Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Ο «Τελευταίος των Βίκινγκς»



100 χρόνια από την κατάκτηση του Νότιου Πόλου από τον Ρόαλντ Αμούνδσεν

«Τελευταίος των Βίκινγκς» αποκαλείται ο Ρόαλντ Αμούνδσεν, ο Νορβηγός που πάτησε πρώτος τον Νότιο Πόλο πριν από 100 χρόνια και έμεινε στην Ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους εξερευνητές. Το κατόρθωμά του είναι το πιο μυθιστορηματικό από όλες τις πρωτιές που σημειώθηκαν την εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων γιατί ο Αμούνδσεν είχε να ανταγωνιστεί όχι μόνο τα άγρια στοιχεία της φύσης αλλά και τον Βρετανό Ρόμπερτ Σκοτ, ο οποίος έτρεχε να φθάσει πρώτος στον Νότιο Πόλο.

«Ο Βόρειος Πόλος κατακτήθηκε!» έγραψαν τα πρωτοσέλιδα τον Σεπτέμβριο του 1909. Η είδηση χτύπησε τον Αμούνδσεν σαν κεραυνός. Το αρχικό του σχέδιο ήταν να οδηγήσει το πλοίο «Fram» (που σημαίνει «Εμπρός») στο βορειότερο σημείο της γης, την πρωτιά όμως του την έκλεψαν άλλοι. Ο Νορβηγός δεν τόλμησε να πει στους χορηγούς του ότι θα άλλαζε κατεύθυνση και θα επιχειρούσε να φθάσει στο απάτητο ακόμη νοτιότερο σημείο της Γης. Σάλπαρε με άκρα μυστικότητα για τον Νότιο Πόλο τον Αύγουστο του 1910, δύο μήνες μετά τον Σκοτ, και μόνο αφού είχε διασχίσει τον μισό Ατλαντικό του έστειλε το εξής τηλεγράφημα: «Πληροφορώ ότι “Fram” κατευθύνεται Ανταρκτική- Αμούνδσεν». Η έκπληξη του Σκοτ ήταν τεράστια όταν το διάβασε, δύο μήνες αργότερα, στη Μελβούρνη.

Οπρώτος που πάτησε και τους δύο πόλους
Ο Αμούνδσεν πήρε μαζί του 97 σκυλιά Γροιλανδίας και όλη την εμπειρία στον χειρισμό ελκήθρων και στην επιβίωση σε αρκτικό περιβάλλον που είχε συγκεντρώσει από προηγούμενες αποστολές. Αφησε βαρύ το σημάδι του στη λεγόμενη «Εποχή των Ηρώων». Ηταν ο πρώτος που έπλευσε το Βορειοδυτικό Πέρασμα το οποίο, βορείως του Καναδά, ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό. Του πήρε τρία χρόνια γιατί τον έπιανε ο χειμώνας κάνοντας το πέρασμα μη πλεύσιμο.

Ο Αμούνδσεν, άνθρωπος επιβλητικός και λιγόλογος, ήταν ο πρώτος που πάτησε και τους δύο πόλους. Οργανωτικός και μεθοδικός, έλεγε ότι «η νίκη περιμένει όσους έχουν τα πάντα σε τάξη - τύχη το αποκαλούν- ενώ η αποτυχία είναι βέβαιη για όσους αμελούν να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις - αυτό αποκαλείται κακοτυχία». Για την κατάκτηση του Νότιου Πόλου δεν άφησε τίποτε στην τύχη. Αν και καταγόταν από εύπορη οικογένεια εφοπλιστών, ήταν καταχρεωμένος για τις ανάγκες των αποστολών του και δεν είχε περιθώριο αποτυχίας.

Το «Fram» έφθασε στην Ανταρκτική, που έχει το μέγεθος της Ευρώπης μαζί με την Αυστραλία, τον Ιανουάριο του 2011. Ως τις 21 Απριλίου, όταν η εξάμηνη μέρα έδωσε τη θέση της στην εξάμηνη νύχτα, ο ίδιος και η ομάδα του έκαναν προετοιμασίες και μετά περίμεναν να ξαναξημερώσει τον Σεπτέμβριο. Υστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια ξεκίνησαν δεύτερη φορά για τον Νότιο Πόλο τον Οκτώβριο. Οι πέντε άντρες κινούνταν με σκι- Νορβηγοί όλοι τους, ήταν εξαιρετικοί στο άθλημα- ενώ οι προμήθειές τους μεταφέρονταν σε τέσσερα έλκηθρα που τα έσερναν 13 σκυλιά το καθένα.

Τα σκυλιά έτρωγαν κρέας και λίπος φώκιας τα οποία, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε ότι αποτελούν ιδανική τροφή για ζώα που σέρνουν έλκηθρα. Ενας παγετώνας ύψους 3.000 μέτρων στεκόταν ανάμεσα στη νορβηγική ομάδα και στον Νότιο Πόλο. Κατάφεραν να σύρουν έναν τόνο προμήθειες ως την κορυφή του, όπου πυροβόλησαν τα 24 από τα σκυλιά για να τα φάνε τα υπόλοιπα και οι ίδιοι. Το μέρος ονομάστηκε «Κρεοπωλείο».

Οανταγωνισμός του με τον Ρόμπερτ Σκοτ
Μετά ακολούθησε η «Αίθουσα Χορού του Διαβόλου», ένας παγετώνας με ένα λεπτό στρώμα χιονιού που σκέπαζε βαθιές χαράδρες. Αυτό ήταν το τελευταίο εμπόδιο. Στις 14 Δεκεμβρίου 1911, στις 3 το μεσημέρι, οι πέντε Νορβηγοί, με τα πρόσωπα φαγωμένα από τα κρυοπαγήματα, και 16 σκυλιά έφθασαν στον Νότιο Πόλο. Προηγήθηκαν κατά 35 ημέρες του Σκοτ. Η ομάδα και 11 σκυλιά επέστρεψαν στο «Fram» τον Ιανουάριο του 1012, 99 ημέρες και 2.900 χλμ. μετά την αναχώρησή τους. Ωσπου να φθάσει στην Αυστραλία, δύο μήνες αργότερα, ο Αμούνδσεν αγωνιούσε μήπως τον είχε προλάβει ο Σκοτ. Ο Βρετανός πάτησε τον πόλο στις 17 Ιανουαρίου 1912 αλλά ο ίδιος και ολόκληρη η ομάδα του πέθαναν στην επιστροφή.

Ο ανταγωνισμός των δύο αντρών δεν έχει πάψει να γοητεύει ως σήμερα. Οι αναλύσεις γιατί κέρδισε ο Αμούνδσεν και έχασε ο Σκοτ δεν σταμάτησαν ποτέ - ο πρώτος είχε σκυλιά για υποζύγια, δέρματα ζώων για θέρμανση και λεπτομερή οργάνωση ενώ ο δεύτερος σιβηρικά πόνι, συμβατικά παλτά και ανοργάνωτο ενθουσιασμό. Η δημοτικότητα του Σκοτ ανεβοκατεβαίνει σαν ασανσέρ τα 100 αυτά χρόνια: πρώτα αποθεώθηκε ως εθνικός ήρωας στη Βρετανία, στη συνέχεια αποκαθηλώθηκε και σήμερα αποκαθίσταται.

Ο Αμούνδσεν είχε τους πόλους στο αίμα του. Από μικρό παιδί κοιμόταν με ανοιχτά παράθυρα, ακόμη και στον βαρύ νορβηγικό χειμώνα, για να προετοιμαστεί για το αρκτικό κλίμα. «Πώς συνέβη να γίνω εξερευνητής;» αναρωτιέται στην αυτοβιογραφία του. «Δεν συνέβη απλώς, καθ΄ ότι η καριέρα μου υπήρξε μια σταθερή πρόοδος προς έναν σαφή στόχο από τα 15 μου χρόνια. Ο,τι πέτυχα στις εξερευνήσεις υπήρξε αποτέλεσμα ισόβιου σχεδιασμού, επίμοχθης προετοιμασίας και σκληρής, ευσυνείδητης εργασίας».

Η μητέρα του τον προόριζε για γιατρό. Αυτός εγκατέλειψε τις σπουδές στα 21, αμέσως μετά τον θάνατό της, και μπάρκαρε στα καράβια. Ο δικός του θάνατος ήταν αντάξιος εξερευνητή: σκοτώθηκε το 1928, 56 ετών, όταν το αεροπλάνο του συνετρίβη στον Αρκτικό Κύκλο. Βρισκόταν σε αποστολή διάσωσης ενός εξαφανισμένου αερόπλοιου. Τα συντρίμμια του αεροπλάνου του δεν βρέθηκαν ποτέ.
ΒΗΜΑ 31-12-2010

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Βία και αταξία μάς συνοδεύουν εδώ και πολλά χρόνια

Η κρίση που περνάει η χώρα είναι πρόσφατη, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με τη βία και την αταξία: αυτές μας συνοδεύουν εδώ και χρόνια. Η δεκαετία που κλείνει απλώς αναπαρήγαγε πρακτικές που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εθνικής κουλτούρας από τη μεταπολίτευση και μετά.

Λέγεται συχνά για τα Βαλκάνια, πως παράγουν περισσότερη ιστορία απ’ ό,τι μπορούν να καταναλώσουν. Η Ελλάδα παράγει τεράστιες ποσότητες πεζοδρομιακής βίας και δημόσιας αταξίας, σαφώς πολλαπλάσιες του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τα βίαια επεισόδια στο κέντρο της πρωτεύουσας έχουν αποκτήσει χαρακτήρα ρουτίνας, ενώ όποιοι επιθυμούν να κλείσουν το κέντρο δεν χρειάζονται δεύτερη σκέψη. Οσοι διαθέτουν βαρέα οχήματα, αποκλείουν τις εθνικές οδούς και όσοι εργάζονται στις μαζικές μεταφορές τα αποσύρουν από την κυκλοφορία κατά βούληση. Οι καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων είναι τόσο συνηθισμένες που δεν αποτελούν πια νέο, ενώ οι οπαδοί των διαφόρων ομάδων δεν αρκούνται πια στην καταστροφή των γηπέδων. Διαδηλωτές επιχειρούν ξυλοδαρμούς, ενώ «αντιεξουσιαστές» καταστρέφουν την ιδιωτική και δημόσια περιουσία και καίνε ανθρώπους με την ανοχή ή και την προστασία των «ειρηνικών» διαδηλωτών.

Η κατάσταση αυτή παρουσιάζεται συνήθως ως αναπόφευκτη συνέπεια της κρίσης, ένα φαινόμενο που αποτελεί φυσιολογική, ενδεχομένως και θετική, αντίδραση της κοινωνίας. Η διαδεδομένη αυτή ερμηνεία είναι όμως άστοχη γιατί αγνοεί ή συγκαλύπτει τρία προφανή στοιχεία. Πρώτον, παρόμοια επίπεδα βίας και αταξίας δεν παρατηρούνται αλλού στην Ευρώπη, ακόμα και σε χώρες που βιώνουν κρίση αντίστοιχη με την δική μας (π.χ. Ιρλανδία), ή και βαθύτερη (π.χ. Λεττονία). Δεύτερον, η ένταση μπορεί να αυξομειώνεται, αλλά το φαινόμενο έχει διάρκεια που ξεπερνάει τις τρεις δεκαετίες, και καλύπτει εποχές μεγάλης ευημερίας. Δεν ήταν άλλωστε η 5η Μαΐου 2010 η πρώτη φορά που διαδηλωτές έκαψαν εργαζόμενους στο κέντρο της Αθήνας, ούτε υπήρξε ο ξυλοδαρμός του Κωστή Χατζηδάκη η πρώτη τέτοια περίπτωση. Τρίτον, τα φαινόμενα αυτά δεν παράγονται από ολόκληρη την κοινωνία αλλά από συγκεκριμένες μειοψηφίες, με επικεφαλής τις κρατικοδίαιτες ομάδες που βλέπουν τα προνόμιά τους να απειλούνται.

Τόσο η παρουσία όσο και η διάρκεια των φαινομένων αυτών οφείλονται στη συνενοχή πολιτικών κομμάτων και ευρέων κοινωνικών στρωμάτων. Από τη μία, το κράτος ανέχεται τη βία αυτή αφήνοντάς την ατιμώρητη. Σπάνια συλλαμβάνονται ποδοσφαιρικοί ή μη χούλιγκαν και ακόμα σπανιότερα επιβάλλονται ποινές. Ακόμα και ο Κωστής Χατζηδάκης ζήτησε να μη διωχθούν εκείνοι που επιχείρησαν να τον λιντσάρουν. Είναι, λοιπόν, εντελώς φυσιολογικό και δεν πρέπει να εκπλήσσει κανένα πώς η απουσία κυρώσεων πολλαπλασιάζει τη βία. Η ανοχή των πολιτικών ηγεσιών έχει τις ρίζες της στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, ιδιαίτερα της μετεμφυλιακής περιόδου και της χούντας, που συνετέλεσε στην απαξίωση εννοιών όπως «δημόσια τάξη», «ποινή» ή «κύρωση». Αναπαράγεται όμως, από τις αμαρτωλές πρακτικές των κομμάτων τα οποία (όπως άλλωστε και οι ανώνυμες ποδοσφαιρικές εταιρείες) δεν επιθυμούν να συγκρουστούν ούτε με τους χούλιγκαν, που τα ίδια συντηρούν (ιδιαίτερα μέσα στα πανεπιστήμια), ούτε με την πελατεία τους.

