Τις τελευταίες ημέρες η Ελληνική κυβέρνηση έχει αρχίσει μία ελεγχόμενη διαρροή πληροφοριών σχετικά με την δημιουργία μιας "κάρτας του πολίτη", προκειμένου να καταπολεμήσει την παραοικονομία και να περιορίσει τις διαρροές των ασφαλιστικών ταμείων. Καθώς το νομοσχέδιο δεν έχει ακόμα τεθεί προς δημόσια διαβούλευση και επειδή οι μέχρι σήμερα αντιδράσεις κυμαίνονται από γραφικές έως ασυνεπείς, θα ήταν ίσως σκόπιμο να τεθούν κάποιες επιφυλάξεις επί της αρχής, προσανατολισμένες τόσο στην αποτελεσματικότητα του μέτρου, όσο στην παραβίαση της ατομικής σφαίρας ελευθερίας.
Πέρα από το αν η κάρτα αυτή αντικαταστήσει το αστυνομικό δελτίο ταυτότητας ή αν θα κυκλοφορούν παράλληλα, το μόνο σίγουρο είναι πως η υποχρεωτική χρήση ενός δημοσίου εγγράφου και η καταχώρηση ιδιωτικών συναλλαγών σε μία ηλεκτρονική βάση δεδομένων, παρέχουν στον διαχειριστή της βάσης πολλαπλές δυνατότητες ελέγχου. Ενδεικτικά αναφέρονται η παρακολούθηση των καταναλωτικών συνηθειών των πολιτών, η συγκεντρωτική επισκόπηση ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων, ο εντοπισμός της γεωγραφικής τους θέσης ανά την επικράτεια κ.α.
Πρόσφατη είναι άλλωστε η βρετανική περιπέτεια, όπου μία συντονισμένη και σε βάθος χρόνου εναντίωση στην έκδοση βιομετρικών ταυτοτήτων απέτρεψε την μετατροπή της ιστορικής κοιτίδας του φιλελευθερισμού σε καχεκτική κοινωνία επιτήρησης. Εκεί, το βασικό επιχείρημα της βρετανικής κυβέρνησης υπήρξε η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ με την σειρά της υποστήριζε πως με τις ταυτότητες θα έλεγχε την παράνομη μετανάστευση, ενώ οι καθ' ημάς κυβερνώντες επικαλούνται κατά βάση δημοσιονομικούς λόγους και λόγους διευκόλυνσης του πολίτη στις συναλλαγές του με το κράτος.
Ανεξάρτητα πάντως από την αιτιολόγηση, η δημιουργία μίας εκτεταμένης βάσης προσωπικών δεδομένων αναμένεται να αποτελέσει νόμο του κράτους, αναπτύσσοντας καθολική ισχύ. Πρόκειται για ένα εγχείρημα, το οποίο ανεξαρτήτως προθέσεων θέτει τις τεχνολογικές υποδομές ενός μηχανισμού παρακολούθησης ανατολικογερμανικού τύπου. Το ενδεχόμενο αυτό φαντάζει σήμερα κάπως απόμακρο, κανένας όμως δεν μπορεί να αποκλείσει την μελλοντική έλευση μιας πολιτικής ηγεσίας, η οποία δεν θα διστάσει να κάνει χρήση του μέσου προς εξυπηρέτηση λιγότερο ευγενών σκοπών. Πολύ περισσότερο όμως, κανένας δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί στο εγγύτερο μέλλον πως τα δεδομένα αυτά θα παραμείνουν απροσπέλαστα σε τρίτους, εργοδότες, διαφημιστικές εταιρίες ή και άτομα του κοινού ποινικού δικαίου.
Πράγματι, η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης και διαχείρισης μιας εκτεταμένης βάσης δεδομένων παρακάμπτει τις δικονομικές εγγυήσεις προστασίας που διέπουν άλλα ατομικά δικαιώματα και καθιστά την έκδοση εισαγγελικού εντάλματος περιττή. Απέναντι σε έναν τόσο ασφυκτικό μηχανισμό επιτήρησης ο πολίτης δεν θα μπορεί παρά να αντιτάξει την προστασία μίας ανεξάρτητης αρχής, η οποία όμως χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά περιορισμένα μέσα ελέγχου των κρατικών αυθαιρεσιών. Ασφαλέστερη καίτοι ακριβότερη λύση για τον καταναλωτή, η δημιουργία μιας παράλληλης μαύρης αγοράς, από την οποία θα προμηθεύεται "ακάθαρτα" εμπορεύματα όπως φάρμακα, αλκοόλ, είδη καπνιστή, προϊόντα διάνοιας και πολλά άλλα, για τα οποία η καταγραφή ίχνους δεν είναι επιθυμητή.
Το αγαθό των προθέσεων όσων τάσσονται υπέρ ενός συστήματος καταγραφής προσωπικών δεδομένων αμφισβητείται δύσκολα. Αν για κάτι μπορούμε να κατηγορήσουμε σήμερα τον κρατικό μηχανισμό, αυτό είναι η παροιμιώδης του ανεπάρκεια και όχι η κρυφία του πρόθεση να μας αφελληνίσει ή να μας καταστήσει υποχείρια ξένων κέντρων εξουσίας. Η ασφάλεια και η πάταξη της φοροδιαφυγής άλλως τε αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία κάθε ανεπτυγμένης χώρας. Τα πιθανά όμως οφέλη από έναν μηχανισμό παρακολούθησης της ιδιωτικής μας ζωής ωχριούν μπροστά στις επιπτώσεις που αυτός θα έχει τόσο στην ελευθερία όσο και στην προσωπική ασφάλεια του καθένα από μας. Ας προβληματιστούμε λοιπόν, προτού βρεθούμε για ακόμα μία φορά προ τετελεσμένων.
Manoliscus e-rooster.blogspot.com
Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
Τοξική βόμβα απειλεί το Λαύριο

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ
Περισσότεροι από 150 τόνοι εξαιρετικά επικίνδυνων ουσιών βρίσκονται στο εγκαταλειμμένο και ετοιμόρροπο κτίριο «Κονοφάγου»
ΜΑΧΗ ΤΡΑΤΣΑ | Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010 ΒΗΜΑ 3/10/2010
Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου. Πίσω από το δελεαστικό και πολλά υποσχόμενο της ονομασίας κρύβεται κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: το κτίριο «Κονοφάγου»- μια τοξική «βόμβα» που απειλεί τη δημόσια υγεία στην περιοχή. Περισσότεροι από 150 τόνοι εξαιρετικά επικίνδυνων ουσιών (βαρέων μετάλλων και αρσενικού) παραμένουν αποθηκευμένοι εντός του, σε ένα κτίριο που είναι έτοιμο να γκρεμιστεί. Μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) καταδεικνύει ότι οι συνέπειες από μια τέτοια κατάρρευση θα είναι ανυπολόγιστες για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Αρκεί να αναφερθεί ότι μόλις 100 χιλιοστά του γραμμαρίου αρσενικού αρκούν για να πεθάνει ένας ενήλικος άνθρωπος. Στο κτίριο Κονοφάγου εκτιμάται ότι υπάρχουν 6.000-12.000 κιλά αρσενικό.
Το κτίριο, όπως είναι σήμερα, αποτελεί συνεχή πηγή αέριας ρύπανσης για την ευρύτερη περιοχή εξαιτίας της σκόνης που παρασύρεται λόγω της αιολικής διάβρωσης. Αυτό αποδεικνύεται από τις ιδιαίτερα αυξημένες συγκεντρώσεις ρύπων στην περιοχή γύρω από το κτίριο. Επιπλέον, οι επικίνδυνες ουσίες οι οποίες βρίσκονται εντός του κτιρίου είναι σε εξαιρετικά ευδιάλυτη μορφή και αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα εξυγίανσης το κτίριο Κονοφάγου θα εξακολουθήσει να αποτελεί μια εξαιρετικά σοβαρή πηγή ρύπανσης για το οικοσύστημα εξαιτίας της διάχυσης των ρύπων, κυρίως μέσω των ομβρίων υδάτων. Μάλιστα από εργασία του ΕΜΠ, η οποία εξετάζει τη διασπορά των ρύπων σε περίπτωση κατάρρευσης του Κονοφάγου, προέκυψε ότι θα ελευθερωθεί σημαντική ποσότητα σκόνης, η οποία ανάλογα με τους αέρηδες θα δημιουργήσει υψηλές συγκεντρώσεις επικίνδυνων αιωρούμενων σωματιδίων σε όλη την περιοχή της πόλης του Λαυρίου.
Η λύση παραμένει στο συρτάρι
Το κτίριο Κονοφάγου- ένα διώροφο πέτρινο κτίσμα- λειτουργούσε ως φίλτρο των καπναερίων που προέκυπταν από τις μεταλλουργικές διεργασίες της γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου. Σήμερα δεν έχει πλέον λειτουργική χρήση και δεν είναι επισκέψιμο. Είναι όμως πρόδηλο ακόμη και διά γυμνού οφθαλμού ότι είναι έτοιμο να γκρεμιστεί. «Είναι αναγκαίο να ληφθούν άμεσα μέτρα για την εξυγίανσή του, άλλως ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον είναι άμεσος και πολύ υψηλός. Το ΕΜΠ μπορεί να το κάνει. Αλλωστε έχει ήδη υλοποιήσει το έργο της μεταφοράς και της ασφαλούς ταφής ρυπασμένων εδαφών που βρίσκονταν εντός του Πάρκου» αναφέρει ο διευθυντής του Εργαστηρίου Μεταλλευτικής Τεχνολογίας και Περιβαλλοντικής Μεταλλευτικής του ΕΜΠ, καθηγητής κ. Δ. Καλιαμπάκος .
Αν και το 2008 κατασκευάστηκε ένας πρωτοποριακός υπόγειος χώρος απόθεσης επικίνδυνων αποβλήτων εντός του Πάρκου (με χρήματα από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητα- ΕΠΑΝ 2000-2006) και πριν από περίπου έναν χρόνο διασφαλίστηκαν 2,5 εκατ. ευρώ (από το ΕΣΠΑ 2007-2013) για την εξυγίανση του Κονοφάγου, έως σήμερα τα χρήματα δεν έχουν ακόμη εκταμιευθεί και το έργο κινδυνεύει να ματαιωθεί.
Το πρόβλημα στο κτίριο, όπως επισημαίνει ο κ. Καλιαμπάκος, δεν εντοπίζεται μόνο στο αρσενικό, αλλά και στον μόλυβδο και στο κάδμιο. Το αρσενικό και ο μόλυβδος βρίσκονται στην πρώτη και στη δεύτερη θέση της αμερικανικής λίστας με τις πιο επικίνδυνες ουσίες της CΕRCLΑ (λίστα προτεραιότητας επικίνδυνων ουσιών), ενώ το κάδμιο κατατάσσεται στην έβδομη θέση. «Το είδος και η επικινδυνότητα των υλικών που βρίσκονται στο κτίριο δεν έχουν ταυτοποιηθεί πλήρως, καθώς δεδομένων των δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα στις εγκαταστάσεις ενδέχεται να υφίστανται και άλλα επικίνδυνα υλικά, όπως χημικά αντιδραστήρια που χρησιμοποιούνται κατά τη μεταλλουργική διαδικασία» αναφέρει ο υπεύθυνος του Περιβαλλοντικού Εργαστηρίου του Πάρκου δρ Β. Πρωτονοτάριος.
Το κτίριο Κονοφάγου, σύμφωνα με τον κ. Καλιαμπάκο, είναι ένα από τα πιο ρυπασμένα στον κόσμο, ίσως και το πιο επιβαρημένο σε τοξικούς ρύπους στην Ευρώπη. «Η απορρύπανσή του απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτικούς χειρισμούς» λέει χαρακτηριστικά. Κατά τη διαδικασία της εξυγίανσης, σύμφωνα με τους ειδικούς επιστήμονες, θα πρέπει να εξετασθεί η δυνατότητα σφραγίσματος του κτιρίου και δημιουργίας περιβάλλοντος ελαφράς υποπίεσης, με στόχο τον καλύτερο έλεγχο της διασποράς των σωματιδίων. «Για το επικίνδυνο υλικό έχουμε ήδη κατασκευάσει στο Πάρκο τον πρώτο υπόγειο χώρο απόθεσης επικίνδυνων αποβλήτων, περίπου 2.500 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος μπορεί να “φιλοξενήσει” 5.000 τόνους αποβλήτων» τονίζει ο μηχανικός του έργου κ. Κ. Κωνσταντινίδης . Το κόστος για τη μεταφορά και απόθεση σε ειδικό χώρο στο εξωτερικό αυτών των αποβλήτων θα κόστιζε περισσότερα από 10 εκατ. ευρώ.
Οι επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων
1985
92,6% των παιδιών που φοιτούσαν σε σχολείο της περιοχής500 μέτρα από τη βιομηχανική μονάδα- είχε επίπεδο μολύβδου στο αίμα άνω των 20 μg/dl (μικρογραμμάρια ανά δέκατο του λίτρου).
