Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Χάνονται κατακτήσεις 100 χρόνων



Κατακτήσεις 100 χρόνων, που αντανακλούν τους αγώνες των εργαζομένων από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, αναιρούνται μέσα σε λίγες μέρες υπό την πίεση του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Προβλέψεις του μνημονίου γυρίζουν το χάρτη των εργατικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων έναν αιώνα πίσω. Μια ιστορική διαδρομή στις κοινωνικές κατακτήσεις αρκεί για να αποδείξει του λόγου το αληθές:

1 Τα πρώτα δείγματα εργατικής νομοθεσίας δίνονται αμέσως μετά την οικονομική και πολιτική κρίση και το κίνημα 1909. Τότε καθιερώθηκε η αργία της Κυριακής και ορισμένων εορτών. Τα θεμέλια της εργατικής νομοθεσίας τέθηκαν από τις κυβερνήσεις των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου από το 1911 έως το 1920. Ο συνδικαλισμός, κατά τα πρότυπα των αναπτυγμένων βιομηχανικά χωρών, αναγνωρίστηκε ως αναγκαία συνθήκη για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Με βάση την αντίληψη αυτή το Σύνταγμα του 1911 θέσπισε ένα φιλελεύθερο πλαίσιο λειτουργίας των εργατικών σωματείων και τη μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων. Στις μελέτες του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ για την κωδικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας (Γ. Κουζής, Δ. Κατσορίδας, Ν. Παλαιολόγος), στο αρχείο των νομικών τους υπηρεσιών και στις μελέτες που έχουν υποβάλει εργατολόγοι (Α. Καζάκος, Δ. Τραυλός-Τζανετάτος, Α. Μητρόπουλος, Τ. Πετρόπουλος κ.ά.) αποτυπώνονται οι κρίσιμες καμπές της εργατικής πολιτικής.

Ο Ισαάκ Νεύτων ήταν ανήσυχη προσωπικότητα με πολλαπλές ερευνητικές δραστηριότητες και αναζητήσεις, που ξέφευγαν από το «προφίλ» του συμβατικού επιστήμονα. Τώρα, για πρώτη φορά, η απόκρυφη ζωή του μεγάλου βρετανού φυσικού και μαθηματικού έρχεται στο…διαδικτυακό φως χάρη σε ένα νέο site που δημιούργησε ένας αμερικανός καθηγητής της ιστορίας και φιλοσοφίας των επιστημών.
Εδώ και έξι χρόνια ο Γουίλιαμ Νιούμαν του πανεπιστημίου της Ιντιάνα, με την υποστήριξη του Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών των ΗΠΑ, έχει βαλθεί να φωτίσει την αποκρυφιστική πλευρά του Νεύτωνα στο πλαίσιο του πρότζεκτ “The chymistry of Isaac Newton” (η αλχημεία αποκαλείτο συχνά chymistry κατά τον 17ο αιώνα στη Βρετανία).

Το site του Νιούμαν για πρώτη φορά προσφέρει στο κοινό δημοσιευμένα και κατάλληλα επιμελημένα 23 πρωτότυπα αλχημιστικά χειρόγραφα του Νεύτωνα. Επίσης, παρουσιάζει ανάλογα χειρόγραφα με τις ανακαλύψεις του βρετανού επιστήμονα στον τομέα της οπτικής, που ανέτρεψαν θεωρίες χιλιετιών σχετικά με το φως και το χρώμα και οι οποίες σχετίζονταν με τις αλχημιστικές του μελέτες. Τα χειρόγραφα, μεταξύ άλλων, αποκαλύπτουν ότι οι νέες ιδέες του Νεύτωνα για την ανάλυση και τη σύνθεση του φωτός με τη βοήθεια πρισμάτων ωφελήθηκαν τα μέγιστα από την αλχημεία.

«Ο Νεύτων ήταν πιστός αλχημιστής επί 30 χρόνια, αλλά κράτησε αυτές τις δραστηριότητές του σε μεγάλο βαθμό κρυμμένες από τους συγχρόνους του και τους συναδέλφους του, έτσι το αλχημιστικό έργο του δεν έχει γίνει πλήρως γνωστό», δήλωσε ο Νιούμαν, ο οποίος, μαζί με τους συνεργάτες του, φρόντισε να μεταφράσει, να επιμεληθεί και να επεξηγήσει τα χειρόγραφα, τα οποία συμπεριλαμβάνουν σημειωματάρια αλχημιστικών εργαστηριακών ερευνών του Νεύτωνα (ανάμεσά τους το πιο πλήρες από όλα σημειωματάριο MS 3975 που βρέθηκε στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ). Τα χειρόγραφα είναι πλέον πλήρως προσβάσιμα και επιτρέπουν αναζητήσεις με βάση συγκεκριμένες λέξεις.

Μέχρι στιγμής περισσότερες από 600 σελίδες χειρογράφων του Νεύτωνα έχουν τύχει επεξεργασίας και είναι πια προσβάσιμες online, ενώ ο στόχος του Νιούμαν είναι να προσφέρει πλήρη σχολιασμό και υπομνηματισμό σε όλα τα αλχημιστικά χειρόγραφα του Νεύτωνα. Οι επισκέπτες του site μπορούν επίσης να δουν τα αποκρυφιστικά-αλχημιστικά σύμβολα που χρησιμοποιούσε ο μεγαλοφυής επιστήμων.

Ο Νιούμαν και οι συνεργάτες του έχουν ακόμα αναπαράγει μερικές από τις αλχημιστικές διαδικασίες που περιγράφει ο Νεύτων στο «Λεξικό Αλχημιστικών Όρων» που είχε συγγράψει. Τα πειράματα αυτά, με τη βοήθεια του Τμήματος Χημείας του πανεπιστημίου της Ιντιάνα, περιγράφονται στο site.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28/06/2010

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Ένας Συνασπισμένος, μα τί Συνασπισμένος

Είναι μια σκηνή στην ανεπανάληπτη ταινία των Monty Python, «Life of Brian» («Ένας προφήτης, μα τι προφήτης» η ελληνική ατυχέστατη απόδοση), όπου, ο με το ζόρι «Μεσσίας», Μπράιαν, ενθαρρύνεται από τα κηρύγματα κατά των Ρωμαίων και αποφασίζει να γίνει μέλος του αντι-ιμπεριαλιστικού, διεθνιστικού και αριστερού σχήματος «Λαϊκό Μέτωπο της Ιουδαίας». «Πρέπει να μισείς τους Ρωμαίους αν θέλεις να γίνεις μέλος μας» του είπε ορθά –κοφτά τους όρους του καταστατικού του κόμματος, ο γενικός γραμματέας του «Λαϊκού Μετώπου της Ιουδαίας». «Πόσο πρέπει να τους μισώ;» απόρησε δικαίως ο φέρελπις αντι-ιμπεριαλιστής. «Πολύ» ήταν η ξεκάθαρη κομματική γραμμή του καθοδηγητή. «Ένα μόνο πράγμα πρέπει να μισείς περισσότερο από τους Ρωμαίους. Και αυτό είναι το «Ιουδαϊκό Λαϊκό Μέτωπο. Διασπαστές βλέπεις…Α, επίσης και το «Μέτωπο της Λαϊκής Ιουδαίας »...Φοβεροί διασπαστές…Α ακόμα και το «Λαϊκό Ιουδαϊκό Μέτωπο»…Απίστευτοι διασπαστές της αριστεράς. Εκεί ο Μπράιν τα έχασε… «Μα νόμιζα πως εμείς είμαστε το «Λαϊκό Μέτωπο της Ιουδαίας» «Τι πράγμα; Α…ναι έχεις δίκιο» είπε ο καθοδηγητής. «Νόμιζα πως εμείς είμαστε το «Λαϊκό Μέτωπο. Τι συνέβη άραγε στο Λαϊκό Μέτωπο;»

Η ζωή του Μπράιαν» κινηματογραφήθηκε, σύμφωνα πάντα με τους Monty Python, με σκοπό «να προκαλέσουμε τα 2/3 του παγκόσμιου πολιτισμού και να ενοχλήσουμε σοβαρά το υπόλοιπο 1/3» . Και κινηματογραφήθηκε το 1979. Είναι γνωστό πως είναι σχετικά ανέξοδο να αγοράζεις τα δικαιώματα μιας τόσο παλιάς ταινίας και να την μετατρέπεις σε εγχώριο σίριαλ. Συνταγή δοκιμασμένη από κανάλια και σταθμούς. Το 2010, η ελληνική συνέχεια της ταινίας των Monty Python, ακούει στον τίτλο «Life of Tsipras» Σε ελεύθερη, ρεβιζιονιστική, απόδοση «Ένας Συνασπισμένος, μα τι Συνασπισμένος». Μόνο που η συγκεκριμένη συνέχεια φαίνεται πως έχει σκοπό να ξενερώσει τα 2/3 της ελληνικής αριστεράς και να ψυχαγωγήσει σοβαρά το υπόλοιπο 1/3.Τα προβλήματα της ελληνικής αριστεράς, φαίνεται τελικά πως είναι περισσότερο δυσεπίλυτα και περισσότερο βαθιά, ακόμα και από αυτά του δημοσίου χρέους της χώρας. Ένα βασικότατο είναι η ηλικία των δύο κομμάτων της αριστεράς στην Ελλάδα. Το ένα κοντεύει τα 100 χρόνια και το άλλο φτιασιδώνεται και κάνει δεκάδες πολιτικά «μπότοξ», για να κρύψει την ηλικία του. Ανεπιτυχώς. Αγκυλωμένοι για χρόνια σε αδιέξοδα θεωρητικά τερτίπια, βρίσκονται στο τέλος εκτός κοινής λογικής. Μιας δύναμης που είναι υπερδύναμη.

«Δεν χρειάζεται να με ακολουθείτε.» φώναξε ο Μπράιν στο τυφλά υπάκουο –a.k.a σαλατρισμένο – κοινό που τον ακολουθούσε, κάνοντας μάθημα (νέο) κλασικής οικονομικής σκέψης «Μπορείτε να αποφασίζετε μόνοι σας. Είμαστε όλοι ξεχωριστοί» «Ναι είμαστε όλοι ξεχωριστοί» συμφώνησε το προαναφερθέν κοινό «Είμαστε όλοι διαφορετικοί» «Ναι είμαστε όλοι διαφορετικοί» συμφώνησε και πάλι το ίδιο κοινό εκτός από έναν τύπο. Έναν τύπο που την έσπασε μεγαλοπρεπώς στον ατομικισμό της μπουρζουαζίας. «Όχι. Εγώ δεν είμαι ξεχωριστός. Ούτε διαφορετικός. Θέλω να ακολουθώ κάποιον»… και πέσανε όλοι να τον φάνε.

Το τέλος της ταινίας είναι ίσως ένα από τα καλύτερα του παγκόσμιου σινεμά. Δεκάδες «εσταυρωμένοι» να τραγουδάνε το “Always look on the bright side of life”. Το οποίο ειρήσθω εν παρόδω, άκουσα προσφάτως σε ελληνική version ως «Πάντα να κοιτάς την χαρούμενη πλευρά της ζωής»…Μια ελληνική εκτέλεση ενός τραγουδιού, μιας ταινίας που περιέγραψε μοναδικά τις «φρίκες» της αριστερής πολυδιάσπασης.. Τυχαίο; Δεν νομίζω
του Βασίλη Δαλιάνη ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 13/6/2010

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Ο μικρός Τζον που αγοράστηκε 1.150 δολάρια


Σχεδόν ενάμιση αιώνα έμεινε θαμμένη στη σοφίτα ενός σπιτιού στη Βόρεια Καρολίνα αυτή η φωτογραφία στην οποία εικονίζονται δύο παιδιά, θύματα της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, το στιγμιότυπο απαθανατίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1860 και αποτελεί ένα από τα πλέον σπάνια ντοκουμέντα της περιόδου του αμερικανικού εμφυλίου.

