Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009


Στη φιλοσοφία υπήρξε κάποτε μια εποχή του θανάτου του Θεού. Η δική μας, προσθέτει ο Μισέλ Ονφρέ, είναι μάλλον η εποχή της επιστροφής του. Γι' αυτό και σήμερα, κατά το συγγραφέα, παρουσιάζεται επείγουσα η ανάγκη για μια αθεϊα τεκμηριωμένη, στοιχειοθετημένη, αταλάντευτη και μαχητική. Η "Πραγματεία περί αθεολογίας" όχι μόνο σημείωσε τεράστια επιτυχία, πουλώντας μόνο τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της στη Γαλλία πάνω από 400.000 αντίτυπα, κάτι που την έφερε μακράν στην πρώτη θέση των δοκιμίων, αλλά προκάλεσε και οξύτατη πολεμική στους κύκλους της διανόησης, και όχι μόνο, και έγινε αφορμή για τη δημοσίευση δεκάδων άρθρων καθώς και δύο βιβλίων που αντιτάσσονται λυσσαλέα στις απόψεις του "καλλιτέχνη φιλοσόφου".

Τι είναι η αθεϊα; Είναι ο αιώνας μας ένας άπιστος αιώνας; Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Θεός πέθανε τον 19ο αιώνα. Ωστόσο ο Θεόδωρος ο 'Αθεος ήδη από τον 4ο π.Χ. αιώνα διακήρυσσε ότι δεν υπάρχει. Η αθεϊα είναι συνομήλικη με την ανθρώπινη σκέψη. Από τις απαρχές της ανθρωπότητας, συνιστά μια σημαντικότατη κοσμοθεώρηση, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι ολομόναχος απέναντι στον εαυτό του και τους αμετάλλακτους νόμους της φύσης. Η ιστορία της αθεϊας δεν είναι, συνεπώς, η άρνηση της ιστορίας των θρησκευτικών πίστεων, αλλά η ιστορία όλων των ανθρώπων, σκεπτικιστών, ελευθεροστοχαστών, αγνωστικιστών, υλιστών, που αναζητούν το νόημα της ζωής έξω από κάθε θρησκευτική πίστη.

Ο πιο γνωστός βιολόγος της εποχής μας σε ένα αποκαλυπτικό έργο.
Ένα βιβλίο που ξεχειλίζει από το πάθος του Ρίτσαρντ Ντόκινς για όλα τα
θέματα που τον απασχολούν, για όλα τα θέματα που μας αφορούν και
επηρεάζουν άμεσα τη ζωή μας.
Με πειστικότητα και σφρίγος, τα κείμενα εκφράζουν το θεμελιώδες αξίωμα
του συγγραφέα: «αναζήτησε την αλήθεια»!

«Είμαι πολύ εχθρικός απέναντι σε κάθε οργανωμένη θρησκεία διότι είναι
εξαιρετικά δεσποτική. Έχει δύναμη, ασκεί επιρροή, απαλλάσσεται από τη
φορολογία και επιβάλλεται συστηματικά στους νέους. Και δεν συμφωνώ με
το επιχείρημα ότι είναι αβλαβής. Eίναι πολύ επικίνδυνη - ιδιαίτερα για τους
αδαείς και για τα παιδιά».

«Ο Ντόκινς αναπτύσσει τις θέσεις του για την εξέλιξη, την ηθική, την πολιτική,
την οικολογία, τα δήθεν γονίδια των ομοφυλόφιλων, και εξαπολύει κεραυνούς
κατά του Θεού, του μυστικισμού και της ψευδοεπιστήμης. Το θάρρος του μας
εκπλήσσει, η σοφία του μας διδάσκει, η γλώσσα του μας γοητεύει. Mας αφήνει
άφωνους με την ευθύτητα των επιχειρημάτων του και με τη μοναδική έμπνευσή του».
Sunday Times

Ένα βιβλίο που χαρακτηρίζεται από το ιδιαίτερα καυστικό πνεύμα του Ρίτσαρντ
Ντόκινς. Στις σελίδες του πνέει ο δυνατός άνεμος του ορθολογισμού.
Στο βιβλίο αποδεικνύεται περίτρανα η ανωτερότητα της επιστήμης απέναντι σε
όλες τις απόπειρες ανορθολογικού προσηλυτισμού. Οι άνθρωποι είναι πιστοί στη
θρησκεία για έναν μόνο λόγο: ανατράφηκαν με αυτόν τον τρόπο και δεν έμαθαν
ποτέ κάτι καλύτερο. Όταν τους προσφέρεται η ευκαιρία να μάθουν, και ύστερα να
εκφράσουν την προτίμησή τους, τότε οι επιστήμονες είναι εκείνοι που δικαιώνονται,
ενώ οι τσαρλατάνοι παρακμάζουν.

«Ως επιστήμονας είμαι ένας παθιασμένος δαρβινιστής, ο οποίος πιστεύει ότι η
φυσική επιλογή είναι σίγουρα η μόνη γνωστή δύναμη που καθοδηγεί την εξέλιξη.
Αλλά την ίδια στιγμή, είμαι και ένας παθιασμένος αντι-δαρβινιστής όταν πρόκειται
για την πολιτική και για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες
υποθέσεις».

ΒΙΟΛΟΓΙΑ & ΕΞΕΛΙΞΗ


Οι πίθηκοι, πάντως, είναι εκείνοι που έβαλαν κάποτε τον ακαδημαϊκό Κώστα Κριμπά σε μπελάδες. Οργισμένοι εκκλησιαστικοί κύκλοι, όπως λέει ο ίδιος σήμερα, αντέδρασαν στην επιστημονική άποψη ότι ο άνθρωπος και ο πίθηκος έχουν κοινό πρόγονο και το βιβλίο του οργανισμού, που επί σχεδόν είκοσι χρόνια διδάσκονταν τα Ελληνόπουλα, υπέστη λογοκρισία. Η επίμαχη παράγραφος απαλείφθηκε.

Έχει σημασία; Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο στο περιοδικό Economist) ένας στους τέσσερις Έλληνες εξακολουθεί να απορρίπτει την Θεωρία της Εξέλιξης ως ψευδή, το υψηλότερο ποσοστό στις χώρες της «παλιάς» Ευρωπαϊκής Ένωσης!

Σήμερα, ο κ. Κριμπάς επανέρχεται με ένα νέο βιβλίο για το ευρύ κοινό. Αυτή ήταν και η αφορμή για τη συνέντευξη. Στην εισαγωγή του βιβλίου καταφέρεται με δριμύτητα και (όχι τόσο ακαδημαϊκό) πάθος εναντίον «όσων τοποθετούν τους Eλληνες μαθητές στο σκότος των πρωτογόνων προκαταλήψεων».

- Γιατί λέτε να συμβαίνει αυτό στη χώρα μας;

- Μία σημαντική ιστορικός η οποία πέθανε πρόσφατα, η Ρένα Πατρικίου, έχει περιγράψει με μεγάλη οξύνοια ότι ένα σημαντικό στοιχείο που μας κινητοποιεί είναι ο φόβος για την εθνική μας ταυτότητα. Πώς δημιουργήθηκε η Ελλάδα; Αν πάτε έξω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, θα δείτε τέσσερα αγάλματα. Από τη μία ο Πατριάρχης ο Γρηγόριος ο Ε΄ και από την άλλη μεριά ο Ρήγας. Μα για όνομα του Θεού, ο Πατριάρχης τον είχε αφορίσει τον Ρήγα! Και μπροστά είναι ο Καποδίστριας με τον Κοραή. Μα ο Κοραής θεωρούσε τον Καποδίστρια τύραννο! Πήραμε ως έθνος αλλοπρόσαλλα στοιχεία και τα ενώσαμε για να φτιάξουμε μια ταυτότητα. Λοιπόν, κάποιοι ίσως θεωρούν ότι αν θίξεις ένα από αυτά τα συστατικά απειλούμεθα.

- Θίγεται η Εκκλησία;

- Η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν εκφράστηκε υπέρ και ποτέ δεν εκφράστηκε εναντίον της Θεωρίας της Εξέλιξης. Οι αντιδράσεις έρχονται από οργανώσεις, κύκλους και κληρικούς.

- Ωστόσο, η Καθολική Εκκλησία έχει τοποθετηθεί επισήμως επί του θέματος.

- Ο προηγούμενος Πάπας, ο Ιωάννης Παύλος Β΄, είχε πει ότι πρόκειται για κάτι παραπάνω από μία θεωρία που όλοι οι βιολόγοι τη δέχονται.

- Πρακτικά, τι σημαίνει για ένα νέο άνθρωπο να μην έχει διδαχθεί τη θεωρία της εξέλιξης σωστά;

- Ένα έθνος, για να επιζήσει, πρέπει να μη ζει σε παρωχημένες εποχές. Δηλαδή, πρέπει να διαμορφωθεί μία καινούργια αντίληψη, η οποία εξαρτάται από την πρόοδο της επιστήμης. Και η επιστήμη πάει πακέτο. Δεν μπορούμε να πούμε ότι εγώ παίρνω τις ασπιρίνες και τα άλλα τα πετάω. Αν θέλουμε να επιζήσουμε, πρέπει να προσαρμοστούμε όπως οι άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης. Και να μεταβάλουμε ενδεχομένως λίγο την ιδέα μας περί ταυτότητας ώστε να είναι προσαρμοσμένη στην πρόοδο αυτή.

Η κομμένη παράγραφος

- Πριν από 30 χρόνια δεν νιώσατε την ανάγκη ως πανεπιστημιακός δάσκαλος να αντιδράσετε για τη λογοκρισία που υπέστη το βιβλίο Βιολογίας του Οργανισμού που εσείς είχατε συγγράψει;

- Εκοψαν μία μικρή φράση. Οτι ο άνθρωπος και ο πίθηκος έχουν κοινό πρόγονο. Είναι πολύ αστείο... Αλλά δεν ήταν αυτό το θέμα. Μέχρι τότε δεν διδασκόταν ποτέ η εξέλιξη. Προτίμησα λοιπόν να διδαχθεί ό, τι ήταν να διδαχθεί και ας γινόταν αυτή η περικοπή, παρά το αντίθετο.

