Δεν είναι μόνο η «εποχή Σαμαρά» που παγίδευσε την Ελλάδα στο τέλμα του «Σκοπιανού». Η «εποχή Ντόρας» αφήνει επίσης μια ανάλογη κληρονομιά, με το χάιδεμα των αφτιών του βουλγαρικού εθνικισμού...
Παρακολουθώντας την εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής στο Μακεδονικό, διαπιστώνουμε ότι τον τελευταίο καιρό διαμορφώνεται μια περίεργη τάση στους κόλπους των υποστηρικτών της «σκληρής» γραμμής - σε πολιτικούς και, κυρίως, εθνικόφρονες διαμορφωτές της κοινής γνώμης στην Ελλάδα.
Ο λόγος για την (άτυπη προς το παρόν) ελληνοβουλγαρική σύμπραξη ενάντια στον «κοινό εχθρό» -την ΠΓΔΜ- που «επιβουλεύεται» την ιστορική κληρονομιά Ελλήνων και Βουλγάρων στον μακεδονικό χώρο.
Σύμπραξη που, από ελληνικής πλευράς, ισοδυναμεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό με την υιοθέτηση και προβολή των πάγιων επιχειρημάτων του βουλγαρικού εθνικισμού σχετικά με τον «εθνικό χαρακτήρα» και τη νεότερη ιστορία των Σλαβομακεδόνων.
*Ενα πρώτο δείγμα αυτής της προσέγγισης μας ήρθε τον περασμένο Απρίλιο μέσω e-mail: ο ανώνυμος εθνικιστής astron@astron.gr, που πλημμυρίζει τακτικά το ηλεκτρονικό μας γραμματοκιβώτιο με ποικίλα «πατριωτικά» spam, μας γνωστοποίησε με ενθουσιασμό τη «Μεγαλύτερη Συλλογή Πηγών Παγκοσμίως, για την Βουλγαρική καταγωγή των Σκοπιανών!!!».
Η τελευταία αποτελείται από 98 λινκ και διακινείται από κάποιο «History of Macedonia Newsletter», υπερατλαντικής προφανώς προέλευσης. Μεγάλο μέρος των «λημμάτων» έχει οφθαλμοφανώς αντληθεί από εθνικιστικά βουλγαρικά σάιτ κι ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι «τεκμηριώνουν» τη βουλγαροσύνη όχι μόνο των «Σκοπιανών», αλλά και όλου συλλήβδην του σλαβόφωνου μακεδονικού πληθυσμού - με πρώτους και καλύτερους, φυσικά, τους γηγενείς Φλωρινιώτες κι Εδεσσαίους.
«Αυθεντικοί» και «τρίτοι»
Η «λεπτομέρεια» αυτή δεν φαίνεται, ωστόσο, να ενοχλεί καθόλου τον αποστολέα του e-mail, ο οποίος ξεσπαθώνει: «Εξαίρετος προσπάθεια! Ενημερωθείτε και αποστομώστε τους επιβουλείς και τους εθνοαποδομητές!»
Οι αυτόκλητοι μακεδονομάχοι του κυβερνοχώρου δεν φημίζονται, βέβαια, συνήθως ούτε για το βάθος της σκέψης τους ούτε για την ευρύτητα της ιστορικής τους παιδείας. Θεωρήσαμε, ως εκ τούτου, τη διακίνηση της επίμαχης «λίστας» ως άνευ νοήματος. Ωσπου αρχίσαμε να πέφτουμε και πάνω σε άλλα, σοβαρότερα δείγματα αυτής της ελληνοβουλγαρικής συμπόρευσης.
*Το πιο εντυπωσιακό ήταν η δήλωση του Ανδρέα Λοβέρδου, πολιτικού εκπροσώπου τότε του ΠΑΣΟΚ για θέματα εξωτερικής πολιτικής, κατά την παρέμβασή του στην ημερίδα των φετινών «Πρεσπείων» για τη δεκαετία του '40 (22.8.09), αμέσως μετά την ενημέρωση που είχε για την πορεία του «Σκοπιανού» από την Ντόρα Μπακογιάννη: «Εχω την αίσθηση», δήλωσε με νόημα, «ότι και η Βουλγαρία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη».
Κάπως διπλωματικότερα έθεσε ο ίδιος το θέμα στην προεκλογική του συνέντευξη προς την ηλεκτρονική εφημερίδα «Newstime» (1.9.09): «Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα που ενοχλείται από τον εθνικισμό των Σκοπίων. Ο εκφερόμενος από τη FYROM πολιτικός λόγος συναντά αντιρρήσεις και αλλού και ιδιαίτερα στη Βουλγαρία, που έχει ενοχληθεί από την έξαρση του εθνικισμού».
*Σε θεσμικό επίπεδο, δείγμα αυτής της σύγκλισης ήταν η κοινή έκδοση, τον Μάρτιο του 2009, του βιβλίου Το Μακεδονικό και η Βουλγαρία από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και τα Βουλγαρικά Κρατικά Αρχεία.
Συλλογή 21 βουλγαρικών κομματικών ντοκουμέντων του 1950-1967 για το ζήτημα, το βιβλίο παρουσιάστηκε επίσημα στις 29 Απριλίου στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας από την ΥΠΕΞ Ντόρα Μπακογιάννη και τον πρόεδρο της Εταιρείας, Νικόλαο Μέρτζο.
Προλογίζοντας το βιβλίο, ο Μέρτζος κάνει σαφώς λόγο για ελληνοβουλγαρική συνδιαχείριση του ιστορικού παρελθόντος της Μακεδονίας, απέναντι σε «τρίτους» και «σφετεριστές»: «Οι δύο χώρες και οι δύο Λαοί», διαβάζουμε, «ανταγωνίσθηκαν μεταξύ τους επί ένα τουλάχιστον αιώνα ως αδιαμφισβήτητοι πρωταγωνιστές, η ιστορία του ενός Λαού στάζει το αίμα του άλλου Λαού, διασταυρούμενος ο λόγος τους συνθέτει αυθεντία έναντι κάθε τρίτου». Συνεπώς, «όταν οι αυθεντικοί πρωταγωνιστές ομιλούν, οι τρίτοι οφείλουν τουλάχιστον να ακούν - αν όχι και να σιωπούν» (σελ. 11).
*Ακόμη σαφέστερος, όσον αφορά τους όρους αυτής της «συνιδιοκτησίας» του παρελθόντος, ήταν ο ίδιος στην παρουσίαση του βιβλίου:
«Ελλείψει "μακεδονικού έθνους", είχε αρχίσει τότε ακριβώς η κατασκευή του. Και, για να κατασκευασθεί, οι καταναγκαστικά υποψήφιοι Μακεδόνες υπήκοοι της Γιουγκοσλαβίας ήταν ανάγκη να αποκοπούν από τις ιστορικές ρίζες τους, προ πάντων να απογαλακτισθούν από την μητέρα τους Βουλγαρία ή αντίστοιχα από την μητέρα τους Ελλάδα».
«Η κοινή μας ελληνο-βουλγαρική έκδοση [...] φανερώνει ότι όσοι Βούλγαροι και Ελληνες ειδικοί επιστήμονες κατέχουμε πράγματι την Ιστορία για την Μακεδονία, επειδή είμαστε οι πρωταγωνιστές της, μπορεί να μη συμφωνούμε πάντοτε και παντού, αλλά οπωσδήποτε δεν έχουμε να κρύψουμε ούτε να φοβηθούμε τίποτε».
Ο άνθρωπός μας στη Σόφια;
Η υποδοχή της έκδοσης από τα βουλγαρικά ΜΜΕ υπήρξε ως επί το πλείστον θετική, με τονισμό των θετικών εντυπώσεων «ελλήνων πανεπιστημιακών» από την πολιτική του Τοντόρ Ζίβκοφ στο Μακεδονικό.
*Δεν έλλειψαν κι εκείνοι που τη θεώρησαν ένα ακόμη τέχνασμα «των Δαναών» σε βάρος των βουλγαρικών εθνικών συμφερόντων: «Η Ελλάδα χτυπά ελαφρά στην πλάτη τους βούλγαρους πολιτικούς και ιστορικούς και με ύπουλο χαμόγελο τους λέει: "Ο πληθυσμός στα Σκόπια είναι βουλγαρικός"», αποφάνθηκε π.χ. η επιθεώρηση «Balgarija - Makedonija» (3.2009).
«Η Ελλάδα θα εκδώσει άραγε συλλογή με ντοκουμέντα που περιγράφουν τη μακρά και τραγική διαδικασία αφεθνισμού του βουλγαρικού πληθυσμού από ελληνικής πλευράς; Γιατί δεν είναι λογικό ο πληθυσμός στη Μακεδονία του Βαρδάρη να είναι βουλγαρικός και στη Μακεδονία του Αιγαίου να μην είναι».
*Το καθοριστικό βήμα για τη φαντασιακή διαμόρφωση του «ελληνοβουλγαρικού άξονα» αποτέλεσαν, ωστόσο, η εκλογική νίκη της βουλγαρικής ακροδεξιάς τον περασμένο Ιούλιο και ο σχηματισμός της κυβέρνησης του Μπόικο Μπορίσοφ στη Σόφια.
Ο διορισμός ιδίως του ιστορικού Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ ως υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου, υπεύθυνου για «τους Βουλγάρους του εξωτερικού», προκάλεσε ρίγη ενθουσιασμού στους ημέτερους «μακεδονομάχους».
*Συγγραφέας του βιβλίου «Τα 10 ψέματα του μακεδονισμού» (2006), ο Ντιμιτρόφ θεωρήθηκε από εθνικά ευαίσθητους αρθρογράφους κι εφημερίδες τού καθ' ημάς «πατριωτικού χώρου» ένας ανεπάντεχος σύμμαχος.
*«Κόκκινο πανί έγινε για τα Σκόπια ο νέος υπουργός», μας πληροφορούσε π.χ. στις 9.8.09 το «Εθνος» διά χειρός Χρήστου Τελλίδη. «Συγγραφέας του βιβλίου στο οποίο φιλοξενούνται άρθρα Βουλγάρων, Σέρβων και άλλων επιστημόνων καθώς και ντοκουμέντα από διάφορες βαλκανικές χώρες, που αμφισβητούν τη λεγόμενη "μακεδονική" ταυτότητα και αρνούνται την ύπαρξη "μακεδονικού έθνους" ως διαφορετικού από το βουλγαρικό, είναι ο σημερινός υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου», που «χαρακτηρίζεται από τους Σκοπιανούς ως ο μέγας πολέμιος του "μακεδονισμού" της χώρας τους».
*Ακολούθησε ολοσέλιδη συνέντευξη του Ντιμιτρόφ στο «Πρώτο Θέμα» (23.8), με την οποία ο βούλγαρος υπουργός «στέλνει αυστηρό μήνυμα στα Σκόπια: Προκειμένου να εξασφαλίσουν την υποστήριξη της χώρας του για την είσοδό τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ, πρέπει να πάψουν να σφετερίζονται και να πλαστογραφούν την Ιστορία». Οπως μας πληροφορεί, άλλωστε, ο τίτλος του δημοσιεύματος, «ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν Ελληνας και οι Σκοπιανοί Βούλγαροι!».
*«Η νέα βουλγαρική κυβέρνηση», συνοψίζει στο «Παρόν» (13.9) ο απόστρατος στρατηγός Δημήτριος Δήμου, «αποφάσισε να μη μιμηθεί την Ελλάδα στην πολιτική των σαλιαρισμάτων με τους Σκοπιανούς και έβαλε μαχαίρι άμα τη εκλογή της στο μακεδονικό παραμύθι των Σκοπιανών. Ο Μπορίσοφ έβαλε υπουργό της βουλγαρικής διασποράς τον Μπόζινταρ Δημητρόφ [και] ξεκαθάρισε ότι τα Σκόπια στην πορεία τους για το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση θα βρουν μπροστά τους τη Βουλγαρία. Ο,τι δεν έκανε η Ελλάδα είκοσι χρόνια το έκανε η Βουλγαρία στο άψε σβήσε. Στην Αθήνα ακόμα χασμουριούνται».
Το διά ταύτα: «Να συντονίσουμε τις ενέργειές μας για τα "μακεδονικά ψέματα" των Σκοπιανών με τους Βουλγάρους. Πρέπει Ελλάδα, Βουλγαρία και Αλβανία να κλείσουν την πόρτα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. στους Σκοπιανούς. Είναι απαραίτητο να αντιληφθούν οι Αμερικανοί ότι έχουν να κάνουν με ένα ευρύ βαλκανικό μέτωπο και όχι με την Ελλάδα μόνη της. Οφείλουμε να μιμηθούμε τον κ. Δημητρόφ».
Μεγαλέξανδρος αλά βουλγαρικά
*Ποιος είναι όμως και τι λέει ακριβώς αυτός ο τελευταίος; Η περίπτωσή του μας ήταν γνωστή εδώ και χρόνια, κυρίως από τα ειρωνικά σχόλια των επιστημόνων συντοπιτών του, που περιέγραφαν την καριέρα του σαν το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα της επιστημονικής και ιδεολογικής κρίσης της «μετασοσιαλιστικής» περιόδου. Στις παραμονές των τελευταίων εκλογών, η επίσημη αποκάλυψη της έμμισθης συνεργασίας του με τις υπηρεσίες ασφαλείας της «σοσιαλιστικής» περιόδου ήρθε απλώς να συμπληρώσει το προφίλ.
*Εν έτει 1973, ο 28χρονος Μπόζινταρ στρατολογήθηκε από τη βουλγαρική ΕΥΠ ως επένδυση της υπηρεσίας στο χώρο των ιστορικών: «Με τη βοήθειά μας θα μπορέσει ν' αναδειχθεί σ' έναν από τους πιο ελπιδοφόρους επιστημονικούς μας συνεργάτες», σημειώνει χαρακτηριστικά στο φάκελό του ο αξιωματικός που τον «χειριζόταν».
*Η υπηρεσία πλήρωσε για τις μεταπτυχιακές σπουδές του (γαλλικά, λατινικά, αρχαία ελληνικά) και, στη συνέχεια, τον έστειλε για αρχειακή έρευνα στο εξωτερικό. Δεν φαίνεται ωστόσο να διακρίθηκε σαν καταδότης: οι μόνες εκθέσεις του που βρέθηκαν αφορούσαν ξένους επιστήμονες και ήταν «αποκλειστικά και μόνο θετικές» (εφ. «Kapital», 7.8.09).
*Στο «επιστημονικό» επίπεδο, αντίθετα, η επένδυση έπιασε τόπο. Την τελευταία ιδίως δεκαετία, ο Ντιμιτρόφ διέπρεψε σ' ένα γνώριμο και στα καθ' ημάς τομέα: ως πρωταγωνιστής της εκλαϊκευτικής τηλεοπτικής εκπομπής «Βουλγαρική μνήμη», που συνδυάζει τη διασπορά μιας άκρως εθνικιστικής (και κατά κανόνα ατεκμηρίωτης) εκδοχής του παρελθόντος, με την καταγγελία της απόκρυψής του από «εθνικά ύποπτους» επιστήμονες και «μειοδότες» πολιτικούς. Δείγματα αυτών των εκπομπών, αναρτημένα από ακροδεξιούς φαν, μπορεί κανείς ν' απολαύσει στο διαδικτυακό You Tube.
*Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινήθηκε και η παράλληλη εκδοτική δραστηριότητα του δημοφιλούς ιστορικού: μικρά βιβλιαράκια (συνήθως 1-2 το χρόνο) των 80-100 σελίδων, με πλούσια ιλουστρασιόν εικονογράφηση κι ανύπαρκτη βιβλιογραφία, χωρίς παραπομπές σε πηγές αλλά με μπόλικες ασαφείς επικλήσεις κάθε είδους «αυθεντιών». Μπεστ σέλερ στους δημοφιλείς πάγκους της πλατείας Ρακόφσκι και στα συνοικιακά χαρτοβιβλιοπωλεία. Κι όχι βέβαια συλλογές «ντοκουμέντων» ή επιστημονικών άρθρων, όπως κάποιοι παραπληροφόρησαν τον καλό συνάδελφο του «Εθνους»...
*Αυτά όσον αφορά τη μεθοδολογία. Γιατί επί της ουσίας, που μας αφορά, τα πράγματα είναι ακόμα πιο χοντρά: αυτό που ο Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ υποστηρίζει, πέρα από τη (δεδομένη για την επίσημη ιστοριογραφία της χώρας του) βουλγαρική καταγωγή των Σλαβομακεδόνων, είναι η στενή συγγένεια των (αρχαίων) Μακεδόνων με τους (σημερινούς) Βούλγαρους!
*Το βιβλίο του Οι Βούλγαροι και ο Αλέξανδρος ο Μακεδών κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις Τάνγκρα - εκδοτικό οίκο με διακηρυγμένο σκοπό «τη διάδοση επιστημονικών γνώσεων, μύθων, θρύλων και υποθέσεων που συνδέονται με την ιστορία της βουλγαρικής εθνότητας».
Με μικροαλλαγές, ξανακυκλοφόρησε το 2007 από άλλο οίκο, με τον τίτλο Μακεδονία, ιερή βουλγαρική γη. Ποιοι είναι οι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης;
*Κεντρική ιδέα του: Ο πρώτος βουλγαρικός πολιτισμός εμφανίζεται τον 4ο αι. π.Χ. στη Βακτριανή, με την επιγαμία Βουλγάρων και Μακεδόνων, οι απόγονοι των οποίων «επαναπατρίζονται» (ως Βούλγαροι) στα Βαλκάνια τον 6ο μ.Χ. Δεν λείπουν και στερεοτυπικές συγκρίσεις των «κοινών ιδιοτήτων» των δυο λαών: «πολεμική μαστοριά», «ιδιάζουσα γενναιότητα», «αυστηρή τήρηση των νόμων», προπαντός όμως «σεβασμός στο βασιλικό θεσμό και το βασιλικό γένος» (σ.σ. 56-7). Το βιβλίο, βλέπετε, πρωτοκυκλοφόρησε όταν πρωθυπουργός ήταν ο πρώην τσάρος, που διόρισε τον Μπόζινταρ ως διευθυντή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της χώρας. Οσο για σοβαρότητα, αποκαλυπτικό είναι το μπέρδεμα από το συγγραφέα των Μακεδόνων με τους ομηρικούς... Μυρμιδόνες (σ. 62)!
*Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα υπόλοιπα έργα του ινδάλματος των ελληνικών ΜΜΕ: Βούλγαροι: οι πρώτοι Ευρωπαίοι (2002), Οι 7 αρχαίοι πολιτισμοί της Βουλγαρίας (2005). Για πιο σύγχρονα γούστα υπάρχουν και Οι πόλεμοι της Βουλγαρίας για την εθνική ενοποίηση (2006).
Μεγάλες Μακεδονίες
Ο εκβουλγαρισμός του Βουκεφάλα δεν είναι όμως το μόνο σημείο όπου ο υπουργός «παγκόσμιου Βουλγαρισμού» έρχεται σε κόντρα με τις δικές μας εθνικές «κόκκινες γραμμές».
Το διαπιστώνουμε από μια αποστροφή της συνέντευξής του προς το «Πρώτο Θέμα» που (όλως παραδόξως;) πέρασε εντελώς ασχολίαστη.