Από χειρόγραφο έγγραφο που συνόδευε τη φωτογραφία, διαπιστώθηκε ότι το όνομα ενός από τα δύο παιδιά ήταν Τζον- μπορεί να το είχαν βαφτίσει έτσι τα «αφεντικά» του για να διαγράψουν την καταγωγή του. Ο Τζον είχε πουληθεί το 1854 αντί 1.150 δολαρίων. Η ταυτότητα του φίλου του, που κάθεται μαζί του στο βαρέλι σε μια φυτεία της Βόρειας Καρολίνας, παραμένει άγνωστη.

Σηματοδότης του κενού στα αριστερά

Η διάσπαση του Συνασπισμού ήταν η καθυστερημένη φυσική κατάληξη μιας παρατεταμένης αφύσικης συνύπαρξης δύο διαφορετικών πολιτικών νοοτροπιών κάτω από την ίδια στέγη. Η μετάλλαξη του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν μετακομμουνιστικό χώρο «διαμαρτυρίας» χωρίς όρια στον αριστερισμό, εσχάτως μάλιστα ούτε και στη βία, οδήγησε στην έξοδο την τάση των Ανανεωτικών.

Το επόμενο ματς θα παιχτεί στην έδρα του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ των κ.κ. Τσίπρα και Αλαβάνου. Η έκβαση του συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι ακόμα σαφής, αλλά η εξέλιξη του πρωταθλήματος είναι. Το παρελθόν προδιαγράφει την πολιτική «εικόνα» του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ στο προσεχές μέλλον. Ενα κόμμα που θα μετεωρίζεται μεταξύ της παλαιοκομμουνιστικής δογματικής κουλτούρας και του κινηματικού «νεοαναρχισμού». Οπως εξάλλου συμβαίνει στα μικρά κόμματα που δεν «αναμειγνύονται» σε ζητήματα διακυβέρνησης της χώρας, οι μάχες μηχανισμών θα υπεριδεολογικοποιούνται, οι μικροί ναρκισσισμοί των τάσεων και των ηγετών θα φουσκώνουν, με αποτέλεσμα τις περιοδικές εκρήξεις και διασπάσεις. Κανέναν δεν θα εκπλήξει μια τέτοια εξέλιξη στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.

Κόμμα έκτακτης ανάγκης
Αντιθέτως, η εξέλιξη της τάσης των Ανανεωτικών είναι λιγότερο προβλέψιμη και ως εκ τούτου πιο ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, θα συγκροτήσουν νέο κόμμα κάνοντας άνοιγμα και στους Οικολόγους Πράσινους, με την ελπίδα ότι οι τελευταίοι θα καταλάβουν πως η εθνική κρίση, καλώς ή κακώς, υποβαθμίζει τις οικολογικές αγωνίες των πολιτών. Στελέχη της Ανανεωτικής Αριστεράς υποστήριξαν ότι επειδή το ΠΑΣΟΚ έχει κινηθεί πολύ στα δεξιά υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές και ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ πολύ στα αριστερά οπισθοδρομώντας σε μια «νεοκομμουνιστική» εκδοχή, υπάρχει πολιτικό κενό για το νέο κόμμα. Η επιχειρηματολογία είναι λανθασμένη. Πρώτον, γιατί αν το κενό όντως υπήρχε, θα ήταν τόσο μεγάλο ώστε ένα μικρό κόμμα απλώς θα έπεφτε στο πολιτικό βάραθρο, χωρίς να πείθει ότι μπορεί να το καλύψει. Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ δεν διεκπεραιώνει μια νεοφιλελεύθερη πολιτική αλλά μια πολιτική ειδικών συνθηκών, μια πολιτική εθνικής αναγκαιότητας, από την οποία εξαρτάται η τύχη της Ελλάδας για δυο - τρεις γενιές. Αυτή η πραγματικότητα δεν περιγράφεται ούτε χαρακτηρίζεται πλέον με τρέχοντες όρους ΑριστεράςΔεξιάς, αλλά με όρους έκτακτης εθνικής ανάγκης. Η κοινωνία το καταλαβαίνει καλύτερα από τα κόμματα, αφού ο κ. Σαμαράς παρότι γνωρίζει καλά την αναγκαιότητα αφήνει μόνο του το ΠΑΣΟΚ να τη διεκπεραιώσει ελπίζοντας να εισπράξει τη φθορά, ενώ το ΚΚΕ και ο κ. Αλαβάνος (αν καταλάβαμε καλά) θέλουν να δώσουν ένα χεράκι βοήθειας να χρεοκοπήσει η χώρα ώστε να «συνειδητοποιηθούν πολιτικά» οι εργαζόμενοι. Επιπλέον, το μισό ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να έχει επίγνωση της κατάστασης, εξ ου και η απελπιστική ανεπάρκεια πλήθους υπουργών. Στην πραγματικότητα, τα παγιωμένα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να λειτουργούν με βάση τα στερεότυπά τους, τη ρουτίνα τους και τα μικροσυμφέροντά τους. Σε αυτή τη βάση της συνέχειας και της ρουτίνας, δεν υπάρχει ουσιώδες πολιτικό κενό, τα παγιωμένα κόμματα καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα και πλεονεκτούν λόγω των ιστορικών δεσμών με τους εκλογείς τους.

Χώρος υπάρχει και θα υπάρξει μόνο αν εμφανιστούν κόμματα «ασυνέχειας», κόμματα που θα εκφράσουν τις συνθήκες έκτακτης εθνικής ανάγκης, θα αυτοεκτεθούν στις ανατροπές των στερεότυπων που η εθνική κρίση έχει προκαλέσει ήδη, θα μεταδώσουν τη δυναμική της νέας κατάστασης. Αν υπάρχει μια πρόσφατη ιστορική παραλληλία, είναι ασφαλώς εκείνη της Μεταπολίτευσης όταν το αντίστοιχο διακύβευμα ήταν η οικοδόμηση των νέων δημοκρατικών θεσμών σε συνθήκες αστάθειας και απροσδιοριστίας.

Το παράδοξο
Το κλίμα όμως τώρα είναι ιδιαίτερα δυσμενές για την εμφάνιση νέων κομμάτων, δεδομένης της δυσπιστίας των πολιτών. Οποιο κόμμα και αν εμφανιστεί σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, θα πρέπει, εκτός από κόμμα που ενστερνίζεται τις συνθήκες έκτακτης εθνικής ανάγκης, να είναι ταυτόχρονα και ένα παράδοξο είδος «μη κόμματος», δηλαδή θα πρέπει να απεμπολήσει τα γνώριμα χαρακτηριστικά με τα οποία οι πολίτες έχουν ταυτίσει τα κόμματα, κάνοντάς τους να «βγάζουν σπυράκια» (π.χ., κραυγαλέα προσωπική και μικροκομματική ιδιοτέλεια που πλασάρεται με έναν υποκριτικά ανιδιοτελή λόγο). Ενα κόμμα «έκτακτης ανάγκης» μπορεί ακόμα να αποδεχθεί την ενδεχόμενη προσωρινότητά του, καθιστώντας την στοιχείο της «εικόνας» του και πλεονέκτημα για την απελευθέρωση του λόγου του. Πιθανόν αυτό να αποδειχθεί πιο πειστικό από το να εμφανιστεί π.χ. άλλο ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς, το οποίο θα θεωρεί τον εαυτό του πυρήνα μιας μελλοντικής μεγάλης στρατιάς προς τον σοσιαλισμό ή όπου αλλού.

Οι πολιτικές συντεταγμένες ενός ενδεχόμενου νέου φορέα Ανανεωτικής Αριστεράς συνάγονται από τα προηγούμενα. Οχι χρεοκοπία της Ελλάδας. Ανανέωση, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος. Μετασχηματισμός του ελληνικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου κατά την παρούσα κρίση και μέσω αυτής. Αριστερός ευρωπαϊσμός με αιχμή την εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης ώστε να ανατραπούν οι γενικευμένες εθνικές πολιτικές λιτότητας και να γίνει εφικτή η συντονισμένη αναπτυξιακή πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολιτικό πλαίσιο εξαιρετικά άβολο για ένα αριστερό κόμμα, καθώς αντιφάσκει με τα στερεότυπα που επικράτησαν στην Αριστερά κατά την ύστερη Μεταπολίτευση. Ουσιαστικά, σημαίνει: Να αποδεχθεί την αναγκαιότητα των σκληρών μέτρων για την αποφυγή της χρεοκοπίας (με αντίβαρο έστω μια «λελογισμένη δημαγωγία»). Να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια μεταρρυθμίσεων που υπάρχουν στο Πρόγραμμα Σταθεροποίησης και Ανάπτυξης προτάσσοντας τα συμφέροντα και τις ανάγκες των πιο επισφαλών κοινωνικών ομάδων και ιδίως των νέων γενεών, που κινδυνεύουν όχι μόνο από τον «νεοφιλελευθερισμό» αλλά και από την ισχύ των εξασφαλισμένων ανώτερων- μεσαίων στρωμάτων, χάρη στην οποία ισχύ μετακυλίουν τις παθογένειες του οικονομικοκοινωνικού μοντέλου στην υπόλοιπη κοινωνία. Να αξιοποιήσει τις αναζητήσεις της σύγχρονης Αριστεράς για την επιβολή νέων θεσμών ρύθμισης της οικονομίας και της κοινωνίας που θα αντιστοιχούν στις νέες συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της προωθημένης εξατομίκευσης.

Αυτοκριτική
Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι ένα τόσο δύσκολο και άβολο «πρόγραμμα» γίνεται πειστικότερο αν περιλάβει μια αυτοκριτική της Αριστεράς για το μερτικό των ευθυνών της στη χρεοκοπία της χώρας. Στην πραγματικότητα, δεν θα πρόκειται για αυτοκριτική αλλά για νέα αυτογνωσία. Πώς και γιατί η «Αριστερά της θυσίας» εξελίχθηκε στην οικονομίστικη Αριστερά των επιδομάτων, της επιβράβευσης της παραβατικότητας και της κατάχρησης του δημόσιου χώρου; Πώς εξελίχθηκε στην «αγωνιστική» αιχμή του ατομισμού και του συντεχνιασμού που κατέκλυσε την Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης οδηγώντας την στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και τη χρεοκοπία; Γιατί είναι αριστερή πολιτική απασχόλησης να αγωνίζεσαι να νομιμοποιήσεις τους συμβασιούχους του Δημοσίου που διόρισε το ΠΑΣΟΚ και θέλει να απολύσει η Ν.Δ. και ύστερα τους συμβασιούχους της Ν.Δ. που θέλει να απολύσει το ΠΑΣΟΚ; Δεν υπάρχει μια αριστερή πρόταση παραγωγικότερης απασχόλησης για τις νέες γενιές; Στην ουσία, όλα αυτά δεν συνιστούν μόνο μια στενή εθνική αυτοκριτική της Αριστεράς. Εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης που αναρωτιέται για την αθέλητη συμβολή του αριστερού οικονομισμού στην εμπέδωση της μετανεωτερικής ναρκισσιστικής καταναλωτικής κουλτούρας η οποία δεσπόζει στις σύγχρονες δημοκρατίες.

Μεγάλα ζητήματα, δυσανάλογα για μικρές κομματικές δυνάμεις. Ισως όμως η ενδεχόμενη εμφάνιση ενός νέου φορέα της Ανανεωτικής Αριστεράς να έχει περισσότερο χρησιμότητα ως σηματοδότης ενός κενού σύγχρονης Αριστεράς, παρά στην πλήρωσή του. Ιδίως στην Ελλάδα, που όλοι ακολουθούμε το γνωστό καλαμπούρι του Γούντι Αλεν: «Εχω μια καλή απάντηση, έχει κανείς μια καλή ερώτηση;».