- Γιατί έκοψαν την συγκεκριμένη φράση;

- Γιατί άρχισαν τα τηλεγραφήματα στο υπουργείο ότι είναι ντροπή για τα Ελληνόπουλα να διδάσκονται ότι κατάγονται από ένα κτήνος. Προφανώς, τα... Αγγλόπουλα μπορούσαν να το διδάσκονται. Και ζητούσαν να καεί το βιβλίο.

- Ο συνειρμός με τις πρόσφατες αντιδράσεις γύρω από το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού είναι αναπόφευκτος. Η κ. Μαρία Ρεπούση υπεραμύνθηκε έντονα της «επίμαχης φράσης» περί συνωστισμού στη Σμύρνη.

- Τη γνωρίζω την ιστορία της κ. Ρεπούση, γιατί μας το έδωσαν στην Ακαδημία να το διαβάσουμε και το συζητούσαμε επί μήνες.

- Οπότε βρεθήκατε από την άλλη πλευρά να κρίνετε εσείς σχολικό εγχειρίδιο. Ποια είναι η άποψή σας;

- Ηταν μία μεγάλη αδεξιότητα εκ μέρους της. Οταν ξέρει κανείς τι έγινε στη Σμύρνη -εγώ δεν προέρχομαι από προσφυγική οικογένεια- αυτό ήταν λίγο προκλητικό. Βέβαια, είναι αναμφισβήτητο ότι η ιστορία, όπως την αφηγείται κανείς, διαμορφώνει την φιλοπατρία και τον ρατσισμό. Εγώ θα επιθυμούσα μία ιστορία η οποία να είναι ειρηνόφιλη. Αλλά εν πάση περιπτώσει δεν πρέπει να είναι αφελής.

Επιστήμη και θρησκεία

- Ενας από τους μεγαλύτερους γενετιστές της εποχής μας και δάσκαλός σας, ο Theodosius Dobzhansky, ήταν θρησκευόμενος. Προσπαθούσε να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, λέτε;

- Κοιτάξτε. Ο Dobzhansky ήταν Ρώσος και μάλιστα απόγονος της αδερφής του Ντοστογιέφσκι. Ηταν όντως θρησκευόμενος. Στις αρχές του '60 επέμενε φοβερά να πάμε οι δυο μας μία εκδρομή στο Αγιον Ορος. Μείναμε στο ρώσικο μοναστήρι και κοινώνησε. Εγραψε και ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο: «Η βιολογία του υπαρξιακού μας ερωτήματος». Και εκεί υποστηρίζει ότι η θρησκεία είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να προσαρμόζεται με την επιστήμη.

- Η θρησκευτική πίστη βοηθάει στην εξέλιξη της ζωής;

- Σε όλα τα μέρη του κόσμου, όλοι περίπου οι άνθρωποι ακολουθούν μία θρησκεία. Αν ακολουθήσουμε την σκέψη του Δαρβίνου, θα θεωρήσουμε ότι είναι γενετικά γραμμένο. Δεν είναι - αλλά πρέπει να μας βάλει σε σκέψη γιατί συμβαίνει αυτό. Ο άνθρωπος διαφέρει από ορισμένα ζώα γιατί έχει αυτό που λέμε «theory of mind». Ξέρουμε ότι και οι άλλοι άνθρωποι είναι σαν κι εμάς και ότι κι εμείς θα πεθάνουμε και έχουμε ένα άγχος υπαρξιακό. Μια γονεϊκή προστασία μας βοηθάει στο να ησυχάσουμε από αυτό το άγχος. Φαίνεται ότι όσοι πιστεύουν -και επιζούν- βγαίνουν μερικές μέρες νωρίτερα από την εντατική θεραπεία. Οι υποδοχείς τους δέχονται άλλες ενώσεις.

- Αρα η πίστη επιδρά βιολογικά πάνω στο σώμα τους;

- Βέβαια.

- Η γνώση της επιστήμης μπορεί να βοηθήσει στο υπαρξιακό μας άγχος;

- Νομίζω ότι ο άνθρωπος χρειάζεται μία θεωρία περί του κόσμου. Βέβαια, δεν του λύνει όλα τα προβλήματα, αλλά βοηθάει πάρα πολύ. Ξέρετε, το νοητικό μας όργανο, η λογική μας, έχει υποστεί επιλογή για τις συνθήκες στις οποίες ζούμε. Είναι οι συνθήκες του μεσόκοσμου. Δηλαδή, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ούτε πολύ μεγάλα πράγματα ούτε πολύ μικρά... Ούτε το άτομο ούτε όμως και κάτι κοντά στο άπειρο. Αυτά που προδίδουν τον κοινό μας νου βρίσκονται ακριβώς σε αυτές τις άλλες περιοχές, για τις οποίες δεν είναι φτιαγμένο το μυαλό μας.

Το υπαρξιακό ερώτημα

- Γι' αυτό δεν μπορούμε να απαντήσουμε και στο βασικό υπαρξιακό ερώτημα;

- Οχι. Γι' αυτό δεν μπορούμε να απαντήσουμε στα προβλήματα της Φυσικής. Υπάρχουν παράδοξα που η λογική μου δεν τα αντιλαμβάνεται. Οπως το παράδοξο του Russell (σ.σ.: κατά πόσον είναι μέρος του εαυτού του το σύνολο των συνόλων που δεν αποτελούν μέρος του εαυτού τους).

- Η επιστήμη θα δώσει ποτέ απαντήσεις στο υπαρξιακό ερώτημα, πού ήμαστε πριν γεννηθούμε;

- Πουθενά δεν είμαστε. Εσείς, ξέρετε πού είμαστε; Γιατί το παιδεύετε;

- Η τύχη έπαιξε ρόλο στη ζωή σας;

- Ημουν τυχερός στο ότι είχα πολύ καλούς δασκάλους. Ξέρετε, οι οικογένειες ερευνητών είναι κλειστοί κύκλοι. Αλλά γνωρίζεις σημαντικούς ανθρώπους. Οι μαθητές του Dobzhansky είμαστε σαν μία οικογένεια. Τώρα πεθαίνουν και πολλοί...

- Πώς έγινε και άνοιξαν αρχικά αυτοί οι κλειστοί κύκλοι για εσάς;

- Τότε, όλοι οι Ελληνες στη Λωζάννη ήθελαν να γίνουν γιατροί. Ημουν ο μόνος μεταξύ δέκα Ελβετών. Οι οποίοι έγιναν και παραμένουν φίλοι μου.

- Ως πανεπιστημιακός, νομίζετε ότι οι Ελληνες διδάσκοντες δίνουν αντίστοιχες ευκαιρίες στους Ελληνες φοιτητές;

- Δεν ξέρω. Μπορεί μερικοί να δίνουν και άλλοι να μη δίνουν. Αλλά μη νομίζετε ότι και οι φοιτητές επιζητούν τις ευκαιρίες. Ψάχνεις να βρεις ανθρώπους για να τους εμπνεύσεις. Δουλεύεις με το υλικό το οποίο έχεις.

της Κατερνίνας Μπακογιάννη, Καθημερινή, 20/12/2009)

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Η σύγκρουση επιστήμης και θρησκείας είναι αναπόφευκτη


Αύριο είναι η Ημέρα του Περιβάλλοντος. Το οποίο, επί εκατοντάδες χρόνια, καταστρέφεται συστηματικά και σε μεγάλη έκταση από το ζώο που ακούει στο όνομα άνθρωπος. Ενας από τους πιο αναγνωρισμένους παγκοσμίως επιστήμονες, ο καθηγητής Τζάρεντ Ντάιαμοντ, μιλά στην «Ε» γι' αυτό το τρομακτικό και ταυτόχρονα θαυμαστό ζώο, καθώς και για το τι μπορεί τελικά να το γλιτώσει από τον επικίνδυνο εαυτό του...
Αφορμή για τη συνέντευξη με έναν από τους πιο επιδραστικούς επιστήμονες του πλανήτη αποτέλεσε η κυκλοφορία στα ελληνικά τού βιβλίου του «Ο τρίτος χιμπαντζής», από τις εκδόσεις Κάτοπτρο. Είναι το πρώτο του βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε το 1992, και αποτέλεσε τη μήτρα των επόμενων δύο αριστουργημάτων του «Οπλα, μικρόβια και ατσάλι» (για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ) και «Κατάρρευση».

«Το 1859», γράφει ο Ντάιαμοντ στον «Τρίτο χιμπαντζή», «όταν ο Δαρβίνος ισχυρίστηκε ότι έχουμε εξελιχθεί από τους πιθήκους, ήταν μάλλον αναμενόμενο οι πιο πολλοί άνθρωποι να βρουν τη θεωρία του εξωφρενική και να συνεχίσουν να επιμένουν ότι μας δημιούργησε ο Θεός, χωριστά από τα υπόλοιπα είδη. Πολλοί, συμπεριλαμβανομένου του ενός τετάρτου των Αμερικανών αποφοίτων κολεγίου, εμμένουν σήμερα σε αυτή την πεποίθηση...».

Φέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Δαρβίνου και τα 150 από την κυκλοφορία του κορυφαίου έργου του «Η καταγωγή των ειδών». Ποια είναι η σημασία της θεωρίας του Δαρβίνου για την επιστήμη;

«Δεν θα αναφερόμουν στην τεράστια ανακάλυψη του Δαρβίνου σαν θεωρία» διευκρινίζει ο Ντάιαμοντ. «Θα ήταν σαν να χαρακτήριζα θεωρία την ανακάλυψη ότι η Γη είναι σφαιρική και όχι επίπεδη». Ο Δαρβίνος θεμελίωσε το γεγονός της βιολογικής εξέλιξης και στα θέματα της φυσικής επιλογής και της σεξουαλικής επιλογής αναγνώρισε σωστά τους βασικούς μηχανισμούς, υπεύθυνους για τη βιολογική εξέλιξη. Αυτές οι ανακαλύψεις του Δαρβίνου αποτέλεσαν την πιο σημαντική πρόοδο στην ιστορία της Βιολογίας».

Ο Δαρβίνος παίδευε πολλά χρόνια στο μυαλό του το αν θα έπρεπε να δημοσιεύσει τη θεωρία του, φοβούμενος σε έναν βαθμό και τις αντιδράσεις που η δημοσίευσή της θα συναντούσε. Αντιμετώπισε ποτέ ο Ντάιαμοντ κάποιο ανάλογο πρόβλημα; «Οχι. Δεν αντιμετώπισα ποτέ αντιδράσεις σε δημοσιεύσεις μου σχετικές με τη δουλειά του Δαρβίνου. Αυτό πιθανότατα συνέβη επειδή όσοι διάκεινται αρνητικά απέναντι στις ιδέες του Δαρβίνου δεν διαβάζουν αυτά που γράφω. Μάλιστα, έχω την αίσθηση ότι δεν διαβάζουν γενικώς...».

Κατά καιρούς οι επιστημονικές θεωρίες έχουν χρησιμοποιηθεί από πολιτικές ιδεολογίες προς όφελός τους. Ετσι, δεν είναι σπάνιο κάποιος δαρβινιστής που αναφέρεται στην εξέλιξη και τα γονίδια να χαρακτηρίζεται π.χ. φασίστας. «Ασφαλώς και η θεωρία του Δαρβίνου όπως και η μοντέρνα κατανόηση των γονιδίων είναι απαραίτητες για την κατανόηση της ανθρώπινης εξέλιξης» διευκρινίζει ο Ντάιαμοντ. «Αλλά αυτό δεν κάνει έναν άνθρωπο φασίστα. Με τον ίδιο τρόπο που κάποιος μπορεί να κάνει λανθασμένη εφαρμογή της Βιολογίας, μπορεί να κάνει και λανθασμένη εφαρμογή της Χημείας (και να παράγει το cyclon Β) ή της φυσικής (και να παράγει ατομικές βόμβες)».

Πέραν της πολιτικής, υπάρχει και το θέμα της διαχρονικής σύγκρουσης θρησκείας - επιστήμης, με τη θεωρία του ευφυούς σχεδιασμού από κάποιο ανώτερο Ον να "ανταγωνίζεται" τη θεωρία της εξέλιξης στα αμερικανικά σχολεία. Ακόμη και ο Δαρβίνος, πρώτα είχε σπουδάσει θεολογία και εν συνεχεία προχώρησε στις επιστημονικές του ανακαλύψεις.

Ποια είναι η άποψη τού Ντάιαμοντ γι' αυτή την πανάρχαια κόντρα; «Η σύγκρουση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας είναι μόλις και μετά βίας αναπόφευκτη. Βέβαια, υπάρχουν επιστήμονες που πιστεύουν, όπως και θρησκευόμενοι που χρησιμοποιούν την επιστήμη».

Ωστόσο οι αντιδράσεις παραμένουν. Εάν πεις σε 10 ανθρώπους ότι κατάγονται από τον χιμπαντζή, από τον οποίο διαφέρουμε μόνο στο 2% των γονιδίων, μάλλον δεν θα βρεις πάνω από 2-3 που να το αποδεχτούν με ψυχραιμία. Κατά τον Ντάιαμοντ αδικαιολόγητα: «Εάν σκεφτούμε όσα άσχημα έχουν κάνει οι άνθρωποι, τότε θα έπρεπε να αισθανόμαστε κολακευμένοι και όχι προσβεβλημένοι για την καταγωγή μας από τον χιμπαντζή. Αλλωστε εμφανίζουμε πολλά κοινά γνωρίσματα, με κυριότερα, τη μητρική αγάπη, την πείνα και τη δολοφονικότητα...».

Ενστικτα άλλοτε ευγενή και άλλοτε τρομακτικά. Τα οποία, πώς ακριβώς συνδέονται μεταξύ τους; «Δεν συνδέονται» ξεκαθαρίζει ο Αμερικανός καθηγητής: «Τόσο τα ζώα όσο και οι άνθρωποι κάνουν ένα σωρό πράγματα, κάποια από τα οποία τα θαυμάζουμε και άλλα τα περιφρονούμε. Ανθρωποι έχτισαν τον Παρθενώνα και άνθρωποι εκτέλεσαν μαζικά τους πολίτες των Πλαταιών, όπως περιέγραψε ο μεγάλος σας ιστορικός Θουκυδίδης. Για να μην αναφέρουμε τους, πιο πρόσφατους, θαλάμους αερίων των ναζί».

Για το θέμα της... επίθεσης που έχουμε εξαπολύσει στο περιβάλλον μας, ο Ντάιαμοντ είναι κάθετος: κάπως έτσι φερόμασταν πάντα. Απλώς, αυτό που έχει αλλάξει είναι ο βαθμός της περιβαλλοντικής κακοδιαχείρισης: «Πολλοί άνθρωποι εμμένουν ακόμη στη ρουσοϊκή φαντασίωση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά μας εμφανίστηκε με τη Βιομηχανική Επανάσταση, προ της οποίας ζούσαμε σε αρμονία με τη Φύση. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν έχουμε τίποτε να διδαχθούμε από το παρελθόν παρά μόνο πόσο ενάρετοι ήμασταν και πόσο μοχθηροί έχουμε γίνει...» γράφει ο Ντάιαμοντ στην εισαγωγή του «Τρίτου Χιμπαντζή». Και, στη σχετική ερώτησή μας, προσδιορίζει την πρώτη απόδειξη μαζικής εκμετάλλευσης και καταστροφής του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο, κατά την εγκατάστασή του στην Αυστραλία, 46.000 χρόνια πριν: «Οταν όλα τα μεγάλα ζώα της ηπείρου εξαφανίστηκαν αμέσως...».

Βάσει των όσων γνωρίζει, είναι -άραγε- αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το μέλλον; «Θεωρώ τον εαυτό μου έναν προσεκτικό οπτιμιστή. Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζω πως αντιμετωπίζουμε μεγάλα προβλήματα σήμερα, τα οποία σίγουρα θα μας καταστρέψουν αν δεν προλάβουμε να τα λύσουμε. Από την άλλη, όλα αυτά είναι προβλήματα που οι ίδιοι έχουμε προκαλέσει στους εαυτούς μας, συνεπώς είναι μέσα στη σφαίρα της δύναμής μας να τα σταματήσουμε -αρκεί βεβαίως να κάνουμε τη σχετική επιλογή».*
Συνέντευξη Στον ΓΙΑΝΝΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 4/6/2009

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Η ενσωμάτωση των μεταναστών περνάει μέσα από την κοινωνία των πολιτών

Συμμετέχοντας στη δημοκρατία μαθαίνουμε να είμαστε πολίτες μιας δημοκρατίας, και αυτό ισχύει για όλους μας, λέει ο Ζαν Τίλι, ο Ολλανδός ειδικός στην ενσωμάτωση των μεταναστών και ένας από τους Ευρωπαίους ερευνητές με τη μεγαλύτερη πείρα σε θέματα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των μεταναστευτικών κοινοτήτων.
Στην Ολλανδία ακόμη μαθαίνουμε πώς να διεξάγουμε μια αποδοτική και σοβαρή συζήτηση γύρω από το θέμα της μετανάστευσης και σχετικά με το πώς θέλουμε να είναι η πολυπολιτισμική κοινωνία μας» λέει ο Τίλι, παρατηρώντας ότι πρόκειται για μια πολύ δύσκολη συζήτηση που πολύ συχνά εκτυλίσσεται σε έντονους τόνους.

Καθηγητής στο Ινστιτούτο Μεταναστευτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Αμστερνταμ, ο 48χρονος Τίλι συντονίζει το Eurislam, ένα διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αναλύει πώς επηρεάζεται η ένταξη του Ισλάμ στα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη από τις εθνικές παραδόσεις που συνδέονται με την ταυτότητα, την ιδιότητα του πολίτη και τις σχέσεις κράτους-Εκκλησίας. «Μελετάμε την ενσωμάτωση των μουσουλμάνων μεταναστών σε έξι χώρες: Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία και Ελβετία», λέει ο Τίλι που ξαφνιάζεται όταν του λέω πόσο ενδιαφέρον θα είχε η ελληνική περίπτωση, αφού στη χώρα μας δεν έχει γίνει ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας. «Αλήθεια; Δεν έχει γίνει χωρισμός κράτους-Εκκλησίας; Ξέρετε... θα έπρεπε να έχει γίνει» παρατηρεί ο Τίλι και από τον τόνο της φωνής του καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος προσπαθεί από διακριτικότητα να κρύψει το μέγεθος της έκπληξής του -στη συνέχεια της συζήτησης θα επιστρέψει στον καθοριστικό ρόλο που θεωρεί ότι παίζει στη σημερινή συγκυρία η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στις θρησκείες.