Από την άλλη, ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας ανέχεται τη βία και την αταξία, ιδίως όταν θεωρεί πως στρέφονται εναντίον του κράτους. Και εδώ η ιστορία παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς η καχυποψία έναντι του κράτους έχει βαθιές ρίζες. Σ’ αυτήν θα πρέπει να προστεθεί το γεγονός πως η διαπαιδαγώγηση των νέων (αλλά και της κοινωνίας γενικότερα) βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό στα χέρια ανθρώπων που διετέλεσαν οι ίδιοι στο παρελθόν κομματικοί χούλιγκαν και απλώς μεταλαμπαδεύουν τις αξίες τους. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως το υπόστρωμα της ανοχής βρίσκεται στον γενικό εθισμό της κοινωνίας σε καθημερινές πρακτικές παραβατικότητας, από τη φοροδιαφυγή και την καταπάτηση ξένης ιδιοκτησίας ώς την έλλειψη σεβασμού στον δημόσιο χώρο και τους άλλους.

Οταν όμως η αταξία γίνεται κανόνας, τότε η τάξη αποτελεί παράβαση. Ανάπτυξη υπό τέτοιες συνθήκες δεν επιτυγχάνεται. Στο σημείο αυτό συναντούμε ως χώρα την αυγή της νέας δεκαετίας.

Στάθης Ν. Καλύβας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2011

Ο δήμος ως όχλος

«Ο λόγος είναι ένα φρούριο κατά της κτηνωδίας. Οταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής και αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία.»
Ζακλιν Nτε Pομιγυ

Η εικόνα του αιμόφυρτου βουλευτή, πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη εν μέσω του μαινόμενου όχλου ήταν συγκλονιστική. Οπως στην περίπτωση του σαδιστικού ξυλοδαρμού του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου από αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη το 2006, τα τηλεοπτικά πλάνα μας μετέφεραν την ανατριχιαστική ωμότητα του επεισοδίου. Στην επίθεση κατά του κ. Χατζηδάκη, η τηλεοπτική εικόνα αποτύπωσε τη θλιβερή έκπτωση του πολίτη σε τραμπούκο, του διαδηλωτή σε ταραξία, του δήμου σε όχλο.

Το φαινόμενο της, κυμαινόμενης σε ένταση, οχλοκρατικής βίας δεν είναι καινούργιο: έχουμε συνηθίσει την ύπαρξή του σε επιμέρους θεσμούς (π. χ. πανεπιστήμια) και σε διαδηλώσεις. Το σημαντικότερο: η οχλοκρατική βία δεν είναι ένα περαστικό φαινόμενο. Στο μέτρο που οι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας δεν λειτουργούν με συστηματικά έλλογο τρόπο, η οχλοκρατική βία τείνει να εμφανίζεται ως ένα υποκατάστατο. Ιδού γιατί. Στο κλασικό βιβλίο «Εξοδος, Φωνή και Αφοσίωση», ο Αμερικανός οικονομολόγος Αλμπερτ Χίρσμαν ερμηνεύει τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα αντιδρούν στην πτώση της ποιότητας των αγαθών που λαμβάνουν, είτε από ιδιωτικούς είτε από δημόσιους οργανισμούς. Οταν είναι δυσαρεστημένα, τα άτομα είτε εγκαταλείπουν τον οργανισμό («έξοδος»), είτε διατυπώνουν την κριτική τους σε αυτόν («φωνή»). Το κλασικό παράδειγμα είναι η έξοδος από τη δημόσια, και η στροφή στην ιδιωτική, εκπαίδευση από τους εύπορους πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι με την ποιότητα των δημόσιων σχολείων. Η «έξοδος» είναι εφικτή, στο μέτρο που υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Οταν αυτές είναι ανύπαρκτες, η «φωνή» –η διατύπωση, δηλαδή, κριτικής– είναι η κύρια μέθοδος έκφρασης της δυσαρέσκειας. Σε γενικές γραμμές, η δυνατότητα «εξόδου» αποδυναμώνει τη «φωνή» – η «έξοδος» είναι η εύκολη λύση, η «φωνή» προϋποθέτει εμπλοκή, με αβέβαιο αποτέλεσμα. Στο μέτρο, όμως, που τα άτομα είναι συναισθηματικώς συνδεδεμένα με έναν οργανισμό («αφοσίωση»), το κόστος «εξόδου» μεγαλώνει και η δυνατότητα χρήσης της «φωνής» ενισχύεται.

Στην πολιτική, όταν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι, συνήθως εγκαταλείπουν ένα κόμμα και στρέφονται σε ένα άλλο, εκτός κι αν είναι μέλη ή φίλοι (δείχνουν, δηλαδή, «αφοσίωση»), οπότε χρησιμοποιούν τη «φωνή» τους. Οταν όμως το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί συνολικά, όπως εμφατικά έχει συμβεί στη χώρα μας, η «φωνή» εμφανίζεται ως μάταιη επιλογή («δεν ακούει κανείς, στην Ελλάδα ζεις…»), ενώ η «έξοδος», στο μέτρο που δεν υπάρχουν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, εκφράζεται ως ιδιώτευση (στην καλύτερη περίπτωση) ή ως οχλοκρατική βία (στη χειρότερη).

Η τάση προς τέτοιες μη έλλογες μορφές «εξόδου» ενισχύεται από τη δυσπιστία που ιστορικά περιβάλλει τους ελλαδικούς θεσμούς και, αναφορικά με τη βία, την ύπαρξη καχεκτικών μηχανισμών επιβολής κυρώσεων. Να το πω απλά, έστω με κίνδυνο να γίνω απλουστευτικός: όταν αισθάνεσαι ότι ζεις στη χώρα της μίζας, όταν δεν εμπιστεύεσαι κανέναν, όταν η ανομία σε περιβάλλει, όταν νιώθεις ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, ότι από παντού σου τα παίρνουν, ότι διαχρονικά σε κυβερνούν εν πολλοίς ανίκανοι, φαιδροί, και όχι σπάνια διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες, όταν, εν ολίγοις, βιώνεις την καθολική απαξίωση των θεσμών της χώρας σου, υφίστασαι στο πετσί σου τα αποτελέσματα αυτής της απαξίωσης (διάβαζε: τη χρεοκοπία), και δεν βλέπεις από πουθενά ελπίδα, σε κυριεύουν συναισθήματα οργής και ματαιότητας, η «φωνή» σου χάνεται· ο λόγος σου γίνεται χονδροειδής, αστόχαστος, σχεδόν άναρθρος. Τι απομένει; Το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο ανεπεξέργαστος θυμός που ωθούν, απρόβλεπτα, στην «άξεστη, βλακώδη, τυφλή βία» · «εξέρχεσαι», τότε, έστω και ανεπαίσθητα, από την έλλογη κοινωνικότητα.

Οπως έχει διεισδυτικά παρατηρήσει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ με αναφορά στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, απαραίτητος όρος για τη συγκρότησή μας ως έλλογα όντα είναι η μετοχή σε έναν στοιχειωδώς λειτουργικό «κοινό λόγο», η ύπαρξη ενός βασικού υποστρώματος κοινωνικής εμπιστοσύνης, διαφορετικά κινδυνεύουμε να εκπέσουμε σε κτηνώδη κατάσταση, όπως η Εκάβη όταν διαπιστώνει τον θάνατο του γιου της Πολύδωρου από τον βασιλιά και φίλο της Πολυμήστορα, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή του. Στερημένη την πόλη της, τον πλούτο της, και τώρα το μονάκριβο γιο της, η Εκάβη καταρρέει ηθικά, αποκτηνώνεται, ζητάει εκδίκηση. Σκοτώνει τον Πολυμήστορα και τυφλώνει τα δύο του παιδιά. Η εκδίκηση την αναζωογονεί. Η ηθική μας συγκρότηση, παρατηρεί εύστοχα η Νουσμπάουμ, δεν αποτελεί τόσο ένα ατομικό κατόρθωμα, όσο ένα κοινωνικό επίτευγμα – προϋποθέτει στοιχειώδεις σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινωνικής λειτουργικότητας. Οταν το αίσθημα δικαιοσύνης καταπατείται και η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα και θεσμούς θρυμματίζεται, διαβρώνεται ο «κοινός λόγος» που άρρητα διαπερνά την έλλογη συλλογικότητα και καταστρέφεται η κοινωνική βάση που απαραίτητα συγκροτεί την υπόστασή μας ως έλλογα - ηθικά όντα· ο δήμος εκπίπτει σε όχλο, ο πολίτης σε τραμπούκο. Εν κατακλείδι, η οχλοποίηση του δήμου παράγεται από συγκεκριμένες κοινωνικές διεργασίες μέσω των οποίων η πολιτική αλλοτριώνεται σε διεφθαρμένο ή ιδιοτελή πολιτικαντισμό και η κομματική - συντεχνιακή - κλικαδόρικη ιδιοτέλεια εκτοπίζει τον «κοινό λόγο» των θεσμών. Η «άξεστη βία» θρέφεται αφενός μεν από αυτο-εξυπηρετικές πρακτικές που συστηματικά εκφυλίζουν την πολιτική κοινότητα, αφετέρου δε από την απουσία εμπνευσμένης ηγεσίας, ικανής να αρθρώσει αξιόπιστα την εναλλακτική «φωνή». Η οχλοκρατική βία είναι η άλλη όψη της φαυλοκρατίας.
Χ. Κ. Τσούκας καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1/1/2011

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Wikipedia


Ηρθε η ώρα να αποκτήσει περισσότερους συντάκτες
«Το ζήτημα δεν είναι πόσες σελίδες έχουμε αλλά πόσο καλές είναι» δήλωσε σε συνέντευξη που παραχώρησε στη βρετανική εφημερίδα Independent, ο ιδρυτής της διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας Wikipedia, Τζίμι Γουέιλς, με αφορμή την συμπλήρωσε δέκα ετών από την ίδρυση της διάσημης ανοικτής εγκυκλοπαίδιας. "Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι αυτή η εφαρμογή θα έφτανε να προσελκύσει 400 εκατομμύρια επισκέτες-αναγνώστες. Ωστόσο τώρα ήρθε η στιγμή η Wikipedia να ανοίξει σε περισσότερο κόσμο" δήλωσε ο κ.Γουέιλς.

Και εξήγησε ότι τα φετεινά "στραγγυλά" γενέθλια θα συνοδευτούν, πολύ σύντομα, από μία αναδιάρθρωση των όρων χρήσης του ιστότοπου, με στόχο να μεγαλώσει ο αριθμός των συγγραφέων και να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο η θεματολογία. Σήμερα απασχολούνται περίπου 100.000 εθελοντείς συγγραφείς και επιμελητές άρθρων, χωρίς την παραμικρή αμοιβή, γεγονός που επιτρέπει στην Wikipedia να απασχολεί επαγγελματικά μόλις 45 εργαζόμενους.

Ο αμερικανός «γκουρού» της ηλεκτρονικής πηγής γνώσεων θα μπορούσε να είναι βαθύπλουτος: η αξία της Wikipedia εκτιμάται στα πέντε δισ. δολάρια, αλλά κανείς δεν θέλει να την πουλήσει - πόσο μάλλον ο 44χρονος Γουέιλς. Για τη λειτουργία της στηρίζεται εξ ολοκλήρου στις μικρές δωρεές των χρηστών της, ενώ αποφεύγει τις διαφημίσεις και τους μεγάλους «ευεργέτες». Με αυτό τον τρόπο ο Γουέιλς διατηρεί την ανεξαρτησία του ιστότοπου, προσπαθώντας παράλληλα να διασφαλίσει ότι το περιεχόμενο των καταχωρήσεών του είναι αξιόπιστο. «Δεν προσπαθούμε να φθάσουμε γρήγορα στον μέγιστο αριθμό σελίδων που μπορούμε να έχουμε - δεν μας απασχολεί αυτό. Το ζήτημα είναι να φτιάξουμε χρήσιμες σελίδες» υπογραμμίζει. Ο Γουέιλς εκτιμά ότι η ποιότητα των άρθρων της Wikipedia έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς έχει ληφθεί μία σειρά προστατευτικών μέτρων προκειμένου να αποκλείονται οι μή έγκυρες καταχωρήσεις. Ο τομέας στον οποίο υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης για τη Wikipedia είναι η ποικιλομορφία των συντακτών της.