«Τελευταία υπάρχουν αναφορές για μετακίνηση βουλγαρικών στρατευμάτων στα σύνορα με την ΠΓΔΜ. Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της εξωτερικής πολιτικής της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας σε απάντηση των σκοπιανών προκλήσεων;» ρωτάει ο δημοσιογράφος (Μανόλης Γαλάνης), για να εισπράξει κάτι παραπάνω από απλή διάψευση: «Δεν αναπτύξαμε στρατεύματα στα σύνορά μας με τη γειτονική χώρα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κάνουμε. Ωστόσο, θα υπερασπιστούμε, όπως μέχρι σήμερα, τα δικαιώματα κάθε Βούλγαρου, όχι μόνο στην ΠΓΔΜ, όπως αυτά καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση».
*Περνάμε, έτσι, από τις ψευδοεπιστημονικές ρητορείες για το απώτατο παρελθόν στο καθαρά πολιτικό ζήτημα των σλαβόφωνων Μακεδόνων της Ελλάδας, της ταυτότητας και των δικαιωμάτων τους. Για τη βουλγαρική ιστοριογραφία πρόκειται φυσικά για «Βουλγάρους» ή έστω «Βουλγαρομακεδόνες».
Μετά την αποκατάσταση της ελευθερίας του λόγου (1990), μια ογκώδης βιβλιοπαραγωγή περί Μακεδονικού αναπαράγει απλώς (διά των ανατυπώσεων ή του copy paste) την αντίστοιχη μεσοπολεμική εθνικιστική φιλολογία.
Μόνη ενδιαφέρουσα καινοτομία συνιστά η αθρόα επιλεκτική δημοσίευση αρχειακού υλικού, ενώ οι αποστασιοποιημένες επιστημονικές προσεγγίσεις σπανίζουν. Οπως και στα καθ' ημάς με το «Ποντιακό», οι σοβαροί βούλγαροι ιστορικοί αποφεύγουν συνήθως να θίξουν ένα θέμα που στη συλλογική συνείδηση ταυτίζεται με «χαμένες πατρίδες» και «διωγμούς» (αν όχι «γενοκτονίες») ομοεθνών από «αιμοσταγείς» γείτονες.
*Κορυφαία στιγμή σ' αυτό τον εκδοτικό οργασμό, και ταυτόχρονα μείζον πολιτικό διάβημα, αποτελεί η πρόσφατη επανέκδοση του Αλμπουμ - Αλμανάκ Μακεδονία, με πρωτοβουλία του εθνικιστικού ΒΜΡΟ. Πρόκειται για μια ογκώδη καταγραφή της ιστορικής βουλγαρικής παρουσίας στη μείζονα Μακεδονία (κοινότητες, ήρωες κ.λπ.), προϊόν της συλλογικής δουλειάς τής (ξεριζωμένης απ' τον τόπο της) βουλγαρομακεδονικής διανόησης του Μεσοπολέμου, που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1931 ως επιστημονική συμπύκνωση του τότε βουλγαρικού αλυτρωτισμού.
Από μόνη της, η απλή επανέκδοση ενός ιστορικού ντοκουμέντου είναι φυσικά καλοδεχούμενη. Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, το Αλμανάκ συνοδεύεται από δυο προσθήκες:
*Ενα φωτογραφικό «συμπλήρωμα» για την «πανηγυρική υποδοχή» των βουλγαρικών στρατευμάτων στη γιουγκοσλαβική κι ελληνική Μακεδονία το 1941. Κατά κύριο λόγο αφορά τη νυν ΠΓΔΜ, υπάρχουν όμως και φωτογραφίες από την Ελλάδα - όπως αυτή με τους μαθητές του βουλγαρικού σχολείου της Θεσσαλονίκης, που πανηγυρίζουν για τα δώρα από τη μητέρα πατρίδα (σ. 935).
*Εναν πρόλογο του προέδρου του ΒΜΡΟ, Κρασιμίρ Καρακατσάνοφ, όπου διευκρινίζεται το πολιτικό διακύβευμα του διαβήματος: «Το Αλμανάκ», διαβάζουμε, δεν είναι μόνο μια «αδιάψευστη μαρτυρία για τη βουλγαρική κουλτούρα, ιστορία και οντότητα της Μακεδονίας» αλλά «και μια παρακαταθήκη προς τις μελλοντικές βουλγαρικές γενιές που έχουν πάρει τον στρωμένο με αγκάθια δρόμο του μακεδονικού γολγοθά». Μπορεί να βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, όπου «τα έθνη έχουν πια καινούριες ιδέες και οράματα για το μέλλον, όμως για τη Βουλγαρία η Μακεδονία κι ο βουλγαρισμός σε αυτήν θα συνεχίσουν να είναι τμήμα του μεγάλου παμβουλγαρικού ιδεώδους».
*Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ντίμιταρ Γκότσεφ, πρόεδρος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου, κατά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στο κτίριο του βουλγαρικού Κοινοβουλίου (14.5.08): «Το Αλμανάκ απευθύνεται στον υπόλοιπο κόσμο, για να δει τι είναι η Μακεδονία και ότι τα πάντα είναι βουλγαρικά. Η πολιτιστική-ιστορική κληρονομιά είναι βουλγαρική, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα είναι βουλγαρικό, τα σχολεία είναι βουλγαρικά, οι εκκλησίες είναι βουλγαρικές, η ίδια η φύση, η ορολογία, τα τοπωνύμια είναι βουλγαρικά».
*Στις 15.7.2008 ήρθε η σειρά της Ευρώπης να ενημερωθεί, με «την πρώτη πολιτιστική - ιστορική συζήτηση που οργανώθηκε από τη βουλγαρική αντιπροσωπεία στα πλαίσια του Ευρωκοινοβουλίου». Η πανηγυρική παρουσίαση του Αλμανάκ στο ευρωπαϊκό κοινό οργανώθηκε από την ευρωβουλευτή Μπιλιάνα Ράεβα, με συμμετοχή του πρύτανη του Πανεπιστημίου της Σόφιας Ιβάν Ιλτσεφ.
Η εκδήλωση δεν αποτέλεσε, πάντως, είδηση για τα ελληνικά ΜΜΕ, που τις ίδιες ακριβώς μέρες είχαν ξεσαλώσει για την «πρόκληση» της παγκόσμιας συνάντησης των σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου στα Σκόπια και για το «ύποπτο» πανηγύρι της Μελίτης.
Οι 500.000 «αλύτρωτοι»
Πρωτεργάτης της επανέκδοσης του Αλμανάκ ήταν ο συντονιστής του ΒΜΡΟ στην περιοχή της Βάρνας, Κονσταντίν Κονσταντίνοφ. Απόφοιτος Βαλκανολογίας του Πανεπιστημίου του Βέλικο Τίρνοβο (το κατεξοχήν «εθνικιστικό φυτώριο» της χώρας), εκτός από βιβλία παράγει και ντοκιμαντέρ με θέμα -τι άλλο;- τους «αλύτρωτους Βουλγάρους» των γύρω χωρών.
Το κυριότερο δημιούργημά του αφορά φυσικά την ελληνική Μακεδονία, γυρίστηκε το 2005 και τιτλοφορείται Ενα έθνος είμαστε. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του της νεολαίας του κόμματος, «η ταινία αποκαλύπτει την ξεχασμένη μειονότητα των 500.000 Βουλγάρων που ζουν στη σημερινή Βόρεια Ελλάδα».
Μικρή αλλά εύγλωττη λεπτομέρεια: το φιλμ είναι αφιερωμένο στο γλωσσολόγο Μπλαγκόι Σκλίφοφ, πολιτικό πρόσφυγα στη Βουλγαρία από τον Πολυκέρασο Καστοριάς, που στις 24.9.2003 σκοτώθηκε σε τροχαίο έξω από τις Σέρρες. Βουλγαρικές εφημερίδες της εποχής έκαναν λόγο για «πολιτική δολοφονία».
Οταν προ τετραετίας ακούσαμε πρώτη φορά γι' αυτό το συμβάν από κάποιον βούλγαρο ιστορικό, στάθηκε αδύνατον να τον πείσουμε ότι στη σημερινή Ελλάδα δεν σκοτώνεται κανείς επειδή μελετά τις τοπικές σλαβομακεδονικές διαλέκτους. Ο συνομιλητής μας είχε κι αυτός τα δικά του στερεότυπα, επικυρωμένα από -τι άλλο;- την Ιστορία: «Κάπως έτσι δεν γίνονται σ' εσάς οι πολιτικές δολοφονίες; Αν θυμηθούμε τον Σαράφη ή τον Λαμπράκη».
Το φάντασμα του βέτο
Ο βουλγαρικός εθνικισμός (και) στο «Μακεδονικό» είναι, λοιπόν, γεγονός! Εκπορεύεται δε από τους ίδιους «αντισκοπιανούς» κύκλους που μετέχουν στη σημερινή κυβέρνηση της Σόφιας και παρουσιάζονται από τους «δικούς μας» εθνικιστές ως ανέλπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα για την υπεράσπιση των «ιστορικών μας δικαίων».
Τι σημαίνει, όμως, αυτό στην πράξη; Μια ανακλαστική αντίδραση, με βάση τη συνήθη πρακτική, θα ήταν να προσθέσουμε απλά έναν ακόμη «εθνικό εχθρό» στη λίστα όσων επιβουλεύονται τα εθνικά μας δίκαια. Στοιχειώδης ρεαλισμός αρκεί, αντίθετα, για να διαχωρίσει κανείς τα πραγματικά προβλήματα από τις (πιθανότατα ενοχλητικές αλλά επί της ουσίας ανώδυνες) φαντασιώσεις των όποιων γειτονικών εθνικιστικών κύκλων, και να τοποθετήσει τις τελευταίες στις πραγματικές τους διαστάσεις.
Στην περίπτωση της Βουλγαρίας, ισότιμης πλέον εταίρου μας στην Ε.Ε., οι εθνικόφρονές μας (με πρώτο και καλύτερο τον χουντικό πρόεδρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών) δεν έχουν, όπως είδαμε, κανένα πρόβλημα να επιδείξουν το δέοντα ρεαλισμό, ξεκαθαρίζοντας ότι άλλο πράγμα οι διαφωνίες των εθνικών ιστοριογραφιών για το παρελθόν κι άλλο οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων για το παρόν και το μέλλον.
Αν, όμως, αυτό ισχύει για τη Βουλγαρία, με την οποία μας χώρισαν ποταμοί αίματος, για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε να ισχύει και για μια -επίσης «ευρωπαϊκή»- ΠΓΔΜ; Γιατί οι χάρτες π.χ. της «μεγάλης Μακεδονίας» έχουν άλλο ειδικό βάρος όταν προέρχονται από τα Σκόπια κι εντελώς διαφορετικό όταν κυκλοφορούν από τη Σόφια;
Μια πρώτη απάντηση είναι πως ο βουλγαρικός εθνικισμός έρχεται ως από μηχανής θεός να βγάλει τις ελληνικές κυβερνήσεις από το αδιέξοδο στο οποίο αυτοπαγιδεύτηκαν την τελευταία διετία. Με τις συναινετικές «κόκκινες γραμμές» να επιβάλλουν ένα δεύτερο «βέτο» στην εισδοχή της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε., και την «ενδιάμεση συμφωνία» του 1995 να απαγορεύει ρητά κάτι τέτοιο για έναν ολόκληρο χρόνο μετά την καταγγελία της (που δεν έχει γίνει), το πρόβλημα της επίσημης Αθήνας είναι κάτι παραπάνω από προφανές.
Υπενθυμίζουμε ότι ο Γκρούεφσκι μας έχει σύρει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οφθαλμοφανή καταπάτηση της «ενδιάμεσης συμφωνίας» κι ότι επίσημη υπερασπιστική γραμμή του ελληνικού Υπ.Εξ. είναι πως το «ηρωικό» βέτο της κυβέρνησης Καραμανλή στο Βουκουρέστι... δεν τέθηκε ποτέ!
Η επανάληψη του εγχειρήματος τον ερχόμενο μήνα στις Βρυξέλλες συνεπάγεται έτσι δυσανάλογο κόστος. Οπότε, ένα βουλγαρικό βέτο αποτελεί μάννα εξ ουρανού - έστω κι αν, επί της ουσίας, «νομιμοποιεί» (εκ μέρους μας) όσα ακριβώς προκάλεσαν την αντισκοπιανή μας «οργή».
Οπως, άλλωστε, συμβαίνει σε όλο τον κόσμο με τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, έτσι κι εδώ οι εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές (και) στο «Σκοπιανό» καθορίζονται περισσότερο από την «εσωτερική» πολιτικοκοινωνική ατζέντα παρά από τις όποιες υποτιθέμενες «εθνικές ανάγκες».
Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, κοινωνικής υποβάθμισης μιας μεγάλης μερίδας των παραδοσιακών μεσοστρωμάτων και βίαιης απαξίωσης της μισθωτής εργασίας, ένα «εθνικό ζήτημα» συνιστά το καλύτερο καταπραϋντικό για τις αναπόφευκτες κοινωνικές εντάσεις, με την επανεπιβεβαίωση της «εθνικής ενότητας» και την παροχέτευση της διάχυτης δυσφορίας στους γείτονες που επιβουλεύονται τα προπατορικά μας κλέη.
Οταν, μάλιστα, οι γείτονες αυτοί είναι του χεριού μας και το διακύβευμα κινείται σε αυστηρά συμβολικό επίπεδο, η τεχνητή αυτή αντιπαράθεση διαθέτει το επιπλέον προσόν να μη διακινδυνεύει επί της ουσίας τίποτα. Εκτός, φυσικά, από την ποιότητα της δημοκρατίας μας και το επίπεδο του δημόσιου λόγου. Αυτά τα τελευταία, όμως, κάθε άλλο παρά απασχολούν τους επίδοξους μακεδονομάχους: ούτε τους «δικούς μας» ούτε τα συμμετρικά ομοιώματά τους στις αντίπερα πλευρές των συνόρων.
ios@enet.gr Ο «ΙΟΣ» ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ: http://www.iospress.gr.
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009
Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009
«Το Ισλάμ χρειάζεται μια σεξουαλική επανάσταση»
Σεϊράν Ατές
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ katoiko@enet.gr
Οι μουσουλμάνοι πρέπει να διακηρύξουν ότι η θρησκεία δεν έχει καμία θέση στο κρεβάτι τους, λέει η Σεϊράν Ατές, η Βερολινέζα δικηγόρος, συγγραφέας και ακτιβίστρια, η οποία στο τελευταίο βιβλίο της εξηγεί γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να προοδεύσει ή να αξιώνει να θεωρείται δίκαιη, όταν απαγορεύει στα μέλη της να αυτοπροσδιορίζονται και να ζουν ελεύθερα
«Ναι, μάλλον είμαι γενναία», παραδέχεται η Ατές, όταν παρατηρώ ότι με δεδομένο το παρελθόν της πρέπει να χρειάστηκε πολύ κουράγιο για να αποφασίσει να εκδώσει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Το Ισλάμ χρειάζεται μια σεξουαλική επανάσταση». Δεν πάνε ούτε τρία χρόνια που η 46χρονη δικηγόρος αναγκάστηκε να κλείσει το γραφείο της, όταν δέχτηκε επίθεση και σοβαρές απειλές κατά της ζωής της από τον εν διάστασει σύζυγο μιας πελάτισσάς της. Η Ατές, η οποία ειδικεύεται στο οικογενειακό και ποινικό δίκαιο, είναι διάσημη στη χώρα της για τους αγώνες που δίνει εδώ και χρόνια υπέρ των δικαιωμάτων των μουσουλμάνων γυναικών στη Γερμανία. «Αλλά δεν είμαι και τόσο γενναία όσο ήμουν νεότερη. Τώρα, άλλωστε, έχω ένα παιδί», λέει η Ατές, η οποία είναι ανύπαντρη μητέρα μιας κόρης. Νεότερη, είναι αλήθεια, δεν τρόμαζε εύκολα. Ηταν 21 ετών, φοιτήτρια ακόμη, όταν από θαύμα βγήκε βαριά τραυματισμένη, αλλά ζωντανή, από μια δολοφονική επίθεση που στοίχισε τη ζωή σε μια συνάδελφό της - οι δύο κοπέλες εργάζονταν σε ένα συμβουλευτικό κέντρο για γυναίκες από την Τουρκία που είχαν πέσει θύματα κακοποίησης.
Και τώρα μιλάει για σεξουαλική επανάσταση - θεωρεί ότι είναι τώρα η σωστή στιγμή; «Απολύτως. Γιατί υπάρχει στο Ισλάμ ένα φυλετικό απαρτχάιντ που καταστρέφει τον πολιτισμό, τη θρησκεία και τις σχέσεις ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες», απαντάει, πριν σπεύσει να ξεκαθαρίσει ότι «δεν θέλω να γενικεύω, εννοείται ότι δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι ίδιοι, αυτό θέλω να το τονίσω», επιμένει η -μουσουλμάνα άλλωστε- Βερολινέζα δικηγόρος. «Και τώρα που το ξεκαθαρίσαμε, ας μιλήσουμε».
Οταν λέτε ότι ο ισλαμικός κόσμος πρέπει να ζήσει μια σεξουαλική επανάσταση, μιλάτε για τις μουσουλμανικές χώρες ή και για τις κοινότητες των μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο;
«Μιλάω για τις ισλαμικές χώρες αλλά και για τις κοινότητες των μουσουλμάνων στη Δύση. Γιατί στο δυτικό κόσμο υπάρχουν κάποιες κοινότητες που λειτουργούν σαν ισλαμικά κράτη. Από την άλλη, πολλοί προοδευτικοί άνθρωποι σε ισλαμικές χώρες ζουν όπως επιλέγουν, αλλά αναγκάζονται να ζουν έτσι στα κρυφά, διατηρώντας άλλο δημόσιο πρόσωπο. Γιατί οι συντηρητικοί, ορθόδοξοι μουσουλμάνοι δεν ανέχονται εκείνους τους ομόθρησκούς τους που θέλουν να ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη έκφραση και να ζουν σαν ελεύθεροι άνθρωποι».
Γιατί όμως θεωρείτε ότι ο εκδημοκρατισμός του ισλαμικού κόσμου πρέπει να ξεκινήσει από μια σεξουαλική επανάσταση;
«Θα σας εξηγήσω: Οταν με ρωτάνε αν το Ισλάμ είναι συμβατό με τη δημοκρατία ή αν το Ισλάμ μπορεί να μεταρρυθμιστεί, απαντώ: Παρακαλώ, διαβάστε τον Βίλχελμ Ράιχ - όσα γράφει για τον χριστιανισμό και τη Σοβιετική Ενωση ταιριάζουν απολύτως και στο Ισλάμ, όπου τα πάντα είναι θέμα θρησκείας και κουλτούρας. Ο Ράιχ, θα μου πείτε, έγραφε σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ναι, έκτοτε οι καιροί έχουν αλλάξει και η Δύση εξελίχθηκε, αλλά ο μουσουλμανικός κόσμος δεν εξελίχθηκε. Υπήρξε μια εποχή, κατά τον 14ο αιώνα, που η ισλαμική διανόηση είχε στις τάξεις της πολύ προοδευτικά πνεύματα. Ομως, υπήρξε έντονη σύγκρουση και υπερίσχυσαν οι συντηρητικοί, οι οποίοι πίστευαν ότι όλα τα κάνει ο Θεός, οπότε έβαλαν φρένο σε κάθε κίνηση προόδου και αμφισβήτησης. Δίδασκαν πως ό,τι είναι γραμμένο στο Κοράνι είναι νόμος και οι πιστοί πρέπει να ζουν κάθε μέρα με το Κοράνι οδηγό τους. Γι' αυτό σταμάτησε να προοδεύει ο ισλαμικός κόσμος».