«Δύο είναι τα κεντρικά ερωτήματα που θέτουμε μέσω του Eurislam», εξηγεί. «Το ένα αφορά τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν οι μουσουλμάνοι μετανάστες τη θρησκευτική πίστη τους, δηλαδή κατά πόσο ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, και το δεύτερο ερώτημα εξετάζει σε ποιο βαθμό τα κοινωνικά δίκτυα στα οποία συμμετέχουν περιλαμβάνουν και μη μουσουλμάνους». Μια που η συγκριτική μελέτη αφορά και την Ελβετία, το πρόσφατο δημοψήφισμα για την απαγόρευση ανέγερσης νέων μιναρέδων στη χώρα πρέπει να έδωσε στον Τίλι και τους συνεργάτες του πρόσθετα ερεθίσματα για σκέψη - είναι έτσι;

Πώς εξηγείτε το αποτέλεσμα του πρόσφατου ελβετικού δημοψηφίσματος;

«Πολλοί Ευρωπαίοι δεν κατανοούν τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος μας έχει αλλάξει, ενώ η επίδραση της 11/9 είναι ακόμη ζωντανή. Οι άνθρωποι φοβούνται τους μουσουλμάνους που ζουν ανάμεσά τους, δεν κατανοούν τον τρόπο ζωής τους, νομίζουν ότι το Ισλάμ είναι επικίνδυνη θρησκεία. Δεν συμφωνώ, αλλά αυτό είναι εκτός θέματος. Εχω λοιπόν την εντύπωση ότι μέσω του δημοψηφίσματος οι Ελβετοί πολέμησαν την ύπαρξη μια νέας θρησκείας στη χώρα τους. Αυτό που συνέβη αναδεικνύει ένα θέμα πάνω στο οποίο οι δημοκρατίες μας οφείλουν να εργαστούν εντατικά, γιατί οι μουσουλμάνοι θα παραμείνουν στην Ευρώπη, όπου άλλωστε ήδη ζούμε σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Γι' αυτό πρέπει να βρούμε τρόπους για να ζούμε καλά μαζί σεβόμενοι τη θρησκευτική ελευθερία».

Η ολλανδική κοινωνία υπήρξε παραδοσιακά από τις πιο ανοιχτές και ανεκτικές στην Ευρώπη. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει συντελεστεί μια στροφή και πληθαίνουν οι φωνές εναντίον των μεταναστών. Τι άλλαξε;

«Υπάρχει αυτή η εικόνα για την Ολλανδία αλλά, ξέρετε, στην πραγματικότητα η ανεκτικότητα της κοινωνίας μας είχε περισσότερο να κάνει με την άγνοια. Εννοώ ότι συνδεόταν με μια πολύ ολλανδική αντίληψη σύμφωνα με την οποία, αν κάποιος δεν μας ενοχλεί, δεν θα τον ενοχλήσουμε. Αδιαφορούσαμε για τον τρόπο ζωής των διαφορετικών μεταναστευτικών κοινοτήτων, από τη στιγμή που δεν ανακατεύονταν με τον δικό μας τρόπο ζωής. Αυτού του τύπου η ανεκτικότητα προϋποθέτει ότι δεν ανοίγουμε συζήτηση για τους διαφορετικούς τρόπους που επιλέγουμε να ζούμε, για τις διαφορετικές αξίες μας, ότι δεν θέτουμε ερωτήματα ούτε αμφισβητούμε τις επιλογές και τις πρακτικές ο ένας του άλλου».

Ηταν δηλαδή μια μορφή ανεκτικότητας που αναπόφευκτα θα είχε ημερομηνία λήξης;

«Ακριβώς. Το σημείο καμπής ήταν η επίθεση της 11/9, την οποία διαδέχτηκε η δολοφονία του Πιμ Φορτάιν και αργότερα του Τέο Βαν Γκογκ. Αυτά τα τρία γεγονότα υπήρξαν καθοριστικά. Ξαφνικά πολλοί Ολλανδοί αισθάνθηκαν πως ήρθαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική, άγνωστη θρησκεία και μόνο τότε συνειδητοποίησαν πόσο είχε αλλάξει η ολλανδική κοινωνία. Αυτό είχε συμβεί ήδη από τη δεκαετία του '60, αλλά δεν το είχαν κατανοήσει, και αίφνης δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Οταν βλέπουν τον κόσμο να αλλάζει, οι περισσότεροι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο - νιώθουν κοινωνικά απομονωμένοι και αναζητούν εύκολες λύσεις. Και μία από τις εύκολες λύσεις είναι να πουν ότι θέλουμε να φύγουν οι μουσουλμάνοι και να επιστρέψουμε στη γνήσια ολλανδική κουλτούρα - ό,τι κι αν αυτό σημαίνει. Στον απόηχο της 11ης του Σεπτέμβρη, ο μηχανισμός τού "δεν σε ενοχλώ όσο δεν με ενοχλείς" δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει, γιατί ο αντίκτυπος του τρομοκρατικού χτυπήματος ήταν τόσο μεγάλος που δεν υπήρχαν περιθώρια, έπρεπε πια να συζητήσουμε για την πολυπολιτισμική δημοκρατία μας, να μιλήσουμε για τους διαφορετικούς τρόπους ζωής μας. Κάποτε συζητούσαμε σχετικά με το πώς πρέπει να ζούμε, τι σημαίνει να είσαι πολίτης, ποιες είναι οι προϋποθέσεις μιας καλής ζωής, έτσι δεν είναι;».

Η συζήτηση διεξάγεται στη σκιά των δύο δολοφονικών επιθέσεων εναντίον του Πιμ Φορτάιν και του Τέο Βαν Γκογκ;

«Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Τη δεκαετία του '80 υπήρχε ήδη ένα μικρό ακροδεξιό, ξενοφοβικό κόμμα, που όμως βρισκόταν στο περιθώριο. Επειτα, στη δεκαετία '90, τα συντηρητικά κόμματα άρχισαν να σχεδιάζουν και να παρουσιάζουν την άποψή τους για το πώς δομείται μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Κι έπειτα, στις αρχές του 21ου αιώνα, άρχισαν πια και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να έχουν συγκεκριμένες αντιλήψεις και θέσεις γύρω από το τι σημαίνει για μια κοινωνία να είναι πολυπολιτισμική - έτσι, μόλις πριν από την 11/9 ήμασταν έτοιμοι να αρχίσουμε το δημόσιο διάλογο γύρω από τα προβλήματα που βιώναμε. Ηρθε, όμως, το συλλογικό τραύμα του τρομοκρατικού χτυπήματος που το διαδέχτηκαν οι δύο δολοφονικές επιθέσεις κι έτσι ενώ ήμασταν πρόθυμοι να μιλήσουμε για την πολυπολιτισμική δημοκρατία μας, πώς τη θέλουμε, τι πρέπει να κάνουμε κ.λπ., αυτές οι τραυματικές εμπειρίες στάθηκαν εμπόδιο στη διεξαγωγή του διαλόγου στη βάση του ορθού λόγου. Σήμερα υπάρχει πολύς φόβος, που υπερισχύει της λογικής. Αυτός ο φόβος, η κοινωνική απομόνωση και η άγνοια φταίνε για την άνοδο της άκρας δεξιάς. Οι άνθρωποι βρίσκονται σε σύγχυση εμπρός στις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω τους και γραπώνονται από τον εθνικισμό, που εκμεταλλεύεται ό,τι είναι οικείο».

Αν οι άνθρωποι στρέφονται στην άκρα δεξιά διότι δεν κατανοούν τον τρόπο με τον οποίο αναπόφευκτα αλλάζει ο κόσμος μας, τι φταίει γι' αυτή την αδυναμία κατανόησης;

«Είναι τεράστιες οι ευθύνες των πολιτικών. Αυτοί είναι που πρώτοι έχουν χρέος να εξηγήσουν στους πολίτες τι συμβαίνει. Ομως το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι ανασφαλείς πολίτες ενεργούν και ως ανασφαλείς ψηφοφόροι. Επίσης, στις μέρες μας οι ψηφοφόροι δεν είναι σταθεροί - δεν ξέρω πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα, αλλά στην Ολλανδία είναι πολύ μεγάλο το ποσοστό των αναποφάσιστων ψηφοφόρων. Το αποτέλεσμα είναι να γίνονται πιο ανασφαλείς και οι πολιτικοί, οι οποίοι δεν αισθάνονται καθόλου βέβαιοι για τον αριθμό των εδρών στη Βουλή, οπότε πασχίζουν να είναι αρεστοί σε όλους - έτσι η πλειοψηφία των πολιτών που είναι σε σύγχυση έχει να κάνει με πολιτικούς οι οποίοι μιλούν και ενεργούν σαν να είναι επίσης σε σύγχυση».

Από την πείρα σας, ποιες είναι οι συνθήκες που έχετε παρατηρήσει ότι ευνοούν τη ριζοσπαστικοποίηση, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση;

«Ο πιο κρίσιμος παράγοντας είναι η αίσθηση της κοινωνικής απομόνωσης και η ανάγκη για εύκολες απαντήσεις, είτε αυτό είναι η ορθόδοξη ερμηνεία του Κορανίου είτε η βεβαιότητα ότι πρέπει να υπερασπιστούμε κάποια υποτιθέμενη γνήσια ολλανδική κουλτούρα. Κατά τη γνώμη μου, πολλοί από τους πολίτες που ψηφίζουν το Κόμμα της Ελευθερίας του Χερτ Βίλντερς βρίσκονται σε διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και δυσπιστούν απέναντι σε όλους και όλα. Δεν έχουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, στους πολιτικούς, στους γείτονές τους, σε κανέναν».