1987
90% των παιδιών που κατοικούσαν στην πόλη του Λαυρίου είχε περισσότερο από 10 μg/dl μόλυβδο στο αίμα.
1991
Η ποσότητα απέκκρισης αρσενικού στα ούρα παιδιών και ενηλίκων που διαμένουν στο Λαύριο ήταν περίπου διπλάσια από εκείνων που διαμένουν στον Ασπρόπυργο- μια επίσης επιβαρυμένη περιοχή.
1997
Η μέση τιμή μολύβδου στα παιδιά του Λαυρίου ήταν 19 μg/dl ενώ της Ελευσίνας 7,4 μg/dl.
1998
Εξακολουθούσαν να ανιχνεύονται αυξημένες συγκεντρώσεις αρσενικού στα ούρα.
Δόσεις θανάτου
ΑΡΣΕΝΙΚΟ: θανατηφόρος δόση (σε κατάποση) 100-200 χιλιοστά του γραμμαρίου. Για τα παιδιά αρκούν 2 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά κιλό βάρους. Επίσης, πρόκειται για καρκινογόνο με συσσωρευτική δράση.
ΜΟΛΥΒΔΟΣ: θανατηφόρος σε 500 χιλιοστά του γραμμαρίου συνολικής απορρόφησης από τον οργανισμό.
ΚΑΔΜΙΟ: δόση 10 χιλιοστά του γραμμαρίου προκαλεί δηλητηρίαση και σοβαρές βλάβες σε συκώτι και νεφρούς. Εχει χαρακτηριστεί πιθανό καρκινογόνο.
Υπόγειος χώρος απόθεσης αποβλήτων
ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ: 5.000 τόνοι
ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ: 2,7 εκατ. ευρώ
ΚΟΣΤΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΕΣΗ 5.000 ΤΟΝΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ: περισσότερα από 10 εκατ. ευρώ
Οι περιπέτειες της λαϊκιστικής Κεντροδεξιάς
Πολλοί θυμούνται την πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του Βίκτορ Ορμπάν (1998 - 2002), επειδή ανέβαλε τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για να παρακολουθήσει τον αγώνα της αγαπημένης του ομάδας στην γειτονική Κροατία. Ομως, ο Ούγγρος πρωθυπουργός μάλλον θα μείνει στην ιστορία για την δαιδαλώδη πολιτική του πορεία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στο ρητό του Γκράουτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Οι περιπέτειες της λαϊκιστικής Κεντροδεξιάς
Πολλοί θυμούνται την πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του Βίκτορ Ορμπάν (1998 - 2002), επειδή ανέβαλε τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για να παρακολουθήσει τον αγώνα της αγαπημένης του ομάδας στην γειτονική Κροατία. Ομως, ο Ούγγρος πρωθυπουργός μάλλον θα μείνει στην ιστορία για την δαιδαλώδη πολιτική του πορεία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί στο ρητό του Γκράουτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Ο γεννημένος το 1963 πολιτικός προέβαλε στο σκηνικό της Ουγγαρίας το 1989. Στην ομιλία του, στην «Πλατεία Ηρώων» με αφορμή την εκταφή του Ιμρε Νάγκι και των άλλων εθνικών ηρώων της ουγγρικής επανάστασης του 1956, ζήτησε ελεύθερες εκλογές και αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Ηταν ιδρυτικό μέλος του φιλελεύθερου κόμματος Fidesz (ακρωνύμιο των ουγγρικών λέξεων «Συμμαχία Νέων Δημοκρατών») και το 1990 εκλέχθηκε βουλευτής και αρχηγός. Υπό την καθοδήγησή του, το κόμμα έγινε ακραία συντηρητικό και άρχισε να φλερτάρει με την Ακροδεξιά.
Το 1998, έγινε ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της Ουγγαρίας και ακολούθησε νεοσυντηρητική πολιτική: φιλελεύθερη στην οικονομία, χωρίς σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Μείωσε τούς συντελεστές φορολογίας, τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και τις... συνεδριάσεις της Βουλής σε μία ανά τρεις εβδομάδες. Ο ίδιος ο Ορμπάν έκανε να εμφανιστεί στη Βουλή πάνω από δέκα μήνες. Αντικατέστησε ταχύτατα τους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών (κεντρική τράπεζα, ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο κ. λπ.) με κομματικούς γκαουλάιτερ και, φυσικά, έδεσε την Ουγγαρία στο άρμα των ΗΠΑ.
Η σφιχτή οικονομική του πολιτική τον πρώτο καιρό απέδωσε καρπούς. Ο πληθωρισμός από 15% έπεσε στο 7,8% το 2001, το δημοσιονομικό έλλειμμα από 3,9% στο 3,4% και το δημόσιο χρέος περιορίστηκε στο 54% του ΑΕΠ. Με το αζημίωτο όμως. Οπως συμβαίνει με όλες τις νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις, η υπονόμευση των αρχών ελέγχου και ισορροπιών στη διακυβέρνηση άφησε πολλά περιθώρια για να αναπτυχθεί η διαφθορά. Τον δεύτερο μόλις χρόνο της διακυβέρνησης του Ορμπάν, δύο υπουργοί του παραιτήθηκαν για σκάνδαλο δωροδοκίας από την εταιρεία οπλικών συστημάτων Λόκχιντ - Μάρτιν. Την ίδια χρονιά, ο επικεφαλής της δίωξης οικονομικού εγκλήματος παραιτήθηκε έπειτα από κατηγορίες για περίεργες επιχειρηματικές συναλλαγές. Τα μεγάλα σκάνδαλα δωροδοκιών του 2001 διέλυσαν τον κυβερνητικό συνασπισμό και το 2002 οι Σοσιαλιστές πήραν την εξουσία. Η μετακίνηση του Ορμπάν σε πιο συντηρητικές θέσεις δημιούργησε στην Ουγγαρία αυτό που θα ονομάζαμε «πολιτικό παράδοξο». Οι σοσιαλιστές άρχισαν να εμφανίζονται σε πολλά οικονομικά ζητήματα πιο... φιλελεύθεροι από την Δεξιά.
Οι σοσιαλιστές τα πρώτα χρόνια πήγαιναν καλά. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις και επανεκλέχτηκαν με μεγάλη πλειοψηφία το 2006, φέρνοντας τον Ορμπάν σε δύσκολη θέση. Επέζησε της εσωκομματικής αμφισβήτησης και η μεγάλη του ευκαιρία εμφανίστηκε με την διεθνή κρίση του 2008. Το χρέος της Ουγγαρίας που είναι κυρίως στο εξωτερικό δεν μπόρεσε να επαναχρηματοδοτηθεί και η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φέρεκ Γκιουρσκάνι ζήτησε τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οπως και στην περίπτωση της Ελλάδος, η Ε. Ε. προέκρινε ένα μεικτό σχήμα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εγκρίθηκε ένα δάνειο είκοσι δισεκατομμυρίων ευρώ κι ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που προέβλεπε περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8% του ΑΕΠ το 2010.
Αυτή ήταν η μεγάλη πολιτική ευκαιρία του Ορμπάν. Σήκωσε τη σημαία κατά του Μνημονίου ζητώντας άλλη οικονομική πολιτική, ανεξάρτητη από τον «ζουρλομανδύα του ΔΝΤ». Τον Απρίλιο κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία (52%), ενώ το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα από 43,2% έπεσε στο 19,3%. Τρίτο κόμμα ήταν το ακροδεξιό Τζόμπικ με ποσοστό 16,7%.
Η προηγούμενη προεκλογική ρητορική, φυσικά, οδήγησε την κυβέρνηση Ορμπάν σε σύγκρουση με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασικό σημείο διαφωνίας ήταν ο στόχος για περιορισμό του ελλείμματος στο 3,8%, όπως προέβλεπε η συμφωνία. Οι δηλώσεις Ορμπάν σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης στους καθ’ ημάς αριστερούς. «Ούτε το ΔΝΤ ούτε τα χρηματοπιστωτικά όργανα της Ε. Ε. είναι αφεντικά μας. Δεν είμαστε υποτελείς τους. Πρέπει να δεχθούμε ότι θα διαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και θα διαπραγματευθούμε. Αλλά στόχος των συνομιλιών δεν είναι να υπακούσουμε σε διαταγές...», είπε.
Μετά τη βαθιά συγκίνηση, όμως, ήρθε η σκληρή πραγματικότητα. Οπως ήταν αναμενόμενο, το πρόγραμμα δανειακής στήριξης από το ΔΝΤ και την Ε. Ε. διακόπηκε. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές άρχισε να ανηφορίζει και τα ομόλογα τής Ουγγαρίας άρχισαν να μένουν στα αζήτητα.
Επειτα από τρεις μήνες λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Βίκτορ Ορμπάν έκανε ό, τι και ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις βάσεις. Συνεχίζει μεν τη ρητορεία κατά του ΔΝΤ, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόζει τις πολιτικές του. Ο υπουργός Οικονομικών Γκίοργκι Ματόλσκι δήλωνε στις 17 Σεπτεμβρίου ότι «εφόσον το ΔΝΤ νομίζει πως μπορεί να φορτώσει την ουγγρική κυβέρνηση με μια νέα δέσμη μέτρων λιτότητας, βρισκόμαστε σε λάθος πορεία». Ταυτόχρονα όμως στην ίδια συνέντευξη δήλωνε ότι «δεν φοβάμαι μια υποβάθμιση της ουγγρικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μένει προσηλωμένη στην συμφωνία με ΔΝΤ - Ε. Ε. με στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 3,8% φέτος και αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα θα είναι κάτω του 3% το επόμενο έτος». Η Ουγγαρία πήρε την τελευταία δόση του δανείου από τον μηχανισμό στήριξης, ύψους 1,15 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ ο Ματόλσκι ανακοίνωσε ότι για να πετύχει τη μείωση του ελλείμματος η χώρα πρέπει να αντλήσει περί τα 680 εκατ. ευρώ από έναν ειδικό φόρο στις τράπεζες και άλλα τόσα από περικοπές στον δημόσιο τομέα.
Ο βραβευμένος από το American Enterprise Institute, Βίκτορ Ορμπάν, συνεχίζει την ρητορική αντιπολίτευση στον νεοφιλελευθερισμό. «Τελείωσε ο χρόνος των νεοφιλελεύθερων πειραματισμών», είπε σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα την περασμένη εβδομάδα. «Η εξουσία των αγορών και της αυτοοργάνωσης υπάρχει μόνο στη θεωρία, ενώ ο ρόλος του κράτους είναι η πραγματικότητα... Το κυβερνών κόμμα Fidesz καλείται να χτίσει μια επιτυχημένη πραγματικότητα στην Ουγγαρία και στην Ευρώπη», προσθέτοντας ότι «αν η πραγματικότητα προσφέρει ελπίδα, τότε οι άνθρωποι θα προτιμήσουν την πραγματικότητα από τις παραπλανητικές ουτοπίες».
Προς το παρόν, βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία είναι αυτή των μεγάλων ελλειμμάτων και των αναγκαίων περικοπών. Οταν το κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί. Κι όταν αυτοί που δανείζουν κλείνουν την στρόφιγγα, τότε τα ελλείμματα μηδενίζονται αυτόματα, αλλά εις βάρος ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και όχι εις βάρος της σπατάλης.
«Περήφανη» οικονομική πολιτική
Ο Βίκτορ Ορμπάν, θύμα της προεκλογικής του ρητορικής, κατάφερε με το αντιμνημονιακό του σμπάρο δύο πράγματα. Και να χάσει το –κατά τον πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας, Αντράς Σιμόρ– δίχτυ ασφαλείας απέναντι στις αγορές που τού προσέφερε η Ε. Ε. και το ΔΝΤ και να εφαρμόζει τις πολιτικές των τελευταίων. Καλώς ή κακώς αυτές οι πολιτικές δεν υπαγορεύονται (όπως λένε οι λαϊκοί θρύλοι της Προόδου) από τους γραφειοκράτες των οργανισμών αλλά κυρίως από την πραγματικότητα που επικρατεί στις αγορές. Μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει κακή, ψυχρή, ανάποδη και νεοφιλελεύθερη, αλλά όταν ένα κράτος ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα μαζεύει, αναγκαστικά πρέπει να δανειστεί για να καλύψει τη διαφορά. Οι δανειστές, ακόμη και οι πιο μικροί, ελέγχουν δύο πράγματα: την απόδοση της επένδυσής τους και το ρίσκο να μην πάρουν τα λεφτά τους πίσω.
Το ρίσκο αυτό μετρείται πολύ διαφορετικά απ’ ό, τι νομίζουν οι περισσότεροι. Οπως γράφει η Βερονίκ ντε Ρούγκι στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Reason», «οι επενδυτές δεν κρίνουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας από το ποσοστό του δημόσιου χρέους στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες των ομολόγων βαθμολογούν με βάση μια καμπύλη που απεικονίζει τη δημοσιονομική συμπεριφορά μιας χώρας σε σχέση με τις άλλες. Οταν οι επενδυτές χάσουν την εμπιστοσύνη τους για τη δημοσιονομική συμπεριφορά ενός κράτους σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, αποσύρονται και η χώρα υποφέρει. Οντας σπάνιο αγαθό το κεφάλαιο, το αποτέλεσμα είναι αυξημένα επιτόκια και μεγαλύτερο κόστος για το χρέος».
