Στην Ευρώπη οι νόμοι δεν απαγορεύουν ρητά την είσοδο της Αστυνομίας στα πανεπιστήμια, όμως κατοχυρώνουν καθεστώς προστασίας των πανεπιστημίων ως χώρων ελεύθερης έκφρασης. Αυτό σημαίνει ότι, παραδείγματος χάρη, στα γαλλικά πανεπιστήμια η Αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης των πρυτανικών αρχών. Η νομική αρχή πάνω στην οποία βασίζεται αυτό λέγεται «franchise universitaire» και χρονολογείται από την ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων, τον Μεσαίωνα. Η αρχή διατηρήθηκε με διάταγμα του 1815 και περιλαμβάνεται σε κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έκτοτε.
«Το έδαφος των πανεπιστημίων δεν θεωρείται δημόσιος χώρος», επισημαίνει ο καθηγητής Δικαίου του Πανεπιστημίου Paris-II, Πιερ Κροκ. «Είναι ξεχωριστή περίπτωση». Εξαιρέσεις που επιτρέπουν την είσοδο της Αστυνομίας υπάρχουν για τη διάπραξη εγκλημάτων, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, και για περιπτώσεις φυσικών καταστροφών.
Ούτε στις ΗΠΑ έχει δικαίωμα η Αστυνομία να δραστηριοποιείται, ή και να εισέρχεται, ελεύθερα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η αιματηρή εμπειρία του Πανεπιστημίου Κεντ Στέιτ στο Οχάιο, όπου η εθνοφρουρά σκότωσε τέσσερις διαδηλωτές φοιτητές το 1970, δίδαξε στις αμερικανικές αρχές την αξία των λεπτών χειρισμών σε ό, τι αφορά τις νεανικές κινητοποιήσεις. Ακόμη και σε περιπτώσεις έρευνας για κακουργηματικές πράξεις, η Αστυνομία οφείλει να εξασφαλίσει την άδεια των πανεπιστημιακών αρχών για έρευνες, ανακρίσεις ή ακόμη και για απλή συνέντευξη φοιτητών ή εργαζόμενων στο ίδρυμα. Η ύπαρξη αστυνομικών δυνάμεων του ίδιου του πανεπιστημίου σημαίνει ότι τα ιδρύματα είναι ικανά να πραγματοποιήσουν εγκληματολογικές έρευνες, προανακριτικό έργο, ακόμη και να αντιμετωπίσουν διαδηλώσεις, χωρίς τη βοήθεια τοπικών ή ομοσπονδιακών διωκτικών υπηρεσιών.
Τα αμερικανικά πανεπιστήμια παραμένουν τόποι έκφρασης διαμαρτυριών, που κάποιες φορές φθάνουν μέχρι το απελπισμένο μέτρο της απεργίας πείνας. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει απεργίες πείνας μεταξύ άλλων στα πανεπιστήμια Columbia της Νέας Υόρκης (2007, εναντίον της έξωσης κατοίκων του Χάρλεμ για την επέκταση του πανεπιστημίου) και Purdue της Ιντιάνα (2006, εναντίον της αγοράς πανεπιστημιακού ρουχισμού από προμηθευτές που προσφέρουν άθλιες εργασιακές συνθήκες). Η απεργία πείνας στο Purdue διήρκεσε 26 ημέρες, ενώ εκείνη των συμβασιούχων του Πανεπιστημίου του Μαϊάμι, που επίσης διενεργήθηκε στον χώρο του πανεπιστημίου, διήρκεσε 25 μέρες. Αντίθετα με τις απεργίες πείνας, οι καταλήψεις αμερικανικών πανεπιστημίων σπανίζουν. Η τελευταία μεγάλη κινητοποίηση τέτοιου είδους ήταν η επί τρεις εβδομάδες κατάληψη του κτιρίου διοικητικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου του Harvard το 2001.
Οι καταλήψεις πανεπιστημίων είναι πιο συνήθεις στην Ευρώπη. Δεκάδες σχολές βρίσκονται υπό κατάληψη κάθε φορά που φουντώνουν οι φοιτητικές διεκδικήσεις, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία και στη Γερμανία. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι κινητοποιήσεις λήγουν μόνες τους ή βρίσκονται λύσεις με διαπραγματεύσεις. Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί αύξηση των αστυνομικών επεμβάσεων για τη λήξη καταλήψεων στα πανεπιστήμια της Γαλλίας, πάντα με την άδεια των πρυτανικών αρχών.
Σαφή νομοθεσία που απαγορεύει την είσοδο των δυνάμεων ασφαλείας στα πανεπιστήμια χωρίς άδεια των πρυτανικών αρχών διαθέτει και το Ιράν, χωρίς όμως να την τηρεί. Στις 14 Ιουνίου 2009, η ιρανική Αστυνομία εισέβαλε στους κοιτώνες του εξεγερμένου Πανεπιστημίου της Τεχεράνης ξυλοκοπώντας αγρίως φοιτητές και φοιτήτριες, όπως φαίνεται σε βίντεο που μεταδόθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι οργανώσεις της αντιπολίτευσης ισχυρίστηκαν ότι στην επέμβαση αυτή έχασαν τη ζωή τους πέντε φοιτητές.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30/1/2011
KAU
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011
Το θρίλερ του χρέους στην μεταπολίτευση




ΠΕΡΙΟΔΟΣ Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ
1990-93. Για πολλά έχει κατηγορηθεί ο Κ. Μητσοτάκης, αλλά όχι για κρατικές σπατάλες. Το δημόσιο χρέος όμως ανέβηκε.
ΠΑΣΟΚ 1993 - 2004. Σύμφωνα με το διάγραμμα το έλλειμμα φαίνεται να μειώθηκε. Από την άλλη, γνωρίζουμε ότι αυτά τα 11 χρόνια καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν εγίνε, ενώ οι δημόσιες δαπάνες συνέχισαν να αυξάνονται σταθερά.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δημιούργησε τα πρώτα πρωτογενή πλεονάσματα από το 1980 και μετά. Παρολ’αυτά το συνολικό χρέος ανέβηκε δραματικά την περίοδο 90-93.
Ακόμα πιο παράξενα, το κρατικιστικό ΠΑΣΟΚ του 93-04 δημιούργησε τα μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων δεκαετιών.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενώ δημιουργούσε πρωτογεννή πλεονάσματα, είχε την ατυχία να έχει σε περιβάλλον αυξανόμενων επιτοκίων και κόστος δανεισμού που πίεζαν το συνολικό χρέος προς τα πάνω.
Από την άλλη, μετά την συνθήκη του Μάαστριχτ και την καταρχήν συμφωνία για κοινό νόμισμα, το ΠΑΣΟΚ είχε την τύχη να βρίσκεται σε περίοδο πτωτικού κόστος δανεισμού λόγω της τάσης εναρμόνισης με τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης.
Αυτή ήτανε η χρυσή ευκαιρία της ελληνικής οικονομίας να μειώσει σημαντικά το συνολικό χρέος. Αντίθετα όμως, τα κερδισμένα από τα χαμηλότερα επιτόκια πηγαίνανε σε άχρηστα ΤΕΙ ανά την επικράτεια και γιγάντωση του δημοσίου.
Το πάρτι των πτωτικών επιτοκίων τελείωσε μετά την επάνοδο της Ν.Δ. στην εξουσία. Το κράτος όμως συνέχισε απτόητο. Μόνη λύση η μεταφορά των χρεών στα επόμενα χρόνια με διάφορα swaps και creative accounting.
Μέχρι που φτάσαμε στο καλοκαίρι του 2009...
Αναρτήθηκε από Στέφανος Αθανασιάδης στις 9/27/2010 09:27:00 e-rooster
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
«Καλύτερα να χρεοκοπούσατε...»


Μάθιου Λιν ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΡΓ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ | ΒΗΜΑ Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
Και ξαφνικά, λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά του 2011, τα τερματικά του Βloomberg, του εργαλείου που χρησιμοποιούν οι ανά τον κόσμο επενδυτές, γέμισαν με ελληνικές σημαίες. Δεν ήταν για καλό. Επρόκειτο για τη διαφήμιση του βιβλίου που έγραψε ο οικονομικός αναλυτής του Βloomberg Μάθιου Λιν με τίτλο «Χρεοκοπία - Η Ελλάδα, το ευρώ και η κρίση χρέους» (Βloomberg
Ρress, 2011). Κυκλοφορεί εδώ και λίγες ημέρες σε όλον τον κόσμο σε έκδοση του ίδιου του πρακτορείου. Η κεντρική ιδέα είναι ότι η Ελλάδα ξεγέλασε την Ευρώπη για να εισέλθει στην ευρωζώνη και τώρα παρασέρνει μια ήπειρο, ένα νόμισμα και ίσως το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα στην καταστροφή! Το βιβλίο βρίθει ειρωνικών σχολίων και απαξιωτικών χαρακτηρισμών για το
ελληνικό πολιτικό σύστημα και τους πολίτες, οι οποίοι παρουσιάζονται σχεδόν στο σύνολό τους διεφθαρμένοι. Οι απόψεις του βρετανού δημοσιογράφου-συγγραφέα έχουν ενδιαφέρον γιατί απηχούν σε μεγάλο βαθμό το κλίμα που επικρατεί για τη χώρα μας στις διεθνείς αγορές, στις τάξεις των διεθνών επενδυτών, δίχως μέχρι στιγμής ισχυρό και πειστικό αντίλογο.
- Τον Ιανουάριο του 2010 υποστηρίξατε ότι η καλύτερη λύση για την κρίση ήταν να αφεθεί η Ελλάδα από την ΕΕ να χρεοκοπήσει. Εξακολουθείτε να το πιστεύετε;
«Θα ήταν η καλύτερη λύση για την κρίση. Η Ελλάδα είχε δανειστεί πολύ περισσότερα χρήματα από όσα μπορούσε να αποπληρώσει. Υπό αυτές τις συνθήκες η καλύτερη λύση είναι μια οργανωμένη, μερική αναδιάρθρωση. Η χώρα προσφέρει στους πιστωτές της ό,τι μπορεί να πληρώσει και στη συνέχεια ο καθένας τραβάει τον δρόμο του. Αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα. Πρώτον, οι αγορές ομολόγων παίρνουν ένα χρήσιμο μάθημα. Θυμηθείτε, για κάθε απερίσκεπτο δανειολήπτη υπάρχει επίσης ένας απερίσκεπτος δανειστής. Αυτή τη στιγμή οι αγορές ομολόγων συνεχίζουν να δανείζουν χωρίς καμία συνέπεια. Δεύτερον, η Ελλάδα θα είχε απελευθερωθεί από το βάρος του χρέους και θα μπορούσε να εκκινήσει την ανοικοδόμηση της οικονομίας της. Αν είχε επιτραπεί στην Ελλάδα να χρεοκοπήσει, υπήρχε πιθανότητα να σωθεί το ευρώ. Τώρα δεν υπάρχει καμία».
- Εχετε αναλογισθεί τις συνέπειες για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα;
«Ναι. Θα υπήρχαν τεράστιες ζημιές. Ωστόσο τώρα υπάρχουν ούτως ή άλλως τεράστια πακέτα διάσωσηςπρώτα στην Ελλάδα, στη συνέχεια στην Ιρλανδία και σύντομα στην Πορτογαλία. Γιατί λοιπόν να μην έδιναν τα πακέτα διάσωσης απευθείας στις τράπεζες; Θα ήταν πιο ειλικρινές και θα οδηγούσε μεσοπρόθεσμα σε ένα υγιέστερο σύστημα».