Η «Αριστερά της θυσίας» εξελίχθηκε στην οικονομίστικη Αριστερά των επιδομάτων, της επιβράβευσης της παραβατικότητας και της κατάχρησης του δημόσιου χώρου

Του Γιάννη Βούλγαρη καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου ΤΑ ΝΕΑ 12/6/2010

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Το Σύνταγμα της Ελευθερίας - Constitution of Liberty


Γιατί έπρεπε να περιμένουμε 50 χρόνια μέχρι να μεταφραστεί στα ελληνικά το Σύνταγμα της Ελευθερίας; Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: ο πραγματικός και πολύ ουσιαστικός λόγος που η ελληνική έκδοση του Χάγιεκ έμενε στις ελληνικές καλένδες, είναι το ιδιότυπο εμπάργκο που ισχύει εδώ και καιρό για τη λέξη που αρχίζει από «φ». Σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, ο φιλελευθερισμός δεν είναι θέμα συζήτησης. Είναι ανάθεμα.
Από την πλειονότητα των Ελλήνων που μέμφονται το (νέο)φιλελευθερισμό για κάθε δεινό που πλήττει την ανθρωπότητα, ελάχιστοι έχουν διαβάσει κάποιο πρωτογενές έργο της φιλελεύθερης σκέψης
Η ετυμηγορία έχει εδώ και καιρό βγει και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Είναι μια ιδεολογία απάνθρωπη, μια ιδεολογία που πάνω από τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους βάζει την αγορά, μια ιδεολογία που θέλει να εφαρμόσει στην κοινωνία το νόμο της ζούγκλας. Είναι η ιδεολογία της εκμετάλλευσης, της φτώχειας, των πολέμων, της κλιματικής αλλαγής. Είναι η αιτία της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Για κάποιον μπλόγκερ μάλιστα, ο ίδιος ο Χάγιεκ είναι ο ηθικός αυτουργός της δολοφονικής επίθεσης εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Γιατί; Διότι υποστηρίζει ότι η συμμετοχή σε εργατικά συνδικάτα πρέπει να είναι αυστηρά οικειοθελής! Διότι υπογραμμίζει πως σε ένα κράτος δικαίου νόμος δεν είναι το δίκιο μόνο του εργάτη, ή μόνο του εργοδότη, αλλά οι νόμοι πρέπει να είναι γενικοί και να έχουν καθολική εφαρμογή!
Γιατί να θέλει λοιπόν κανείς να διαβάσει ένα βιβλίο για τον επάρατο φιλελευθερισμό; Για να επικυρώσει τα αδιαμφισβήτητα; Ή για να γίνει βιτριολιστής;
Αυτή η στάση απέναντι στις ιδέες δεν είναι βεβαίως και τόσο καινούρια στην Ελλάδα. Λίγες δεκαετίες πριν, ένας φρόνιμος νέος δεν θα ρίσκαρε να διαβάσει Μαρξ. Άλλωστε κάποιοι άλλοι είχαν εξαγάγει και κωδικοποιήσει για χάρη του τα εγκεκριμένα συμπεράσματά τους για το έργο του, ώστε να μη χρειαστεί ο ίδιος να μολυνθεί από την ανάγνωση ενός τόσο επικίνδυνου και ανατρεπτικού έργου.
Κάτι παρόμοιο ισχύει και σήμερα. Από την πλειονότητα των Ελλήνων που μέμφονται το (νέο)φιλελευθερισμό για κάθε δεινό που πλήττει την ανθρωπότητα, ελάχιστοι έχουν διαβάσει κάποιο πρωτογενές έργο της φιλελεύθερης σκέψης. Και ακόμη λιγότεροι αισθάνονται την ανάγκη στις κριτικές τους κατά του φιλελευθερισμού να διατυπώνουν αντεπιχειρήματα. Και γιατί να το κάνουν άλλωστε; Αρκεί η ταμπέλα. Τα συνθήματα είναι έτοιμα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αναπαράγει κανείς την κυρίαρχη, δημοφιλή θέση.
Κι έτσι, σε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού δημόσιου διαλόγου, ο φιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός, ο συντηρητισμός και ο νεοσυντηρητισμός θεωρούνται ένα και το αυτό. Το ίδιο είναι ο μετριοπαθής Χιουμ και η ακραία Άυν Ραντ, το ίδιο είναι ο ουίγος Μπερκ και ο νεοσυντηρητικός Μπους. Όλοι αυτοί, ανεξαιρέτως, εχθροί των λαών, των κοινωνιών, των ανθρώπων.
Τι διαφορετικό να περιμένει κανείς όταν, μέχρι και λίγα χρόνια πριν, ακόμη και στο σχολικό μάθημα που υποτίθεται πως στοχεύει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης – την έκθεση ιδεών- η επιτυχία και άρα η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση περνούσε μέσα από την αποστήθιση και την αυτολεξεί αναπαραγωγή των επιχειρημάτων κάποιων άλλων;
Κάπως έτσι όμως η παπαγαλίζουσα Ελλάδα βρίσκεται τις τελευταίες δεκαετίες διαρκώς ελλειμματική στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο παράδοξο σημείο η πανεπιστημιακή κοινότητα – σίγουρα το πιο ηχηρό της κομμάτι – αντί να ζητά η ίδια αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, να τις αρνείται σθεναρά χωρίς καν να εξετάζει το περιεχόμενό τους.
ακριβώς γι’ αυτά, τα πιεστικά ζητούμενα της δικής μας κοινωνίας, μιλά το Σύνταγμα της Ελευθερίας
Κάπως έτσι, όταν ο Jimmy Wales διάβαζε ως φοιτητής ένα κομβικό άρθρο που συνέγραψε ο Χάγιεκ το 1945, το περίφημο «The Use of Knowledge in Society» και εμπνεόταν από αυτό τη δημιουργία της Wikipedia – της επαναστατικότερης ιδέας για τη διάδοση της γνώσης τα τελευταία χρόνια – εμείς εδώ παραμέναμε αμόλυντοι από τις επικίνδυνες αυτές ιδέες.
Η ειρωνεία είναι ότι ακριβώς γι’ αυτά, τα πιεστικά ζητούμενα της δικής μας κοινωνίας, μιλά το Σύνταγμα της Ελευθερίας. Στην αρχή κιόλας του βιβλίου, ο Χάγιεκ υπογραμμίζει πως, αν η ιστορία έχει αναδείξει την ατομική ελευθερία στην κορυφαία κοινωνική αξία, αυτό συνέβη ακριβώς γιατί εντέλει η ελευθερία ταυτίζεται με τη δημιουργική δύναμη της εκάστοτε κοινωνίας. Γι’ αυτό το λόγο είναι στόχος επιθυμητός η εξασφάλιση του μεγαλύτερου δυνατού βαθμού ατομικής ελευθερίας.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1960, όταν το αποτέλεσμα του μεγάλου ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου ήταν ακόμη ανοιχτό. Το 1960 η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας, ενός αποτελεσματικού επιστημονικού προγραμματισμού που θα αντικαθιστούσε την ατελή ελεύθερη αγορά, κέρδιζε πολλούς οπαδούς στη Δύση, κι όχι μόνο ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Οι πρόοδοι στην οικονομική επιστήμη, τα πρώτα βήματα της πληροφορικής και της κυβερνητικής, αλλά και οι εντυπωσιακοί ρυθμοί ανάπτυξης της τότε Σοβιετικής Ένωσης, έκαναν πολλούς να βλέπουν με καλό μάτι αυτή την προοπτική.
Ακόμη και εκείνοι που αναγνώριζαν το κοινωνικό κόστος του κεντρικού σχεδιασμού και διαφωνούσαν με την καταπίεση των ατομικών ελευθεριών στα καθεστώτα του τότε υπαρκτού σοσιαλισμού, έβλεπαν εφικτή και επιθυμητή μια σύνδεση των καλύτερων στοιχείων των δύο κόσμων.

Ο Χάγιεκ από πολύ νωρίς υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο αδύνατο, αλλά και ανεπιθύμητο.
Αν παρατηρείται ένας κάποιος, ατελής συντονισμός της ατομικής δράσης, αυτός δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, αποτέλεσμα κάποιου κεντρικού σχεδιασμού, κάποιου σκόπιμου προγραμματισμού: αντίθετα, οφείλεται σε μηχανισμούς συντονισμού όπως η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών
Αδύνατο γιατί οι πληροφορίες που χρησιμοποιούντα τα άτομα για το σχεδιασμό της δράσης τους στης κοινωνία, δεν είναι «δεδομένα», με την έννοια των φυσικών επιστημών. Δεν είναι, με άλλα λόγια, σταθερά δεδομένα που μπορούν να συλλεχθούν, και να αναλυθούν από κάποιο άτομο, κάποια ομάδα ατόμων ή κάποιον υπολογιστή. Αντίθετα, είναι σύνολα πρακτικών και κανόνων συμπεριφοράς, υποκειμενικών προτιμήσεων, απόψεων και ιδεών, πολλές φορές αντιφατικών μεταξύ τους. Μάλιστα, μας λέει ο Χάγιεκ, καθένας από μας έχει επίγνωση μόνο ενός μικρού κλάσματος των «δεδομένων» εντός εισαγωγικών που προσδιορίζουν τη δράση του.
Αν παρατηρείται ένας κάποιος, ατελής συντονισμός της ατομικής δράσης, αυτός δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, αποτέλεσμα κάποιου κεντρικού σχεδιασμού, κάποιου σκόπιμου προγραμματισμού: αντίθετα, οφείλεται σε μηχανισμούς συντονισμού όπως η ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών, οι οποίοι προέκυψαν αυθόρμητα μέσα από την ανθρώπινη διάδραση και κατέδειξαν την αποτελεσματικότητά τους μέσα στους αιώνες. Ένας τέτοιος μηχανισμός, ο κορυφαίος, είναι και η ελευθερία υπό το νόμο.
Η κοινωνία, υπογραμμίζει ο Χάγιεκ, δεν είναι εργοστάσιο. Δεν έχει ένα σαφή και προσδιορισμένο στόχο, ούτε ξεκάθαρα προσδιορισμένες πρώτες ύλες και μέσα παραγωγής, ώστε να μπορούμε να την προγραμματίσουμε. Η σημασία της ελευθερίας έγκειται ακριβώς στην αδυναμία μας να προβλέψουμε τις προκλήσεις του αύριο. Συνεχώς δημιουργούνται νέες συνθήκες, νέες ανάγκες, νέες επιθυμίες. Και η καλύτερη μέθοδος για την αντιμετώπιση αυτών των διαρκώς μεταβαλλόμενων συνθηκών, είναι να δοκιμάζουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πιθανές λύσεις και να αφήνουμε ανάμεσα σ’ αυτές να αναδεικνύονται στην πράξη οι καλύτερες.
Θα ήταν τραγικό λάθος να βάλουμε όλα τα αυγά μας στο ίδιο καλάθι. Η ελευθερία εφαρμογής των ατομικών πειραματισμών, μάς εξασφαλίζει ότι, όταν προκύψει η ανάγκη προσαρμογής, πολλές διαφορετικές ιδέες, πολλές διαφορετικές πρακτικές θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους ώστε να βρεθεί η καλύτερη ανάμεσά τους. Είναι σίγουρα προτιμότερο στη θέση των ανθρώπων να πεθαίνουν παρωχημένες και αναποτελεσματικές ιδέες και πρακτικές. Κι εδώ έγκειται η σημαντική διαφορά της κοινωνικής εξέλιξης που περιγράφει Χάγιεκ και ο Πόππερ, από το βιολογικό δαρβινισμό.
Η δυνατότητα προσαρμογής μιας κοινωνίας σ’ αυτές τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, εξαρτάται κατά τον Χάγιεκ από τέσσερα στοιχεία:
- Πρώτον, την ύπαρξη ενός κοινωνικού, πληροφοριακού περιβάλλοντος: το πλαίσιο των ιδεών, των προτιμήσεων, των κανόνων συμπεριφοράς, των νόμων, των γνώσεων, μέσα στο οποίο ζούμε, το οποίο αξιοποιούμε για τους δικούς μας σκοπούς και το αλλάζουμε με τη δράση μας.

