Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Δύο απόπειρες και μια δολοφονία στην Κύπρο του '60

Οι σχέσεις της Κύπρου με τη χούντα στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας είναι το θέμα του νέου βιβλίου του Μακάριου Δρουσιώτη «Δύο απόπειρες και μια δολοφονία». Ο τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ομως, πρόκειται για ένα πραγματικό πολιτικό θρίλερ που πραγματεύεται τις σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας την περίοδο 1967 - 1970.
Κεντρικά γεγονότα της περιόδου είναι η απόπειρα του Αλέκου Παναγούλη να σκοτώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, η απόπειρα του πρώην υπουργού Εσωτερικών της Κύπρου Πολύκαρπου Γιωρκάτζη να δολοφονήσει τον Μακάριο και η δολοφονία του Γιωρκάτζη μία εβδομάδα αργότερα.

Ο συγγραφέας, έχοντας πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα της κυπριακής ΚΥΠ, ξετυλίγει το νήμα μιας απίστευτης στη σύλληψη και στην εκτέλεση συνωμοσίας της ελληνικής χούντας εις βάρος του Μακαρίου, με κίνητρο τις προσωπικές αντιζηλίες και τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Στο θρίλερ αυτό πρωταγωνιστούν γνωστές προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους στις εξελίξεις που οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα του 1974:

* Ο Μακάριος, που είχε για σωματοφύλακά του τον Αθανάσιο Πουλίτσα, ο οποίος ήταν μυστικός πράκτορας της ελληνικής ΚΥΠ στο περιβάλλον του.

* Ο δαιμόνιος διοικητής των ΛΟΚ, συνταγματάρχης Δημήτριος Παπαποστόλου, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη της προσωπικής ασφάλειας του Μακαρίου και εφάρμοσε μέσα από το προεδρικό μέγαρο ένα δαιμόνιο σχέδιο για τη δολοφονία του.

* Ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, η πιο σκοτεινή προσωπικότητα της κυπριακής πολιτικής, που έπαιζε πολλούς ρόλους ταυτόχρονα, μέχρι που τον μάζεψαν σκοτωμένο από ένα ερημικό σημείο μακριά από τη Λευκωσία (φωτογραφία εξωφύλλου).

* Ο Αλέκος Παναγούλης, ο ονειροπόλος αντιστασιακός που πήγε στην Κύπρο να βρει συνεργάτες να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον έμπλεξε ο Γιωρκάτζης σε μια ενδοχουντική συνωμοσία.

* Ο Δημήτριος Ιωαννίδης και ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης, που με όχημα τον «εθνικό αγώνα» της Κύπρου αποφάσισαν να βγάλουν από τη μέση τον Μακάριο και να εξουδετερώσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Το βιβλίο ξεκινά με τα πολεμικά γεγονότα του 1967 στο τουρκοκυπριακό χωριό Κοφίνου, που οδήγησαν στην απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας που στάθμευε στην Κύπρο από το 1964. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για να χωριστεί η χούντα σε δύο φατρίες και τελικά στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών μεταξύ των συνταγματαρχών, μέσω Κύπρου. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν συγκλονιστικά:

- Η ελληνική ΚΥΠ ανέθεσε στον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη να εντοπίσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος είχε διαφύγει στην Κύπρο αναζητώντας συνεργάτες να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Ο Γιωρκάτζης τον εντόπισε και πληροφορήθηκε τα σχέδιά του. Παριστάνοντας τον αντιχουντικό και σε συνεργασία με τους Ασλανίδη - Ιωαννίδη βοήθησε τον ανήξερο Παναγούλη στην απόπειρα του τελευταίου να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Η απόπειρα απέτυχε και ο Γιωρκάτζης υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Ο πάλαι ποτέ ισχυρότερος άνθρωπος στην Κύπρο άρχισε να καταφέρεται κατά του Μακαρίου.

- Οι Δημήτριος Παπαποστόλου και Αθανάσιος Πουλίτσας έπεισαν τον Μακάριο ότι κινδύνευε από τον Γιωρκάτζη και ίδρυσαν εκ μέρους του μια παρακρατική οργάνωση, το Εθνικό Μέτωπο, για να τον υπερασπιστεί. Αργότερα την έστρεψαν εναντίον του.

- Μόλις μήνες μετά την παραίτηση του Γιωρκάτζη, λόγω της συνεργασίας του με τον Παναγούλη, συμμάχησε με τους Ιωαννίδη - Ασλανίδη και αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Μακάριο, καταρρίπτοντας το ελικόπτερο του, σε συνεργασία με τους Ελληνες αξιωματικούς που είχαν την ευθύνη για την ασφάλειά του. Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα που δημοσιεύονται στο βιβλίο, τη δολοφονία του Μακαρίου θα ακολουθούσε κίνημα στην Ελλάδα κατά του Παπαδόπουλου και προώθηση λύσης διπλής Ενωσης στην Κύπρο.

- Ο Μακάριος βγήκε ζωντανός από το ελικόπτερό του και τα σχέδια ανατράπηκαν. Σε μία εβδομάδα ο Γιωρκάτζης δολοφονήθηκε από τους ίδιους τους συνεργάτες του, που του έκλεισαν το στόμα.

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι η επιχείρηση συγκάλυψης της ενοχής των Πουλίτσα και Παπαποστόλου από τον ίδιο τον Μακάριο, τόσο στην απόπειρα κατά της δικής του ζωής όσο και στη δολοφονία του Γιωρκάτζη.

Στο βιβλίο δημοσιεύονται αποσπάσματα από το υπηρεσιακό ημερολόγιο του αστυνόμου Παναγιώτη Αριστοκλέους, ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη των ανακρίσεων για τη δολοφονία του Γιωρκάτζη. Οι συσκέψεις της ανακριτικής ομάδας γίνονταν στο προεδρικό μέγαρο, είτε υπό την προεδρία του ίδιου του Μακαρίου είτε του υπουργού του των Εσωτερικών. Η γραμμή του Μακαρίου ήταν να μην ανακριθούν καν οι εξ Ελλάδος υπεύθυνοι για την προσωπική του ασφάλεια, Αθανάσιος Πουλίτσας και Δημήτριος Παπαποστόλου.

Εναν ολόκληρο μήνα μετά το έγκλημα, ο διοικητής των ΛΟΚ Δ. Παπαποστόλου έδωσε μια εικονική ανάκριση για τις κινήσεις του τις παραμονές και τη μέρα της δολοφονίας του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Αντίγραφο της κατάθεσης Παπαποστόλου δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο βιβλίο και από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι ήταν μια σκηνοθετημένη διαδικασία εξασφάλισης άλλοθι:

Η «κατάθεση» λήφθηκε εξ ονόματος του αστυνόμου Παναγιώτη Αριστοκλέους, ο οποίος δεν ήταν καν παρών. Ο Παπαποστόλου έγραψε την κατάθεσή του στο τυποποιημένο έντυπο που χρησιμοποιούσε η κυπριακή αστυνομία, περιέγραψε τα γεγονότα όπως αυτά ταίριαζαν με το σκηνοθετημένο άλλοθί του και την υπέγραψε. Κάτω από την υπογραφή του ακολουθεί, με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, η εξής σημείωση: «Η κατάθεσις αύτη ελήφθη υπ' εμού εις Αρχηγείον της Αστυνομίας σήμερον 14.4.70 εις την παρουσίαν του κ. Μ. Παντελίδη Β/Αρχηγού Αστυνομίας η ώρα 4.10 μ.μ. του ανεγνώσθη και ως ορθή την υπέγραψε εις την παρουσίαν μας».

Η σημείωση αυτή φέρει την υπογραφή «Π. Αριστοκλέους / Αστυν.». Η υπογραφή του Αριστοκλέους είναι με τον ίδιο ακριβώς γραφικό χαρακτήρα όπως και η χειρόγραφη κατάθεση και η υπογραφή του Παπαποστόλου, ενώ δεν μοιάζει καθόλου με την πραγματική υπογραφή του Αριστοκλέους. Την κατάθεση υπέγραψε και ο Μιχαλάκης Παντελίδης. (Δες το ντοκουμέντο στη φωτογραφία.) Δηλαδή, ο Παπαποστόλου, στην παρουσία του βοηθού αρχηγού Αστυνομίας Μιχαλάκη Παντελίδη, έγραψε την κατάθεση, την υπέγραψε, έγραψε το σημείωμα του ανακριτή και πλαστογράφησε την υπογραφή του!

Ο ανακριτής, σε συνέντευξή του στον συγγραφέα, παραδέχτηκε ότι η όλη διαδικασία ήταν σκηνοθετημένη. Από το γραφείο του Αριστοκλέους πέρασαν όλοι όσοι κατονόμαζαν οι Πουλίτσας και Παπαποστόλου και υποστήριξαν το άλλοθί τους. «Τους έφερναν τον έναν μετά τον άλλο και απάγγελλαν την κατάθεσή τους, όπως τα παιδιά λένε το "Πιστεύω" στο κατηχητικό», παραδέχτηκε ο Αριστοκλέους.

Η απόφαση του Μακαρίου να συγκαλύψει τον φόνο του Γιωρκάτζη, καθώς και την απόπειρα κατά της δικής του ζωής, έγινε γνωστή από τότε. Ομως επικράτησε η άποψη ότι το έκανε επειδή εκβιάστηκε από τη χούντα με πραξικόπημα.

Ο Μακάριος Δρουσιώτης στο βιβλίο αποκλείει αυτή την εκδοχή και αποδίδει στον Μακάριο άλλα κίνητρα. Οι Πουλίτσας και Παπαποστόλου τον είχαν στο χέρι, για γεγονότα όπως η ίδρυση της παρακρατικής οργάνωσης Εθνικό Μέτωπο. Ο Μακάριος δεν θα παραδεχόταν ποτέ ότι παγιδεύτηκε από τους πιο έμπιστούς του ανθρώπους, ούτε θα άφηνε να γίνει μια δίκη που θα αποκαθήλωνε το κύρος του.

Ο Μακάριος ανέχτηκε τόσο τον Πουλίτσα όσο και τον Παπαποστόλου να στέκονται δίπλα του και να παριστάνουν τους φρουρούς του, για τρεις μήνες μετά που αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, ανταλλάσσοντας την ανοχή του με τη σιωπή τους, μέχρι να λήξη η θητεία του Παπαποστόλου και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Λίγες μέρες αργότερα, ο Αθανάσιος Πουλίτσας πήρε το αεροπλάνο και με εισιτήριο Λευκωσίας - Αθήνας μονής διαδρομής... *

«Εμφύλιος πόλεμος»

«Εμφύλιος για τον Εμφύλιο» ήταν ο ευρηματικός τίτλος μιας δημοσιογραφικής έρευνας (Νέα, 24-25/10/2009, σ. 34) για τη διαμάχη που συνόδεψε την παρουσίαση μιας νέας ταινίας για τον ελληνικό «Εμφύλιο Πόλεμο» (1946-49).
Ας ξεκινήσουμε όμως από τις λέξεις, για να επανέλθουμε στα πράγματα: Η έννοια «εμφύλιος/έμφυλος» (πόλεμος, στάση κ.ά.) μαρτυρείται, πράγματι, στις αρχαίες ελληνικές πηγές ήδη από την ομηρική «Οδύσσεια», αλλά σημαίνει μόνο την -ένοπλη- σύγκρουση μεταξύ ατόμων της ίδιας φυλής ή μεταξύ συγγενών. Ούτε στον Θουκυδίδη ούτε σε κανέναν άλλον ιστορικό ο «Πελοποννησιακός Πόλεμος» (431-404 π.Χ.) δεν αναφέρεται ως «εμφύλιος πόλεμος», αφού ήταν ένας πόλεμος μεταξύ διαφορετικών κρατών, Αθήνας και Σπάρτης, και όχι μια σύγκρουση μεταξύ ομάδων της ίδιας «φυλής» ή του ίδιου «έθνους».

Οι πρώτοι, ιστορικά μαρτυρημένοι, «εμφύλιοι» πόλεμοι ήταν οι συγκρούσεις μεταξύ αντιπάλων πολιτικών ομάδων στην αρχαία Ρώμη (133-30 π.Χ.). Ο σημαντικότερος απ' αυτούς ήταν η σύγκρουση μεταξύ των Αριστοκρατικών (Πομπήιος) και των Λαϊκών (Ιούλιος Καίσαρ), που βρήκε την ιστορική καταγραφή της στα «απομνημονεύματα» του δευτέρου («De bello civile», 48-44 π.Χ.). Η πιστή μετάφραση του τίτλου (civis = πολίτης, συμπολίτης) καταδεικνύει ότι ήταν πραγματικά ένας πόλεμος μεταξύ πολιτών της ίδιας χώρας (civil war / guerre civile / Burgerkrieg) και η καταγραφή του από τον Ιούλιο Καίσαρα προαναγγέλλει το νεότερο δόγμα: «την Ιστορία γράφουν οι νικητές».

Το «κλασικό» παράδειγμα εμφυλίου πολέμου στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία ήταν η «Παρισινή Κομμούνα» (18 Μαρτ. - 27 Μαΐου 1871)· η ακαριαία καταγραφή του από τον Κ. Marx («The civil war in France», α' έκδ.: Λονδίνο 1871· ελλην. μετάφρ.: «Ο εμφύλιος πόλεμος της Γαλλίας», Αθήνα 1924) αποδεικνύει ανατρεπτικά ότι την Ιστορία μπορούν να τη γράφουν και οι ηττημένοι. Με μιαν ιστορική αναδρομή στις προηγηθείσες αστικές επαναστάσεις (1789, 1830, 1848) ο Marx αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων του 19ου και 20ού αιώνα:

α) Η «Παρισινή Κομμούνα» ήταν μια επανάσταση των εργατών και σ' αυτήν σχηματίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία των εμφυλίων συρράξεων ένα «λαϊκό μέτωπο»: Με τους επαναστατημένους εργάτες είχαν συνασπιστεί οι ουτοπικοί σοσιαλιστές του Blanqui και πολλοί μικρομεσαίοι αστοί και διεθνιστές· από την άλλη πλευρά του μετώπου βρίσκονταν οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες και οι μοναρχικοί υπό την ηγεσία του παλαίμαχου πολιτικού αρριβίστα Θιέρσου (Thiers).

β) Η εργατική επανάσταση εγκαθιδρύει ένα νέο, ομοσπονδιακό και αυτοδιοικούμενο πολιτικό σύστημα, πυρήνας του οποίου είναι η «κοινότητα» (commune): «κομμουνισμός» = «κοινοτισμός».