«Οι συντάκτες είναι κατά 80% άνδρες που ασχολούνται με τη τεχνολογία και θέματα όπως η κοινωνιολογία και η ποίηση συχνά παραμελούνται»,παραδέχεται ο κ. Γουέιλς. Και προειδοποιεί όσους συγχέουν το «πνευματικό» του παιδί με το δημιούργημα του Τζούλιαν Ασάνζ : «Η Wikipedia δεν είναι WikiLeaks. Αυτό που κάνουν δεν είναι wiki. Το wiki είναι μία συνεργατική διαδικασία σύνταξης, ενώ εκείνοι απλώς παίρνουν έγγραφα και τα δημοσιοποιούν. Εύχομαι το WikiLeaks να λεγόταν OpenLeaks».
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010 ΒΗΜΑ

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Η ελληνική περεστρόικα

Tου Σταθη Ν. Καλυβα*

Το τέλος της Σοβιετικής Ενωσης είναι λίγο-πολύ γνωστό. Το οικονομικό της σύστημα βρισκόταν σε τροχιά ταχύτατης παρακμής όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ επιχείρησε να το διασώσει μεταρρυθμίζοντάς το. Η ελεγχόμενη αυτή μεταρρύθμιση, γνωστή και ως περεστρόικα, τελικά απέτυχε γιατί και η σήψη είχε προχωρήσει πολύ βαθιά και το σύστημα ήταν ιδιαίτερα άκαμπτο. Η αποτυχία της περεστρόικας σήμανε την κατάρρευση ολόκληρου του σοβιετικού οικοδομήματος.

Τηρουμένων των αναλογιών, η προσαρμογή, η καλύτερα διόρθωση της ελληνικής οικονομίας μέσω του Μνημονίου αποτελεί ένα είδος περεστρόικας: μια απόπειρα, δηλαδή, συνολικής και ριζικής μεταρρύθμισης ενός ολόκληρου άρρωστου συστήματος, κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Υπάρχουν διχογνωμίες ως προς τον βέλτιστο συνδυασμό δημοσιονομικών και διαρθρωτικών παρεμβάσεων, κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί πως το υπάρχον καθεστώς έχει ξοφλήσει οριστικά.

Η αναλογία με τη σοβιετική περεστρόικα έχει βέβαια μεταφορικό χαρακτήρα, καθώς οι διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι τεράστιες. Αξίζει όμως να σημειωθεί μία απ’ αυτές. Στην περίπτωση της Σοβιετικής Ενωσης, το σύστημα είχε περιορισμένα ερείσματα, καθώς είχε ταυτιστεί με το τέλμα και την γενικευμένη φτώχεια του υπαρκτού σοσιαλισμού, μια πραγματικότητα που αποδόθηκε με μοναδικό τρόπο από έναν γνωστό αφορισμό των εργαζομένων: «Κάνουν πως μας πληρώνουν και κάνουμε πως δουλεύουμε». Οσοι μάλιστα αντιδρούσαν τότε στις μεταρρυθμίσεις εκείνες, το έκαναν περισσότερο στο όνομα των γεωπολιτικών συμφερόντων της αυτοκρατορίας και λιγότερο λόγω αντιρρήσεων που είχαν για την οικονομική τους λογική. Επιθυμούσαν, μ’ άλλα λόγια, η οικονομική επανάσταση να μην συνοδεύεται από πολιτικές μεταρρυθμίσεις.

Βρισκόμαστε σήμερα στον αντίποδα της Σοβιετικής Ενωσης. Οι στρεβλώσεις του «παλαιού καθεστώτος» της τριακονταετίας έχουν ταυτιστεί στη χώρα μας με μια μακρά περίοδο αδιάκοπης ευημερίας. Είναι, επομένως, εντελώς φυσικό το Μνημόνιο να συναντά ισχυρές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από την πλευρά των οργανωμένων συντεχνιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που ωφελήθηκαν ιδιαίτερα και που έχουν να χάσουν κάτι πολύ παραπάνω από τις αλυσίδες τους. Το μέγεθος των εμποδίων που υψώνονται μπροστά στις μεταρρυθμίσεις γίνεται ακόμη πιο σαφές αν αναλογιστεί κανείς πως οι συντεχνίες αυτές αποτελούν κεντρικό στοιχείο του ευρύτερου πολιτικού συστήματος, το οποίο εξακολουθεί να διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας παρότι την οδήγησε στη χρεοκοπία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί αναμφίβολα η πρόσφατη ομόφωνη απόρριψη από την έκτακτη Σύνοδο των πρυτάνεων ΑΕΙ του κειμένου των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που κατέθεσε η κυβέρνηση για την ανώτατη εκπαίδευση. Οι πρυτάνεις, εκλεγμένοι ουσιαστικά από τους κομματικούς μηχανισμούς που κυριαρχούν στο πανεπιστήμιο, διοικούν ένα σύνολο βαθύτατα προβληματικών οργανισμών που και κοστίζουν ακριβά στο κοινωνικό σύνολο και παράγουν ένα εντελώς υποβαθμισμένο προϊόν. Παρά τις αρκετές αξιόλογες εξαιρέσεις, η επιστημονική έρευνα παραμένει σε χαμηλό επίπεδο, ενώ οι κύριοι χρήστες του πανεπιστημίου, οι φοιτητές, αποφοιτούν με ένα μέσο επίπεδο δεξιοτήτων που τους καθιστά ελάχιστα ανταγωνιστικούς και, άρα, εν δυνάμει μη απασχολήσιμους στη συνεχώς διευρυνόμενη παγκόσμια αγορά. Είναι ενδεικτικό, πως όσοι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν απευθείας στο εξωτερικό παρακάμπτουν τα ΑΕΙ εντελώς, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω πτώση της ποιότητας του συστήματος.

Το πρόβλημα, δυστυχώς, δεν σταματάει εκεί. Η δυσλειτουργία των ΑΕΙ δηλητηριάζει ολόκληρη την κοινωνία, παράγοντας σημαντικές «αρνητικές εξωτερικότητες», όπως αποκαλούν οι οικονομολόγοι τον αρνητικό αντίκτυπο σε τρίτους. Το πανεπιστήμιο φέρει τεράστια ευθύνη για τη διάχυση μιας κουλτούρας μετριότητας και ανορθολογισμού. Τα τηλεοπτικά παράθυρα, για παράδειγμα, αποτελούν μετεξέλιξη σε ύφος και ήθος, των φοιτητικών συνελεύσεων. Εξακολουθεί, επίσης, να ειδικεύεται στην παραγωγή ενός ανθρωπότυπου, του «επαγγελματία» συνδικαλιστή, που κυριαρχεί στα κόμματα και όχι μόνο, ενώ συμβάλλει ακόμα και στην υποβάθμιση του κέντρου της πρωτεύουσας μέσω των επιπτώσεων που έχει πάνω σ’ αυτό ο χρεοκοπημένος θεσμός του «πανεπιστημιακού άσυλου».

Μια υγιής κοινωνία θα επεδίωκε την άμεση και ριζική αλλαγή του ξεπεσμένου αυτού συστήματος. Αντ’ αυτού όμως οι πρυτάνεις, συνεπικουρούμενοι από τους κομματικούς μηχανισμούς των πανεπιστημίων, απορρίπτουν την (ατυχώς) ήπια μεταρρύθμιση που έχει προταθεί και επιδιώκουν, απειλώντας με αναταραχές, να συνεχιστεί απρόσκοπτα το υπάρχον καθεστώς παρά την εμφανή και παταγώδη αποτυχία του. Το κόστος καλούνται να πληρώσουν οι ευσυνείδητοι πανεπιστημιακοί και φοιτητές, αλλά και ολόκληρη η κοινωνία. Η πραγματικότητα των ΑΕΙ απλώς αντανακλά μια γενικότερη νοοτροπία και πρακτική.

Μια ενδεχόμενη αποτυχία του Μνημονίου μπορεί να προκληθεί από διαφορετικές αιτίες. Μπορεί ο κρατικός μηχανισμός να γονατίσει μπροστά στο βάρος των αλλαγών που καλείται να εφαρμόσει. Μπορεί το χρέος να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από τη δυνατότητά μας να το διαχειριστούμε. Μπορεί οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία ή την Ευρωπαϊκή Ενωση να αποβούν αρνητικές για τη χώρα μας. Μπορεί, τέλος, οι αντιδράσεις του ευρύτερου πολιτικού συστήματος να μην καμφθούν. Οποια και να είναι η αιτία όμως, είναι σίγουρο ότι, όπως και στη Σοβιετική Ενωση, την αποτυχία της περεστρόικας θα ακολουθήσει η γενική κατάρρευση. Και, όπως εκεί, όσοι θεωρούν σήμερα πως το καθεστώς του Μνημονίου είναι βίαιο, θα ανακαλύψουν τι ακριβώς σημαίνει βίαιη προσαρμογή.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-12-2010

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Εύθραυστη σχέση αγοράς και δημοκρατίας


Η παγκόσμια οικονομική κρίση θέτει σε δεινή δοκιμασία τους δημοκρατικούς θεσμούς, εκτιμά ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλαβόι Ζίζεκ

Συνέντευξη στον Πετρο Παπακωνσταντινου

Αν και απολύθηκε για τις αιρετικές απόψεις και τον πολιτικό ακτιβισμό του υπέρ των δημοκρατικών δικαιωμάτων από το καθεστώς του Τίτο, ο Σλαβόι Ζίζεκ παρέμεινε πιστός στον αριστερό ριζοσπαστισμό.

Ισορροπώντας επιδέξια πάνω στο τεντωμένο σχοινί που συνδέει τη μαρξιστική πολιτική οικονομία με τη λακανική σχολή της ψυχανάλυσης, ο Σλοβένος διανοητής απέκτησε παγκόσμια φήμη όταν μεταφράστηκε στα αγγλικά το μείζον φιλοσοφικό έργο του «Το υψηλό αντικείμενο της Ιδεολογίας» (ελληνική έκδοση: Scripta, 2006).

Σήμερα, ο Ζίζεκ θεωρείται ένα είδος «σούπερ σταρ» των ανθρωπιστικών επιστημών. Τα πολυάριθμα βιβλία του γίνονται κατά κανόνα μπεστ σέλερ, όπως επιβεβαίωσε και το τελευταίο έργο του που μεταφράστηκε στα ελληνικά «Βία - Εξι λοξοί στοχασμοί» (Scripta, 2010).

Τα αμφιθέατρα που τον φιλοξενούν σε διάφορα σημεία του κόσμου ξεχειλίζουν από κόσμο που έλκεται από τον Ζίζεκ – ζωηρό ρήτορα, ο οποίος συνδυάζει τον Χέγκελ με τον Φρόιντ, τις αναφορές στον «Τιτανικό» και στο «Ψυχώ» με τα ανέκδοτα από τη Σοβιετική Ενωση και τους Εβραίους της διασποράς.

Την ερχόμενη Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου, ο Σλαβόι Ζίζεκ θα δώσει διάλεξη στην Αθήνα με θέμα «Ζώντας στην εποχή των τεράτων», προσκεκλημένος από το Αριστερό Βήμα (αμφιθέατρο Μ. Α. Χ., Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 11.30 π. μ.).

Με αφορμή τη διάλεξη αυτή, ο Σλοβένος διανοούμενος μίλησε στην «Κ» για την παγκόσμια οικονομική κρίση, τα διλήμματα της Ευρώπης και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη Αριστερά.

Η κρυφή γοητεία του κινεζικού μοντέλου και η Δύση

– Ο τίτλος του τελευταίου σας βιβλίου, «Ζώντας στους έσχατους καιρούς», παραπέμπει σε σκηνικό Αποκάλυψης. Πιστεύετε πραγματικά ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός, που αναδείχθηκε θριαμβευτικός με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αγγίζει κάποια έσχατα όρια;

– Οχι με την έννοια της επικείμενης κατάρρευσης. Αποτελεί, δυστυχώς, θεμελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλισμού το γεγονός ότι κάθε φορά που φτάνει σε κάποια φαινομενικά «έσχατα» όρια, καταφέρνει να ανασυγκροτηθεί και να επιστρέψει δριμύτερος. Αυτό περιγράφει και η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το δόγμα του σοκ» κι αυτό περίπου γίνεται, νομίζω, και στην Ελλάδα, όπου η χρηματοπιστωτική κρίση αξιοποιείται ως ευκαιρία για τη διαμόρφωση ενός αγριότερου είδους καπιταλισμού. Επομένως, οι παλιές, αριστερές προσδοκίες ότι η κρίση θα οδηγήσει αυτόματα σε ριζοσπαστικοποίηση αποδεικνύονται φρούδες.

Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι παραμένω κατά κάποιο τρόπο απαισιόδοξος με έναν ορισμένο τρόπο. Πιστεύω ότι μια ορισμένη εποχή του καπιταλισμού φτάνει όντως στο τέλος της. Προκειμένου να επιβιώσει, το σύστημα πρέπει να γίνει πιο «οργανωμένο», εξασθενίζοντας τη Δημοκρατία. Μέχρι τώρα, ο καπιταλισμός είχε τουλάχιστον ένα καλό στοιχείο, ότι η ομαλή αναπαραγωγή του προωθούσε τη Δημοκρατία. Μπορεί, βέβαια, σε κάποιο σημείο να χρειαζόταν τη δικτατορία, όπως στη Χιλή ή στην Ανατολική Ασία, αλλά όταν η μηχανή έπαιρνε μπροστά, γεννούσε μια ακατανίκητη ορμή προς τη Δημοκρατία.Λοιπόν, αυτή η λογική νομίζω ότι στις μέρες μας εξαντλείται. Αναδύεται ένα νέο είδος αυταρχικού καπιταλισμού, που δεν αφορά μόνο την Κίνα και την Ανατολική Ασία, αλλά και τη Δύση.