- Δεύτερον, τη δυνατότητα πρόσβασης των ατόμων σ’ αυτό το περιβάλλον. Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται καθολική παιδεία.
- Τρίτον, την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Την ικανότητα των ανθρώπων να δημιουργούν διαρκώς νέους συνδυασμούς από αυτά τα στοιχεία. Και
- Τέταρτον, από ένα πολιτικό σύστημα, μια θεσμική διαρρύθμιση που επιτρέπει και ευνοεί τη δημιουργικότητα αυτή, επιτρέπει και ευνοεί τη δοκιμή στην πράξη όσο το δυνατόν περισσότερων ιδεών, από τις οποίες, μέσα από τον ανταγωνισμό τους θα προκύψουν αυτές που ανταποκρίνονται καλύτερα στην εκάστοτε δεδομένη πρόκληση, ανάγκη ή επιθυμία, τη, εκάστοτε δεδομένη στιγμή. Μια θεσμική διαρρύθμιση που επιτρέπει στα άτομα να επιλέγουν την εναλλακτική που τα ίδια θεωρούν καλύτερη.

Τις αρχές αυτού του πολιτικού συστήματος, αυτής της θεσμικής διαρρύθμισης περιγράφει λοιπόν ο Χάγιεκ στο Σύνταγμα της Ελευθερίας.
Απέναντι στα πολιτικά συστήματα που ευαγγελίζονται το τέλειο, αρκείται σε μια διαρρύθμιση που έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Απέναντι στα πολιτικά προγράμματα που διεκδικούν για τον εαυτό τους την απόλυτη αλήθεια, ο Χάγιεκ περιλαμβάνει και τον εαυτό του ανάμεσα σε εκείνους που αναπόδραστα κάνουν λάθη
Αυτή είναι η κεντρική του θέση. Απέναντι στα πολιτικά συστήματα που ευαγγελίζονται το τέλειο, αρκείται σε μια διαρρύθμιση που έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Απέναντι στα πολιτικά προγράμματα που διεκδικούν για τον εαυτό τους την απόλυτη αλήθεια, ο Χάγιεκ περιλαμβάνει και τον εαυτό του ανάμεσα σε εκείνους που αναπόδραστα κάνουν λάθη: ανάμεσα δηλαδή στους ανθρώπους.

Ανακεφαλαιώνοντας:

- Ο Χάγιεκ δεν βλέπει τον άνθρωπο ως homo economicus, σαν ένα απάνθρωπο πλάσμα που επιδιώκει ορθολογικά τη μεγιστοποίηση της ατομικής του ωφέλειας. Η φιλαλληλία, η αλληλεγγύη, ο ανθρωπισμός είναι ηθικά αισθήματα όχι μόνο επιθυμητά, αλλά και αναγκαία για την επιβίωση μιας κοινωνίας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να τα νοθεύσουμε μετατρέποντάς τα από ηθικά χρέη, σε τυπικές υποχρεώσεις.
- Δεν είναι κατά του κράτους πρόνοιας, με την έννοια ενός καθολικού δικτύου προστασίας των αδυνάτων. Όμως θέτει αυστηρούς όρους, ώστε η προνοιακή πολιτική να υπηρετεί όντως το στόχο της και μόνο αυτόν.
- Δεν είναι κατά της δημόσιας εκπαίδευσης. Αλλά δεν βλέπει το λόγο να υπάρχει μονοπώλιο στην παροχή της.
- Δεν θα υποστήριζε την εμπλοκή των Κυβερνήσεων στην παροχή χρήματος για την εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων, την πρακτική που οδήγησε στη φούσκα των στεγαστικών δανείων και κατ’ επέκταση στην τρέχουσα διεθνή οικονομική κρίση. Και βεβαίως..
- Το Σύνταγμα της Ελευθερίας δεν είναι μια «βίβλος του φιλελευθερισμού», όπως άστοχα χαρακτηρίστηκε σε μια πρόσφατη κριτική. Όπως κάθε ανθρώπινο έργο, έχει ατέλειες και σφάλματα. Για παράδειγμα: Δεν ορίζει με στεγανό τρόπο την αρχή του νόμου, το rule of law. Δεν δίνει ένα απρόσβλητο κριτήριο της θεμιτής δράσης του κράτους.
Και κυρίως, δεν εξηγεί επαρκώς γιατί, αν η ελευθερία προέκυψε μέσα από μια εξελικτική πορεία, δεν πρέπει ομοίως ως σεβάσμια αποτελέσματα εξέλιξης να αντιμετωπίσουμε και τις ιδέες που αντιμάχονται της ελευθερίας όπως την ορίζει ο Χάγιεκ.
εί, σ’ αυτά τα υψώματα, δίνεται σήμερα η μάχη. Το να μένουμε βολικά στα μετόπισθεν, στα συνθήματα και τις περιχαρακώσεις, σίγουρα δεν μας περιποιεί τιμή. Και σίγουρα δεν μας δίνει τη δυνατότητα να συμβάλλουμε στην εξέλιξη των ιδεών, των πρακτικών, της πραγματικότητας.
Ας είναι λοιπόν αυτή η έκδοση, μια συμβολή σε μια χρήσιμη, μια αναγκαία αλλαγή: να αρχίσουμε επιτέλους να διαφωνούμε, αλλά παραγωγικά, βάσει επιχειρημάτων.

Γιώργος Αρχόντας

Κοντά στον ουρανό


Πρόκειται για ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα με ζωηρή πλοκή και έντονο φιλοσοφικό προβληματισμό. Ένα αρχιτέκτονας ο Χάουαρντ Ρόαρκ θέλει να σχεδιάζει μοντέρνα κτήρια αδιαφορώντας για τα γούστα των πελατών και της κοινής γνώμης. Οσοι ξέρουν από αρχιτεκτονική καταλαβαίνουν ότι έχουν να κάνουν με μια ιδιοφυϊα. Αυτός είναι και ο λόγος που θέλει να τον συνθλίψει ο δημοσιογράφος Τουχεϋ, προκειμένου να προωθεί σε καίριες θέσεις μέτριους του οποίους μπορεί να έχει στο χέρι. Μια γυναίκα ερωτεύεται τον Ρόαρκ, αλλά δημόσια επιδεικνύει μίσος εναντίον του για να τον προστατέψει. Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε την άνοδο και την πτώση ενός πανίσχυρου επιχειρηματία και εκδότη μια μαζικής κυκλοφορίας λαϊκής φυλλάδας.
Οι χαρακτήρες του έργου είναι καλά σμιλεμένοι.
Η Ράντ γεννήθηκε έφυγε από τη Σοβιετική Ενωση και έζησε στις ΗΠΑ. Τα έργα της απηχούν τις φιλοσοφικές της απόψεις για το ρόλο του ατόμου στην ζωή και την ιστορία. Πιστεύει ότι κινητήριος μοχλός είναι το άτομο και ότι το κράτος είναι εχθρός της προόδου. Κάποιος πρέπει να δημιουργεί για να υπάρχει αναδιανομή υποστηρίζει.
Από το μυθιστόρημα διαφαίνεται η εξομοίωση και αντιπάθειά της για καθεστώτα που θεοποιούν το κράτος όπως ο φασισμός και τον λαό όπως ο κομμουνισμός.

Μερικά αποσπάσματα που περιέχουν επιγραμματικά τα πιστεύω της συγγραφέως είναι τα παρακάτω:

«…Κήρυξε την ανιδιοτέλεια. Πες στον άνθρωπο ότι πρέπει να ζει για τους άλλους. Πες στους ανθρώπους ότι το ιδανικό είναι ο αλτρουϊσμός. Ούτε ένας δεν έφτασε ποτέ σε αυτόν. Κάθε ενστικτό του επαναστατεί ενάντια σε αυτόν. Αναλογίσου όμως τι πετυχαίνεις. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι είναι ανίκανος να φτάσει σ’ εκείνο που έχει αποδειχτεί σαν ύψιστη αρετή, και έτσι αποκτάει μια αίσθηση ενοχής και αμαρτίας, συνειδητοποιεί την ίδια την αναξιότητά του. Αφού το ανώτερο ιδανικό είναι άπιαστο γι’ αυτόν παραιτείται τελικά απ’ όλα τα ιδανικά, από κάθε φιλοδοξία και από κάθε αίσθηση προσωπικής αξίας. Νιώθει τον εαυτό του υποχρεωμένο να κηρύττει ό, τι δεν μπορεί να πράξει. Αλλά δεν μπορεί να είναι κατά το ήμισυ καλός ή περίπου έντιμος. Είναι μεγάλη η μάχη που πρέπει να δώσει κανείς για να διαφυλάξει την ακεραιότητά του. Γιατί λοιπόν να διαφυλάξει αυτό που ξέρει ότι είναι διαβρωμένο; Η ψυχή του εγκαταλείπει τον αυτοσεβασμό. Το έχεις στο χέρι. Θα υπακούσει. Θα υπακούσει πρόθυμα επειδή δεν μπορεί να εμπιστευτεί τον εαυτό του. …

Κάθε σύστημα ηθικής που κύρηττε τη θυσία αναπτύχθηκε σε μεγάλη δύναμη και κυβέρνησε εκατομμύρια ανθρώπους. Κι όμως το τέστ είναι παρά πολύ απλό: δεν έχεις παρά ν’ ακούσεις ένα προφήτη κι αν μιλήσει για θυσία, βάλτο στα πόδια σαν να σε κυνηγάει η πανούκλα. Είναι λογικό ότι, όπου υπάρχει θυσία, υπάρχει και κάποιος που μαζεύει τα αφιερώματα της θυσίας. Οπου υπάρχει προσφορά υπηρεσίας, υπάρχει και κάποιος που υπηρετείται….


…Έναν κόσμο όπου η σκέψη του κάθε ανθρώπου δεν είναι δική του αλλά η προσπάθεια να μαντέψει τη σκέψη στον εγκέφαλο του γείτονά του, που δεν έχει δική του σκέψη, αλλά προσπαθεί να μαντέψει τη σκέψη του επόμενου γείτονα που κι αυτός δεν έχει δική του σκέψη και πάει λέγοντας, Πήτερ σε όλη τη υδρόγειο. Αφού όλοι πρέπει να συμφωνούν με όλους…

Μια χώρα έχει ενστερνιστεί τη θεωρία ότι ο άνθρωπος δεν έχει δικαιώματα, ότι το συλλογικό είναι το παν. Το άτομο θεωρείται πληγή, η μάζα Θεός. Το μόνο κίνητρο και η μόνη αρετή που επιτρέπονται είναι να υπηρετούν όλοι το προλεταριάτο. Αυτή είναι η μια εκδοχή. Και μια δεύτερη: Μια άλλη χώρα έχει ενστερνιστεί τη θεωρία ότι ο άνθρωπος δεν έχει δικαιώματα, ότι το κράτος είναι το παν. Το άτομο θεωρείται πληγή, η φυλή Θεός. Το μόνο κίνητρο και η μόνη αρετή που επιτρέπονται είναι να υπηρετούν όλοι μαζί τη φυλή….»