Ποια θα ήταν τα χαρακτηριστικά μιας σεξουαλικής επανάστασης στον ισλαμικό κόσμο;
«Τη φαντάζομαι με τα χαρακτηριστικά που ήδη έχει. Με μια έννοια, ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη μια σεξουαλική επανάσταση. Σε χώρες όπως το Ιράν, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, η Ινδονησία θα βρείτε ανθρώπους πουν ζουν όπως ζούμε στη Δύση - κάνουν σεξ εκτός γάμου, αδιαφορούν για την παρθενία κ.λπ. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν κρυφά. Εγώ λέω ότι πρέπει να μιλήσουμε για την πραγματικότητα και να μιλήσουμε για τις ηθικές επιταγές στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών, για τους θρησκευτικούς κανόνες αλλά και για τον ρόλο της αστυνομίας και τον ασφυκτικό έλεγχο προς τους πολίτες. Γιατί αυτά τα καθεστώτα έχουν την επιτακτική ανάγκη να ασκούν έλεγχο σε κάτι τόσο ιδιωτικό, όπως είναι η σεξουαλικότητα; Πρέπει να συζητηθεί ανοιχτά αυτό το ερώτημα. Και φυσικά, αν θέλουμε να έχουμε δημοκρατία, είναι αυτονόητο πως πρέπει υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική. Αυτή τη στιγμή το ουσιαστικό αίτημα για τους μουσουλμάνους είναι να διακηρύξουν ότι η θρησκεία δεν έχει καμιά απολύτως θέση στο κρεβάτι τους. Η θρησκεία είναι καλή για όποιον αισθάνεται ότι επιθυμεί να ασπάζεται ένα θρησκευτικό δόγμα. Αλλά κανένας θεσμός δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται σε ιδιωτικές περιοχές και να υποδεικνύει, να επιβάλλει ακόμη, πώς θα βιώσει ένας άνθρωπος τη σεξουαλικότητά του».
Σύμφωνα με την εμπειρία σας, οι μουσουλμανικές οικογένειες που ζουν στη Δύση τηρούν τα σεξουαλικά ήθη των χωρών καταγωγής τους;
«Οι περισσότεροι μετανάστες όταν έρχονται τείνουν να γίνονται πιο ανοιχτοί, είναι δεκτικοί στο νέο τρόπο ζωής. Ωστόσο, μια μεγάλη μερίδα τους εξακολουθεί να ζει σε κλειστές κοινωνίες. Εχουμε, λοιπόν, δύο παράλληλους κόσμους - τη μεγαλύτερη ομάδα μουσουλμάνων που επιλέγει τις δυτικές συνήθειες, αλλά και μια ευρεία ομάδα ανθρώπων που ζουν με την ιδέα ότι έχουν χρέος να είναι διαφορετικοί από τους δυτικούς που τους περιβάλλουν. Εχουν αποφασίσει ότι είναι εναντίον των δυτικών αξιών. Ορισμένοι, μάλιστα, αρνούνται στα κορίτσια τους κάποια από τα προνόμια της εκπαίδευσης, τους απαγορεύουν να συναναστρέφονται αγόρια, υπάρχουν και οικογένειες που θεωρούν ότι ο γιος τους μπορεί να σκοτώσει την αδελφή του για λόγους τιμής. Ξέρετε, παίρνω πολλά ηλεκτρονικά μηνύματα από γυναίκες τουρκικής καταγωγής που ζουν εδώ, στη Γερμανία, και λένε ότι αισθάνονται ευγνωμοσύνη και ανακούφιση για το βιβλίο, λένε ότι πνίγονται και ότι θέλουν πια να συζητήσουμε ανοιχτά. Αυτό επείγει, να μιλήσουμε ανοιχτά, χωρίς φόβο».
Τι τις εμποδίζει να το κάνουν, εφόσον ζουν σε μια φιλελεύθερη κοινωνία;
«Δεν είναι απλό, γιατί και εδώ έχουμε πολύ συντηρητικά στοιχεία, ανθρώπους οι οποίοι διαθέτουν μάλιστα μεγάλη δύναμη. Εχουν ισχυρές οργανώσεις με πολλά χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Μπορεί να μην εκφράζουν την πλειοψηφία και να αποτελούν μια μικρή αναλογικά μερίδα των μουσουλμάνων, ωστόσο συγκροτούν την ομάδα με τη μεγαλύτερη ισχύ και μάλιστα πρόκειται για πρόσωπα που δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν βία εναντίον ανθρώπων σαν εμένα, για παράδειγμα».
Λέτε, δηλαδή, ότι μια μουσουλμάνα που ζει στη Γερμανία δεν αισθάνεται απαραιτήτως απολύτως ελεύθερη;
«Ξέρετε, η ιστορία με τη μαντίλα συνιστά πολύ καλό παράδειγμα. Η μαντίλα αρχίζει να εμφανίζεται συστηματικά στη Δύση με την επανάσταση στο Ιράν. Στις ισλαμικές χώρες η χρήση της διαδόθηκε ως μέρος ενός πολιτικού κινήματος και έτσι έφτασε έως την Ευρώπη. Πριν από δέκα χρόνια έδωσα την πρώτη δημόσια ομιλία μου για τη μαντίλα· έλεγα, τότε, ότι αν παραμείνουμε αμέτοχοι παρατηρητές του φαινομένου, αν δεν ανοίξουμε αμέσως συζήτηση γύρω από τη σημασία της μαντίλας, σε λίγα χρόνια θα δούμε να τη φορούν μικρά κορίτσια, θα δούμε γυναίκες με τσαντόρ - το οποίο σκεπάζει ολόκληρο το σώμα. "Είσαι παρανοϊκή", μου απαντούσαν, "δεν υπάρχει περίπτωση να συμβούν εδώ τέτοια πράγματα, είμαστε μια ελεύθερη χώρα".
Η μαντίλα πάντα ήταν και παραμένει ισχυρό πολιτικό σύμβολο, ένα σύμβολο διακρίσεων κατά των γυναικών. Ας κοιτάξουμε τους λόγους για τους οποίους μια γυναίκα τη φοράει - το επιχείρημα είναι ότι αν τα μαλλιά των γυναικών είναι ελεύθερα, οι άνδρες δεν μπορούν να συγκεντρωθούν στα θρησκευτικά καθήκοντά τους. Εννοούν ότι οι άνδρες δεν μπορούν να συγκρατηθούν βλέποντας μια γυναίκα. Μεγάλωσα σε μουσουλμανική οικογένεια, σε κοινότητα μουσουλμάνων. Μια γυναίκα που έχει τη δική μου πείρα ξέρει από πρώτο χέρι ότι οι μουσουλμάνοι συνήθως θεωρούν ότι μια γυναίκα που φοράει τη μαντίλα είναι πιο ηθική από μια γυναίκα που κυκλοφορεί με τα μαλλιά της ελεύθερα. Και κάτι ακόμη - φορώντας μαντίλα σε ένα παιδί πέντε ετών, αυτομάτως το σημαδεύεις ώς δυνητικό σεξουαλικό αντικείμενο. Η εικόνα, που σήμερα βλέπουμε στους δρόμους της χώρας, είναι αυτή ακριβώς που περιέγραφα στις αρχές της δεκαετίς του '90 - παιδιά πέντε, έξι και επτά ετών με μαντίλες στα κεφάλια. Εδώ, στην καρδιά της Ευρώπης. Αν αυτό δεν είναι σημάδι οπισθοδρόμησης, τι άλλο περιμένουμε;».
Νωρίτερα είπατε ότι ορισμένες οικογένειες αρνούνται στις κόρες τους κάποια από τα προνόμια της εκπαίδευσης. Ποια είναι αυτά;
«Πολλά κορίτσια δεν παίρνουν μέρος στα μαθήματα κολύμβησης γιατί οι γονείς τους δεν τους επιτρέπουν να φορέσουν μαγιό. Και οι καθηγητές θεωρούν ότι επιτρέποντάς τους να στερούν από τα παιδιά τους το μάθημα, δείχνουν ανοχή, αποφεύγουν να προσβάλουν τις θρησκευτικές ευαισθησίες των γονιών. Υπάρχουν ορισμένοι γονείς που δεν αφήνουν τις κόρες τους να παρακολουθήσουν το μάθημα της Βιολογίας, που είναι υποχρεωτικό. Αυτό είναι παράνομο. Παρ' όλ' αυτά, οι καθηγητές συχνά το ανέχονται γιατί δεν θέλουν να δημιουργήσουν εντάσεις».
Η άρνηση μιας μερίδας μεταναστών να προσαρμοστούν στα ήθη της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέρος, δεν οφείλεται ενδεχομένως και στις ρατσιστικές διακρίσεις εναντίον τους;
«Μερικές φορές είναι ο ρατσισμός που τους περιθωριοποιεί, άλλοτε συντηρητικοποιούνται στην προσπάθεια να οικοδομήσουν ταυτότητα. Δεν πάνε πολλές δεκαετίες που η Γερμανία ζητούσε εργατικά χέρια, αλλά αντιμετώπιζε τους μετανάστες σαν μηχανές που θα τις πετούσε όταν θα ολοκλήρωναν την εργασία που τους ανατέθηκε. Δεν συνειδητοποιούσαν πως είχαν να κάνουν με ανθρώπους που επιθυμούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους. Σήμερα, γίνονται σοβαρές προσπάθειες και έχουμε τρόπους για να βοηθάμε την ενσωμάτωση των μεταναστών στη γερμανική κοινωνία, αλλά τότε όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τους θυμίζουν ότι είναι διαφορετικοί και γι' αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Ποτέ δεν θέλησαν να τους κρατήσουν εδώ, γι' αυτό δεν ενδιαφέρθηκαν για την ομαλή ένταξή τους στη γερμανική κοινωνία - αυτό θα σήμαινε να τους βοηθήσουν να λύσουν τα δικά τους, εσωτερικά προβλήματα διακρίσεων και καταπίεσης των γυναικών. Ετσι, η δεύτερη γενιά μεγάλωνε με την ιδέα ότι υπάρχει μια άλλη πατρίδα, στην οποία πρέπει να επιστρέψουν, και ότι οι Γερμανοί ποτέ δεν θα τους αποδέχονταν. Στην πραγματικότητα, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ανάγκη ενωμάτωσης ξεκίνησε με την 11/9 του 2001. Τότε όλα άλλαξαν παντού στην Ευρώπη. Εκτοτε οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνειδητοποίησαν ότι «α, έχουμε κι εμείς μουσουλμάνους· πώς χειριζόμαστε την κατάσταση;». Και άρχισαν, πια, να βλέπουν την ανάγκη να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν πολιτικές ενσωμάτωσης».
Info: Seyran Ates «Der Islam braucht eine sexuelle Revolution», Ullstein
«Η σιωπή μας τρέφει την άκρα δεξιά»
«Ο δυτικός κόσμος οφείλει να παρέχει το βήμα και τις ευκαιρίες για να διεξαχθεί ελεύθερα, χωρίς φόβο, η συζήτηση για τη σεξουαλική απελευθέρωση των μουσουλμάνων. Πρέπει να ανοίξει δημόσιος διάλογος μέσα από την τηλεόραση και τις εφημερίδες και στο Διαδίκτυο. Στις ισλαμικές χώρες δεν υπάρχει ελευθερία του λόγου, εκεί δεν μπορούν οι γυναίκες να μιλήσουν ανοιχτά όπως κάνουμε εμείς τώρα. Ομως, οι δικές μας συζητήσεις στη Δύση θα φτάσουν και στον ισλαμικό κόσμο, θα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους, θα τους ενισχύσουν. Ξέρω, βέβαια, πόσο εύκολο είναι να φορτωθεί κάποιος την ταμπέλα του ρατσιστή -ειδικά στη Γερμανία- αλλά καιρός είναι να συμφωνήσουμε ότι δεν θα αποκαλούμε ρατσιστή όποιον ασκεί κριτική σε συγκεκριμένες πτυχές του Ισλάμ που σχετίζονται με οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί αυτό, στην πράξη, βοηθάει τους αληθινούς ρατσιστές, αφήνει χώρο στην άκρα δεξιά. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από το να μένουμε σιωπηλοί από φόβο μήπως μας πουν ρατσιστές. Το να παραμένουμε σιωπηλοί ενώ δίπλα μας συμβαίνει μια αδικία, όταν δίπλα μας υποφέρει ένας άνθρωπος, είναι το μεγαλύτερο σφάλμα που μπορούμε να διαπράξουμε».
«Οι επιθυμίες δεν έχουν σημασία»
Είναι αλήθεια ότι θέλατε να δώσετε στο βιβλίο σας τον τίτλο «Θα γαμάω όποιον θέλω»;
«Ναι, γιατί ήταν τα τελευταία λόγια που είπε μια κοπέλα πριν δολοφονηθεί. Η Χατούν Σουρουκτσού. Τη δολοφόνησε ο αδελφός της, ο οποίος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο, είπε: «Μου είπε "Θα γαμάω όποιον θέλω" και τη σκότωσα». Ξέρετε, θα μείνει στη φυλακή μόνο εννέα χρόνια. Ηταν δεκαεννέα ετών όταν διέπραξε το φόνο, ο μικρότερος ανάμεσα στους τρεις γιους της οικογένειας. Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να το αποδείξει, αλλά πολλοί πιστεύουμε ότι ανέθεσαν στον μικρότερο να σκοτώσει τη Χατούν γιατί η ποινή του δεν θα μπορούσε να ξεπερνάει τα δέκα χρόνια, όπως προβλέπει η γερμανική νομοθεσία για πρόσωπα έως 21 ετών».
Δεν είναι, όμως, σπάνια τα εγκλήματα τιμής στη Γερμανία;
«Κατά μέσο όρο διαπράττονται δέκα εγκλήματα τιμής το χρόνο - δέκα που ξέρουμε ότι διαπράχθηκαν για λόγους τιμής... Δεν είναι λίγες δέκα δολοφονίες. Επίσης, αν δέκα σκοτώνονται, σκεφτείτε πόσα κορίτσια υποτάσσονται στη μοίρα που τους επιβάλλουν, για να μη χάσουν τη ζωή τους. Ξέρετε, οι γυναίκες στο Ισλάμ ανατρέφονται με την κουλτούρα της φυλής, δεν μαθαίνουν την έννοια της ατομικότητας. Μεγαλώνουν με την ιδέα ότι πάνω απ' όλα είναι μέλη της Ούμα, της κοινότητας των πιστών. Μαθαίνουν ότι δεν έχει σημασία τι επιθυμεί μια νεαρή γυναίκα ως ξεχωριστό πρόσωπο, αλλά τι επιθυμεί η ομάδα στην οποία ανήκει. Δεν πρέπει μια γυναίκα να ντροπιάσει την ομάδα, την οικογένεια. Είναι μια κουλτούρα ντροπής η ισλαμική, όπως η καθολική είναι μια κουλτούρα ενοχής. Οι διαφορές αυτές είναι κάτι που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να κατανοήσουμε τα γεγονότα. Ενας μουσουλμάνος ζει πρώτα για την οικογένειά του, δεν κάνει επιλογές με βάση τις δικές του ανάγκες και
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ katoiko@enet.gr
Οι μουσουλμάνοι πρέπει να διακηρύξουν ότι η θρησκεία δεν έχει καμία θέση στο κρεβάτι τους, λέει η Σεϊράν Ατές, η Βερολινέζα δικηγόρος, συγγραφέας και ακτιβίστρια, η οποία στο τελευταίο βιβλίο της εξηγεί γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να προοδεύσει ή να αξιώνει να θεωρείται δίκαιη, όταν απαγορεύει στα μέλη της να αυτοπροσδιορίζονται και να ζουν ελεύθερα
«Ναι, μάλλον είμαι γενναία», παραδέχεται η Ατές, όταν παρατηρώ ότι με δεδομένο το παρελθόν της πρέπει να χρειάστηκε πολύ κουράγιο για να αποφασίσει να εκδώσει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Το Ισλάμ χρειάζεται μια σεξουαλική επανάσταση». Δεν πάνε ούτε τρία χρόνια που η 46χρονη δικηγόρος αναγκάστηκε να κλείσει το γραφείο της, όταν δέχτηκε επίθεση και σοβαρές απειλές κατά της ζωής της από τον εν διάστασει σύζυγο μιας πελάτισσάς της. Η Ατές, η οποία ειδικεύεται στο οικογενειακό και ποινικό δίκαιο, είναι διάσημη στη χώρα της για τους αγώνες που δίνει εδώ και χρόνια υπέρ των δικαιωμάτων των μουσουλμάνων γυναικών στη Γερμανία. «Αλλά δεν είμαι και τόσο γενναία όσο ήμουν νεότερη. Τώρα, άλλωστε, έχω ένα παιδί», λέει η Ατές, η οποία είναι ανύπαντρη μητέρα μιας κόρης. Νεότερη, είναι αλήθεια, δεν τρόμαζε εύκολα. Ηταν 21 ετών, φοιτήτρια ακόμη, όταν από θαύμα βγήκε βαριά τραυματισμένη, αλλά ζωντανή, από μια δολοφονική επίθεση που στοίχισε τη ζωή σε μια συνάδελφό της - οι δύο κοπέλες εργάζονταν σε ένα συμβουλευτικό κέντρο για γυναίκες από την Τουρκία που είχαν πέσει θύματα κακοποίησης.
Και τώρα μιλάει για σεξουαλική επανάσταση - θεωρεί ότι είναι τώρα η σωστή στιγμή; «Απολύτως. Γιατί υπάρχει στο Ισλάμ ένα φυλετικό απαρτχάιντ που καταστρέφει τον πολιτισμό, τη θρησκεία και τις σχέσεις ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες», απαντάει, πριν σπεύσει να ξεκαθαρίσει ότι «δεν θέλω να γενικεύω, εννοείται ότι δεν είναι όλοι οι μουσουλμάνοι ίδιοι, αυτό θέλω να το τονίσω», επιμένει η -μουσουλμάνα άλλωστε- Βερολινέζα δικηγόρος. «Και τώρα που το ξεκαθαρίσαμε, ας μιλήσουμε».