- Εχετε εξετάσει τις συνέπειες για τον ελληνικό λαό;
«Και πάλι ναι. Θα ήταν μια χαρά για τους Ελληνες. Χώρες χρεοκοπούν συνεχώς. Η Αργεντινή και η Ρωσία χρεοκόπησαν πριν από μία δεκαετία και τώρα πάνε καλά. Θα υπήρχε κόστος, αναμφίβολα, αλλά οι Ελληνες πληρώνουν τώρα πολύ υψηλό τίμημα για το πακέτο διάσωσης της ΕΕ και του ΔΝΤ, επομένως και η εναλλακτική δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Η βασική συνέπεια θα ήταν ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να δανειστεί τόσο πολύ από το εξωτερικό για κάποια χρόνια, αλλά η Ελλάδα έχει ήδη δανειστεί υπερβολικά, επομένως θα ήταν καλό. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, οι Ελληνες θα βρίσκονταν σε καλύτερη θέση». - Πιστεύετε ότι όσοι «ποντάρισαν» στη χρεοκοπία της Ελλάδας αργά ή γρήγορα θα πληρωθούν; «Ναι. Η ειρωνεία είναι ότι η Ελλάδα μάλλον θα χρειαστεί να χρεοκοπήσει αργά ή γρήγορα. Επτά μήνες μετά το πακέτο διάσωσης η απόδοση του ελληνικού χρέους εξακολουθεί να υπερβαίνει το 11%. Το πρόγραμμα έχει επιβάλει φοβερή λιτότητα και δεν πέτυχε τίποτα».
- Αποκλείετε μια σημαντική κίνηση από την ΕΕ όπως αυτή που προανήγγειλε ο επίτροπος Ρεν για την επίλυση της κρίσης του χρέους;Μια τέτοια πρωτοβουλία θα διέψευδε τη θεωρία σας για τη διάλυση του ευρώ;
«Πιστεύω ότι θα υπάρξουν πολλές σημαντικές κινήσεις για τη “σωτηρία του ευρώ”. Μια ολόκληρη γενιά πολιτικών έχει επενδύσει ένα τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στο ενιαίο νόμισμα και θα καταβάλει τεράστια προσπάθεια ώστε να λειτουργήσει. Αλλά καμία κίνηση δεν θα αποδώσει. Για να λειτουργήσει το ενιαίο νόμισμα οι οικονομίες πρέπει σταδιακά να εξομοιωθούν και δεν υπάρχει καμία ένδειξη - Γιατί επιλέξατε την ελληνική σημαία για το εξώφυλλο του βιβλίου σας;
«Ο εκδότης επέλεξε το εξώφυλλο. Αλλά είναι μια σπουδαία σημαία και το βιβλίο ξεκινά με την ελληνική κρίση και συνεχίζει από εκεί».
- Εχετε επισκεφθεί την Ελλάδα; Ποια ήταν η εντύπωσή σας για τη χώρα μας και τους πολίτες της; Σας φάνηκαν διεφθαρμένοι,έτσι ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Είναι κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί με μια κεντρική πρωτοβουλία». όπως τους παρουσίασε ο γερμανικός Τύπος κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010;
«Εχω έρθει αρκετές φορές. Είναι μια φανταστική χώρα και είναι τραγικό αυτό που της συμβαίνει εξαιτίας της συμμετοχής της στο ενιαίο νόμισμα. Πιστεύω ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα για το πώς μπορεί κάποιος να ανοίξει μια δουλειά- το πλαίσιο δεν είναι αρκετά ανοιχτό. Ωστόσο μεγάλο μέρος της απεικόνισης από τον γερμανικό Τύπο ήταν άδικο. Μία από τις πολλές τραγωδίες του ευρώ είναι ότι χωρίζει αντί να ενώνει τις χώρες της Ευρώπης δημιουργώντας εχθρότητες μεταξύ των λαών».
- Δεν ανησυχείτε μήπως θεωρηθούν προσβλητικά κάποια σχόλιά σας, όπως ότι «οι Ελληνες ανακάλυψαν ό,τι πλησιέστερο στον δωρεάν μουσακά έχει ποτέ ανακαλυφθεί»; Πόσο απέχει αυτό από το πνεύμα της «Βild»;
«Οχι, δεν ανησυχώ, είναι απλώς καλοπροαίρετο χιούμορ. Δεν έχω πολύ χρόνο για υπερευαισθησίες».
«Ο Αλογοσκούφης παραδέχθηκε την παραποίηση των στοιχείων»
- Πιστεύετε ότι η Ελλάδα ξεγέλασε τους εταίρους της στην ΕΕ για να εισέλθει στην ευρωζώνη;
«Με μια λέξη, ναι. Δεν νομίζω πως μπορεί να υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Ελλάδα παραποίησε τα δεδομένα ώστε να καλύψει τις προϋποθέσεις για την ευρωζώνη. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα όμως δεν είναι αν η Ελλάδα ξεγέλασε τους εταίρους κατά την είσοδο στο ευρώ αλλά γιατί. Υπήρχε η άποψη μεταξύ των πολιτικών ελίτ και αυτό ίσχυε επίσης στην Ιταλία και στην Ισπανία, ότι η ένταξη στο ευρώ θα λειτουργούσε ως ένα είδος καταλύτη για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.
Ηταν μια απολύτως νόμιμη άποψη, αλλά δυστυχώς αποδείχθηκε ότι ήταν λάθος». - Εχετε στοιχεία ότι η Ελλάδα παραποίησε τα δεδομένα;
«Σας παραπέμπω στη δήλωση που έκανε ο Γιώργος Αλογοσκούφης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το 2004 και την επακόλουθη έκθεση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεν νομίζω πως υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ελλάδα παραποίησε τα στοιχεία».
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
Ορχάν Παμούκ

«Η δουλειά μου είναι να γράφω, όχι να είμαι πρεσβευτής της Τουρκίας»
Ο νομπελίστας τούρκος συγγραφέας μιλάει στο «Βήμα» για την αγαπημένη του Ιστανμπούλ, για το αν και πόσο άλλαξε η ζωή του μετά το βραβείο της Σουηδικής Ακαδημίας και για τον τρόπο που βιώνει το πάντρεμα της ανατολίτικης καταγωγής με τη δυτική παιδεία του
ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
«Καλείτε από την Αθήνα για τη συνέντευξη;Σας ακούω» απάντησε με ευγένεια στα αγγλικά και χωρίς χρονοτριβή. Το χρονόμετρο μετρούσε ήδη τα λεπτά ανάποδα. Μιλούσε γρήγορα και κρατούσαμε την ανάσα μας για να μη μας ξεφύγει λέξη. «Δεν γελάτε με τα αστεία μου» παραπονέθηκε κάποια στιγμή. Ηταν η πρώτη χαραμάδα μιας οικειότητας εντελώς απρόσμενης. Διότι είναι γνωστό ότι αυτός ο μελαγχολικός συγγραφέας, που χαμογελά με αυτοπεποίθηση στον φακό, υπομένει την υποχρέωση των συνεντεύξεων με επιφύλαξη. Ειδικά μάλιστα μετά την παραπομπή του σε δίκη για προσβολή της τουρκικότητας με αφορμή δηλώσεις του στον ελβετικό Τύπο και τις απειλές για τη ζωή του.
«Γράφω τις απόψεις μου στα κείμενά μου.Αποφεύγω να μιλάω για πολιτικά θέματα σε δημοσιογράφους,γιατί συχνά απομονώνουν αυτές τις δηλώσεις από τις συνεντεύξεις μου και τις σημασιοδοτούν διαφορετικά.Αυτό δεν το επιτρέπω» εξηγεί. Ο τόνος του αλλάζει εντελώς όταν μιλάει για δύο άλλα θέματα, την Ιστανμπούλ και το γράψιμο. Ο ενθουσιασμός ζεσταίνει τη φωνή του, μιμείται τους γαλατάδες που διαλαλούν το φρέσκο γιαούρτι στις γειτονιές της παλιάς Πόλης και λέει μισοανυπόμονα- μισοπαρακλητικά: «Θέλω να μείνω μόνος μου,μόνος μου για να γράψω!». Και κάπως έτσι, στη διαδρομή από τα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης στη μοναξιά του γραφείου του, μετατρέπει μια τυπική συνομιλία σε συμπάθεια.
- Καλή χρονιά,κύριε Παμούκ.Πού σας βρίσκει το τηλεφώνημά μου;
«Είμαι στο γραφείο, στέκομαι μπροστά στο παράθυρο και κοιτάζω την όμορφη, την πανέμορφη θέα της Ιστανμπούλ. Ο ουρανός είναι γκρίζος, έχει συννεφιά... Μπορώ να δω τις καμινάδες απέναντι και ένα σμήνος από σπουργίτια πάνω σε ένα δέντρο, αλλά τα τζαμιά με τους μιναρέδες τους χάνονται στο βάθος μέσα στην ομίχλη, γύρω από τα γκρίζα νερά του Βοσπόρου. Σκούρα γκρίζα νερά, που δεν έχουν καμία σχέση με το μεσογειακό μπλε του καλοκαιριού».
- Καθώς σας ακούω,αναρωτιέμαι,αν είχα το προνόμιο να σας έχω ξεναγό για μία ημέρα στην Κωνσταντινούπολη, πού θα με πηγαίνατε...
«Δεν θα σας πήγαινα στα μέρη που υποδεικνύουν οι τουριστικοί οδηγοί και στα αξιοθέατα. Θα σας οδηγούσα στα σοκάκια και στις παλιές γειτονιές, θα σας άφηνα να περπατήσετε και να χαθείτε στην πόλη ακολουθώντας το ένστικτό σας, θα σας άφηνα τελικά να την ανακαλύψετε μόνη σας».
- Εγώ την αποκαλώ Κωνσταντινούπολη,εσείς την αποκαλείτε Ιστανμπούλ. Οι δύο ονομασίες νοηματοδοτούν εντελώς διαφορετικά την ίδια πόλη;
«Στην ίδια πόλη αναφέρονται, αλλά σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της. Η πόλη είναι μία, αλλά η ιστορία της είναι ένα παλίμψηστο όλων των πολιτισμών που έζησαν στην περιοχή γύρω από τον Βόσπορο, και μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για πολιτισμούς πάρα πολλών αιώνων».
- Θεωρούν πολλοί την Κωνσταντινούπολη τη Νέα Υόρκη της Ανατολής.Εσείς που έχετε ζήσει και στις δύο πόλεις βρίσκετε εύστοχο τον παραλληλισμό;
«Η Ιστανμπούλ και η Νέα Υόρκη μοιάζουν όντως, είναι πολύπλοκες πόλεις, στους δρόμους τους συναντάς ένα πολύχρωμο πλήθος, έχουν αυτή την πλούσια ζωντάνια, αποπνέουν δυναμισμό, σφύζουν από ενεργητικότητα. Λίγες πόλεις στον κόσμο συγκεντρώνουν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Απολαμβάνω την αίσθηση ότι διαρκώς κάτι γίνεται στην πόλη, ότι βρίσκομαι στο κέντρο ενός κόσμου- πείτε το όπως θέλετε, Εγγύς Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειος ή Βαλκάνια. Μου αρέσουν τα εστιατόρια που μένουν συνεχώς ανοιχτά, το μανάβικο στη γειτονιά μου που λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο, όπως τα μικρά μπακάλικα στη Νέα Υόρκη. Να έχετε όμως υπόψη σας ότι αυτή η κοσμοπολίτικη εικόνα της Ιστανμπούλ είναι σχετικά πρόσφατη και πολύ διαφορετική από την εικόνα της πόλης πριν από 30 χρόνια. Τότε ήταν μια πόλη φτωχή, χωρίς ενεργητικότητα, χωρίς τον σημερινό πλούτο που δίνει την εντύπωση ότι συμβαίνουν πράγματα στην πόλη διαρκώς».
- Θέλετε να διασώσετε τη μνήμη εκείνης της Κωνσταντινούπολης με τα εκθέματα του Μουσείου της Αθωότητας που ετοιμάζετε.Πώς προχωρεί αυτή η υπόθεση;
«Το κτίριο του μουσείου έχει σχεδόν τελειώσει και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Απομένει να λυθούν κάποια διαδικαστικά προβλήματα. Αν καταφέρω να τα λύσω, τότε θα ανοίξει κάποια στιγμή μετά τον Μάιο».