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Πώς φτάσαμε ώς εδώ;




ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ Η «ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ» ΚΑΙ Ο «ΓΑΛΑΖΟΠΡΑΣΙΝΟΣ» ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΙΣΜΟΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΧΡΗΣΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (chrisgr@enet.gr) | ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΩΒΟΣ
Το δημόσιο χρέος είναι σαν το λάστιχο. Οσο πιο πολύ το τραβάς τόσο πιο πολύ τεντώνει. Και κάποια στιγμή, δεν αντέχει, σπάει. Αυτό έκαναν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Ολες. Αλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, και γι' αυτό σήμερα φθάνει τα 273,407 δισ. ευρώ και δύσκολα κάποιος μας δανείζει. Είναι δηλαδή μεγαλύτερο από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας, καθώς ανέρχεται στο 115,1% της αξίας όλων των προϊόντων και υπηρεσιών που παρήγαγε η χώρα το 2009, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat (Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία). Και θα μεγαλώνει τα επόμενα χρόνια τόσο ως απόλυτο νούμερο (μόνο οι τόκοι το αυξάνουν 6% ετησίως) όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (δεδομένης της ύφεσης, που σημαίνει πτώση της οικονομικής δραστηριότητας).
«Φούσκωσε», καθώς οι κυβερνήσεις εισέπρατταν λιγότερα και ξόδευαν περισσότερα από αυτά που προέβλεπαν όταν συνέτασσαν τους προϋπολογισμούς του κράτους. Οι κυβερνήσεις έκαναν και κάτι άλλο. Κρατούσαν «διπλά βιβλία», αναθεωρώντας εκ των υστέρων μία και δύο φορές το έλλειμμα και κατ' επέκταση το συνολικό χρέος. Με αυτό τον τρόπο διόγκωναν τη «μαύρη τρύπα», που αντιστοιχούσε στη θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης και την «έκλειναν», μερικώς, στη διάρκεια της δικής τους. Η σύγκριση ευνοούσε πάντα την επόμενη κυβέρνηση, γιατί γινόταν με βάση την αναθεώρηση, δηλαδή ξεκινούσε από υψηλή βάση. Κάθε φορά που άλλαζε η κυβέρνηση, γινόταν το ίδιο. Και η χώρα έμπαινε σε φαύλο κύκλο. Η διόγκωση αποδείχθηκε ότι δεν γινόταν εικονικά. Οι απερχόμενες κυβερνήσεις πράγματι έκρυβαν έλλειμμα.

Με αυτό τον τρόπο, οι πολιτικοί ξεγελούσαν τους ψηφοφόρους και τη Eurostat, που συχνά αδιαφορούσε για τις περίεργες αλλαγές και τα ελληνικά τρικ. Ομως το χρέος ανέβαινε. Επιπλέον, είχαν ανακαλύψει τρόπους μεταφοράς του στο απώτερο μέλλον (ίσως να ασπάζονταν το «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει»), μέσω σύναψης συμφωνιών swaps (συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων, επιτοκίων κ.λπ.) με επενδυτικές τράπεζες. Και, τέλος, βρήκαν τρόπους να μεγαλώνουν το ΑΕΠ της χώρας, για να δείχνουν ότι το έλλειμμα ως ποσοστό είναι μικρότερο.

Θυμόμαστε πως ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφης το 2004, εκτός από την περίφημη απογραφή, έκανε κι ένα λογιστικό τρικ. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να γίνει μέτρηση του ΑΕΠ με έναν νέο κανονισμό. Στην αναθεώρηση, που οδήγησε σε αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 25% από το 2000, συνυπολογίστηκαν έρευνες για τη μαύρη οικονομία στο εμπόριο, τις μεταφορές, τα ξενοδοχεία, τις κατασκευές, τα στοιχεία μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων ακόμα και στην πορνεία. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση αύξησε την αξία των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών της χώρας (ΑΕΠ), προσθέτοντας αξία (εισόδημα), το οποίο όμως δεν μπορούσε να «εντοπίσει» και να φορολογήσει. Και ταυτόχρονα διόγκωνε τις δανειακές υποχρεώσεις, οι οποίες ήταν πραγματικές και απαιτητές από τους πιστωτές.

Το υπουργείο Οικονομικών το 1998 εξέδωσε μια μελέτη, την οποία συνέταξε ο υπηρεσιακός γενικός διευθυντής Γιάννης Σιδηρόπουλος. Η μελέτη, που σήμερα αποτελεί ντοκουμέντο, παρουσιάζει την πορεία της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 1960-1997 μέσα από την εξέλιξη βασικών μακροοικονομικών δεικτών. Οι δείκτες αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τους αναθεωρημένους, όπως τους καταγράφει σήμερα η Eurostat. Είναι μάλλον πιο κοντά στην τότε πραγματικότητα.

Πριν βέβαια αναφερθούμε στη χρονική περίοδο μετά το 1960, πρέπει να σημειωθεί ότι από το 1932 μέχρι το 1945 δεν είχαμε εξωτερικό δανεισμό, ενώ είχε παγώσει η εξυπηρέτηση των παλαιών δανείων λόγω της παγκόσμιας κρίσης και του πολέμου.

Στη συνέχεια, η περίοδος μετά το 1946 ήταν από τις δυσκολότερες, λόγω του πολέμου που προηγήθηκε, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η Ελλάδα συνήψε δάνεια 406 εκατ. δολ. για επενδύσεις σε έργα υποδομής. Την περίοδο μέχρι το 1967 διακανονίστηκε το 97% του εξωτερικού προπολεμικού δημόσιου χρέους. Γι' αυτό, αλλά και λόγω της απομόνωσης της χώρας, ο δανεισμός σημείωσε μικρή αύξηση την περίοδο της δικτατορίας. Το 1974, το δημόσιο χρέος ήταν 115 δισ. δρχ. ή περίπου 23% του ΑΕΠ.

Γενικότερα, από το 1961 μέχρι και το 1972, η φτωχή τότε Ελλάδα είχε προϋπολογισμούς πλεονασματικούς. Το πλεόνασμα των ετών αυτών κυμαινόταν από 0,1% μέχρι 1,2% ετησίως. Εξαίρεση αποτέλεσε το 1968, έτος κατά το οποίο εμφανίστηκε έλλειμμα 0,2% επί του ΑΕΠ.

Από το 1973 και μετά, ο «Τιτανικός», όπως αποκάλεσε την Ελλάδα ο σημερινός υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, άρχισε να δέχεται τα πρώτα νερά στα ύφαλά του. Τα ελλείμματα ήταν μικρά και δεν ενέπνεαν καμία ανησυχία. Το 1973 το ταμείο ήταν μείον μόνο 0,2%, το 1974 η «τρύπα» έφθασε το 1,4% και το 1975 μεγάλωσε στο 3% του ΑΕΠ. Αυτό ήταν και το υψηλότερο ποσοστό που είχε εμφανιστεί τα προηγούμενα 15 χρόνια. Το 1976 υποχωρεί στο 1,7% και τα επόμενα χρόνια κυμαίνεται από 2,4% μέχρι 2,9%. Στο τέλος του 1980, το έλλειμμα ήταν 2,6%. Την ίδια χρονιά το συνολικό δημόσιο χρέος αποτελεί το 34,5% του ΑΕΠ.

Ακολουθούν οι εκλογές του 1981, όταν η Νέα Δημοκρατία, με πρόεδρο τον Γεώργιο Ράλλη, χάνει. Κερδίζει πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ, του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ερχομός των σοσιαλιστών φέρνει αλλαγές στην οικονομική και όχι μόνο πολιτική.

Το έλλειμμα εκτινάσσεται

Η χρονιά (1981) κλείνει με έλλειμμα 9,1%. Η απότομη άνοδος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις δαπάνες των εκλογών. Αλλά ήταν να μη γίνει η αρχή. Ενα χρόνο αργότερα το έλλειμμα, ναι μεν υποχωρεί, αλλά παραμένει υψηλό, ήτοι 6,8% του ΑΕΠ. Τα επόμενα χρόνια αυξάνεται σε 7,6% το 1983 σε 8,4% το 1984 και σε 11,7% το 1985.

Το 1985 ο Κώστας Σημίτης ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όπου παρέμεινε μέχρι τον Νοέμβριο του 1987 εφαρμόζοντας το πρώτο πρόγραμμα σταθεροποίησης, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του ελλείμματος σε μονοψήφιο ποσοστό 9,5% το 1986 και 9,2% το 1987. Την ίδια περίοδο υπουργός Οικονομικών ήταν ο Δημήτρης Τσοβόλας με αναπληρωτή τον Νίκο Αθανασόπουλο και υφυπουργό τον Δημήτρη Γεωργακόπουλο (συμμετέχει σήμερα στην κυβέρνηση του Γιώργου Α. Παπανδρέου ως γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών).

Η χώρα μετά το 1987 εισήλθε σε περιπέτειες με αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Ο Κ. Σημίτης παραιτήθηκε τον Νοέμβριο του 1987 όταν διαφώνησε με τη χαλάρωση των μέτρων . Το έλλειμμα ξαναρχίζει να ανεβαίνει σε 11,5% το 1988 και εκτινάσσεται σε διψήφια νούμερα: 14,4% το 1989 και 16,1% το 1990. Τον Ιούνιο του 1988 υπουργός Εθνικής Οικονομίας αναλαμβάνει ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, ο οποίος είναι ο εκπρόσωπος της χώρας μας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (διορίστηκε από τη σημερινή κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου), ενώ υπουργός Οικονομικών παραμένει ο Δημήτρης Τσοβόλας. Τον Μάρτιο του 1989 γίνεται ανασχηματισμός, αλλά το Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κρατούν τα ίδια πρόσωπα.

Τον Ιούλιο του 1989 -αμέσως μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά που αποκάλυψε ο τύπος το 1988- έγιναν εκλογές και σχηματίστηκε κυβέρνηση από τη Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό, με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανέλαβε ο Γιώργος Σουφλιάς με αναπληρωτή τον Σωτήρη Χατζηγάκη. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο σημερινός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Αντώνης Σαμαράς.

Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1989, σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση με πρόεδρο τον Ξενοφώντα Ζολώτα, υπουργό Εθνικής Οικονομίας τον Γιώργο Γεννηματά και Οικονομικών τον Γιώργο Σουφλιά.

Τον Μάρτιο του 1990 ανέλαβε υπηρεσιακή κυβέρνηση για να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές του Απριλίου του ίδιου έτους. Στις εκλογές κέρδισε η Νέα Δημοκρατία με πρόεδρο τον Κων. Μητσοτάκη, ο οποίος τοποθέτησε τον Γιώργο Σουφλιά στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, με υφυπουργό τον Αριστείδη Τσιπλάκο. Στο υπουργείο Οικονομικών τοποθετήθηκε ο Γιάννης Παλαιοκρασσάς με υφυπουργό τον Αριστοτέλη Παυλίδη. Η χρονιά (1990) κλείνει με τεράστιο έλλειμμα 16,1%.

Η Νέα Δημοκρατία προώθησε διαρθρωτικές αλλαγές με σκοπό τη μείωση του δημόσιου τομέα, προκαλώντας αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστικών φορέων. Το έλλειμμα υποχώρησε σε 11,5% το 1991 και 12,8% το 1993. Η χώρα εισέρχεται σε ύφεση - μείωση παραγόμενης αξίας προϊόντων και υπηρεσιών - λόγω των μεγάλων έμμεσων φόρων που επιβάλλει η κυβέρνηση με υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών τον Στέφανο Μάνο (1992-1993) και επηρεασμένη από τη φθίνουσα πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Ετσι, λόγω μείωσης του ΑΕΠ, η χώρα μας έκλεισε το 1993 με μεγαλύτερο έλλειμμα, ήτοι 13,8%. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχασε τις εκλογές ή «ανετράπη από τα οικονομικά συμφέροντα», όπως ισχυρίστηκε ο τότε πρωθυπουργός.

Κερδίζει και πάλι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανέλαβε ο Γιάννος Παπαντωνίου και Οικονομικών ο Αλέκος Παπαδόπουλος. Το έλλειμμα μειώνεται σε 10% το 1994 για να υποχωρήσει περαιτέρω στο 7,3% το 1996 και 4% το 1997. Από τον Ιανουάριο του 1996 πρωθυπουργός της χώρας έχει γίνει ο Κ. Σημίτης, ο οποίος έλαβε εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας με υπόδειξη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου στις 18 Ιανουαρίου 1996. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ήταν ο Γιάννος Παπαντωνίου, με υφυπουργούς τους Γιώργο Δρυ, Νίκο Χριστοδουλάκη, Χρήστο Πάχτα και Αλέκο Μπαλτά.