Οταν λέτε ότι ο ισλαμικός κόσμος πρέπει να ζήσει μια σεξουαλική επανάσταση, μιλάτε για τις μουσουλμανικές χώρες ή και για τις κοινότητες των μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο;
«Μιλάω για τις ισλαμικές χώρες αλλά και για τις κοινότητες των μουσουλμάνων στη Δύση. Γιατί στο δυτικό κόσμο υπάρχουν κάποιες κοινότητες που λειτουργούν σαν ισλαμικά κράτη. Από την άλλη, πολλοί προοδευτικοί άνθρωποι σε ισλαμικές χώρες ζουν όπως επιλέγουν, αλλά αναγκάζονται να ζουν έτσι στα κρυφά, διατηρώντας άλλο δημόσιο πρόσωπο. Γιατί οι συντηρητικοί, ορθόδοξοι μουσουλμάνοι δεν ανέχονται εκείνους τους ομόθρησκούς τους που θέλουν να ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη έκφραση και να ζουν σαν ελεύθεροι άνθρωποι».
Γιατί όμως θεωρείτε ότι ο εκδημοκρατισμός του ισλαμικού κόσμου πρέπει να ξεκινήσει από μια σεξουαλική επανάσταση;
«Θα σας εξηγήσω: Οταν με ρωτάνε αν το Ισλάμ είναι συμβατό με τη δημοκρατία ή αν το Ισλάμ μπορεί να μεταρρυθμιστεί, απαντώ: Παρακαλώ, διαβάστε τον Βίλχελμ Ράιχ - όσα γράφει για τον χριστιανισμό και τη Σοβιετική Ενωση ταιριάζουν απολύτως και στο Ισλάμ, όπου τα πάντα είναι θέμα θρησκείας και κουλτούρας. Ο Ράιχ, θα μου πείτε, έγραφε σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ναι, έκτοτε οι καιροί έχουν αλλάξει και η Δύση εξελίχθηκε, αλλά ο μουσουλμανικός κόσμος δεν εξελίχθηκε. Υπήρξε μια εποχή, κατά τον 14ο αιώνα, που η ισλαμική διανόηση είχε στις τάξεις της πολύ προοδευτικά πνεύματα. Ομως, υπήρξε έντονη σύγκρουση και υπερίσχυσαν οι συντηρητικοί, οι οποίοι πίστευαν ότι όλα τα κάνει ο Θεός, οπότε έβαλαν φρένο σε κάθε κίνηση προόδου και αμφισβήτησης. Δίδασκαν πως ό,τι είναι γραμμένο στο Κοράνι είναι νόμος και οι πιστοί πρέπει να ζουν κάθε μέρα με το Κοράνι οδηγό τους. Γι' αυτό σταμάτησε να προοδεύει ο ισλαμικός κόσμος».
Ποια θα ήταν τα χαρακτηριστικά μιας σεξουαλικής επανάστασης στον ισλαμικό κόσμο;
«Τη φαντάζομαι με τα χαρακτηριστικά που ήδη έχει. Με μια έννοια, ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη μια σεξουαλική επανάσταση. Σε χώρες όπως το Ιράν, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, η Ινδονησία θα βρείτε ανθρώπους πουν ζουν όπως ζούμε στη Δύση - κάνουν σεξ εκτός γάμου, αδιαφορούν για την παρθενία κ.λπ. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν κρυφά. Εγώ λέω ότι πρέπει να μιλήσουμε για την πραγματικότητα και να μιλήσουμε για τις ηθικές επιταγές στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών, για τους θρησκευτικούς κανόνες αλλά και για τον ρόλο της αστυνομίας και τον ασφυκτικό έλεγχο προς τους πολίτες. Γιατί αυτά τα καθεστώτα έχουν την επιτακτική ανάγκη να ασκούν έλεγχο σε κάτι τόσο ιδιωτικό, όπως είναι η σεξουαλικότητα; Πρέπει να συζητηθεί ανοιχτά αυτό το ερώτημα. Και φυσικά, αν θέλουμε να έχουμε δημοκρατία, είναι αυτονόητο πως πρέπει υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική. Αυτή τη στιγμή το ουσιαστικό αίτημα για τους μουσουλμάνους είναι να διακηρύξουν ότι η θρησκεία δεν έχει καμιά απολύτως θέση στο κρεβάτι τους. Η θρησκεία είναι καλή για όποιον αισθάνεται ότι επιθυμεί να ασπάζεται ένα θρησκευτικό δόγμα. Αλλά κανένας θεσμός δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται σε ιδιωτικές περιοχές και να υποδεικνύει, να επιβάλλει ακόμη, πώς θα βιώσει ένας άνθρωπος τη σεξουαλικότητά του».
Σύμφωνα με την εμπειρία σας, οι μουσουλμανικές οικογένειες που ζουν στη Δύση τηρούν τα σεξουαλικά ήθη των χωρών καταγωγής τους;
«Οι περισσότεροι μετανάστες όταν έρχονται τείνουν να γίνονται πιο ανοιχτοί, είναι δεκτικοί στο νέο τρόπο ζωής. Ωστόσο, μια μεγάλη μερίδα τους εξακολουθεί να ζει σε κλειστές κοινωνίες. Εχουμε, λοιπόν, δύο παράλληλους κόσμους - τη μεγαλύτερη ομάδα μουσουλμάνων που επιλέγει τις δυτικές συνήθειες, αλλά και μια ευρεία ομάδα ανθρώπων που ζουν με την ιδέα ότι έχουν χρέος να είναι διαφορετικοί από τους δυτικούς που τους περιβάλλουν. Εχουν αποφασίσει ότι είναι εναντίον των δυτικών αξιών. Ορισμένοι, μάλιστα, αρνούνται στα κορίτσια τους κάποια από τα προνόμια της εκπαίδευσης, τους απαγορεύουν να συναναστρέφονται αγόρια, υπάρχουν και οικογένειες που θεωρούν ότι ο γιος τους μπορεί να σκοτώσει την αδελφή του για λόγους τιμής. Ξέρετε, παίρνω πολλά ηλεκτρονικά μηνύματα από γυναίκες τουρκικής καταγωγής που ζουν εδώ, στη Γερμανία, και λένε ότι αισθάνονται ευγνωμοσύνη και ανακούφιση για το βιβλίο, λένε ότι πνίγονται και ότι θέλουν πια να συζητήσουμε ανοιχτά. Αυτό επείγει, να μιλήσουμε ανοιχτά, χωρίς φόβο».
Τι τις εμποδίζει να το κάνουν, εφόσον ζουν σε μια φιλελεύθερη κοινωνία;
«Δεν είναι απλό, γιατί και εδώ έχουμε πολύ συντηρητικά στοιχεία, ανθρώπους οι οποίοι διαθέτουν μάλιστα μεγάλη δύναμη. Εχουν ισχυρές οργανώσεις με πολλά χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Μπορεί να μην εκφράζουν την πλειοψηφία και να αποτελούν μια μικρή αναλογικά μερίδα των μουσουλμάνων, ωστόσο συγκροτούν την ομάδα με τη μεγαλύτερη ισχύ και μάλιστα πρόκειται για πρόσωπα που δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν βία εναντίον ανθρώπων σαν εμένα, για παράδειγμα».
Λέτε, δηλαδή, ότι μια μουσουλμάνα που ζει στη Γερμανία δεν αισθάνεται απαραιτήτως απολύτως ελεύθερη;
«Ξέρετε, η ιστορία με τη μαντίλα συνιστά πολύ καλό παράδειγμα. Η μαντίλα αρχίζει να εμφανίζεται συστηματικά στη Δύση με την επανάσταση στο Ιράν. Στις ισλαμικές χώρες η χρήση της διαδόθηκε ως μέρος ενός πολιτικού κινήματος και έτσι έφτασε έως την Ευρώπη. Πριν από δέκα χρόνια έδωσα την πρώτη δημόσια ομιλία μου για τη μαντίλα· έλεγα, τότε, ότι αν παραμείνουμε αμέτοχοι παρατηρητές του φαινομένου, αν δεν ανοίξουμε αμέσως συζήτηση γύρω από τη σημασία της μαντίλας, σε λίγα χρόνια θα δούμε να τη φορούν μικρά κορίτσια, θα δούμε γυναίκες με τσαντόρ - το οποίο σκεπάζει ολόκληρο το σώμα. "Είσαι παρανοϊκή", μου απαντούσαν, "δεν υπάρχει περίπτωση να συμβούν εδώ τέτοια πράγματα, είμαστε μια ελεύθερη χώρα".
Η μαντίλα πάντα ήταν και παραμένει ισχυρό πολιτικό σύμβολο, ένα σύμβολο διακρίσεων κατά των γυναικών. Ας κοιτάξουμε τους λόγους για τους οποίους μια γυναίκα τη φοράει - το επιχείρημα είναι ότι αν τα μαλλιά των γυναικών είναι ελεύθερα, οι άνδρες δεν μπορούν να συγκεντρωθούν στα θρησκευτικά καθήκοντά τους. Εννοούν ότι οι άνδρες δεν μπορούν να συγκρατηθούν βλέποντας μια γυναίκα. Μεγάλωσα σε μουσουλμανική οικογένεια, σε κοινότητα μουσουλμάνων. Μια γυναίκα που έχει τη δική μου πείρα ξέρει από πρώτο χέρι ότι οι μουσουλμάνοι συνήθως θεωρούν ότι μια γυναίκα που φοράει τη μαντίλα είναι πιο ηθική από μια γυναίκα που κυκλοφορεί με τα μαλλιά της ελεύθερα. Και κάτι ακόμη - φορώντας μαντίλα σε ένα παιδί πέντε ετών, αυτομάτως το σημαδεύεις ώς δυνητικό σεξουαλικό αντικείμενο. Η εικόνα, που σήμερα βλέπουμε στους δρόμους της χώρας, είναι αυτή ακριβώς που περιέγραφα στις αρχές της δεκαετίς του '90 - παιδιά πέντε, έξι και επτά ετών με μαντίλες στα κεφάλια. Εδώ, στην καρδιά της Ευρώπης. Αν αυτό δεν είναι σημάδι οπισθοδρόμησης, τι άλλο περιμένουμε;».
Νωρίτερα είπατε ότι ορισμένες οικογένειες αρνούνται στις κόρες τους κάποια από τα προνόμια της εκπαίδευσης. Ποια είναι αυτά;
«Πολλά κορίτσια δεν παίρνουν μέρος στα μαθήματα κολύμβησης γιατί οι γονείς τους δεν τους επιτρέπουν να φορέσουν μαγιό. Και οι καθηγητές θεωρούν ότι επιτρέποντάς τους να στερούν από τα παιδιά τους το μάθημα, δείχνουν ανοχή, αποφεύγουν να προσβάλουν τις θρησκευτικές ευαισθησίες των γονιών. Υπάρχουν ορισμένοι γονείς που δεν αφήνουν τις κόρες τους να παρακολουθήσουν το μάθημα της Βιολογίας, που είναι υποχρεωτικό. Αυτό είναι παράνομο. Παρ' όλ' αυτά, οι καθηγητές συχνά το ανέχονται γιατί δεν θέλουν να δημιουργήσουν εντάσεις».
Η άρνηση μιας μερίδας μεταναστών να προσαρμοστούν στα ήθη της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέρος, δεν οφείλεται ενδεχομένως και στις ρατσιστικές διακρίσεις εναντίον τους;
«Μερικές φορές είναι ο ρατσισμός που τους περιθωριοποιεί, άλλοτε συντηρητικοποιούνται στην προσπάθεια να οικοδομήσουν ταυτότητα. Δεν πάνε πολλές δεκαετίες που η Γερμανία ζητούσε εργατικά χέρια, αλλά αντιμετώπιζε τους μετανάστες σαν μηχανές που θα τις πετούσε όταν θα ολοκλήρωναν την εργασία που τους ανατέθηκε. Δεν συνειδητοποιούσαν πως είχαν να κάνουν με ανθρώπους που επιθυμούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους. Σήμερα, γίνονται σοβαρές προσπάθειες και έχουμε τρόπους για να βοηθάμε την ενσωμάτωση των μεταναστών στη γερμανική κοινωνία, αλλά τότε όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τους θυμίζουν ότι είναι διαφορετικοί και γι' αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Ποτέ δεν θέλησαν να τους κρατήσουν εδώ, γι' αυτό δεν ενδιαφέρθηκαν για την ομαλή ένταξή τους στη γερμανική κοινωνία - αυτό θα σήμαινε να τους βοηθήσουν να λύσουν τα δικά τους, εσωτερικά προβλήματα διακρίσεων και καταπίεσης των γυναικών. Ετσι, η δεύτερη γενιά μεγάλωνε με την ιδέα ότι υπάρχει μια άλλη πατρίδα, στην οποία πρέπει να επιστρέψουν, και ότι οι Γερμανοί ποτέ δεν θα τους αποδέχονταν. Στην πραγματικότητα, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ανάγκη ενωμάτωσης ξεκίνησε με την 11/9 του 2001. Τότε όλα άλλαξαν παντού στην Ευρώπη. Εκτοτε οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνειδητοποίησαν ότι «α, έχουμε κι εμείς μουσουλμάνους· πώς χειριζόμαστε την κατάσταση;». Και άρχισαν, πια, να βλέπουν την ανάγκη να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν πολιτικές ενσωμάτωσης».
Info: Seyran Ates «Der Islam braucht eine sexuelle Revolution», Ullstein
«Η σιωπή μας τρέφει την άκρα δεξιά»
«Ο δυτικός κόσμος οφείλει να παρέχει το βήμα και τις ευκαιρίες για να διεξαχθεί ελεύθερα, χωρίς φόβο, η συζήτηση για τη σεξουαλική απελευθέρωση των μουσουλμάνων. Πρέπει να ανοίξει δημόσιος διάλογος μέσα από την τηλεόραση και τις εφημερίδες και στο Διαδίκτυο. Στις ισλαμικές χώρες δεν υπάρχει ελευθερία του λόγου, εκεί δεν μπορούν οι γυναίκες να μιλήσουν ανοιχτά όπως κάνουμε εμείς τώρα. Ομως, οι δικές μας συζητήσεις στη Δύση θα φτάσουν και στον ισλαμικό κόσμο, θα ενθαρρύνουν τους ανθρώπους, θα τους ενισχύσουν. Ξέρω, βέβαια, πόσο εύκολο είναι να φορτωθεί κάποιος την ταμπέλα του ρατσιστή -ειδικά στη Γερμανία- αλλά καιρός είναι να συμφωνήσουμε ότι δεν θα αποκαλούμε ρατσιστή όποιον ασκεί κριτική σε συγκεκριμένες πτυχές του Ισλάμ που σχετίζονται με οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί αυτό, στην πράξη, βοηθάει τους αληθινούς ρατσιστές, αφήνει χώρο στην άκρα δεξιά. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από το να μένουμε σιωπηλοί από φόβο μήπως μας πουν ρατσιστές. Το να παραμένουμε σιωπηλοί ενώ δίπλα μας συμβαίνει μια αδικία, όταν δίπλα μας υποφέρει ένας άνθρωπος, είναι το μεγαλύτερο σφάλμα που μπορούμε να διαπράξουμε».
«Οι επιθυμίες δεν έχουν σημασία»
Είναι αλήθεια ότι θέλατε να δώσετε στο βιβλίο σας τον τίτλο «Θα γαμάω όποιον θέλω»;
«Ναι, γιατί ήταν τα τελευταία λόγια που είπε μια κοπέλα πριν δολοφονηθεί. Η Χατούν Σουρουκτσού. Τη δολοφόνησε ο αδελφός της, ο οποίος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο, είπε: «Μου είπε "Θα γαμάω όποιον θέλω" και τη σκότωσα». Ξέρετε, θα μείνει στη φυλακή μόνο εννέα χρόνια. Ηταν δεκαεννέα ετών όταν διέπραξε το φόνο, ο μικρότερος ανάμεσα στους τρεις γιους της οικογένειας. Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να το αποδείξει, αλλά πολλοί πιστεύουμε ότι ανέθεσαν στον μικρότερο να σκοτώσει τη Χατούν γιατί η ποινή του δεν θα μπορούσε να ξεπερνάει τα δέκα χρόνια, όπως προβλέπει η γερμανική νομοθεσία για πρόσωπα έως 21 ετών».
Δεν είναι, όμως, σπάνια τα εγκλήματα τιμής στη Γερμανία;
«Κατά μέσο όρο διαπράττονται δέκα εγκλήματα τιμής το χρόνο - δέκα που ξέρουμε ότι διαπράχθηκαν για λόγους τιμής... Δεν είναι λίγες δέκα δολοφονίες. Επίσης, αν δέκα σκοτώνονται, σκεφτείτε πόσα κορίτσια υποτάσσονται στη μοίρα που τους επιβάλλουν, για να μη χάσουν τη ζωή τους. Ξέρετε, οι γυναίκες στο Ισλάμ ανατρέφονται με την κουλτούρα της φυλής, δεν μαθαίνουν την έννοια της ατομικότητας. Μεγαλώνουν με την ιδέα ότι πάνω απ' όλα είναι μέλη της Ούμα, της κοινότητας των πιστών. Μαθαίνουν ότι δεν έχει σημασία τι επιθυμεί μια νεαρή γυναίκα ως ξεχωριστό πρόσωπο, αλλά τι επιθυμεί η ομάδα στην οποία ανήκει. Δεν πρέπει μια γυναίκα να ντροπιάσει την ομάδα, την οικογένεια. Είναι μια κουλτούρα ντροπής η ισλαμική, όπως η καθολική είναι μια κουλτούρα ενοχής. Οι διαφορές αυτές είναι κάτι που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να κατανοήσουμε τα γεγονότα. Ενας μουσουλμάνος ζει πρώτα για την οικογένειά του, δεν κάνει επιλογές με βάση τις δικές του ανάγκες και
Η κατσίκα στο Περού και το τέλος του κόσμου...
Σε αυτή τη χώρα, τελικά, δεν είμαστε να ακούσουμε για επιδημίες, αρρώστιες και τα συναφή. Κάνουμε λες και θα μας χτυπήσουν όλες οι πληγές του Φαραώ, ο τυφώνας Κατρίνα, ο Γκοντζίλλα και το τσουνάμι που κατάπιε τη Νέα Υόρκη στο "The day after tomorrow..."
Τι μαζοχισμός είναι αυτός πια; Τι υστερική προδιάθεση;
Σε κάθε παρόμοια περίπτωση, τρία είναι τα δεινά που κάνουν αυτομάτως την εμφάνισή τους στη χώρα μας: η Υπερβολή, ο Τρόμος και η Βλακεία.
Κεφάλαιο Πρώτο: η Υπερβολή.
Φτερνίζεται μία κατσίκα στη Λίμα του Περού. Στα επόμενα πέντε λεπτά, οι τρομολάγνοι, έλληνες δημοσιοκάφροι έχουν εμφανιστεί στα έκτακτα δελτία, κάνοντας την τρίχα, τριχιά. Και αρχίζουν οι εμπεριστατωμένες αναλύσεις - στατιστικές - προβλέψεις: "Νέος φονικός ιός σαρώνει τη Νότια Αμερική! Θορυβημένη η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί τις εξελίξεις!" Εν τω μεταξύ, η θορυβημένη επιστημονική κοινότητα αποτελείται από τον Φικιώρη - τον γνωστό τηλεσάχλα που πουλάει κλύσματα με όζον, δυο-τρεις βαρεμένους φυσικοουφοαναλυτές που ξημεροβραδιάζονται στον Χαρδαβέλλα και τη σάπια τύπισσα που βγαίνει στις διαφημίσεις της Medi-Πρίνου, οι οποίοι σπεύδουν στα τηλεπαράθυρα να πούνε την επιστημονική αρλούμπα τους...