Αυτό είναι που δεν κατανοούν οι δεξιοί και αριστεροί αγωνιστές κατά του Μνημονίου. Η Ε. Ε. και το ΔΝΤ λειτουργούν ως εξωοικονομικοί παράγοντες για να μην εφαρμοστούν μέχρις εσχάτων οι νόμοι της αγοράς. Χωρίς τους μηχανισμούς στήριξης, οι χώρες απλώς θα χρεοκοπούσαν. Τότε θα τσεκούρωναν μονομιάς όλες τις κρατικές δαπάνες (υγεία, παιδεία, συντάξεις κ. λπ.) με μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος μέχρι να πείσουν τις αγορές ότι αξίζει να τους δανείσουν και πάλι.
Το μεγάλο πρόβλημα του Ορμπάν ήταν ότι υπερήφανη οικονομική πολιτική ασκείται μόνο χωρίς δανεικά. Από την στιγμή που το κεφάλαιο έχει παγκοσμιοποιηθεί και η πολιτική παραμένει εθνική, οι κανόνες χρηματοδότησης δεν αλλάζουν. Μπορεί, δηλαδή, ο Ούγγρος πρωθυπουργός να χτυπάει το σαμάρι του ΔΝΤ, αλλά αυτό είναι μόνο ένα σόου για λαϊκή κατανάλωση. Φροντίζει ταυτόχρονα να ακολουθεί τις επιταγές των αγορών, τις περικοπές των ελλειμμάτων ώστε να μπορεί να δανειστεί. Είπαμε: οι επενδυτές κοιτούν μόνο καμπύλες και όχι ποιος στηρίζει όταν αυτοί δεν δανείζουν. Η ουγγρική περιπέτεια των τελευταίων μηνών δεν είναι παρά ένα θέατρο σκιών χωρίς ουσία.
Π.ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Γιατί η αναδιάρθρωση χρέους δεν λύνει το πρόβλημα
Παρά τις διαρκείς διαβεβαιώσεις από επίσημα χείλη ότι αποκλείεται το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του χρέους, η διαφορά απόδοσης (spread) των ελληνικών 10ετών ομολόγων από τα αντίστοιχα γερμανικά συνεχίζει να ξεπερνά στις 800 μονάδες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι επενδυτές θεωρούν ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα φερεγγυότητας και όχι ρευστότητας. Πιστεύουν επομένως ότι η αναδιάρθρωση του χρέους είναι αναπόφευκτη τόσο λόγω του ύψους του χρέους όσο και λόγω της πτώσεως του ονομαστικού ΑΕΠ που συνεπάγεται η «εσωτερική υποτίμηση» (δηλ. ο αποπληθωρισμός) που απαιτείται για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Υπάρχουν όμως και ισχυρά αντεπιχειρήματα.
Πρώτον, το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δεν απορρέει από αδικαιολόγητα υψηλούς μισθούς στον ιδιωτικό τομέα. Απορρέει από τη γιγάντωση του κράτους και τις παρεμβάσεις του στην οικονομία. Το πελατειακό κράτος είναι αυτό που μοίρασε δανεικά, προμήθειες, άδειες και προσόδους σε ημετέρους εις βάρος της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Το πελατειακό κράτος είναι αυτό που αναίρεσε τον ανταγωνισμό καθορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και τις ελάχιστες αμοιβές σε μια σειρά από κλάδους και επαγγέλματα. Το κράτος σήμερα φορολογεί υπέρμετρα τον ιδιωτικό τομέα για να συντηρήσει το υπερτροφικό και αναποτελεσματικό Δημόσιο. Το ερώτημα είναι αν μια μετα-σοβιετική οικονομία σαν την ελληνική μπορεί να γίνει ανταγωνιστική. Η απάντηση είναι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με αποπληθωρισμό. Μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τις διαρθρωτικές αλλαγές που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, δηλαδή τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος πιο φιλικού προς τις επιχειρήσεις, τη μείωση της γραφειοκρατίας, το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις μεταρρυθμίσεις για μεγαλύτερη ευκαμψία στην αγορά εργασίας και πιο ανταγωνιστικές αγορές αγαθών και υπηρεσιών ώστε να ενισχυθεί η παραγωγικότητα. Είναι προς το συμφέρον όλων –τόσο της Ελλάδας όσο και των πιστωτών της– να αποτραπεί μια αναδιάρθρωση του χρέους, που θα μείωνε την κεκτημένη ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων.
Δεύτερον –και σημαντικότερο– όπως δείχνουν οι προβλέψεις του ΔΝΤ στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο, το πρωτογενές πλεόνασμα (δηλ. τα έσοδα μείον τις δαπάνες πλην τόκων) που απαιτείται για να σταθεροποιηθεί ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ είναι πολύ υψηλό: 5,5% του ΑΕΠ, συγκρινόμενο με έλλειμμα 8,5% το 2009, δηλαδή η απαιτούμενη προσαρμογή είναι της τάξης του 14% του ΑΕΠ στην περίοδο 2010-14. Βέβαια, πρωτογενή πλεονάσματα αυτής της τάξης μεγέθους δεν είναι πρωτάκουστα. Τα πέτυχε και τα διατήρησε για χρόνια η γειτονική μας Τουρκία στη διάρκεια των δύο συνεχόμενων τριετών προγραμμάτων σταθεροποίησης που στήριξε το ΔΝΤ μετά τη συναλλαγματική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2001. Η διαφορά είναι ότι η Τουρκία δεν είχε πρωτογενές έλλειμμα αλλά πλεόνασμα όταν ξέσπασε η κρίση. Ετσι η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε κυρίως στην πτώση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και λιγότερο στην αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αμέσως μετά την κρίση, οι δαπάνες για τόκους πάνω στο δημόσιο χρέος εκτινάχθηκαν στο 20% του ΑΕΠ, τόσο λόγω της υποτίμησης που αύξησε σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους όσο και λόγω της μεγάλης αύξησης των εγχώριων επιτοκίων που χρειάστηκε για να σταθεροποιηθεί το νόμισμα. Στο τέλος της εξαετούς επιτήρησης από το ΔΝΤ, οι δαπάνες για τόκους είχαν μειωθεί στο 5% του ΑΕΠ, το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα είχε σχεδόν μηδενιστεί, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ήταν σε σταθερά πτωτική τροχιά και η οικονομία είχε επιστρέψει σε αναπτυξιακή πορεία. Αυτή η εξαιρετικά πετυχημένη προσπάθεια στηρίχθηκε κυρίως σε μια νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη σταθερότητα. Η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, η κατάργηση της νομισματικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων, η αφαίρεση τεσσάρων μηδενικών από το νόμισμα, οι νέοι ρυθμιστικοί κανόνες για την επιτήρηση του τραπεζικού τομέα, όλα αυτά συνετέλεσαν στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών και στη θεαματική πτώση των επιτοκίων.
Η ελληνική οικονομία απεκόμισε και αυτή μεγάλο κέρδος από την πτώση των επιτοκίων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα στην πορεία προς την ΟΝΕ, κέρδος που δυστυχώς σπατάλησε για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Αντί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του χρέους, η εξοικονόμηση σημαντικών πόρων από τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους χρησιμοποιήθηκε για να αυξηθούν οι πρωτογενείς δαπάνες, τόσο πριν όσο και μετά την «απογραφή» του 2004. Η οικονομία βρίσκεται επομένως τώρα αντιμέτωπη με την ανάγκη μιας τεράστιας προσαρμογής στο πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο δεν θα μηδενιστεί ούτε μετά τα μέτρα ύψους 9 δισ. ευρώ που προβλέπεται να ληφθούν το 2011. Η συνολική προσαρμογή που απαιτείται –της τάξης του 14% του ΑΕΠ, όπως προανέφερα– δεν θα επηρεαστεί σημαντικά από μια αναδιάρθρωση του χρέους, ακόμα και αν αυτή πάρει τη μορφή μείωσης του χρέους (haircut). Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι μια μείωση του χρέους κατά 50% θα μείωνε το πρωτογενές πλεόνασμα που απαιτείται για να σταθεροποιηθεί το χρέος από 5,5% στο 2,8% του ΑΕΠ, μειώνοντας έτσι την απαιτούμενη προσαρμογή από 14% σε 11,3% του ΑΕΠ, δηλ. κατά λιγότερο από ένα πέμπτο. Επομένως μια αναδιάρθρωση του χρέους δεν θα λύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Tης Mιραντας Ξαφα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Πρώτον, το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δεν απορρέει από αδικαιολόγητα υψηλούς μισθούς στον ιδιωτικό τομέα. Απορρέει από τη γιγάντωση του κράτους και τις παρεμβάσεις του στην οικονομία. Το πελατειακό κράτος είναι αυτό που μοίρασε δανεικά, προμήθειες, άδειες και προσόδους σε ημετέρους εις βάρος της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Το πελατειακό κράτος είναι αυτό που αναίρεσε τον ανταγωνισμό καθορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και τις ελάχιστες αμοιβές σε μια σειρά από κλάδους και επαγγέλματα. Το κράτος σήμερα φορολογεί υπέρμετρα τον ιδιωτικό τομέα για να συντηρήσει το υπερτροφικό και αναποτελεσματικό Δημόσιο. Το ερώτημα είναι αν μια μετα-σοβιετική οικονομία σαν την ελληνική μπορεί να γίνει ανταγωνιστική. Η απάντηση είναι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με αποπληθωρισμό. Μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τις διαρθρωτικές αλλαγές που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, δηλαδή τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος πιο φιλικού προς τις επιχειρήσεις, τη μείωση της γραφειοκρατίας, το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις μεταρρυθμίσεις για μεγαλύτερη ευκαμψία στην αγορά εργασίας και πιο ανταγωνιστικές αγορές αγαθών και υπηρεσιών ώστε να ενισχυθεί η παραγωγικότητα. Είναι προς το συμφέρον όλων –τόσο της Ελλάδας όσο και των πιστωτών της– να αποτραπεί μια αναδιάρθρωση του χρέους, που θα μείωνε την κεκτημένη ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων.
Δεύτερον –και σημαντικότερο– όπως δείχνουν οι προβλέψεις του ΔΝΤ στο επικαιροποιημένο Μνημόνιο, το πρωτογενές πλεόνασμα (δηλ. τα έσοδα μείον τις δαπάνες πλην τόκων) που απαιτείται για να σταθεροποιηθεί ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ είναι πολύ υψηλό: 5,5% του ΑΕΠ, συγκρινόμενο με έλλειμμα 8,5% το 2009, δηλαδή η απαιτούμενη προσαρμογή είναι της τάξης του 14% του ΑΕΠ στην περίοδο 2010-14. Βέβαια, πρωτογενή πλεονάσματα αυτής της τάξης μεγέθους δεν είναι πρωτάκουστα. Τα πέτυχε και τα διατήρησε για χρόνια η γειτονική μας Τουρκία στη διάρκεια των δύο συνεχόμενων τριετών προγραμμάτων σταθεροποίησης που στήριξε το ΔΝΤ μετά τη συναλλαγματική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2001. Η διαφορά είναι ότι η Τουρκία δεν είχε πρωτογενές έλλειμμα αλλά πλεόνασμα όταν ξέσπασε η κρίση. Ετσι η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε κυρίως στην πτώση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και λιγότερο στην αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αμέσως μετά την κρίση, οι δαπάνες για τόκους πάνω στο δημόσιο χρέος εκτινάχθηκαν στο 20% του ΑΕΠ, τόσο λόγω της υποτίμησης που αύξησε σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους όσο και λόγω της μεγάλης αύξησης των εγχώριων επιτοκίων που χρειάστηκε για να σταθεροποιηθεί το νόμισμα. Στο τέλος της εξαετούς επιτήρησης από το ΔΝΤ, οι δαπάνες για τόκους είχαν μειωθεί στο 5% του ΑΕΠ, το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα είχε σχεδόν μηδενιστεί, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ήταν σε σταθερά πτωτική τροχιά και η οικονομία είχε επιστρέψει σε αναπτυξιακή πορεία. Αυτή η εξαιρετικά πετυχημένη προσπάθεια στηρίχθηκε κυρίως σε μια νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη σταθερότητα. Η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, η κατάργηση της νομισματικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων, η αφαίρεση τεσσάρων μηδενικών από το νόμισμα, οι νέοι ρυθμιστικοί κανόνες για την επιτήρηση του τραπεζικού τομέα, όλα αυτά συνετέλεσαν στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών και στη θεαματική πτώση των επιτοκίων.