Εσείς πιστεύετε ότι η ενσωμάτωση των μεταναστών περνάει μέσα από τη συμμετοχή τους στην πολιτική. Γιατί;

«Οταν συμμετέχεις στη δημοκρατία, γίνεσαι δημοκράτης. Φτάνοντας κάποιος σε έναν τόπο όπου επιθυμεί να ζήσει, οφείλει να προσανατολιστεί όσον αφορά το πολιτικό και κομματικό σύστημα, εν προκειμένω οφείλει να γνωρίσει τα πολιτικά πράγματα στην Ολλανδία. Γενικώς, όταν κάποιος συμπεριφέρεται ως πολίτης μιας δημοκρατίας, γίνεται καλύτερος πολίτης. Μέσα από τη συμμετοχή μαθαίνουμε τι σημαίνει κοινό καλό και αναγκαζόμαστε να συνεργαστούμε αντί να ενδιαφερόμαστε αποκλειστικά για το στενό ατομικό συμφέρον. Η πολιτική συμμετοχή μπορεί να είναι η ψήφος, αλλά οπωσδήποτε μπορεί και πρέπει να είναι κάτι περισσότερο - μιλάω για την κοινωνική συμμετοχή στο επίπεδο της γειτονιάς όπου ερχόμαστε σε επαφή με τις ανάγκες και τις προτιμήσεις άλλων ανθρώπων, συζητάμε, κάνουμε συμβιβασμούς. Με άλλα λόγια κοινωνικοποιούμαστε και αυτό μας κάνει καλύτερους πολίτες».

Με ποιους τρόπους μπορεί μια κοινωνία να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των μεταναστών στα κοινά, και άρα την ενσωμάτωσή τους;

«Η δική μου εμπειρία και όλες οι σχετικές έρευνες αποδίδουν πολύ σημαντικό ρόλο στις οργανώσεις που σχηματίζονται στη βάση της κοινής εθνοτικής καταγωγής. Οταν οι άνθρωποι οργανώνονται σε αυτή τη λογική, παρατηρείται πολύ θετική επιρροή και στη συμμετοχή τους στην πολιτική γενικότερα. Ξέρω ότι αυτό ακούγεται παράδοξο - όλοι φαντάζονται ότι η συμμετοχή σε τέτοιες οργανώσεις κάνει τους ανθρώπους εσωστρεφείς, τους απομακρύνει από την κοινωνία. Δεν είναι έτσι, όμως, γιατί σε τέτοιες οργανώσεις οι άνθρωποι αναγκάζονται να συζητούν για κοινά προβλήματα και να αναζητούν λύσεις σε συνεργασία με ανθρώπους με τους οποίους δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συμφωνούν. Επίσης, μια οργάνωση συμμετέχει σε ένα δίκτυο, διαπραγματεύεται με άλλες οργανώσεις κ.λπ. Με αυτό τον τρόπο κοινωνικοποιούνται τα μέλη, καθώς εκπαιδεύονται στη συνεργασία με ανθρώπους με τους οποίους διαφωνούν. Η συζήτηση και η συνεργασία με πρόσωπα με τα οποία διαφωνούμε - αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας».

Πρακτικά, τι είδους πρωτοβουλίες μπορεί να πάρει ένα κράτος για να ανοίξει και να διατηρήσει ζωντανό και δημοκρατικό το διάλογο μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων;

«Η πείρα μου λέει ότι ο διάλογος ανοίγει ευκολότερα και είναι πιο δημιουργικός στο επίπεδο της γειτονιάς ή της συνοικίας. Ας μιλήσουμε με παραδείγματα - ας πούμε ότι πρόκειται να αλλάξει χρήση κάποιος χώρος ή να αλλάξει μορφή κάποιο σημαντικό κτίριο. Τότε οι τοπικές αρχές καλούν τους κατοίκους σε ανοιχτές συζητήσεις για να τους ενημερώσουν, για να ακούσουν τις απόψεις, τις ανάγκες και τις προτάσεις τους. Ετσι οι άνθρωποι συναντιούνται και συζητούν για θέματα κοινού ενδιαφέροντος που δεν έχουν σχέση με τις διαφορετικές πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, αλλά στη διαδικασία μιας ανοιχτής συζήτησης δεν μπορεί παρά να προκύψουν κάποτε και ζητήματα που σχετίζονται με την πολιτική ή τη θρησκεία. Οπότε οι άνθρωποι αρχίζουν να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αρχίζουν να συζητούν και ν' αναζητούν λύσεις που υπερβαίνουν τις διαφορές τους, και ευνοείται η κοινωνική συνοχή. Είναι αληθινά εξαιρετικά σημαντικό να ενισχύεται η κοινωνική συνοχή στο επίπεδο της γειτονιάς. Και είναι χρέος των δημοτικών αρχών να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου να ευνοήσουν τη συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες πολιτών, ώστε να συζητήσουν για συγκεκριμένα κάθε φορά θέματα κοινού ενδιαφέροντος».

Τον περασμένο μήνα, η Γερμανίδα υπουργός για θέματα μετανάστευσης ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να ζητάει από τους ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν στη χώρα να υπογράψουν ένα «συμβόλαιο ενσωμάτωσης», με το οποίο θα δεσμεύονται να σέβονται τις αξίες της ελευθερίας του λόγου και της ισότητας των φύλων.

«Οσοι συμπαθούν τους συμβολισμούς δεν μπορούν παρά να συμφωνούν. Ωστόσο οι άνθρωποι μαθαίνουν πώς να είναι δημοκρατικοί πολίτες μέσα στην κοινωνία των πολιτών - αυτό έχει σημασία. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, λέμε συνέχεια ότι ένα σημαντικό σκέλος της ενσωμάτωσης αφορά την εκμάθηση της γλώσσας. Ε, λοιπόν, στο πανεπιστήμιο έχω συναδέλφους από άλλες χώρες οι οποίοι πολύ απλά δεν μαθαίνουν ολλανδικά. Αφού όλοι τούς μιλάμε αγγλικά! Και πολλοί μετανάστες δεν μαθαίνουν ολλανδικά γιατί κανείς δεν τους μιλάει. Αυτές λοιπόν οι διαδικασίες ταύτισης με τη χώρα υποδοχής δεν μπορεί παρά να λάβουν χώρα στην κοινωνία των πολιτών. Η κοινωνία των πολιτών έχει κορυφαία σημασία για την καλή λειτουργία της δημοκρατίας». *

Προϋπόθεση πλουραλισμού, ο χωρισμός κράτους - Εκκλησίας

«Προκειμένου να εγγυάται ένα κράτος τη θρησκευτική ελευθερία, να προάγει τον θρησκευτικό πλουραλισμό και να περιφρουρεί, όπως οφείλει, τον κοσμικό χαρακτήρα του, η πρώτη και αυτονόητη προϋπόθεση είναι ο χωρισμός κράτους - Εκκλησίας. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί ποτέ να λέει ότι η τάδε είναι η σωστή θρησκεία. Οφείλει, όμως, να παρουσιάζει την ποικιλία, τις διαβαθμίσεις και τις αποχρώσεις που υπάρχουν μέσα σε κάθε διαφορετική θρησκεία. Για παράδειγμα, οφείλει να καταδεικνύει και τις φονταμενταλιστικές προσεγγίσεις. Αλλά μια κυβέρνηση οφείλει να είναι εξαιρετικά προσεκτική και να μη δηλώνει ποια είναι και ποια δεν είναι η σωστή θρησκεία».
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12/12/2009

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Δύο απόπειρες και μια δολοφονία στην Κύπρο του '60

Οι σχέσεις της Κύπρου με τη χούντα στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας είναι το θέμα του νέου βιβλίου του Μακάριου Δρουσιώτη «Δύο απόπειρες και μια δολοφονία». Ο τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ομως, πρόκειται για ένα πραγματικό πολιτικό θρίλερ που πραγματεύεται τις σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας την περίοδο 1967 - 1970.
Κεντρικά γεγονότα της περιόδου είναι η απόπειρα του Αλέκου Παναγούλη να σκοτώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, η απόπειρα του πρώην υπουργού Εσωτερικών της Κύπρου Πολύκαρπου Γιωρκάτζη να δολοφονήσει τον Μακάριο και η δολοφονία του Γιωρκάτζη μία εβδομάδα αργότερα.

Ο συγγραφέας, έχοντας πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα της κυπριακής ΚΥΠ, ξετυλίγει το νήμα μιας απίστευτης στη σύλληψη και στην εκτέλεση συνωμοσίας της ελληνικής χούντας εις βάρος του Μακαρίου, με κίνητρο τις προσωπικές αντιζηλίες και τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Στο θρίλερ αυτό πρωταγωνιστούν γνωστές προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους στις εξελίξεις που οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα του 1974:

* Ο Μακάριος, που είχε για σωματοφύλακά του τον Αθανάσιο Πουλίτσα, ο οποίος ήταν μυστικός πράκτορας της ελληνικής ΚΥΠ στο περιβάλλον του.

* Ο δαιμόνιος διοικητής των ΛΟΚ, συνταγματάρχης Δημήτριος Παπαποστόλου, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη της προσωπικής ασφάλειας του Μακαρίου και εφάρμοσε μέσα από το προεδρικό μέγαρο ένα δαιμόνιο σχέδιο για τη δολοφονία του.

* Ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, η πιο σκοτεινή προσωπικότητα της κυπριακής πολιτικής, που έπαιζε πολλούς ρόλους ταυτόχρονα, μέχρι που τον μάζεψαν σκοτωμένο από ένα ερημικό σημείο μακριά από τη Λευκωσία (φωτογραφία εξωφύλλου).

* Ο Αλέκος Παναγούλης, ο ονειροπόλος αντιστασιακός που πήγε στην Κύπρο να βρει συνεργάτες να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον έμπλεξε ο Γιωρκάτζης σε μια ενδοχουντική συνωμοσία.