- Είστε ένας πολίτης του κόσμου,με δυτική παιδεία,αλλά και γέννημα-θρέμμα Ανατολίτης.Πώς βιώνετε αυτή τη δυαδικότητα στην καθημερινότητά σας;
«Γράφοντας και ανακαλύπτοντας τις διάφορες πτυχές της μέσα από τα μυθιστορήματά μου. Αλλωστε ακριβώς αυτό κάνουμε όσοι γράφουμε λογοτεχνία: δημιουργούμε ένα φανταστικό σύμπαν μέσα στο οποίο εκφράζουμε τα πολλά πρόσωπα που έχουμε μέσα μας και μας ακολουθούν. Αυτή τη δυαδικότητα διερευνώ στο Μαύρο βιβλίο, στο Λευκό κάστρο και εν μέρει στο Με λένε Κόκκινο και στο Χιόνι. Εχω τραφεί από τις πηγές της παράδοσης και της νεωτερικότητας, της ευρωπαϊκής παιδείας και της ασιατικής κουλτούρας. Τα στοιχεία από όλες αυτές τις πηγές δεν συγκρούονται μέσα μου, αλλά συμπλέκονται αρμονικά, όπως συμβαίνει και στην πόλη γύρω μου. Το γεγονός ότι έχω δύο περσόνες δεν με διχάζει, ίσα-ίσα αισθάνομαι ότι μου προσδίδει βάθος, ότι με κάνει σοφότερο, πιο σύνθετο».
- Καταλαβαίνω ότι δεν πιστεύετε στο δόγμα της σύγκρουσης των πολιτισμών...
«Οχι. Αυτό το δόγμα νομιμοποίησε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και τον πόλεμο στο Ιράκ, δεν είναι ωφέλιμο για την ανθρωπότητα. Η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών δημιουργεί περιθώρια για περισσότερη σύγκρουση. Γιατί δεν συζητάμε για την αρμονία των πολιτισμών; Εγώ σε αυτήν πιστεύω, την έχω δει και τη βιώνω σε όλη μου τη ζωή».
- Ιστανμπούλ,Αλλα χρώματα και το τελευταίο σας, Fragments of the Landscape,που κυκλοφορεί στα αγγλικά: τρία δοκιμιακά και αυτοβιογραφικά βιβλία.Δεν ετοιμάζετε κάποιο νέο μυθιστόρημα;
«Το Fragments of the Landscape, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά, είναι ο δεύτερος τόμος τού Αλλα χρώματα που κυκλοφορεί τώρα στην Ελλάδα. Γράφω όμως και ένα μυθιστόρημα για τη μετανάστευση στην Ιστανμπούλ. Καλύπτει το διάστημα από το τέλος της δεκαετίας του ΄60 ως σήμερα. Γράφω για τους πλανόδιους πωλητές, για τους γαλατάδες, που στην παιδική μου ηλικία κυκλοφορούσαν στα σοκάκια κουβαλώντας κάδους με γιαούρτι και φώναζαν: “Γιαούρτι, γιαούρτι!”. Ηταν πάρα πολλοί. Από τη δεκαετία του ΄80 και μετά εξαφανίστηκαν. Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί, πώς ήρθαν στην πόλη από τα βάθη της Ανατολίας, σε τι σπίτια έμεναν και πώς ζούσαν; Με αυτά καταπιάνομαι στο νέο μυθιστόρημά μου».
- Χαρακτηρίζουν το Νομπέλ «φιλί του θανάτου» για πολλούς συγγραφείς. Λένε ότι η ευθύνη που φέρει αυτή η βράβευση πέφτει βαριά στη μετέπειτα παραγωγή τους.Αισθάνεστε μεγαλύτερη ευθύνη τώρα;
«Αντιμετώπιζα με πολλή υπευθυνότητα το γράψιμο και πριν από το Νομπέλ, σας διαβεβαιώ. Βεβαίως, αύξησε τους αναγνώστες μου, μολονότι τα βιβλία μου είχαν ήδη μεταφραστεί σε 46 γλώσσες πριν από το Νομπέλ. Το βραβείο πρόσθεσε δέκα-δώδεκα γλώσσες ακόμη. Η αλήθεια είναι ότι καθώς πληθαίνουν οι αναγνώστες σκέφτομαι λίγο ότι “θα με διαβάσουν εκατομμύρια άνθρωποι, πρέπει να προσέξω, να γράψω κάτι καλό”. Είναι μια σκέψη παιδιάστικη, αλλά κι εγώ σκέφτομαι παιδιάστικα».
- Πόσο η εθνική ευθύνη του Νομπέλ έχει αλλάξει τη στάση σας στις δημόσιες εμφανίσεις σας στο εξωτερικό;
«Με έχει κάνει πιο προσεκτικό. Στις δημόσιες εμφανίσεις μου εγώ θέλω να μιλάω για τον εαυτό μου και τα βιβλία μου, οι άλλοι όμως με θεωρούν πρεσβευτή της χώρας μου και περιμένουν να μιλήσω για την Τουρκία. Η δουλειά μου είναι να γράφω καλά μυθιστορήματα, όχι να είμαι πρεσβευτής της Τουρκίας. Γνωρίζω ότι ο κόσμος μού αποδίδει και αυτή την ιδιότητα και το σέβομαι, προσπαθώ όμως να αποφεύγω περιττές παρεξηγήσεις. Είμαι ένας συγγραφέας που έχει μια πολύ προσωπική άποψη για δύο κόσμους, για δύο κουλτούρες, αυτό μετράει».
- Εχετε ζήσει για μεγάλα διαστήματα στις ΗΠΑ.Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται εκεί; Ή να γράψετε στα αγγλικά;
«Δεν σκέφτηκα ποτέ να γράψω στα αγγλικά, ούτε να τοποθετήσω τα μυθιστορήματά μου στην Αμερική. Θυμάμαι όταν σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο Columbia στη Νέα Υόρκη, στο τέλος της δεκαετίας του ΄80, ο καθηγητής μου εκεί με ρωτούσε χαμογελώντας με νόημα: “Ορχάν, σκέφτεσαι να γράψεις κάποιο μυθιστόρημα για τη Νέα Υόρκη;”. Και του απαντούσα: “Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να γράψω πανεπιστημιακό μυθιστόρημα”».
- Διδάσκετε τώρα και εσείς με τη σειρά σας στο Columbia.Πιστεύετε ότι διδάσκεται η συγγραφή λογοτεχνίας;
«Διδάσκω λογοτεχνία και όχι δημιουργική γραφή. Το διευκρινίζω αυτό, διότι κατ΄ αρχήν θα ήμουν πολύ κακός δάσκαλος δημιουργικής γραφής. Πιστεύω πολύ λίγο στον θεσμό των εργαστηρίων δη μιουργικής γραφής. Υπάρχουν παντού, σε πολλά πανεπιστήμια. Ωστόσο η δουλειά του συγγραφέα είναι πολύ μοναχική υπόθεση. Οσοι συμμετέχουν σε αυτά πηγαίνουν περισσότερο για να γνωρίσουν άλλους συγγραφείς, για να κοινωνικοποιηθούν».
- Παρατηρείται τελευταίως η τάση λογοτέχνες και διανοούμενοι να εκδίδουν βιβλία από κοινού.Θα εξετάζατε αυτό το ενδεχόμενο,ίσως κάποιον διάλογο με έλληνα συγγραφέα;
«Οταν γράφω ένα βιβλίο, παλεύω με τον εαυτό μου πάρα πολύ. Αν συνεργαζόμουν με κάποιον άλλον συγγραφέα θα καταλήγαμε να παλεύουμε μεταξύ μας τόσο, που δεν θα το συμβούλευα σε κανέναν».
- Τι ευχηθήκατε για τον καινούργιο χρόνο;
«Να μη με ανησυχήσει κανείς, να μη χτυπάει το τηλέφωνο, να μην υπάρχουν προβλήματα, να είμαι μόνος και ήρεμος, και να γράφω, να γράφω, να γράφω το νέο μου μυθιστόρημα, με το οποίο έχω ενθουσιαστεί πολύ».
«Η συγγραφή είναι ο λόγος που αξίζει να ζω»
- Υπάρχει συνοχή στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες;
«Κατ΄ αρχήν,δεν πιστεύω ότι ζούμε σε κοινωνίες πολυπολιτισμικές.Ζούμε σε κοινωνίες πουνομίζουνότι είναι πολυπολιτισμικές,ερχόμαστε σαφώς σε επαφή με πολλές διαφορετικές κουλτούρες, αλλά υπάρχουν εντάσεις. Υπάρχει απέχθεια για τους μετανάστες,οι οποίοι καταλήγουν περιθωριοποιημένες μειονότητες.Οχι,δεν νομίζω ότι ζούμε,αλλά ναι,αν θέλετε, πρέπεινα ζήσουμε σε μια κοινωνία πολυπολιτισμική.Πρέπει πολιτισμικά, πολιτικά,σε επίπεδο οργάνωσης και θεσμών να αποκτήσουμε μεγαλύτερο βαθμό πολυπολιτισμικότητας,η οποία θα έρθει όταν επιτύχουμε μια ισορροπία ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς αυτού του κόσμου.Πληθυσμοί που ζουν σε φτωχές περιοχές διασχίζουν τα σύνορα και αναζητούν δουλειές σε πλούσιες χώρες.Προσπαθούμε να τους σταματήσουμε,αλλά είναι αναπόφευκτο- η πολυπολιτισμικότητα είναι αναπόφευκτη,πρέπει να το κατανοήσουμε». - Το μυθιστόρημα συντελεί στην εύρεση νοήματος στον περίπλοκο κόσμο μας;
«Ενδεχομένως.Εκφράζει αισιοδοξία η ερώτησή σας.Προσωπικά δεν γράφω μυθιστορήματα με αυτόν τον σκοπό.Μπορεί το μυθιστόρημα να βοηθά την ανθρωπότητα να αναγνωρίσει κάποια από τα προβλήματά της,τα μυθιστορήματα το κάνουν και αυτό.Μας κάνουν να σκεφτούμε για τη ζωή μας, για την ύπαρξή μας γενικά,για ζητήματα κοινωνικά,μας θέτουν σε εγρήγορση απέναντι στη διαφθορά και στις σκοτεινές πλευρές της ανθρωπότητας,επινοούν το μέλλον της ανθρωπότητας και μας προετοιμάζουν γι΄ αυτό,προσπαθούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την ταυτότητα του ανθρώπου της νεωτερικότητας,έχουν άπειρες λειτουργίες.Αλλά,χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω καμία από αυτές,εμένα εκείνο που με συναρπάζει είναι η τέχνη της μυθιστορηματικής γραφής καθαυτής.Ο λόγος που γράφω είναι αυτή η καλλιτεχνική ομορφιά,αυτή η σχεδόν θεϊκή αίσθηση ότι αυτός είναι ο λόγος που αξίζει να ζω».
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Ο σκηνοθέτης που λάτρεψε ο Τύπος


«Ξεκίνησα από την κορυφή και κατρακύλησα».
O Ορσον Γουέλς γνώριζε πολύ καλά ότι η κινηματογραφική προσφορά του δεν υπήρξε αντάξια της θρυλικής πρώτης ταινίας του, του «Πολίτη Κέιν», η οποία το 2011 κλείνει 70 χρόνια ζωής. Μεταφέροντας στον κινηματογράφο τη θυελλώδη ζωή και καριέρα ενός μεγιστάνα του Τύπου, του Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ (ο οποίος πολέμησε μανιασμένα τη δημιουργία της ταινίας), ο Γουέλς έκανε ανεξίτηλη στον χρόνο αλληγορία για την πλουτοκρατία που αρχίζει από μια αόριστη ιδεολογία για να καταλήξει στο υλικό τίποτε. Χωρίς προηγούμενη κινηματογραφική εμπειρία, χωρίς καν κινηματογραφική παιδεία, ο Γουέλς χρησιμοποιώντας πρωτόγνωρες τεχνικές φόρμες και πρωτοποριακά για την εποχή τους μηχανήματα συνδύασε το ρετρό ύφος με το γκρέμισμα των παραδοσιακών κανόνων κινηματογραφικής αφήγησης και το αποτέλεσμα ήταν μια από τις πιο πολύπλευρες ταινίες του σινεμά.