γ) Ο εμφύλιος πόλεμος αρχίζει με την επίθεση των συνασπισμένων καθεστωτικών κατά της επαναστατικής κυβέρνησης· στην «Παρισινή Κομμούνα» εκδηλώνεται για πρώτη φορά ο ρόλος του «ξένου παράγοντα»: Ο Bismarck, ο νικητής του γαλλογερμανικού πολέμου (1870-71), τάσσεται στο πλευρό των καθεστωτικών, πρώην αντιπάλων και νυν ταξικών συμμάχων του.

δ) Οι μαζικές εκτελέσεις των επαναστατημένων Κομμουνάρων από τους καθεστωτικούς είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό των εμφυλίων πολέμων - ο Marx παραπέμπει στο πογκρόμ που εξαπέλυσε ο Σύλλας εναντίον των αντιπάλων του μετά τη νίκη του επί του Μαρίου (82 π.Χ.).

Είναι πολύ θετικό ότι τις απορριπτικές κριτικές των εγκυρότερων κριτικών για την ταινία του Π. Βούλγαρη ενίσχυσαν μερικές οξυδερκείς παρατηρήσεις ιστορικών και δημοσιογράφων, όπως: «Ο σκηνοθέτης κατάφερε να ενταφιάσει στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας και την ιστορία της σκληρότερης πολεμικής αναμέτρησης που γνώρισε η Ελλάδα» (Ε. Βουλτσίδου: Βήμα, 25/10/2009, σ. 42).

Το σύγχρονο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο αυτής της διαμάχης είναι προφανώς ο ρεβανσιστικός αναθεωρητισμός της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου από τους μισθοφόρους της Νέας Δεξιάς Ν. Μαραντζίδη (Πανεπ. Μακεδονίας) και Στ. Καλύβα (Πανεπ. Yale). Μέσα σ' αυτό το ιστορικό-πολιτικό πλαίσιο, η ταινία του Π. Βούλγαρη επιχειρεί, με το άλλοθι της μυθοπλασίας, την αφιστορίκευση της Ιστορίας και την αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. *
Γ.ΒΕΛΟΥΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 5/12/2009

Ο θεατής απέναντι σε νωπά τραύματα και ενοχές



Βούλγαρης - Χάνεκε
Της ΗΛΕΚΤΡΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
Εδώ και ένα μήνα, το κινηματογραφικό κοινό δείχνει την προτίμησή του για δύο ταινίες: την ελληνική «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη και τη γερμανική «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε.
Φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους, οι ταινίες τοποθετούν τις δραματικές τους ιστορίες σ' ένα ιστορικό φόντο. Η ελληνική διαδραματίζεται στα βουνά του Γράμμου το 1949 και τελειώνει με τη λήξη του ελληνικού εμφύλιου πολέμου. Η γερμανική εκτυλίσσεται σ' ένα μικρό χωριό της βόρειας Γερμανίας το 1913-14 και τελειώνει με την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Βασισμένη σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα η «Ψυχή Βαθιά», ταινία μυθοπλασίας με ιστορικό υπόβαθρο η «Λευκή κορδέλα».

Οι δύο ταινίες αναμετρώνται με τελείως διαφορετικό τρόπο με τις διαδρομές του ανθρώπινου δράματος μέσα στην ιστορία. Κι, όμως, το αφηγηματικό κέντρο και στις δύο το «κατοικούν» παιδιά και έφηβοι. Παιδιά που εμπλέκονται στον κόσμο των ενηλίκων σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, που βιώνουν δραματικά το ιστορικό γίγνεσθαι, που μεταφέρουν τη σκληρότητα της κοινωνίας που τους ανέθρεψε, παιδιά που συμμετέχουν στο έγκλημα.

Η γερμανική ταινία σκαλίζει με χειρουργική επιμέλεια τα τραύματα της ιστορίας της, μιλάει για μια κοινωνία όπου το καλό και το κακό ενυπάρχουν σε όλους, όπου όλοι είμαστε ένοχοι και κυρίως τα συνήθως θεωρούμενα «αθώα» παιδιά. Επομένως, είμαστε όλοι υπόλογοι απέναντι στον εαυτό μας και στην κοινωνία και το κάθε άτομο παίρνει στα χέρια του την ατομική και κοινωνική του ευθύνη. Η ελληνική ταινία, στην άλλη άκρη, χαϊδεύει τα σημάδια από τα τραύματα της ελληνικής ιστορίας, υποστηρίζει ότι είμαστε κατ' αρχήν αθώοι -κυρίως τα παιδιά- και υποδεικνύει σαν τους μόνους κατ' ουσίαν ενόχους τους «άλλους», τους «ξένους». Ετσι όμως δεν αντιμετωπίζει το κακό στην εσωτερική ψυχική μας συγκρότηση, στη σχέση μας με την κοινωνία δεν αφήνει χώρο για το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης και ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ότι συμμετέχει ο ίδιος στη διαμόρφωση της ζωής και του κόσμου γύρω του.

Εάν λοιπόν υποθέσουμε αφενός ότι το σινεμά είναι παιδί της κοινωνίας μέσα στην οποία δημιουργείται και αφετέρου ότι η κινηματογραφική εικόνα του παρελθόντος δεν είναι απλά μια συνεκδοχή της ιστορίας αλλά η υπενθύμιση «από πού προέρχεται το σήμερα», γεννιέται το εξής ερώτημα: Γιατί μία κοινωνία σαν τη γερμανική μπορεί να αφηγείται ιστορίες για τα συλλογικά τραύματα και τις ενοχές της τόσο κοντά στην πραγματικότητα και τόσο ελεύθερα, ενώ η δική μας μοιάζει να μην μπορεί ακόμα να διασχίσει τους δρόμους της αυτογνωσίας που θα τη βοηθήσουν να αναμετρηθεί με τα τραύματα του χθες, να συγκροτήσει την ταυτότητά της σήμερα για να προχωρήσει στο αύριο χωρίς εφιάλτες και χωρίς εκκρεμότητες;

Για να διερευνήσουμε το «τοπίο» συζητήσαμε με τον ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Νίκο Τζαβάρα (πρόεδρο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας), τον ιστορικό του 20ού αιώνα Τάσο Σακελλαρόπουλο (ιστορικός στο Μουσείο Μπενάκη) και με δύο ανθρώπους του σινεμά, τον Νίκο Σαββάτη (κριτικό-θεωρητικό του σινεμά) και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο (συγγραφέα-σεναριογράφο). Και οι τέσσερις αντιμετωπίζουν τη διαδικασία της μνήμης και του παρελθόντος από διαφορετικές προσεγγίσεις - της Ιστορίας, της ψυχανάλυσης και της κινηματογραφικής αναπαράστασης.

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν θέλουμε το σινεμά να μας θυμίζει τον ζόφο

Το σινεμά εμπνέεται πολύ συχνά από την ιστορία. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει την άποψη ότι αυτό συμβαίνει επειδή «η ιστορία προσφέρει ένα τρομακτικό υλικό. Ουσιαστικά, ο κινηματογράφος τη ληστεύει προκειμένου να κάνει ωραίες ταινίες. Μπορεί να αντλήσει τη δραματική περίσταση από την ιστορία, ας πούμε την περίοδο του εμφυλίου, και από κει και πέρα να σταθεί στη δραματική ιστορία των ανθρώπων. Δεν περιμένουμε από μία ταινία την ιστορική αλήθεια».

Το σινεμά χτίζει εικόνες και αφηγήσεις. Πηγαινοέρχεται μπρος-πίσω στους δρόμους της μνήμης, που ενώνουν το χθες με το σήμερα. Και ενώ μπορεί να μην ακολουθεί την ενότητα της ιστορικής μνήμης, μπορεί να δημιουργεί «περάσματα» στις συνειδήσεις ώστε μιλώντας για το παρελθόν να μας μιλάει ουσιαστικά για το σήμερα. Οταν, όμως, χρησιμοποιεί την ιστορία αλλά δεν ανιχνεύει το συλλογικό τραύμα στο σκοτεινό ψυχικό του βάθος, τα περάσματα καταργούνται και η σχέση του με τη σημερινή κοινωνία είναι θολή και απροσδιόριστη. Αυτό συμβαίνει, πιστεύει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, «επειδή ο ελληνικός κινηματογράφος δημιουργείται μέσα σε μια κοινωνία που δεν θέλει να ασχοληθεί σε βάθος με τα τραύματά της. Η λογοτεχνία το έχει κάνει λίγο περισσότερο γιατί έχει μεγαλύτερη ελευθερία. Ο κινηματογράφος δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, είναι αυτοκτονικός. Κοστίζει πολλά! Η λογοτεχνία μπορεί να αψηφά το κοινό της, το σινεμά δεν μπορεί. Και το κοινό αυτό, όλοι μας, είμαστε ένα κοινό που δεν θέλουμε ο κινηματογράφος να μας υπενθυμίζει τον ζόφο».

ΝΙΚΟΣ ΣΑΒΒΑΤΗΣ

Το σινεμά βρίσκεται στον αφρό των πραγμάτων

Μέσα από την κινηματογραφική διήγηση σχηματοποιείται μια αφήγηση για το παρελθόν κι έτσι η κοινωνία λέει στον εαυτό της ιστορίες για τον εαυτό της. Αυτό που είναι πολύ ενδιαφέρον, λέει ο Νίκος Σαββάτης, είναι «όταν βλέπεις την ιστορία να μπαίνει από το πίσω μέρος, χωρίς να είναι αυτό το πρώτο μέλημα του σκηνοθέτη. Σήμερα, που υποτίθεται ότι το είδος της "ιστορικής ταινίας" έχει φτάσει στο όριό του, μπορούμε να βρούμε μια σοβαρή προσέγγιση της ιστορίας εκεί που δεν θα περιμέναμε να υπάρχει. Το σινεμά κάνει μια δουλειά τακτοποίησης, σαν κι αυτή του ασυνείδητου. Σε βοηθάει να δεις και να αντιμετωπίσεις το τραύμα. Ομως για να φτάσει μια κοινωνία στο επίπεδο της κινηματογραφικής αναπαράστασης πρέπει να υπάρξουν πριν διηγήσεις, να προηγηθούν άλλες αφηγήσεις, ιστορικές μαρτυρίες, ψυχικές καταθέσεις. Το σινεμά βρίσκεται στον αφρό των πραγμάτων. Η καθυστέρηση στην αντίδρασή του δεν συμβαίνει επειδή δειλιάζει, αλλά επειδή δεν μπορεί να καταγράψει το τραύμα όταν αυτό είναι νωπό».

Τ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ

Στην Ελλάδα ανανεώνουμε συνεχώς τα τραύματά μας

«Ψυχή βαθιά»: οι έφηβοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου «Ψυχή βαθιά»: οι έφηβοι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του εμφυλίου Εάν λοιπόν η κινηματογραφική αφήγηση βρίσκεται στον αφρό των ημερών, η ιστορία είναι εκείνη που θα ρίξει τα θεμέλια στα οποία θα ριζώσει η σχέση της κοινωνίας με το παρελθόν. Μέσα από αυτήν την επικοινωνία οι κοινωνίες ερευνούν και εν τέλει προσδιορίζουν την ταυτότητά τους.

Ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος πιστεύει ότι «ο διάλογος μεταξύ παρόντος και παρελθόντος στη ζωή είναι διαρκής και καλό είναι τη γέφυρα αυτή να την κάνουν οι ιστορικοί, οι άνθρωποι δηλαδή που έχουν επιλέξει ως επάγγελμα ακριβώς την ανασύσταση του παρελθόντος».

Η σχέση όμως της Ελλάδας με το παρελθόν της υπήρξε μέχρι σήμερα κάθε άλλο παρά αρμονική. «Οσο πιο κοντά ήταν τα ιστορικά γεγονότα τόσο μεγαλύτερο το βάρος, τόσο πιο δυσλειτουργική γινόταν η αποτίμησή τους. Διαρκώς υπήρχε μια ερμηνεία του παρελθόντος μέσα από το τρέχον παρόν. Αυτό προέκυπτε από την επιλεκτική επικοινωνία και τον διαρκή διάλογο που είχαν οι πολιτικές δυνάμεις με τμήματα του πληθυσμού και αυτομάτως διαμόρφωνε μια εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος».

Μέσα σε αυτό το εμπόλεμο, «όπου πάντοτε πρέπει να είναι άγγελος ο δικός μας και διάολος ο εχθρός», όπως συμπληρώνει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, τα τραύματα δεν κλείνουν. «Γιατί σε αυτή τη διαδικασία μπαίνει και μια άρνηση του πένθους ή μια διαρκής επίκληση του τραύματος, που ανανεώνεται συνέχεια και ως εκ τούτου δεν προκύπτει τελικά η κατανάλωση του πένθους. Εχουμε, δηλαδή, τη συνεχή καλλιέργεια μιας νωπότητας στο τραύμα. Εκτός όμως από το τι θα επιδιώξουν οι ιστορικοί, μένει να δούμε εάν -τώρα που τα πάθη αμβλύνονται και η ιστορία παύει να είναι η περιοχή των συγκρούσεων- μπορεί η ίδια η κοινωνία να συγκρατήσει από την ιστορία της όσα θα τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τα τραύματα και να επιβεβαιώσει την ενότητά της».

ΝΙΚΟΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ

Συγγνώμη θα πει «ανακαλύπτω ποιότητες του εχθρού μου και σε μένα»

Μέχρι σήμερα η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο παρελθόν της είναι στάση άμυνας και φαντασίωσης. Αποφεύγουμε τις συγκρούσεις με τον εαυτό μας, πιστεύουμε ότι είμαστε οι αδικημένοι της ιστορίας και επιλέγουμε για συνοδοιπόρο πιο συχνά τη λήθη από τη μνήμη.