– Μου λέτε δηλαδή ότι, αν και μέχρι τώρα η Δύση ήλπιζε ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Κίνα θα φέρει κάποια στιγμή τη Δημοκρατία, μπορεί κάλλιστα να συμβεί το αντίστροφο: Το μοντέλο του κινεζικού, αυταρχικού καπιταλισμού να επιδράσει καθοριστικά στην ίδια τη Δύση.

– Δυστυχώς! Κι αυτό είναι το μάθημα που θα πάρουμε, αν δούμε την τρέχουσα οικονομική κρίση ως ιστορικό τεστ. Δεν δείχνει μήπως η εμπειρία ότι οι ασιατικές χώρες με τα αυταρχικά καθεστώτα είναι εκείνες που άντεξαν καλύτερα τη δοκιμασία της κρίσης; Το 2009 η Σιγκαπούρη είχε ανάπτυξη-ρεκόρ και η Κίνα δεν έμεινε πίσω.

Το δεύτερο σημείο που ήθελα να τονίσω είναι το εξής: Οταν πολλοί, ακόμη και οι αριστεροί επικριτές της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων, μιλούν για τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, λησμονούν ότι πρόκειται για ιδεολόγημα και όχι για πραγματικότητα. Η ιδέα ότι η οικονομία αυτορρυθμίζεται και ότι το κράτος υπάρχει μόνο για να εγγυάται την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, είναι εξωπραγματική. Αυτό που βλέπουμε τελευταία είναι ολοένα και ισχυρότερος κρατικός παρεμβατισμός, σε Αμερική και Ευρώπη, με τρισεκατομμύρια δολάρια να διοχετεύονται για τη διάσωση της οικονομίας.

Παραγωγικός καπιταλισμός

– Το αόρατο χέρι της αγοράς χρειάζεται τη σιδερένια γροθιά του κράτους…

– Ακριβώς! Δεν θέλω να δώσω την εντύπωση του απλοϊκού, φανατικού αντικαπιταλιστή. Ο καπιταλισμός είναι το πιο παραγωγικό σύστημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο κρατικός κομμουνισμός απέτυχε οικτρά. Σήμερα όμως βλέπουμε τα ιστορικά όρια του συστήματος. Δείτε τι συμβαίνει με τους μετανάστες, με τις νέες μορφές απαρτχάιντ. Εδώ βλέπουμε το ιστορικό όριο της Δημοκρατίας. Για τον Μαρξ, η πολιτική, νομική ισότητα ήταν όρος για την οικονομική εκμετάλλευση. Σήμερα όμως πλησιάζουμε ένα νέο στάδιο, όπου η ανισότητα θεμελιώνεται και στο πολιτικό, νομικό επίπεδο. Το παράδοξο του συστήματος είναι ότι, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την ανάδειξη του «Ενός Κόσμου», πολλαπλασιάστηκαν τα καινούργια, ορατά και αόρατα τείχη σε όλη τη Γη, από τις φαβέλες μέχρι τη Δυτική Οχθη.

Η εθνική αναδίπλωση δεν μπορεί να είναι λύση

– Ο νέος κόσμος δεν είναι, δηλαδή, «επίπεδος», όπως τον ήθελε ο Τόμας Φρίντμαν, αλλά κατακερματισμένος.

– Το παράδοξο αυτού του νέου κόσμου είναι ότι ο πολιτικός κατακερματισμός του αποτελεί προϋπόθεση για την οικονομική του ενοποίηση. Κι εδώ θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σε έναν κίνδυνο, που ελλοχεύει, πιστεύω και στις γραμμές της Αριστεράς. Κρίσεις σαν κι αυτές που πλήττουν σήμερα την Ελλάδα και αύριο θα πλήξουν οπωσδήποτε και τις ανεπτυγμένες χώρες (κι ας δημαγωγούν πολλοί για τους «σπάταλους» Ελληνες), δημιουργούν τον πειρασμό να πούμε: Ορίστε, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι όργανο του παγκόσμιου κεφαλαίου, επομένως χρειαζόμαστε ένα ισχυρό έθνος–κράτος για να μας προστατέψει.

– Οντως, η τάση αυτή είναι ισχυρή.

– Ωστόσο, τη θεωρώ επικίνδυνη, γιατί από οικονομική άποψη ο κόσμος όντως ενοποιείται. Το να αποσυρθεί κανείς στο παλιό κράτος–έθνος, θα οδηγήσει όχι σε λιγότερη, αλλά σε πιο βάναυση εκμετάλλευση των εργαζομένων.

– Γιατί θέτετε το ζήτημα με απόλυτους, διαζευκτικούς όρους; Γιατί πρέπει κανείς είτε να ανήκει στη σημερινή Ευρωζώνη είτε να γίνει Αλβανία του Χότζα;

– Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να το θέτουμε απόλυτα και ότι μπορεί να συνιστώ κάτι προβληματικό. Είχα μια παρόμοια συζήτηση με τον Σαμίρ Αμίν, που μου είπε ότι μπορείς να είσαι ανεξάρτητος, αλλά να έχεις σχέσεις με τους άλλους. Εντάξει, αλλά ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι; Αν δείτε όλες τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις, από τη Ρωσία και την Κίνα μέχρι το Ιράν, δεν προσφέρονται για έμπνευση.

– Η Σουηδία δεν έχει ευρώ και η Νορβηγία δεν ανήκει καν στην Ε.Ε.

– Οπως και η Ισλανδία, που ήταν ανεξάρτητη, αλλά υπέστη ακόμη χειρότερη κρίση. Το ζήτημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο· θυμίζει το ερώτημα του Φρόιντ –τι θέλει η γυναίκα; – στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση. Η θέση μου είναι ότι πρέπει να παλέψουμε για μια άλλη Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή έχουμε τρία διαθέσιμα μοντέλα, που διεκδικούν την ηγεμονία: το φιλελεύθερο - αγγλοσαξονικό, το ασιατικό - αυταρχικό και το πιο περίπλοκο λατινοαμερικανικό - λαϊκίστικο. Δεν νομίζω ότι μας ταιριάζει κάποιο από αυτά και δεν θα ήθελα να ζω σε έναν κόσμο όπου αυτά τα τρία μοντέλα θα είναι τα μόνα διαθέσιμα. Η Ευρώπη μπορεί να αποτύχει, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να υπερασπιστούμε πλευρές του κεκτημένου της. Πρόσφατα διάβαζα μελέτη ενός Σουηδού μαρξιστή, ο οποίος υποστήριζε ότι, παρά την πίεση του νεοφιλελευθερισμού, η χώρα του έχει διατηρήσει τον μικρότερο βαθμό εισοδηματικών ανισοτήτων, της τάξης του 6:1 ή του 7:1. Μάλιστα, σε πείσμα των νεοφιλελεύθερων δογμάτων, το κοινωνικό κράτος όχι μόνο δεν εμπόδισε τη Σουηδία να είναι ανταγωνιστική, αλλά την ανέβασε σε μία από τις τρεις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης.

Το σύστημα δεν θέλει στοχαστές, μόνο ειδικούς

– Στο βιβλίο σας «Βία», που έγινε μπεστ σέλερ φέτος στην Ελλάδα, γράφετε: «Τι είδους κόσμος είναι αυτός, που εμφανίζεται ως κοινωνία της ελεύθερης επιλογής, αλλά όπου η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική λύση στην επιβληθείσα συναίνεση είναι η έκρηξη οργής; (…) Η αντιπολίτευση στο σύστημα δεν μπορεί να εκφρασθεί ως ρεαλιστική εναλλακτική λύση, ούτε καν ως έλλογο ουτοπικό σχέδιο, αλλά μόνο ως ανορθολογική έκρηξη». Δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί αυτή η θέση ως δικαιολόγηση της τυφλής βίας;

– Οχι, καθόλου. Ισα-ίσα, λέω πως θα καταλήξουμε σ’ αυτή τη μίζερη «εναλλακτική λύση», που δεν είναι εναλλακτική λύση, αν παραμείνουμε μέσα στα όρια του συστήματος. Κι αυτό γιατί το σύστημα σήμερα δεν δίνει τη δυνατότητα να εκφραστεί, μέσα από θεσμικά κανάλια, όλη αυτή η δυσαρέσκεια που συσσωρεύεται στην κοινωνία. Υπάρχει ένα «πλεόνασμα δυσαρέσκειας», που εκρήγνυται κάθε τόσο με τα καμένα αυτοκίνητα στο Παρίσι ή με άλλες μορφές αυτοκαταστροφικής βίας. Θυμάμαι τις βουλευτικές εκλογές του 2005 στη Βρετανία. Στην προεκλογική περίοδο, το BBC έκανε μια τηλεφωνική δημοσκόπηση με το ερώτημα ποιος ήταν ο πιο μισητός άνθρωπος στη χώρα. Κέρδισε ο Τόνι Μπλερ. Δύο εβδομάδες αργότερα, κέρδισε και στις εκλογές.

Νομίζω ότι το σύστημα αντιλαμβάνεται αυτό το πλεόνασμα δυσαρέσκειας και προσπαθεί να αποκλείσει προληπτικά κάθε προσπάθεια να βρει έλλογη έκφραση. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε την προσπάθεια πλήρους ιδιωτικοποίησης των ανθρωπιστικών σπουδών, π. χ. σε Βρετανία και Γαλλία. Μας λένε ανοιχτά: Αν θέλετε ανθρωπιστικές σπουδές, αναζητήστε σπόνσορες στον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για μια επίθεση στην ίδια την ελευθερία της σκέψης. Γι’ αυτό είμαι τόσο αντίθετος στη λεγόμενη μεταρρύθμιση της Μπολόνια για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Το σύστημα λέει ανοιχτά ότι δεν θέλει στοχαστές, που να σκέφτονται για τις ρίζες των προβλημάτων, αλλά ειδικούς. Εχεις κάποιο πρόβλημα; Φώναξε τον ειδικό να στο λύσει. Αυτό είναι τραγωδία!

Μαρξισμός, ψυχανάλυση και η επικαιρότητα

– Παρά τη χωρίς προηγούμενο κρίση του συστήματος, η Αριστερά φαίνεται ανίκανη να επωφεληθεί, αντιθέτως είναι η αυταρχική, ξενοφοβική Δεξιά, που ενισχύεται σε πολλές περιπτώσεις.

– Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Πιστεύω ότι η παραδοσιακή αντίθεση μετριοπαθούς Δεξιάς - μετριοπαθούς Αριστεράς δίνει στις μέρες μας τη θέση της στην αντίθεση πολιτικής - μεταπολιτικής: στον ένα πόλο, της μεταπολιτικής, βρίσκεται ο τεχνοκρατικός, εκσυγχρονιστικός πόλος των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων εξουσίας και στον άλλο, της «πολιτικής του πάθους», οι ριζοσπαστικές τάσεις, όπου όμως κυριαρχούν οι εθνικιστικές δυνάμεις της Δεξιάς. Αλλά εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την Αριστερά: να εκφράσει τις ριζοσπαστικές διαθέσεις για μια θεμελιώδη, συνολική αλλαγή, αντί να συνεχίσει να καθηλώνεται σε έναν συντηρητικό ρόλο, διατήρησης των κοινωνικών κεκτημένων, όπως δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει σήμερα. Αν δεν το πράξει, οι συνέπειες θα είναι μοιραίες. Δείτε τι συμβαίνει στη Μέση Ανατολή: γιατί έχουμε αυτή τη μεγάλη διάδοση του φονταμενταλισμού; Γιατί η κοσμική Αριστερά, παρά τη μεγάλη δύναμη που είχε στο παρελθόν –σε πολλές αραβικές χώρες υπήρξαν πολύ ισχυρά Κ. Κ. – απέτυχε να δώσει ένα διαφορετικό όραμα, εξαφανίστηκε και άφησε ανοιχτό το πεδίο στις θρησκευτικές, αντιδραστικές δυνάμεις.

– Στο βιβλίο σας «Προς υπεράσπιση των χαμένων υποθέσεων» ισχυρίζεστε ότι, μετά το υποτιθέμενο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» που κηρύσσει το μεταμοντέρνο, έμειναν μόνο δύο θεωρίες, πιστές σε μια στρατευμένη έννοια της αλήθειας, ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση. Ωστόσο, ούτε ο ένας, ούτε η άλλη, ούτε ο προβληματικός γάμος τους φαίνεται να διανύουν μια δεύτερη νεότητα.