Ο «πόλεμος» που τον έκανε διάσημο
Ο Ορσον Γουέλς ήταν ένας γίγαντας με τα όλα του, ακόμη και στο πληθωρικό, θηριώδες σώμα του. Γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1915 στην Κενόσα του Γουισκόνσιν πέντε κιλά και συνέχισε να παίρνει βάρος ως τον θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου του 1985 στο Χόλιγουντ, το μέρος που τον αγάπησε και τον μίσησε, τον αποθέωσε και τον απέρριψε όσο κανένα άλλο.
Εκανε τα πρώτα του βήματα δουλεύοντας ως ηθοποιός σε πειραματικό θέατρο της Ιρλανδίας, όπου μετακόμισε έφηβος παρατώντας τα πάντα στις ΗΠΑ. Σύντομα σκηνοθετούσε μικρές θεατρικές ομάδες και στα τέλη της δεκαετίας του ΄30, μαζί με τον βρετανό παραγωγό (και μετέπειτα ηθοποιό) Τζον Χάουζμαν, ήταν πλήρως αφοσιωμένος στο θέατρο ανεβάζοντας με τον θίασο Μέρκιουρι ριζοσπαστικές παραστάσεις στη Νέα Υόρκη. Το 1938 συντάραξε τους πολίτες της Νέας Υόρκης μέσω μιας ραδιοφωνικής διασκευής του «Πολέμου των κόσμων» του Χ. Τζ. Γουέλς. Με την ψευδαίσθηση ότι εξωγήινα όντα είχαν εισβάλει στη Γη, ο κόσμος κατέβηκε πανικόβλητος στους δρόμους αναζητώντας καταφύγιο! Τον μίσησαν αλλά είχε πετύχει να γίνει διάσημος μέσα σε μία νύχτα. Διάσημος και περιζήτητος. Η φήμη που απέκτησε από τον «Πόλεμο των κόσμων» δεν άφησε αδιάφορο το Χόλιγουντ, το οποίο σύντομα τον κάλεσε στα λημέρια του για τον «Πολίτη Κέιν».
Θύμα της μεγαλομανίας του
Ο Γουέλς ήταν μόλις 24 ετών όταν έφθασε στο Χόλιγουντ με 15 μέλη του θιάσου Μέρκιουρι για να φτιάξει τον «Κέιν». Ως τότε ο κινηματογράφος τον άφηνε αδιάφορο- δεν είχε καν ιδέα για την πρακτική του. Στο Χόλιγουντ φρόντισε να βρει τους κατάλληλους συνεργάτες που θα τον βοηθούσαν να εκφρασθεί έτσι όπως μόνον ο ίδιος επιθυμούσε. Ενας από αυτούς ήταν ο σεναριογράφος του «Κέιν» Χέρμαν Μάνκιεβιτς, ένας άλλος ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας Γκρεγκ Τόλαντ, που- σύμφωνα με τον ίδιο τον Γουέλς- τον βοήθησε να ξεπεράσει την αμάθειά του μαθαίνοντάς του κινηματογράφο μέσα σε ένα μόλις απόγευμα!
Ο Γουέλς αφομοίωσε με δημιουργικότητα την τεχνική των δασκάλων: εξαρθρώνοντας τους χρόνους, τεμαχίζοντας το ντεκουπάζ και προτείνοντας πρωτοποριακές για την τότε εποχή γωνίες λήψης και κινήσεις της μηχανής, ανανέωσε την παραδοσιακή κινηματογραφική αφήγηση.
Το συμβόλαιο που το παιδί-«θαύμα» είχε υπογράψει του εξασφάλιζε μια πλειάδα δικαιοδοσιών (συγγραφικής, σκηνοθετικής, υποκριτικής), αλλά τελικά ο «Πολίτης Κέιν» έμελλε να γίνει η μοναδική ταινία στην οποία ο Γουέλς είχε τον πλήρη έλεγχο.
Ωστόσο η μεγαλομανία και η αστείρευτη φαντασία του Γουέλς δεν μπορούσαν να αντέξουν ένα σύστημα καταπίεσης όπως αυτό του Χόλιγουντ. Μετά τη δεύτερη ταινία του «Οι υπέροχοι Αμπερσον» που ξεπέρασε τον προϋπολογισμό παραγωγής της και τελικά σφαγιάστηκε από το στούντιο RΚΟ στη μονταζιέρα, ο Γουέλς εκδιώχθηκε.
Στην Αμερική γύρισε ακόμη τρεις ταινίες, την «Κυρία από τη Σανγκάη», τον «Ξένο» και τον «Μακμπέθ», προτού μετακομίσει στην προσφιλέστερή του Ευρώπη όπου δεν έπαψε να δουλεύει, υπό τη σκιά, πάντα, του «Πολίτη Κέιν». Η καριέρα του δεν «ανάρρωσε» ποτέ, όμως εκείνος ποτέ δεν σταμάτησε να επιμένει. Επαιζε παντού για να συγκεντρώνει τα απαραίτητα χρήματα για την παραγωγή των προσωπικών δημιουργιών του («Η δίκη», ο «Οθέλλος», ο «Φάλσταφ», που επίσης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ), παραμένοντας πάντα μια γοητευτική προσωπικότητα μπροστά στα φώτα της δημοσιότητας, είτε με τη συνοδεία είτε χωρίς τη συντροφιά της (πρώτης από τις τρεις) συζύγου του, της Ρίτας Χέιγουορθ, με την οποία έμεινε παντρεμένος από το 1943 ως το 1948.
Κέρδισε μόνο ένα Οσκαρ
Ο Φρανσουά Τρυφό είπε κάποτε ότι ο «Πολίτης Κέιν» είναι ίσως η ταινία χάρη στην οποία οι περισσότεροι κινηματογραφιστές αποφάσισαν να ξεκινήσουν την καριέρα τους. Το ίδιο και ο Μάρτιν Σκορσέζε. Είναι δύσκολο όμως να εξηγήσεις τι είναι αυτό που κάνει ένα τόσο σπουδαίο έργο να είναι τόσο σπουδαίο. Σαφώς πρόκειται για μια ανεκτίμητη κινηματογραφική κληρονομιά που ανήκει σε όλους μας και δεν μπορεί πια να αμφισβητηθεί. Οπως όμως συνέβη με τις περισσότερες ταινίες του ομιλούντος κινηματογράφου που χαρακτηρίστηκαν αριστουργήματα, έτσι και ο «Κέιν» αναγνωρίστηκε σταδιακά, με το πέρασμα του χρόνου. Κέρδισε μόνον ένα Οσκαρ (σεναρίου, το οποίο μοιράστηκε ο Γουέλς με τον Μάνκιεβιτς) και είχε φτωχή πορεία στα ταμεία ως ταινία α΄ προβολής. Παραπάνω από μία εξηκονταετία μετά, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου ανέδειξε τον «Πολίτη Κέιν» ως την καλύτερη ταινία όλων των εποχών, παρακινώντας εκατοντάδες χιλιάδες Αμερικανούς να «επιστρέψουν» στις κλασικές ασπρόμαυρες ταινίες, έστω μέσω του βίντεο και της τηλεόρασης.
ΒΗΜΑ 31-12-2010
Η ακυβέρνητη πολιτεία πάει ταξίδι


100 χρόνια από τη γέννηση του Στρατή Τσίρκα
Δύο μήνες μετά τον θάνατο του Στρατή Τσίρκα (Ιανουάριος 1980) σε σχετικό Αφιέρωμα του Αντί ο Γιάννης Ρίτσος γράφει «Λίγα λόγια για τον Τσίρκα». Λίγα αλλά αρκετά για να επιβάλει σιωπή στα απύλωτα στόματα των «Κομμένων Κεφαλών», εκείνων που προπηλάκισαν τον μεγάλο συγγραφέα και τον διέγραψαν για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά πάνω στον τάφο του. Ο Τσίρκας, λέει ο Ρίτσος, είναι δικός μας σύντροφος, «Ελληνας, γνήσιο τέκνο της πολυτάραχης εποχής μας, σε άμεση ανταπόκριση με τον αγωνιζόμενο ελληνισμό, με τους αγωνιζόμενους λαούς όλου του κόσμου». Θαυμάζει την «κοσμοπολιτική» παιδεία του («με την καλή σημασία της λέξης») και εκθειάζει την Τριλογία. Η Τριλογία «γίνεται (υπογραμμίζει) κατά τη γραφή της με διαδοχικές θέσεις και άρσεις, με ανακαλύψεις και απαρνήσεις, με αισθητικές επιλογές και εφευρέσεις, ώσπου όλα αυτά αφομοιώνονται κατά τη ροή του λόγου, απλοποιούνται και αποκτούν αυτή την εξαίσια φυσικότητα του Τρίτου Τόμου». Και παρακάτω: «Οι αναιρέσεις δεν είναι συμβιβασμοί και υποχωρήσεις, αλλά εμβανθύσεις. Κι αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη ηθική και αισθητική αρετή του Τσίρκα».
Ηγοητεία της Τριλογίας
Αυτή η «μεγάλη ηθική και αισθητική αρετή» του Τσίρκα έχει αναπτυχθεί ποικιλοτρόπως από νεότερους μελετητές. Εχει επιπλέον συζητηθεί η εν πολλοίς αδιερεύνητη ακόμη γοητεία της Τριλογίας, ενός έργου που κατέχει μοναδική θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία για πολλούς λόγους: για τη λαμπρή «επιφάνειά» της, δηλαδή τον ιστορικο-πραγματολογικό πλούτο, την αφηγηματική αρχοντιά και την περίτεχνη σύνθεση, αλλά και για το «βάθος» της, με τους πρωτογενείς μύθους του Παραδείσου και της Πτώσης να τη διατρέχουν (δεν είναι τυχαίος ο χώρος των συμβάντων) και με τον οδυνηρότατα υπαρξιακό χαρακτήρα της. Κυρίως επειδή ο συγγραφέας φωτίζει, ως πολυόμματος προβολέας «το ελληνικό προβλημα»: τον πόλεμο, το κίνημα τον Απρίλη του 1944, την αιματηρή καταστολή, τον αρχινημένο εμφύλιο, τις πολιτικές ραδιουργίες, τις κομματικές αμαρτίες. Δείχνει μέσα από το έργο του την τύχη ενός ακατάπαυστα κλυδωνιζόμενου ελληνισμού. Το έθνος μια ζαριά στο τραπέζι των άλλων, όχι απλώς με την ανοχή μας, αλλά με την άδειά μας. Η Χρύσα Προκοπάκη ( Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και η κριτική 1960-1966 ) ορίζει εύστοχα τι περιλαμβάνει η Τριλογία: «Η λαίλαπα του φασισμού δημιουργεί μια κατάσταση κατακλυσμιαία. Διάσπαση των μετώπων, διάσπαση των συνειδήσεων, ένας κόσμος καταρρέει, “ακυβέρνητος”, σχετικοποίηση της αλήθειας [...] Και μέσα σ΄ όλα αυτά, η προβολή σ΄ ένα μέλλον, το όνειρο και το όραμα».