Η ελληνική οικονομία απεκόμισε και αυτή μεγάλο κέρδος από την πτώση των επιτοκίων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα στην πορεία προς την ΟΝΕ, κέρδος που δυστυχώς σπατάλησε για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων αποτελεσμάτων. Αντί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του χρέους, η εξοικονόμηση σημαντικών πόρων από τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους χρησιμοποιήθηκε για να αυξηθούν οι πρωτογενείς δαπάνες, τόσο πριν όσο και μετά την «απογραφή» του 2004. Η οικονομία βρίσκεται επομένως τώρα αντιμέτωπη με την ανάγκη μιας τεράστιας προσαρμογής στο πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο δεν θα μηδενιστεί ούτε μετά τα μέτρα ύψους 9 δισ. ευρώ που προβλέπεται να ληφθούν το 2011. Η συνολική προσαρμογή που απαιτείται –της τάξης του 14% του ΑΕΠ, όπως προανέφερα– δεν θα επηρεαστεί σημαντικά από μια αναδιάρθρωση του χρέους, ακόμα και αν αυτή πάρει τη μορφή μείωσης του χρέους (haircut). Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι μια μείωση του χρέους κατά 50% θα μείωνε το πρωτογενές πλεόνασμα που απαιτείται για να σταθεροποιηθεί το χρέος από 5,5% στο 2,8% του ΑΕΠ, μειώνοντας έτσι την απαιτούμενη προσαρμογή από 14% σε 11,3% του ΑΕΠ, δηλ. κατά λιγότερο από ένα πέμπτο. Επομένως μια αναδιάρθρωση του χρέους δεν θα λύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Tης Mιραντας Ξαφα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/10/2010
Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010
Ο κύριος Wikipedia

Για τους ειδήμονες του κυβερνοχώρου είναι ο «WikiPope». Για τους φίλους του απλώς «Jimbo». Για όλους τους άλλους ο Τζίμι Ντόναλ Γουέιλς είναι από τους πρωτοπόρους του Ιnternet, ο ιθύνων νους της Wikipedia, της δωρεάν διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας. Το ψηφιακό παρόν και μέλλον μας, το χαρτί που πεθαίνει, οι σχέσεις του με τους άλλους σκαπανείς του www κόσμου μας και η πίστη του σε ένα μη κερδοσκοπικό όνειρο, την ώρα που δίπλα του χορεύουν τα δισεκατομμύρια, ήταν ορισμένα από τα θέματα της συζήτησής μας.
Το 2006 το περιοδικό «Time» τον συμπεριέλαβε στη λίστα με τους 100 επιστήμονες και διανοούμενους που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη. To 2007 το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ τον ανακήρυξε έναν από τους Νέους Παγκόσμιους Ηγέτες, ενώ το περιοδικό «Forbes» τον κατέταξε 12ο στη λίστα του με τις 25 σημαντικότερες διασημότητες του Internet. Παρ’ όλα αυτά ο Τζίμι Ντόναλ Γουέιλς είναι ένα μικρό μυστήριο. Δεν διαθέτει την άμεση αναγνωρισιμότητα του Στιβ Τζομπς της Apple, ούτε το δημοφιλές «status» του πιτσιρικά Μαρκ Ζάκερμπεργκ του Facebook. Επιτελεί έναν πιο «ευγενή» σκοπό, ως ο δημιουργός του διαδικτυακού θαύματος της Wikipedia: της μεγαλύτερης, πολύγλωσσης, δωρεάν, ανοιχτής, συλλογικής ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας με περισσότερα από 16 εκατ. λήμματα σε 240 γλώσσες. Και μάλλον θα παρέμενε ακόμη μυστήριο αν ο πολυβραβευμένος σκαπανέας του κυβερνοχώρου, στα 44 χρόνια του σήμερα, δεν χρειαζόταν να τελεί και καθήκοντα διεθνούς πρεσβευτή του παγκόσμιου μη κερδοσκοπικού εγχειρήματος της Wikipedia με ό,τι αυτό συνεπάγεται: υπερατλαντικές πτήσεις, διαλέξεις, συναντήσεις, δημόσιες σχέσεις, φωτογραφίσεις.
Ο «κύριος Wikipedia» βρίσκεται αδιάκοπα εν κινήσει και το συνειδητοποιώ στην προσπάθειά μου να τον εντοπίσω προκειμένου να προγραμματίσουμε την τηλεφωνική συνομιλία μας. Από τις 3 ως τις 8 Σεπτεμβρίου ακολουθώ τα ίχνη του σε φωτογραφίες των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων και στον λογαριασμό του στο Τwitter: Πρώτη στάση το Τσερνόμπιο, κοντά στη λίμνη Κόμο της Βόρειας Ιταλίας, για τις εργασίες του AmbrosettiForum. Εν συνεχεία κενό, έπειτα Σαν Φρανσίσκο, Ατλάντα, Αλαμπάμα και τελικός προορισμός το σπίτι του στο ηλιόλουστο Σεντ Πίτερσμπεργκ της Φλόριδας. Εκεί όπου δόθηκε το ραντεβού μας. Η φωνή του νεανική και ξεκούραστη, παράξενα νεανική και αναπάντεχα ξεκούραστη για έναν άνθρωπο με το φορτωμένο πρόγραμμα του ηγέτη της Wikipedia. Δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου και ο συνομιλητής μου με παροτρύνει να μπω αμέσως «στο ψητό».
Κύριε Γουέιλς, έχετε μεταπτυχιακό στα οικονομικά και κάνατε καριέρα στον τραπεζικό τομέα. Μολαταύτα η Wikipedia εξελίχθηκε σε ένα μη εμπορικό εγχείρημα. Ξέρετε, η αξία της αποτιμάται σε αρκετά δισεκατομμύρια και εσείς θα μπορούσατε να είστε ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος σήμερα...
«Εχετε δίκιο αλλά, κοιτάξτε, εγώ θεωρώ τη Wikipedia κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό από πολιτισμικής άποψης. Με κάνει υπερήφανο και το βρίσκω συναρπαστικό που εξελίχθηκε σε έναν μη κερδοσκοπικό μηχανισμό. Τη θεωρώ άλλωστε ένα παγκόσμιο ανθρωπιστικό εγχείρημα, με απώτερο σκοπό να προσφέρει τη δυνατότητα σε πολίτες από κάθε γωνιά του πλανήτη να συγκεντρωθούν και να γίνουν κοινωνοί της γνώσης. Το γεγονός ότι πρόκειται για μια μη εμπορική προσπάθεια έχει εξάλλου αποβεί πολύ θετικό για την ανάπτυξή της, καθώς εμπνέει και κινητοποιεί τόσο εκείνους που συνεισφέρουν με άρθρα τους στην ιστοσελίδα όσο και τους δωρητές που τη στηρίζουν οικονομικά κάθε χρόνο. Συνεπώς όχι, δεν έχω μετανιώσει».
Μήπως αυτή η φιλοσοφία έχει τις ρίζες της και στον ιδιαίτερο τρόπο εκπαίδευσής σας; Αν δεν κάνω λάθος, φοιτήσατε στο μικρό ιδιωτικό δημοτικό σχολείο που διατηρούσε η μητέρα σας στο σπίτι σας στην Αλαμπάμα, μαζί με μια χούφτα συμμαθητές, ακολουθώντας τη μέθοδο Montessori.
«Θα έλεγα ναι, από την άποψη ότι στο πλαίσιο των μαθημάτων είχαμε χρόνο στη διάθεσή μας να μελετήσουμε ό,τι εμείς επιθυμούσαμε. Εγώ, για παράδειγμα, ανέκαθεν παθιαζόμουν με τις γενικές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και κατέληξα να περνάω πολλές ώρες της ημέρας μου διαβάζοντας εγκυκλοπαίδειες».
Αλήθεια, θυμάστε την πρώτη σας εγκυκλοπαίδεια;
«Ναι, φυσικά τη θυμάμαι. Ονομαζόταν “World Book Encyclopedia” και πρόκειται ίσως για την πιο δημοφιλή αγγλόφωνη μαθητική εγκυκλοπαίδεια. Επειτα βέβαια συνέχισα με την “Britannica”».
Υπήρξε κάποια καταλυτική στιγμή για τη δημιουργία της «κοινόχρηστης» διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας;
«Πράγματι, υπήρξε. Ηταν λίγο μετά τη γέννηση της κόρης μου, Κίρα, που σήμερα είναι εννέα ετών. Τότε είχα ήδη καταπιαστεί με μια πρωτόλεια μορφή εγκυκλοπαίδειας, που είχα ονομάσει “Nupedia”, η οποία ωστόσο δεν προχώρησε. Ενα περιστατικό, κάποιο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε η νεογέννητη κόρη μου, ήταν ο βασικός λόγος που με έκανε να αναθεωρήσω πλήρως και να αλλάξω τελείως προσέγγιση, προσφέροντας κάτι ανοιχτό στους αναγνώστες».
Αυτό το «ανοιχτό» έχει πυροδοτήσει αρκετές συζητήσεις. «Δεν έχουμε την απαίτηση να μας εμπιστεύεστε» είναι μια φράση που συνάντησα σε λήμμα της εγκυκλοπαίδειας με τίτλο «10 πράγματα που ίσως δεν γνωρίζετε για τη Wikipedia». Πώς διαχειρίζεστε τα ζητήματα αξιοπιστίας;
«Ακούστε, εκείνο που πιστεύουμε είναι ότι μακροπρόθεσμα, όσο η Wikipedia θα βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου, ο κόσμος θα της δείχνει την εμπιστοσύνη που της αρμόζει. Μην ξεχνάμε ότι η Wikipedia αποτελεί έργο σε εξέλιξη και προσπαθούμε πάντα να είμαστε όσο καλύτεροι γίνεται. Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι πώς θα κάνουμε τον κόσμο να μας δείξει εμπιστοσύνη. Το θέμα είναι πώς θα γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτεροι. Ετσι θα μας εμπιστευτούν».
Αυτό που κάνει η Wikipedia είναι να προσφέρει συμμετοχικό βήμα σε όλους τους επίδοξους συντάκτες και όχι μόνο στις αυθεντίες. Σας έχουν αποκαλέσει ποτέ «ριζοσπάστη» ή «αντισυμβατικό»;
«Υπάρχουν κάποιοι που το έχουν κάνει. Αλλά, αν σκάψει κανείς λίγο βαθύτερα, θα συνειδητοποιήσει ότι είμαστε αρκετά παραδοσιακοί και “παλαιομοδίτες” στην προσέγγισή μας. Η Wikipedia βασίζεται πολύ σε πατροπαράδοτες αξιόπιστες πηγές. Δεν είπαμε ποτέ ότι ο μαθητής γυμνασίου γνωρίζει περισσότερα από τον καθηγητή του για τη Φυσική, για παράδειγμα. Ακόμη δηλαδή και αν ο οποιοσδήποτε έχει το ελεύθερο να συνεισφέρει, ο στόχος μας είναι σταθερά να αγγίζουμε τα υψηλότερα επίπεδα ακριβείας, ορθότητας και αξιοπιστίας και αυτό συνεπάγεται βαθύ σεβασμό προς τις παραδοσιακές πηγές γνώσης».
Ποιες είναι οι συχνότερες δυσκολίες-προκλήσεις στον χειρισμό του όγκου της εγκυκλοπαίδειας; Εχουν παρατηρηθεί σοβαρά περιστατικά θρησκευτικών διενέξεων, βανδαλισμών ή ρηγμάτων μεταξύ της συντακτικής ομάδας;
«Δεν θα το έλεγα. Οι διαχειριστές μας, ο σκληρός πυρήνας της Wikipedia, εργάζονται για να κρατούν τις ισορροπίες. Ακόμη και όταν οι σελίδες μας δέχονται κακόβουλες επιθέσεις, φροντίζουν ώστε να αποσοβήσουν τον αντίκτυπο. Εκείνο που μας κάνει πιο συχνά να διαφωνούμε εσωτερικά είναι, για παράδειγμα, το κατά πόσον μια πηγή θεωρείται φερέγγυα και άξια αναφοράς. Πάνω απ’ όλα είμαστε μια συγγραφική ομάδα και όχι ένα debategroup».
Σε παλαιότερη δήλωσή σας συνοψίσατε την αποστολή της Wikipedia ως εξής: «Φανταστείτε έναν κόσμο όπου κάθε πολίτης ξεχωριστά θα χαίρει ελεύθερης πρόσβασης στο σύνολο της ανθρώπινης γνώσης». Πόσο κοντά βρίσκεστε σε αυτόν τον στόχο;
«Αρκετά κοντά. H Wikipedia μεγαλώνει σε καθημερινή βάση και σε όλες τις γλώσσες του πλανήτη. Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε αυτήν τη στιγμή είναι να σημειώσουμε πρόοδο και να εμπλουτίσουμε το περιεχόμενο και στις γλώσσες του λεγόμενου “αναπτυσσόμενου κόσμου”. Πρόκειται για ένα αρκετά δύσκολο και απαιτητικό πρότζεκτ, για τον απλούστατο λόγο ότι προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή των ντόπιων πληθυσμών που ομιλούν τη γλώσσα, ωστόσο σε μερικά σημεία του πλανήτη η πρόσβαση στο Διαδίκτυο δεν είναι ακόμη διαδεδομένη».