* Ο Δημήτριος Ιωαννίδης και ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης, που με όχημα τον «εθνικό αγώνα» της Κύπρου αποφάσισαν να βγάλουν από τη μέση τον Μακάριο και να εξουδετερώσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Το βιβλίο ξεκινά με τα πολεμικά γεγονότα του 1967 στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, που οδήγησαν στην απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας που στάθμευε στην Κύπρο από το 1964. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για να χωριστεί η χούντα σε δύο φατρίες και τελικά στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών μεταξύ των συνταγματαρχών, μέσω Κύπρου. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν συγκλονιστικά:

- Η ελληνική ΚΥΠ ανέθεσε στον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη να εντοπίσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος είχε διαφύγει στην Κύπρο αναζητώντας συνεργάτες να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ο Γιωρκάτζης τον εντόπισε και πληροφορήθηκε τα σχέδιά του. Παριστάνοντας τον αντιχουντικό και σε συνεργασία με τους Ασλανίδη - Ιωαννίδη βοήθησε τον ανήξερο Παναγούλη στην απόπειρα του τελευταίου να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η απόπειρα απέτυχε και ο Γιωρκάτζης υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Ο πάλαι ποτέ ισχυρότερος άνθρωπος στην Κύπρο άρχισε να καταφέρεται κατά του Μακαρίου.

- Οι Δημήτριος Παπαποστόλου και Αθανάσιος Πουλίτσας έπεισαν τον Μακάριο ότι κινδύνευε από τον Γιωρκάτζη και ίδρυσαν εκ μέρους του μια παρακρατική οργάνωση, το Εθνικό Μέτωπο, για να τον υπερασπιστεί. Αργότερα την έστρεψαν εναντίον του.

- Μόλις μήνες μετά την παραίτηση του Γιωρκάτζη, λόγω της συνεργασίας του με τον Παναγούλη, συμμάχησε με τους Ιωαννίδη - Ασλανίδη και αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Μακάριο, καταρρίπτοντας το ελικόπτερο του, σε συνεργασία με τους Ελληνες αξιωματικούς που είχαν την ευθύνη για την ασφάλειά του. Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα που δημοσιεύονται στο βιβλίο, τη δολοφονία του Μακαρίου θα ακολουθούσε κίνημα στην Ελλάδα κατά του Παπαδόπουλου και προώθηση λύσης διπλής Ενωσης στην Κύπρο.

- Ο Μακάριος βγήκε ζωντανός από το ελικόπτερό του και τα σχέδια ανατράπηκαν. Σε μία εβδομάδα ο Γιωρκάτζης δολοφονήθηκε από τους ίδιους τους συνεργάτες του, που του έκλεισαν το στόμα.

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι η επιχείρηση συγκάλυψης της ενοχής των Πουλίτσα και Παπαποστόλου από τον ίδιο τον Μακάριο, τόσο στην απόπειρα κατά της δικής του ζωής όσο και στη δολοφονία του Γιωρκάτζη.

Στο βιβλίο δημοσιεύονται αποσπάσματα από το υπηρεσιακό ημερολόγιο του αστυνόμου Παναγιώτη Αριστοκλέους, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη των ανακρίσεων για τη δολοφονία του Γιωρκάτζη. Οι συσκέψεις της ανακριτικής ομάδας γίνονταν στο προεδρικό μέγαρο, είτε υπό την προεδρία του ίδιου του Μακαρίου είτε του υπουργού του των Εσωτερικών. Η γραμμή του Μακαρίου ήταν να μην ανακριθούν καν οι εξ Ελλάδος υπεύθυνοι για την προσωπική του ασφάλεια, Αθανάσιος Πουλίτσας και Δημήτριος Παπαποστόλου.

Εναν ολόκληρο μήνα μετά το έγκλημα, ο διοικητής των ΛΟΚ Δ. Παπαποστόλου έδωσε μια εικονική ανάκριση για τις κινήσεις του τις παραμονές και τη μέρα της δολοφονίας του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Αντίγραφο της κατάθεσης Παπαποστόλου δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο βιβλίο και από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι ήταν μια σκηνοθετημένη διαδικασία εξασφάλισης άλλοθι:

Η «κατάθεση» λήφθηκε εξ ονόματος του αστυνόμου Παναγιώτη Αριστοκλέους, ο οποίος δεν ήταν καν παρών. Ο Παπαποστόλου έγραψε την κατάθεσή του στο τυποποιημένο έντυπο που χρησιμοποιούσε η κυπριακή αστυνομία, περιέγραψε τα γεγονότα όπως αυτά ταίριαζαν με το σκηνοθετημένο άλλοθί του και την υπέγραψε. Κάτω από την υπογραφή του ακολουθεί, με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, η εξής σημείωση: «Η κατάθεσις αύτη ελήφθη υπ' εμού εις Αρχηγείον της Αστυνομίας σήμερον 14.4.70 εις την παρουσίαν του κ. Μ. Παντελίδη Β/Αρχηγού Αστυνομίας η ώρα 4.10 μ.μ. του ανεγνώσθη και ως ορθή την υπέγραψε εις την παρουσίαν μας».

Η σημείωση αυτή φέρει την υπογραφή «Π. Αριστοκλέους / Αστυν.». Η υπογραφή του Αριστοκλέους είναι με τον ίδιο ακριβώς γραφικό χαρακτήρα όπως και η χειρόγραφη κατάθεση και η υπογραφή του Παπαποστόλου, ενώ δεν μοιάζει καθόλου με την πραγματική υπογραφή του Αριστοκλέους. Την κατάθεση υπέγραψε και ο Μιχαλάκης Παντελίδης. (Δες το ντοκουμέντο στη φωτογραφία.) Δηλαδή, ο Παπαποστόλου, στην παρουσία του βοηθού αρχηγού Αστυνομίας Μιχαλάκη Παντελίδη, έγραψε την κατάθεση, την υπέγραψε, έγραψε το σημείωμα του ανακριτή και πλαστογράφησε την υπογραφή του!

Ο ανακριτής, σε συνέντευξή του στον συγγραφέα, παραδέχτηκε ότι η όλη διαδικασία ήταν σκηνοθετημένη. Από το γραφείο του Αριστοκλέους πέρασαν όλοι όσοι κατονόμαζαν οι Πουλίτσας και Παπαποστόλου και υποστήριξαν το άλλοθί τους. «Τους έφερναν τον έναν μετά τον άλλο και απάγγελλαν την κατάθεσή τους, όπως τα παιδιά λένε το "Πιστεύω" στο κατηχητικό», παραδέχτηκε ο Αριστοκλέους.

Η απόφαση του Μακαρίου να συγκαλύψει τον φόνο του Γιωρκάτζη, καθώς και την απόπειρα κατά της δικής του ζωής, έγινε γνωστή από τότε. Ομως επικράτησε η άποψη ότι το έκανε επειδή εκβιάστηκε από τη χούντα με πραξικόπημα.

Ο Μακάριος Δρουσιώτης στο βιβλίο αποκλείει αυτή την εκδοχή και αποδίδει στον Μακάριο άλλα κίνητρα. Οι Πουλίτσας και Παπαποστόλου τον είχαν στο χέρι, για γεγονότα όπως η ίδρυση της παρακρατικής οργάνωσης Εθνικό Μέτωπο. Ο Μακάριος δεν θα παραδεχόταν ποτέ ότι παγιδεύτηκε από τους πιο έμπιστούς του ανθρώπους, ούτε θα άφηνε να γίνει μια δίκη που θα αποκαθήλωνε το κύρος του.

Ο Μακάριος ανέχτηκε τόσο τον Πουλίτσα όσο και τον Παπαποστόλου να στέκονται δίπλα του και να παριστάνουν τους φρουρούς του, για τρεις μήνες μετά που αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, ανταλλάσσοντας την ανοχή του με τη σιωπή τους, μέχρι να λήξη η θητεία του Παπαποστόλου και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Λίγες μέρες αργότερα, ο Αθανάσιος Πουλίτσας πήρε το αεροπλάνο και με εισιτήριο Λευκωσίας - Αθήνας μονής διαδρομής... *

«Εμφύλιος πόλεμος»

«Εμφύλιος για τον Εμφύλιο» ήταν ο ευρηματικός τίτλος μιας δημοσιογραφικής έρευνας (Νέα, 24-25/10/2009, σ. 34) για τη διαμάχη που συνόδεψε την παρουσίαση μιας νέας ταινίας για τον ελληνικό «Εμφύλιο Πόλεμο» (1946-49).
Ας ξεκινήσουμε όμως από τις λέξεις, για να επανέλθουμε στα πράγματα: Η έννοια «εμφύλιος/έμφυλος» (πόλεμος, στάση κ.ά.) μαρτυρείται, πράγματι, στις αρχαίες ελληνικές πηγές ήδη από την ομηρική «Οδύσσεια», αλλά σημαίνει μόνο την -ένοπλη- σύγκρουση μεταξύ ατόμων της ίδιας φυλής ή μεταξύ συγγενών. Ούτε στον Θουκυδίδη ούτε σε κανέναν άλλον ιστορικό ο «Πελοποννησιακός Πόλεμος» (431-404 π.Χ.) δεν αναφέρεται ως «εμφύλιος πόλεμος», αφού ήταν ένας πόλεμος μεταξύ διαφορετικών κρατών, Αθήνας και Σπάρτης, και όχι μια σύγκρουση μεταξύ ομάδων της ίδιας «φυλής» ή του ίδιου «έθνους».

Οι πρώτοι, ιστορικά μαρτυρημένοι, «εμφύλιοι» πόλεμοι ήταν οι συγκρούσεις μεταξύ αντιπάλων πολιτικών ομάδων στην αρχαία Ρώμη (133-30 π.Χ.). Ο σημαντικότερος απ' αυτούς ήταν η σύγκρουση μεταξύ των Αριστοκρατικών (Πομπήιος) και των Λαϊκών (Ιούλιος Καίσαρ), που βρήκε την ιστορική καταγραφή της στα «απομνημονεύματα» του δευτέρου («De bello civile», 48-44 π.Χ.). Η πιστή μετάφραση του τίτλου (civis = πολίτης, συμπολίτης) καταδεικνύει ότι ήταν πραγματικά ένας πόλεμος μεταξύ πολιτών της ίδιας χώρας (civil war / guerre civile / Burgerkrieg) και η καταγραφή του από τον Ιούλιο Καίσαρα προαναγγέλλει το νεότερο δόγμα: «την Ιστορία γράφουν οι νικητές».