Ιδού που για άλλη μια φορά το έργο τέχνης αποδεικνύεται φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον από την ιστορία. Αυτή η ιδέα μιας χώρας που συνεχώς κινδυνεύει να αφανισθεί (από εσωτερικές αμαρτίες και έξωθεν επιβουλές) δεν είναι καινούργια, ούτε ανήκει στο σύνδρομο της συνωμοσιολογίας. Υπάρχει ως κύριο θέμα (με διάφορες παραλλαγές) σε όλους τους μεγάλους συγγραφείς μας, είτε έζησαν στην περιφέρεια του ελληνισμού, τέκνα μιας ιδιότυπης διασποράς, όπως ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Καβάφης ή ο Σεφέρης, είτε περιπλανήθηκαν, εσωτερικοί εξόριστοι, μέσα σε μια ιδιότυπη, πάλι, ενδοχώρα, όπως ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Εγγονόπουλος και άλλοι. Ολοι, πιστεύω, πραγματεύονται ένα θέμα, που εμφανίζεται σε πολλές παραλλαγές, όπως, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει με την τραγωδία. Ο Τσίρκας ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Τέκνο της ελληνικής διασποράς (γιατί, άραγε, ο Ρίτσος τον αποκαλεί αίφνης «Ελληνα»;), συγγενής εξ αίματος με τον Καβάφη και τον Σεφέρη, βρέθηκε όμως να βιώνει και αυτός μια παραλλαγή του «ελληνικού προβλήματος». Με την εξαίρεση του Καζαντζάκη, είναι ο μόνος πεζογράφος μας, αν δεν σφάλλω, που «ευτύχησε» (τρόπος τού λέγειν) να γράψει το κύριο έργο του εκτός των συνόρων, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι αυτός ο «ξένος», όπως αποκαλούνται κάποιοι ήρωες στα διηγήματά του, παρακολουθεί την ελληνική υπόθεση έξωθεν. Τουναντίον ο κοσμοπολιτισμός του (ο διεθνισμός του καλύτερα) του δίνει τη δυνατότητα να βλέπει τα πράγματα καθαρότερα και να εμβαθύνει (όπως λέει ο Ρίτσος) εκεί που οι κοντόφθαλμοι και οι περιχαρακωμένοι χάνουν και το δέντρο και το δάσος.
Ενας κόσμος σε αγώνα και αγωνία
Πενήντα τόσα χρόνια από την κυκλοφορία της Λέσχης (η αφηγηματική ύλη είναι παλαιότερη), τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Τσίρκα, πάλι ολοζώντανο το σκουλήκι της φθοράς στο σώμα της χώρας και κατ΄ επέκταση στο σαρκίο μας. Πάλι ουρλιάζουν οι «κομμένες κεφαλές» στα τηλεοπτικά παράθυρα, ολοφάνερη «η διάσπαση των συνειδήσεων» και η «σχετικοποίηση της αλήθειας». Ξανά, η ίδια εφιαλτική εικόνα ενός κόσμου που καταρρέει «ακυβέρνητος». Ξανά το έθνος στο τραπέζι με τα ζάρια κι εμείς να κοιτάζουμε χαμένοι, χωρίς συνείδηση, πίσω από τα κεφάλια των παικτών. Δικών μας και ξένων. Η Τριλογία συλλαμβάνει και σχηματοποιεί αριστοτεχνικά μια Ελλάδα που κινδυνεύει, έναν κόσμο σε αγώνα και αγωνία. Υποβάλλει όμως, μέσα από τους τραγικούς ήρωές της, το όραμα για έναν κόσμο καλύτερο. Που τελικά δεν ήρθε. Δεν ήρθε επειδή, για άλλη μια φορά, δεν διαβάσαμε σωστά τα μηνύματα των αγγελιαφόρων/ συγγραφέων του έθνους. Εξακολουθούμε να κάνουμε αυτό που περιγράφει τον Ιούλιο του 1942 ο αδελφοποιτός του Τσίρκα, Γιώργος Σεφέρης, «Gentlemen / συνεχίζουμε την περιοδεία μας/ πολλές οργιές κάτω απ΄ την επιφάνεια του Αιγαίου».
ΒΗΜΑ 31-12-2010
Ο ποιητής του φωτός


100 χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη
Το 1939 ο φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Οδυσσέας Αλεπουδέλης αποφάσισε οριστικά να εγκαταλείψει τις σπουδές του, προς μεγάλη απογοήτευση της οικογένειάς του. Ηταν 28 ετών και η προσπάθειά του να πάρει πτυχίο Νομικής ήταν «σαν των Τρώων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης.
Η χρονιά εκείνη υπήρξε σημαδιακή και από μία ακόμη πλευρά: ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα καθιερωνόταν στα Γράμματα με το ψευδώνυμό του: Οδυσσέας Ελύτης. Τότε εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Προσανατολισμοί που θα τον κατέτασσε αμέσως στους ποιητές πρώτης γραμμής, μετά τις δημοσιεύσεις ποιημάτων και μεταφράσεών του που προηγήθηκαν στο περιοδικό «Νέα Γράμματα», όταν τέσσερα χρόνια νωρίτερα οι φίλοι του, προεξάρχοντος του Κατσίμπαλη, εκβιαστικά σχεδόν, πρωτοδημοσίευσαν ποιήματά του φέρνοντάς τον προ τετελεσμένου γεγονότος.
Ανακαλύπτοντας τον υπερρεαλισμό
Ο Βενιαμίν της γενιάς του ΄30 δεν χρειαζόταν μόνο υποστήριξη αλλά και σχετική πίεση προκειμένου να ξεπεράσει τις αναστολές του. Η γενιά εκείνη θα άλλαζε το τοπίο της ελληνικής λογοτεχνίας, θα γνώριζε τη διεθνή προβολή και τις μεγαλύτερες τιμές, αφού δύο επιφανή της μέλη τιμήθηκαν με τη μεγαλύτερη παγκοσμίως λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νομπέλ: ο Σεφέρης το 1963 και ο Ελύτης δεκαπέντε χρόνια αργότερα.
Ηταν μια γενιά με λίγο-πολύ κοινές απόψεις: η Ελλάδα θα έπρεπε να πάψει να είναι τμήμα των Βαλκανίων, να καταστεί τμήμα της Ευρώπης και ο πολιτισμός της να αξιοποιήσει την αρχαία και βυζαντινή παράδοση μαζί με τις νεότερες ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Η ποίηση που θα γραφόταν εφεξής όφειλε να απομακρυνθεί από το πνεύμα του καρυωτακισμού και της κατήφειας αναζητώντας νέους δρόμους. Ο Ελύτης τούς έψαξε στο ελληνικό τοπίο. Και ανακαλύπτοντας τον υπερρεαλισμό βρήκε το μέσον να αναπτύξει μια άγνωστη ως τότε εικονοποιία, έναν κόσμο πολυπρισματικό, όπως έλεγε, και λαμπερό, από όπου προέκυπτε και το γενετικό βάθος του πολιτισμού και της ευαισθησίας του. Τον αντίκρισε μέσα στη διαφάνεια και το φως ονομάζοντας τις αισθήσεις που αποκόμιζε «ηλιακή μεταφυσική» η οποία παρέπεμπε στον Εμπεδοκλή. Σε μεγάλο βαθμό αντιλαμβανόταν το φως όπως και ένας άλλος κορυφαίος συγγραφέας της Μεσογείου, ο Αλμπέρ Καμύ.
Εγραφε στο γραφείο του Σολωμού
Οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν ότι υπήρξε ποιητής «της χαράς» που αδιαφορούσε για τον ανθρώπινο πόνο. Την απάντησή του την έδωσε στας δυσμάς του βίου του, στα συγκλονιστικά Ελεγεία της Οξώπετρας, όπου «συναντά» τρεις μεγάλους γερμανόφωνους ποιητές: τον Χέλντερλιν, τον Νοβάλις και τον Ρίλκε, κάτω όμως από τον ιερό ίσκιο του κορυφαίου έλληνα ρομαντικού: του Διονύσιου Σολωμού. Ας θυμηθούμε πως ο Ελύτης, που δεν τον ένοιαζε να ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα πενήντα τετραγωνικών μέτρων, απολάμβανε τη μέγιστη χαρά να κατέχει και να γράφει στο γραφείο του Σολωμού.
Στον πόλεμο της Αλβανίας η Ελλάδα κινδύνευσε να χάσει έναν από τους κορυφαίους της ποιητές του 20ού αιώνα. Ο Ελύτης στάλθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός τον Δεκέμβριο του 1940 στην πρώτη γραμμή και τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων με σοβαρότατο κρούσμα κοιλιακού τύφου. Στη διάρκεια της Κατοχής και μετά την απελευθέρωση συνέχισε να γράφει ποιήματα και δοκίμια. Αλλά μετά το δεύτερο βιβλίο του, τον Ηλιο τον πρώτο (1943) δεν εξέδωσε βιβλίο ως το 1959. Ο,τι είχε ως τότε κατατεθεί πήρε συνθετική μορφή στο έργο που θα τον κατέτασσε σχεδόν αμέσως στη χορεία των μεγάλων ποιητών. Κυκλοφόρησε το Αξιον εστί, έργο περίπλοκης αρχιτεκτονικής, τριαδικό στη δομή του, όπου συνυπάρχουν και συνομιλούν τρεις περίοδοι του ελληνισμού: ο αρχαίος κόσμος, το Βυζάντιο και η σύγχρονη Ελλάδα.
Η μεγαλειώδης σύνθεση με έναν λόγο υπερυψωμένο προέβαλλε οραματικά μια Ελλάδα η οποία έβγαινε από το σκοτάδι της Ιστορίας στο φως του παρόντος όπου, κατά τον ίδιο, η κορυφογραμμή των ελληνικών βουνών έμοιαζε με το σχήμα του Παρθενώνα και τα βουνά, οι εκκλησίες και οι αρχαίοι ναοί ήταν «σχήματα του ουρανού».
Το Αξιον εστί ενέπνευσε στον Μίκη Θεοδωράκη το πιο σπουδαίο μουσικό του έργο. Θα έλεγε κανείς πως ο συνθέτης στην πιο ευτυχισμένη του στιγμή κατάφερε να απελευθερώσει τη μουσική που περιείχε το έργο του Ελύτη και ταυτοχρόνως να δημιουργήσει το δικό του.
Απείχε της «δημόσιας ζωής»
Στα χρόνια που ακολούθησαν ο ποιητής συνέχισε να γράφει αλλά και να απέχει από αυτό που αποκαλούμε δημόσια ζωή. Πέραν των πολύ στενών του φίλων έβλεπε ελάχιστους. Το 1969, δύο χρόνια μετά την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, έφυγε για το Παρίσι γιατί, όπως είπε αργότερα, στην Ελλάδα δεν μπορούσε πια να γράψει. Εκεί ξαναβρήκε το νήμα που είχε κοπεί.
Επιστρέφοντας το 1971 άρχισε να εκδίδει ένα βιβλίο σχεδόν κάθε δύο χρόνια. Η φήμη του είχε περάσει από καιρό τα ελληνικά σύνορα και η απονομή του Νομπέλ το 1978 απλώς το επιβεβαίωνε. Αλλά ενώ άλλοι ποιητές μετά το Νομπέλ δεν έγραψαν σημαντικά έργα, δύο από τα πιο σπουδαία βιβλία του Ελύτη ανήκουν σε αυτή την όψιμη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας: το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου (1984) και τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991).
Ποιητής που στα ογδόντα του χρόνια να έχει γράψει μείζονα έργα δεν υπάρχει στα παγκόσμια Γράμματα- με εξαίρεση τον Γκαίτε. Ο «ευτυχισμένος» Ελύτης, όπως τον είχαν κατηγορήσει οι αντίπαλοί του, τους έδειχνε τώρα τη Σελήνη, που την παρουσίαζε ως την αθέατη πλευρά του ήλιου. Αν ζούσε σήμερα θα γινόταν εκατό ετών αλλά θα παρέμενε νέος αποδεικνύοντας ότι η ποίηση είναι τέχνη της νεότητας ακόμη και στο βαθύτερο γήρας.
ΒΗΜΑ 31-12-2010
Ο «Τελευταίος των Βίκινγκς»


100 χρόνια από την κατάκτηση του Νότιου Πόλου από τον Ρόαλντ Αμούνδσεν
«Τελευταίος των Βίκινγκς» αποκαλείται ο Ρόαλντ Αμούνδσεν, ο Νορβηγός που πάτησε πρώτος τον Νότιο Πόλο πριν από 100 χρόνια και έμεινε στην Ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους εξερευνητές. Το κατόρθωμά του είναι το πιο μυθιστορηματικό από όλες τις πρωτιές που σημειώθηκαν την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων γιατί ο Αμούνδσεν είχε να ανταγωνιστεί όχι μόνο τα άγρια στοιχεία της φύσης αλλά και τον Βρετανό Ρόμπερτ Σκοτ, ο οποίος έτρεχε να φθάσει πρώτος στον Νότιο Πόλο.