Αυτό, κατά τον ψυχαναλυτή Νίκο Τζαβάρα, συμβαίνει επειδή «λήθη σημαίνει ότι συντηρώ ορισμένες ιδεολογίες του παρελθόντος και τις αφήνω να αλλοιωθούν βαθμηδόν, χωρίς να τις υποβάλλω στο βάσανο ενός αποκαλυπτικού διαλόγου. Απαλύνονται τα πράγματα στην Ελλάδα διά μέσου της λήθης. Είναι ένας μηχανισμός εξαιρετικά αργός, αλλά όχι και ο πιο υπεύθυνος. Βλέπετε, στην κεντρική Ευρώπη μετά τον Διαφωτισμό υπάρχουν οι παραδόσεις μιας ανελέητης κριτικής και αυτοκριτικής. Νομίζω πως η ψυχανάλυση είναι αυτή που εκφράζει το μεγάλο ρεύμα του Διαφωτισμού. Η αυτοκριτική, που προκύπτει μέσω της ψυχανάλυσης, είναι αποκαλυπτική. Χωρίς αυτόν τον αποκαλυπτικό διάλογο, η λήθη μπορεί και συντηρεί τις αυταρχικές όψεις της αυθεντίας. Εάν δεν αρχίσει μια κοινωνία να τα θέτει όλα σε αμφισβήτηση, μπορούν να διατηρήσουν εύκολα τη φυσιογνωμία τους και τα πολιτικά πρόσωπα και οι πολιτικές γραμμές».

Πράξη επαναστατική η μνήμη, αλλά και πράξη γενναία. Οπως υπογραμμίζει ο Νίκος Τζαβάρας, «η μνήμη, συλλογική και ατομική, μας επιτρέπει να καταλάβουμε καλύτερα τη συμπεριφορά μας εντός του παρόντος. Το ανεξέλεγκτο παρόν μπορεί να ελεγχθεί και να κατανοηθεί μέσω της μνήμης, η οποία πρέπει να είναι ιδιότυπη μνήμη παρ' όλα αυτά. Δηλαδή, δεν είναι μόνο το ιστορικό πλαίσιο αλλά και το πώς έχει διαμορφωθεί ο ανθρώπινος ψυχισμός κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές. Δεν υπάρχει παντοδυναμία της ιστορικής στιγμής στη διαμόρφωση των αδυναμιών του ανθρώπου. Αυτές είναι εγγενείς, στη "Λευκή κορδέλα" εντοπίζονται και στα παιδιά».

Αρα, μήπως μέσω της ανάμνησης μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ολική θεώρηση της ζωής και του πολιτισμού; «Δεν είναι εύκολο», απαντά ο Νίκος Τζαβάρας. «Νομίζω ότι η τέχνη διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στην περίπτωση αυτή, γιατί μας υποχρεώνει να αντιληφθούμε τους μηχανισμούς συνταύτισής μας με το καλό και το κακό, με την επιθετικότητα και την αγάπη, με τον έρωτα και να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι υπάρχει μια συγγενής ετοιμότητα στον άνθρωπο να αποδεχτεί το κακό».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι «ιστορικές ταινίες» προκαλούν έντονες δημόσιες συζητήσεις. Η άμεση ή έμμεση αναφορά στο ιστορικό παρελθόν βάζει βασανιστικά ερωτήματα. «Υπάρχουν τελικά καλοί και κακοί;», «Είμαστε όλοι ικανοί να διαπράξουμε εγκλήματα;», «Γιατί θέλουμε να απωθήσουμε τα τραύματά μας;».

Και τότε η ελπίδα, που αρχίζει να σχηματίζεται δειλά, είναι ότι όταν η κοινωνία μπορέσει να αντιμετωπίσει το παρελθόν τραυματικό γεγονός, αποδεχτεί την ψυχική συνύπαρξη του καλού με το κακό και συνειδητοποιήσει, όπως λέει ο Νίκος Τζαβάρας, ότι «συγγνώμη θα πει να ανακαλύπτω ποιότητες του εχθρού μου, του "ξένου" και σε μένα», τότε μπορεί να διώξει από πάνω της τον γερασμένο εαυτό της και να ξαναμπεί δυναμικά στο παιχνίδι της ζωής, όπου θα συναντήσει τις ανάγκες που βάζει μπροστά μας επιτακτικά το σήμερα. *

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Η μετανάστευση και η αριστερά

άρθρο του ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο ντ' Εραμο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Micromega».

Για την αριστερά η μετανάστευση φαίνεται να μην αποτελεί πρόβλημα. Την θεωρεί μιαν αναπόφευκτη διαδικασία που θα βρει από μόνη της τη λύση της. Και σκέφτεται ότι όποιος αναρωτιέται για τη μετανάστευση και τις επιπτώσεις της είναι γι' αυτό το λόγο ρατσιστής.

Το θέμα όμως είναι αρκετά πιο αμφίσημο απ' όσο φαίνεται από πρώτη άποψη. Και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι θεμελιωτές του εργατικού κινήματος. Αυτοί γνώριζαν πολύ καλά ότι είναι τα αφεντικά, οι καπιταλιστές, εκείνοι που πιέζουν υπέρ της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Για τους καπιταλιστές οι μετανάστες αποτελούν τον τέλειο «εφεδρικό βιομηχανικό στρατό», το ιδεώδες εργαλείο για να περιορίζουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων και να μειώνουν τους μισθούς τους.

Το 1891, η κόρη του Καρλ Μαρξ Ελεονώρα έγραφε στον αμερικανό συνδικαλιστή Σάμουελ Κόμπερς: «Το πιο άμεσο ζήτημα είναι να εμποδίσουμε την εισαγωγή παράνομης εργασίας από τη μια χώρα στην άλλη, δηλαδή εργαζόμενοι οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις συνθήκες της ταξικής πάλης σε μιαν ορισμένη χώρα να εισαχθούν από τους καπιταλιστές σε αυτή τη χώρα, για να μειώσουν τους μισθούς ή να επιμηκύνουν τους χρόνους εργασίας ή και για τα δύο».

Η ολική απορρύθμιση της μετανάστευσης αντιπροσωπεύει μιαν αληθινή πανάκεια για το μεγάλο κεφάλαιο. Από οικονομική και κοινωνική άποψη συμπιέζει μισθούς και διεκδικήσεις και αποδυναμώνει το μέτωπο των εργαζομένων.

Ενώ από πολιτική άποψη παροξύνει τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων (τους περίφημους «πολέμους στους κόλπους του λαού») για πολύτιμους πόρους, όπως κατοικίες, σχολεία για τα παιδιά, κρεβάτια στα νοσοκομεία, στρέφοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια προς τη δεξιά και μετατρέποντας σε υστερία την αγωνία για ασφάλεια.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αντίδραση της αριστεράς είναι εκείνη που ο Καρλ Μαρξ μισούσε περισσότερο, δηλαδή είναι η αντίδραση των «ευγενικών ψυχών», για τις οποίες είναι βλάσφημο και το να θέτει κανείς το ζήτημα.

Ιδού όμως το παράδοξο, μια απορία που η ίδια η αριστερά κρύβει ντροπαλά κάτω από το χαλί της: εμείς είμαστε ενάντια στο laissez-faire σε όλα τα πεδία, παλεύουμε ενάντια στην απορρύθμιση σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, αλλά σε ένα σημείο τρέφουμε μιαν απόλυτη και φανατική πίστη στο laissez-faire και αυτό είναι η μετανάστευση. Νομίζουμε ότι γι' αυτό το θέμα το μοναδικό πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να μην κάνουμε τίποτα.

Ετσι παρακολουθούμε μια διπλή ανωμαλία: η δεξιά είναι υπέρ της ελεύθερης κυκλοφορίας των πάντων, πλην των ανθρώπινων υπάρξεων. Η αριστερά είναι υπέρ του προγραμματισμού των πάντων, αλλά όχι της ανθρώπινης γεωγραφίας μας. Εμείς θεωρούμε ότι η πολιτική μπορεί να κυβερνάει όλα τα πεδία της κοινωνίας, από την εκπαίδευση ώς την υγεία, αλλά θεωρούμε προσβλητικό να κυβερνάει τη μετανάστευση.

Αντιλαμβάνομαι ότι το να διεισδύσουμε σε αυτή την περιοχή είναι αρκετά ριψοκίνδυνο, εξαιτίας της πιθανής διολίσθησης στην ξενοφοβία, εξαιτίας του «ανθρωπολογικού προστατευτισμού» στον οποίο κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε. Αλλά το να μην αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα είναι αρκετά πιο επικίνδυνο, σχεδόν αυτοκτονικό. Η μεταναστατευτική αναρχία καταλήγει πράγματι στη χειρότερη δυνατή κατάσταση, εκείνη στην οποία διαιωνίζεται ο φαύλος κύκλος παρανομία/καταπίεση και στην οποία το κράτος που φιλοξενεί μετανάστες δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει κατοικίες, υποδομές, υπηρεσίες, σχολεία, νοσοκομεία, για να καταστήσει δηλαδή δυνατή την ενσωμάτωση (όχι την αφομοίωση, που είναι διαφορετικό πράγμα) των μεταναστών.

Σε αυτή την κατάσταση, το εκλογικό σώμα έχει μπροστά του δυο παρατάξεις: η μια που δίνει στο πρόβλημα μια βάρβαρη και επιπλέον υποκριτική απάντηση, δεδομένου ότι καμία κοινωνία, όσο πλούσια και αν είναι, δεν μπορεί να κάνει χωρίς μετανάστες· η άλλη παράταξη, η οποία αντίθετα αρνείται την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος ταλαντευόμενη πάντοτε ανάμεσα σε δύο άκρα.

Το ένα, διαδεδομένο κυρίως στη λεγόμενη «ριζοσπαστική» αριστερά, είναι το χωρίς διάκριση χαρωπό άνοιγμα, που παρουσιάζεται ως «φιλοξενία» (ακριβώς όπως ο ριγκανισμός έβλεπε το κλείσιμο των ψυχιατρείων ως απλό πέταγμα των ψυχικά ασθενών στο δρόμο). Το άλλο, που κυριαρχεί στη «μετριοπαθή» αριστερά, είναι ένας αδύναμος μιμητισμός, ο οποίος ακολουθεί από κοντά την ξενόφοβη δεξιά, αλλά το κάνει πιο φιλεύσπλαχνα: «παρακαλώ, όχι με τόσο βάρβαρο τρόπο, με λιγότερη σκληρότητα, αν έχετε την καλοσύνη».

Κανείς όμως δεν προτείνει μια πολιτική για τη μετανάστευση. Δηλαδή ένα όραμα του μέλλοντος (τι τύπο κοινωνίας θέλουμε), ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων, νόμων, συμπεριφορών, εκστρατειών για τον προσανατολισμό και την αποδέσμευση της κοινής γνώμης από τη ρατσιστική επιρροή, για να κάνουμε έτσι ώστε οι μετανάστες να μην θεωρούνται μόνο ως κακότυχοι ταλαίπωροι που πρέπει να τους εκμεταλλευόμαστε -δηλαδή «εφεδρικός βιομηχανικός στρατός», που διατηρεί το προλεταριάτο «μέσα στα όρια που ταιριάζουν απόλυτα με τη λαχτάρα για εκμετάλλευση και τη μανία για κυριαρχία του κεφαλαίου» (Μαρξ)- ούτε ως διαφορετικοί από μας, που πρέπει μόνο να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.

Και, όπως κάθε επένδυση, ως κάτι που πρέπει να προγραμματίσουμε, να αξιολογήσουμε, να σχεδιάσουμε. Με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να προσκαλούμε σε γεύμα ανοίγοντας απλώς την πόρτα του σπιτιού μας. Αλλά δεν μπορούμε ούτε και να προσφέρουμε ένα καλό φαγητό, αν δεν έχουμε τουλάχιστον μια ιδέα για τον αριθμό των συνδαιτυμόνων (...).*

επιμέλεια: Θ. ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29/11/2009

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

«Οι τράπεζες υπεύθυνες για την κρίση»


Πριν από λίγες ημέρες ο Ulrich Beck, διάσημος Γερμανός καθηγητής Κοινωνολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, βρέθηκε στην Αθήνα. Προσκεκλημένος της Εταιρείας Κοινωνιολογικών Ερευνών, ο «πατέρας» των θεωριών της «κοινωνίας της διακινδύνευσης» και του «κοσμοπολιτισμού» ως αναγκαίου επιστημονικο-κοινωνικού γεγονότος που σέβεται τις εθνικές και άλλες διαφορές, ανέπτυξε τις απόψεις του για τις νέες μορφές οργάνωσης του σύγχρονου κόσμου.
Η«Ε» μίλησε μαζί του και με τη συνδρομή του γενικού γραμματέα της ΕΚΕ καθηγητή Σωτ. Χτούρτη, επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τις θέσεις του:

* Το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο κυριάρχησε απόλυτα πάνω στην παλιά διάρθρωση της εργασίας. Τα εθνικά συνδικάτα για να αντιδράσουν πρέπει να αναδιοργανωθούν σε διεθνική βάση.

* Η οικονομική κρίση δημιουργήθηκε από τον καπιταλισμό, από τις μαζικές χρεοκοπίες του συστήματος και προκαλεί θεμελιώδεις αλλαγές. «Βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης χωρίς όμως επαναστατικό υποκείμενο. Μιας επανάστασης δομικής που γίνεται από τα κάτω καθώς το υπέδαφος των θεσμών της νεωτερικότητας αποσαθρώνεται».

* Υπεύθυνες της κρίσης είναι οι τράπεζες. Οι οικονομολόγοι νόμιζαν ότι μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση. Η μεγαλύτερη επιστημονική γνώση δημιουργεί όμως διαρκώς νέες αβεβαιότητες, τις οποίες πρέπει να αναγνωρίσουμε.

* Το νέο κοινωνικό μοντέλο πρέπει να περιλαμβάνει ένα βασικό εισόδημα για όλους, ως θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα.

* Πρέπει να εφεύρουμε μια κοινωνική Ευρώπη και ένα νέο τρόπο επιβολής φόρων σε διεθνικό επίπεδο.

* Εάν οι παράνομοι μετανάστες πάψουν να εργάζονται, η κοινωνία θα καταρρεύσει.

* Η ενότητα δεν απαιτεί την ομοιομορφία. Εάν οι εθνικές ταυτότητες διαλυθούν, η Ευρώπη θα χάσει την ψυχή της.