Η προσπάθεια «νοικοκυρέματος» του κράτους συνεχίστηκε. Τα ελλείμματα υποχωρούν στα χαρτιά, αλλά όχι και τόσο στην πραγματικότητα, όπου οι λογιστικές αλχημείες ξεκινούν. Σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό του έτους 2000 (συντάχθηκε στο τέλος του 1999), προβλεπόταν ότι το έλλειμμα για το έτος 1998 θα κλείσει στο 2,5% επί του ΑΕΠ. Επίσης στον ίδιο προϋπολογισμό προβλεπόταν έλλειμμα 1,2% για το 2000. Η χώρα τιθασεύει το έλλειμμα στα χαρτιά και με υποτίμηση 14% της δραχμής το 1998 μπαίνει στον προθάλαμο της ΟΝΕ.

Ομως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι το έλλειμμα του ελληνικού Δημοσίου ήταν 3,7% το 2000. Δηλαδή, η χώρα δεν θα έπρεπε να είναι μέσα στην ΟΝΕ, αφού ουδέποτε είχε έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ που προέβλεπε η Συνθήκη της Ε.Ε.

Το έλλειμμα άρχισε και πάλι να ξεφεύγει το 2004, χρονιά εκλογών. Οι εκλογές έβγαλαν νικητή τον Κώστα Καραμανλή και τη Νέα Δημοκρατία. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έγινε ο Γιώργος Αλογοσκούφης, με υφυπουργούς τους Πέτρο Δούκα, Χρήστο Φώλια και Αδάμ Ρεγκούζα.

Ξεκινά η περίφημη απογραφή. Το έλλειμμα του 2004, όπως το είχε προϋπολογίσει ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Χριστοδουλάκης -στον προϋπολογισμό του 2003- προβλεπόταν στο 1,2%. Αναλαμβάνοντας ο νέος υπουργός Γ. Αλογοσκούφης έκανε απογραφή και το προσδιόρισε σε 2,95%. Ομως επενέβη η Eurostat ύστερα από χρόνια και αποδείχθηκε ότι το έλλειμμα ήταν 7,5%. Ο πρώην υπουργός είχε κρύψει δαπάνες, οι οποίες ξέφυγαν εντελώς λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων.

Το 2007 ξεσπά η πιστωτική κρίση στις ΗΠΑ, που έμελλε να επεκταθεί σε όλο τον κόσμο και να αναδείξει έπειτα από δύο χρόνια τα πήλινα πόδια της ελληνικής οικονομίας, η οποία αρχικά δεν επηρέασε γιατί τόσο οι τράπεζες όσο και οι πολίτες δεν είχαν επενδύσει σε χρηματοοικονομικά προϊόντα που απαξιώθηκαν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως ήταν το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και ορισμένα αμοιβαία κεφάλαια τραπεζών όπως της Εθνικής Τράπεζας και της Alpha Bank.

Αντίθετα, αυτή η πιστωτική κρίση ωφέλησε τις ελληνικές και άλλες τράπεζες, οι οποίες είχαν ελληνικά ομόλογα τα οποία απέφεραν υψηλές αποδόσεις (για την αντιμετώπιση της κρίσης στις τράπεζες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδινε τη δυνατότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να αντλούν ρευστότητα με επιτόκιο 1%, την οποία χρησιμοποιούσαν για να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα που έδιναν αποδόσεις 5%-7%.)

Ομως, με αφορμή την πιστωτική κρίση, η παγκόσμια οικονομία άρχισε να προσαρμόζεται σε χαμηλότερα επίπεδα δανεισμού. Οσοι είχαν δανείσει άρχιζαν να ζητούν τα λεφτά τους πίσω, γιατί πίστευαν ότι δεν θα τα πάρουν. Αυτοί που είχαν δανειστεί αντιμετώπιζαν προβλήματα αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους, γιατί η οικονομική δραστηριότητα προσαρμοζόταν σε χαμηλότερα επίπεδα. Ετσι, προσγειώθηκαν απότομα ολόκληρες οικονομίες που είχαν στηθεί ή υπερ-αναπυχθεί με δανεικά, όπως ήταν η Ισλανδία, το Ντουμπάι και η Ιρλανδία.

Ακολούθησε η Ελλάδα. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν έλαβε καμία πρόνοια για το έλλειμμα, το οποίο μεγάλωνε. Το αντιλήφθηκε μόνο λίγο πριν από τις εκλογές, όταν έλαβε κάποια μέτρα. Το χειρότερο ήταν ότι έκρυβε την πραγματικότητα κάτω από το χαλί. Ακόμη και το έλλειμμα του 2006 - που ο Αλογοσκούφης έλεγε ότι το είχε ρίξει στο 2,9% - αποδείχθηκε ότι ήταν 3,6% σύμφωνα με τα στοιχεία που έστειλε η σημερινή κυβέρνηση στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του 2010. Το 2008 το έλλειμμα ανεβαίνει στο 7,7%.

Στη συνέχεια ανακαλύφθηκε ότι το ύψος του ελλείμματος για το 2009 όδευε σε επίπεδα ανώτερα του 12% (αναθεωρήθηκε προσφάτως σε 13,6%). Τότε άρχισαν τα δεινά για τη χώρα. Η νέα κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου δεν μπόρεσε να κατανοήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Προσπάθησε, περισσότερο μέσω της διπλωματικής οδού, να εξασφαλίσει συμπάθεια, αλλά καθυστέρησε αδικαιολόγητα στη λήψη μέτρων. Ετσι, οι ιδιωτικές διεθνείς εταιρείες αξιολόγησης του χρέους (κρίνουν εάν μία εταιρεία ή ένα κράτος έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει τα δάνεια και βαθμολογούν αναλόγως) υποβάθμισαν άμεσα την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και στη συνέχεια των τραπεζών, οι οποίες τόσα χρόνια χρηματοδοτούσαν το δημόσιο χρέος (αγόραζαν ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου). Η υποβάθμιση οδήγησε σε ρευστοποιήσεις ελληνικών ομολόγων προκαλώντας άνοδο των αποδόσεων. Έτσι, ανέβηκαν και τα επιτόκια που η χώρα είναι υποχρεωμένη να πληρώνει προκειμένου να πάρει νέα δάνεια. Τα παραπάνω δημιούργησαν την κρίση του ελληνικού χρέους, που μας οδήγησε στο ΔΝΤ.

Το χρέος

Το άνοιγμα της «ψαλίδας» ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα κάθε χρόνο διόγκωσε τις συνολικές μας υποχρεώσεις προς τους τρίτους, καθώς το έλλειμμα της μιας χρονιάς συν τα «μαύρα» (δαπάνες που δεν αποτυπώνονται πουθενά) γίνεται χρέος την επομένη. Το 1975 το χρέος της χώρας αναλογούσε στο 24,7% του ΑΕΠ. Το 1980 ήταν στο 28,6%. Ομως, μία δεκαετία αργότερα, το 1990, τριπλασιάστηκε στο 80,7% του ΑΕΠ. Δεν πέρασαν τρία χρόνια και το χρέος ξεπερνάει το 100% πρώτη φορά. Το 1993 το χρέος ανέρχεται στο 111,6% του ΑΕΠ!

Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από την ίδια μελέτη που μνημονεύσαμε παραπάνω. Αν ανατρέξουμε στα σημερινά στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που αποτελούν τη βασική πλέον πηγή πληροφόρησης μαζί με τις αναθεωρήσεις, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι το έλλειμμα δεν ξεπέρασε ποτέ το 100% το 1993.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, το χρέος υπερέβη το ΑΕΠ το έτος 1997 (101,8%). Ενα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία είναι πως το χρέος αφού συνεχίζει την ανοδική του πορεία μέχρι 102,9% πέφτει εντυπωσιακά στο 95,6% το 2007! Για να διογκωθεί και πάλι λόγω των ετήσιων ελλειμμάτων και να φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ, τα οποία μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση: να μην μας εμπιστεύεται κανείς για να μας δανείσει.

Ιστορία ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Tου Στεφανου Kασιματη / kassimatis@kathimerini.gr

Πείτε το ηττοπάθεια ή όπως αλλιώς προτιμάτε, αλλά «η βάσιμη ελπίδα να γλιτώσουμε την πτώχευση», την οποία διαπιστώνει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στην υπερψήφιση της συμφωνίας με τον μηχανισμό στήριξης, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. (Ο επίτιμος μάλλον το ισχυρίζεται από οικογενειακή υποχρέωση – για να ενισχύσει εμμέσως την απόφαση της Ντόρας...) Ελπίδα να ξεφύγουμε από τη μοίρα της υπερχρεωμένης οικονομίας μας δεν υπάρχει, γιατί η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δεν έχει τη διάθεση να ακούσει. Επιμένει να ζει τον ηδονιστικό μύθο της, βέβαιη ότι πάντα θα υπάρχει ένας μαγικός τρόπος (η μαγκιά του Ελληνα, βλέπετε...) ώστε να δουλεύεις λιγότερο και να ζεις πλουσιότερα.

Το πρόβλημα ήταν γνωστό και είχε περιγραφεί λεπτομερώς από τον Απόστολο Λάζαρη τον Μάιο του 1988, στην έκθεση που είχε συντάξει για την κατάσταση της οικονομίας, με αποδέκτη τον Ανδρέα Παπανδρέου: «Σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση φτάσαμε λόγω των ανεξέλεγκτων αυξήσεων των δημοσίων δαπανών κατά τα προηγούμενα χρόνια. Και το πρόβλημα τώρα είναι ότι δεν μπορούμε πια εύκολα να ελέγξουμε την κατάσταση, γιατί μπήκε ήδη σε λειτουργία ο αυτόματος πιλότος του δημοσίου χρέους και άλλων ανελαστικών κονδυλίων, που επηρεάζουν αυτόνομα τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού, ανεξάρτητα, δηλαδή, από την κυβερνητική βούληση».

Μέσω του δανεισμού, οι κυβερνήσεις του Παπανδρέου δεκαπλασίασαν τις δημόσιες δαπάνες μέσα στα πρώτα επτά χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, χτίζοντας έτσι το κομματικό κράτος. Οκτώ χρόνια μετά την προειδοποίηση του Απ. Λάζαρη, το κράτος είχε πλέον αυτονομηθεί και καθοδηγούσε τις κυβερνήσεις. Τότε, το 1996, με συνέντευξή του σε τούτη την εφημερίδα, ο Στέφανος Μάνος προειδοποιούσε: «Το κράτος ξοδεύει χωρίς κανέναν έλεγχο. Δεν διορθώνεται αυτή η κατάσταση με μικρά βήματα. Την κατάσταση έχει αποδώσει πλήρως ο κ. Σημίτης, με αυτά που λέει για “το κλίμα του ωχαδελφισμού, την κοινωνία της αρπαχτής και των κολλητών”, αλλά δεν είναι σε θέση να προσφέρει τη λύση. Ο χαρακτήρας και το μέγεθος του κράτους είναι αυτά που μας έκαναν να γίνουμε έτσι. Βολεμένοι, συμβιβασμένοι, φοβούμενοι κάθε αλλαγή. Κανείς δεν θέλει να τα βάλει μαζί του γιατί όλοι έχουν δημιουργήσει σχέσεις εξάρτησης. Το κράτος είναι βαθύτατα διεφθαρμένο σε όλες του τις βαθμίδες, εκτός ελέγχου. Επηρέασε ακόμη και τον επιχειρηματικό κόσμο, που είναι από τη φύση του καινοτόμος».