«Ο Βόρειος Πόλος κατακτήθηκε!» έγραψαν τα πρωτοσέλιδα τον Σεπτέμβριο του 1909. Η είδηση χτύπησε τον Αμούνδσεν σαν κεραυνός. Το αρχικό του σχέδιο ήταν να οδηγήσει το πλοίο «Fram» (που σημαίνει «Εμπρός») στο βορειότερο σημείο της γης, την πρωτιά όμως του την έκλεψαν άλλοι. Ο Νορβηγός δεν τόλμησε να πει στους χορηγούς του ότι θα άλλαζε κατεύθυνση και θα επιχειρούσε να φθάσει στο απάτητο ακόμη νοτιότερο σημείο της Γης. Σάλπαρε με άκρα μυστικότητα για τον Νότιο Πόλο τον Αύγουστο του 1910, δύο μήνες μετά τον Σκοτ, και μόνο αφού είχε διασχίσει τον μισό Ατλαντικό του έστειλε το εξής τηλεγράφημα: «Πληροφορώ ότι “Fram” κατευθύνεται Ανταρκτική- Αμούνδσεν». Η έκπληξη του Σκοτ ήταν τεράστια όταν το διάβασε, δύο μήνες αργότερα, στη Μελβούρνη.
Οπρώτος που πάτησε και τους δύο πόλους
Ο Αμούνδσεν πήρε μαζί του 97 σκυλιά Γροιλανδίας και όλη την εμπειρία στον χειρισμό ελκήθρων και στην επιβίωση σε αρκτικό περιβάλλον που είχε συγκεντρώσει από προηγούμενες αποστολές. Αφησε βαρύ το σημάδι του στη λεγόμενη «Εποχή των Ηρώων». Ηταν ο πρώτος που έπλευσε το Βορειοδυτικό Πέρασμα το οποίο, βορείως του Καναδά, ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό. Του πήρε τρία χρόνια γιατί τον έπιανε ο χειμώνας κάνοντας το πέρασμα μη πλεύσιμο.
Ο Αμούνδσεν, άνθρωπος επιβλητικός και λιγόλογος, ήταν ο πρώτος που πάτησε και τους δύο πόλους. Οργανωτικός και μεθοδικός, έλεγε ότι «η νίκη περιμένει όσους έχουν τα πάντα σε τάξη - τύχη το αποκαλούν- ενώ η αποτυχία είναι βέβαιη για όσους αμελούν να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις - αυτό αποκαλείται κακοτυχία». Για την κατάκτηση του Νότιου Πόλου δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Αν και καταγόταν από εύπορη οικογένεια εφοπλιστών, ήταν καταχρεωμένος για τις ανάγκες των αποστολών του και δεν είχε περιθώριο αποτυχίας.
Το «Fram» έφθασε στην Ανταρκτική, που έχει το μέγεθος της Ευρώπης μαζί με την Αυστραλία, τον Ιανουάριο του 2011. Ως τις 21 Απριλίου, όταν η εξάμηνη μέρα έδωσε τη θέση της στην εξάμηνη νύχτα, ο ίδιος και η ομάδα του έκαναν προετοιμασίες και μετά περίμεναν να ξαναξημερώσει τον Σεπτέμβριο. Υστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια ξεκίνησαν δεύτερη φορά για τον Νότιο Πόλο τον Οκτώβριο. Οι πέντε άντρες κινούνταν με σκι- Νορβηγοί όλοι τους, ήταν εξαιρετικοί στο άθλημα- ενώ οι προμήθειές τους μεταφέρονταν σε τέσσερα έλκηθρα που τα έσερναν 13 σκυλιά το καθένα.
Τα σκυλιά έτρωγαν κρέας και λίπος φώκιας τα οποία, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε ότι αποτελούν ιδανική τροφή για ζώα που σέρνουν έλκηθρα. Ενας παγετώνας ύψους 3.000 μέτρων στεκόταν ανάμεσα στη νορβηγική ομάδα και στον Νότιο Πόλο. Κατάφεραν να σύρουν έναν τόνο προμήθειες ως την κορυφή του, όπου πυροβόλησαν τα 24 από τα σκυλιά για να τα φάνε τα υπόλοιπα και οι ίδιοι. Το μέρος ονομάστηκε «Κρεοπωλείο».
Οανταγωνισμός του με τον Ρόμπερτ Σκοτ
Μετά ακολούθησε η «Αίθουσα Χορού του Διαβόλου», ένας παγετώνας με ένα λεπτό στρώμα χιονιού που σκέπαζε βαθιές χαράδρες. Αυτό ήταν το τελευταίο εμπόδιο. Στις 14 Δεκεμβρίου 1911, στις 3 το μεσημέρι, οι πέντε Νορβηγοί, με τα πρόσωπα φαγωμένα από τα κρυοπαγήματα, και 16 σκυλιά έφθασαν στον Νότιο Πόλο. Προηγήθηκαν κατά 35 ημέρες του Σκοτ. Η ομάδα και 11 σκυλιά επέστρεψαν στο «Fram» τον Ιανουάριο του 1012, 99 ημέρες και 2.900 χλμ. μετά την αναχώρησή τους. Ωσπου να φθάσει στην Αυστραλία, δύο μήνες αργότερα, ο Αμούνδσεν αγωνιούσε μήπως τον είχε προλάβει ο Σκοτ. Ο Βρετανός πάτησε τον πόλο στις 17 Ιανουαρίου 1912 αλλά ο ίδιος και ολόκληρη η ομάδα του πέθαναν στην επιστροφή.
Ο ανταγωνισμός των δύο αντρών δεν έχει πάψει να γοητεύει ως σήμερα. Οι αναλύσεις γιατί κέρδισε ο Αμούνδσεν και έχασε ο Σκοτ δεν σταμάτησαν ποτέ - ο πρώτος είχε σκυλιά για υποζύγια, δέρματα ζώων για θέρμανση και λεπτομερή οργάνωση ενώ ο δεύτερος σιβηρικά πόνι, συμβατικά παλτά και ανοργάνωτο ενθουσιασμό. Η δημοτικότητα του Σκοτ ανεβοκατεβαίνει σαν ασανσέρ τα 100 αυτά χρόνια: πρώτα αποθεώθηκε ως εθνικός ήρωας στη Βρετανία, στη συνέχεια αποκαθηλώθηκε και σήμερα αποκαθίσταται.
Ο Αμούνδσεν είχε τους πόλους στο αίμα του. Από μικρό παιδί κοιμόταν με ανοιχτά παράθυρα, ακόμη και στον βαρύ νορβηγικό χειμώνα, για να προετοιμαστεί για το αρκτικό κλίμα. «Πώς συνέβη να γίνω εξερευνητής;» αναρωτιέται στην αυτοβιογραφία του. «Δεν συνέβη απλώς, καθ΄ ότι η καριέρα μου υπήρξε μια σταθερή πρόοδος προς έναν σαφή στόχο από τα 15 μου χρόνια. Ο,τι πέτυχα στις εξερευνήσεις υπήρξε αποτέλεσμα ισόβιου σχεδιασμού, επίμοχθης προετοιμασίας και σκληρής, ευσυνείδητης εργασίας».
Η μητέρα του τον προόριζε για γιατρό. Αυτός εγκατέλειψε τις σπουδές στα 21, αμέσως μετά τον θάνατό της, και μπάρκαρε στα καράβια. Ο δικός του θάνατος ήταν αντάξιος εξερευνητή: σκοτώθηκε το 1928, 56 ετών, όταν το αεροπλάνο του συνετρίβη στον Αρκτικό Κύκλο. Βρισκόταν σε αποστολή διάσωσης ενός εξαφανισμένου αερόπλοιου. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του δεν βρέθηκαν ποτέ.
ΒΗΜΑ 31-12-2010
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
Βία και αταξία μάς συνοδεύουν εδώ και πολλά χρόνια
Η κρίση που περνάει η χώρα είναι πρόσφατη, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με τη βία και την αταξία: αυτές μας συνοδεύουν εδώ και χρόνια. Η δεκαετία που κλείνει απλώς αναπαρήγαγε πρακτικές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εθνικής κουλτούρας από τη μεταπολίτευση και μετά.
Λέγεται συχνά για τα Βαλκάνια, πως παράγουν περισσότερη ιστορία απ’ ό,τι μπορούν να καταναλώσουν. Η Ελλάδα παράγει τεράστιες ποσότητες πεζοδρομιακής βίας και δημόσιας αταξίας, σαφώς πολλαπλάσιες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τα βίαια επεισόδια στο κέντρο της πρωτεύουσας έχουν αποκτήσει χαρακτήρα ρουτίνας, ενώ όποιοι επιθυμούν να κλείσουν το κέντρο δεν χρειάζονται δεύτερη σκέψη. Οσοι διαθέτουν βαρέα οχήματα, αποκλείουν τις εθνικές οδούς και όσοι εργάζονται στις μαζικές μεταφορές τα αποσύρουν από την κυκλοφορία κατά βούληση. Οι καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων είναι τόσο συνηθισμένες που δεν αποτελούν πια νέο, ενώ οι οπαδοί των διαφόρων ομάδων δεν αρκούνται πια στην καταστροφή των γηπέδων. Διαδηλωτές επιχειρούν ξυλοδαρμούς, ενώ «αντιεξουσιαστές» καταστρέφουν την ιδιωτική και δημόσια περιουσία και καίνε ανθρώπους με την ανοχή ή και την προστασία των «ειρηνικών» διαδηλωτών.
Η κατάσταση αυτή παρουσιάζεται συνήθως ως αναπόφευκτη συνέπεια της κρίσης, ένα φαινόμενο που αποτελεί φυσιολογική, ενδεχομένως και θετική, αντίδραση της κοινωνίας. Η διαδεδομένη αυτή ερμηνεία είναι όμως άστοχη γιατί αγνοεί ή συγκαλύπτει τρία προφανή στοιχεία. Πρώτον, παρόμοια επίπεδα βίας και αταξίας δεν παρατηρούνται αλλού στην Ευρώπη, ακόμα και σε χώρες που βιώνουν κρίση αντίστοιχη με την δική μας (π.χ. Ιρλανδία), ή και βαθύτερη (π.χ. Λεττονία). Δεύτερον, η ένταση μπορεί να αυξομειώνεται, αλλά το φαινόμενο έχει διάρκεια που ξεπερνάει τις τρεις δεκαετίες, και καλύπτει εποχές μεγάλης ευημερίας. Δεν ήταν άλλωστε η 5η Μαΐου 2010 η πρώτη φορά που διαδηλωτές έκαψαν εργαζόμενους στο κέντρο της Αθήνας, ούτε υπήρξε ο ξυλοδαρμός του Κωστή Χατζηδάκη η πρώτη τέτοια περίπτωση. Τρίτον, τα φαινόμενα αυτά δεν παράγονται από ολόκληρη την κοινωνία αλλά από συγκεκριμένες μειοψηφίες, με επικεφαλής τις κρατικοδίαιτες ομάδες που βλέπουν τα προνόμιά τους να απειλούνται.