* Η κήρυξη «πολέμου» στην τρομοκρατία δεν μπορεί να λύσει ένα μη στρατιωτικό πρόβλημα.
«Βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης χωρίς όμως επαναστατικό υποκείμενο»

Μιλάτε για κοσμοπολιτισμό και κοσμοπολιτοποίηση. Πού διαφέρουν αυτές οι έννοιες;

«Ο κοσμοπολιτισμός είναι μια φιλοσοφική ιδέα που στηρίζεται στην ελληνική φιλοσοφία και θεωρεί ότι ο καθένας είναι μέρος δύο κόσμων. Ο ένας είναι ο Κόσμος της Φύσης και των Κοινών Δικαιωμάτων, ενώ ο άλλος είναι η Πόλις, που σημαίνει διαφορετικές πόλεις, διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικές ταυτότητες. Είμαστε και τα δυο ταυτόχρονα. Είμαστε ίσοι και διαφορετικοί. Αυτό είναι το φιλοσοφικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε η ευρωπαϊκή σκέψη του Καντ, του Χάμπερμας και άλλων. Είναι μια σπουδαία παράδοση αλλά πολύ ιδεαλιστική, δεν συνδέεται ευθέως με τον πραγματικό κόσμο.

Στην αρχή του 21ου αιώνα συνέβη κάτι πολύ ενδιαφέρον. Το αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση. Οι κοινωνικοί επιστήμονες μιλούν για διασυνδεσιμότητα (interconnectivity). Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι με διάφορους τρόπους, μέσω του Ιντερνέτ, μέσω των αγορών, μέσω του ανταγωνισμού, μέσω των παγκόσμιων κινδύνων όπως η κλιματική αλλαγή, πέρα από σύνορα, με ένα πολύ εντατικό και εκτεταμένο τρόπο, όπως δεν ήμασταν ποτέ στο παρελθόν. Εάν δούμε όμως όλες τα συνέπειες αυτής της διασυνδεσιμότητας, θα διαπιστώσουμε ότι ο ένας τρόπος συγκρούεται με τον άλλο.

Στο εθνικό επίπεδο αποκλείουμε τους άλλους και τα άλλα έθνη, δεν χρειάζεται να νοιαζόμαστε γι' αυτά. Αλλά, ξαφνικά, είναι σημαντικό, για παράδειγμα, το πώς οι μάνατζερ τραπεζών στην Αμερική παίρνουν αποφάσεις, γιατί αυτές επηρεάζουν όλον τον κόσμο, ή ακόμα το πώς οι Κινέζοι συμπεριφέρονται σε σχέση με την κλιματική αλλαγή».

Τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη;

«Οι αποφάσεις που παίρνουν οι άλλοι αποτελούν πλέον μέρος τη δικής μας ζωής, είτε το θέλουμε είτε όχι, και είναι μάλιστα μια δομική διαδικασία που δεν έχει σχέση με την ατομική μας δράση και τη συνειδητοποίηση των πράξεών μας. Συμβαίνει ξαφνικά και είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα κατάσταση που ξετυλίγεται από κάτω. Εχει στοιχεία του κοσμοπολιτισμού, αλλά μόνο στοιχεία. Ενα στοιχείο είναι ότι δεν μπορούν να αποκλεισθούν πια οι Αλλοι, όπως νομίζαμε παλιά σε εθνικό επίπεδο. Αυτή η διαδικασία κοσμοπολιτοποίησης έχει σοβαρές συνέπειες που επηρεάζουν το κράτος, την οικονομία, το δίκαιο, τη μετανάστευση και βέβαια συνολικά τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε.

Οι πολίτες δεν γίνονται κοσμοπολίτες λόγω της κοσμοπολιτοποίησης, το αντίθετο. Οι πολίτες επιζητούν να επιβεβαιώσουν την εθνική και θρησκευτική τους ταυτότητα γιατί τη θεωρούν πιο σημαντική. Λόγω της σύγκρουσης με τους Αλλους φτιάχνουμε νέα σύνορα, νέους κόσμους, νέες ταυτότητες.

Επομένως η κοσμοπολιτοποίηση είναι κοινωνικο-επιστημονικό γεγονός που αλλάζει πολλά πράγματα, αλλά δεν σημαίνει ότι ο κόσμος γίνεται «κοσμοπολίτικος» με συνειδητό τρόπο, όπως οι φιλόσοφοι ελπίζουν, αλλά είναι κάτι που συμβαίνει ξαφνικά λόγω αυτής της παγκόσμιας διασυνδεσιμότητας».

Πώς διαμορφώνεται, σήμερα, η κοινωνία της διακινδύνευσης;

«Εξετάζοντας την ιστορία της εκβιομηχάνισης βλέπουμε να αντικαθίστανται οι κίνδυνοι που προέρχονται από έξω, για παράδειγμα από τη φύση, τους θεούς κ.λπ., με κινδύνους που δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους. Εκτοτε η θεωρία του κινδύνου έχει γίνει εσωτερική και είναι πλέον θέμα προσωπικών αποφάσεων ή θεσμικών επιλογών. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται από τους θεούς και τη φύση αλλά είναι μέρος της προόδου, αποτελεί τη σκιά της προόδου. Τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν γιατί γινόμαστε συνεχώς πιο ισχυροί και τελικά χάνουμε τον έλεγχο».

Είμαστε δηλαδή τελείως αδύναμοι;

«Αυτό ακριβώς λέει η θεωρία της διακινδύνευσης. Προσπαθούμε να ελέγξουμε τις συνέπειες τού εκμοντερνισμού χρησιμοποιώντας πολλούς θεσμικούς τρόπους, όπως αναλύσεις κινδύνων, ασφάλειες και άλλους μηχανισμούς πρόβλεψης. Είμαστε προετοιμασμένοι για ατυχήματα, τα οποία αισθανόμαστε ικανοί να χειριστούμε. Ωστόσο, ενώ γινόμαστε τόσο ισχυροί στην παραγωγή μοντέρνων ιδεών και νέας τεχνολογίας, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι θα συμβεί. Περισσότερη επιστημονική γνώση, περισσότερος έλεγχος των πραγμάτων δημιουργούν νέες μορφές αβεβαιότητας. Για παράδειγμα, η τωρινή οικονομική κρίση. Οι οικονομολόγοι ήταν τόσο σίγουροι ότι ήξεραν τα πάντα και ότι όλα ήταν υπό έλεγχο, ωστόσο αυτή η κατασκευασμένη βεβαιότητα έγινε η αιτία της καταστροφής, επειδή κανείς δεν μιλούσε για όλα αυτά. Οι τράπεζες είναι οι κυρίως υπεύθυνες, αλλά οι οικονομολόγοι έλεγαν ότι μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση. Πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε ότι δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουμε και πρέπει να αναγνωρίσουμε την αβεβαιότητά μας, να γίνουμε πιο προσεκτικοί σε όλα τα επίπεδα».

Ποιοι είναι σήμερα οι μεγάλοι βασικοί κίνδυνοι;

«Υπάρχουν διαφορετικές συλλογιστικές για τους παγκόσμιους κινδύνους. Οι κλιματικές αλλαγές είναι μια συλλογιστική που συνδέεται με το περιβάλλον και ο καθένας μας αποτελεί μέρος αυτού του κινδύνου, γιατί είναι μέρος της φύσης. Πρόκειται για συλλογική μετάφραση αυτού του κινδύνου.

Η οικονομική κρίση είναι διαφορετική. Δημιουργήθηκε από τον καπιταλισμό, από μαζικές χρεοκοπίες του συστήματος, αλλά οι κίνδυνοι και οι καταστροφές αυτές μπορούν να εξατομικευτούν. Μπορεί να χρεοκοπήσεις ως άτομο ή ως επιχείρηση και αυτό να αποδοθεί σε έθνη.

Αυτά τα δύο είδη κινδύνων αποτελούν μέρος άγνωστων παρενεργειών και δεν είναι εσκεμμένες καταστροφές. Αντίθετα, οι τρομοκράτες επιδιώκουν ηθελημένες καταστροφές. Χρησιμοποιούν το "ευάλωτο" της σύγχρονης κοινωνίας για να δημιουργήσουν την εικόνα του κινδύνου. Ωστόσο, σε αυτό δεν έχουμε καλές απαντήσεις. Το ότι μας ψάχνουν στα αεροδρόμια, για παράδειγμα, απλά μάς κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα, λίγο πιο ασφαλείς. Μια νέα τρομοκρατική επίθεση όμως δεν θα εμποδιστεί από αυτή την αντιμετώπιση».

Παίρνουμε όμως μέτρα που στρατιωτικοποιούν τη κοινωνία και θίγουν ανθρώπινα δικαιώματα.

«Υπάρχει επίσης εδώ μια αντίφαση όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα. Η απειλή της τρομοκρατίας χρησιμοποιείται από τις συντηρητικές κυβερνήσεις για αναδιοργάνωση του στρατού. Οταν έγινε η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, σοκαρίστηκα από τη λέξη "πόλεμος" που χρησιμοποίησε ο Μπους. Γιατί ο όρος αυτός έχει μεταφορική σημασία στην αμερικανική πολιτική. Μπορεί, για παράδειγμα, να μιλήσει κανείς για τον "πόλεμο" κατά της φτώχειας. Αλλά όταν τον χρησιμοποίησε ο Μπους είχα την αίσθηση ότι το εννοούσε. Αυτό ωστόσο αναμιγνύει διαφορετικούς αιώνες. Στον πόλεμο υπάρχει ένας εχθρός που μπορείς να αναγνωρίσεις, στρέφεσαι κατά συγκεκριμένου κράτους και στρατού που ξέρεις τι όπλα έχει και του οποίου οι στρατιώτες δεν θέλουν να πεθάνουν. Εδώ έχουμε τελείως διαφορετική κατάσταση. Οι "στρατιώτες" αυτοί, αντίθετα, θέλουν να σκοτωθούν. Δεν μπορείς να τους απειλήσεις, δεν ξέρεις πού ακριβώς βρίσκονται και δεν φοράνε στολές. Είναι μεγάλο λάθος να το ονομάζεις αυτό πόλεμο, που σημαίνει πόλεμο κατά συγκεκριμένου κράτους και στρατού. Η τρομοκρατία είναι ένα διεθνικό δίκτυο και εσύ θέλεις να το νικήσεις στο Αφγανιστάν. Αλλά δεν το έχεις νικήσει σε κανένα κράτος, γιατί η τρομοκρατία δεν είναι στρατιωτικό ζήτημα. Είναι περισσότερο θέμα μυστικών υπηρεσιών, αστυνομικής δράσης και συνεργασίας μεταξύ των κρατών».

Λέτε ότι το κεφάλαιο κρατά για τον εαυτό του το δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες. Είναι πλέον απόλυτα κυρίαρχο;

«Η διάκριση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (ιδίως με την έννοια των εργατικών σωματείων) έχει αλλάξει. Το κεφάλαιο έχει νέους χώρους για δράση. Διεθνείς οργανισμοί, εξαγωγή εργατικών θέσεων, μη καταβολή φόρων στη χώρα παραγωγής. Το νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον δίνει στο κεφάλαιο πολλές δυνατότητες.

Η εργασία και τα συνδικάτα, από την άλλη, περιορίζουν τον εαυτό τους. Προσδιορίζονται από τα σύνορά τους και είναι εθνικά οργανωμένα. Στο Ινστιτούτο μου στο Μόναχο αναζητούμε τις επιπτώσεις από την εξέλιξη αυτή, δηλαδή τους χαμένους και τους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ανταγωνισμός προσδιορίζεται πρωταρχικά όχι από τη δράση των εργατών, αλλά από τους διαφορετικούς τύπους παραγωγής. Από τη μια έχουμε τους τύπους παραγωγής και οικονομίας που αυτοπροσδιορίζονται ως συνοριακά πεπερασμένες, ενώ, από την άλλη, όσοι επιδιώκουν να βγάλουν κέρδος οργανώνουν τη δράση τους σε διεθνή κλίμακα. Παρατηρούμε επίσης ότι όσο περισσότερη δύναμη έχουν τα εργατικά συνδικάτα, τόσο λιγότερο ευέλικτα και ανοικτά είναι στη διεθνική οργάνωση της παραγωγής. Αυτό συμβαίνει με τα γερμανικά συνδικάτα, που είναι αρκετά ισχυρά. Νομίζω όμως ότι μπορεί να υπάρξει πλήρης αλλαγή του πλαισίου αναφοράς και του τρόπου σκέψης των εργατών και των συνδικάτων τους. Αρκεί να "μεταφράσουμε", να προσδιορίσουμε δηλαδή την εργασία, όχι μόνο σε εθνικό αλλά σε διεθνές επίπεδο, πράγμα ασφαλώς δύσκολο».

Πρακτικά, μιλάτε για υπερ-εθνική οργάνωση των εργαζομένων;

«Το να οργανώσεις διεθνική εργατική αλληλεγγύη, να ενδιαφέρεσαι και να οργανώνεις διεθνώς τους Ευρωπαίους εργάτες, λαμβάνοντας υπόψη τούς διαφορετικούς εθνικούς ανταγωνισμούς, θα ήταν νομίζω ένα σημαντικό θέμα για το εργατικό κίνημα. Ενας πιθανός διεθνικός συνδυασμός καταναλωτή και εργαζόμενου θα μπορούσε να είναι πολύ ισχυρή αντίδραση απέναντι στο παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο».

Η εργασία, όπως την ξέραμε ώς τώρα, ηττήθηκε λοιπόν κατά κράτος από το διεθνοποιημένο κεφάλαιο;

«Αυτή είναι η προοπτική, και τα εργατικά σωματεία και οι εργάτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η ευελιξία και η απο-επαγγελματοποίηση της εργασίας είναι ήδη μια παράγωγη συνέπεια της δικής τους χαμένης δύναμης. Αυτό θα συνεχίζεται διαρκώς και αν δεν βρεθεί τρόπος να αναδιοργανωθεί η εργασία σε διεθνικό επίπεδο, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη πιο δύσκολα».

Τι εννοείτε;

«Για παράδειγμα, μαζί με άλλους, σκεφτόμαστε ένα κοινωνικό μοντέλο το οποίο θα οδηγεί σε ένα βασικό εισόδημα για τον καθένα, κάτι το οποίο θα αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα. Ασφαλώς, σε κάποια έκταση, το έχουμε ήδη σήμερα με τη μορφή της κοινωνικής ασφάλισης. Θα έχουμε λοιπόν ένα βασικό εισόδημα για τον καθένα και οι πολίτες θα γίνουν περισσότερο ευέλικτοι στο τι θέλουν να κάνουν και τι όχι. Στην πράξη, θα μπορούσε να είναι ένα νέο είδος ελευθερίας. Ελευθερία να επιλέξεις ένα νέο τρόπο ζωής, να είσαι για παράδειγμα πατέρας ή μητέρα για κάποιο διάστημα και να ζεις με το βασικό εισόδημα και εάν θέλεις μετά, να κάνεις κάτι άλλο για να διατηρήσεις ή να αλλάξεις ένα συγκεκριμένο lifestyle.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που λένε ότι κάτι τέτοιο είναι καλή ιδέα. Εχουμε πολλές θετικές δυνατότητες στην εργασία. Ισως είναι η ώρα να ξανασκεφτούμε το μοντέλο της απασχόλησης και όχι μόνο να αρκούμαστε στην ιδέα ότι όλοι πρέπει να επιβιώνουν αποκλειστικά μέσα στην αγορά εργασίας, η οποία έτσι κι αλλιώς είναι ένας μηχανισμός που παράγει πολύ στρες στην κοινωνία».