Το 2008, είκοσι χρόνια μετά τον Απ. Λάζαρη, στην ομιλία του για τον προϋπολογισμό του 2009, ο Αλέκος Παπαδόπουλος φώναζε σε ώτα μη ακουόντων: «Πρέπει να ομολογήσουμε ενώπιον του ελληνικού λαού ότι ένας ιδιότυπος παραπλανητικός λαϊκισμός διατρέχει το σύνολο της πολιτικής ζωής της χώρας μας. Είναι εκείνος ο οποίος δημιούργησε την πεποίθηση ότι η άσκηση πολιτικής δεν είναι η παραγωγή πλούτου, αλλά η άσκηση πολιτικής γίνεται με δανεικά [...] Η σημερινή κρίση συναντά μια χώρα χωρίς παραγωγική βάση, με αποξηραμένες παραγωγικές δυνατότητες, αφού στο ΑΕΠ μας το 70% είναι κατανάλωση, με μια εκτεταμένη μαύρη οικονομία πάνω από 45%. Αυτό συνδυάζεται με τη θεσμική καταρράκωση της χώρας. Συνδυάζεται, επίσης, με το υψηλότερο στον κόσμο –και πρέπει να το πούμε στον ελληνικό λαό– έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, αλλά και με το δημόσιο χρέος. Αυτό το δημοσιονομικό κατάντημα, που είναι το χειρότερο στην Ευρώπη, δείχνει πολύ χαρακτηριστικά ότι το επόμενο διάστημα, στην κρίση που έρχεται τους επόμενους μήνες, το οικονομικό κραχ θα συναντηθεί με το κοινωνικό κραχ». Επομένως, το πρόβλημα ήταν εξαρχής γνωστό σε όσους είχαν το θάρρος να το κοιτάξουν, αλλά ήσαν λίγοι και οι πολλοί τους θεωρούσαν γραφικούς, νεοφιλελεύθερους ή, απλώς, ενοχλητικούς...

Θα υπήρχε ελπίδα αν ο πολιτικός κόσμος αποφάσιζε να κάνει τη δουλειά του, δηλαδή να οδηγήσει την κοινωνία, αντί να σύρεται πίσω από τους ψηφοφόρους και να τους τροφοδοτεί με φρούδες ελπίδες. Αν οι πολιτικοί –όσοι τουλάχιστον έχουν αίσθηση της ευθύνης τους– εξηγούσαν ευθέως την κατάσταση και δεν την παρουσίαζαν συγκεκαλυμμένη με στομφώδεις κορώνες και λυρικές αρλούμπες. Πώς να το τολμήσουν, όμως, όταν αυτό θα τους υποχρέωνε αυτομάτως να δώσουν και εξηγήσεις για την πορεία ώς εδώ και τη στάση τους στο παρελθόν; Ετσι, σήμερα, της προσπάθειας για την εφαρμογή του προγράμματος διάσωσης ηγείται ένας πολιτικός, ο οποίος μόλις πριν από επτά μήνες επανελάμβανε ενσυνειδήτως το ψέμα ότι «λεφτά υπάρχουν», προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές. Είναι επόμενο, λοιπόν, ο Γιώργος Παπανδρέου να καταβάλλει την προσπάθεια και, συγχρόνως, να την υπονομεύει, αφού με κάθε τρόπο φροντίζει να μεταδίδει πόσο αβάστακτη του είναι η αντιμετώπιση της δυσάρεστης πραγματικότητας. Κρύβεται πίσω από την παραδοσιακή πασοκική ρητορική του ηρωικού αγώνα των Ελλήνων εναντίον της ξένης κηδεμονίας, αντί να εξηγήσει απερίφραστα πόσο τυχεροί είμαστε επειδή –λόγω του κινδύνου για το ευρώ και μόνον– προστρέχουν οι ξένοι στη σωτηρία μας.

Ως εναλλακτική επιλογή προβάλλει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος καταψήφισε τη συμφωνία χρηματοδότησης από τον μηχανισμό στήριξης, «όχι γιατί αρνούμαστε τη χρηματοδοτική στήριξη, που το ΠΑΣΟΚ κατέστησε απαραίτητη πλέον, αλλά διότι διαφωνούμε με την πολιτική που μας οδήγησε ώς εδώ»! Με απλά λόγια, μας λέει ότι δεν αρνείται την πραγματικότητα, αλλά την πορεία που μας οδήγησε στην πραγματικότητα. Και λοιπόν; Είτε διαφωνεί κανείς με την πορεία είτε όχι, η πραγματικότητα παραμένει η ίδια. Δυσκολεύομαι να καταλάβω –μολονότι πολύ θα το ήθελα– σε τι διαφέρει αυτή η ενσυνείδητη άρνηση της πραγματικότητας από την ανάλογη στάση της Αριστεράς, η οποία, ούτως ή άλλως, κινείται μονίμως στη σφαίρα του φανταστικού.

Ολα αυτά, όμως, εκπέμπουν προς τα έξω την εικόνα ότι το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδος είναι συνυφασμένο και αξεδιάλυτο από το πολιτικό και το πολιτισμικό. Δεν πρόκειται, λοιπόν, να χάσουν ούτε τον χρόνο ούτε τα κεφάλαιά τους προκειμένου να διασώσουν μια χώρα που δεν θέλει η ίδια να σωθεί. Η πρωτοφανής επιχείρηση για τη διάσωσή μας είναι ό,τι για τον εθισμένο στην ηρωίνη η εισαγωγή του στην κλινική αποτοξίνωσης. Αν όμως ο ίδιος δεν έχει τη δύναμη να ακολουθήσει τη θεραπεία, είναι βέβαιο ότι θα ξανακυλήσει στα ίδια. Αν ο πολιτικός κόσμος ανεδείκνυε την αποφασιστικότητά του να εφαρμόσει το σχέδιο διάσωσης, αδιαφορώντας για τις απώλειες στις τάξεις του, είναι βέβαιο ότι οι ελεγκτές θα αντιμετώπιζαν με επιείκεια τις επιδόσεις μας. Θα κάνουν, όμως, το ίδιο όταν βλέπουν την πολιτική τάξη απρόθυμη να αποκαλύψει στους Ελληνες ότι το «Greek dream» τελείωσε για όλους μας; Η πολιτική ηγεσία του τόπου, ανησυχώντας κυρίως για το δικό της αύριο, επιχειρεί να πείσει τον ασθενή να ακολουθήσει μια οδυνηρή θεραπεία, ενώ την ίδια στιγμή κάνει ό,τι μπορεί ώστε ο ασθενής να μην καταλάβει τη φύση της ασθένειάς του. Τέτοιους πολιτικούς είχε και η Αργεντινή και είδατε πού κατάντησε μια χώρα η οποία, πριν από περίπου έναν αιώνα, ήταν η τρίτη πλουσιότερη στον κόσμο...

Ποιον κοροϊδεύουν;

Ως υστερόγραφο στα παραπάνω, μία είδηση από το μέτωπο της περιστολής του δημόσιου τομέα. Ως γνωστόν, ανακοινώθηκε, με τις δέουσες τυμπανοκρουσίες, ότι ο «Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε.» πρόκειται να κλείσει. Ωστόσο, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αριθμός φύλλου 152, 30 Απριλίου 2010) δημοσιεύεται απόφαση, υπογεγραμμένη από τον υπουργό Πολιτισμού Παύλο Γερουλάνο, με την οποία οι θέσεις των δεκαπέντε παραιτηθέντων στελεχών της προηγούμενης διοίκησης του υπό κατάργηση οργανισμού καλύπτονται με τον διορισμό άλλων δεκαπέντε ατόμων, για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας των παραιτηθέντων, ο οποίος λήγει στις 18 Ιουνίου 2014! Κατόπιν τούτου, πιστεύετε σοβαρά ότι υπάρχει ελπίδα διάσωσης;

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Από τη χρεοκοπία του 1893 στο Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο



Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ Καθηγητής Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
Στην μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας από τη χρεοκοπία του 1893 στην ανασυγκρότηση του 1909, κομβικό σημείο υπήρξε ασφαλώς η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, τον Φεβρουάριο του 1898, ως παρεπόμενο της αδυναμίας εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.
Η ραγδαία αύξηση του δημοσίου χρέους, κυρίως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οδήγησε στην κατάρρευση του όλου δημοσιονομικού ελέγχου. Το σύνολο του δημοσίου χρέους προέκυπτε από τα δάνεια που είχε συνάψει κατά καιρούς η Ελλάδα, αρχής γενομένης από το δάνειο του 1833 - το λεγόμενο «Δάνειο των 3 Μεγάλων Δυνάμεων».

Το πρόβλημα της χρήσης των δανείων άρχισε ήδη από την πρώτη αυτή δανειακή πράξη του ελληνικού κράτους, αφού από το συνολικό ποσό μόνο το 1/3 περίπου δαπανήθηκε για τον σκοπό ένεκα του οποίου έγινε η σύμβαση, δηλαδή για τη συντήρηση του ελληνικού στρατού και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Το υπόλοιπο χρησιμοποιήθηκε για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της διοίκησης, αλλά κυρίως παλαιότερες απαιτήσεις σε τοκοχρεολυσία.

Η σύναψη του δανείου αυτού, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων, έθεσε ουσιαστικά την ελληνική οικονομία υπό μόνιμη πολιτική και οικονομική κηδεμονία. Ο δανεισμός του ελληνικού κράτους σε χρυσό υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων ακολούθησε μια πορεία συνεχούς ανόδου, από το 1833 και μετά, ιδίως μετά το 1868, καθώς μεσολάβησε ένα διάστημα συγκράτησης για περίπου 3 δεκαετίες. Από το 1868 όμως η δανειοδότηση του ελληνικού Δημοσίου ακολούθησε φρενήρεις ρυθμούς, στο όνομα της κάλυψης των αναγκών διοίκησης, αλλά κυρίως ενόψει μεγάλων επενδύσεων σε δημόσια έργα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 60 εκατ. χρυσά φράγκα του 1833, το ύψος των εθνικών δανείων σε χρυσό στις 31 Δεκεμβρίου 1898 έφτανε, μετά τις καταβολές των τόκων, στα 620 εκατομμύρια! Το ποσό μάλιστα αυτό σχηματίστηκε ανάμεσα στα έτη 1881 και 1898, δηλαδή σε περίπου 17 χρόνια.

Ηταν τέτοια η επιβάρυνση του ελληνικού Δημοσίου ετησίως από τα τοκοχρεωλύσια των δανείων αυτών, ώστε μόνον μέσα σε μία χρονιά, υπό καθεστώς μάλιστα διεθνούς οικονομικού ελέγχου, το συνολικό δημόσιο χρέος ανήλθε από τα 620 εκατομμύρια που ήταν στις 31/12/1898 στα 766 εκατομμύρια στις 31/12/1899.(1)

Η τεράστια αυτή διαφορά προήλθε μεν από τη σύναψη και νέου δανείου 150 εκατομμυρίων, στο οποίο κατέφυγε το ελληνικό κράτος, με συμφέροντες όρους επιτοκίου -2,5%, ενώ τα προηγούμενα ήταν στο 5%- ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των προηγούμενων δανείων. Αλλά, μετά και την αφαίρεση αυτού του νέου δανείου, το συνολικό χρέος επανέρχεται στα προηγούμενα επίπεδα του 1898, γεγονός που καταδεικνύει την πραγματικά δυσβάστακτη υποχρέωση καταβολής τοκοχρεωλυσίων.

Μάλιστα, ανάμεσα στον Δεκέμβριο του 1898 και τον Δεκέμβριο του 1899 και ενώ η Επιτροπή Ελέγχου βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία, η μείωση του συνολικού χρέους δεν ξεπερνά τα 2 εκατ., δηλαδή ποσοστό 0,26%, που ασφαλώς αντιπροσωπεύει μια πραγματικά ελάχιστη μείωση, σε σχέση με τις προσδοκίες που γέννησε η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, ως προς την προοπτική μείωσης του δημόσιου χρέους. Και μόνον αυτός ο υπολογισμός καθιστά σαφή την πλήρη αδυναμία του ελληνικού κράτους να μπει σε μια διαδικασία απεμπλοκής από το βάρος του εξωτερικού δημόσιους χρέους.