Αν η κατσίκα στο Περού δεν ξαναφτερνιστεί, τα δελτία κάνουν γαργάρα την άκυρη είδηση και περιμένουν την επόμενη έκκριση οικόσιτου ζώου για να ξανασπείρουν τον πανικό. Στην περίπτωση, όμως, που αρρωστήσει και ο βοσκός της κατσίκας, τότε το όνειρο κάθε καναλάρχη γίνεται πραγματικότητα: το τέλος του κόσμου πλησιάζει, όλοι θα πεθάνουμε φριχτά και ο μόνος που θα επιζήσει θα είναι ο Γουίλ Σμιθ που θα περιφέρεται στις άδειες πόλεις πιάνοντας κουβέντα με τις κούκλες στις βιτρίνες...
Και αν, μάλιστα, πεθάνει και κάποιος, τότε η υστερία δεν έχει τελειωμό! Το πρωί ο νεκρός είναι ένας και μέχρι να φτάσει το βράδυ, από στόμα σε στόμα και διά της μεθόδου του παραφουσκώματος, οι νεκροί έχουν γίνει 1.234!
Όσο περνά ο καιρός και ο ιός εξαπλώνεται, το ίδιο εξαπλώνεται και η καταστροφολογία των τηλεπαραθύρων, ενώ οι δημοσιοκάφροι έχουν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν άκατο για τη διαφυγή σε άλλο πλανήτη. Φυσικά, οι προβλεπόμενες εκατόμβες δεν έχουν κάνει ακόμα την εμφάνισή τους, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς η Υπερβολή έχει ήδη φέρει το επόμενο στάδιο...
Κεφάλαιο Δεύτερο: ο Τρόμος.
Η τηλεόραση δεν απευθύνεται μόνο σε σκεπτόμενους, ψύχραιμους ανθρώπους με κοινή λογική... Απευθύνεται και σε όλους τους άλλους, που αποτελούν και το κύριο κοινό της: αγράμματες κυράτσες που βλέπουν ανελλιπώς Ναταλία Γερμανού και Star, γκάου που βλέπουν μόνο Πάνια και Extra, λιγούρια που βλέπουν μόνο Πετρούλα και αγράμματες γιαγιάδες που δεν βλέπουν, λόγω γλαυκώματος, αλλά ακούνε Ευαγγελάτο.
Η κυράτσα που θα δει τον δημοσιοκάφρο να χτυπιέται μπροστά στην οθόνη για το τέλος του κόσμου, θα τον πιστέψει... Διότι, απλούστατα, δεν έχει λόγο να μην τον πιστέψει... Οι φίλες της είναι όλες ηλίθιες που συχνάζουν σε κομμωτήρια, ο άντρας της πίνει μπίρες και βλέπει ποδόσφαιρο και, γενικώς, η μοναδική επαφή της με φυσιολογικό, σκεπτόμενο άνθρωπο, είναι όταν πληρώνει τις δόσεις της πιστωτικής στον ταμία της Τράπεζας.
Η αγράμματη κυράτσα, λοιπόν, θα αναλάβει να διαδώσει αβίαστα και χωρίς σκέψη, τον Τρόμο πανικόβλητη παντού -σε όλο το περιβάλλον της. Και, καθώς, το περιβάλλον της αποτελείται από αναλόγου νοημοσύνης και λογικής οντότητες -που με τη σειρά τους θα διαδώσουν τον Τρόμο αλλού- σύντομα έχουμε μία χώρα γεμάτη τρομοκρατημένους ηλίθιους! Και αυτό είναι το ξεκίνημα του τρίτου σταδίου...
Κεφάλαιο Τρίτο: η Βλακεία.
Οι τρομοκρατημένοι και πανικόβλητοι που έπεσαν θύματα της Υπερβολής και του Τρόμου, αρχίζουν τις σπασμωδικές κινήσεις... Μπορείς εύκολα να τους ξεχωρίσεις στο δρόμο, αφού περπατούν φορώντας χειρουργική μάσκα, γάντια, κράνος ανθρακωρύχου και πέντε Ambi-pur κρεμασμένα στο λαιμό! Και το χειρότερο είναι ότι πέρα από τις σπασμωδικές κινήσεις, αρχίζουν και τις απύθμενες Βλακείες...
Όποιος από αυτούς έχει ανοίξει μπλογκ, ξαφνικά μετατρέπεται στον Γκουρού της Γρίπης κι αρχίζει να δημοσιεύει ό,τι κουλαμάρα του έρχεται στο μυαλό: μαγικά γιατροσόφια με κρεμμύδια που απορροφούν τον ιό σαν τη σκούπα της Phillips, καταμέτρηση θανάτων από τη φονική γρίπη (ασχέτως αν οι μισοί θάνατοι είναι από 90χρονους που ήταν σε μηχανική υποστήριξη από το 1983), και διεστραμμένες θεωρίες συνομωσίας, όπου η γρίπη είναι κατασκευασμένη από τη Bayer, για να πουλήσει σαν εμβόλια όσα εντομοκτόνα της είχαν μείνει ή όπου οι Ανουνάκι από τον πλανήτη Νιμπίρου σκορπούν τον ιό με τα αόρατα αστρόπλοιά τους. Οι πιο επικίνδυνοι τη βλέπουν γιατροί και με ύφος χιλίων καρδιναλίων δίνουν και ιατρικές συμβουλές στους αναγνώστες τους, ασχέτως αν στην κανονική τους ζωή πουλάνε κάλτσες σε πάγκο της Ομόνοιας...
Άλλοι αρχίζουν να γεμίζουν τα ντουλάπια, τα ψυγεία και τις αποθήκες, με σκοπό να τη βγάλουν κλειδωμένοι στο υπόγειο, μέχρι να περάσει η γρίπη... Κλειδαμπαρώνονται, κόβουν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο και περιμένουν με την καραμπίνα πίσω από την πόρτα, μην τυχόν και μπει μέσα κανένας μολυσμένος! Είναι οι ίδιοι που την εποχή του Τσέρνομπιλ τρέχανε πανικόβλητοι να αγοράσουν γάλατα και χαρτιά υγείας λες και η ραδιενέργεια ήταν οστεοπόρωση ή διάρροια... Είναι οι ίδιοι που μετά την πτώση των Διδύμων Πύργων, καίγανε την αλληλογραφία τους και τους ταχυδρόμους, γιατί φοβόντουσαν "μην κολλήσουν άνθρακα" από το γράμμα της Κικίτσας από τον Τύρναβο... Είναι οι ίδιοι που σε κάθε εμφάνιση ιού, από τον Έμπολα μέχρι την ιλαρά, αντιδρούν το ίδιο ηλίθια, τραγελαφικά και ξεκαρδιστικά...
Νομίζετε ότι υπερβάλλω κι εγώ με τα παραπάνω, ε;
ΟΚ, μάρτυράς μου η ίδια η Ιστορία! Κάντε ένα απλό googling και θα διαπιστώσετε ότι τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε η άτυπη πνευμονία (ή Σαρς) όπου κοντέψαμε να αφανίσουμε κάθε Κινέζο στη χώρα. Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε ο εντεροϊός Κοξάκι... Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε η Νόσος των Τρελών Αγελάδων... Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε η Γρίπη των Πτηνών... Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκαν οι διοξίνες...
Και τώρα σκεφτείτε και καταγράψτε: πόσοι από τους συγγενείς, φίλους ή γνωστούς σας κόλλησαν έστω ένα από τα παραπάνω;
Καλά το φαντάστηκα! Υπερβολή, Τρόμος και Βλακεία!
Με τις υγείες σας!
http://peslac.pblogs.gr
Τι μαζοχισμός είναι αυτός πια; Τι υστερική προδιάθεση;
Σε κάθε παρόμοια περίπτωση, τρία είναι τα δεινά που κάνουν αυτομάτως την εμφάνισή τους στη χώρα μας: η Υπερβολή, ο Τρόμος και η Βλακεία.
Κεφάλαιο Πρώτο: η Υπερβολή.
Φτερνίζεται μία κατσίκα στη Λίμα του Περού. Στα επόμενα πέντε λεπτά, οι τρομολάγνοι, έλληνες δημοσιοκάφροι έχουν εμφανιστεί στα έκτακτα δελτία, κάνοντας την τρίχα, τριχιά. Και αρχίζουν οι εμπεριστατωμένες αναλύσεις - στατιστικές - προβλέψεις: "Νέος φονικός ιός σαρώνει τη Νότια Αμερική! Θορυβημένη η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί τις εξελίξεις!" Εν τω μεταξύ, η θορυβημένη επιστημονική κοινότητα αποτελείται από τον Φικιώρη - τον γνωστό τηλεσάχλα που πουλάει κλύσματα με όζον, δυο-τρεις βαρεμένους φυσικοουφοαναλυτές που ξημεροβραδιάζονται στον Χαρδαβέλλα και τη σάπια τύπισσα που βγαίνει στις διαφημίσεις της Medi-Πρίνου, οι οποίοι σπεύδουν στα τηλεπαράθυρα να πούνε την επιστημονική αρλούμπα τους...
Αν η κατσίκα στο Περού δεν ξαναφτερνιστεί, τα δελτία κάνουν γαργάρα την άκυρη είδηση και περιμένουν την επόμενη έκκριση οικόσιτου ζώου για να ξανασπείρουν τον πανικό. Στην περίπτωση, όμως, που αρρωστήσει και ο βοσκός της κατσίκας, τότε το όνειρο κάθε καναλάρχη γίνεται πραγματικότητα: το τέλος του κόσμου πλησιάζει, όλοι θα πεθάνουμε φριχτά και ο μόνος που θα επιζήσει θα είναι ο Γουίλ Σμιθ που θα περιφέρεται στις άδειες πόλεις πιάνοντας κουβέντα με τις κούκλες στις βιτρίνες...
Και αν, μάλιστα, πεθάνει και κάποιος, τότε η υστερία δεν έχει τελειωμό! Το πρωί ο νεκρός είναι ένας και μέχρι να φτάσει το βράδυ, από στόμα σε στόμα και διά της μεθόδου του παραφουσκώματος, οι νεκροί έχουν γίνει 1.234!
Όσο περνά ο καιρός και ο ιός εξαπλώνεται, το ίδιο εξαπλώνεται και η καταστροφολογία των τηλεπαραθύρων, ενώ οι δημοσιοκάφροι έχουν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν άκατο για τη διαφυγή σε άλλο πλανήτη. Φυσικά, οι προβλεπόμενες εκατόμβες δεν έχουν κάνει ακόμα την εμφάνισή τους, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς η Υπερβολή έχει ήδη φέρει το επόμενο στάδιο...
Κεφάλαιο Δεύτερο: ο Τρόμος.
Η τηλεόραση δεν απευθύνεται μόνο σε σκεπτόμενους, ψύχραιμους ανθρώπους με κοινή λογική... Απευθύνεται και σε όλους τους άλλους, που αποτελούν και το κύριο κοινό της: αγράμματες κυράτσες που βλέπουν ανελλιπώς Ναταλία Γερμανού και Star, γκάου που βλέπουν μόνο Πάνια και Extra, λιγούρια που βλέπουν μόνο Πετρούλα και αγράμματες γιαγιάδες που δεν βλέπουν, λόγω γλαυκώματος, αλλά ακούνε Ευαγγελάτο.
Η κυράτσα που θα δει τον δημοσιοκάφρο να χτυπιέται μπροστά στην οθόνη για το τέλος του κόσμου, θα τον πιστέψει... Διότι, απλούστατα, δεν έχει λόγο να μην τον πιστέψει... Οι φίλες της είναι όλες ηλίθιες που συχνάζουν σε κομμωτήρια, ο άντρας της πίνει μπίρες και βλέπει ποδόσφαιρο και, γενικώς, η μοναδική επαφή της με φυσιολογικό, σκεπτόμενο άνθρωπο, είναι όταν πληρώνει τις δόσεις της πιστωτικής στον ταμία της Τράπεζας.
Η αγράμματη κυράτσα, λοιπόν, θα αναλάβει να διαδώσει αβίαστα και χωρίς σκέψη, τον Τρόμο πανικόβλητη παντού -σε όλο το περιβάλλον της. Και, καθώς, το περιβάλλον της αποτελείται από αναλόγου νοημοσύνης και λογικής οντότητες -που με τη σειρά τους θα διαδώσουν τον Τρόμο αλλού- σύντομα έχουμε μία χώρα γεμάτη τρομοκρατημένους ηλίθιους! Και αυτό είναι το ξεκίνημα του τρίτου σταδίου...
Κεφάλαιο Τρίτο: η Βλακεία.
Οι τρομοκρατημένοι και πανικόβλητοι που έπεσαν θύματα της Υπερβολής και του Τρόμου, αρχίζουν τις σπασμωδικές κινήσεις... Μπορείς εύκολα να τους ξεχωρίσεις στο δρόμο, αφού περπατούν φορώντας χειρουργική μάσκα, γάντια, κράνος ανθρακωρύχου και πέντε Ambi-pur κρεμασμένα στο λαιμό! Και το χειρότερο είναι ότι πέρα από τις σπασμωδικές κινήσεις, αρχίζουν και τις απύθμενες Βλακείες...
Όποιος από αυτούς έχει ανοίξει μπλογκ, ξαφνικά μετατρέπεται στον Γκουρού της Γρίπης κι αρχίζει να δημοσιεύει ό,τι κουλαμάρα του έρχεται στο μυαλό: μαγικά γιατροσόφια με κρεμμύδια που απορροφούν τον ιό σαν τη σκούπα της Phillips, καταμέτρηση θανάτων από τη φονική γρίπη (ασχέτως αν οι μισοί θάνατοι είναι από 90χρονους που ήταν σε μηχανική υποστήριξη από το 1983), και διεστραμμένες θεωρίες συνομωσίας, όπου η γρίπη είναι κατασκευασμένη από τη Bayer, για να πουλήσει σαν εμβόλια όσα εντομοκτόνα της είχαν μείνει ή όπου οι Ανουνάκι από τον πλανήτη Νιμπίρου σκορπούν τον ιό με τα αόρατα αστρόπλοιά τους. Οι πιο επικίνδυνοι τη βλέπουν γιατροί και με ύφος χιλίων καρδιναλίων δίνουν και ιατρικές συμβουλές στους αναγνώστες τους, ασχέτως αν στην κανονική τους ζωή πουλάνε κάλτσες σε πάγκο της Ομόνοιας...
Άλλοι αρχίζουν να γεμίζουν τα ντουλάπια, τα ψυγεία και τις αποθήκες, με σκοπό να τη βγάλουν κλειδωμένοι στο υπόγειο, μέχρι να περάσει η γρίπη... Κλειδαμπαρώνονται, κόβουν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο και περιμένουν με την καραμπίνα πίσω από την πόρτα, μην τυχόν και μπει μέσα κανένας μολυσμένος! Είναι οι ίδιοι που την εποχή του Τσέρνομπιλ τρέχανε πανικόβλητοι να αγοράσουν γάλατα και χαρτιά υγείας λες και η ραδιενέργεια ήταν οστεοπόρωση ή διάρροια... Είναι οι ίδιοι που μετά την πτώση των Διδύμων Πύργων, καίγανε την αλληλογραφία τους και τους ταχυδρόμους, γιατί φοβόντουσαν "μην κολλήσουν άνθρακα" από το γράμμα της Κικίτσας από τον Τύρναβο... Είναι οι ίδιοι που σε κάθε εμφάνιση ιού, από τον Έμπολα μέχρι την ιλαρά, αντιδρούν το ίδιο ηλίθια, τραγελαφικά και ξεκαρδιστικά...
Νομίζετε ότι υπερβάλλω κι εγώ με τα παραπάνω, ε;
ΟΚ, μάρτυράς μου η ίδια η Ιστορία! Κάντε ένα απλό googling και θα διαπιστώσετε ότι τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε η άτυπη πνευμονία (ή Σαρς) όπου κοντέψαμε να αφανίσουμε κάθε Κινέζο στη χώρα. Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε ο εντεροϊός Κοξάκι... Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε η Νόσος των Τρελών Αγελάδων... Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκε η Γρίπη των Πτηνών... Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν όταν εμφανίστηκαν οι διοξίνες...
Και τώρα σκεφτείτε και καταγράψτε: πόσοι από τους συγγενείς, φίλους ή γνωστούς σας κόλλησαν έστω ένα από τα παραπάνω;
Καλά το φαντάστηκα! Υπερβολή, Τρόμος και Βλακεία!
Με τις υγείες σας!
http://peslac.pblogs.gr
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009
Ο σοσιαλισμός μετά το 1989
Του ΜΑΡΤΙΝ ΤΖΕΪΚΣ
Το περιοδικό «Marxism Today» ήταν η επίσημη μηνιαία επιθεώρηση του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οποιος ξεφύλλιζε ωστόσο τις σελίδες του διαπίστωνε με έκπληξη ότι το περιοδικό αυτό, με την τολμηρή και πρωτότυπη θεματολογία του, με τις «αιρετικές» θεωρητικές του αναζητήσεις και με την εικονοκλαστική πολιτική γραμμή του, ξεχώριζε και διέφερε από τα περισσότερα αντίστοιχα έντυπα που εξέδιδαν τα διάφορα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα.
Διόλου τυχαία άλλωστε, η διανοητική και πολιτική επιρροή του υπερέβαινε κατά πολύ τον κύκλο των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε αυτή την επιτυχία του «Marxism Today» καθοριστική ήταν η συμβολή του Μάρτιν Τζέικς (Martin Jacques), ο οποίος υπήρξε ο διευθυντής του περιοδικού από το 1977 μέχρι τον τερματισμό της έκδοσής του, το 1991. Το κείμενο του Μάρτιν Τζέικς, που παρουσιάζουμε εδώ, γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1990, στον απόηχο των μεγάλων «σεισμικών» δονήσεων και των ιστορικών αλλαγών που έφερε το 1989.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι τα γεγονότα του 1989 αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στιγμή στην ιστορία του σοσιαλισμού. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Κατέρρευσαν σχεδόν ταυτόχρονα όλα τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης που διακήρυσσαν ότι είναι σοσιαλιστικά και που εμπνέονταν επίσημα από τη μαρξιστική παράδοση. Και στην περίπτωση που θα υπήρχε ακόμα κάποια αμφιβολία, αρκεί να θυμηθούμε τα γεγονότα που αντιπροσωπεύουν το άνοιγμα μιας εξαιρετικής χρονιάς. Αναφέρομαι φυσικά στα γεγονότα της πλατείας Τιανανμέν, που έγιναν σε μια χώρα όπου, διαφορετικά από την Ανατολική Ευρώπη, το κομμουνιστικό καθεστώς διέθετε ιστορικά μεγάλο εθνικό κύρος. Ακόμα και στην Κίνα υπάρχουν επιγραφές πάνω στους τοίχους που σηματοδοτούν το τέλος του παλαιού καθεστώτος.