Η οικονομική κρίση είναι προάγγελος της κατάρρευσης του σημερινού οικονομικού συστήματος;

«Είναι μια κρίση που προκαλεί θεμελιώδεις αλλαγές. Πρακτικά, οι αλλαγές αυτές ήδη συμβαίνουν. Από κοινωνιολογική σκοπιά θα έλεγα ότι ζούμε σε μια εποχή που την αποκαλώ "ανακλαστικό μοντερνισμό". Αυτό σημαίνει ότι η ριζοσπαστικοποίηση της νεωτερικότητας παράγει συνέπειες που υπονομεύουν τους ίδιους τους θεσμούς της νεωτερικότητας. Αυτό συμβαίνει στο κράτος πρόνοιας, στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης. Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πλέον την κοινωνική ασφάλιση, όπως ήταν πριν, σε εθνικό επίπεδο. Ισως πρέπει να εφεύρουμε μια κοινωνική Ευρώπη, και θα πρέπει να εφεύρουμε ένα νέο τρόπο επιβολής φόρων σε διεθνικό επίπεδο. Δεν είναι όμως καθόλου εύκολη η συνεργασία των εθνικών κρατών σε αυτά τα ζητήματα.

Την ίδια στιγμή, οι συνέπειες των κλιματικών αλλαγών έχουν τεράστια επιρροή στον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, στο πώς πρέπει να αναφερόμαστε στους άλλους, π.χ. στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και στον τρόπο ζωής μας, δημιουργώντας μεγάλες ανισότητες.

Πρακτικά, βρισκόμαστε στη μέση μιας επανάστασης, χωρίς όμως επαναστατικό υποκείμενο. Η επανάσταση απλά συμβαίνει, ως δομικό φαινόμενο, επειδή το υπέδαφος (background) των θεσμών αποσαθρώνεται, εξαιτίας των συνεπειών του εκμοντερνισμού. Μέχρι τώρα νομίζαμε ότι η επανάσταση οφείλεται σε κάποιο κίνημα ή κόμμα, αλλά τώρα οι συνθήκες ζωής παράγουν ένα είδος επαναστατικών αλλαγών».

Στην Ελλάδα η μετανάστευση μας κάνει να φοβόμαστε τη διαφορά, τον ανόμοιο «Αλλο». Απειλούνται τελικά τα έθνη, όπως τα γνωρίζαμε ως τώρα;

«Πρώτα απ' όλα, εμείς οι Γερμανοί δεν έχουμε καθόλου σύνορα. Σύνορα έχετε εσείς οι Ελληνες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί. Το θέμα των συνόρων και της μετανάστευσης συνδέεται με την έλλειψη εργατικών χεριών και δημιουργεί ανισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρώπης. Είναι απόλυτα κατανοητό ότι οι παρενέργειες της παράνομης μετανάστευσης, η σύγκρουση με τον "Αλλο", αναστατώνει τους ανθρώπους.

Θα σας πω ένα παράδειγμα που συνέβη στο Παρίσι. Ξαφνικά μια ομάδα 200 παράνομων μεταναστών, κατέλαβαν μια αποθήκη στο κέντρο. Δεν κρύβονταν πια, έκαναν διαδηλώσεις και διεκδικούσαν νομιμοποίηση. Ο Σαρκοζί αντιτίθεται στην παράνομη μετανάστευση, ωστόσο δεν έστειλε την αστυνομία, κι αυτό γιατί στη Γαλλία υπάρχει παράδοση κοινωνικών αγώνων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία συνδέεται με την εθνική τους ταυτότητα. Υπάρχει όμως εδώ ένα παράδοξο. Η παρανομία έγινε ορατή στο κράτος, το οποίο όμως δεν επιτέθηκε. Αυτό δεν θα συνέβαινε στη Γερμανία, ακόμη περισσότερο στην Ιταλία».

Ποια είναι η θέση των μεταναστών στα ευρωπαϊκά κράτη σήμερα;

«Η γαλλική υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα γιατί το θέμα της παράνομης μετανάστευσης απασχόλησε και τα πανίσχυρα εργατικά σωματεία. Είναι γεγονός ότι εάν οι παράνομοι μετανάστες σταματήσουν να εργάζονται στο εξής, η κοινωνία θα καταρρεύσει. Επειδή δεν συνειδητοποιούμε πόσο λειτουργικοί είναι οι μετανάστες. Ακριβώς λόγω της παρανομίας τους δεν κοστίζουν πολύ αλλά κάνουν όλες τις δουλειές που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της οικογένειας και της γραφειοκρατίας.

Ας μην ξεχνάμε, για παράδειγμα, ότι και ο συμβιβασμός μας για την ισότητα ανδρών και γυναικών χρειάζεται παράνομους μετανάστες, εάν θέλουμε μια οικογένεια όπου και ο άνδρας και η γυναίκα κάνουν ταυτόχρονα καριέρα. Εάν υπάρχει ένα τεστ, μια δοκιμασία, για τη σχέση του κοσμοπολιτισμού με το έθνος και την Ευρώπη, αυτό το τεστ είναι οι μετανάστες».

Κινδυνεύει η εθνική ταυτότητα των Ευρωπαίων;

«Υπάρχει μια παρανόηση. Εγώ μιλώ για τη διαφορά μεταξύ ενότητας και ομοιομορφίας. Η ενότητα δεν χρειάζεται ομοιομορφία. Ευρώπη σημαίνει αναγνώριση των διαφορών κι αυτό κάνει την Ευρώπη ν' ανθεί, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ασφαλείς με την ταυτότητά τους. Εάν αυτές οι ταυτότητες διαλυθούν, η Ευρώπη θα χάσει την ψυχή της, κι αυτό πρέπει να αναγνωριστεί σε κάποια έκταση. Υπάρχουν πολλές μορφές ενσωμάτωσης στην Ευρώπη. Υπάρχει το ευρώ, οι χώρες που δεν είναι στη ζώνη του ευρώ, στη ζώνη του Σένγκεν υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση στα ζητήματα ασφάλειας. Πρόκειται για συντονισμό των διαφορών και όχι ομοιότητα. Αυτό αποτελεί πράγματι την ιδέα της κοσμοπολιτοποίησης».

Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο μήνυμα;

«Είναι πολύ εύκολο να είσαι πεσιμιστής. Αρκεί να διαβάσεις τις εφημερίδες. Είναι δύσκολο για τους διανοούμενους να δώσουν κάποιο αισιόδοξο μήνυμα. Η δική μου ιδέα για τον κοσμοπολιτισμό, ο ορισμός της πολιτικής και της ταυτότητας, έχει στοιχεία αισιόδοξης οπτικής. Νομίζω ότι υπάρχει τόσο πολύ σύγχυση και αβεβαιότητα, ώστε η υποχρέωση των διανοουμένων και των κοινωνικών επιστημόνων είναι να προσπαθήσουν να φτιάξουμε μερικά σημεία και να ανοίξει συζήτηση γι' αυτά. Δεν αποφασίζουμε εμείς για το πού πηγαίνει ο κόσμος. Απλώς δίνουμε κάποιες ιδέες. Αυτή η αναδιατύπωση του κοσμοπολιτισμού στην παγκόσμια εποχή, θα μπορούσε να είναι μια σπουδαία συνεισφορά». *
ΧΡ.ΖΕΡΒΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΟΙΑ 21/11/2009

Ζητούμενο σήμερα είναι η ισότητα, όχι η ελευθερία


Ο Αλέν Μπαντιού βρέθηκε στην Αθήνα για το διεθνές συνέδριο «Ο Αλέν Μπαντιού και οι όροι της φιλοσοφίας». Τον συναντήσαμε στη Βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας.
Προτείνετε μία εκ νέου ανάγνωση του Πλάτωνα. Πόσο επίκαιρη είναι η σκέψη του για τις σύγχρονες δημοκρατίες;

«Στην πλατωνική φιλοσοφία η πολιτική δεν μπορεί να είναι απλώς μία διαχείριση των οικονομικών και των διπλωματικών υποθέσεων. Ο Πλάτων θεωρεί ότι η μοίρα και το πεπρωμένο του συνόλου άπτεται της σκέψης και της φιλοσοφίας. Οι δημοκρατικές μας κυβερνήσεις ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την οικονομική ευδοκίμηση και ευμάρεια. Αλλά αυτό δεν προσδίδει νόημα στον συλλογικό βίο».

Εχει γραφεί κατά κόρον ότι το πλατωνικό πολιτικό κοσμοείδωλο είναι κλειστό, αριστοκρατικό, αυταρχικό. Τι έχετε να αντιτάξετε;

«Πρέπει να εφεύρουμε έναν παγκοσμιοποιημένο Πλάτωνα. Η πολιτική πρέπει να έχει σχέση με τη γνώση κι όχι μόνο με τη γνώμη. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια δικτατορία της κοινής γνώμης, κάτι που ο Πλάτων είχε αντιληφθεί. Σε αντίθεση, όμως, με τον αρχαίο φιλόσοφο, πρέπει να διατηρήσουμε την ιδέα της δημοκρατίας και να τη μεταλλάξουμε βαθιά».

Γιατί πιστεύετε ότι έχει συρρικνωθεί η μορφή του διανοούμενου που εναντιώνεται;

«Μεγάλος αριθμός διανοουμένων, ήδη από τα τέλη του 1980, εγκατέλειψε την ιδέα μιας βαθιάς πολιτικής αλλαγής. Σωστά άσκησαν κριτική εναντίον των τρομοκρατικών και γραφειοκρατικών κρατών. Θεώρησαν, όμως, καλό να εγκαταλείψουν και το αίτημα της χειραφέτησης. Η φιλοσοφία δεν έχει λόγο ύπαρξης, εάν δεν ασκήσει κριτική στις επικρατούσες γνώμες και απόψεις».

Εκτιμάτε ότι οι διανοούμενοι έχουν γίνει «αναλώσιμα προϊόντα» από τα μίντια;

«Μια πλευρά της ήττας των διανοουμένων είναι ότι έπαιξαν το παιχνίδι των μίντια, υποτασσόμενοι στον πειρασμό της εξουσίας. Τουλάχιστον ο φιλόσοφος πρέπει να αντισταθεί και να παραμείνει ελεύθερος από οποιαδήποτε εξουσία».

Ακόμη και να βγει στους δρόμους;

«Ναι, αν είναι απαραίτητο».

Αν ξεκίναγε μια επανάσταση, ίσως θα σας βλέπαμε στις τάξεις της;

«Σίγουρα. Αλλά δεν νομίζω ότι θα γίνει άμεσα (γελάει). Σήμερα η ιδέα της επανάστασης είναι σκοτεινή και ασαφής. Γι' αυτό η σύλληψη της έννοιας "επανάσταση" πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σκέψης, όπου θα επανατίθεται η σχέση της με τη βία. Η μόνη θεμιτή βία, που μπορεί να ασκηθεί, είναι για να αμυνθεί κανείς».

Τι έχετε να σχολιάσετε για τις «βελούδινες» επαναστάσεις στην Τσεχία ή στην Ουκρανία;

«Οδήγησαν τις κοινωνίες αυτές στον σύγχρονο καπιταλισμό».

Δεν απέκτησαν, όμως, περισσότερες ελευθερίες;

«Πήραν την άγουσα του σύγχρονου καπιταλισμού και αυτός δεν οδηγεί σε ελευθερίες. Το πιο σημαντικό πολιτικό πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών, όμως, δεν είναι το θέμα της ελευθερίας, αλλά το θέμα της ισότητας».

Εκτιμάτε ότι οι πλούσιες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν τις φτωχές ως δορυφόρους, με ό,τι σημαίνει αυτό;

«Υπάρχει όντως μία ομάδα μεγάλων δυνάμεων, στο εσωτερικό των οποίων υπάρχουν ολιγαρχίες πολιτικές και μιντιακές, οι οποίες ασκούν την εξουσία».

Οι οικονομικά ισχυρές χώρες προσπαθούν να κρύψουν τα προβλήματά τους «κάτω από το χαλί» εντός της επικράτειάς τους ή να τα εξαγάγουν μέσω πολέμων στο εξωτερικό;

«Τα σοσιαλιστικά κράτη του εικοστού αιώνα οργάνωσαν πολύ μεγάλη βία στο εσωτερικό τους, ενώ οι δυτικές δημοκρατίες την εξήγαγαν στο εξωτερικό. Εχουμε μια τάση να ασκούμε κριτική στην εσωτερική βία, ξεχνώντας την εξωτερική».

Ο Νικολά Σαρκοζί προχωράει σε μια αναβίωση του θατσερισμού με σαρκοζιστικά στοιχεία;

«Ασκεί μια πολιτική αντίστοιχη μ' αυτή της Θάτσερ και του Μπερλουσκόνι. Εχουμε μια κατάσταση αστυνόμευσης, που είναι θεμελιωμένη στην καταστολή των ξένων εργατών».

Φοβάστε την επανάκαμψη του φασισμού στην Ευρώπη ως εφιάλτη;

«Ο φασισμός βρισκόταν σε διαλεκτική σχέση με τον κομμουνισμό. Αρα, δεν φαντάζομαι να υπάρξει μια επιστροφή του φασισμού».

Το κίνημα του ισλαμισμού πόσο επαναστατικό και πόσο τρομοκρατικό είναι;

«Το ισλαμικό κίνημα δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε επαναστατικό, γιατί η επανάσταση αποσκοπεί στην παγκόσμια χειραφέτηση. Μ' αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε επαναστατικό. Η τρομοκρατική πράξη, η οποία βασικά ενοχοποιεί τον μουσουλμανικό κόσμο, είναι δείγμα ότι δεν υπάρχει παγκόσμια διάσταση σ' αυτό το κίνημα».