– Σωστά, αλλά δεν βλέπω τίποτα το ενοχλητικό εδώ πέρα. Αντίθετα, θα έλεγα ότι τα ερωτήματα που γέννησαν τον μαρξισμό και την ψυχανάλυση εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Η οικονομική κρίση και ο ανορθολογισμός του καπιταλισμού προσδίδουν στον μαρξισμό μια έντονη επικαιρότητα.

Από την άλλη πλευρά, ζούμε σε μια εποχή πρωτοφανούς σεξουαλικής ελευθερίας, όπου όλα επιτρέπονται εκτός από την παιδεραστία, αλλά αυτό δεν μας οδηγεί σε μεγαλύτερη απόλαυση –αντίθετα, πολλαπλασιάζονται τα άγχη, η κατάθλιψη– και αυτό είναι το αντικείμενο της ψυχανάλυσης. Μιλώντας γενικότερα, από τη δική μου οπτική γωνία βλέπω τον κομμουνισμό όχι ως απάντηση, αλλά ως το όνομα του προβλήματος. Και το πρόβλημα που γέννησε τον κομμουνισμό είναι πάντα εδώ!

– Πώς όμως μπορεί η κομμουνιστική ιδέα να αποσυνδεθεί στο φαντασιακό των ανθρώπων από την ιστορική εμπειρία του σταλινισμού;

– Ασφαλώς, η Αριστερά οφείλει να επεξεργαστεί κριτικά την εμπειρία του σταλινισμού και να δώσει εξηγήσεις – κάτι που δεν κάνει, όσο κι αν διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, η φιλελεύθερη σκέψη. Από εκεί και πέρα, ορισμένοι θεωρούν ότι ο όρος κομμουνισμός κηλιδώθηκε τόσο από τον κομμουνισμό, ώστε η Αριστερά πρέπει να αναζητήσει υποκατάστατα, π. χ. στην «καθολική χειραφέτηση», «ριζοσπαστική δημοκρατία» ή κάτι ανάλογο. Οχι, δεν συμφωνώ. Πιστεύω ότι πρέπει να παλέψουμε γι’ αυτή τη λέξη. Γιατί το πρόβλημά μας σήμερα δεν είναι η δημοκρατία, είναι η έννοια του «commons», του κοινού, δημόσιου αγαθού, εναντίον της εμπορευματοποίησης και της ιδιωτικοποίησής του – είτε στη μορφή της φύσης είτε στη μορφή της πνευματικής παραγωγής.

η Ελλάδα στα νύχια την δανειστών της

Για να δούμε ποιοι είναι οι "αδίστακτοι κερδοσκόποι".

Από το Sarajevomag (!)

Δεν το περίμενα να το βρω εκεί αλλά... ας μείνουμε στα στοιχεία.
____________________________________
Κατανομή του ελληνικού δημόσιου χρέους
Yπάρχει μια επιτήδεια φήμη που πλανάται όλους αυτούς τους μήνες, ότι οι μεγάλοι κερδισμένοι απ’ την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του ελληνικού κράτους, είναι διάφορες “αλλότριες” τράπεζες, και μάλιστα πρώτες πρώτες οι γερμανικές. Aυτή η φήμη ταιριάζει με το κάλεσμα της “εθνικής ενότητας” για την “εθνική σωτηρία” - και ταιριάζει γάντι με την άγνοια, την βλακεία, την ευπιστία και των εθνικισμό των ελλήνων. “H πατρίς κινδυνεύει απ’ τους βάρβαρους”!!!
Eνώ είναι γενικά σωστό πως όλοι οι δανειστές του ελληνικού κράτους κερδίζουν (κατ’ αρχήν λογιστικά) απ’ αυτά τα αυξημένα επιτόκια, δεν μας λέει κανείς αναλυτικά ποιοί είναι αυτοί οι περιβόητοι “κερδοσκόποι”! M’ έναν συνδυασμό ψαξίματος και τύχης, βρήκαμε κάποια στοιχεία που δείχνουν αυτό που υποψιαζόμαστε: μεταξύ των τραπεζών τα μεγαλύτερα μερίδια δανεισμού του ελληνικού κράτους (και άρα των κερδών απ’ την αύξηση των επιτοκίων) το έχουν οι ελληνικές τράπεζες! M’ άλλα λόγια επιβεβαιώνεται ότι το (ελληνικο) κράτος, όπως και κάθε άλλο, εξακολουθεί να λειτουργεί σαν “σωτήρας” των τραπεζών του, μεταφέροντας χρήμα σ’ αυτές απ’ τους μισθούς και τους φόρους μέσω του “δημόσιου χρέους”.
Λοιπόν. Στα τέλη Γενάρη του 2010 οι γερμανικές τράπεζες είχαν στα χρηματοκιβώτιά τους ελληνικά ομόλογα συνολικής αξίας 17,9 δισεκατομυρίων ευρώ.
ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ 17,9 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
HYPO REAL ESTATE ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ 9,1 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
COMMERZBANK 4,6 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
LBBW 2,7 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
BAYERN LB ΚΡΑΤΙΚΗ 1,5 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
Προφανώς υπάρχουν και άλλοι (γερμανοί) δανειστές, όπως ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές, κλπ, αν πάρουμε σαν βάση την πιο πάνω κατανομή του ελληνικού δημόσιου χρέους, που παρουσίασε το spiegel.
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ 17,9 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
ΑLPHABANK 7,5 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 5,5 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜ. 5,5 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ 1,1 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
Σ Υ Ν Ο Λ Ο 46,9 ΔΙΣ ΕΥΡΩ
Σύνολο ελληνικού χρέους σε ελληνικές τράπεζες: 46,9 δισεκατομύρια, μεγαλύτερο κατά πολύ απ’ το σύνολο εκείνου που βρίσκεται σε γερμανικά χέρια (και όχι μόνο τραπεζών), και σχεδόν ίσο με το σύνολο εκείνου που βρίσκεται σε ελβετικά!
Kαι, βέβαια, δεν ξέρουμε πόσα άλλα ελληνικά ομόλογα βρίσκονται στα χέρια ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων ή ασφαλιστικών εταιρειών - όμως τα ελληνικά ταμεία ασφάλισης των εργαζομένων και των ελεύθερων επαγγελματιών είναι παραδοσιακά μεγάλοι αγοραστές κρατικών ομολόγων. Yποψιαζόμαστε κατά συνέπεια ότι απ’ την άποψη της εθνοκρατικής έδρασης των δανειστών του ελληνικού κράτους, πιθανόν οι μεγαλύτεροι να βρίσκονται εδώ! Kάπου εδώ γύρω. Στην Aθήνα.
Bάλτε τώρα αυτά τα στοιχεία δίπλα στις πατριωτικές παπαριές, δεξιές και αριστερές, για τους (άθλιους) “ξένους (ή απλά μυστηριώδεις) κερδοσκόπους που μας εκμεταλλεύονται”, και θα έχετε ένα καλό παράδειγμα αποπροσανατολισμού και real εθνικής ενότητας. Bάλτε επίσης το άλλο, το διακομματικό και εθνικό παράπονο: μα τί θέλουμε; να δανειζόμαστε όπως οι άλλοι! (Mα αν “δανειζόσαστε όπως οι άλλοι” οι πρώτοι που θα βουλιάξουν επειδή θα πέσουν τα λογιστικά τους κέρδη είναι οι τράπεζές ΣAΣ!!!)
Για να είμαστε εντάξει: δεν ξέρουμε, και είναι δύσκολο να μάθουμε, σε ποιών τα χέρια βρίσκονται τα cds που σχετίζονται με κάποια απ’ αυτά τα ποσά - περί cds δες το παράδοξο του Tόκιο. Eίναι πιθανόν η deutche bank όπως και η goldman να έχουν εκδώσει και πουλήσει τέτοια, μιας και είναι “ειδικότητά” τους· πιθανόν και άλλοι αγγλικοί ή αμερικανικοί οίκοι. Aυτή είναι μια επιπλέον κατηγορία “επενδυτών / τζογαδόρων”, που ωστόσο καθόλου δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες, οι ελληνικές ασφαλιστικές και τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία κερδίζουν (στην χειρότερη: τακτοποιούν τους ισολογισμούς τους) απ’ τα ζόρια του κράτους τους.
ΧΡ. ΗΛΙΟΥΔΗΣ

Ο Στρος - Καν και η ελληνική ιδιαιτερότητα

Tου Στεφανου Kασιματη

Την επομένη της επίσκεψης του Ντομινίκ Στρος - Καν στην Αθήνα, οι επιρρεπείς στη συνωμοσιολογία πάσχιζαν να απαντήσουν σε ένα πολύ «πονηρό» ερώτημα: Τι είχε έλθει να κάνει ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ στην Αθήνα; Ισως τους ξένισε ότι στρίμωξε όλες τις συναντήσεις του στο διάστημα μιας ημέρας και ότι, ενδεχομένως, προσέβαλε τα κρατούντα ήθη στην ωραιότερη χώρα του κόσμου, αρνούμενος να συνδυάσει την εργασία με την καλοπέραση, αλλά αναχώρησε το ίδιο βράδυ. Υπό το πρίσμα, πάντως, εκείνων που μπερδεύουν το σύμπλεγμα εθνικής ανωτερότητας με την εθνική υπερηφάνεια, το ερώτημα ήταν δικαιολογημένο: Πράγματι, τι είχε έλθει να κάνει εδώ; Από τη στιγμή που έδωσε το δάνειο, δεν έχει καμιά δουλειά εδώ. Εμείς τα λεφτά του Ταμείου θέλουμε, όχι τον ίδιον προσωπικώς! (Αφήστε δε κάποιους γραφικούς, που ανακάλυψαν ότι το πραγματικό του όνομα είναι Κοέν και όχι Καν! Λες και το έκρυψε ποτέ ο ίδιος ότι είναι Εβραίος...)

Ατυχώς, για όσους πρεσβεύουν αυτές τις απόψεις και, εκτός από τις θεωρίες συνωμοσίας, ρέπουν και στον παραδοσιακού τύπου εφησυχασμό («Ελα, μωρέ! Εμάς δεν μας αφήνουν να χαθούμε» κ.λπ.), η επίσκεψη του Στρος - Καν την Τρίτη –όπως άλλωστε και του Ολι Ρεν δύο μέρες αργότερα– ήταν επίδειξη της αποφασιστικότητας του ΔΝΤ να πετύχει το πρόγραμμα που εφαρμόζεται στη χώρα μας. Το στοίχημα για τη σωτηρία της Ελλάδας από τη χρεοκοπία, δεν αφορά μόνον εμάς. Από την επιτυχία του εξαρτάται η φήμη του ΔΝΤ, που εισέφερε ασυνήθιστα μεγάλο ποσό στη δανειακή σύμβαση με την τρόικα και το οποίο, προσφάτως, άφησε να εννοηθεί ότι, εφόσον κριθεί απαραίτητο, ενδέχεται να διαθέσει ακόμη περισσότερα χρήματα. Ηλθε, λοιπόν, ο Στρος - Καν προκειμένου να σχηματίσει εικόνα, χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτων, για την ελληνική πραγματικότητα και, κυρίως, για τον πολιτικό κόσμο της χώρας.

Οπωσδήποτε, το επίπεδο των ερωτήσεων - εισηγήσεων που άκουσε στη Βουλή, τον βοήθησαν να φύγει σοφότερος. Ενας εκ των συνομιλητών του στην Αθήνα, πιστεύει ότι ο επικεφαλής του ΔΝΤ «έφυγε έχοντας αποκτήσει πλήρη εικόνα για την ιδιαιτερότητα της περίπτωσής μας» και πρόσθεσε, με αυτοσαρκαστική διάθεση, ότι «μπορεί να μην μας κολακεύει αυτή η εικόνα, είναι όμως ακριβής». Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η γνώση που απέκτησε ο Στρος - Καν στην Αθήνα θα αποβεί προς όφελος του τελικού σκοπού. Η εντύπωση που άφησε, κάνει ορισμένους Αθηναίους συνομιλητές του να απαντούν θετικά. Βασιζόμενοι κυρίως στην πολιτική ικανότητα του Στρος - Καν, οι τελευταίοι εκτιμούν ότι, τώρα, ο επικεφαλής του ΔΝΤ, γνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα του προβλήματος, γνωρίζει ότι χρειάζονται και ιδιαίτερες πιέσεις – και μάλιστα στην παρούσα φάση του προγράμματος, τη δυσκολότερη ώς τώρα. Αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι το ενδεχόμενο να μην καταβληθεί η δόση του προσεχούς Μαρτίου θα οδηγούσε, πολύ απλά, σε παύση πληρωμών μισθών και συντάξεων του Δημοσίου και, επίσης, ότι η εκταμίευσή της προϋποθέτει χειρουργικές επεμβάσεις στον πυρήνα του κομματικού κράτους, το νόημα της επίσκεψης του Στρος - Καν στην Αθήνα ήταν ότι βρισκόμαστε μόλις στην αρχή...
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12/12/2010

Ζούσατε πέραν των δυνατοτήτων σας


Ολι Ρεν: Ηταν πραγματική αποκάλυψη το μέγεθος του δημοσιονομικού ελλείμματος
Είναι σημαντικό να γίνει ο ιδιωτικός τομέας ανταγωνιστικός
Το σύστημα υγείας είναι ένα από τα σημεία που πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο

Συνέντευξη στον Αλεξη Παπαχελα

Ο κ. Ολι Ρεν είναι εμφανώς αγχωμένος για το μέλλον του ευρώ και την πολυφωνία, ή μάλλον κακοφωνία, που επικρατεί στην Ε.Ε. γύρω από την οικονομική πολιτική. Εξαιρετικά ήρεμος, τεχνοκράτης με φωνή επίπεδη που δεν δείχνει ποτέ εκνευρισμό ή ένταση, ο κ. Ρεν είχε περάσει όλη την ημέρα του σε συναντήσεις με Ελληνες πολιτικούς. Στη συνέντευξή του στην «Κ» απαντάει στο γιατί η Ε.Ε. καθυστέρησε τόσο πολύ να προειδοποιήσει δημόσια την Ελλάδα για τα δημοσιονομικά της προβλήματα, για το τι τον εξέπληξε περισσότερο όλους αυτούς τους μήνες που ασχολείται με την Ελλάδα και επίσης για το αν πιστεύει ότι θα είναι δύσκολη η έγκριση της επόμενης δόσης του δανείου της τρόικας. Ο κ. Ρεν επέμενε, πάντως, περισσότερο σε μια φράση: «Εχετε ζήσει πάρα πολύ καιρό πολύ πέραν των δυνατοτήτων σας» ενώ εμφανίσθηκε αισιόδοξος και για την επιστροφή στην ανάπτυξη.