Και έπειτα, φυσικά, υπάρχει η Σοβιετική Ενωση. Με μιαν ορισμένη έννοια, όλα άρχισαν σε αυτή τη χώρα με την εκλογή του Γκορμπατσόφ ως γενικού γραμματέα του ΚΚΣΕ το 1985. Στην αρχή φαινόταν ότι αυτός θα μπορούσε να μεταρρυθμίσει με επιτυχία τη χώρα του, αλλά τώρα τα πράγματα φαίνεται να άλλαξαν. Ο Γκορμπατσόφ θα περάσει πιθανόν στην Ιστορία ως μία από εκείνες τις μορφές που προκάλεσαν τη ρήξη ενός παλαιού συστήματος μάλλον, παρά συνέβαλαν στη δημιουργία ενός νέου. Ο παλαιός κόσμος πεθαίνει ακόμα και στη Σοβιετική Ενωση, την έδρα και τον γενέθλιο τόπο του κομμουνιστικού συστήματος. Αυτό που παρατηρούμε είναι αναμφίβολα το τέλος μιας εποχής, το τέλος της εποχής του 1917, της ρωσικής επανάστασης, η οποία συνέβαλε τόσο πολύ στη διαμόρφωση της πολιτικής και της κουλτούρας μας στον εικοστό αιώνα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη σοσιαλιστική παράδοση; Πρώτα απ' όλα διαφαίνεται το τέλος της γεωγραφικής διαίρεσης της Αριστεράς.
Στο μεγαλύτερο μέρος τους η Αριστερά της Δύσης και η Αριστερά της Ανατολής έχουν πολύ λίγα κοινά στοιχεία. Η κατά το μεγαλύτερο μέρος της σοσιαλδημοκρατική Αριστερά της Δυτικής Ευρώπης έχει μιαν όψη βαθιά διαφορετική από τα κομμουνιστικά κόμματα που κυριαρχούσαν στην Ανατολή. Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μιαν εντελώς διαφορετική γλώσσα. Τώρα παρακολουθούμε όμως την επανενοποίηση της Αριστεράς στη Δύση και στην Ανατολή. Για πρώτη φορά αρχίζει να εμφανίζεται μια νέα γλώσσα, το λεξιλόγιο της οποίας περιλαμβάνει λέξεις όπως δημοκρατία, κοινωνία πολιτών, δικαιώματα του πολίτη, αγορά, κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογία.
Δεν θα 'πρεπε να υποτιμήσουμε τη σημασία όλων αυτών. Για πάνω από 70 χρόνια, και ιδιαίτερα από το 1945, η δυτική Αριστερά έζησε στη σκιά της υποθήκης της Ανατολής, όπου ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία ήταν ξένες μεταξύ τους έννοιες. Αυτό το διαζύγιο φτάνει τώρα στο τέλος του.
Κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες
Η διαίρεση της Αριστεράς ωστόσο δεν ήταν μόνο γεωγραφικό ζήτημα, αλλά ήταν και πολιτικό. Η Οκτωβριανή Επανάσταση γέννησε τα κομμουνιστικά κόμματα σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και εκείνες της Δυτικής Ευρώπης. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και έπειτα το 1917 συνέβαλαν στη διαίρεση της Δεύτερης Διεθνούς και των σοσιαλιστικών της κομμάτων. Από εκείνη την περίοδο κι έπειτα, σε πολλές χώρες υπήρχε τόσο ένα σοσιαλιστικό κόμμα όσο και ένα κομμουνιστικό κόμμα. Και για πολύ καιρό -σίγουρα για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου του Μεσοπολέμου- υπήρξε μια οξεία ιδεολογική ρήξη ανάμεσα στις δύο παραδόσεις. Αυτό που άρχισε να επικρατεί στην ευρωπαϊκή σκηνή στη δεκαετία του 1970 (και ακόμα νωρίτερα στην περίπτωση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) με τη γέννηση του ευρωκομμουνισμού, δυνητικά είχε ήδη καταργήσει τις θεμελιώδεις ιστορικές διαφορές μεταξύ κομμουνισμού και σοσιαλδημοκρατίας: ο σκοπός της επανάστασης αντικαταστάθηκε από εκείνον της μεταρρύθμισης, η δυτική δημοκρατία προτιμήθηκε από το σοβιετικό σύστημα, στη δημοκρατία αποδόθηκε υπερήφανα η προτεραιότητα σε σχέση με την ταξική λογική.
Το 1989 σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής διαίρεσης της Αριστεράς που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι το τέλος της εποχής των κομμουνιστικών κομμάτων. Δεν υπάρχει τώρα κανένας θεμελιώδης ιστορικός λόγος για την ύπαρξή τους. Ισως σε ορισμένες χώρες αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για ειδικούς εθνικούς ή συγκυριακούς λόγους, αλλά θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να μεταμορφωθούν σε κάτι αρκετά διαφορετικό. Γενικά επομένως θα συμβούν δύο πράγματα: ή αυτά θα σοσιαλδημοκρατικοποιηθούν (η περίπτωση του ιταλικού Κ.Κ. είναι η πιο φανερή: στην πραγματικότητα, από πολλές απόψεις, αυτό είναι ήδη ένα σοδιαλδημοκρατικό κόμμα) ή προορίζονται να χαθούν (όπως, για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία).
Ισως όμως το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι το 1989 αντιπροσωπεύει το τέλος μιας ορισμένης αντίληψης του σοσιαλισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός μπορεί να επιτευχθεί.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση βασιζόταν στην πεποίθηση ότι τα στάδια της ανάπτυξης μπορούσαν να υπερπηδηθούν, ότι η Ιστορία μπορούσε να επιταχυνθεί μέσα από σύντομους δρόμους, ότι αν η εργατική τάξη -δηλαδή ο παράγοντας της αλλαγής- ήταν πολύ αδύναμη, αυτή θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το κράτος και η υστέρηση θα μπορούσε να εξαλειφθεί με αναγκαστική εκβιομηχάνιση. Το κόστος που προέκυψε ήταν τρομερό.
Η επανάσταση βασιζόταν και στην ιδέα του βολονταρισμού. Ενα επαναστατικό κόμμα, που κατέχει τους νόμους της Ιστορίας, ήταν εξουσιοδοτημένο να κάνει στην πράξη ό,τι ήθελε. Ηταν η αλαζονεία της παντογνωσίας. Ολα ήταν δυνατά, κανένα οχυρό δεν θα μπορούσε να μείνει απόρθητο.
Η επανάσταση βασιζόταν και στην έννοια της ουτοπίας, στην ιδέα ότι θα μπορούσε να καταστραφεί η παλιά κοινωνία, για να οικοδομηθεί στη θέση της κάτι εντελώς διαφορετικό. Ηταν η κοινωνική μηχανική σε μαζική κλίμακα. Υπήρχε και η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί σε μία μόνο χώρα, αν και μόνο με τον Στάλιν αυτό έγινε ρητή δέσμευση. Και τονίζοντας την έννοια του σοσιαλισμού σε μια χώρα και συνεπώς σε ένα συνασπισμό χωρών, δημιουργήθηκε η ιδέα ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να είναι ένα είδος απελευθερωμένης περιοχής, που υπάρχει σε μια περισσότερο ή λιγότερο λαμπρή απομόνωση, έξω από τον εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο, σε ανταγωνισμό προς αυτόν ώς το σημείο να τον κάνει να υποχωρεί σιγά σιγά. Ηταν ο κόσμος των αντιθέτων, των ασυμφιλίωτων αξιών, της αυτάρκειας που αντιπαρατίθεται στην αλληλεξάρτηση. Η υπερπήδηση των σταδίων, ο βολονταρισμός, η ιδέα της ολικής ουτοπίας έχασαν την αξιοπιστία τους εξαιτίας της αποτυχίας του 1917. Αυτές οι ιδέες αναμφίβολα συνδέθηκαν κυρίως με την κομμουνιστική παράδοση, αλλά αυτές διατηρούν μιαν ορισμένη αξία ακόμα και σε άλλα ρεύματα της σοσιαλιστικής παράδοσης, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας.
Ισως όμως, πέρα από αυτά, η πιο σημαντική ιδεολογική συνέπεια που πρέπει να αντληθεί στρέφεται γύρω από την ιδέα του σοσιαλισμού ως διαχωρισμένου συστήματος, που βρίσκεται σε αντίθεση προς τον καπιταλισμό. Η κατάρρευση της μπολσεβίκικης παράδοσης σηματοδοτεί το τέλος της σοσιαλιστικής ουτοπίας ως εναλλακτικής λύσης. Η έμφαση τώρα θα δίνεται στην αλληλεξάρτηση μάλλον παρά στην αυτάρκεια, σε έναν κόσμο με όρια, στον οποίο η κοινωνική πρόοδος σε μια χώρα θα εξαρτάται πάντα από το επίπεδο της προόδου σε άλλες χώρες. Ο βολονταρισμός παλαιού τύπου θα αντικατασταθεί από την αλληλεξάρτηση και την αμοιβαία επίδραση. Ωστόσο η ιδέα του σοσιαλισμού ως ριζικής αντίθεσης στον καπιταλισμό και ως ουσιωδώς εθνικού μορφώματος εκτείνεται πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Το θυμίζω αυτό για να δείξω πόσο η ιδεολογική κατάρρευση του 1989 και όλα όσα ακολουθούν προχωρούν πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνισμός είναι όμοια. Αντιπροσωπεύουν πολύ διαφορετικές παραδόσεις, αλλά περιέχουν και κοινές ιδέες και επιρροές.
Το μέλλον του μαρξισμού
Ισως σε αυτό το σημείο μπορεί να είναι χρήσιμο να πούμε κάτι για την απόκλιση ανάμεσα στο 1989 και στη μαρξιστική παράδοση. Θα ήταν λάθος να υπαινισσόμαστε, όπως έκαναν ορισμένοι, ότι το γκουλάγκ ενυπήρχε ήδη στον Μαρξ.
Φυσικά είναι δυνατό να διακρίνουμε στα γραφτά του Μαρξ ένα συνδυασμό βολονταρισμού και ντετερμινισμού, που καταλήγει τελικά σε ελιτισμό και αυταρχισμό. Αυτά τα γραφτά ωστόσο σκιαγραφούν έναν ορισμένο αριθμό πιθανών πολιτικών διαδρομών. Τα κυριότερα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, χωρίς εξαιρέσεις, θεωρούσαν πάντοτε τον Μαρξ το θεμέλιο της έμπνευσής τους. Στην εποχή της ιστορικής ρήξης μέσα στη Δεύτερη Διεθνή, όλοι οι κύριοι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης δήλωναν ότι είναι μαρξιστές. Οι μενσεβίκοι στη Ρωσία ήταν εξίσου μαρξιστές όσο και οι μπολσεβίκοι. Ο Λένιν, ο Κάουτσκι, ο Πλεχάνοφ και ο Μπερνστάιν, όλοι τους θεωρούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές. Αλλά μετά τη ρωσική επανάσταση, η λενινιστική παράδοση οικειοποιήθηκε τη μαρξιστική παράδοση.
Τα κομμουνιστικά κόμματα έγιναν οι θεματοφύλακες του μαρξισμού ως πολιτικής θεωρίας.
Ακόμα και μετά το 1956 (όταν μαρξισμός και κομμουνιστικά κόμματα έπαψαν να είναι συνώνυμα), εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονταν μαρξιστές κατέληξαν να προσχωρούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην παράδοση του 1917. Μιλώ φυσικά για τη Δύση. Στις κομμουνιστικές χώρες ο μαρξισμός -ή ο μαρξισμός-λενινισμός, όπως καθιερώθηκε- έγινε απλώς η επίσημη ιδεολογία του κράτους και επομένως έχασε τη διανοητική του ενέργεια και τη δύναμή του. Επρόκειτο μόνο για προπαγάνδα διατυπωμένη με μια ψευδοθεωρητική γλώσσα.
Το 1989 έκοψε τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τον μαρξισμό με το 1917. Ξαφνικά η μαρξιστική παράδοση απελευθερώθηκε από την παρατεταμένη σύνδεσή της με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτό, ωστόσο, συνεπαγόταν και μιαν άλλη επίπτωση. Αν και ο μαρξισμός στη Δύση εκφράζεται για πολλά χρόνια με πολλαπλά ρεύματα σκέψης (με το 1956 ως αφετηρία), αυτός φέρνει ακόμα τα σημάδια του παρελθόντος του, ως κάτι που έγινε μυθολογικό και τοποθετήθηκε πάνω σε ένα βάθρο. Ενώ η αυθεντική σκέψη του Μαρξ αναπτύχθηκε παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με τη σκέψη άλλων στοχαστών, η λενινιστική παράδοση και ιδιαίτερα η σταλινική συνέβαλαν στην πραγματικότητα στην απομόνωση του μαρξισμού από άλλα συστήματα σκέψης.
Κατά συνέπεια, παρά την εποχή του πλουραλισμού, μια ορισμένη θρησκευτικότητα παρέμεινε συνδεδεμένη με τη μαρξιστική παράδοση. Αυτή η συνθήκη εμφανίζεται τώρα σίγουρα αποδυναμωμένη και ένα από τα αποτελέσματα θα μπορούσε να είναι μια απομάκρυνση από τη μαρξιστική ιδέα, ακριβώς ως αντίδραση στις ιδέες του Μαρξ, του Γκράμσι ή άλλων. Υπάρχει όμως και μια ακόμα περιπλοκή. Αν η Οκτωβριανή Επανάσταση έχασε τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε με τη μαρξιστική παράδοση, τότε και οι ιδέες αυτής της παράδοσης δεν «ανήκουν» πλέον στην κομμουνιστική παράδοση. Δεν ανήκουν πλέον με την έννοια εκείνη που τους απέδιδαν προηγούμενα. Από δω προκύπτει το ότι ο Μαρξ μπορεί να επανενταχθεί στο κύριο ρεύμα της σοσιαλιστικής παράδοσης ως μία από τις τόσες επιδράσεις και πηγές ιδεών.
Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία
Αν εξετάσουμε την ιστορία του σοσιαλισμού στον εικοστό αιώνα, δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας θριάμβευσε επί εκείνης του κομμουνισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σοσιαλδημοκρατία, ως κυρίαρχη τώρα παράδοση του σοσιαλισμού, δεν έχει προβλήματα. Αντίθετα, και αυτή περνάει μιαν ορισμένη κρίση, αν και όχι όμοια με το ιστορικό δράμα και το τέλος του κομμουνισμού. Η λαμπρή περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε αναμφίβολα η περίοδος ανάμεσα στο 1945 και στη δεκαετία 1970. Η κοινωνική της συνιστώσα, που εστιαζόταν στη βιομηχανική εργατική τάξη, ήταν πολύ σαφής, ακέραιη και, για μεγάλο μέρος εκείνης της περιόδου, ακόμα αναπτυσσόμενη. Παρουσίαζε μια πολιτική προοπτική που αναδείχτηκε ηγεμονική, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στις περισσότερες δημοκρατίες των άλλων αναπτυγμένων χωρών. Η κεϊνσιανή κοινωνία της κοινωνικής ευημερίας αποτελούσε σίγουρα το πιο ριζοσπαστικό και επιτυχημένο μοντέλο που γέννησε ποτέ η σοσιαλδημοκρατία. Η χρήση του κράτους ως εργαλείου για την εξασφάλιση της επίτευξης των στόχων της -πλήρης απασχόληση, κράτος της ευημερίας, αναδιανομή, σχεδιοποίηση κ.ο.κ.- λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό.
Αυτή η κατάσταση άρχισε φανερά να εξαντλείται στα τέλη της δεκαετίας 1970, όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε άλλες αναπτυγμένες δημοκρατίες. Εκείνη την εποχή, η παλιά κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας φαινόταν καθαρά ότι παρακμάζει. Η βιομηχανική εργατική τάξη μειωνόταν αριθμητικά και έχανε τη συνοχή της. Ταυτόχρονα, το παλιό μοντέλο του 1945 άρχισε να αποδιαρθρώνεται, απειλούμενο από ένα συνδυασμό δημοσιονομικής κρίσης, διεθνοποίησης της οικονομίας, μεταβαλλόμενων προσδοκιών και επιθέσεων της νεοσυντηρητικής Δεξιάς.
Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κατέκτησαν σημαντικές κυβερνητικές θέσεις σε πολλές χώρες στη δεκαετία 1980, αλλά, με εξαίρεση τη Σουηδία, όπου το μοντέλο της συνεργατικής ευημερίας επιβίωσε, αυτά δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Στην οικονομική τους πολιτική, αυτά έδρασαν συχνά πάνω στις ίδιες βάσεις της νεοσυντηρητικής Δεξιάς, ακολουθώντας μια λιγότερο ή περισσότερο θατσερική στρατηγική. Ενώ στην περίοδο από το 1945 ώς τα μέσα της δεκαετίας 1970 η σοσιαλδημοκρατία ήταν ηγεμονική, προσδιορίζοντας το ευρύτερο πλαίσιο και τις προτεραιότητες της πολιτικής, ακόμα και όταν δεν βρισκόταν στην κυβέρνηση, στη δεκαετία του 1980 συνέβαινε το αντίθετο. Η νεοσυντηρητική Δεξιά ήταν εκείνη που καθόριζε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την πολιτική ατζέντα (...).
Τέλος εποχής
Τι μπορούμε να πούμε σχετικά με την κατάσταση του σοσιαλισμού; Πρώτα απ' όλα η ιδέα ότι αυτός αντιπροσωπεύει μια σφαιρική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό έχει ήδη ξεπεραστεί, τουλάχιστον για το προβλέψιμο μέλλον.
Το τμήμα του κόσμου που είχε παραμείνει έξω από το σύστημα της αγοράς προχωράει τώρα, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα, ανάλογα με την περίπτωση, για να ενσωματωθεί στη διεθνή οικονομία (δηλαδή στη δυτική οικονομία).
Δεύτερον, η σοσιαλδημοκρατική παράδοση δεν έχει πλέον ένα σαφές πολιτικό σχέδιο, ούτε εκφράζει πλέον τις προσδοκίες της κοινωνίας με τον τρόπο που το έκανε στους καιρούς των παχιών αγελάδων, από το 1945 ώς τη δεκαετία 1970. Γενικότερα επιβεβαιώθηκε μια προφανής υποχώρηση ορισμένων από τους θεσμούς και από τις πολιτικές που συνδέονταν με τον σοσιαλισμό.
Η πιο φανερή έκφραση αυτού του πράγματος είναι η υποχώρηση του κράτους απέναντι στην αγορά.
Αναδύονται επομένως με τρόπο επίμονο πολλά ερωτήματα. Πού βαδίζει ο σοσιαλισμός στα τέλη του εικοστού αιώνα και, ίσως πιο θεμελιακά, τι σημαίνει σοσιαλισμός; Υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι η σοσιαλιστική παράδοση βρίσκεται κοντά στο να ανανεώσει το οικονομικό της πρόγραμμα. Αντίθετα μάλιστα ακριβώς σε αυτό το πεδίο αυτή στερείται σήμερα αξιοπιστίας και πρωτοτυπίας. Ο κομμουνιστικός κόσμος απομακρύνεται πολύ γρήγορα από τις παλιές του αρχές, που απέτυχαν δραματικά, ενώ οι δυτικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δεκαετία του 1980 υιοθέτησαν μια νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Στις ρίζες της παρακμής του παλιού κεϊνσιανού μοντέλου, κατά την άποψή μου, βρίσκεται η διεθνοποίηση των εθνικών οικονομιών. Οι παλιές ρυθμιστικές δομές σαρώθηκαν από τη διαδικασία της διεθνοποίησης.