Εχετε στη διάθεσή σας στοιχεία για την ελληνική έκδοση;
«Η ελληνική έκδοση της Wikipedia διαθέτει αυτήν τη στιγμή 55.000 λήμματα και 633 ενεργούς συντάκτες. Νομίζω ότι όντως χρειαζόμαστε περισσότερη αναγνωρισιμότητα στη χώρα σας. Τώρα που το σκέπτομαι, δεν έχω επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα!».
Είστε ευπρόσδεκτος! Αλλά ας επιστρέψουμε στην αγγλόφωνη εκδοχή, που είναι αυτήν τη στιγμή και η πληρέστερη. Θεωρείτε ότι έχετε φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο λημμάτων; Πόσα υπολογίζετε ότι υπολείπονται;
«Είναι πραγματικά δύσκολο να πω. Αυτήν τη στιγμή η αγγλόφωνη έκδοση μετρά περισσότερα από 3,4 εκατομμύρια λήμματα-άρθρα, που είναι ένας αξιοσέβαστος αριθμός. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι υπάρχουν πολλά επιπλέον να γραφτούν, ίσως πιο δυσνόητες ή συγκεχυμένες έννοιες. Συνεπώς έχουμε ακόμη αρκετή δουλειά».
Εχετε δηλώσει ότι στόχος σας είναι η Wikipedia να εξακολουθεί να υπάρχει έπειτα από 100 χρόνια.
«Για να είμαι ειλικρινής, ούτε τι θα συμβεί την επόμενη πενταετία δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω! Ωστόσο έχουμε βάσιμους λόγους να θεωρούμε ότι θα επιβιώσουμε και τον επόμενο αιώνα. Αλλωστε τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν μια εγκυκλοπαίδεια δεν αναμένεται να αλλάξουν δραματικά το επόμενο διάστημα».
Πώς φαντάζεστε το Διαδίκτυο, ας πούμε, σε δέκα χρόνια από τώρα;
«Κατά τη γνώμη μου, ο σημαντικότερος παράγων για το μέλλον του Διαδικτύου έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι από τις πιο απομακρυσμένες γωνιές της Γης προστίθενται στην παγκόσμια κοινότητα του κυβερνοχώρου. Πλέον το Internet εξελίσσεται σε κάτι το γνήσια παγκόσμιο. Φυσικά έκανε τα πρώτα του βήματα στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου, αλλάζοντας δραματικά τη ζωή μας ως τώρα. Αυτήν τη στιγμή ωστόσο παρατηρείται πραγματικά μια ταχύτατη εξάπλωση της χρήσης του Internet στην Κίνα, στην Ινδία και στην Αφρική. Συνεπώς ολόκληρος ο πλανήτης θα είναι online στα επόμενα 10-20 χρόνια και πλέον θα αλληλεπιδρούμε με ανθρώπους από μέρη που δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ».
Είναι το Διαδίκτυο σε θέση να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης σε πιο «εσωστρεφή» ή ολοκληρωτικά καθεστώτα εξασφαλίζοντας ελεύθερο βήμα έκφρασης στους πολίτες;
«Βέβαια. Δεν είναι φυσικά κάτι που γίνεται αυτομάτως. Κάποιες κυβερνήσεις επιστρατεύουν κατά καιρούς διάφορους τρόπους προκειμένου να λογοκρίνουν το Internet, πράγμα που βεβαίως δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αλλά είμαι αισιόδοξος: Θα υπάρξουν συγκρούσεις και αγώνες, αλλά σε κάποιες περιοχές του πλανήτη θα είναι πολύ δύσκολο να παρεμποδιστεί η ροή της πληροφορίας, και εν τέλει οι πολίτες θα μάθουν την αλήθεια και αυτό θα έχει αντίκτυπο».
Το Internet διεκδικεί τον τίτλο του πλέον δημοκρατικού μέσου του καιρού μας;
«Αναμφίβολα. Είναι κάτι εντελώς πρωτόγνωρο και εκπληκτικό ταυτόχρονα να μπορεί ο καθένας να είναι συμμέτοχος σε μια πραγματικά παγκόσμια συζήτηση».
Υπάρχει περίπτωση στο κοντινό μέλλον οι άνθρωποι να μη διακρίνονται μόνο σε εύπορους και φτωχούς, αλλά και σε τεχνολογικά εγγράμματους και ηλεκτρονικά αναλφάβητους;
«Αντιθέτως, όπως ανέφερα και πιο πάνω, είμαι της γνώμης πως το αποκαλούμενο “ψηφιακό χάσμα”, η ψαλίδα ανάμεσα σε εκείνους που έχουν πρόσβαση στον κυβερνοχώρο και σε εκείνους που στερούνται πρόσβασης στο Διαδίκτυο, έχει ήδη αρχίσει σταδιακά να κλείνει, καθώς το ποσοστό των online χρηστών σε διάφορες φτωχές περιοχές του πλανήτη αυξάνεται με αστραπιαίους ρυθμούς. Συνεπώς πάντα θα υπάρχει η διάκριση σε πλούσιους και φτωχούς στον πλανήτη, ωστόσο οι φτωχότεροι σταδιακά βελτιώνουν τη θέση τους και έχουμε λόγους να αισιοδοξούμε για τις επόμενες δεκαετίες».
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η ευκολία στην ανάκτηση της πληροφορίας σε διαδικτυακά εργαλεία έχει «κακομάθει» τον εγκέφαλό μας σε σημείο που να μην είναι πλέον σε θέση να απομνημονεύει όπως παλιά.
«Δεν νομίζω ότι ισχύει. Δεν υπάρχουν απτές αποδείξεις για κάτι τέτοιο, αν και ο κόσμος συνηθίζει να το λέει τελευταία».
Και η συζήτηση για το χαρτί; Πεθαίνει όπως λένε; Ποια θα είναι η τύχη των βιβλίων, των εφημερίδων, των περιοδικών και όλων των παραδοσιακών τρόπων έντυπης επικοινωνίας;
«Κοιτάξτε, δεν νομίζω ότι πεθαίνει, έτσι όπως περιγράφεται τουλάχιστον. Το χαρτί αποτελεί μια υπέροχη “τεχνολογία” και θα μας συνοδεύει για κάμποσο καιρό ακόμη. Βέβαια στο άκουσμα της λέξης “βιβλίο” το μυαλό πηγαίνει αυτομάτως στο χαρτί, ωστόσο δεν χρειάζεται τα βιβλία του μέλλοντος να είναι από χαρτί – άλλωστε η άνοδος του e-book είναι προ των πυλών. Αυτό που είναι το πλέον σημαντικό και που πρέπει να λαμβάνουμε πάνω απ’ όλα υπόψη είναι ότι οι άνθρωποι σήμερα διαβάζουν μακράν περισσότερο από ό,τι διάβαζαν στο παρελθόν και γράφουν επίσης περισσότερο από όσο έγραφαν, έστω ανταλλάσσοντας e-mails, ειδικά οι νεότερες ηλικίες. Συνεπώς, ακόμη και αν το χαρτί απειλείται, ο γραπτός λόγος δεν κινδυνεύει».
Είδαμε ωστόσο ότι η επίδραση του Internet σε άλλους τομείς δημιουργίας, όπως η μουσική και ο κινηματογράφος, έχει προκαλέσει παθογένειες. Πολύς λόγος γίνεται για τη διαδικτυακή πειρατεία για παράδειγμα.
«Ακούστε, οι συνθήκες αλλάζουν ταχύτατα και δραματικά. Μαζί τους θα συμπαρασύρουν και τα επιχειρηματικά μοντέλα. Την ίδια στιγμή οι πολίτες του κόσμου διαθέτουν ευκολότερη πρόσβαση σε γνώση και τεχνολογίες ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν δική τους μουσική, έργα τέχνης. Συνεπώς τα καλλιτεχνικά εμπόδια που πρέπει να υπερπηδήσουν είναι πολύ πιο χαμηλά από ό,τι στο παρελθόν. Και παρ’ όλο που πιστεύω ότι μερικές μεγάλες παραδοσιακές επιχειρήσεις, όπως οι δισκογραφικές, έχουν δύσκολα χρόνια μπροστά τους, αυτό δεν σημαίνει ότι οι καλλιτέχνες θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα να προχωρήσουν. Σημαίνει απλούστατα ότι ο μεσάζων αποκόπτεται από τη δημιουργική αλυσίδα. Και δεν μπορώ να πω ότι αυτό με πειράζει».
Αναφερθήκατε στην εννιάχρονη κόρη σας προηγουμένως. Την ενθαρρύνετε να ασχοληθεί με τις νέες τεχνολογίες και με το Διαδίκτυο;
«Η κόρη μου περνάει αρκετό χρόνο online στον υπολογιστή της. Μάλιστα έχει μάθει να χρησιμοποιεί μια γλώσσα προγραμματισμού που έχει αναπτύξει το ΜΙΤ, ονόματι “Scratch”, κατάλληλη για παιδιά, καθώς και άλλες, γράφει αρκετά, γράφει επίσης σε μπλογκ, αν και όχι τόσο συχνά τελευταία. Οσο για τα ζητήματα ασφάλειας και ιδιωτικότητας, είναι συνετό παιδί και της δείχνουμε εμπιστοσύνη».
Οι μεγαλύτεροι ωστόσο έχουν λόγο να ανησυχούν για το διαδικτυακό αποτύπωμά τους;
«Πιστεύω ότι τα μέτρα της ιδιωτικότητάς μας έχουν αλλάξει σε κάποιον βαθμό. Ωστόσο δεν θα έλεγα ότι το Διαδίκτυο φέρνει αυτό που πολλοί λένε “το τέλος της ιδιωτικής ζωής”. Απλώς οι άνθρωποι θα πρέπει να μάθουν τι είδους δεδομένα θα “ανεβάσουν” σε κοινή θέα. Βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο μετάβασης και δεν γνωρίζω πού ακριβώς θα οδηγηθούν τα πράγματα».
Το ίδρυμα της Wikipedia καθίσταται βιώσιμο μέσω ιδιωτικών δωρεών. Πόσο σας επηρέασε η οικονομική κρίση;
«Οντως το συντριπτικό ποσοστό των πόρων που στηρίζουν τις δραστηριότητες της Wikipedia προέρχεται από το ευρύ κοινό, από μικρούς μάλιστα δωρητές, με μέσο όρο ετήσιας συνεισφοράς τα 30 δολάρια. Τελικά δεν είχαμε αρνητικό αντίκτυπο στα έσοδα. Υπήρξε η καλύτερη χρονιά από καταβολής Wikipedia».
Είθισται να αποκαλούμε την Αμερική «Χώρα των ευκαιριών». Μήπως είναι πλέον η σειρά του Internet να αναδειχθεί πεδίον δόξης λαμπρόν για τους νέους επιχειρηματίες; Ενα ψηφιακό Ελντοράντο;
«Αναμφίβολα υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες σε κάθε γωνιά του πλανήτη σχετικές με το Διαδίκτυο. Ειδικά για νέους ανθρώπους που θέλουν να στήσουν μια επιχείρηση, να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους ή να το χρησιμοποιήσουν με νέους τρόπους. Αλλά και ως εργαλείο για να μάθει κανείς τον κόσμο και να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους. Πρόκειται για μια εξαιρετικά συναρπαστική χρονική συγκυρία».
Δηλαδή υπάρχουν ακόμη πράγματα που δεν περιμένουμε να γίνουν στο Internet; Τι άλλο μπορεί να μας έχει διαφύγει;
«Είμαι σίγουρος ότι απομένουν πολλά ακόμη. Και αν μπορούσα να τα σκεφτώ, μάλλον θα τα έκανα κιόλας! Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι σε μία πενταετία θα μείνουμε με το στόμα ανοιχτό με τις παντός είδους επινοήσεις, τις οποίες λίγα χρόνια νωρίτερα δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε».
Ηλικιακά βρίσκεστε στο μέσον των δύο γενιών των ηγετών του κυβερνοχώρου. Ανάμεσα στη λεγόμενη παλιά φρουρά (Στιβ Τζομπς, Τζεφ Μπέζος, Μπιλ Γκέιτς) και στη νέα (Μαρκ Ζάκερμπεργκ, Σεργκέι Μπριν, Λάρι Πέιτζ). Με ποιους ταυτίζεστε;
«Αν και ηλικιακά βρίσκομαι, όπως σωστά είπατε, κάπου στο μέσον αυτών των δύο “γενιών” επιχειρηματιών της ψηφιακής εποχής, ταυτίζομαι περισσότερο με τη νεότερη ομάδα. Ειδικά ο Γκέιτς και ο Τζομπς μάς έρχονται από αυτά που λέμε π.Ι. χρόνια (προ Internet). Δεν μπορώ να πω βέβαια ότι οι δύο γενιές διαφέρουν μεταξύ τους. Τους έχω γνωρίσει όλους, εκτός από τον Στιβ Τζομπς. Και είναι όλοι παθιασμένοι με τη δουλειά τους».