Τόσο η παρουσία όσο και η διάρκεια των φαινομένων αυτών οφείλονται στη συνενοχή πολιτικών κομμάτων και ευρέων κοινωνικών στρωμάτων. Από τη μία, το κράτος ανέχεται τη βία αυτή αφήνοντάς την ατιμώρητη. Σπάνια συλλαμβάνονται ποδοσφαιρικοί ή μη χούλιγκαν και ακόμα σπανιότερα επιβάλλονται ποινές. Ακόμα και ο Κωστής Χατζηδάκης ζήτησε να μη διωχθούν εκείνοι που επιχείρησαν να τον λιντσάρουν. Είναι, λοιπόν, εντελώς φυσιολογικό και δεν πρέπει να εκπλήσσει κανένα πώς η απουσία κυρώσεων πολλαπλασιάζει τη βία. Η ανοχή των πολιτικών ηγεσιών έχει τις ρίζες της στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, ιδιαίτερα της μετεμφυλιακής περιόδου και της χούντας, που συνετέλεσε στην απαξίωση εννοιών όπως «δημόσια τάξη», «ποινή» ή «κύρωση». Αναπαράγεται όμως, από τις αμαρτωλές πρακτικές των κομμάτων τα οποία (όπως άλλωστε και οι ανώνυμες ποδοσφαιρικές εταιρείες) δεν επιθυμούν να συγκρουστούν ούτε με τους χούλιγκαν, που τα ίδια συντηρούν (ιδιαίτερα μέσα στα πανεπιστήμια), ούτε με την πελατεία τους.
Από την άλλη, ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας ανέχεται τη βία και την αταξία, ιδίως όταν θεωρεί πως στρέφονται εναντίον του κράτους. Και εδώ η ιστορία παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς η καχυποψία έναντι του κράτους έχει βαθιές ρίζες. Σ’ αυτήν θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός πως η διαπαιδαγώγηση των νέων (αλλά και της κοινωνίας γενικότερα) βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό στα χέρια ανθρώπων που διετέλεσαν οι ίδιοι στο παρελθόν κομματικοί χούλιγκαν και απλώς μεταλαμπαδεύουν τις αξίες τους. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως το υπόστρωμα της ανοχής βρίσκεται στον γενικό εθισμό της κοινωνίας σε καθημερινές πρακτικές παραβατικότητας, από τη φοροδιαφυγή και την καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας ώς την έλλειψη σεβασμού στον δημόσιο χώρο και τους άλλους.
Οταν όμως η αταξία γίνεται κανόνας, τότε η τάξη αποτελεί παράβαση. Ανάπτυξη υπό τέτοιες συνθήκες δεν επιτυγχάνεται. Στο σημείο αυτό συναντούμε ως χώρα την αυγή της νέας δεκαετίας.
Στάθης Ν. Καλύβας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2011
Λέγεται συχνά για τα Βαλκάνια, πως παράγουν περισσότερη ιστορία απ’ ό,τι μπορούν να καταναλώσουν. Η Ελλάδα παράγει τεράστιες ποσότητες πεζοδρομιακής βίας και δημόσιας αταξίας, σαφώς πολλαπλάσιες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τα βίαια επεισόδια στο κέντρο της πρωτεύουσας έχουν αποκτήσει χαρακτήρα ρουτίνας, ενώ όποιοι επιθυμούν να κλείσουν το κέντρο δεν χρειάζονται δεύτερη σκέψη. Οσοι διαθέτουν βαρέα οχήματα, αποκλείουν τις εθνικές οδούς και όσοι εργάζονται στις μαζικές μεταφορές τα αποσύρουν από την κυκλοφορία κατά βούληση. Οι καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων είναι τόσο συνηθισμένες που δεν αποτελούν πια νέο, ενώ οι οπαδοί των διαφόρων ομάδων δεν αρκούνται πια στην καταστροφή των γηπέδων. Διαδηλωτές επιχειρούν ξυλοδαρμούς, ενώ «αντιεξουσιαστές» καταστρέφουν την ιδιωτική και δημόσια περιουσία και καίνε ανθρώπους με την ανοχή ή και την προστασία των «ειρηνικών» διαδηλωτών.
Η κατάσταση αυτή παρουσιάζεται συνήθως ως αναπόφευκτη συνέπεια της κρίσης, ένα φαινόμενο που αποτελεί φυσιολογική, ενδεχομένως και θετική, αντίδραση της κοινωνίας. Η διαδεδομένη αυτή ερμηνεία είναι όμως άστοχη γιατί αγνοεί ή συγκαλύπτει τρία προφανή στοιχεία. Πρώτον, παρόμοια επίπεδα βίας και αταξίας δεν παρατηρούνται αλλού στην Ευρώπη, ακόμα και σε χώρες που βιώνουν κρίση αντίστοιχη με την δική μας (π.χ. Ιρλανδία), ή και βαθύτερη (π.χ. Λεττονία). Δεύτερον, η ένταση μπορεί να αυξομειώνεται, αλλά το φαινόμενο έχει διάρκεια που ξεπερνάει τις τρεις δεκαετίες, και καλύπτει εποχές μεγάλης ευημερίας. Δεν ήταν άλλωστε η 5η Μαΐου 2010 η πρώτη φορά που διαδηλωτές έκαψαν εργαζόμενους στο κέντρο της Αθήνας, ούτε υπήρξε ο ξυλοδαρμός του Κωστή Χατζηδάκη η πρώτη τέτοια περίπτωση. Τρίτον, τα φαινόμενα αυτά δεν παράγονται από ολόκληρη την κοινωνία αλλά από συγκεκριμένες μειοψηφίες, με επικεφαλής τις κρατικοδίαιτες ομάδες που βλέπουν τα προνόμιά τους να απειλούνται.
Τόσο η παρουσία όσο και η διάρκεια των φαινομένων αυτών οφείλονται στη συνενοχή πολιτικών κομμάτων και ευρέων κοινωνικών στρωμάτων. Από τη μία, το κράτος ανέχεται τη βία αυτή αφήνοντάς την ατιμώρητη. Σπάνια συλλαμβάνονται ποδοσφαιρικοί ή μη χούλιγκαν και ακόμα σπανιότερα επιβάλλονται ποινές. Ακόμα και ο Κωστής Χατζηδάκης ζήτησε να μη διωχθούν εκείνοι που επιχείρησαν να τον λιντσάρουν. Είναι, λοιπόν, εντελώς φυσιολογικό και δεν πρέπει να εκπλήσσει κανένα πώς η απουσία κυρώσεων πολλαπλασιάζει τη βία. Η ανοχή των πολιτικών ηγεσιών έχει τις ρίζες της στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, ιδιαίτερα της μετεμφυλιακής περιόδου και της χούντας, που συνετέλεσε στην απαξίωση εννοιών όπως «δημόσια τάξη», «ποινή» ή «κύρωση». Αναπαράγεται όμως, από τις αμαρτωλές πρακτικές των κομμάτων τα οποία (όπως άλλωστε και οι ανώνυμες ποδοσφαιρικές εταιρείες) δεν επιθυμούν να συγκρουστούν ούτε με τους χούλιγκαν, που τα ίδια συντηρούν (ιδιαίτερα μέσα στα πανεπιστήμια), ούτε με την πελατεία τους.
Από την άλλη, ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας ανέχεται τη βία και την αταξία, ιδίως όταν θεωρεί πως στρέφονται εναντίον του κράτους. Και εδώ η ιστορία παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς η καχυποψία έναντι του κράτους έχει βαθιές ρίζες. Σ’ αυτήν θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός πως η διαπαιδαγώγηση των νέων (αλλά και της κοινωνίας γενικότερα) βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό στα χέρια ανθρώπων που διετέλεσαν οι ίδιοι στο παρελθόν κομματικοί χούλιγκαν και απλώς μεταλαμπαδεύουν τις αξίες τους. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως το υπόστρωμα της ανοχής βρίσκεται στον γενικό εθισμό της κοινωνίας σε καθημερινές πρακτικές παραβατικότητας, από τη φοροδιαφυγή και την καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας ώς την έλλειψη σεβασμού στον δημόσιο χώρο και τους άλλους.
Οταν όμως η αταξία γίνεται κανόνας, τότε η τάξη αποτελεί παράβαση. Ανάπτυξη υπό τέτοιες συνθήκες δεν επιτυγχάνεται. Στο σημείο αυτό συναντούμε ως χώρα την αυγή της νέας δεκαετίας.
Στάθης Ν. Καλύβας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2011
Ο δήμος ως όχλος
«Ο λόγος είναι ένα φρούριο κατά της κτηνωδίας. Οταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής και αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία.»
Ζακλιν Nτε Pομιγυ
Η εικόνα του αιμόφυρτου βουλευτή, πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη εν μέσω του μαινόμενου όχλου ήταν συγκλονιστική. Οπως στην περίπτωση του σαδιστικού ξυλοδαρμού του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου από αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη το 2006, τα τηλεοπτικά πλάνα μας μετέφεραν την ανατριχιαστική ωμότητα του επεισοδίου. Στην επίθεση κατά του κ. Χατζηδάκη, η τηλεοπτική εικόνα αποτύπωσε τη θλιβερή έκπτωση του πολίτη σε τραμπούκο, του διαδηλωτή σε ταραξία, του δήμου σε όχλο.
Το φαινόμενο της, κυμαινόμενης σε ένταση, οχλοκρατικής βίας δεν είναι καινούργιο: έχουμε συνηθίσει την ύπαρξή του σε επιμέρους θεσμούς (π. χ. πανεπιστήμια) και σε διαδηλώσεις. Το σημαντικότερο: η οχλοκρατική βία δεν είναι ένα περαστικό φαινόμενο. Στο μέτρο που οι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας δεν λειτουργούν με συστηματικά έλλογο τρόπο, η οχλοκρατική βία τείνει να εμφανίζεται ως ένα υποκατάστατο. Ιδού γιατί. Στο κλασικό βιβλίο «Εξοδος, Φωνή και Αφοσίωση», ο Αμερικανός οικονομολόγος Αλμπερτ Χίρσμαν ερμηνεύει τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα αντιδρούν στην πτώση της ποιότητας των αγαθών που λαμβάνουν, είτε από ιδιωτικούς είτε από δημόσιους οργανισμούς. Οταν είναι δυσαρεστημένα, τα άτομα είτε εγκαταλείπουν τον οργανισμό («έξοδος»), είτε διατυπώνουν την κριτική τους σε αυτόν («φωνή»). Το κλασικό παράδειγμα είναι η έξοδος από τη δημόσια, και η στροφή στην ιδιωτική, εκπαίδευση από τους εύπορους πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι με την ποιότητα των δημόσιων σχολείων. Η «έξοδος» είναι εφικτή, στο μέτρο που υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οταν αυτές είναι ανύπαρκτες, η «φωνή» –η διατύπωση, δηλαδή, κριτικής– είναι η κύρια μέθοδος έκφρασης της δυσαρέσκειας. Σε γενικές γραμμές, η δυνατότητα «εξόδου» αποδυναμώνει τη «φωνή» – η «έξοδος» είναι η εύκολη λύση, η «φωνή» προϋποθέτει εμπλοκή, με αβέβαιο αποτέλεσμα. Στο μέτρο, όμως, που τα άτομα είναι συναισθηματικώς συνδεδεμένα με έναν οργανισμό («αφοσίωση»), το κόστος «εξόδου» μεγαλώνει και η δυνατότητα χρήσης της «φωνής» ενισχύεται.
Στην πολιτική, όταν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι, συνήθως εγκαταλείπουν ένα κόμμα και στρέφονται σε ένα άλλο, εκτός κι αν είναι μέλη ή φίλοι (δείχνουν, δηλαδή, «αφοσίωση»), οπότε χρησιμοποιούν τη «φωνή» τους. Οταν όμως το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί συνολικά, όπως εμφατικά έχει συμβεί στη χώρα μας, η «φωνή» εμφανίζεται ως μάταιη επιλογή («δεν ακούει κανείς, στην Ελλάδα ζεις…»), ενώ η «έξοδος», στο μέτρο που δεν υπάρχουν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, εκφράζεται ως ιδιώτευση (στην καλύτερη περίπτωση) ή ως οχλοκρατική βία (στη χειρότερη).