Πριν από λίγες μέρες γιορτάζαμε τα είκοσι χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Ωστόσο, τα τείχη δεν έπεσαν ακόμη στο Ισραήλ ή στην Κύπρο. Το σχόλιό σας;

«Τείχος χωρίζει και τις ΗΠΑ από το Μεξικό. Μπορούμε να πούμε ότι το Τείχος του Βερολίνου δεν ήταν το τελευταίο».
Β.ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23/11/2009

Οι πολιτισμοί των μεταναστών και εμείς

Οκορυφαίος Αμερικανός σκηνοθέτης του κινηματογράφου Φράνσις Φορντ Κόπολα, 70 ετών σήμερα, βρέθηκε πριν από ένα μήνα στην Αθήνα, προσκεκλημένος του 22ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Σε συνέντευξή του στη Μαρία Κατσουνάκη, που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 8.11.2009, σε ερώτηση για τη μετανάστευση, που είναι από τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας, απάντησε:

- Η απίστευτη επιτυχία της Αμερικής οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν Αμερικανοί. Είμαστε όλοι μετανάστες: Ιταλο-αμερικανοί, Αφρο-αμερικανοί, Ελληνο-αμερικανοί. Η Αμερική κατάφερε με επιτυχία να αντιμετωπίσει το μεγαλύτερο πρόβλημα των ημερών, από το οποίο υποφέρουν η Ευρώπη και η Ελλάδα: Πώς διαχειριζόμαστε την εισροή των μεταναστών, αφομοιώνοντάς τους ώστε να βελτιώσουμε τον πολιτισμό μας. Η Αμερική το έχει κατορθώσει. Στο Σαν Φρανσίσκο, όπου ζω, μιλιούνται 140 γλώσσες. Αντλούμε δύναμη απ' όλους αυτούς τους διαφορετικούς πολιτισμούς.

(Βεβαίως, όταν μιλάει για Αμερική, αναφέρεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.)

Είναι εντυπωσιακή η δήλωση του επιτυχημένου δημιουργού. Δεν είναι ανέφελη η ζωή ή η επιβίωση των μεταναστών στη χώρα του. Είναι γνωστές οι αντιδράσεις που αντιμετωπίζουν και δεν είναι ρόδινα τα πράγματα. Ωστόσο περιγράφει μια κατάσταση που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συγκροτείται μια κοινωνία και πώς ακριβώς μπορούν να αφομοιώνονται στην κοινωνία οι «ξένοι», οι ξενόφερτοι, οι μετανάστες. Λίγες ημέρες αργότερα στην Αθήνα ήταν η κυβερνήτης του Καναδά, η 47χρονη Κρεολή Μικαέλ Ζαν, η οποία έφυγε με την οικογένειά της παιδί το 1968 από την Αϊτή, λόγω του δικτατορικού καθεστώτος. Εξηγεί ίσως πιο αναλυτικά, απαντώντας σε ερώτηση της Λένας Παγώνη («Ε», 11.11.2009), αν είχε πρόβλημα με το χρώμα της.

- Μα, ο Καναδάς είναι πολυφυλετική κοινωνία. Και δεν υπάρχει ένα στιλ, ένας συγκεκριμένος τύπος Καναδού. Μ' αυτή την έννοια, όχι, δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα. Ομως, γενικότερα όλοι γνωρίζουμε πως είναι δύσκολη η αποδοχή, η εξοικείωση με τη διαφορετικότητα. Στις δύο χώρες της Βόρειας Αμερικής, του «Νέου Κόσμου», είναι όλοι μετανάστες. Ετσι συγκροτήθηκε η κοινωνία τους. Δεν έχει σταματήσει όμως η μετανάστευση και έχει σημασία, πέρα από την «αποδοχή» και την «εξοικείωση» πώς αντιμετωπίζουν τόσο η κοινωνία, ο λαός σήμερα, όσο και η Πολιτεία το πρόβλημα της μετανάστευσης.

Στη χώρα μας το πρόβλημα αυτό έχει πάρει εκρηκτική διάσταση.

Εμείς, στην Ελλάδα, θεωρούμε πως δεν είμαστε μετανάστες, πως ως έθνος διατηρούμε την καταγωγή, αναφερόμαστε στην αρχαία Ελλάδα, κάνουμε τη διαδρομή της Ιστορίας στα δυόμισι και τρεις χιλιάδες χρόνια. Καλώς ώς εδώ και υπάρχει η σχετική αναφορά του Νίκου Σβορώνου για το έθνος.

Τα τελευταία 20 χρόνια, όμως, με τα συνεχή κύματα των μεταναστών, αναπτύχθηκαν φαινόμενα και φοβίας προς τους ξένους και ρατσιστικά. Πόσο μπορούμε να πούμε ότι ανταποκρινόμαστε σ' αυτό που λέει ο Κόπολα σχετικά με την αφομοίωση των μεταναστών, ώστε να βελτιώσουμε τον πολιτισμό μας;

Τα εγκλήματα και τις παραβάσεις του νόμου τα έκαναν -ποιος το ξεχνάει;- «Αλβανοί» ή «Ρουμάνοι» ή «Ρωσοπόντιοι», χωρίς κανείς απ' αυτούς να έχει όνομα (!), όπως μας βομβάρδιζαν από τις τηλεοράσεις οι κοινωνικοί εισαγγελείς. Είχαμε ξεχάσει ότι παραβατικότητα υπάρχει και από Ελληνες γηγενείς. Και, βεβαίως, Ελληνες -ακραιφνείς (!)- ήταν αυτοί που φώναζαν το σύνθημα «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ».

Ημετανάστευση μεγάλωσε με απελπισμένους ανθρώπους από το Πακιστάν, την Ινδία, το Μπανγκλαντές, από χώρες της Αφρικής, από Κούρδους, από χώρες της άλλοτε Σοβιετικής Ενωσης, από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Καλλιεργήθηκε, συντελούντων και των Σωμάτων Ασφαλείας αλλά και των «νοικοκυραίων», που εκμεταλλεύονταν τους ξένους και δεν τους πλήρωναν για την εργασία τους, το κλίμα ρατσισμού, θεωρώντας τους ανθρώπους αυτούς δεύτερης κατηγορίας. Ισως να πρυτάνευε η λογική (ή έπαρση) ότι είμαστε «ανάδελφον Εθνος», όπως διακήρυξε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας, Χρ. Σαρτζετάκης.

Ηρθαν μετά τα φαινόμενα με την περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα, με τους Πακιστανούς κ.λπ. Κι όμως, αναλογίζεται κανείς ποιοι δουλεύουν π.χ. σε έργα οδοποιίας στην περιφέρεια, ποιοι κάνουν αγροτικές δουλειές, ποιοι και ποιες απασχολούνται στην καθαριότητα; Και καθόμαστε εμείς στις καρέκλες, όπως στην κινηματογραφική ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος», βλέποντας τους ξένους και σχολιάζουμε αν και πόσο δουλεύουν.

Ξεχνούμε ή παραβλέπουμε τις επιστημονικές έρευνες που λένε ότι οι μετανάστες συμβάλλουν και εδώ και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος και στην ανάπτυξη. Μετανάστες νόμιμοι (ελάχιστοι) και παράνομοι (όπως λέγονται).

Υπάρχει η συνέχεια του έθνους. Αλλά η Ελλάδα δεν είναι απομονωμένη. Το αντίθετο, είναι ανοιχτή και σ' όλη τη διαδρομή της Ιστορίας της δεχόταν μετανάστες, από τα αρχαία χρόνια ακόμα και μετά, που ενσωματώνονταν, «εξοικειώνονταν».

Κι όμως, βγήκε κραυγή μεγάλη και θεωρήθηκε βεβήλωση του συμβόλου όταν ο μαθητής Αλβανός Οδυσσέας Τσενάι ως αριστούχος παρέλασε σημαιοφόρος. Το αποτέλεσμα ήταν απλό. Τον πήρε Πανεπιστήμιο των ΗΠΑ χωρίς καν να δώσει εδώ εξετάσεις. (Τι είπε ο Κόπολα;) Ξεχνούμε ακόμα πως έγινε η αστυφυλία με την εσωτερική μετανάστευση, πως μιλούσαν αρβανίτικα τουλάχιστον στην περιοχή της Αττικής.

Στις 4 Νοεμβρίου, ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου είχε αναφέρει στην Αθήνα στο Παγκόσμιο Φόρουμ του ΟΗΕ για τη Μετανάστευση και την Ανάπτυξη ότι θα χορηγείται η ελληνική ιθαγένεια «κυρίως στη λεγόμενη δεύτερη γενιά, με τη γέννηση του νέου ανθρώπου στην επικράτειά μας». Πριν από λίγες μέρες, η αρμόδια υφυπουργός Θεοδώρα Τζάκρη «διόρθωσε» τον πρωθυπουργό και δήλωσε ότι η ιθαγένεια θα χορηγείται «στα παιδιά (μόνο) των νόμιμων μεταναστών». Διγλωσσία; Ασυνεννοησία; Διάσταση λόγων και πράξης; Ποιοι είναι νόμιμοι; Πώς γίνονται νόμιμοι; Τι σημαίνει νομιμότητα; Τι γίνεται με τα ένσημα; Ποιος είναι υπεύθυνος γι' αυτά; Στη χώρα μας, οι έρευνες έδειξαν ότι έχουν γεννηθεί συνολικά περί τα 170.000 παιδιά ξένων μεταναστών (Μαρία Δεληθανάση, «Καθημερινή», 22.11.09). Αυτά! Ο Κόπολα μίλησε για Ιταλο-αμερικανούς, Αφρο-αμερικανούς, Ελληνο-αμερικανούς. Δηλαδή είναι Αμερικανοί με πρόελευση από την Ιταλία, την Αφρική, την Ελλάδα. Πότε θα μιλήσουμε εδώ για Πακιστανο-έλληνες, Αλβανο-έλληνες, Αφρο-έλληνες, Κουρδο-έλληνες;
Του ΝΙΚΟΥ ΚΙΑΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 26/11/2009

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Υπάρχει ένας άλλος κόσμος,
αλλά είμαι μέσα σ'αυτόν εδώ
ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ

Τι ζητούν οι Βούλγαροι;

Δεν είναι μόνο η «εποχή Σαμαρά» που παγίδευσε την Ελλάδα στο τέλμα του «Σκοπιανού». Η «εποχή Ντόρας» αφήνει επίσης μια ανάλογη κληρονομιά, με το χάιδεμα των αφτιών του βουλγαρικού εθνικισμού...
Παρακολουθώντας την εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής στο Μακεδονικό, διαπιστώνουμε ότι τον τελευταίο καιρό διαμορφώνεται μια περίεργη τάση στους κόλπους των υποστηρικτών της «σκληρής» γραμμής - σε πολιτικούς και, κυρίως, εθνικόφρονες διαμορφωτές της κοινής γνώμης στην Ελλάδα.
Ο λόγος για την (άτυπη προς το παρόν) ελληνοβουλγαρική σύμπραξη ενάντια στον «κοινό εχθρό» -την ΠΓΔΜ- που «επιβουλεύεται» την ιστορική κληρονομιά Ελλήνων και Βουλγάρων στον μακεδονικό χώρο.

Σύμπραξη που, από ελληνικής πλευράς, ισοδυναμεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό με την υιοθέτηση και προβολή των πάγιων επιχειρημάτων του βουλγαρικού εθνικισμού σχετικά με τον «εθνικό χαρακτήρα» και τη νεότερη ιστορία των Σλαβομακεδόνων.

*Ενα πρώτο δείγμα αυτής της προσέγγισης μας ήρθε τον περασμένο Απρίλιο μέσω e-mail: ο ανώνυμος εθνικιστής astron@astron.gr, που πλημμυρίζει τακτικά το ηλεκτρονικό μας γραμματοκιβώτιο με ποικίλα «πατριωτικά» spam, μας γνωστοποίησε με ενθουσιασμό τη «Μεγαλύτερη Συλλογή Πηγών Παγκοσμίως, για την Βουλγαρική καταγωγή των Σκοπιανών!!!».

Η τελευταία αποτελείται από 98 λινκ και διακινείται από κάποιο «History of Macedonia Newsletter», υπερατλαντικής προφανώς προέλευσης. Μεγάλο μέρος των «λημμάτων» έχει οφθαλμοφανώς αντληθεί από εθνικιστικά βουλγαρικά σάιτ κι ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι «τεκμηριώνουν» τη βουλγαροσύνη όχι μόνο των «Σκοπιανών», αλλά και όλου συλλήβδην του σλαβόφωνου μακεδονικού πληθυσμού - με πρώτους και καλύτερους, φυσικά, τους γηγενείς Φλωρινιώτες κι Εδεσσαίους.

«Αυθεντικοί» και «τρίτοι»

Η «λεπτομέρεια» αυτή δεν φαίνεται, ωστόσο, να ενοχλεί καθόλου τον αποστολέα του e-mail, ο οποίος ξεσπαθώνει: «Εξαίρετος προσπάθεια! Ενημερωθείτε και αποστομώστε τους επιβουλείς και τους εθνοαποδομητές!»

Οι αυτόκλητοι μακεδονομάχοι του κυβερνοχώρου δεν φημίζονται, βέβαια, συνήθως ούτε για το βάθος της σκέψης τους ούτε για την ευρύτητα της ιστορικής τους παιδείας. Θεωρήσαμε, ως εκ τούτου, τη διακίνηση της επίμαχης «λίστας» ως άνευ νοήματος. Ωσπου αρχίσαμε να πέφτουμε και πάνω σε άλλα, σοβαρότερα δείγματα αυτής της ελληνοβουλγαρικής συμπόρευσης.

*Το πιο εντυπωσιακό ήταν η δήλωση του Ανδρέα Λοβέρδου, πολιτικού εκπροσώπου τότε του ΠΑΣΟΚ για θέματα εξωτερικής πολιτικής, κατά την παρέμβασή του στην ημερίδα των φετινών «Πρεσπείων» για τη δεκαετία του '40 (22.8.09), αμέσως μετά την ενημέρωση που είχε για την πορεία του «Σκοπιανού» από την Ντόρα Μπακογιάννη: «Εχω την αίσθηση», δήλωσε με νόημα, «ότι και η Βουλγαρία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη».

Κάπως διπλωματικότερα έθεσε ο ίδιος το θέμα στην προεκλογική του συνέντευξη προς την ηλεκτρονική εφημερίδα «Newstime» (1.9.09): «Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα που ενοχλείται από τον εθνικισμό των Σκοπίων. Ο εκφερόμενος από τη FYROM πολιτικός λόγος συναντά αντιρρήσεις και αλλού και ιδιαίτερα στη Βουλγαρία, που έχει ενοχληθεί από την έξαρση του εθνικισμού».