Παρατήρησα ότι έχετε δικό σας μπλογκ, ωστόσο οι τελευταίες καταχωρίσεις μάς πηγαίνουν μήνες πίσω. Αντιθέτως είστε πολύ δραστήριο μέλος του Τwitter, με χιλιάδες «ακολούθους».
«Το μπλογκ το διατηρώ εδώ και αρκετά χρόνια και μπαίνω περιστασιακά για να το ανανεώσω, ωστόσο δεν θεωρώ τον εαυτό μου φανατικό μπλόγκερ. Αλλά το Τwitter το χρησιμοποιώ πολύ συχνά».
Θεωρείτε τον εαυτό σας «γκατζετάκια»;
«Φυσικά θέλω και φροντίζω να διατηρούμαι στο παιχνίδι. Οχι πάντα στην πρώτη γραμμή, να σας πω την αλήθεια σχεδόν πάντα περιμένω τη δεύτερη έκδοση ενός προϊόντος να κυκλοφορήσει. Για παράδειγμα, αργότερα σήμερα σχεδιάζω να πάω να αγοράσω ένα iPad. Σκεφτείτε: Δεν έχω ακόμη iPad!».
Πώς είναι η καθημερινότητα του αφεντικού της Wikipedia; Εχει το αναμενόμενο γκλάμουρ;
«Απεναντίας, είναι πιο ήσυχη και προσανατολισμένη στη δουλειά. Ωστόσο ταξιδεύω πολύ και ένα από τα ωραιότερα πράγματα με τα ταξίδια είναι ότι ξεκλέβω αρκετό χρόνο ηρεμίας σε αεροπλάνα και δωμάτια ξενοδοχείων προκειμένου να εργαστώ. Επίσης μέρος των καθηκόντων μου είναι οι διαλέξεις, οι προωθητικές ενέργειες και οι συνεντεύξεις Τύπου. Ισως μερικά από τα πράγματα που κάνουμε ακούγονται λαμπερά, τουλάχιστον ώσπου να τα δοκιμάσεις στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, αν επισκεφθώ την Ελλάδα για 24 ώρες, θα τις περάσω πιθανότατα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, μετά σε κάποια αίθουσα διάλεξης, σε μερικές συνεντεύξεις και έπειτα, δυστυχώς, θα πρέπει να φύγω».
Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 518, σελ. 30-33, 19/09/2010.
Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010
Μνημόνιο για τη φτώχεια

Με εξαιρετικά επίκαιρο τίτλο ελέω IMF, το "Μνημόνιο για τη Φτώχεια" δεν αποτελεί καρπό κάποιας επιτροπής τεχνοκρατών· αποτελεί έργο του γάλλου ιστορικού και πολιτικού Alexis de Tocqueville, ενός εκ των πατέρων της φιλελεύθερης και αδογμάτιστης σκέψης.
Επηρεασμένος από δύο ταξίδια του στην πρώιμη βικτωριανή Αγγλία και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργαζόμενων στην εκεί βιομηχανία, ο de Tocqueville πραγματεύεται το φαινόμενο της φτώχειας και εξετάζει τρόπους αντιμετώπισης με πραγματισμό, εμφορούμενος όμως παράλληλα και από μία βαθιά αίσθηση ανθρώπινης αλληλεγγύης. Το Mémoire sur le paupérisme είναι ένα σύντομο έργο, γραμμένο με εύληπτο και οξυδερκή τρόπο, το οποίο σήμερα μπορεί να ανευρεθεί ως public domain [en] [fr] και να αναγνωσθεί μέσα σε ένα απόγευμα. Στην ελληνική αγορά το έργο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, σε εξαιρετική μετάφραση Ελίζας Παπαδάκη.
"Αναγνωρίζω οτι η ατομική φιλανθρωπία παράγει σχεδόν πάντοτε χρήσιμα αποτελέσματα. Αντιμετωπίζει τη βαρύτερη δυστυχία, βαδίζει αθόρυβα πίσω από την κακοτυχία και θεραπεύει, απροειδοποίητα και σιωπηρά, τα δεινά που η τελευταία έχει επιφέρει. Εμφανίζεται παντού όπου υπάρχουν δυστυχισμένοι που χρειάζονται βοήθεια· μεγαλώνει με τον πόνο τους, ωστόσο κανείς δεν μπορέι αστόχαστα να βασιστεί σε αυτήν, γιατι χίλια δυο απρόοπτα μπορούν να καθυστερήσουν ή να ανακόψουν την πορεία της· δεν ξέρεις πού θα τη συναντήσεις, ούτε αυτή ακούει την κραυγή του κάθε πόνου.
Αναγνωρίζω επίσης ότι ο συνεταιρισμός φιλάνθρωπων προσώπων, καθώς παρέχει οργανωμένη βοήθεια, μπορεί να προσδώσει στην ατομική φιλανθρωπία μεγαλύτερη δραστικότητα και ισχύ· αναγνωρίζω όχι μόνον τη χρησιμότητα, αλλά και την αναγκαιότητα μιας δημόσιας πρόνοιας που θα εφαρμόζεται σε αναπότρεπτα δεινά, όπως είναι η αδυναμία της παιδικής ηλικίας, η ανημποριά των γηρατειών, η αρρώστια, η τρέλα· αναγνωρίζω επίσης την προσωρινή χρησιμότητά της σε καιρούς φυσικών καταστροφών που κάποτε ξεφεύγουν από τα χέρια του Θεού και έρχονται να αναγγείλουν στα έθνη την οργή Του. Η αρωγή του κράτους είναι τότε εξίσου στιμιαία, απρόβλεπτη και περαστική, όπως το ίδιο το κακό.
Κατανοώ επίσης τη δημόσια πρόνοια όταν ανοίγει σχολεία για τα παιδιά των φτωχών και όταν χορηγεί δωρεάν στη διανόηση τα μέσα για να αποκτήσει με την εργασία τα αγαθά που χρειάζεται το σώμα.
Εντούτοις, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι κάθε διοικητικό σύστημα που έχει σκοπό να καλύπτει, σε τακτική και μόνιμη βάση, τις ανάγκες του φτωχού θα γεννήσει περισσότερη δυστυχία από όση μπορεί να θεραπεύσει, θα διαφθείρει τον πληθυσμό που θέλει να βοηθήσει και να παρηγορήσει, θα μετατρέψει με τον καιρό τους πλουσίους σε απλούς παραγωγούς των φτωχών, θα στερέψει τις πηγές της αποταμίευσης, θα ανακόψει τη συσσώρευση των κεφαλαίων, θα συμπιέσει την ανάπτυξη του εμπορίου, θα μουδιάσει την οικονομική δραστηριότητα και τη βιομηχανία και θα καταλήξει να προκαλέσει μια βίαιη επανάσταση στο κράτος, όταν ο αριθμός αυτών που λαμβάνουν ελεημοσύνη σχεδόν θα έχει εξισωθεί με τον αριθμό εκείνων που τη χορηγούν, ενώ ο άπορος, μη μπορώντας πια να αντλεί πόρους από τους ξεπεσμένους πλουσίους για να καλύψει τις ανάγκες του, θα ανακαλύψει οτι είναι ευκολότερο να αρπάξει ξαφνικά τα αγαθά τους παρά να ζητήσει την αρωγή τους".
Αναρτήθηκε από Manoliscus στις 7/07/2010 e-rrooster blog
Η Γερμανία χρωστά $500 δις σε ομόλογα χρυσού

Η επενδυτική εταιρία World Holdings LLC που εδρεύει στην Tampa, Florida, σκοπεύει να διεκδικήσει (και είναι 99,99% βέβαιη ότι θα κερδίσει!) κεφάλαιο αξίας $208.000.000 σύν τόκους και επιβαρύνσεις από το Γερμανικό δημόσιο, καθώς έχουν στα χέρια τους γερμανικά προπολεμικά ομόλογα με ρήτρα χρυσού (σαν αυτό της εικόνας) τα οποία η ναζιστική -τότε- κυβέρνηση στη δεκαετία των 30 αρνήθηκε να τιμήσει!
Τα ομόλογα -γνωστά και ως Dawes Bonds και Young Bonds- είχαν εκδοθεί το 1924 και το 1930 για να ορθοποδήση και να ανοικοδομηθεί η, κατεστραμένη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οικονομία της χώρας. Τα ομόλογα αυτά διατέθηκαν μέσω του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (NYSE), είχαν σφραγίδα εγγγύησης του γερμανικού δημοσίου (!) και ήταν πληρωτέα εις τον κομιστή!
Η World Holdings LLC είναι κάτοχος μεγάλης ποσότητας τέτοιων ομολόγων και κατηγορεί το γερμανικό δημόσιο για εξαπάτηση!!
Στις 9 Αυγούστου τ.ε. το Αμερικανικο΄Εφετείο της Φλόριντα εξέδωσε απόφαση με την οποία αρνήθηκε στη Γερμανία σχετική αίτηση ακυρότητας, οπότε το θέμα σοβαρεύει παρα πολύ και ανοίγει ο δρόμος για την νόμιμη διεκδίκηση των οφειλόμενων.
Σημειωτέον ότι εάν η αμερικανική εταιρία κερδίσει την αποπληρωμή των ομολόγων που της οφείλονται από την Γερμανία, τότε ανοίγει ο δρόμος για την εξόφληση όλων των εκδοθέντων ομολόγων διεθνώς, που υπολογίζονται στο ύψος των $500 δις!!
Σ.Σ. για τα ομόλογα με ρήτρα χρυσού καλά παέι το πράγμα. Για το δικό μας ατόφιο χρυσό που αφαιρέθηκε από τα θησαυροφυλάκια της Τ.τ.Ε. δεν γίνεται καμία κίνηση;;;
Chrysotheras στις 8/22/2010 03:12:00 μμ e-rooster blog
Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
«Είναι μια λύση για όλους η προληπτική αναδιάρθρωση χρέους»
Πριν από μερικά χρόνια ο παγκοσμίου φήμης οικονομολόγος Nouriel Roubini προκάλεσε σεισμικές δονήσεις στην ευρύτερη χρηματοοικονομική κοινότητα με την ικανότητά του να προβλέψει τη σημερινή κρίση πολύ πριν αυτή κάνει την εμφάνισή της.
Πώς το κατόρθωσε αυτό; Αναγνωρίζοντας, όπως αναλύει στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Crisis Economics», που μόλις κυκλοφόρησε και το οποίο συνέγραψε με τον καθηγητή Οικονομικής Ιστορίας Stephen Mihm, ότι οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις και οι οικονομικές καταστροφές αποτελούν συνήθεις διαδικασίες στην ιστορία του καπιταλισμού, επειδή τα χρηματοοικονομικά συστήματα είναι από τη φύση τους εύθραυστα και οι ελεύθερες αγορές εμπεριέχουν πολύ λιγότερες αρετές από αυτές που τους αποδίδουν οι περισσότεροι οικονομολόγοι και αναλυτές των αγορών. Η δε ιστορική μελέτη των χρηματοοικονομικών κρίσεων, σε συνδυασμό με την αποφυγή δογματικής ένταξης σε κάποια συγκεκριμένη οικονομική σχολή, αποτελεί μοναδικό κριτήριο για κριτική επεξεργασία οικονομικών καταστάσεων, εξελίξεων και δεδομένων.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο superstar της παγκόσμιας οικονομίας και ένας ανερχόμενος νέος ιστορικός της παγκόσμιας οικονομίας μάς διαφωτίζουν για τις συστημικές κρίσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού και για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης και κάνουν προβλέψεις για το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής.
Τι κοινό είχαν οι κρίσεις των περασμένων δύο δεκαετιών σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Βραζιλία, το Μεξικό και η Ταϊλάνδη με τη σημερινή οικονομική κρίση;
Stephen Mihn: Εκ πρώτης όψεως, η σημερινή κρίση φαίνεται να είναι αρκετά διαφορετική. Αυτές οι προηγούμενες κρίσεις που αναφέρατε ξέσπασαν στην περιφέρεια της παγκόσμιας οικονομίας και άφησαν άθικτες τις οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αφελής και επικίνδυνη άποψη, ότι αυτές οι κρίσεις, που οφείλονταν στη διαμόρφωση μεγάλου σκέλους μακροοικονομικών ανισορροπιών και σε ελλιπή συστήματα τραπεζικών ρυθμίσεων, μπορούσαν να επηρεάσουν μόνο τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες.
Σήμερα, φυσικά, όλοι αναγνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο δεν υφίσταται και πως οι δομικές και θεσμικές αδυναμίες των οικονομιών στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την ευρωζώνη ευθύνονται για τη σημερινή κρίση. Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή κρίση είναι διαφορετική μόνο επειδή το ίδιο το μέγεθος της κρίσης είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη κρίση των περασμένων δύο δεκαετιών και τώρα διακυβεύεται η σταθερότητα της συνολικής παγκόσμια οικονομίας.