Η τάση προς τέτοιες μη έλλογες μορφές «εξόδου» ενισχύεται από τη δυσπιστία που ιστορικά περιβάλλει τους ελλαδικούς θεσμούς και, αναφορικά με τη βία, την ύπαρξη καχεκτικών μηχανισμών επιβολής κυρώσεων. Να το πω απλά, έστω με κίνδυνο να γίνω απλουστευτικός: όταν αισθάνεσαι ότι ζεις στη χώρα της μίζας, όταν δεν εμπιστεύεσαι κανέναν, όταν η ανομία σε περιβάλλει, όταν νιώθεις ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, ότι από παντού σου τα παίρνουν, ότι διαχρονικά σε κυβερνούν εν πολλοίς ανίκανοι, φαιδροί, και όχι σπάνια διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες, όταν, εν ολίγοις, βιώνεις την καθολική απαξίωση των θεσμών της χώρας σου, υφίστασαι στο πετσί σου τα αποτελέσματα αυτής της απαξίωσης (διάβαζε: τη χρεοκοπία), και δεν βλέπεις από πουθενά ελπίδα, σε κυριεύουν συναισθήματα οργής και ματαιότητας, η «φωνή» σου χάνεται· ο λόγος σου γίνεται χονδροειδής, αστόχαστος, σχεδόν άναρθρος. Τι απομένει; Το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο ανεπεξέργαστος θυμός που ωθούν, απρόβλεπτα, στην «άξεστη, βλακώδη, τυφλή βία» · «εξέρχεσαι», τότε, έστω και ανεπαίσθητα, από την έλλογη κοινωνικότητα.
Οπως έχει διεισδυτικά παρατηρήσει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ με αναφορά στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, απαραίτητος όρος για τη συγκρότησή μας ως έλλογα όντα είναι η μετοχή σε έναν στοιχειωδώς λειτουργικό «κοινό λόγο», η ύπαρξη ενός βασικού υποστρώματος κοινωνικής εμπιστοσύνης, διαφορετικά κινδυνεύουμε να εκπέσουμε σε κτηνώδη κατάσταση, όπως η Εκάβη όταν διαπιστώνει τον θάνατο του γιου της Πολύδωρου από τον βασιλιά και φίλο της Πολυμήστορα, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή του. Στερημένη την πόλη της, τον πλούτο της, και τώρα το μονάκριβο γιο της, η Εκάβη καταρρέει ηθικά, αποκτηνώνεται, ζητάει εκδίκηση. Σκοτώνει τον Πολυμήστορα και τυφλώνει τα δύο του παιδιά. Η εκδίκηση την αναζωογονεί. Η ηθική μας συγκρότηση, παρατηρεί εύστοχα η Νουσμπάουμ, δεν αποτελεί τόσο ένα ατομικό κατόρθωμα, όσο ένα κοινωνικό επίτευγμα – προϋποθέτει στοιχειώδεις σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινωνικής λειτουργικότητας. Οταν το αίσθημα δικαιοσύνης καταπατείται και η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα και θεσμούς θρυμματίζεται, διαβρώνεται ο «κοινός λόγος» που άρρητα διαπερνά την έλλογη συλλογικότητα και καταστρέφεται η κοινωνική βάση που απαραίτητα συγκροτεί την υπόστασή μας ως έλλογα - ηθικά όντα· ο δήμος εκπίπτει σε όχλο, ο πολίτης σε τραμπούκο. Εν κατακλείδι, η οχλοποίηση του δήμου παράγεται από συγκεκριμένες κοινωνικές διεργασίες μέσω των οποίων η πολιτική αλλοτριώνεται σε διεφθαρμένο ή ιδιοτελή πολιτικαντισμό και η κομματική - συντεχνιακή - κλικαδόρικη ιδιοτέλεια εκτοπίζει τον «κοινό λόγο» των θεσμών. Η «άξεστη βία» θρέφεται αφενός μεν από αυτο-εξυπηρετικές πρακτικές που συστηματικά εκφυλίζουν την πολιτική κοινότητα, αφετέρου δε από την απουσία εμπνευσμένης ηγεσίας, ικανής να αρθρώσει αξιόπιστα την εναλλακτική «φωνή». Η οχλοκρατική βία είναι η άλλη όψη της φαυλοκρατίας.
Χ. Κ. Τσούκας καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2011
Ζακλιν Nτε Pομιγυ
Η εικόνα του αιμόφυρτου βουλευτή, πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη εν μέσω του μαινόμενου όχλου ήταν συγκλονιστική. Οπως στην περίπτωση του σαδιστικού ξυλοδαρμού του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου από αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη το 2006, τα τηλεοπτικά πλάνα μας μετέφεραν την ανατριχιαστική ωμότητα του επεισοδίου. Στην επίθεση κατά του κ. Χατζηδάκη, η τηλεοπτική εικόνα αποτύπωσε τη θλιβερή έκπτωση του πολίτη σε τραμπούκο, του διαδηλωτή σε ταραξία, του δήμου σε όχλο.
Το φαινόμενο της, κυμαινόμενης σε ένταση, οχλοκρατικής βίας δεν είναι καινούργιο: έχουμε συνηθίσει την ύπαρξή του σε επιμέρους θεσμούς (π. χ. πανεπιστήμια) και σε διαδηλώσεις. Το σημαντικότερο: η οχλοκρατική βία δεν είναι ένα περαστικό φαινόμενο. Στο μέτρο που οι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας δεν λειτουργούν με συστηματικά έλλογο τρόπο, η οχλοκρατική βία τείνει να εμφανίζεται ως ένα υποκατάστατο. Ιδού γιατί. Στο κλασικό βιβλίο «Εξοδος, Φωνή και Αφοσίωση», ο Αμερικανός οικονομολόγος Αλμπερτ Χίρσμαν ερμηνεύει τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα αντιδρούν στην πτώση της ποιότητας των αγαθών που λαμβάνουν, είτε από ιδιωτικούς είτε από δημόσιους οργανισμούς. Οταν είναι δυσαρεστημένα, τα άτομα είτε εγκαταλείπουν τον οργανισμό («έξοδος»), είτε διατυπώνουν την κριτική τους σε αυτόν («φωνή»). Το κλασικό παράδειγμα είναι η έξοδος από τη δημόσια, και η στροφή στην ιδιωτική, εκπαίδευση από τους εύπορους πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι με την ποιότητα των δημόσιων σχολείων. Η «έξοδος» είναι εφικτή, στο μέτρο που υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οταν αυτές είναι ανύπαρκτες, η «φωνή» –η διατύπωση, δηλαδή, κριτικής– είναι η κύρια μέθοδος έκφρασης της δυσαρέσκειας. Σε γενικές γραμμές, η δυνατότητα «εξόδου» αποδυναμώνει τη «φωνή» – η «έξοδος» είναι η εύκολη λύση, η «φωνή» προϋποθέτει εμπλοκή, με αβέβαιο αποτέλεσμα. Στο μέτρο, όμως, που τα άτομα είναι συναισθηματικώς συνδεδεμένα με έναν οργανισμό («αφοσίωση»), το κόστος «εξόδου» μεγαλώνει και η δυνατότητα χρήσης της «φωνής» ενισχύεται.
Στην πολιτική, όταν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι, συνήθως εγκαταλείπουν ένα κόμμα και στρέφονται σε ένα άλλο, εκτός κι αν είναι μέλη ή φίλοι (δείχνουν, δηλαδή, «αφοσίωση»), οπότε χρησιμοποιούν τη «φωνή» τους. Οταν όμως το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί συνολικά, όπως εμφατικά έχει συμβεί στη χώρα μας, η «φωνή» εμφανίζεται ως μάταιη επιλογή («δεν ακούει κανείς, στην Ελλάδα ζεις…»), ενώ η «έξοδος», στο μέτρο που δεν υπάρχουν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, εκφράζεται ως ιδιώτευση (στην καλύτερη περίπτωση) ή ως οχλοκρατική βία (στη χειρότερη).
Η τάση προς τέτοιες μη έλλογες μορφές «εξόδου» ενισχύεται από τη δυσπιστία που ιστορικά περιβάλλει τους ελλαδικούς θεσμούς και, αναφορικά με τη βία, την ύπαρξη καχεκτικών μηχανισμών επιβολής κυρώσεων. Να το πω απλά, έστω με κίνδυνο να γίνω απλουστευτικός: όταν αισθάνεσαι ότι ζεις στη χώρα της μίζας, όταν δεν εμπιστεύεσαι κανέναν, όταν η ανομία σε περιβάλλει, όταν νιώθεις ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, ότι από παντού σου τα παίρνουν, ότι διαχρονικά σε κυβερνούν εν πολλοίς ανίκανοι, φαιδροί, και όχι σπάνια διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες, όταν, εν ολίγοις, βιώνεις την καθολική απαξίωση των θεσμών της χώρας σου, υφίστασαι στο πετσί σου τα αποτελέσματα αυτής της απαξίωσης (διάβαζε: τη χρεοκοπία), και δεν βλέπεις από πουθενά ελπίδα, σε κυριεύουν συναισθήματα οργής και ματαιότητας, η «φωνή» σου χάνεται· ο λόγος σου γίνεται χονδροειδής, αστόχαστος, σχεδόν άναρθρος. Τι απομένει; Το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο ανεπεξέργαστος θυμός που ωθούν, απρόβλεπτα, στην «άξεστη, βλακώδη, τυφλή βία» · «εξέρχεσαι», τότε, έστω και ανεπαίσθητα, από την έλλογη κοινωνικότητα.
Οπως έχει διεισδυτικά παρατηρήσει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ με αναφορά στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, απαραίτητος όρος για τη συγκρότησή μας ως έλλογα όντα είναι η μετοχή σε έναν στοιχειωδώς λειτουργικό «κοινό λόγο», η ύπαρξη ενός βασικού υποστρώματος κοινωνικής εμπιστοσύνης, διαφορετικά κινδυνεύουμε να εκπέσουμε σε κτηνώδη κατάσταση, όπως η Εκάβη όταν διαπιστώνει τον θάνατο του γιου της Πολύδωρου από τον βασιλιά και φίλο της Πολυμήστορα, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή του. Στερημένη την πόλη της, τον πλούτο της, και τώρα το μονάκριβο γιο της, η Εκάβη καταρρέει ηθικά, αποκτηνώνεται, ζητάει εκδίκηση. Σκοτώνει τον Πολυμήστορα και τυφλώνει τα δύο του παιδιά. Η εκδίκηση την αναζωογονεί. Η ηθική μας συγκρότηση, παρατηρεί εύστοχα η Νουσμπάουμ, δεν αποτελεί τόσο ένα ατομικό κατόρθωμα, όσο ένα κοινωνικό επίτευγμα – προϋποθέτει στοιχειώδεις σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινωνικής λειτουργικότητας. Οταν το αίσθημα δικαιοσύνης καταπατείται και η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα και θεσμούς θρυμματίζεται, διαβρώνεται ο «κοινός λόγος» που άρρητα διαπερνά την έλλογη συλλογικότητα και καταστρέφεται η κοινωνική βάση που απαραίτητα συγκροτεί την υπόστασή μας ως έλλογα - ηθικά όντα· ο δήμος εκπίπτει σε όχλο, ο πολίτης σε τραμπούκο. Εν κατακλείδι, η οχλοποίηση του δήμου παράγεται από συγκεκριμένες κοινωνικές διεργασίες μέσω των οποίων η πολιτική αλλοτριώνεται σε διεφθαρμένο ή ιδιοτελή πολιτικαντισμό και η κομματική - συντεχνιακή - κλικαδόρικη ιδιοτέλεια εκτοπίζει τον «κοινό λόγο» των θεσμών. Η «άξεστη βία» θρέφεται αφενός μεν από αυτο-εξυπηρετικές πρακτικές που συστηματικά εκφυλίζουν την πολιτική κοινότητα, αφετέρου δε από την απουσία εμπνευσμένης ηγεσίας, ικανής να αρθρώσει αξιόπιστα την εναλλακτική «φωνή». Η οχλοκρατική βία είναι η άλλη όψη της φαυλοκρατίας.
Χ. Κ. Τσούκας καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)