Το «κλασικό» παράδειγμα εμφυλίου πολέμου στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία ήταν η «Παρισινή Κομμούνα» (18 Μαρτ. - 27 Μαΐου 1871)· η ακαριαία καταγραφή του από τον Κ. Marx («The civil war in France», α' έκδ.: Λονδίνο 1871· ελλην. μετάφρ.: «Ο εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας», Αθήνα 1924) αποδεικνύει ανατρεπτικά ότι την Ιστορία μπορούν να τη γράφουν και οι ηττημένοι. Με μιαν ιστορική αναδρομή στις προηγηθείσες αστικές επαναστάσεις (1789, 1830, 1848) ο Marx αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων του 19ου και 20ού αιώνα:

α) Η «Παρισινή Κομμούνα» ήταν μια επανάσταση των εργατών και σ' αυτήν σχηματίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία των εμφυλίων συρράξεων ένα «λαϊκό μέτωπο»: Με τους επαναστατημένους εργάτες είχαν συνασπιστεί οι ουτοπικοί σοσιαλιστές του Blanqui και πολλοί μικρομεσαίοι αστοί και διεθνιστές· από την άλλη πλευρά του μετώπου βρίσκονταν οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες και οι μοναρχικοί υπό την ηγεσία του παλαίμαχου πολιτικού αρριβίστα Θιέρσου (Thiers).

β) Η εργατική επανάσταση εγκαθιδρύει ένα νέο, ομοσπονδιακό και αυτοδιοικούμενο πολιτικό σύστημα, πυρήνας του οποίου είναι η «κοινότητα» (commune): «κομμουνισμός» = «κοινοτισμός».

γ) Ο εμφύλιος πόλεμος αρχίζει με την επίθεση των συνασπισμένων καθεστωτικών κατά της επαναστατικής κυβέρνησης· στην «Παρισινή Κομμούνα» εκδηλώνεται για πρώτη φορά ο ρόλος του «ξένου παράγοντα»: Ο Bismarck, ο νικητής του γαλλογερμανικού πολέμου (1870-71), τάσσεται στο πλευρό των καθεστωτικών, πρώην αντιπάλων και νυν ταξικών συμμάχων του.

δ) Οι μαζικές εκτελέσεις των επαναστατημένων Κομμουνάρων από τους καθεστωτικούς είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό των εμφυλίων πολέμων - ο Marx παραπέμπει στο πογκρόμ που εξαπέλυσε ο Σύλλας εναντίον των αντιπάλων του μετά τη νίκη του επί του Μαρίου (82 π.Χ.).

Είναι πολύ θετικό ότι τις απορριπτικές κριτικές των εγκυρότερων κριτικών για την ταινία του Π. Βούλγαρη ενίσχυσαν μερικές οξυδερκείς παρατηρήσεις ιστορικών και δημοσιογράφων, όπως: «Ο σκηνοθέτης κατάφερε να ενταφιάσει στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και την ιστορία της σκληρότερης πολεμικής αναμέτρησης που γνώρισε η Ελλάδα» (Ε. Βουλτσίδου: Βήμα, 25/10/2009, σ. 42).

Το σύγχρονο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο αυτής της διαμάχης είναι προφανώς ο ρεβανσιστικός αναθεωρητισμός της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου από τους μισθοφόρους της Νέας Δεξιάς Ν. Μαραντζίδη (Πανεπ. Μακεδονίας) και Στ. Καλύβα (Πανεπ. Yale). Μέσα σ' αυτό το ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο, η ταινία του Π. Βούλγαρη επιχειρεί, με το άλλοθι της μυθοπλασίας, την αφιστορίκευση της Ιστορίας και την αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. *
Γ.ΒΕΛΟΥΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 5/12/2009

Ο θεατής απέναντι σε νωπά τραύματα και ενοχές



Βούλγαρης - Χάνεκε
Της ΗΛΕΚΤΡΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
Εδώ και ένα μήνα, το κινηματογραφικό κοινό δείχνει την προτίμησή του για δύο ταινίες: την ελληνική «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη και τη γερμανική «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε.
Φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους, οι ταινίες τοποθετούν τις δραματικές τους ιστορίες σ' ένα ιστορικό φόντο. Η ελληνική διαδραματίζεται στα βουνά του Γράμμου το 1949 και τελειώνει με τη λήξη του ελληνικού εμφύλιου πολέμου. Η γερμανική εκτυλίσσεται σ' ένα μικρό χωριό της βόρειας Γερμανίας το 1913-14 και τελειώνει με την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Βασισμένη σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα η «Ψυχή Βαθιά», ταινία μυθοπλασίας με ιστορικό υπόβαθρο η «Λευκή κορδέλα».

Οι δύο ταινίες αναμετρώνται με τελείως διαφορετικό τρόπο με τις διαδρομές του ανθρώπινου δράματος μέσα στην ιστορία. Κι, όμως, το αφηγηματικό κέντρο και στις δύο το «κατοικούν» παιδιά και έφηβοι. Παιδιά που εμπλέκονται στον κόσμο των ενηλίκων σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, που βιώνουν δραματικά το ιστορικό γίγνεσθαι, που μεταφέρουν τη σκληρότητα της κοινωνίας που τους ανέθρεψε, παιδιά που συμμετέχουν στο έγκλημα.

Η γερμανική ταινία σκαλίζει με χειρουργική επιμέλεια τα τραύματα της ιστορίας της, μιλάει για μια κοινωνία όπου το καλό και το κακό ενυπάρχουν σε όλους, όπου όλοι είμαστε ένοχοι και κυρίως τα συνήθως θεωρούμενα «αθώα» παιδιά. Επομένως, είμαστε όλοι υπόλογοι απέναντι στον εαυτό μας και στην κοινωνία και το κάθε άτομο παίρνει στα χέρια του την ατομική και κοινωνική του ευθύνη. Η ελληνική ταινία, στην άλλη άκρη, χαϊδεύει τα σημάδια από τα τραύματα της ελληνικής ιστορίας, υποστηρίζει ότι είμαστε κατ' αρχήν αθώοι -κυρίως τα παιδιά- και υποδεικνύει σαν τους μόνους κατ' ουσίαν ενόχους τους «άλλους», τους «ξένους». Ετσι όμως δεν αντιμετωπίζει το κακό στην εσωτερική ψυχική μας συγκρότηση, στη σχέση μας με την κοινωνία δεν αφήνει χώρο για το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης και ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ότι συμμετέχει ο ίδιος στη διαμόρφωση της ζωής και του κόσμου γύρω του.

Εάν λοιπόν υποθέσουμε αφενός ότι το σινεμά είναι παιδί της κοινωνίας μέσα στην οποία δημιουργείται και αφετέρου ότι η κινηματογραφική εικόνα του παρελθόντος δεν είναι απλά μια συνεκδοχή της ιστορίας αλλά η υπενθύμιση «από πού προέρχεται το σήμερα», γεννιέται το εξής ερώτημα: Γιατί μία κοινωνία σαν τη γερμανική μπορεί να αφηγείται ιστορίες για τα συλλογικά τραύματα και τις ενοχές της τόσο κοντά στην πραγματικότητα και τόσο ελεύθερα, ενώ η δική μας μοιάζει να μην μπορεί ακόμα να διασχίσει τους δρόμους της αυτογνωσίας που θα τη βοηθήσουν να αναμετρηθεί με τα τραύματα του χθες, να συγκροτήσει την ταυτότητά της σήμερα για να προχωρήσει στο αύριο χωρίς εφιάλτες και χωρίς εκκρεμότητες;

Για να διερευνήσουμε το «τοπίο» συζητήσαμε με τον ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Νίκο Τζαβάρα (πρόεδρο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας), τον ιστορικό του 20ού αιώνα Τάσο Σακελλαρόπουλο (ιστορικός στο Μουσείο Μπενάκη) και με δύο ανθρώπους του σινεμά, τον Νίκο Σαββάτη (κριτικό-θεωρητικό του σινεμά) και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο (συγγραφέα-σεναριογράφο). Και οι τέσσερις αντιμετωπίζουν τη διαδικασία της μνήμης και του παρελθόντος από διαφορετικές προσεγγίσεις - της Ιστορίας, της ψυχανάλυσης και της κινηματογραφικής αναπαράστασης.

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν θέλουμε το σινεμά να μας θυμίζει τον ζόφο

Το σινεμά εμπνέεται πολύ συχνά από την ιστορία. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει την άποψη ότι αυτό συμβαίνει επειδή «η ιστορία προσφέρει ένα τρομακτικό υλικό. Ουσιαστικά, ο κινηματογράφος τη ληστεύει προκειμένου να κάνει ωραίες ταινίες. Μπορεί να αντλήσει τη δραματική περίσταση από την ιστορία, ας πούμε την περίοδο του εμφυλίου, και από κει και πέρα να σταθεί στη δραματική ιστορία των ανθρώπων. Δεν περιμένουμε από μία ταινία την ιστορική αλήθεια».

Το σινεμά χτίζει εικόνες και αφηγήσεις. Πηγαινοέρχεται μπρος-πίσω στους δρόμους της μνήμης, που ενώνουν το χθες με το σήμερα. Και ενώ μπορεί να μην ακολουθεί την ενότητα της ιστορικής μνήμης, μπορεί να δημιουργεί «περάσματα» στις συνειδήσεις ώστε μιλώντας για το παρελθόν να μας μιλάει ουσιαστικά για το σήμερα. Οταν, όμως, χρησιμοποιεί την ιστορία αλλά δεν ανιχνεύει το συλλογικό τραύμα στο σκοτεινό ψυχικό του βάθος, τα περάσματα καταργούνται και η σχέση του με τη σημερινή κοινωνία είναι θολή και απροσδιόριστη. Αυτό συμβαίνει, πιστεύει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, «επειδή ο ελληνικός κινηματογράφος δημιουργείται μέσα σε μια κοινωνία που δεν θέλει να ασχοληθεί σε βάθος με τα τραύματά της. Η λογοτεχνία το έχει κάνει λίγο περισσότερο γιατί έχει μεγαλύτερη ελευθερία. Ο κινηματογράφος δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, είναι αυτοκτονικός. Κοστίζει πολλά! Η λογοτεχνία μπορεί να αψηφά το κοινό της, το σινεμά δεν μπορεί. Και το κοινό αυτό, όλοι μας, είμαστε ένα κοινό που δεν θέλουμε ο κινηματογράφος να μας υπενθυμίζει τον ζόφο».