*Σε θεσμικό επίπεδο, δείγμα αυτής της σύγκλισης ήταν η κοινή έκδοση, τον Μάρτιο του 2009, του βιβλίου Το Μακεδονικό και η Βουλγαρία από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και τα Βουλγαρικά Κρατικά Αρχεία.

Συλλογή 21 βουλγαρικών κομματικών ντοκουμέντων του 1950-1967 για το ζήτημα, το βιβλίο παρουσιάστηκε επίσημα στις 29 Απριλίου στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας από την ΥΠΕΞ Ντόρα Μπακογιάννη και τον πρόεδρο της Εταιρείας, Νικόλαο Μέρτζο.

Προλογίζοντας το βιβλίο, ο Μέρτζος κάνει σαφώς λόγο για ελληνοβουλγαρική συνδιαχείριση του ιστορικού παρελθόντος της Μακεδονίας, απέναντι σε «τρίτους» και «σφετεριστές»: «Οι δύο χώρες και οι δύο Λαοί», διαβάζουμε, «ανταγωνίσθηκαν μεταξύ τους επί ένα τουλάχιστον αιώνα ως αδιαμφισβήτητοι πρωταγωνιστές, η ιστορία του ενός Λαού στάζει το αίμα του άλλου Λαού, διασταυρούμενος ο λόγος τους συνθέτει αυθεντία έναντι κάθε τρίτου». Συνεπώς, «όταν οι αυθεντικοί πρωταγωνιστές ομιλούν, οι τρίτοι οφείλουν τουλάχιστον να ακούν - αν όχι και να σιωπούν» (σελ. 11).

*Ακόμη σαφέστερος, όσον αφορά τους όρους αυτής της «συνιδιοκτησίας» του παρελθόντος, ήταν ο ίδιος στην παρουσίαση του βιβλίου:

«Ελλείψει "μακεδονικού έθνους", είχε αρχίσει τότε ακριβώς η κατασκευή του. Και, για να κατασκευασθεί, οι καταναγκαστικά υποψήφιοι Μακεδόνες υπήκοοι της Γιουγκοσλαβίας ήταν ανάγκη να αποκοπούν από τις ιστορικές ρίζες τους, προ πάντων να απογαλακτισθούν από την μητέρα τους Βουλγαρία ή αντίστοιχα από την μητέρα τους Ελλάδα».

«Η κοινή μας ελληνο-βουλγαρική έκδοση [...] φανερώνει ότι όσοι Βούλγαροι και Ελληνες ειδικοί επιστήμονες κατέχουμε πράγματι την Ιστορία για την Μακεδονία, επειδή είμαστε οι πρωταγωνιστές της, μπορεί να μη συμφωνούμε πάντοτε και παντού, αλλά οπωσδήποτε δεν έχουμε να κρύψουμε ούτε να φοβηθούμε τίποτε».

Ο άνθρωπός μας στη Σόφια;

Η υποδοχή της έκδοσης από τα βουλγαρικά ΜΜΕ υπήρξε ως επί το πλείστον θετική, με τονισμό των θετικών εντυπώσεων «ελλήνων πανεπιστημιακών» από την πολιτική του Τοντόρ Ζίβκοφ στο Μακεδονικό.

*Δεν έλλειψαν κι εκείνοι που τη θεώρησαν ένα ακόμη τέχνασμα «των Δαναών» σε βάρος των βουλγαρικών εθνικών συμφερόντων: «Η Ελλάδα χτυπά ελαφρά στην πλάτη τους βούλγαρους πολιτικούς και ιστορικούς και με ύπουλο χαμόγελο τους λέει: "Ο πληθυσμός στα Σκόπια είναι βουλγαρικός"», αποφάνθηκε π.χ. η επιθεώρηση «Balgarija - Makedonija» (3.2009).

«Η Ελλάδα θα εκδώσει άραγε συλλογή με ντοκουμέντα που περιγράφουν τη μακρά και τραγική διαδικασία αφεθνισμού του βουλγαρικού πληθυσμού από ελληνικής πλευράς; Γιατί δεν είναι λογικό ο πληθυσμός στη Μακεδονία του Βαρδάρη να είναι βουλγαρικός και στη Μακεδονία του Αιγαίου να μην είναι».

*Το καθοριστικό βήμα για τη φαντασιακή διαμόρφωση του «ελληνοβουλγαρικού άξονα» αποτέλεσαν, ωστόσο, η εκλογική νίκη της βουλγαρικής ακροδεξιάς τον περασμένο Ιούλιο και ο σχηματισμός της κυβέρνησης του Μπόικο Μπορίσοφ στη Σόφια.

Ο διορισμός ιδίως του ιστορικού Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ ως υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου, υπεύθυνου για «τους Βουλγάρους του εξωτερικού», προκάλεσε ρίγη ενθουσιασμού στους ημέτερους «μακεδονομάχους».

*Συγγραφέας του βιβλίου «Τα 10 ψέματα του μακεδονισμού» (2006), ο Ντιμιτρόφ θεωρήθηκε από εθνικά ευαίσθητους αρθρογράφους κι εφημερίδες τού καθ' ημάς «πατριωτικού χώρου» ένας ανεπάντεχος σύμμαχος.

*«Κόκκινο πανί έγινε για τα Σκόπια ο νέος υπουργός», μας πληροφορούσε π.χ. στις 9.8.09 το «Εθνος» διά χειρός Χρήστου Τελλίδη. «Συγγραφέας του βιβλίου στο οποίο φιλοξενούνται άρθρα Βουλγάρων, Σέρβων και άλλων επιστημόνων καθώς και ντοκουμέντα από διάφορες βαλκανικές χώρες, που αμφισβητούν τη λεγόμενη "μακεδονική" ταυτότητα και αρνούνται την ύπαρξη "μακεδονικού έθνους" ως διαφορετικού από το βουλγαρικό, είναι ο σημερινός υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου», που «χαρακτηρίζεται από τους Σκοπιανούς ως ο μέγας πολέμιος του "μακεδονισμού" της χώρας τους».

*Ακολούθησε ολοσέλιδη συνέντευξη του Ντιμιτρόφ στο «Πρώτο Θέμα» (23.8), με την οποία ο βούλγαρος υπουργός «στέλνει αυστηρό μήνυμα στα Σκόπια: Προκειμένου να εξασφαλίσουν την υποστήριξη της χώρας του για την είσοδό τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ, πρέπει να πάψουν να σφετερίζονται και να πλαστογραφούν την Ιστορία». Οπως μας πληροφορεί, άλλωστε, ο τίτλος του δημοσιεύματος, «ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Ελληνας και οι Σκοπιανοί Βούλγαροι!».

*«Η νέα βουλγαρική κυβέρνηση», συνοψίζει στο «Παρόν» (13.9) ο απόστρατος στρατηγός Δημήτριος Δήμου, «αποφάσισε να μη μιμηθεί την Ελλάδα στην πολιτική των σαλιαρισμάτων με τους Σκοπιανούς και έβαλε μαχαίρι άμα τη εκλογή της στο μακεδονικό παραμύθι των Σκοπιανών. Ο Μπορίσοφ έβαλε υπουργό της βουλγαρικής διασποράς τον Μπόζινταρ Δημητρόφ [και] ξεκαθάρισε ότι τα Σκόπια στην πορεία τους για το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση θα βρουν μπροστά τους τη Βουλγαρία. Ο,τι δεν έκανε η Ελλάδα είκοσι χρόνια το έκανε η Βουλγαρία στο άψε σβήσε. Στην Αθήνα ακόμα χασμουριούνται».

Το διά ταύτα: «Να συντονίσουμε τις ενέργειές μας για τα "μακεδονικά ψέματα" των Σκοπιανών με τους Βουλγάρους. Πρέπει Ελλάδα, Βουλγαρία και Αλβανία να κλείσουν την πόρτα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. στους Σκοπιανούς. Είναι απαραίτητο να αντιληφθούν οι Αμερικανοί ότι έχουν να κάνουν με ένα ευρύ βαλκανικό μέτωπο και όχι με την Ελλάδα μόνη της. Οφείλουμε να μιμηθούμε τον κ. Δημητρόφ».

Μεγαλέξανδρος αλά βουλγαρικά

*Ποιος είναι όμως και τι λέει ακριβώς αυτός ο τελευταίος; Η περίπτωσή του μας ήταν γνωστή εδώ και χρόνια, κυρίως από τα ειρωνικά σχόλια των επιστημόνων συντοπιτών του, που περιέγραφαν την καριέρα του σαν το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα της επιστημονικής και ιδεολογικής κρίσης της «μετασοσιαλιστικής» περιόδου. Στις παραμονές των τελευταίων εκλογών, η επίσημη αποκάλυψη της έμμισθης συνεργασίας του με τις υπηρεσίες ασφαλείας της «σοσιαλιστικής» περιόδου ήρθε απλώς να συμπληρώσει το προφίλ.

*Εν έτει 1973, ο 28χρονος Μπόζινταρ στρατολογήθηκε από τη βουλγαρική ΕΥΠ ως επένδυση της υπηρεσίας στο χώρο των ιστορικών: «Με τη βοήθειά μας θα μπορέσει ν' αναδειχθεί σ' έναν από τους πιο ελπιδοφόρους επιστημονικούς μας συνεργάτες», σημειώνει χαρακτηριστικά στο φάκελό του ο αξιωματικός που τον «χειριζόταν».

*Η υπηρεσία πλήρωσε για τις μεταπτυχιακές σπουδές του (γαλλικά, λατινικά, αρχαία ελληνικά) και, στη συνέχεια, τον έστειλε για αρχειακή έρευνα στο εξωτερικό. Δεν φαίνεται ωστόσο να διακρίθηκε σαν καταδότης: οι μόνες εκθέσεις του που βρέθηκαν αφορούσαν ξένους επιστήμονες και ήταν «αποκλειστικά και μόνο θετικές» (εφ. «Kapital», 7.8.09).

*Στο «επιστημονικό» επίπεδο, αντίθετα, η επένδυση έπιασε τόπο. Την τελευταία ιδίως δεκαετία, ο Ντιμιτρόφ διέπρεψε σ' ένα γνώριμο και στα καθ' ημάς τομέα: ως πρωταγωνιστής της εκλαϊκευτικής τηλεοπτικής εκπομπής «Βουλγαρική μνήμη», που συνδυάζει τη διασπορά μιας άκρως εθνικιστικής (και κατά κανόνα ατεκμηρίωτης) εκδοχής του παρελθόντος, με την καταγγελία της απόκρυψής του από «εθνικά ύποπτους» επιστήμονες και «μειοδότες» πολιτικούς. Δείγματα αυτών των εκπομπών, αναρτημένα από ακροδεξιούς φαν, μπορεί κανείς ν' απολαύσει στο διαδικτυακό You Tube.

*Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινήθηκε και η παράλληλη εκδοτική δραστηριότητα του δημοφιλούς ιστορικού: μικρά βιβλιαράκια (συνήθως 1-2 το χρόνο) των 80-100 σελίδων, με πλούσια ιλουστρασιόν εικονογράφηση κι ανύπαρκτη βιβλιογραφία, χωρίς παραπομπές σε πηγές αλλά με μπόλικες ασαφείς επικλήσεις κάθε είδους «αυθεντιών». Μπεστ σέλερ στους δημοφιλείς πάγκους της πλατείας Ρακόφσκι και στα συνοικιακά χαρτοβιβλιοπωλεία. Κι όχι βέβαια συλλογές «ντοκουμέντων» ή επιστημονικών άρθρων, όπως κάποιοι παραπληροφόρησαν τον καλό συνάδελφο του «Εθνους»...

*Αυτά όσον αφορά τη μεθοδολογία. Γιατί επί της ουσίας, που μας αφορά, τα πράγματα είναι ακόμα πιο χοντρά: αυτό που ο Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ υποστηρίζει, πέρα από τη (δεδομένη για την επίσημη ιστοριογραφία της χώρας του) βουλγαρική καταγωγή των Σλαβομακεδόνων, είναι η στενή συγγένεια των (αρχαίων) Μακεδόνων με τους (σημερινούς) Βούλγαρους!

*Το βιβλίο του Οι Βούλγαροι και ο Αλέξανδρος ο Μακεδών κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις Τάνγκρα - εκδοτικό οίκο με διακηρυγμένο σκοπό «τη διάδοση επιστημονικών γνώσεων, μύθων, θρύλων και υποθέσεων που συνδέονται με την ιστορία της βουλγαρικής εθνότητας».

Με μικροαλλαγές, ξανακυκλοφόρησε το 2007 από άλλο οίκο, με τον τίτλο Μακεδονία, ιερή βουλγαρική γη. Ποιοι είναι οι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης;

*Κεντρική ιδέα του: Ο πρώτος βουλγαρικός πολιτισμός εμφανίζεται τον 4ο αι. π.Χ. στη Βακτριανή, με την επιγαμία Βουλγάρων και Μακεδόνων, οι απόγονοι των οποίων «επαναπατρίζονται» (ως Βούλγαροι) στα Βαλκάνια τον 6ο μ.Χ. Δεν λείπουν και στερεοτυπικές συγκρίσεις των «κοινών ιδιοτήτων» των δυο λαών: «πολεμική μαστοριά», «ιδιάζουσα γενναιότητα», «αυστηρή τήρηση των νόμων», προπαντός όμως «σεβασμός στο βασιλικό θεσμό και το βασιλικό γένος» (σ.σ. 56-7). Το βιβλίο, βλέπετε, πρωτοκυκλοφόρησε όταν πρωθυπουργός ήταν ο πρώην τσάρος, που διόρισε τον Μπόζινταρ ως διευθυντή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της χώρας. Οσο για σοβαρότητα, αποκαλυπτικό είναι το μπέρδεμα από το συγγραφέα των Μακεδόνων με τους ομηρικούς... Μυρμιδόνες (σ. 62)!

*Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα υπόλοιπα έργα του ινδάλματος των ελληνικών ΜΜΕ: Βούλγαροι: οι πρώτοι Ευρωπαίοι (2002), Οι 7 αρχαίοι πολιτισμοί της Βουλγαρίας (2005). Για πιο σύγχρονα γούστα υπάρχουν και Οι πόλεμοι της Βουλγαρίας για την εθνική ενοποίηση (2006).