Επομένως, στα δύο χρόνια λειτουργίας της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου, καμία ουσιαστική πρόοδος δεν σημειώθηκε στην κατεύθυνση ορθολογικής αντιμετώπισης των κρατικών δαπανών και απεμπλοκής σταδιακά του Δημοσίου από το βαρύ εξωτερικό και εσωτερικό χρέος. Σε αυτό το διάστημα των δύο ετών, το δημόσιο χρέος παρέμεινε σχεδόν σταθερό και ουσιαστικά εκείνο που άλλαξε ήταν η παροχή εγγυήσεων προς τους δικαιούχους, που έβλεπαν έτσι το ελληνικό Δημόσιο να είναι υπό την πραγματική κηδεμονία τους.

Ετσι η επιβολή του ελέγχου και η λειτουργία της διεθνούς οικονομικής επιτροπής είχαν ελάχιστη οικονομική σημασία για το ελληνικό Δημόσιο, εφόσον ουσιαστικά αυτό δεν ήταν πλέον σε θέση να ανταποκριθεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες διαχείρισης. Δηλαδή, το πρόβλημα του ελληνικού Δημοσίου δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης και λανθασμένου προσανατολισμού, αλλά πρόβλημα αντικειμενικό. Κυρίως πρόβλημα πόρων.

Η έκθεση του Εντουαρντ Λο

Το 1893 το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών δημοσιεύει την περίφημη έκθεση του Αγγλου διπλωμάτη και οικονομολόγου σερ Εντουαρντ Λο, ο οποίος ήταν και ο πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.(2) Το σημαντικό αυτό κείμενο αποκαλύπτει τις αντικειμενικές συνθήκες διαμόρφωσης του δημοσιονομικού χρέους που οδήγησαν στη χρεοκοπία του 1893.

Ο Εντουαρντ Λο, έμπειρος Αγγλος διπλωμάτης, ήρθε στην Ελλάδα ως απεσταλμένος της βρετανικής κυβέρνησης το 1892, ικανοποιώντας σχετική επιθυμία του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πρωθυπουργός, προσπαθώντας να αποφύγει τη δημοσιονομική κατάρρευση, απέβλεπε τότε σε μια ευνοϊκή αλλά αντικειμενική έκθεση για την ελληνική οικονομία, έχοντας σχεδιάσει τη σύναψη ενός νέου εξωτερικού δανείου.

Τον Μάρτιο του 1893 ο Λο απέστειλε στο Φόρεϊν Οφις την έκθεσή του: «Το ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αν η κρίση αυτή οφείλεται σε μόνιμες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, ή σε αποτυχημένη οικονομική διαχείριση. Αν υποστηριχθεί πως η δυσκολία οφείλεται σε ανεπιτυχή οικονομική διαχείριση, γεννιέται ένα άλλο ζήτημα: είναι οι πόροι του τόπου αρκετοί ώστε με ένα λογικό νοικοκύρεμα να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που υπάρχουν, ή η οικονομική κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε να μην υπάρχει θεραπεία χωρίς να πειραθχεί η τιμή του ελληνικού έθνους και τα νόμιμα δικαιώματα των δανειστών του;».

Χωρίς περιστροφές, ο Λο θέτει εδώ το κρίσιμο ερώτημα: είναι πρόβλημα κυβερνητικών επιλογών η δημοσιονομική αστάθεια ή πρόβλημα πόρων; Δίνει λοιπόν, πάλι χωρίς περιστροφές, την απάντησή του: «Με μια προσωρινή βοήθεια, η σημερινή κρίση μπορεί να υπερπηδηθεί και με μια κατάλληλη πρόνοια στο μέλλον, μπορεί να εξασφαλιστεί η συνέχεια της αναπτύξεως του τόπου, με τρόπο ομαλό, όπως έγινε μέχρι σήμερα». Ο στόχος του Λο είναι προφανής: να βοηθήσει τον Τρικούπη να πάρει το δάνειο. Ωστόσο προσθέτει και την τελική του φράση, που ηχούσε σαφώς απειλητικά: «Χωρίς όμως αυτήν την πρόνοια, καμιά πρόσκαιρη βοήθεια δεν μπορεί να εμποδίσει την τελική συμφορά».

Η πρώτη τοποθέτηση του Λο γίνεται για τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής κρίσης: «Για να δικαιολογηθεί ο υπερβολικός δανεισμός στο εξωτερικό, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο τόπος έχει επείγουσα ανάγκη ξένων κεφαλαίων για την εσωτερική του ανάπτυξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό είναι σωστό, αλλά η ανάπτυξη αυτή, αν και πρέπει να υποβοηθείται με περίσκεψη, δεν μπορεί όμως, χωρίς σοβαρούς κινδύνους, να εκτείνεται έξω από τα φυσικά της όρια».

Η εντυπωσιακή αυτή παραδοχή του Λο, για τις πραγματικές αιτίες του υπερβολικού εξωτερικού δανεισμού, αποκαλύπτει την οδυνηρή πραγματικότητα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα: κάθε προσπάθεια μεγάλων δημόσιων επενδύσεων είναι στην ουσία μια υποθήκευση του οικονομικού και πολιτικού της μέλλοντος, αφού βαθαίνει μέσω του δανεισμού το δημοσιονομικό της παθητικό και οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη πολιτική εξάρτηση. Επομένως, η πραγματική αιτία είναι ο «οικονομικός μεγαλοϊδεατισμός», που, αναγορεύοντας τα μεγάλα έργα σε εθνικό στόχο, παραδίδει την οικονομία στη χρηματοπιστωτική άβυσσο, από την οποία δεν επρόκειτο να βγει ποτέ.

Ο Λο διασαφηνίζει το σημείο αυτό, με επιχειρήματα σαφή: «Συχνά πιστεύω εκφράζεται η γνώμη ότι η διοίκηση στην Ελλάδα είναι σπάταλη, και ειδικώτερα, ότι υσαναλόγως μεγάλα ποσά ξοδεύονται για τον στρατό και το ναυτικό... Αν εξετάσουμε όμως τα ποσά των μισθών και συντάξεων, και τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, θα βρούμε ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί σοβαρά να επηρεάσει το ισοζύγιο του προϋπολογισμού. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον στρατό και το ναυτικό, η συνολική δαπάνη για μισθούς και συντάξεις είναι περίπου δραχμές 16.250.000, δηλαδή κάτω από 650.000 λίρες. Με την πιο καλή θέληση του κόσμου, δεν είναι δυνατό να γίνει καμιά αξιόλογη περικοπή στο σημείο αυτό».

Αυτή είναι η άποψη του Λο για την περίφημη δημοσιονομική πληγή της ελληνικής διοίκησης. Τέτοια πληγή απλώς δεν υφίσταται. Πού κρύβεται ο αληθινός υπαίτιος, λοιπόν, για την πτώχευση που ήρθε λίγους μήνες μετά την έκθεση Λο; Ας ακολουθήσουμε και πάλι την ανατριχιαστική ακρίβεια των επιχειρημάτων του Βρετανού αξιωματούχου:

«Θα ήμουν διατεθειμένος να αποδώσω το ατύχημα στον υπερβολικό δανεισμό στο εξωτερικό, που προκάλεσε επιβάρυνση των εσόδων και στην επιβάρυνση αυτή ο τόπος, με ατελή διοίκηση των δημοσίων οικονομικών, δεν μπόρεσε να ανθέξη. Σε ίσο βαθμό όμως έφταιγε και η χαλαρότης της διοικήσεως, που παραμέλησε την τακτική είσπραξη των φόρων, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο, όπως το δείχνουν οι πίνακες των εισαγωγών και εξαγωγών, ήταν σταθερά παθητικό».

Ποιες ήταν οι πλευρές της ατελούς διοίκησης; Σύμφωνα με τον Λο ήταν: 1) Η επίδραση της κερδοσκοπίας στην τιμή του συναλλάγματος, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του κράτους σε χρήμα. 2) Η χρήση των δανείων για εξυπηρετήσεις τοκοχρεολυσίων και 3) Η είσπραξη των φόρων.

Τελικώς ο υπερβολικός δανεισμός από το εξωτερικό, που δικαιολογείται από την ανάγκη ξένων κεφαλαίων για μια «ανάπτυξη» πέραν των ορίων αντοχής της οικονομίας, είναι η πραγματική αιτία της επερχόμενης χρεοκοπίας για μια «οικονομική ανάπτυξη» τους όρους της οποίας επέβαλε ο διεθνής και εγχώριος χρηματοπιστωτικός τομέας. Η Ελλάδα δεν ήταν βιώσιμη - αυτό ήταν το ζήτημα.

Η δημοσιονομική κατάρρευση λοιπόν του 1893 ήταν μια προέκταση του αντικειμενικού προβλήματος των περιορισμένων εθνικών πόρων, το οποίο, συνδυαζόμενο με τον υψηλό ρυθμό δανεισμού και την πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου, οδήγησε κάποια στιγμή σε αδυναμία πληρωμών.

Η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898, προϊόν της πτώχευσης του 1893 και της ήττας του 1897, είναι το τέλος μιας μακράς πορείας δημοσιονομικής αποσύνθεσης. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν ήταν πρόβλημα διαχείρισης αλλά πρόβλημα πόρων και μιας άνευ όρων ανάπτυξης μέσω χρηματοπιστωτικών κινήσεων.

Οπως ωραία διατυπώνεται στα αγγλικά η φράση του Λο για την τρικουπική «ανάπτυξη»: «...such development... cannot be unnaturally forced, without grave risks»(3)- όταν προχωρείς σε παρά φύσιν ενέργειες, αναλαμβάνεις προφανώς μεγάλο ρίσκο.

Ετσι, ήταν λογικό να προβλεφθεί η επερχόμενη πτώχευση από τον Λο, ο οποίος ζήτησε το τελευταίο δάνειο για τη μικρή και φτωχή Ελλάδα του 1893, η οποία καταχρεωμένη ζητούσε έλεος. Το δάνειο φυσικά δεν δόθηκε ποτέ και η πτώχευση ήρθε. Ποια ήταν η αιτία; Μια χώρα χωρίς έδαφος, χωρίς πληθυσμό, χωρίς πόρους, ζήτησε να φτιάξει υποδομές, στηριζόμενη στο δανεισμένο χρήμα. Λάθος, όπως κι αν το δει κανείς.

Διότι ποιο ήταν το πρόβλημα; Η έλλειψη πόρων, η έλλειψη πληθυσμού. Με τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, των νησιών και της Μικράς Ασίας να περιμένουν την έξοδό τους από την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, είναι προφανές ότι το ζήτημα της επέκτασης των συνόρων του μικρού ελληνικού βασιλείου θα ήταν η μόνη λύση.

Ωστόσο αυτή ήταν η αφορμή να αναπτυχθούν δυνάμεις αλλαγής τόσο στο εσωτερικό του στρατεύματος όσο κυρίως στο πολιτικό πεδίο, δυνάμεις οι οποίες οδήγησαν στην Επανάσταση στο Γουδί το 1909 και στην έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην Αθήνα, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα, λίγα χρόνια μετά την ήττα, στους εθνικούς θριάμβους των Βαλκανικών Πολέμων και στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θράκης.

Η λύση; Σήμερα δεν έχουμε άλλα εδάφη να διεκδικήσουμε. Εχουμε όμως δυνατότητες αύξησης των φορολογικών εσόδων περιορισμού της αντιπαραγωγικής σπατάλης του Δημοσίου και αύξησης των εθνικών πόρων από μια συνετή διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων σε παραγωγικούς τομείς, κυρίως στον αγροτικό και τον βιομηχανικό.

* Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ διδάσκει Ιστορία του Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

(1) Νικολάου Περσίδου, «Δημόσιον Χρέος της Ελλάδος. 1881-1900», «Τυπογραφείον Ανέστη Κωνσταντινίδου», Αθήνα 1901, σελ. ζ. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα μονογραφία, η οποία δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα μέχρι σήμερα. Ο Νικόλαος Περσίδης υπογράφει ως «επιτετραμμένος την διεξαγωγήν της υπηρεσίας των Δανείων του Κράτους παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος».

(2) Foreign Office, Annual Series Νο 1169 (1893).

(3) FO, AS Νο 1169 (1893), p 17.