ΝΙΚΟΣ ΣΑΒΒΑΤΗΣ

Το σινεμά βρίσκεται στον αφρό των πραγμάτων

Μέσα από την κινηματογραφική διήγηση σχηματοποιείται μια αφήγηση για το παρελθόν κι έτσι η κοινωνία λέει στον εαυτό της ιστορίες για τον εαυτό της. Αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον, λέει ο Νίκος Σαββάτης, είναι «όταν βλέπεις την ιστορία να μπαίνει από το πίσω μέρος, χωρίς να είναι αυτό το πρώτο μέλημα του σκηνοθέτη. Σήμερα, που υποτίθεται ότι το είδος της "ιστορικής ταινίας" έχει φτάσει στο όριό του, μπορούμε να βρούμε μια σοβαρή προσέγγιση της ιστορίας εκεί που δεν θα περιμέναμε να υπάρχει. Το σινεμά κάνει μια δουλειά τακτοποίησης, σαν κι αυτή του ασυνείδητου. Σε βοηθάει να δεις και να αντιμετωπίσεις το τραύμα. Ομως για να φτάσει μια κοινωνία στο επίπεδο της κινηματογραφικής αναπαράστασης πρέπει να υπάρξουν πριν διηγήσεις, να προηγηθούν άλλες αφηγήσεις, ιστορικές μαρτυρίες, ψυχικές καταθέσεις. Το σινεμά βρίσκεται στον αφρό των πραγμάτων. Η καθυστέρηση στην αντίδρασή του δεν συμβαίνει επειδή δειλιάζει, αλλά επειδή δεν μπορεί να καταγράψει το τραύμα όταν αυτό είναι νωπό».

Τ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

Στην Ελλάδα ανανεώνουμε συνεχώς τα τραύματά μας

«Ψυχή βαθιά»: οι έφηβοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου «Ψυχή βαθιά»: οι έφηβοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου Εάν λοιπόν η κινηματογραφική αφήγηση βρίσκεται στον αφρό των ημερών, η ιστορία είναι εκείνη που θα ρίξει τα θεμέλια στα οποία θα ριζώσει η σχέση της κοινωνίας με το παρελθόν. Μέσα από αυτήν την επικοινωνία οι κοινωνίες ερευνούν και εν τέλει προσδιορίζουν την ταυτότητά τους.

Ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος πιστεύει ότι «ο διάλογος μεταξύ παρόντος και παρελθόντος στη ζωή είναι διαρκής και καλό είναι τη γέφυρα αυτή να την κάνουν οι ιστορικοί, οι άνθρωποι δηλαδή που έχουν επιλέξει ως επάγγελμα ακριβώς την ανασύσταση του παρελθόντος».

Η σχέση όμως της Ελλάδας με το παρελθόν της υπήρξε μέχρι σήμερα κάθε άλλο παρά αρμονική. «Οσο πιο κοντά ήταν τα ιστορικά γεγονότα τόσο μεγαλύτερο το βάρος, τόσο πιο δυσλειτουργική γινόταν η αποτίμησή τους. Διαρκώς υπήρχε μια ερμηνεία του παρελθόντος μέσα από το τρέχον παρόν. Αυτό προέκυπτε από την επιλεκτική επικοινωνία και τον διαρκή διάλογο που είχαν οι πολιτικές δυνάμεις με τμήματα του πληθυσμού και αυτομάτως διαμόρφωνε μια εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος».

Μέσα σε αυτό το εμπόλεμο, «όπου πάντοτε πρέπει να είναι άγγελος ο δικός μας και διάολος ο εχθρός», όπως συμπληρώνει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, τα τραύματα δεν κλείνουν. «Γιατί σε αυτή τη διαδικασία μπαίνει και μια άρνηση του πένθους ή μια διαρκής επίκληση του τραύματος, που ανανεώνεται συνέχεια και ως εκ τούτου δεν προκύπτει τελικά η κατανάλωση του πένθους. Εχουμε, δηλαδή, τη συνεχή καλλιέργεια μιας νωπότητας στο τραύμα. Εκτός όμως από το τι θα επιδιώξουν οι ιστορικοί, μένει να δούμε εάν -τώρα που τα πάθη αμβλύνονται και η ιστορία παύει να είναι η περιοχή των συγκρούσεων- μπορεί η ίδια η κοινωνία να συγκρατήσει από την ιστορία της όσα θα τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τα τραύματα και να επιβεβαιώσει την ενότητά της».

ΝΙΚΟΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ

Συγγνώμη θα πει «ανακαλύπτω ποιότητες του εχθρού μου και σε μένα»

Μέχρι σήμερα η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο παρελθόν της είναι στάση άμυνας και φαντασίωσης. Αποφεύγουμε τις συγκρούσεις με τον εαυτό μας, πιστεύουμε ότι είμαστε οι αδικημένοι της ιστορίας και επιλέγουμε για συνοδοιπόρο πιο συχνά τη λήθη από τη μνήμη.

Αυτό, κατά τον ψυχαναλυτή Νίκο Τζαβάρα, συμβαίνει επειδή «λήθη σημαίνει ότι συντηρώ ορισμένες ιδεολογίες του παρελθόντος και τις αφήνω να αλλοιωθούν βαθμηδόν, χωρίς να τις υποβάλλω στο βάσανο ενός αποκαλυπτικού διαλόγου. Απαλύνονται τα πράγματα στην Ελλάδα διά μέσου της λήθης. Είναι ένας μηχανισμός εξαιρετικά αργός, αλλά όχι και ο πιο υπεύθυνος. Βλέπετε, στην κεντρική Ευρώπη μετά τον Διαφωτισμό υπάρχουν οι παραδόσεις μιας ανελέητης κριτικής και αυτοκριτικής. Νομίζω πως η ψυχανάλυση είναι αυτή που εκφράζει το μεγάλο ρεύμα του Διαφωτισμού. Η αυτοκριτική, που προκύπτει μέσω της ψυχανάλυσης, είναι αποκαλυπτική. Χωρίς αυτόν τον αποκαλυπτικό διάλογο, η λήθη μπορεί και συντηρεί τις αυταρχικές όψεις της αυθεντίας. Εάν δεν αρχίσει μια κοινωνία να τα θέτει όλα σε αμφισβήτηση, μπορούν να διατηρήσουν εύκολα τη φυσιογνωμία τους και τα πολιτικά πρόσωπα και οι πολιτικές γραμμές».

Πράξη επαναστατική η μνήμη, αλλά και πράξη γενναία. Οπως υπογραμμίζει ο Νίκος Τζαβάρας, «η μνήμη, συλλογική και ατομική, μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα τη συμπεριφορά μας εντός του παρόντος. Το ανεξέλεγκτο παρόν μπορεί να ελεγχθεί και να κατανοηθεί μέσω της μνήμης, η οποία πρέπει να είναι ιδιότυπη μνήμη παρ' όλα αυτά. Δηλαδή, δεν είναι μόνο το ιστορικό πλαίσιο αλλά και το πώς έχει διαμορφωθεί ο ανθρώπινος ψυχισμός κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές. Δεν υπάρχει παντοδυναμία της ιστορικής στιγμής στη διαμόρφωση των αδυναμιών του ανθρώπου. Αυτές είναι εγγενείς, στη "Λευκή κορδέλα" εντοπίζονται και στα παιδιά».

Αρα, μήπως μέσω της ανάμνησης μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ολική θεώρηση της ζωής και του πολιτισμού; «Δεν είναι εύκολο», απαντά ο Νίκος Τζαβάρας. «Νομίζω ότι η τέχνη διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στην περίπτωση αυτή, γιατί μας υποχρεώνει να αντιληφθούμε τους μηχανισμούς συνταύτισής μας με το καλό και το κακό, με την επιθετικότητα και την αγάπη, με τον έρωτα και να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι υπάρχει μια συγγενής ετοιμότητα στον άνθρωπο να αποδεχτεί το κακό».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι «ιστορικές ταινίες» προκαλούν έντονες δημόσιες συζητήσεις. Η άμεση ή έμμεση αναφορά στο ιστορικό παρελθόν βάζει βασανιστικά ερωτήματα. «Υπάρχουν τελικά καλοί και κακοί;», «Είμαστε όλοι ικανοί να διαπράξουμε εγκλήματα;», «Γιατί θέλουμε να απωθήσουμε τα τραύματά μας;».

Και τότε η ελπίδα, που αρχίζει να σχηματίζεται δειλά, είναι ότι όταν η κοινωνία μπορέσει να αντιμετωπίσει το παρελθόν τραυματικό γεγονός, αποδεχτεί την ψυχική συνύπαρξη του καλού με το κακό και συνειδητοποιήσει, όπως λέει ο Νίκος Τζαβάρας, ότι «συγγνώμη θα πει να ανακαλύπτω ποιότητες του εχθρού μου, του "ξένου" και σε μένα», τότε μπορεί να διώξει από πάνω της τον γερασμένο εαυτό της και να ξαναμπεί δυναμικά στο παιχνίδι της ζωής, όπου θα συναντήσει τις ανάγκες που βάζει μπροστά μας επιτακτικά το σήμερα. *