Μεγάλες Μακεδονίες

Ο εκβουλγαρισμός του Βουκεφάλα δεν είναι όμως το μόνο σημείο όπου ο υπουργός «παγκόσμιου Βουλγαρισμού» έρχεται σε κόντρα με τις δικές μας εθνικές «κόκκινες γραμμές».

Το διαπιστώνουμε από μια αποστροφή της συνέντευξής του προς το «Πρώτο Θέμα» που (όλως παραδόξως;) πέρασε εντελώς ασχολίαστη.

«Τελευταία υπάρχουν αναφορές για μετακίνηση βουλγαρικών στρατευμάτων στα σύνορα με την ΠΓΔΜ. Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της εξωτερικής πολιτικής της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας σε απάντηση των σκοπιανών προκλήσεων;» ρωτάει ο δημοσιογράφος (Μανόλης Γαλάνης), για να εισπράξει κάτι παραπάνω από απλή διάψευση: «Δεν αναπτύξαμε στρατεύματα στα σύνορά μας με τη γειτονική χώρα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κάνουμε. Ωστόσο, θα υπερασπιστούμε, όπως μέχρι σήμερα, τα δικαιώματα κάθε Βούλγαρου, όχι μόνο στην ΠΓΔΜ, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση».

*Περνάμε, έτσι, από τις ψευδοεπιστημονικές ρητορείες για το απώτατο παρελθόν στο καθαρά πολιτικό ζήτημα των σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας, της ταυτότητας και των δικαιωμάτων τους. Για τη βουλγαρική ιστοριογραφία πρόκειται φυσικά για «Βουλγάρους» ή έστω «Βουλγαρομακεδόνες».

Μετά την αποκατάσταση της ελευθερίας του λόγου (1990), μια ογκώδης βιβλιοπαραγωγή περί Μακεδονικού αναπαράγει απλώς (διά των ανατυπώσεων ή του copy paste) την αντίστοιχη μεσοπολεμική εθνικιστική φιλολογία.

Μόνη ενδιαφέρουσα καινοτομία συνιστά η αθρόα επιλεκτική δημοσίευση αρχειακού υλικού, ενώ οι αποστασιοποιημένες επιστημονικές προσεγγίσεις σπανίζουν. Οπως και στα καθ' ημάς με το «Ποντιακό», οι σοβαροί βούλγαροι ιστορικοί αποφεύγουν συνήθως να θίξουν ένα θέμα που στη συλλογική συνείδηση ταυτίζεται με «χαμένες πατρίδες» και «διωγμούς» (αν όχι «γενοκτονίες») ομοεθνών από «αιμοσταγείς» γείτονες.

*Κορυφαία στιγμή σ' αυτό τον εκδοτικό οργασμό, και ταυτόχρονα μείζον πολιτικό διάβημα, αποτελεί η πρόσφατη επανέκδοση του Αλμπουμ - Αλμανάκ Μακεδονία, με πρωτοβουλία του εθνικιστικού ΒΜΡΟ. Πρόκειται για μια ογκώδη καταγραφή της ιστορικής βουλγαρικής παρουσίας στη μείζονα Μακεδονία (κοινότητες, ήρωες κ.λπ.), προϊόν της συλλογικής δουλειάς τής (ξεριζωμένης απ' τον τόπο της) βουλγαρομακεδονικής διανόησης του Μεσοπολέμου, που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1931 ως επιστημονική συμπύκνωση του τότε βουλγαρικού αλυτρωτισμού.

Από μόνη της, η απλή επανέκδοση ενός ιστορικού ντοκουμέντου είναι φυσικά καλοδεχούμενη. Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, το Αλμανάκ συνοδεύεται από δυο προσθήκες:

*Ενα φωτογραφικό «συμπλήρωμα» για την «πανηγυρική υποδοχή» των βουλγαρικών στρατευμάτων στη γιουγκοσλαβική κι ελληνική Μακεδονία το 1941. Κατά κύριο λόγο αφορά τη νυν ΠΓΔΜ, υπάρχουν όμως και φωτογραφίες από την Ελλάδα - όπως αυτή με τους μαθητές του βουλγαρικού σχολείου της Θεσσαλονίκης, που πανηγυρίζουν για τα δώρα από τη μητέρα πατρίδα (σ. 935).

*Εναν πρόλογο του προέδρου του ΒΜΡΟ, Κρασιμίρ Καρακατσάνοφ, όπου διευκρινίζεται το πολιτικό διακύβευμα του διαβήματος: «Το Αλμανάκ», διαβάζουμε, δεν είναι μόνο μια «αδιάψευστη μαρτυρία για τη βουλγαρική κουλτούρα, ιστορία και οντότητα της Μακεδονίας» αλλά «και μια παρακαταθήκη προς τις μελλοντικές βουλγαρικές γενιές που έχουν πάρει τον στρωμένο με αγκάθια δρόμο του μακεδονικού γολγοθά». Μπορεί να βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, όπου «τα έθνη έχουν πια καινούριες ιδέες και οράματα για το μέλλον, όμως για τη Βουλγαρία η Μακεδονία κι ο βουλγαρισμός σε αυτήν θα συνεχίσουν να είναι τμήμα του μεγάλου παμβουλγαρικού ιδεώδους».

*Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ντίμιταρ Γκότσεφ, πρόεδρος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου, κατά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στο κτίριο του βουλγαρικού Κοινοβουλίου (14.5.08): «Το Αλμανάκ απευθύνεται στον υπόλοιπο κόσμο, για να δει τι είναι η Μακεδονία και ότι τα πάντα είναι βουλγαρικά. Η πολιτιστική-ιστορική κληρονομιά είναι βουλγαρική, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα είναι βουλγαρικό, τα σχολεία είναι βουλγαρικά, οι εκκλησίες είναι βουλγαρικές, η ίδια η φύση, η ορολογία, τα τοπωνύμια είναι βουλγαρικά».

*Στις 15.7.2008 ήρθε η σειρά της Ευρώπης να ενημερωθεί, με «την πρώτη πολιτιστική - ιστορική συζήτηση που οργανώθηκε από τη βουλγαρική αντιπροσωπεία στα πλαίσια του Ευρωκοινοβουλίου». Η πανηγυρική παρουσίαση του Αλμανάκ στο ευρωπαϊκό κοινό οργανώθηκε από την ευρωβουλευτή Μπιλιάνα Ράεβα, με συμμετοχή του πρύτανη του Πανεπιστημίου της Σόφιας Ιβάν Ιλτσεφ.

Η εκδήλωση δεν αποτέλεσε, πάντως, είδηση για τα ελληνικά ΜΜΕ, που τις ίδιες ακριβώς μέρες είχαν ξεσαλώσει για την «πρόκληση» της παγκόσμιας συνάντησης των σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου στα Σκόπια και για το «ύποπτο» πανηγύρι της Μελίτης.

Οι 500.000 «αλύτρωτοι»

Πρωτεργάτης της επανέκδοσης του Αλμανάκ ήταν ο συντονιστής του ΒΜΡΟ στην περιοχή της Βάρνας, Κονσταντίν Κονσταντίνοφ. Απόφοιτος Βαλκανολογίας του Πανεπιστημίου του Βέλικο Τίρνοβο (το κατεξοχήν «εθνικιστικό φυτώριο» της χώρας), εκτός από βιβλία παράγει και ντοκιμαντέρ με θέμα -τι άλλο;- τους «αλύτρωτους Βουλγάρους» των γύρω χωρών.

Το κυριότερο δημιούργημά του αφορά φυσικά την ελληνική Μακεδονία, γυρίστηκε το 2005 και τιτλοφορείται Ενα έθνος είμαστε. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του της νεολαίας του κόμματος, «η ταινία αποκαλύπτει την ξεχασμένη μειονότητα των 500.000 Βουλγάρων που ζουν στη σημερινή Βόρεια Ελλάδα».

Μικρή αλλά εύγλωττη λεπτομέρεια: το φιλμ είναι αφιερωμένο στο γλωσσολόγο Μπλαγκόι Σκλίφοφ, πολιτικό πρόσφυγα στη Βουλγαρία από τον Πολυκέρασο Καστοριάς, που στις 24.9.2003 σκοτώθηκε σε τροχαίο έξω από τις Σέρρες. Βουλγαρικές εφημερίδες της εποχής έκαναν λόγο για «πολιτική δολοφονία».

Οταν προ τετραετίας ακούσαμε πρώτη φορά γι' αυτό το συμβάν από κάποιον βούλγαρο ιστορικό, στάθηκε αδύνατον να τον πείσουμε ότι στη σημερινή Ελλάδα δεν σκοτώνεται κανείς επειδή μελετά τις τοπικές σλαβομακεδονικές διαλέκτους. Ο συνομιλητής μας είχε κι αυτός τα δικά του στερεότυπα, επικυρωμένα από -τι άλλο;- την Ιστορία: «Κάπως έτσι δεν γίνονται σ' εσάς οι πολιτικές δολοφονίες; Αν θυμηθούμε τον Σαράφη ή τον Λαμπράκη».

Το φάντασμα του βέτο

Ο βουλγαρικός εθνικισμός (και) στο «Μακεδονικό» είναι, λοιπόν, γεγονός! Εκπορεύεται δε από τους ίδιους «αντισκοπιανούς» κύκλους που μετέχουν στη σημερινή κυβέρνηση της Σόφιας και παρουσιάζονται από τους «δικούς μας» εθνικιστές ως ανέλπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα για την υπεράσπιση των «ιστορικών μας δικαίων».

Τι σημαίνει, όμως, αυτό στην πράξη; Μια ανακλαστική αντίδραση, με βάση τη συνήθη πρακτική, θα ήταν να προσθέσουμε απλά έναν ακόμη «εθνικό εχθρό» στη λίστα όσων επιβουλεύονται τα εθνικά μας δίκαια. Στοιχειώδης ρεαλισμός αρκεί, αντίθετα, για να διαχωρίσει κανείς τα πραγματικά προβλήματα από τις (πιθανότατα ενοχλητικές αλλά επί της ουσίας ανώδυνες) φαντασιώσεις των όποιων γειτονικών εθνικιστικών κύκλων, και να τοποθετήσει τις τελευταίες στις πραγματικές τους διαστάσεις.

Στην περίπτωση της Βουλγαρίας, ισότιμης πλέον εταίρου μας στην Ε.Ε., οι εθνικόφρονές μας (με πρώτο και καλύτερο τον χουντικό πρόεδρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών) δεν έχουν, όπως είδαμε, κανένα πρόβλημα να επιδείξουν το δέοντα ρεαλισμό, ξεκαθαρίζοντας ότι άλλο πράγμα οι διαφωνίες των εθνικών ιστοριογραφιών για το παρελθόν κι άλλο οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων για το παρόν και το μέλλον.

Αν, όμως, αυτό ισχύει για τη Βουλγαρία, με την οποία μας χώρισαν ποταμοί αίματος, για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε να ισχύει και για μια -επίσης «ευρωπαϊκή»- ΠΓΔΜ; Γιατί οι χάρτες π.χ. της «μεγάλης Μακεδονίας» έχουν άλλο ειδικό βάρος όταν προέρχονται από τα Σκόπια κι εντελώς διαφορετικό όταν κυκλοφορούν από τη Σόφια;

Μια πρώτη απάντηση είναι πως ο βουλγαρικός εθνικισμός έρχεται ως από μηχανής θεός να βγάλει τις ελληνικές κυβερνήσεις από το αδιέξοδο στο οποίο αυτοπαγιδεύτηκαν την τελευταία διετία. Με τις συναινετικές «κόκκινες γραμμές» να επιβάλλουν ένα δεύτερο «βέτο» στην εισδοχή της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., και την «ενδιάμεση συμφωνία» του 1995 να απαγορεύει ρητά κάτι τέτοιο για έναν ολόκληρο χρόνο μετά την καταγγελία της (που δεν έχει γίνει), το πρόβλημα της επίσημης Αθήνας είναι κάτι παραπάνω από προφανές.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Γκρούεφσκι μας έχει σύρει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οφθαλμοφανή καταπάτηση της «ενδιάμεσης συμφωνίας» κι ότι επίσημη υπερασπιστική γραμμή του ελληνικού Υπ.Εξ. είναι πως το «ηρωικό» βέτο της κυβέρνησης Καραμανλή στο Βουκουρέστι... δεν τέθηκε ποτέ!

Η επανάληψη του εγχειρήματος τον ερχόμενο μήνα στις Βρυξέλλες συνεπάγεται έτσι δυσανάλογο κόστος. Οπότε, ένα βουλγαρικό βέτο αποτελεί μάννα εξ ουρανού - έστω κι αν, επί της ουσίας, «νομιμοποιεί» (εκ μέρους μας) όσα ακριβώς προκάλεσαν την αντισκοπιανή μας «οργή».

Οπως, άλλωστε, συμβαίνει σε όλο τον κόσμο με τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, έτσι κι εδώ οι εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές (και) στο «Σκοπιανό» καθορίζονται περισσότερο από την «εσωτερική» πολιτικοκοινωνική ατζέντα παρά από τις όποιες υποτιθέμενες «εθνικές ανάγκες».

Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, κοινωνικής υποβάθμισης μιας μεγάλης μερίδας των παραδοσιακών μεσοστρωμάτων και βίαιης απαξίωσης της μισθωτής εργασίας, ένα «εθνικό ζήτημα» συνιστά το καλύτερο καταπραϋντικό για τις αναπόφευκτες κοινωνικές εντάσεις, με την επανεπιβεβαίωση της «εθνικής ενότητας» και την παροχέτευση της διάχυτης δυσφορίας στους γείτονες που επιβουλεύονται τα προπατορικά μας κλέη.

Οταν, μάλιστα, οι γείτονες αυτοί είναι του χεριού μας και το διακύβευμα κινείται σε αυστηρά συμβολικό επίπεδο, η τεχνητή αυτή αντιπαράθεση διαθέτει το επιπλέον προσόν να μη διακινδυνεύει επί της ουσίας τίποτα. Εκτός, φυσικά, από την ποιότητα της δημοκρατίας μας και το επίπεδο του δημόσιου λόγου. Αυτά τα τελευταία, όμως, κάθε άλλο παρά απασχολούν τους επίδοξους μακεδονομάχους: ούτε τους «δικούς μας» ούτε τα συμμετρικά ομοιώματά τους στις αντίπερα πλευρές των συνόρων.

ios@enet.gr Ο «ΙΟΣ» ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ: http://www.iospress.gr.