Στην πραγματικότητα, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που υπονόμευσε το σοσιαλδημοκρατικό οικονομικό πρόγραμμα δεν ήταν ο θατσερισμός ή ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά η υλική μεταβολή της οικονομίας.
Αν είναι αλήθεια ότι ζούμε κάποια μορφή αλλαγής εποχής, με τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, από τον οργανωμένο καπιταλισμό στον απορρυθμισμένο, από μια κοινωνία των συλλογικών ενώσεων σε μιαν ευέλικτη κοινωνία, τότε προκειμένου η σοσιαλιστική παράδοση να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή τη μετάβαση με επιτυχία, θα πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές (...).
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/11/2009 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ
Το περιοδικό «Marxism Today» ήταν η επίσημη μηνιαία επιθεώρηση του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οποιος ξεφύλλιζε ωστόσο τις σελίδες του διαπίστωνε με έκπληξη ότι το περιοδικό αυτό, με την τολμηρή και πρωτότυπη θεματολογία του, με τις «αιρετικές» θεωρητικές του αναζητήσεις και με την εικονοκλαστική πολιτική γραμμή του, ξεχώριζε και διέφερε από τα περισσότερα αντίστοιχα έντυπα που εξέδιδαν τα διάφορα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα.
Διόλου τυχαία άλλωστε, η διανοητική και πολιτική επιρροή του υπερέβαινε κατά πολύ τον κύκλο των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε αυτή την επιτυχία του «Marxism Today» καθοριστική ήταν η συμβολή του Μάρτιν Τζέικς (Martin Jacques), ο οποίος υπήρξε ο διευθυντής του περιοδικού από το 1977 μέχρι τον τερματισμό της έκδοσής του, το 1991. Το κείμενο του Μάρτιν Τζέικς, που παρουσιάζουμε εδώ, γράφτηκε και δημοσιεύτηκε το 1990, στον απόηχο των μεγάλων «σεισμικών» δονήσεων και των ιστορικών αλλαγών που έφερε το 1989.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι τα γεγονότα του 1989 αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στιγμή στην ιστορία του σοσιαλισμού. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Κατέρρευσαν σχεδόν ταυτόχρονα όλα τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης που διακήρυσσαν ότι είναι σοσιαλιστικά και που εμπνέονταν επίσημα από τη μαρξιστική παράδοση. Και στην περίπτωση που θα υπήρχε ακόμα κάποια αμφιβολία, αρκεί να θυμηθούμε τα γεγονότα που αντιπροσωπεύουν το άνοιγμα μιας εξαιρετικής χρονιάς. Αναφέρομαι φυσικά στα γεγονότα της πλατείας Τιανανμέν, που έγιναν σε μια χώρα όπου, διαφορετικά από την Ανατολική Ευρώπη, το κομμουνιστικό καθεστώς διέθετε ιστορικά μεγάλο εθνικό κύρος. Ακόμα και στην Κίνα υπάρχουν επιγραφές πάνω στους τοίχους που σηματοδοτούν το τέλος του παλαιού καθεστώτος.
Και έπειτα, φυσικά, υπάρχει η Σοβιετική Ενωση. Με μιαν ορισμένη έννοια, όλα άρχισαν σε αυτή τη χώρα με την εκλογή του Γκορμπατσόφ ως γενικού γραμματέα του ΚΚΣΕ το 1985. Στην αρχή φαινόταν ότι αυτός θα μπορούσε να μεταρρυθμίσει με επιτυχία τη χώρα του, αλλά τώρα τα πράγματα φαίνεται να άλλαξαν. Ο Γκορμπατσόφ θα περάσει πιθανόν στην Ιστορία ως μία από εκείνες τις μορφές που προκάλεσαν τη ρήξη ενός παλαιού συστήματος μάλλον, παρά συνέβαλαν στη δημιουργία ενός νέου. Ο παλαιός κόσμος πεθαίνει ακόμα και στη Σοβιετική Ενωση, την έδρα και τον γενέθλιο τόπο του κομμουνιστικού συστήματος. Αυτό που παρατηρούμε είναι αναμφίβολα το τέλος μιας εποχής, το τέλος της εποχής του 1917, της ρωσικής επανάστασης, η οποία συνέβαλε τόσο πολύ στη διαμόρφωση της πολιτικής και της κουλτούρας μας στον εικοστό αιώνα.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη σοσιαλιστική παράδοση; Πρώτα απ' όλα διαφαίνεται το τέλος της γεωγραφικής διαίρεσης της Αριστεράς.
Στο μεγαλύτερο μέρος τους η Αριστερά της Δύσης και η Αριστερά της Ανατολής έχουν πολύ λίγα κοινά στοιχεία. Η κατά το μεγαλύτερο μέρος της σοσιαλδημοκρατική Αριστερά της Δυτικής Ευρώπης έχει μιαν όψη βαθιά διαφορετική από τα κομμουνιστικά κόμματα που κυριαρχούσαν στην Ανατολή. Οι δύο πραγματικότητες μιλούν μιαν εντελώς διαφορετική γλώσσα. Τώρα παρακολουθούμε όμως την επανενοποίηση της Αριστεράς στη Δύση και στην Ανατολή. Για πρώτη φορά αρχίζει να εμφανίζεται μια νέα γλώσσα, το λεξιλόγιο της οποίας περιλαμβάνει λέξεις όπως δημοκρατία, κοινωνία πολιτών, δικαιώματα του πολίτη, αγορά, κοινωνική δικαιοσύνη και οικολογία.
Δεν θα 'πρεπε να υποτιμήσουμε τη σημασία όλων αυτών. Για πάνω από 70 χρόνια, και ιδιαίτερα από το 1945, η δυτική Αριστερά έζησε στη σκιά της υποθήκης της Ανατολής, όπου ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία ήταν ξένες μεταξύ τους έννοιες. Αυτό το διαζύγιο φτάνει τώρα στο τέλος του.
Κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες
Η διαίρεση της Αριστεράς ωστόσο δεν ήταν μόνο γεωγραφικό ζήτημα, αλλά ήταν και πολιτικό. Η Οκτωβριανή Επανάσταση γέννησε τα κομμουνιστικά κόμματα σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και εκείνες της Δυτικής Ευρώπης. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και έπειτα το 1917 συνέβαλαν στη διαίρεση της Δεύτερης Διεθνούς και των σοσιαλιστικών της κομμάτων. Από εκείνη την περίοδο κι έπειτα, σε πολλές χώρες υπήρχε τόσο ένα σοσιαλιστικό κόμμα όσο και ένα κομμουνιστικό κόμμα. Και για πολύ καιρό -σίγουρα για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου του Μεσοπολέμου- υπήρξε μια οξεία ιδεολογική ρήξη ανάμεσα στις δύο παραδόσεις. Αυτό που άρχισε να επικρατεί στην ευρωπαϊκή σκηνή στη δεκαετία του 1970 (και ακόμα νωρίτερα στην περίπτωση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος) με τη γέννηση του ευρωκομμουνισμού, δυνητικά είχε ήδη καταργήσει τις θεμελιώδεις ιστορικές διαφορές μεταξύ κομμουνισμού και σοσιαλδημοκρατίας: ο σκοπός της επανάστασης αντικαταστάθηκε από εκείνον της μεταρρύθμισης, η δυτική δημοκρατία προτιμήθηκε από το σοβιετικό σύστημα, στη δημοκρατία αποδόθηκε υπερήφανα η προτεραιότητα σε σχέση με την ταξική λογική.
Το 1989 σηματοδοτεί το τέλος της πολιτικής διαίρεσης της Αριστεράς που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είναι το τέλος της εποχής των κομμουνιστικών κομμάτων. Δεν υπάρχει τώρα κανένας θεμελιώδης ιστορικός λόγος για την ύπαρξή τους. Ισως σε ορισμένες χώρες αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για ειδικούς εθνικούς ή συγκυριακούς λόγους, αλλά θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να μεταμορφωθούν σε κάτι αρκετά διαφορετικό. Γενικά επομένως θα συμβούν δύο πράγματα: ή αυτά θα σοσιαλδημοκρατικοποιηθούν (η περίπτωση του ιταλικού Κ.Κ. είναι η πιο φανερή: στην πραγματικότητα, από πολλές απόψεις, αυτό είναι ήδη ένα σοδιαλδημοκρατικό κόμμα) ή προορίζονται να χαθούν (όπως, για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γερμανία).
Ισως όμως το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι το 1989 αντιπροσωπεύει το τέλος μιας ορισμένης αντίληψης του σοσιαλισμού και του τρόπου με τον οποίο αυτός μπορεί να επιτευχθεί.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση βασιζόταν στην πεποίθηση ότι τα στάδια της ανάπτυξης μπορούσαν να υπερπηδηθούν, ότι η Ιστορία μπορούσε να επιταχυνθεί μέσα από σύντομους δρόμους, ότι αν η εργατική τάξη -δηλαδή ο παράγοντας της αλλαγής- ήταν πολύ αδύναμη, αυτή θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το κράτος και η υστέρηση θα μπορούσε να εξαλειφθεί με αναγκαστική εκβιομηχάνιση. Το κόστος που προέκυψε ήταν τρομερό.
Η επανάσταση βασιζόταν και στην ιδέα του βολονταρισμού. Ενα επαναστατικό κόμμα, που κατέχει τους νόμους της Ιστορίας, ήταν εξουσιοδοτημένο να κάνει στην πράξη ό,τι ήθελε. Ηταν η αλαζονεία της παντογνωσίας. Ολα ήταν δυνατά, κανένα οχυρό δεν θα μπορούσε να μείνει απόρθητο.
Η επανάσταση βασιζόταν και στην έννοια της ουτοπίας, στην ιδέα ότι θα μπορούσε να καταστραφεί η παλιά κοινωνία, για να οικοδομηθεί στη θέση της κάτι εντελώς διαφορετικό. Ηταν η κοινωνική μηχανική σε μαζική κλίμακα. Υπήρχε και η πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί σε μία μόνο χώρα, αν και μόνο με τον Στάλιν αυτό έγινε ρητή δέσμευση. Και τονίζοντας την έννοια του σοσιαλισμού σε μια χώρα και συνεπώς σε ένα συνασπισμό χωρών, δημιουργήθηκε η ιδέα ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε να είναι ένα είδος απελευθερωμένης περιοχής, που υπάρχει σε μια περισσότερο ή λιγότερο λαμπρή απομόνωση, έξω από τον εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο, σε ανταγωνισμό προς αυτόν ώς το σημείο να τον κάνει να υποχωρεί σιγά σιγά. Ηταν ο κόσμος των αντιθέτων, των ασυμφιλίωτων αξιών, της αυτάρκειας που αντιπαρατίθεται στην αλληλεξάρτηση. Η υπερπήδηση των σταδίων, ο βολονταρισμός, η ιδέα της ολικής ουτοπίας έχασαν την αξιοπιστία τους εξαιτίας της αποτυχίας του 1917. Αυτές οι ιδέες αναμφίβολα συνδέθηκαν κυρίως με την κομμουνιστική παράδοση, αλλά αυτές διατηρούν μιαν ορισμένη αξία ακόμα και σε άλλα ρεύματα της σοσιαλιστικής παράδοσης, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας.
Ισως όμως, πέρα από αυτά, η πιο σημαντική ιδεολογική συνέπεια που πρέπει να αντληθεί στρέφεται γύρω από την ιδέα του σοσιαλισμού ως διαχωρισμένου συστήματος, που βρίσκεται σε αντίθεση προς τον καπιταλισμό. Η κατάρρευση της μπολσεβίκικης παράδοσης σηματοδοτεί το τέλος της σοσιαλιστικής ουτοπίας ως εναλλακτικής λύσης. Η έμφαση τώρα θα δίνεται στην αλληλεξάρτηση μάλλον παρά στην αυτάρκεια, σε έναν κόσμο με όρια, στον οποίο η κοινωνική πρόοδος σε μια χώρα θα εξαρτάται πάντα από το επίπεδο της προόδου σε άλλες χώρες. Ο βολονταρισμός παλαιού τύπου θα αντικατασταθεί από την αλληλεξάρτηση και την αμοιβαία επίδραση. Ωστόσο η ιδέα του σοσιαλισμού ως ριζικής αντίθεσης στον καπιταλισμό και ως ουσιωδώς εθνικού μορφώματος εκτείνεται πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Το θυμίζω αυτό για να δείξω πόσο η ιδεολογική κατάρρευση του 1989 και όλα όσα ακολουθούν προχωρούν πολύ πέρα από την κομμουνιστική παράδοση. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνισμός είναι όμοια. Αντιπροσωπεύουν πολύ διαφορετικές παραδόσεις, αλλά περιέχουν και κοινές ιδέες και επιρροές.
Το μέλλον του μαρξισμού
Ισως σε αυτό το σημείο μπορεί να είναι χρήσιμο να πούμε κάτι για την απόκλιση ανάμεσα στο 1989 και στη μαρξιστική παράδοση. Θα ήταν λάθος να υπαινισσόμαστε, όπως έκαναν ορισμένοι, ότι το γκουλάγκ ενυπήρχε ήδη στον Μαρξ.
Φυσικά είναι δυνατό να διακρίνουμε στα γραφτά του Μαρξ ένα συνδυασμό βολονταρισμού και ντετερμινισμού, που καταλήγει τελικά σε ελιτισμό και αυταρχισμό. Αυτά τα γραφτά ωστόσο σκιαγραφούν έναν ορισμένο αριθμό πιθανών πολιτικών διαδρομών. Τα κυριότερα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, χωρίς εξαιρέσεις, θεωρούσαν πάντοτε τον Μαρξ το θεμέλιο της έμπνευσής τους. Στην εποχή της ιστορικής ρήξης μέσα στη Δεύτερη Διεθνή, όλοι οι κύριοι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης δήλωναν ότι είναι μαρξιστές. Οι μενσεβίκοι στη Ρωσία ήταν εξίσου μαρξιστές όσο και οι μπολσεβίκοι. Ο Λένιν, ο Κάουτσκι, ο Πλεχάνοφ και ο Μπερνστάιν, όλοι τους θεωρούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές. Αλλά μετά τη ρωσική επανάσταση, η λενινιστική παράδοση οικειοποιήθηκε τη μαρξιστική παράδοση.
Τα κομμουνιστικά κόμματα έγιναν οι θεματοφύλακες του μαρξισμού ως πολιτικής θεωρίας.
Ακόμα και μετά το 1956 (όταν μαρξισμός και κομμουνιστικά κόμματα έπαψαν να είναι συνώνυμα), εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονταν μαρξιστές κατέληξαν να προσχωρούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην παράδοση του 1917. Μιλώ φυσικά για τη Δύση. Στις κομμουνιστικές χώρες ο μαρξισμός -ή ο μαρξισμός-λενινισμός, όπως καθιερώθηκε- έγινε απλώς η επίσημη ιδεολογία του κράτους και επομένως έχασε τη διανοητική του ενέργεια και τη δύναμή του. Επρόκειτο μόνο για προπαγάνδα διατυπωμένη με μια ψευδοθεωρητική γλώσσα.
Το 1989 έκοψε τον ομφάλιο λώρο που συνέδεε τον μαρξισμό με το 1917. Ξαφνικά η μαρξιστική παράδοση απελευθερώθηκε από την παρατεταμένη σύνδεσή της με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Αυτό, ωστόσο, συνεπαγόταν και μιαν άλλη επίπτωση. Αν και ο μαρξισμός στη Δύση εκφράζεται για πολλά χρόνια με πολλαπλά ρεύματα σκέψης (με το 1956 ως αφετηρία), αυτός φέρνει ακόμα τα σημάδια του παρελθόντος του, ως κάτι που έγινε μυθολογικό και τοποθετήθηκε πάνω σε ένα βάθρο. Ενώ η αυθεντική σκέψη του Μαρξ αναπτύχθηκε παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με τη σκέψη άλλων στοχαστών, η λενινιστική παράδοση και ιδιαίτερα η σταλινική συνέβαλαν στην πραγματικότητα στην απομόνωση του μαρξισμού από άλλα συστήματα σκέψης.
Κατά συνέπεια, παρά την εποχή του πλουραλισμού, μια ορισμένη θρησκευτικότητα παρέμεινε συνδεδεμένη με τη μαρξιστική παράδοση. Αυτή η συνθήκη εμφανίζεται τώρα σίγουρα αποδυναμωμένη και ένα από τα αποτελέσματα θα μπορούσε να είναι μια απομάκρυνση από τη μαρξιστική ιδέα, ακριβώς ως αντίδραση στις ιδέες του Μαρξ, του Γκράμσι ή άλλων. Υπάρχει όμως και μια ακόμα περιπλοκή. Αν η Οκτωβριανή Επανάσταση έχασε τη σχέση αποκλειστικότητας που είχε με τη μαρξιστική παράδοση, τότε και οι ιδέες αυτής της παράδοσης δεν «ανήκουν» πλέον στην κομμουνιστική παράδοση. Δεν ανήκουν πλέον με την έννοια εκείνη που τους απέδιδαν προηγούμενα. Από δω προκύπτει το ότι ο Μαρξ μπορεί να επανενταχθεί στο κύριο ρεύμα της σοσιαλιστικής παράδοσης ως μία από τις τόσες επιδράσεις και πηγές ιδεών.
Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία
Αν εξετάσουμε την ιστορία του σοσιαλισμού στον εικοστό αιώνα, δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας θριάμβευσε επί εκείνης του κομμουνισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η σοσιαλδημοκρατία, ως κυρίαρχη τώρα παράδοση του σοσιαλισμού, δεν έχει προβλήματα. Αντίθετα, και αυτή περνάει μιαν ορισμένη κρίση, αν και όχι όμοια με το ιστορικό δράμα και το τέλος του κομμουνισμού. Η λαμπρή περίοδος της σοσιαλδημοκρατίας υπήρξε αναμφίβολα η περίοδος ανάμεσα στο 1945 και στη δεκαετία 1970. Η κοινωνική της συνιστώσα, που εστιαζόταν στη βιομηχανική εργατική τάξη, ήταν πολύ σαφής, ακέραιη και, για μεγάλο μέρος εκείνης της περιόδου, ακόμα αναπτυσσόμενη. Παρουσίαζε μια πολιτική προοπτική που αναδείχτηκε ηγεμονική, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στις περισσότερες δημοκρατίες των άλλων αναπτυγμένων χωρών. Η κεϊνσιανή κοινωνία της κοινωνικής ευημερίας αποτελούσε σίγουρα το πιο ριζοσπαστικό και επιτυχημένο μοντέλο που γέννησε ποτέ η σοσιαλδημοκρατία. Η χρήση του κράτους ως εργαλείου για την εξασφάλιση της επίτευξης των στόχων της -πλήρης απασχόληση, κράτος της ευημερίας, αναδιανομή, σχεδιοποίηση κ.ο.κ.- λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό.