– Γνωρίζω ότι είπατε πως δώσατε μεγάλη προσοχή στην Ελλάδα τελευταία. Η ερώτησή μου είναι τι σας εξέπληξε ευχάριστα ή δυσάρεστα στην Ελλάδα αυτές τις ημέρες;

– Με εξέπληξε θετικά η πολιτική βούληση για αναμόρφωση της οικονομίας. Ηταν πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι περίμενα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διατηρηθεί αυτή η δυναμική και να μη διολισθήσει σε καμιάς μορφής επανάπαυση.

– Μου έχει προκαλέσει κατάπληξη το ότι προτού κλιμακωθεί η κρίση, η Κομισιόν και η ΕΚΤ είχαν εκφράσει ελάχιστη ανησυχία. Γιατί έτσι;

– H λυπηρή κατάσταση των ελληνικών στατιστικών στοιχείων άρχισε να αποκαλύπτεται μόλις στα τέλη του περασμένου έτους. Αλλά ακόμη και τότε αποδείχθηκε ότι οι προβλέψεις δεν ήταν τόσο απαισιόδοξες όσο η πραγματικότητα του δημοσιονομικού ελλείμματος για το 2009. Πήγε από το 5,7% στο 15%, αποτελώντας πραγματική αποκάλυψη. Υπήρξαν προειδοποιήσεις νωρίτερα, δεν χρειάζεται να επεκταθώ σε τόσο παλιές ιστορίες, αλλά για την πρόσφατη περίοδο αυτή ήταν η πιο κρίσιμη ανακάλυψη, που εξώθησε στη λήψη μέτρων.

– Πιστεύετε υπό οποιαδήποτε έννοια πως η ελληνική κυβέρνηση ή η Κομισιόν ολιγώρησαν σε ό,τι αφορά τις αγορές, καθυστερώντας πάρα πολύ να αναλάβουν δράση;

– Αναλάβαμε δράση μόλις λάβαμε γνώση της κατάστασης και θυμάμαι πως τον Ιανουάριο αφιέρωνα μεγάλο μέρος του χρόνου μου ασχολούμενος με το ελληνικό ζήτημα. Οταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου στις 9 Φεβρουαρίου, η πρώτη νομοθετικής φύσεως πρόταση της νέας Κομισιόν ήταν να δοθούν ελεγκτικές εξουσίες στη Eurostat. Το καλοκαίρι η πρόταση πήρε τον δρόμο της νομοθετικής διαδικασίας και τώρα διαθέτουμε ελεγκτικές εξουσίες. Η δεύτερη σημαντική δράση μας ήταν να συμμετάσχουμε στη συνάντηση που είχε το Eurogroup στις 10 Φεβρουαρίου, που προλείανε το έδαφος για περαιτέρω αποφάσεις για την Ελλάδα. Επομένως, η αντίδρασή μας ήταν όσο γρήγορη και όσο αποτελεσματική μπορεί να είναι στο πολιτικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε.

– Σε ό,τι αφορά τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία στα οποία αναφερθήκατε, είστε ικανοποιημένος από αυτά, είναι ασφαλή για την περίοδο 2009 - 2010 κ.λπ.;

– Τα στοιχεία για το 2009 είναι σίγουρα, η υπόθεση έχει κλείσει. Αλλωστε, για να έχουμε μια διαυγή εικόνα αναβάλαμε την επικύρωση των ελληνικών στοιχείων για το χρέος και το έλλειμμα από τον Οκτώβριο στα μέσα Νοεμβρίου και κλείσαμε τα βιβλία του 2009. Η εικόνα είναι πλέον καθαρή και χαίρομαι που μπορώ να πω ότι η Eurostat, ένας ανεξάρτητος θεσμός, επικύρωσε τα στοιχεία για πρώτη φορά χωρίς επιφυλάξεις. Πρόκειται για σημαντική πρόοδο και έχει σημασία ότι το σχέδιο δράσης για την αναμόρφωση της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας θα ολοκληρωθεί και θα εφαρμοστεί πλήρως καθώς είναι ουσιαστικό ζήτημα όχι μόνο για την Ευρωπαϊκή Ενωση αλλά και για τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων στην Ελλάδα.

– Κάποιοι πιστεύουν πως αν και πάρθηκαν επώδυνες αποφάσεις, το μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η εφαρμογή. Εσείς το θεωρείτε πρόβλημα σε ό,τι αφορά τη διοίκηση νοσοκομείων ή τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό και πώς το αντιμετωπίζετε;

– Είναι πράγματι, αλλά η κυβέρνηση προωθεί αυτό το είδος των μεταρρυθμίσεων που θα καταστήσουν δυνατό ένα πιο ανταγωνιστικό σύστημα υγείας. Απαιτείται δουλειά σε όλους αυτούς τους καθοριστικούς τομείς και θα έλεγα πως το σύστημα υγείας είναι ένα από τα σημεία που πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο. Είναι σημαντικό να αναμορφώσουμε το σύστημα, ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς το κόστος του και να μειωθεί η επιβάρυνση που συνεπάγεται για τους φορολογουμένους.

– Είναι, όμως, σαφές πως η κυβέρνηση έχει μείνει πίσω στην είσπραξη εσόδων. Νομίζετε πως έχει κάνει αρκετά ή πρέπει να κάνει περισσότερα και γρηγορότερα;

– Η κυβέρνηση έχει μείνει πίσω στην είσπραξη των φορολογικών εσόδων και βλέπουμε πως πρέπει να γίνει πιο αποτελεσματική. Βλέπουμε, ωστόσο, πως έχει ενταθεί η μάχη κατά της φοροδιαφυγής προς όφελος των δημόσιων οικονομικών και για χάρη της κοινωνικής δικαιοσύνης, της πολιτικής κ.λπ.

– Ο τρόπος που εμείς βλέπουμε τους στόχους του προγράμματος είναι πως επιδιώκει μια εσωτερική υποτίμηση, ώστε να γίνει η Ελλάδα πιο ανταγωνιστική. Από τη δική σας οπτική γωνία είναι ζήτημα ουσίας να μειωθούν και οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, έχετε επιμείνει στο θέμα αυτό ή δεν αποτελεί προτεραιότητα για σας;

– Είναι σημαντικό να διαμορφωθούν έτσι οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα των τιμών και του κόστους στην ελληνική οικονομία. Ο ιδιωτικός τομέας κινείται ή έχει ήδη κινηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση μετά την απόφαση για μείωση των μισθών του δημόσιου τομέα. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι να γίνει ο ιδιωτικός τομέας ανταγωνιστικός, ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να επανέλθει σε οικονομική ανάπτυξη.

– Αυτό συνεπάγεται πως οι μισθοί πρέπει να μειωθούν στον ιδιωτικό τομέα;

– Εκείνο που είναι ουσίας είναι να γίνει πιο ανταγωνιστικός ο ιδιωτικός τομέας. Η μείωση του κόστους του σχετίζεται φυσικά κυρίως με τους μισθούς, αλλά και με τις μεταρρυθμίσεις στη βάση του συστήματος –που στις ημέρες μας είναι ουτοπικό στην Ελλάδα– μέσω του νομοσχεδίου για τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας. Και από αυτήν την άποψη είναι κρίσιμο να επιλέξει η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο ένα σύστημα που θα διευκολύνει έναν αποτελεσματικό καθορισμό ευέλικτων μισθών, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι αντανακλάται η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα στα επίπεδα των αποδοχών.

– Οπως γνωρίζετε, η ανεργία έχει αυξηθεί σημαντικά. Τι απαντάτε σε αυτούς τους ανθρώπους που χάνουν τη θέση εργασίας τους, στα καταστήματα που κλείνουν κ.λπ.;

– Η Ελλάδα απλώς ζούσε για καιρό πάνω από τις δυνατότητές της. Την άνοιξη, έφθασε πολύ κοντά στο αδιέξοδο και στράφηκε στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ για τα πακέτα δανείων. Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπήρχε άλλος τρόπος από την επιβολή αυστηρών μέτρων για να αρχίσει να αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη. Και μέρος αυτών ήταν στην ουσία η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, που συνεπαγόταν π.χ. μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου.

Είναι για την Ελλάδα θέμα αξιοπιστίας

– Εγινε πολύς λόγος για την «επέμβαση» στο Δημόσιο, αν θα είναι αρκετή απλώς η μείωση των μισθών, των μπόνους κ. ο. κ. και κάποιες εσωτερικές μετατάξεις, ή αν θα υπάρξουν απαραίτητες απολύσεις κάποια στιγμή.

– Στο πλαίσιο του μεταρρυθμιστικού προγράμματος η κυβέρνηση είναι σημαντικό να επιδιώξει κάποιο βαθμό ιδιωτικοποιήσεων στις κρατικές επιχειρήσεις, δίνοντας έτσι έσοδα στο κράτος. Είναι ακόμα πιο σημαντικό γιατί οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να γίνουν πιο ανταγωνιστικές και το κράτος πρέπει να πάψει να παρέχει επιδοτήσεις σε αυτές.

– Πολλοί πιστεύουν ότι η επόμενη αξιολόγηση, τον Φεβρουάριο, είναι κρίσιμη και επίσης πως η κυβέρνηση έχει ελάχιστο χρονικό περιθώριο να κατορθώσει κατά βάση να κάνει ό, τι χρειάζεται για να επιτύχει. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση;

– Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρεί την κεκτημένη ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων. Δεν το αμφισβητώ αυτό.

– Δεν βλέπετε μια κάποια κόπωση στην κοινή γνώμη;

– Γνωρίζω ότι υπάρχει κάποια αντίδραση στις μεταρρυθμίσεις, κάτι φυσιολογικό για κάθε χώρα που έζησε τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές της και οφείλει να λάβει τολμηρά μέτρα για να διορθώσει το κόστος της δημοσιονομικής κατεύθυνσης, καθώς και της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

– Κάποια μέλη της κυβέρνησης και προσωπικότητες πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη για να πτωχεύσει, με την έννοια ότι έχετε δώσει πολλά χρήματα, διακυβεύονται πολλά, επομένως δεν μπορείτε να σταματήσετε ποτέ να πληρώνετε τις δόσεις ή να είστε πιο αυστηροί. Πώς απαντάτε σ’ αυτό;

– Θεωρώ απλούστατα πως είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να εφαρμόσει το πρόγραμμα βάσει της συμφωνίας που κάναμε, είναι θέμα αξιοπιστίας για την Ελλάδα και τις αποφάσεις οικονομικής πολιτικής που λαμβάνει, δεν έχω λοιπόν λόγο να αμφισβητώ την ικανότητα και την προθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να εφαρμόσει το πρόγραμμα βάσει του Μνημονίου.

Ανάπτυξη, τέλη του 2011

– Είστε ικανοποιημένος με το επίπεδο πολιτικής συναίνεσης τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο ευρύτερο πολιτικό σύστημα;

– Οπως είπα, η ελληνική κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο κατόρθωσαν να εφαρμόσουν ένα πολύ σημαντικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που αν μη τι άλλο αιφνιδίασε θετικά. Βέβαια, θα ήταν προτιμότερο να υπάρχει ευνοϊκή προς το πρόγραμμα πολιτική συναίνεση, γιατί πρέπει πάντα να ζητούμε κάτι τέτοιο.

– Θα το ζητήσετε αργότερα, όταν δείτε τον κ. Σαμαρά;

– Θα το ζητήσω, ναι. Ταυτόχρονα, όμως, θέλω να έχω ταυτόχρονη επαφή τόσο με την κυβέρνηση όσο και με την αντιπολίτευση. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης παίζει σημαντικό ρόλο.

