να έχουν τα πράγματα και παρόλες τις αντιρρήσεις μας η εσωτερική υποτίμηση ξεκινάει. Προσδεθείτε, το τραινάκι της εσωτερικής υποτίμησης αρχίζει την κατηφόρα.

Η δραχμή και τα λαμόγια


Η οικονομική θεωρία λέει ένα πολύ απλό πράγμα. Μεσοπρόθεσμα η πραγματική ισοτιμία επιστρέφει στην τιμή ισορροπίας της ανεξάρτητα του νομισματικού συστήματος. Είτε με δραχμή, είτε με ευρώ, η πραγματική ισοτιμία μεσοπρόθεσμα θα έχει την ίδια τιμή. Η πραγματική ισοτιμία ορίζεται ως το γινόμενο της ονομαστικής ισοτιμίας επί τον λόγο των τιμών εσωτερικού προς τις τιμές εξωτερικού. Η συζήτηση εναντίον της δραχμής επικεντρώνεται στα περίφημα λαμόγια τα οποία έχουν παρκαρισμένα χρήματα στο εξωτερικό. Τα χρήματα αυτά είναι, υποτίθεται, προϊόντα παραοικονομίας και εγκληματικών οικονομικών συναλλαγών. Η επαναφορά της δραχμής θα επιτρέψει στα λαμόγια να αγοράσουν στην Ελλάδα περιουσιακά στοιχεία σε πολύ χαμηλή τιμή. Όμως αυτό το επιχείρημα δεν είναι και το καλύτερο εναντίον της δραχμής.

Πρώτον, αν τα λαμόγια έχουν χρήματα παρανόμως αποκτηθέντα αυτό δεν είναι πρόβλημα της ισοτιμίας, αλλα των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι αν τα λαμόγια κάνουν την τάδε ή την δεινα οικονομική συναλλαγή, αλλά το ότι υπάρχουν. Οπότε αντί να μεμψιμοιρούμε για τα λαμόγια και την δραχμή, ας τα πιάσουμε πρώτα.

Δεύτερον. Eφόσον η υποτίμηση εσωτερική ή μη θα ισορροπήσει σε μια σταθερή τιμή της πραγματικής ισοτιμίας ανεξαρτήτως νομισματικού συστήματος, τα λαμόγια θα μπούν όταν η πραγματική ισοτιμία είναι χαμηλή. Δηλαδή θα μπούν είτε όταν η δραχμή υποτιμηθεί πολύ, είτε όταν οι τιμές των ελληνικών περιουσιακών στοιχειων πέσουν τόσο πολύ εντός ευρώ ώστε να αγοραστούν φτηνά. Ήδη οι αποτιμήσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στο χρηματιστήριο έχουν καταβαραθρωθεί. Είναι ισοδύναμο για έναν κάτοικο εξωτερικού η τιμή μιας μετοχής να μειωθεί ονομαστικά κατά 50% από μια υποτίμηση του νομίσματος, είτε από την κατά 50% πτώση στην τιμή της με σταθερή τιμή του νομίσματος. Για τον ξένο επενδυτή τα ίδιο σε τιμή ξένου νομίσματος θα κοστίσει.

Τρίτον. Εφόσον τα λαμόγια θα μπούν σε μια συγκεκριμένη τιμή της πραγματικής ισοτιμίας, μάλλον θα το κάνουν σε καθεστώς μηδενικού συναλλαγματικού κινδύνου. Θα προτιμήσουν μάλλον να μην έχουν το ρίσκο η επένδυση τους να χάσει αξια από νέες υποτιμήσεις της νέας δραχμής. Δηλαδή μάλλον θα προτιμήσουν να αγοράσουν εντός ευρώ σε πολύ χαμηλότερες τιμές από τις σημερινές.

Τέταρτον. Λαμόγια και επενδυτες δεν κοιτάνε μόνο τις τιμές που καθορίζει η πραγματική ισοτιμία σε σχέση με το ξένο νόμισμα, αλλα και τις επενδυτικές προοπτικές της χώρας. Στην Ελλάδα παρόλο που υπήρξε δραματική μείωση των τιμών των μετοχών των επιχειρήσεων, δεν είδαμε καμία είσοδο ξένων επενδυτών. Όντως υπάρχει από εκείνους ο φόβος μιας απότομης υποτίμησης και εξόδου από το ευρώ. Αυτό ενισχύει το προηγούμενο επιχείρημα. Λαμόγια και επενδυτες, θα αποφύγουν για καιρό την Ελλάδα μέχρι να σταθεροποιηθεί η νομισματική κατάσταση.