Συνεπώς, δεν υπάρχει κάτι μοναδικό στη σημερινή κρίση;
Stephen Mihm: Κάθε οικονομική κρίση έχει μοναδικές ιδιότητες, αλλά η γενική πορεία κάθε κρίσης είναι γενικά συγκρίσιμη με την πορεία μιας κρίσης που προέκυψε στο παρελθόν.
Η σημερινή κρίση, που ξεκίνησε το 2007, έχει κάποια ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Αρχικά, η παγκόσμια οικονομία είναι πολύ περισσότερο αλληλοεξαρτώμενη σήμερα από ό,τι ήταν ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι ένα πρόβλημα με κρατικά ομόλογα στην Ελλάδα θα έχει αντίκτυπο στον υπόλοιπο κόσμο.
Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι το τελευταίο στάδιο της κρίσης έχει προκύψει από τα προβλήματα που συνδέονται με την ύπαρξη μιας νομισματικής ένωσης όπου δεν υπάρχει πολιτική ένωση.
Τι είδους μέτρα θα μπορούσαν να παρθούν για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας;
Nouriel Roubini: Αρχικά, για την ευρωζώνη, όπου η πρώιμη δημοσιονομική λιτότητα είναι αναγκαία για την αποφυγή μιας δημοσιονομικής κρίσης, η νομισματική πολιτική πρέπει να είναι πολύ περισσότερο χαλαρή ως αντισταθμιστικό μέτρο στις αποπληθωριστικές επιπτώσεις και στις συνέπειες της ύφεσης εξαιτίας των μέτρων δημοσιονομικής πειθαρχίας που εφαρμόζονται.
*Δεύτερον, οι χώρες που δεν έχουν δει, γευτεί, ακόμα το μαστίγιο από τις αγορές ομολόγων (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Ιαπωνία) πρέπει να διατηρήσουν δημοσιονομικά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας για να αποφευχθεί η επιστροφή στην ύφεση, σχεδιάζοντας την ίδια στιγμή αξιόπιστα σταθεροποιητικά μέτρα.
*Τρίτον, χώρες με τεράστια νομισματικά πλεονάσματα όπως η Κίνα και η αναδυόμενη Ασία, η Γερμανία και η Ιαπωνία, πρέπει να εφαρμόσουν πολιτικές που μειώνουν τις αποταμιεύσεις και τα πλεονάσματα και ενεργοποιούν την εγχώρια ζήτηση.
*Τέταρτον, οι χώρες με τρέχον πλεόνασμα πρέπει να επιτρέψουν ανατίμηση του νομίσματός τους, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να ακολουθήσει μια χαλαρή νομισματική πολιτική που επιτρέπει σταθερή πτώση του ευρώ, ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα και η ανάκαμψη στην περιφέρεια της ευρωζώνης.
*Πέμπτον, σε χώρες όπου υπάρχει μείωση στην ιδιωτική ζήτηση και τις ιδιωτικές επενδύσεις, τα μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας πρέπει να διατηρηθούν και να επεκταθούν, τουλάχιστον στον βαθμό που οι χρηματαγορές δεν αντιλαμβάνονται αυτά τα ελλείμματα ως μη βιώσιμα.
*Εκτον, ενώ η μεταρρύθμιση του ρυθμιστικού συστήματος του χρηματοοικονομικού τομέα που αυξάνει τη ρευστότητα και τις αναλογίες κεφαλαίου για τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς είναι αναγκαία, η διαδικασία, ιδιαίτερα για τις υψηλότερες αναλογίες, πρέπει να γίνει σταδιακά για να αποτραπεί μια επιπλέον επιδείνωση της πιστωτικής κρίσης.
*Εβδομον, σε χώρες όπου τα επίπεδα ιδιωτικού και κρατικού χρέους είναι μη βιώσιμα, μια διαδικασία αναδιάρθρωσης του χρέους πρέπει να ξεκινήσει με ομαλό τρόπο. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, χρειάζεται μέτρα λιτότητας, αλλά χρειάζεται επίσης και μείωση του χρέους, καθώς τα επίπεδα εθνικού χρέους δεν θα είναι βιώσιμα στην πορεία του χρόνου.
Θα ήθελα τις προβλέψεις σας για την Ελλάδα και το μέλλον της ευρωζώνης.
Nouriel Roubini: Το επόμενο στάδιο της σημερινής παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης θα είναι η ανάδυση του ρίσκου στο εθνικό χρέος, ιδιαίτερα για τις ανεπτυγμένες οικονομίες που τρέχουν τεράστια ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και συσσωρεύουν μεγάλα αποθέματα δημόσιου χρέους, καθώς κοινωνικοποιούν τις ιδιωτικές χρηματοοικονομικές απώλειες στοχεύοντας στην αναβίωση της οικονομικής ανάκαμψης. Η Ελλάδα είναι επίσης «το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο» για την ευρωζώνη, όπου όλες οι οικονομίες των PIGS (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) υποφέρουν από τα δίδυμα προβλήματα της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και της βιωσιμότητας του εξωτερικού χρέους. Η διεύρυνση της ευρωζώνης και τα «bull markets» έσπρωξαν τις αποδόσεις ομολόγων σε αυτές τις χώρες προς τα επίπεδα των γερμανικών ομολόγων, με την επακόλουθη πιστωτική έκρηξη να στηρίζει μια τάση υπερβολικής καταναλωτικής ανόδου. Μια δεκαετία αύξησης μισθών που ξεπερνούσε την αύξηση της παραγωγικότητας οδήγησε σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας και σε μεγάλα ελλείμματα. Η ανατίμηση του ευρώ τα τελευταία χρόνια -εξαιτίας της σφικτής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ- ήταν το τελικό καρφί στο φέρετρο της ανταγωνιστικότητας. Συνεπώς, η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, όχι μόνο η δημοσιονομική προσαρμογή, είναι άκρως αναγκαία για να επανέλθει οικονομική ανάκαμψη.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
Nouciel Roubini: Υπάρχουν τρεις τρόποι για να επιτευχθεί αυτό. Μια δεκαετία αποπληθωρισμού θα επετύγχανε τον στόχο, αλλά θα συνοδευόταν από μια οικονομική ύφεση (όπως στην περίπτωση της Αργεντινής μία δεκαετία πριν) που θα ήταν πολιτικά μη βιώσιμη και θα οδηγούσε σε έξοδο από το ευρώ και πτώχευση. Διαρθρωτικές αλλαγές που αυξάνουν την παραγωγικότητα ενώ διατηρούν υπό έλεγχο την αύξηση σε δημόσιους και ιδιωτικούς μισθούς είναι μια άλλη προσέγγιση, αλλά επίσης πολιτικά πολύ δύσκολη να επιτευχθεί. Ενα πολύ αδύναμο ευρώ θα ήταν ένας άλλος τρόπος, αν το επιθυμούσε η ΕΚΤ, αλλά αυτό μάλλον δεν είναι καθόλου πιθανό, και φυσικά ένα αδύναμο ευρώ δεν θα απομάκρυνε την ανάγκη διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Δίχως αυτά τα μέτρα, πάντως, τα οφέλη θα πάνε στη Γερμανία, που έλαβε από νωρίς οδυνηρά μέτρα μεταρρύθμισης για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας μέσω μείωσης του σχετικής μονάδας κόστους εργασίας.
Οσον αφορά την Ελλάδα, είναι ώρα να γίνει κατανοητό ότι η χώρα δεν υποφέρει μόνο από κρίση ρευστότητας (liquidity crisis), αλλά και από κρίση αποπληρωμής (insolvency crisis). Το πακέτο διάσωσης 110 δισ. ευρώ απλά καθυστερεί την αναπόφευκτη αδυναμία αποπληρωμής του χρέους και ρισκάρει με το να μετατρέψει την όλη κατάσταση σε μια πιο περίπλοκη και οδυνηρή υπόθεση όταν έρθει εκείνη η ώρα. Τα μέτρα λιτότητας που συμφώνησε η Ελλάδα ως προϋπόθεση για το πακέτο διάσωσης απαιτούν ένα δρακόντειο μέτρο δημοσιονομικής προσαρμογής της τάξεως του 10% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Αυτό θα προεκτείνει την ύφεση στη χώρα για τρία ακόμα χρόνια και θα την αφήσει στο τέλος με μια μη βιώσιμη αναλογία χρέους-εγχώριου ακαθάριστου προϊόντος, που θα ανέρχεται στο 148% το 2016. Σε τέτοιο επίπεδο, ακόμα και ένα μικρό σοκ θα προκαλέσει μια περαιτέρω κρίση εθνικού χρέους.
Αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα μπορεί να αποφύγει την αναδιάρθρωση του χρέους υπογραμμίζουν τις δημοσιονομικές περικοπές που έγιναν σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιρλανδία και η Σουηδία τη δεκαετία του '90. Αλλά αυτά τα περιστατικά δεν είναι καθόλου σχετικά, καθώς τα μέτρα που εφαρμόστηκαν είχαν πολύ μεγαλύτερη διάρκεια και εξελίχθηκαν σε περίοδο οικονομικής ανόδου. Συνέβησαν επίσης σε μια εποχή με μειωμένα επιτόκια, ενώ οι νομισματικές υποτιμήσεις συνέβαλαν στην ανάκαμψη της οικονομίας.
Μερικοί ανησυχούν ότι μια ελληνική αναδιάρθρωση του χρέους θα έχει ως αποτέλεσμα τεράστιες απώλειες για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Αλλά, ενώ μια προληπτική αναδιάρθρωση θα περιορίσει τη ζημιά, η καθυστέρησή της θα χειροτερέψει την κατάσταση. Οπως μας δείχνουν οι περιπτώσεις της Αργεντινής και η κρίση της Ρωσίας το 1998, στήριξη από το ΔΝΤ δεν αποτρέπει μια επικείμενη πτώχευση. Μάλιστα, μπορεί να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.
Μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους μπορεί να επιτευχθεί και η όλη διαδικασία να είναι ικανοποιητική για τους πιστωτές και τον δανειολήπτη. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποφύγει μια βαθύτερη κρίση, η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι κάτι το αναπόφευκτο.
WHO is who ?
* Ο Nouriel Roubini είναι καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων και ιδρυτής και πρόεδρος της RGE, μιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής συμβουλευτικής εταιρείας με έδρα τη Νέα Υόρκη και γραφεία στην Ασία και την Ευρώπη, που απασχολεί δεκάδες οικονομολόγους και αναλυτές. Ο Roubini συμμετέχει τακτικά και παρουσιάζει τις απόψεις του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, στο Νταβός της Ελβετίας, είναι σύμβουλος κεντρικών τραπεζιτών ανά τον κόσμο και ο, κατά γενική ομολογία, γκουρού της παγκόσμιας οικονομίας.
* Ο Stephen Mihm είναι καθηγητής οικονομικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια, συγγραφέας, μεταξύ άλλων έργων, του βιβλίου «Α Nation of Counterfeits: Capitalists, Con Men, and the Making of the United States», και αρθρογράφος για οικονομικά και ιστορικά θέματα στο περιοδικό των «New York Times» και στην εφημερίδα «The Boston Globe».
ΧΡΟΝΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25/7/2010
Κυριακή 11 Ιουλίου 2010
Η κακή συνείδηση ενός αστού
Συμπληρώθηκαν φέτος τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Ζαν-Πολ Σαρτρ (1905-1980). Ο θάνατος ενός σπουδαίου στοχαστή δεν τερματίζει τη συζήτηση και την πολεμική για το έργο του. Ενα «κατηγορώ» εναντίον του Σαρτρ, που υπογράφεται από τον περουβιανό λογοτέχνη και συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα,και δημοσιεύθηκε στην ισπανική εφημερίδα «El Pais».
ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ
Η κακή συνείδηση ενός αστού
Αν εξαιρέσουμε το θέμα της αντίθεσής του στην αποικιοκρατία, στο οποία διατήρησε πάντοτε σταθερή θέση, σε όλα τα πράγματα που υπερασπίστηκε ή που επέκρινε ο Σαρτρ υπήρξε τυφλός, καθυστερημένος και μπερδεμένος. Σε τι του χρησίμευσε η λαμπρή ευφυΐα με την οποία ήταν προικισμένος, όταν, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του '50, στη χειρότερη περίοδο σε ότι αφορά τα γκουλάγκ, έφτασε να δηλώνει «Διαπίστωσα ότι στη Σοβιετική Ενωση η ελευθερία κριτικής είναι ολική»; Στην πολεμική του με τον Καμί έκανε κάτι χειρότερο: όχι μόνον αρνήθηκε την ύπαρξη των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης για αληθινούς ή υποτιθέμενους διαφωνούντες, αλλά τα δικαιολόγησε στο όνομα της αταξικής κοινωνίας που οικοδομούνταν. Οι πολεμικές του με παλαιούς φίλους, όπως ο Μορίς Μερλό-Ποντί ή ο Ραϊμόν Αρόν, επειδή δεν δέχθηκαν να τον ακολουθήσουν στον ρόλο του συνοδοιπόρου των κομμουνιστών, που αυτός επέλεξε σε διάφορες περιόδους, είναι η απόδειξη ότι ο στεντόρειος ισχυρισμός του «κάθε αντικομμουνιστής είναι σκυλί» δεν ήταν μια στιγμιαία υπερβολή, αλλά βαθιά πεποίθηση. Φαίνεται απίθανο το ότι κάποιος ο οποίος δικαιολογούσε, στο δοκίμιό του για τον Φραντς Φανόν, την τρομοκρατία ως θεραπεία χάρη στην οποία ο αποικιοκρατούμενος ανακτά κυριαρχία και αξιοπρέπεια και ο οποίος, δηλώνοντας ότι είναι μαοϊκός, κάλυπτε με το κύρος του τη γενοκτονία που συντελούνταν στην Κίνα στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, μπορεί να θεωρείται από πολλούς ηθική συνείδηση του καιρού του.