– Κάποιοι υπουργοί, πάλι, φαίνονται να κάνουν τη δική τους πολιτική έναντι του Μνημονίου. Πώς αντιμετωπίζετε το θέμα αυτό;

– Είναι αρμοδιότητα της ελληνικής κυβέρνησης και του πρωθυπουργού να φροντίσουν ώστε η κυβέρνηση και οι υπουργοί της να εφαρμόζουν το πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων και να σέβονται τη δέσμευση της Ελλάδας ως προς το Μνημόνιο. Δεν έχω λόγο να αμφισβητώ οποιαδήποτε δέσμευση οποιουδήποτε υπουργού αυτής της κυβέρνησης.

– Είπατε πως η Ελλάδα θα μπορέσει να δανειστεί στα μέσα του 2012.

– Η Ελλάδα θα μπορούσε εν μέρει και σταδιακά να επιστρέψει στις αγορές από τον Μάιο του 2012 μέχρι τον Μάιο του 2013. Βέβαια το μακροοικονομικό μας σενάριο και το ελληνικό πρόγραμμα βασίζονται στην υπόθεση πως θα επανέλθει η ανάπτυξη. Οσο θα επανέρχεται η ανάπτυξη, τόσο θα ενισχύεται η εμπιστοσύνη και θα είναι δυνατό να επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές.

– Υπάρχει η αίσθηση ότι οι αριθμοί είναι τεράστιοι, ότι το χρέος είναι πελώριο σε σχέση με το ΑΕΠ και όλα αυτά. Και πως σ’ ένα βαθμό θα είναι απαραίτητο κάποιο «κούρεμα» ή αναδιάρθρωση.

– Τόσο, βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση όσο και οι Ε.Ε. - ΔΝΤ στήριξαν αυτό το πρόγραμμα σε πολύ ρεαλιστικές μακροοικονομικές υποθέσεις και επίσης σε μια πολύ ρεαλιστική υπόθεση περί αναπτυξιακής δυναμικής και βιωσιμότητας του χρέους. Θα χρειαστούν όχι μόνο σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να επανέλθει η χώρα στην ανάπτυξη, αλλά και εμμονή στους δημοσιονομικούς στόχους, για να μειώσει το δημόσιο έλλειμμα. Θα χρειαστεί επίσης επιμήκυνση των δανείων πέρα από το 2014, το 2015. Η Ελλάδα μπορεί να ξεπεράσει τη δυσκολότερη περίοδο και ν’ αρχίσει να μειώνει το χρέος της, ώστε να επιστρέψει στον δρόμο της βιωσιμότητας.

– Βλέπετε να υπάρχει κίνδυνος να επιτύχει η εγχείρηση αλλά να πεθάνει ο ασθενής με την επιδείνωση της ύφεσης;

– Οχι. Η αλήθεια είναι πως, παρότι η ύφεση συνεχίζεται, βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ. Αυτή είναι η δική μας πρόβλεψη και εκείνη του ΔΝΤ και αμφότεροι φροντίζουμε πολύ να σχεδιάζουμε με μεγάλη προσοχή μακροοικονομικά σενάρια. Το σενάριό μας είναι πως η Ελλάδα θα επανέλθει σε ρυθμούς θετικής ανάπτυξης μέσα στο ερχόμενο έτος, ας πούμε περί τα μέσα ή το δεύτερο εξάμηνο του ερχόμενου έτους και στη συνέχεια, τα επόμενα χρόνια από το 2012 και μετά, θα είναι χρόνια ακόμα ισχυρότερης οικονομικής ανάπτυξης, κάτι που βέβαια είναι ουσιαστικό για την απασχόληση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Ολοι είμαστε στο ίδιο καράβι

– Σε πιο διεθνή ζητήματα, γίνεται κριτική για κακοφωνίες ηγετών στην Ε.Ε. Ο καθένας, ουσιαστικά, έχει δική του γνώμη. Δημιουργεί αυτό πρόβλημα στη δουλειά σας; Και πώς το λύνετε;

– Πρώτα απ’ όλα, αυτό το τελευταίο σκέλος της χρηματοοικονομικής κρίσης έγινε εκ φύσεως όλο και πιο συστημικό, που σημαίνει ότι απαιτεί συνεκτική και συστημική απάντηση από την Ε.Ε. και κυρίως από την Ευρωζώνη. Αυτό έχει δρομολογηθεί και η Επιτροπή συνεργάζεται με τα κράτη-μέλη για να το επιτύχει. Υπάρχει ελευθερία λόγου στην Ευρώπη και ισχύει και σε ό,τι αφορά τους πολιτικούς ηγέτες. Κατά την άποψή μου, είναι πολύ σημαντικό να ενισχύσουμε την πειθαρχία στο τι λέμε στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά τη χάραξη οικονομικής πολιτικής και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με οξυδερκή ηγεσία και συνεκτική διαβούλευση όλων των βασικών παικτών.

– Πιστεύετε πως η ιδέα του ευρωομολόγου είναι κακή;

– Οχι. Τη βρίσκω πνευματικά ελκυστική και επιπλέον, τον Μάιο υπέγραψα πρόταση στην Επιτροπή, η οποία έγινε πρότασή της στις 9 Μαΐου, για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθερότητας, βασισμένου στην Ενωση. Η πρόταση της Επιτροπής απερρίφθη στη συνέχεια κατά το δεύτερο σκέλος της κυρίως γιατί σε κάποια κράτη-μέλη θύμισε υπερβολικά τα ευρωομόλογα... Είμαστε έτοιμοι να εξετάσουμε όλες τις ιδέες των κρατών-μελών και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετάσουμε κάθε εναλλακτική λύση, ώστε να ενισχύσουμε τη συστημική απάντηση στη συστημική κρίση.

– Δεν σας ανησυχεί που διεξάγεται μια μεγάλη μάχη εξουσίας στις αγορές και που η Ευρώπη είναι ενίοτε πολύ μικρή και ενίοτε πολύ μεγάλη για να αντιδράσει;

– Πιστεύω πρώτα απ’ όλα, πως ο συστημικός χαρακτήρας του τωρινού επεισοδίου της χρηματοοικονομικής κρίσης είναι ζήτημα τόσο δημοσιονομικών μεγεθών κάποιων κρατών-μελών όσο και συστημικών επιθέσεων. Επομένως, αν υφίσταται αυτού του είδους η διττότητα, τα κράτη-μέλη πρέπει να λάβουν πολύ συγκεκριμένα μέτρα για να διασφαλίσουν δημοσιονομική σταθερότητα και χρηματοοικονομική βιωσιμότητα. Αυτό κάνει η Ισπανία και ιδιαίτερα η Πορτογαλία, αυτή τη στιγμή.

– Και δεν θεωρείτε ότι η γερμανική κοινή γνώμη χάνει την υπομονή της με εμάς στον Νότο, ότι δεν υποστηρίζει αυτό το είδος του μηχανισμού, ότι μπορεί ακόμη και να προσανατολίζεται σε ένα σύστημα δύο ευρώ;

– Κατά τη γνώμη μου, η ιδέα των δύο ευρώ θα πρέπει να σκοτωθεί προτού δει το φως της ημέρας. Δεν θα ωφελήσει κανέναν, θα είναι καταστροφική τόσο για τις χώρες με τα πλεονάσματα όσο και για εκείνες με τα ελλείμματα, πέρα από τις καταστροφικές της συνέπειες για την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας. Εχουμε πολύ καλύτερες εναλλακτικές, ενισχύοντας μια ολοκληρωμένη και συστηματική απάντηση. Είμαι σίγουρος ότι η γερμανική κοινή γνώμη μπορεί να πεισθεί για την αναγκαιότητα να ληφθεί η απαραίτητη δράση, αρκεί να έχουμε πολιτικές και να τις υποστηρίζουμε πειστικά. Πρόκειται για ζήτημα διασφάλισης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Στην Ευρωζώνη βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι.

– Φοβάστε ότι η επικείμενη σύνοδος κορυφής θα καταλήξει σε χάος;

– Οχι, έχω πλήρη εμπιστοσύνη στην αίσθηση υπευθυνότητας των ηγετών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12/12/2010

Σε σταυροδρόμι η εξυγίανση


Ντομινίκ Στρος - Καν: Χρειάζονται ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
Ιδέες για αλλαγές στο πρόγραμμα πρέπει πρωτίστως
και κυρίως να συζητηθούν με την κυβέρνηση
Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι σοβαρή, αλλά δεν απειλεί το ευρώ

Συνέντευξη στον Αθανασιο Eλλις

Το πρόγραμμα εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται σε ένα κρίσιμο «σταυροδρόμι», καθώς τους επόμενους μήνες πρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα σωρεία ριζικών διαρθρωτικών αλλαγών, τονίζει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος - Καν, ο οποίος εκτιμά πως «εάν η Ελλάδα μπορέσει να διατηρήσει τη δυναμική των μεταρρυθμίσεων οι επενδυτές θα δείξουν και πάλι εμπιστοσύνη» και μέσα από τη σταδιακή ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας θα ακολουθήσει η ανάπτυξη.

Ο κ. Στρος - Καν υπογραμμίζει την ανάγκη συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων και στο πλαίσιο αυτό ανοίγει ένα «παράθυρο» για όποιες αλλαγές στο Μνημόνιο, σημειώνοντας πως «ιδέες για αλλαγές πρέπει πρωτίστως και κυρίως να συζητηθούν με την κυβέρνηση». Στο ίδιο πνεύμα της ανάγκης για συναίνεση σημειώνει ότι «το να παίζει κανείς το παιγνίδι της επίρριψης ευθυνών δεν βοηθά» και καλεί τις πολιτικές δυνάμεις «να κοιτάξουν μπροστά, αντί για πίσω».

Επαναλαμβάνει την ειλημμένη απόφαση του ΔΝΤ υπέρ της επιμήκυνσης της αποπληρωμής του δανείου προς την Ελλάδα, σημειώνοντας ότι «θα εργασθούμε με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για μια λύση που θα δίνει στην Ελλάδα περισσότερο χώρο για να αναπνεύσει». Εκτιμά ότι δεν κινδυνεύει το ευρώ, αλλά χαρακτηρίζει την κατάσταση στην Ευρώπη «σοβαρή» και υπογραμμίζει την ανάγκη «συνολικής ευρωπαϊκής» αντιμετώπισης του προβλήματος αφήνοντας εμμέσως αιχμές κατά της Γερμανίας η οποία, όπως και τον περασμένο Μάιο στην περίπτωση του δανεισμού της Ελλάδας, εμφανίζεται διστακτική σε ό, τι αφορά την επιμήκυνση και αρνητική έναντι της έκδοσης ευρωομολόγου.

Τέλος, αναφέρεται στις «άριστες» σχέσεις του με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και τον υπ. Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου και τονίζει ότι η κυβέρνηση αντιμετώπισε έγκαιρα την επερχόμενη κρίση, ενώ χαρακτηρίζει «μέρος κάθε υγιούς δημοκρατίας» τις διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Αθήνα. Εκφράζει, δε, κατανόηση για τη δυσαρέσκεια των πολιτών που υπομένουν τα επώδυνα μέτρα, σημειώνει ότι «οι απλοί εργάτες και οι συνταξιούχοι έκαναν αυτό που τους αναλογούσε» και επισημαίνει την ανάγκη να συνεισφέρουν και οι υψηλόμισθοι αυτό που τους αναλογεί.

- Ποια συγκεκριμένα μέτρα χρειάζονται τους επόμενους μήνες έτσι ώστε να μην κινδυνεύσει η εκταμίευση της τέταρτης δόσης του δανείου τον Μάρτιο;

- Οπως κατέστη σαφές στην πρόσφατη αποτίμηση της Ευρ. Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Εχει σημειωθεί καλή πρόοδος σε σειρά σημαντικών τομέων, κυρίως σε ό, τι αφορά τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την ολοκλήρωση μιας ιστορικής μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος. Τώρα, το πρόγραμμα βρίσκεται σε σημαντικό σταυροδρόμι. Το ζήτημα που προέχει είναι να υπάρξει και πάλι ανάπτυξη, και οι θέσεις εργασίας που έρχονται με αυτή. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζονται ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα, το άνοιγμα των υπηρεσιών, του εμπορίου και των επαγγελμάτων, ο ορθολογισμός των δημόσιων οργανισμών, η βελτίωση του κλίματος για τις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις. Εν ολίγοις, να απελευθερωθούν οι δυνατότητες της ελληνικής βιομηχανίας και του ελληνικού λαού. Αυτό δεν θα γίνει εύκολα, αλλά εάν η Ελλάδα μπορέσει να διατηρήσει τη δυναμική των μεταρρυθμίσεων, οι επενδυτές θα συνειδητοποιήσουν τη δέσμευση της χώρας σας να αλλάξει και θα αυξηθεί η εμπιστοσύνη. Είμαι αισιόδοξος ότι η Ελλάδα μπορεί να το κάνει.