Αν η Ελλάδα βγει εκτος ευρώ, λαμόγια και επενδυτες θα περιμένουν μέχρι το νόμισμα να πιάσει πάτο ή να σταθεροποιηθεί. Τότε τα λαμόγια θα χρειαστεί να ανταγωνιστούν τους πραγματικούς επενδυτες για την αγορά περιουσιακών στοιχείων, οδηγώντας τις τιμές προς τα πάνω.

Συμπερασματικά. Το τελευταίο που έχουμε να φοβούμαστε με την νέα δραχμή είναι τα περίφημα λαμόγια που έχουν παρκάρει χρήματα στο εξωτερικό. Μπορούν ήδη να αγοράσουν πολύ φτηνά εντός ευρώ. Με την δραχμή μπορεί να επωφεληθούν από μία νέα υποτίμηση όμως δεν εξασφαλίζονται από μελλοντικές υποτιμήσεις αλλά και από και το εχθρικό φορολογικό κλίμα. Αλλα και πάλι αν μπουν με την δραχμή θα επιτελέσουν μια κοινωνική ωφέλεια. Δηλαδή την είσοδο συναλλάγματος.

Υπάρχουν δεκάδες επιχειρήματα κατά της δραχμής. Τα λαμόγια δεν είναι ένα από αυτά.
Επί τρεις αιώνες το καπιταλιστικό σύστημα διαμορφώνει τον δυτικό κόσμο, υφιστάμενο σε τακτά διαστήματα εκρήξεις κατά τις οποίες έθνη και λαοί κινδυνεύουν να χάσουν τα πάντα. Παρ’ όλα αυτά, ο καπιταλισμός εξακολουθεί να κυριαρχεί στον κόσμο. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, αντλώντας από την απαράμιλλη σχετική του εμπειρογνωμοσύνη, διερωτάται πώς και γιατί συμβαίνει αυτό – και κατά πόσο το όλο φαινόμενο είναι αναπόφευκτο. Καταδεικνύει ότι περιοδικά επεισόδια κατάρρευσης δεν είναι απλώς αναπόδραστα στο εκάστοτε καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και ουσιώδη για την επιβίωσή του: χρηματοοικονομικές και νομισματικές πολιτικές που δεν λαμβάνουν υπόψη αυτές τις κρίσεις μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερη ζημία παρά καλό. Η ουσία του καπιταλισμού είναι η διαφύλαξη των προσωπικών συμφερόντων, και το να μιλάμε για επιβολή ελεγκτικών μηχανισμών και ηθικής –όπως ισχυρίζεται ο Χάρβεϊ– είναι πέρα για πέρα παράλογο. Το αίνιγμα του κεφαλαίου αναλύει σε βάθος την οικονομική κρίση των ημε­ρών μας, ιστορώντας τα γεγονότα που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών και εξηγώντας την πολιτικο-οικονομική δυναμική του καπιταλισμού. Ο Χάρβεϊ κρίνει πώς δύναται να εξελιχθεί η σημερινή κατάσταση, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός εξελίχθηκε, και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις. Με ευγλωττία και διαύγεια, το καίριο και σημαντικό αυτό βιβλίο ανοίγει νέους δρόμους, εξετάζοντας το ενδεχόμενο μιας βιώσιμης κοινωνικής τάξης πραγμάτων που θα μπορούσε στ’ αλήθεια να είναι δίκαιη, υπεύθυνη και ανθρώπινη. Από τον συγγραφέα των μπεστ σέλερ Ο νέος ιμπεριαλισμός και Νεοφιλελευθερισμός (Ιστορία και παρόν), που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

«Ένα διαυγές και διεισδυτικό χρονικό για το πώς η ισχύς του κεφαλαίου διαμορφώνει τον κόσμο μας».
The Independent
«Μια έγκαιρη κλήση για την ανατροπή του καπιταλισμού… Διασκεδαστικά επιθετικό».
Financial Times
«Συγγραφικό σφρίγος και αίσθημα αυτοπεποίθησης που θυμίζουν τον Μαρξ στα καλύτερά του».
New Humanist