Ο Ραϊμόν Αρόν και ο Σαρτρ υπήρξαν φίλοι και σύντροφοι όταν ήταν νέοι. Μέχρι την έκρηξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου ακολούθησαν την ίδια διαδρομή. Μετά τη ναζιστική εισβολή, ο Αρόν ήταν ένας από τους πρώτους Γάλλους που πήγαν στο Λονδίνο για να ενωθούν με τον στρατηγό Ντε Γκολ, στον οποίο ωστόσο άσκησε αυστηρή κριτική για τις αυταρχικές του τάσεις όταν κυβερνούσε τη Γαλλία. Διαφορετικά από το έργο του Σαρτρ, που γέρασε όπως και οι πολιτικές του απόψεις, το έργο του Αρόν διατηρεί μια ρωμαλέα επικαιρότητα. Γιατί τότε η λάμψη του Σαρτρ συνεχίζει να μένει ανέπαφη και η μορφή του συνετού και πειστικού Αρόν φαίνεται να μην σαγηνεύει σχεδόν κανέναν;
Η εξήγηση σχετίζεται με ένα από τα χαρακτηριστικά που έχει αποκτήσει στις μέρες μας η κουλτούρα, καθώς έχει μολυνθεί από τη θεατρικότητα και έχει γίνει επιπόλαιη εξαιτίας της γειτνίασής της με τη δημοσιότητα και την πληροφόρηση. Ζούμε στον πολιτισμό του θεάματος και οι διανοούμενοι και οι συγγραφείς, που συνήθως θεωρούνται πιο δημοφιλείς, δεν είναι σχεδόν ποτέ εξαιτίας της πρωτοτυπίας των ιδεών και της ομορφιάς των δημιουργημάτων τους. Είναι κυρίως εξαιτίας της θεατρικής τους ικανότητας, του τρόπου με τον οποίο προβάλλουν και διαχειρίζονται τη δημόσια εικόνα τους, εξαιτίας της τάσης τους για επίδειξη, για όλη αυτή την πομπώδη και θορυβώδη διάσταση της δημόσιας ζωής, η οποία σήμερα έχει πάρει τη θέση της εξέγερσης (στην πραγματικότητα πίσω από αυτήν κρύβεται ο πιο απόλυτος κομφορμισμός) και από την οποία όλα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μπορούν να επωφελούνται, μετατρέποντας τους συγγραφείς, όπως και τους καλλιτέχνες και τους τραγουδιστές, σε θέαμα για τις μάζες.
Υπάρχει μια πλευρά της βιογραφίας του Σαρτρ που δεν έχει ποτέ αποσαφηνιστεί εντελώς. Υπήρξε αληθινά αντιστασιακός ενάντια στη ναζιστική κατοχή; Είναι σίγουρο ότι ανήκε σε μιαν από τις πολλές οργανώσεις διανοουμένων της Αντίστασης, αλλά προφανώς αυτή η ένταξη υπήρξε πολύ περισσότερο θεωρητική παρά πρακτική, δεδομένου ότι στη διάρκεια της κατοχής κατείχε πολλές θέσεις: υπήρξε καθηγητής, αντικαθιστώντας μάλιστα σε ένα λύκειο έναν εκπαιδευτικό που εκδιώχθηκε επειδή ήταν εβραίος, έγραψε και δημοσίευσε όλα τα βιβλία του και παρουσίασε τα θεατρικά του έργα, που εγκρίθηκαν από τη γερμανική λογοκρισία. Διαφορετικά από αντιστασιακούς όπως ο Καμί ή ο Μαλρό, που διακινδύνευσαν τη ζωή τους στα χρόνια του πολέμου, δεν φαίνεται ότι ο Σαρτρ διέτρεξε υπερβολικούς κινδύνους εξαιτίας της στράτευσής του. Μήπως ασυνείδητα ήθελε να σβήσει αυτό το άβολο παρελθόν με τις συμπεριφορές, τις όλο και πιο ακραίες, που υιοθέτησε μετά την Απελευθέρωση; Δεν είναι απίθανο. Ενα από τα επαναλαμβανόμενα θέματα της φιλοσοφίας του υπήρξε εκείνο της κακής συνείδησης η οποία, κατά τη γνώμη του, επηρεάζει τη ζωή του αστού, οδηγώντας συνεχώς τα μέλη αυτής της κοινωνικής τάξης να κρύβουν κάτω από ψεύτικες μάσκες την αληθινή τους προσωπικότητα. Ισως αυτό να αληθεύει και στην περίπτωσή του. Ισως ο απείθαρχος αναρχοκομμουνιστής, ο φλογερός «μαοϊκός», να ήταν μόνον ένας απελπισμένος αστός, που ήθελε να πολλαπλασιάζει τις «πόζες» του, έτσι ώστε κανείς να μη θυμηθεί την απάθεια και τη σύνεση που έδειξε απέναντι στους ναζιστές, όταν οι πατάτες ήταν αληθινά καυτές και η απόρριψη του συμβιβασμού δεν ήταν μια ρητορική ταχυδακτυλουργία, αλλά μια επιλογή ζωής ή θανάτου.*
ΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ
Η κακή συνείδηση ενός αστού
Αν εξαιρέσουμε το θέμα της αντίθεσής του στην αποικιοκρατία, στο οποία διατήρησε πάντοτε σταθερή θέση, σε όλα τα πράγματα που υπερασπίστηκε ή που επέκρινε ο Σαρτρ υπήρξε τυφλός, καθυστερημένος και μπερδεμένος. Σε τι του χρησίμευσε η λαμπρή ευφυΐα με την οποία ήταν προικισμένος, όταν, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του '50, στη χειρότερη περίοδο σε ότι αφορά τα γκουλάγκ, έφτασε να δηλώνει «Διαπίστωσα ότι στη Σοβιετική Ενωση η ελευθερία κριτικής είναι ολική»; Στην πολεμική του με τον Καμί έκανε κάτι χειρότερο: όχι μόνον αρνήθηκε την ύπαρξη των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης για αληθινούς ή υποτιθέμενους διαφωνούντες, αλλά τα δικαιολόγησε στο όνομα της αταξικής κοινωνίας που οικοδομούνταν. Οι πολεμικές του με παλαιούς φίλους, όπως ο Μορίς Μερλό-Ποντί ή ο Ραϊμόν Αρόν, επειδή δεν δέχθηκαν να τον ακολουθήσουν στον ρόλο του συνοδοιπόρου των κομμουνιστών, που αυτός επέλεξε σε διάφορες περιόδους, είναι η απόδειξη ότι ο στεντόρειος ισχυρισμός του «κάθε αντικομμουνιστής είναι σκυλί» δεν ήταν μια στιγμιαία υπερβολή, αλλά βαθιά πεποίθηση. Φαίνεται απίθανο το ότι κάποιος ο οποίος δικαιολογούσε, στο δοκίμιό του για τον Φραντς Φανόν, την τρομοκρατία ως θεραπεία χάρη στην οποία ο αποικιοκρατούμενος ανακτά κυριαρχία και αξιοπρέπεια και ο οποίος, δηλώνοντας ότι είναι μαοϊκός, κάλυπτε με το κύρος του τη γενοκτονία που συντελούνταν στην Κίνα στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, μπορεί να θεωρείται από πολλούς ηθική συνείδηση του καιρού του.
Ο Ραϊμόν Αρόν και ο Σαρτρ υπήρξαν φίλοι και σύντροφοι όταν ήταν νέοι. Μέχρι την έκρηξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου ακολούθησαν την ίδια διαδρομή. Μετά τη ναζιστική εισβολή, ο Αρόν ήταν ένας από τους πρώτους Γάλλους που πήγαν στο Λονδίνο για να ενωθούν με τον στρατηγό Ντε Γκολ, στον οποίο ωστόσο άσκησε αυστηρή κριτική για τις αυταρχικές του τάσεις όταν κυβερνούσε τη Γαλλία. Διαφορετικά από το έργο του Σαρτρ, που γέρασε όπως και οι πολιτικές του απόψεις, το έργο του Αρόν διατηρεί μια ρωμαλέα επικαιρότητα. Γιατί τότε η λάμψη του Σαρτρ συνεχίζει να μένει ανέπαφη και η μορφή του συνετού και πειστικού Αρόν φαίνεται να μην σαγηνεύει σχεδόν κανέναν;
Η εξήγηση σχετίζεται με ένα από τα χαρακτηριστικά που έχει αποκτήσει στις μέρες μας η κουλτούρα, καθώς έχει μολυνθεί από τη θεατρικότητα και έχει γίνει επιπόλαιη εξαιτίας της γειτνίασής της με τη δημοσιότητα και την πληροφόρηση. Ζούμε στον πολιτισμό του θεάματος και οι διανοούμενοι και οι συγγραφείς, που συνήθως θεωρούνται πιο δημοφιλείς, δεν είναι σχεδόν ποτέ εξαιτίας της πρωτοτυπίας των ιδεών και της ομορφιάς των δημιουργημάτων τους. Είναι κυρίως εξαιτίας της θεατρικής τους ικανότητας, του τρόπου με τον οποίο προβάλλουν και διαχειρίζονται τη δημόσια εικόνα τους, εξαιτίας της τάσης τους για επίδειξη, για όλη αυτή την πομπώδη και θορυβώδη διάσταση της δημόσιας ζωής, η οποία σήμερα έχει πάρει τη θέση της εξέγερσης (στην πραγματικότητα πίσω από αυτήν κρύβεται ο πιο απόλυτος κομφορμισμός) και από την οποία όλα τα μέσα μαζικής επικοινωνίας μπορούν να επωφελούνται, μετατρέποντας τους συγγραφείς, όπως και τους καλλιτέχνες και τους τραγουδιστές, σε θέαμα για τις μάζες.
Υπάρχει μια πλευρά της βιογραφίας του Σαρτρ που δεν έχει ποτέ αποσαφηνιστεί εντελώς. Υπήρξε αληθινά αντιστασιακός ενάντια στη ναζιστική κατοχή; Είναι σίγουρο ότι ανήκε σε μιαν από τις πολλές οργανώσεις διανοουμένων της Αντίστασης, αλλά προφανώς αυτή η ένταξη υπήρξε πολύ περισσότερο θεωρητική παρά πρακτική, δεδομένου ότι στη διάρκεια της κατοχής κατείχε πολλές θέσεις: υπήρξε καθηγητής, αντικαθιστώντας μάλιστα σε ένα λύκειο έναν εκπαιδευτικό που εκδιώχθηκε επειδή ήταν εβραίος, έγραψε και δημοσίευσε όλα τα βιβλία του και παρουσίασε τα θεατρικά του έργα, που εγκρίθηκαν από τη γερμανική λογοκρισία. Διαφορετικά από αντιστασιακούς όπως ο Καμί ή ο Μαλρό, που διακινδύνευσαν τη ζωή τους στα χρόνια του πολέμου, δεν φαίνεται ότι ο Σαρτρ διέτρεξε υπερβολικούς κινδύνους εξαιτίας της στράτευσής του. Μήπως ασυνείδητα ήθελε να σβήσει αυτό το άβολο παρελθόν με τις συμπεριφορές, τις όλο και πιο ακραίες, που υιοθέτησε μετά την Απελευθέρωση; Δεν είναι απίθανο. Ενα από τα επαναλαμβανόμενα θέματα της φιλοσοφίας του υπήρξε εκείνο της κακής συνείδησης η οποία, κατά τη γνώμη του, επηρεάζει τη ζωή του αστού, οδηγώντας συνεχώς τα μέλη αυτής της κοινωνικής τάξης να κρύβουν κάτω από ψεύτικες μάσκες την αληθινή τους προσωπικότητα. Ισως αυτό να αληθεύει και στην περίπτωσή του. Ισως ο απείθαρχος αναρχοκομμουνιστής, ο φλογερός «μαοϊκός», να ήταν μόνον ένας απελπισμένος αστός, που ήθελε να πολλαπλασιάζει τις «πόζες» του, έτσι ώστε κανείς να μη θυμηθεί την απάθεια και τη σύνεση που έδειξε απέναντι στους ναζιστές, όταν οι πατάτες ήταν αληθινά καυτές και η απόρριψη του συμβιβασμού δεν ήταν μια ρητορική ταχυδακτυλουργία, αλλά μια επιλογή ζωής ή θανάτου.*
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)