- Το ΔΝΤ έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη πολιτικής συναίνεσης. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που καταψήφισε το Μνημόνιο, έχει δηλώσει πως είναι διατεθειμένος να επιδείξει αλληλεγγύη, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν αλλαγές στο πρόγραμμα. Θα εξετάζατε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

- Συναντήθηκα με την ηγεσία της αντιπολίτευσης. Νομίζω συμφωνήσαμε πως η Ελλάδα βρίσκεται σε μια καθοριστική στιγμή της ιστορίας της και ότι η χώρα μπορεί να πετύχει μόνο εάν υπάρξει η ευρύτερη δυνατή υποστήριξη στις αλλαγές που απαιτούνται. Εχοντας πει αυτό, δεν εναπόκειται στους Ευρωπαίους εταίρους ή στο ΔΝΤ να πάρουν αποφάσεις ή να αλλάξουν πολιτικές. Αυτό είναι θέμα της κυβέρνησης. Ετσι, ιδέες για αλλαγές πρέπει πρωτίστως και κυρίως να συζητηθούν με την κυβέρνηση. Αυτό που κάνει το ΔΝΤ είναι να συμβουλεύει για επιλογές πολιτικής και πόσο εφικτές είναι αυτές με βάση την παγκόσμια εμπειρία μας.

- Είναι η σημερινή κρίση της Ελλάδας αποκλειστική ευθύνη της προηγούμενης κυβέρνησης ή έχουν ευθύνες και άλλοι, με δεδομένο το γεγονός ότι τα spread εκτοξεύθηκαν κατά τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης Παπανδρέου;

- Το να παίζει κανείς το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών δεν βοηθά. Αυτό που έχει σημασία είναι πώς θα βγείτε από την κρίση. Προς αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση υλοποιεί ένα φιλόδοξο πρόγραμμα που στοχεύει στη μεταρρύθμιση μεγάλου μέρους της οικονομίας ώστε να την καταστήσει περισσότερο ανταγωνιστική, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να τη θέσει σε μια τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προσπαθεί να το κάνει αυτό με τρόπο δίκαιο, κοινωνικά ισορροπημένο, που να προστατεύει τις πιο ευάλωττες κοινωνικές ομάδες. Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, μπροστά αντί για πίσω. Αυτό έχει σημασία τώρα. Να υποστηρίξουμε τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια και να αναδείξουμε τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας.

- Σε αυτό το πλαίσιο, μήπως ο κ. Παπανδρέου άργησε να ζητήσει βοήθεια από την Ε. Ε. και το ΔΝΤ;

- Πέρυσι, όταν η κρίση άρχισε να βαθαίνει, η κυβέρνηση προέβη στα αναγκαία βήματα, διαβουλεύθηκε με τους εταίρους της και ζήτησε βοήθεια. Μην ξεχνάτε επίσης ότι η κυβέρνηση είχε ήδη αρχίσει να εφαρμόζει ουσιαστικά μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος και τη σταθεροποίηση της κατάστασης πολύ πριν εμφανιστούν οι Ευρωπαίοι ή το ΔΝΤ. Οταν οι πιέσεις έφθασαν σε υπερβολικά επίπεδα και η κατάσταση δεν ήταν πλέον βιώσιμη (unsustainable levels), η κυβέρνηση έπραξε το σωστό και αναζήτησε βοήθεια.

Επιμήκυνση της αποπληρωμής

- Το γεγονός ότι το ΔΝΤ και η Ε. Ε. θα βοηθήσουν την Ιρλανδία λειτουργεί υποβοηθητικά ή παρεμποδίζει την προσπάθεια της Ελλάδας, και πώς;

- Ελλάδα και Ιρλανδία είναι δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις. Ενώ η Ελλάδα επηρεάσθηκε κυρίως από ένα αυξανόμενο χρέος σε μια μη ανταγωνιστική και σχετικά κλειστή οικονομία, η Ιρλανδία, η οποία έχει μια πολύ ανοικτή και δυναμική οικονομία, αντιμετώπισε κυρίως μια κρίση του τραπεζικού της συστήματος που εξελίχθηκε σε τεράστιο βάρος για τα δημοσιονομικά του κράτους. Αυτές οι διαφορές σημαίνουν ότι τα οικονομικά προγράμματα που υποστηρίζονται από τους Ευρωπαίους εταίρους και το Ταμείο χρειάζεται να σχεδιαστούν έτσι ώστε να απαντούν στις συγκεκριμένες συνθήκες της κάθε χώρας.

- Θα ταυτισθούν οι περίοδοι αποπληρωμής των δανείων των δύο χωρών;

- Σε ό, τι αφορά την περίοδο αποπληρωμής για την Ελλάδα, όπως γνωρίζετε, υποστηρίζουμε την επιμήκυνσή της και θα εργαστούμε με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για μια λύση που θα δίνει στην Ελλάδα λίγο περισσότερο χώρο να αναπνεύσει.

- Πρέπει η Πορτογαλία ή ακόμη και η Ισπανία να επιλέξουν τον μηχανισμό στήριξης στο εγγύς μέλλον;

- Καμία από αυτές τις δυο χώρες δεν έχει ζητήσει βοήθεια από το ΔΝΤ και δεν υπάρχει λόγος να προβαίνει κανείς σε εικασίες για υποθετικά σενάρια.

- Βρίσκετε την ιδέα της έκδοσης ευρωομολόγου υποβοηθητική ή ακόμη και αναγκαία σε αυτή τη φάση, και μπορεί να υλοποιηθεί με δεδομένη την αντίθεση της Γερμανίας που φέρνει στη μνήμη το πόσο καθυστέρησε την άνοιξη να συμφωνήσει στον μηχανισμό για την Ελλάδα;

- Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι σοβαρή, η οικονομική ανάκαμψη αναιμική και δεν υπάρχει μαγική λύση για να τη διορθώσει σε μια μέρα. Αυτό που χρειάζεται η Ευρωζώνη είναι μια συνολική λύση. Οπως η επίλυση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης πριν από δύο χρόνια απαίτησε μια παγκόσμια προσέγγιση, τώρα χρειάζεται μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για να επιλυθεί το πρόβλημα της χαμηλής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη.

- Πώς βλέπετε το ενδεχόμενο τα μέλη της Ευρωζώνης να επιστρέψουν στα εθνικά τους νομίσματα ή τη δημιουργία μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων με ένα ισχυρότερο ευρώ για τον Βορρά και ένα πιο αδύναμο για τις χώρες του Νότου;

- Η κατάσταση στην Ευρώπη είναι σοβαρή, αλλά δεν απειλεί το ευρώ. Το σύστημα και οι θεσμοί της Ευρωζώνης λειτούργησαν καλά στη διάρκεια της «καλής εποχής» της περασμένης δεκαετίας. Τώρα χρειάζεται να ενδυναμωθούν έτσι ώστε να δύνανται να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις κρίσεις. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό θα γίνει.

Από πού θα έρθει η ανάπτυξη

- Σε συνέντευξη Τύπου κατά την ετήσια σύνοδο του ΔΝΤ τον Οκτώβριο στην Ουάσιγκτον, σας είχα ρωτήσει για τη δυσκολία που αντιμετωπίζει η Ελλάδα να επιτύχει ανάπτυξη στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Θα ήθελα να σας ρωτήσω και πάλι από πού θα προέλθει η ανάπτυξη στην Ελλάδα;

- Μεταξύ των τομέων που προσφέρουν ισχυρή προοπτική ανάπτυξης είναι ο τουρισμός, η ενέργεια και οι μεταφορές, και είμαι επίσης πεπεισμένος ότι η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων θα ενισχύσει το λιανικό εμπόριο και τις υπηρεσίες. Το κλειδί βρίσκεται στην επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας εντός της Ευρώπης, αλλά και εκτός αυτής. Εάν η Ελλάδα μπορέσει να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις του προγράμματος, προβλέπουμε επιστροφή σε ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του 2011 ή τις αρχές του 2012. Αυτό εξαρτάται, φυσικά, από την ύπαρξη θετικού περιβάλλοντος στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην παγκόσμια οικονομία, καθώς υπάρχει πλέον διασύνδεση όλων.

- Ανησυχείτε για τον κίνδυνο επέκτασης της κρίσης από τη νότια Ευρώπη σε ολόκληρη την ήπειρο και το ενδεχόμενο να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη;

- Σαφώς η κακή κατάσταση στην οποία βρίσκονται μερικές ευρωπαϊκές χώρες επηρεάζει την ανάπτυξη γειτονικών χωρών και όλης της περιοχής. Ολες οι χώρες της Ευρώπης πρέπει να ανησυχούν για τους αργούς ρυθμούς ανάπτυξης. Κοιτώντας την ευρύτερη εικόνα, η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει πίσω σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου και πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστική με περισσότερη καινοτομία. Το έχει πετύχει στο παρελθόν και μπορεί να το κάνει και πάλι. Φυσικά, μια αναπτυσσόμενη και δυναμική Ευρώπη είναι καλή και για τον υπόλοιπο κόσμο.

- Η παγκόσμια κρίση απαιτεί παγκόσμια συντονισμένη απάντηση, αλλά πόσο βοηθά το γεγονός ότι, για παράδειγμα, η Γερμανία ακολουθεί μια σφιχτή πολιτική, ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα έχει επιλέξει τον επεκτατισμό;

- Οι συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα είναι διαφορετικές και η απάντηση χρειάζεται να σχεδιασθεί ανάλογα. Αυτό που έχει σημασία είναι οι εθνικές πολιτικές να μη δημιουργούν ούτε να επιδεινώνουν παγκόσμιες ανισορροπίες. Γι' αυτό προβάλλουμε, στο πλαίσιο του G20, τη Διαδικασία Κοινής Αποτίμησης (Mutual Assessment Process) ώστε να βοηθήσουμε χώρες να ελέγχουν και να συντονίζουν τις πολιτικές με τις οποίες αντιδρούν και οι οποίες εκ των πραγμάτων επηρεάζουν τα γειτονικά κράτη, άλλες περιοχές και τον κόσμο. Χωρίς αμφιβολία ο κόσμος μπορεί να αντιδράσει καλύτερα σε αυτό το ζήτημα, αλλά προχωρούμε προς τα εκεί βήμα βήμα.

Αριστες οι σχέσεις με Γ. Παπανδρέου - Υγιής δημοκρατία οι διαδηλώσεις

- Πώς θα περιγράφατε τις προσωπικές σας σχέσεις με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και τον υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου;

- Είναι άριστες. Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, ο υπ. Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, όπως και άλλοι αξιωματούχοι της ελληνικής κυβέρνησης επιδεικνύουν μεγάλη αποφασιστικότητα για την επαναφορά της χώρας στον σωστό δρόμο κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Η πολιτική βούληση και η ηγεσία είναι απαραίτητα στοιχεία για την επιτυχία κάθε οικονομικού προγράμματος.

- Διαπιστώνετε έλλειψη συντονισμού μεταξύ υπουργών, ώστε να χρειασθεί η προσωπική εμπλοκή του πρωθυπουργού;

- Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη και πλήρως ενεργοποιημένη. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα πήγαινε πουθενά ένα φιλόδοξο πρόγραμμα όπως αυτό.

- Τέλος, πώς αισθανθήκατε, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και ως επικεφαλής του ΔΝΤ, για τις διαδηλώσεις εναντίον σας;

- Οι διαδηλώσεις είναι μέρος κάθε υγιούς δημοκρατίας. Είναι φυσικό κάποιοι να είναι δυσαρεστημένοι με τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν. Το κατανοώ αυτό. Είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση για τον ελληνικό λαό και δεν υποτιμώ τις προσπάθειες που καταβάλλει. Αντιθέτως, τον επαινώ γι' αυτές τις προσπάθειες, όπως πιστεύω αρχίζει να κάνει και ο υπόλοιπος κόσμος. Θα σημείωνα μόνο ότι όταν πρέπει να πάρεις επώδυνες αποφάσεις και να λάβεις δύσκολα μέτρα, αυτό πρέπει να γίνεται με έναν κοινωνικά δίκαιο τρόπο. Από την αρχή εμείς, και η κυβέρνηση, υπογραμμίσαμε το ζήτημα της δικαιοσύνης. Οι απλοί εργάτες και οι συνταξιούχοι έκαναν αυτό που τους αναλογούσε. Τώρα, πρέπει να το πράξουν και άλλοι στην ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των υψηλόμισθων. Γι' αυτό είναι τόσο σημαντικό να ενδυναμωθεί ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός και να παταχθεί με αυστηρότητα η φοροδιαφυγή. Θα βοηθήσει στην αναγκαία αύξηση των εσόδων, αλλά πέρα από αυτό θα συμβάλει και στην προώθηση της δικαιοσύνης. Πιστεύω ότι στο τέλος ο κόσμος θα υποστηρίξει τις μεταρρυθμίσεις, ακόμη και τις δύσκολες, εάν αισθανθεί ότι είναι προς όφελος της χώρας του και πως όλοι συνεισφέρουν το μέρος που τους αναλογεί.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12/12/2010