Αυτή η κατάσταση άρχισε φανερά να εξαντλείται στα τέλη της δεκαετίας 1970, όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε άλλες αναπτυγμένες δημοκρατίες. Εκείνη την εποχή, η παλιά κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας φαινόταν καθαρά ότι παρακμάζει. Η βιομηχανική εργατική τάξη μειωνόταν αριθμητικά και έχανε τη συνοχή της. Ταυτόχρονα, το παλιό μοντέλο του 1945 άρχισε να αποδιαρθρώνεται, απειλούμενο από ένα συνδυασμό δημοσιονομικής κρίσης, διεθνοποίησης της οικονομίας, μεταβαλλόμενων προσδοκιών και επιθέσεων της νεοσυντηρητικής Δεξιάς.
Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κατέκτησαν σημαντικές κυβερνητικές θέσεις σε πολλές χώρες στη δεκαετία 1980, αλλά, με εξαίρεση τη Σουηδία, όπου το μοντέλο της συνεργατικής ευημερίας επιβίωσε, αυτά δεν είχαν ένα συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Στην οικονομική τους πολιτική, αυτά έδρασαν συχνά πάνω στις ίδιες βάσεις της νεοσυντηρητικής Δεξιάς, ακολουθώντας μια λιγότερο ή περισσότερο θατσερική στρατηγική. Ενώ στην περίοδο από το 1945 ώς τα μέσα της δεκαετίας 1970 η σοσιαλδημοκρατία ήταν ηγεμονική, προσδιορίζοντας το ευρύτερο πλαίσιο και τις προτεραιότητες της πολιτικής, ακόμα και όταν δεν βρισκόταν στην κυβέρνηση, στη δεκαετία του 1980 συνέβαινε το αντίθετο. Η νεοσυντηρητική Δεξιά ήταν εκείνη που καθόριζε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την πολιτική ατζέντα (...).
Τέλος εποχής
Τι μπορούμε να πούμε σχετικά με την κατάσταση του σοσιαλισμού; Πρώτα απ' όλα η ιδέα ότι αυτός αντιπροσωπεύει μια σφαιρική εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό έχει ήδη ξεπεραστεί, τουλάχιστον για το προβλέψιμο μέλλον.
Το τμήμα του κόσμου που είχε παραμείνει έξω από το σύστημα της αγοράς προχωράει τώρα, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα, ανάλογα με την περίπτωση, για να ενσωματωθεί στη διεθνή οικονομία (δηλαδή στη δυτική οικονομία).
Δεύτερον, η σοσιαλδημοκρατική παράδοση δεν έχει πλέον ένα σαφές πολιτικό σχέδιο, ούτε εκφράζει πλέον τις προσδοκίες της κοινωνίας με τον τρόπο που το έκανε στους καιρούς των παχιών αγελάδων, από το 1945 ώς τη δεκαετία 1970. Γενικότερα επιβεβαιώθηκε μια προφανής υποχώρηση ορισμένων από τους θεσμούς και από τις πολιτικές που συνδέονταν με τον σοσιαλισμό.
Η πιο φανερή έκφραση αυτού του πράγματος είναι η υποχώρηση του κράτους απέναντι στην αγορά.
Αναδύονται επομένως με τρόπο επίμονο πολλά ερωτήματα. Πού βαδίζει ο σοσιαλισμός στα τέλη του εικοστού αιώνα και, ίσως πιο θεμελιακά, τι σημαίνει σοσιαλισμός; Υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι η σοσιαλιστική παράδοση βρίσκεται κοντά στο να ανανεώσει το οικονομικό της πρόγραμμα. Αντίθετα μάλιστα ακριβώς σε αυτό το πεδίο αυτή στερείται σήμερα αξιοπιστίας και πρωτοτυπίας. Ο κομμουνιστικός κόσμος απομακρύνεται πολύ γρήγορα από τις παλιές του αρχές, που απέτυχαν δραματικά, ενώ οι δυτικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δεκαετία του 1980 υιοθέτησαν μια νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Στις ρίζες της παρακμής του παλιού κεϊνσιανού μοντέλου, κατά την άποψή μου, βρίσκεται η διεθνοποίηση των εθνικών οικονομιών. Οι παλιές ρυθμιστικές δομές σαρώθηκαν από τη διαδικασία της διεθνοποίησης.
Στην πραγματικότητα, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που υπονόμευσε το σοσιαλδημοκρατικό οικονομικό πρόγραμμα δεν ήταν ο θατσερισμός ή ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά η υλική μεταβολή της οικονομίας.
Αν είναι αλήθεια ότι ζούμε κάποια μορφή αλλαγής εποχής, με τη μετάβαση από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό, από τον οργανωμένο καπιταλισμό στον απορρυθμισμένο, από μια κοινωνία των συλλογικών ενώσεων σε μιαν ευέλικτη κοινωνία, τότε προκειμένου η σοσιαλιστική παράδοση να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή τη μετάβαση με επιτυχία, θα πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές (...).
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/11/2009 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ
Παγκόσμια εκστρατεία νόμου και τάξης...
Κοινωνική πρόνοια και ποινική Δικαιοσύνη είναι οι δύο αιχμές μιας επίθεσης για τον έλεγχο των φτωχών και την υποταγή τους στις επιλογές που λειτουργούν εις βάρος τους, σύμφωνα με τον Γάλλο κοινωνιολόγο, Loic Wacquant.
Ειδικευμένος στην αστική κοινωνιολογία, την αστική φτώχεια, τις φυλετικές ανισότητες και την εθνογραφία, ο καθηγήτης Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια και συγγραφέας πολλών συγγραμμάτων, με τελευταίο το «Τιμωρώντας τους φτωχούς: Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της κοινωνικής ανασφάλειας», μιλά στην «Ε» για μέσα και τεχνικές κοινωνικού ελέγχου.
Στο τελευταίο σας βιβλίο γράφετε ότι η κρατική κινητοποίηση για την επιβολή του νόμου και της τάξης εκτοξεύθηκε τα τελευταία 25 χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και τώρα εξαπλώνεται με φρενήρεις ρυθμούς στην Ευρώπη. Ποιες συνθήκες οδήγησαν στην εμφάνιση αυτή της τάσης στις ΗΠΑ και γιατί η Ευρώπη γνωρίζει τώρα το ίδιο φαινόμενο;
«Κατά τις τρεις δεκαετίες μετά την κορύφωση του κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων, οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν το ρόλο του ηγέτη στην προοδευτική δικαιοσύνη, που θα έδειχνε στην ανθρωπότητα το δρόμο για "μια κοινωνία χωρίς φυλακή", και αναδείχθηκαν σε απόστολο της "μηδενικής ανοχής" στην αστυνόμευση, σε εμπνευστή της λογικής "Στις τρεις φορές καίγεσαι" και σε παγκόσμιο πρωταθλητή της φυλάκισης. Γιατί; Η συμβατική απάντηση είναι ότι αυτή η εκπληκτική εξάπλωση τις τιμωρίας ωθήθηκε από την αύξηση της εγκληματικότητας. Αντιθέτως όμως, στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου η εγκληματικότητα σε πρώτη φάση σταθεροποιήθηκε και εν συνεχεία μειώθηκε. Σκεφτείτε αυτή την απλή στατιστική: οι ΗΠΑ είχαν το 1975 21 κρατουμένους για κάθε 10.000 "καταχωρισμένα εγκλήματα". Τριάντα χρόνια αργότερα είχαν 125 κρατουμένους για κάθε 10.000 εγκλήματα. Αυτό σημαίνει ότι, επί σταθερού αριθμού εγκλημάτων, το αμερικανικό κράτος επέβαλλε εξαπλάσιες ποινές.
»Για να εξηγήσουμε αυτή την απότομη άνοδο, πρέπει να βγούμε από το περιοριστικό πλαίσιο "έγκλημα και τιμωρία" και να δώσουμε έμφαση στις έξω-ποινικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών. Ανακαλύπτουμε λοιπόν ότι, υπό το φως των ταραχών στα γκέτο στη δεκαετία του '60, η αστυνομία και οι φυλακές χρησιμοποιήθηκαν για να συγκρατηθεί η αστική αποδιοργάνωση που προκλήθηκε από την οικονομική απορρύθμιση και να επιβληθεί η πειθαρχία της ανασφαλούς απασχόλησης στη βάση της ταξικής δομής. Αυτή η στροφή της ποινικής πολιτικής προς την αυστηρότερη τιμωρία δεν αποτελεί απάντηση στην εγκληματική ανασφάλεια, αλλά στην κοινωνική ανασφάλεια που προκάλεσαν ο κατακερματισμός της μισθωτής εργασίας και η διατάραξη της εθνοφυλετικής ιεραρχίας.
»Μια παρόμοια τάση προς την ποινικοποίηση του αστικού περιθωρίου έχει σαρώσει τη Δυτική Ευρώπη με καθυστέρηση δύο δεκαετιών και με μια-δυο διαφοροποιήσεις. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, προικισμένες με μια ισχυρή κρατική παράδοση, χρησιμοποιούν το "μπροστινό άκρο" της ποινικής αλυσίδας -την αστυνομία- παρά το "πίσω άκρο" -τη φυλακή- προκειμένου να κάμψουν τις κοινωνικές αναταραχές και την απελπισία στις περιοχές χαμηλού εισοδήματος. Ο ασπασμός του νόμου και της τάξης είναι ισχυρότερος σε επίπεδο ρητορείας παρά σε επίπεδο πραγματικής πολιτικής. Κι έπειτα, αντί να κάνουν μια βάναυση στροφή από την κοινωνική στην ποινική διαχείριση της φτώχειας, οι χώρες της γηραιάς ηπείρου ενίσχυσαν και τα δύο, επεκτείνοντας ταυτοχρόνως την κοινωνική πρόνοια και την αστυνομική παρέμβαση. Αλλά τελικώς η κυρίαρχη τάση είναι παρόμοια: μια αναθεώρηση της δημόσιας πολιτικής με προσανατολισμό προς την τιμωρία, η οποία συνδυάζει το "αόρατο χέρι" της αγοράς με τη "σιδερένια γροθιά" του ποινικού κράτους.
»Ο ενισχυμένος θεσμός της φυλακής που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα έχει καταλήξει να υπηρετεί τρεις αποστολές που ελάχιστη σχέση έχουν με τον έλεγχο του εγκλήματος: (στόχοι του είναι) να αναγκάσει τα θραύσματα της μεταβιομηχανικής (κατακερματισμένης) εργατικής τάξης σε επισφαλή μισθωτή εργασία. Να "αποθηκεύσει" τα πιο διασπαστικά και περιττά στοιχεία. Και να επιβεβαιώσει την εξουσία του κράτους στον περιορισμένο τομέα που θέτει τώρα ως πεδίο ευθύνης του».
Η αποθέωση της τιμωρίας
Συνδέεται η εκστρατεία νόμου και τάξης που βλέπουμε σήμερα σε πολλές δυτικές κοινωνίες με αλλαγές στην πολιτική πρόνοιας και στη μεταχείριση των φτωχών;
«Η ξαφνική άνοδος και αποθέωση της τιμωρίας είναι μέρος μιας ερύτερης αναδιάρθρωσης του κράτους, η οποία συνεπάγεται επίσης την αντικατάσταση του δικαιώματος στην κοινωνική πρόνοια από την υποχρέωση της αρχής της ανταποδοτικότητας της πρόνοιας (δηλαδή, την αναγκαστική συμμετοχή σε μια υποαμειβόμενη εργασία ως προϋπόθεση για τη λήψη κρατικής υποστήριξης). Ο περιορισμός της κοινωνικής αρωγής και η ενίσχυση των φυλακών αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, της πολιτικής αναδιάρθρωσης με βάση την επιβολή της τάξης σε κοινωνικό και αστικό επίπεδο.
»Το 1971 οι Αμερικανοί κοινωνιολόγοι Frances Fox Piven και Richard Cloward έγραψαν ένα κλασικό έργο της κοινωνικής επιστήμης με τίτλο "Regulating the Poor" (Ρυθμίζοντας τη φτώχεια), στο οποίο πρότειναν η αρωγή προς τους φτωχούς να διαστέλλεται και να συστέλλεται μαζί με τους κύκλους της αγοράς εργασίας. Αυτό το μοντέλο λειτούργησε για μισό αιώνα, αρχής γενομένης από το Νιου Ντιλ. Ομως στην εποχή του "υπερκινητικού" κεφαλαίου και της ευέλικτης εργασίας, αυτή η κυκλική εναλλαγή έχει αντικατασταθεί από τη διαρκή συστολή της πρόνοιας και την απελευθέρωση μιας πρόθυμης να δουλέψει και φιλοπόλεμης ποινικής γραφειοκρατίας. Η μοναδική ελπίδα των φτωχών να τους αγκαλιάσει το κοινωνικό κράτος έχει υπερκεραστεί από τη ρύθμιση της φτώχειας από τη μια μέσω της πατερναλιστικής πράξης της περιοριστικής εφαρμογής της αρχής της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και από την άλλη μέσω της επέκτασης του "εγκλεισμού".
»Στη δική μου εργασία χρησιμοποιώ την έννοια του γραφειοκρατικού πεδίου (του συνόλου των οργανισμών που προσδιορίζουν και διανέμουν τα δημόσια αγαθά) που έχει εισαγάγει ο Pierre Bourdieu, ώστε να συμπεριλάβω αυτές τις εξελίξεις στην κοινωνική πολιτική και την ποινική πολιτική σε ένα κοινό πλαίσιο ανάλυσης. Η κοινωνική πρόνοια, που επανέρχεται ως αρχή της ανταποδοτικότητας στην πρόνοια, και οι φυλακές, που στερούνται πλέον του προσχήματος της επανένταξης, συνιστούν τώρα ένα μοναδικό οργανωτικό πλέγμα που εκσφενδονίζεται στους φτωχούς, ενώ η κατανομή του ελέγχου γίνεται ανάλογα με το φύλο τους: η κοινωνική πρόνοια αναλαμβάνει τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ οι φυλακές αναλαμβάνουν τους άνδρες τους -που σημαίνει τους συζύγους, τους αδελφούς και τους γιους αυτών των γυναικών».
Ποινική Δικαιοσύνη και φτωχοί
Λέτε λοιπόν ότι η κοινωνική πρόνοια και η ποινική Δικαιοσύνη είναι δύο πλευρές της πολιτικής που ασκείται έναντι των φτωχών...
«Ναι, φυσικά. Ας θυμηθούμε πρώτα απ' όλα ότι η πρόνοια για τους φτωχούς και ο εγκλεισμός στις φυλακές έχουν κοινές ιστορικές καταβολές: επινοήθηκαν αμφότερα στον "μακρύ 16ο αιώνα" σε νομάδες που αποκόπηκαν από τους κοινωνικούς τους δεσμούς με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, για να διδαχθούν την ηθική της μισθωτής εργασίας. Δεύτερον, το κοινωνικό προφίλ εκείνων που δέχονται κοινωνική αρωγή και των εγκλείστων (από την άποψη της τάξης, της εθνικότητας, της εκπαίδευσης, της στέγασης, της οικογένειας, του ιατρικού ιστορικού, της έκθεσης στη βία κτλ.) είναι περίπου ταυτόσημο, εκτός ίσως από τον παράγοντα του φύλου, που λειτουργεί αντεστραμμένος, καθώς αμφότεροι προέρχονται από τους ίδιους περιθωριοποιημένους τομείς της ανειδίκευτης εργατικής τάξης. Τρίτον, η αρχή της ανταποδοτικότητας στην κοινωνική πρόνοια και ο εγκλεισμός που δεν αποβλέπει στην επανένταξη, στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία του ηθικού συμπεριφορισμού και χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνικές ελέγχου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο στιγματισμός, η επιτήρηση, οι ποινικές απαγορεύσεις και διαβαθμισμένες κυρώσεις για να "διορθώσουν" τη συμπεριφορά των πελατών τους. Καθεμιά από τις διαστάσεις αυτές έχει λάβει νέο νόημα υπό το νεοφιλελεύθερο κράτος.
Πώς ορίζετε το νεοφιλελεύθερο κράτος;
«Οι οικονομολόγοι έχουν εισαγάγει μια έννοια του φιλελευθερισμού που τον εξισώνει με την κυριαρχία της "ελεύθερης αγοράς" και την επέλαση της "μικρής κυβέρνησης". Λοιπόν αυτή είναι η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, όχι η πραγματικότητά του. Η κοινωνιολογία του υφιστάμενου νεοφιλελευθερισμού αποκαλύπτει ότι εμπεριέχει την οικοδόμηση ενός κράτους-κενταύρου, φιλελεύθερου στην κορυφή και πατερναλιστικού στη βάση. Ο νεοφιλελεύθερος Λεβιάθαν ασκεί το laissez faire laissez passer έναντι των επιχειρήσεων και της ανώτατης τάξης, στο επίπεδο των αιτιών της ανισότητας. Είναι όμως άγρια παρεμβατικό και απολυταρχικό όταν καλείται να αντιμετωπίσει τις καταστρεπτικές συνέπειες της οικονομικής απορρύθμισης για όσους βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο του ταξικού φάσματος.
»Εναντι της "ισχνής" αντίληψης των οικονομολόγων, προτείνω έναν "συμπαγή" κοινωνιολογικό χαρακτηρισμό του νεοφιλελευθερισμού, που προσθέτει τρία συστατικά στοιχεία στους νόμους της αγοράς: επιτηρητική εργασία, επιθετικό αστυνομικό και σωφρονιστικό μηχανισμό και το πολιτιστικό σχήμα λόγου της "προσωπικής ευθύνης" να κολλήσει όλα μαζί. Το "Τιμωρώντας τους φτωχούς" δείχνει ότι, όπως η επιτηρητική εργασία, το υπερτροφικό και υπερδραστήριο τιμωρητικό καθεστώς που ανόρθωσε η Αμερική για να περιορίσει τον απόηχο της κοινωνικής ανασφάλειας δεν είναι μια παράκαμψη από το νεοφιλελευθερισμό, αλλά ένα από τα συστατικά του στοιχεία.
»Πέραν τούτου, ο αιτιολογικός σύνδεσμος μεταξύ του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και της τιμωρητικής επέκτασης είναι φανερός εφόσον ιδωθεί σε διεθνές επίπεδο: δεν είναι τυχαίο ότι η Αγγλία διαπήδησε στην τάξη των ηγετών της φυλάκισης στη δυτική Ευρώπη υπό τον Μπλερ, ενώ η Χιλή διεκδίκησε τον τίτλο για τη Νότια Αμερική».
Επιχειρηματολογείτε στο τελευταίο έργο σας ότι η εκστρατεία για το νόμο και την τάξη υπό εξέλιξη είναι μια συμβολική έκθεση και τη συγκρίνετε με την πορνογραφία. Μπορείτε να μας εκθέσετε περαιτέρω την ιδέα;
«Μία από τις προκλήσεις στο "Τιμωρώντας τους φτωχούς" είναι να ξεπεράσουμε την τελετουργική αντίθεση μεταξύ υλιστικών προσεγγίσεων, προερχομένων από τον Καρλ Μαρξ, και των συμβολικών προσεγγίσεων, που εμπνέονται από τον Εμίλ Ντέρκχαϊμ. Ο πρώτος βλέπει κοινωνική πρόνοια και ποινική δικαιοσύνη ως όργανα ταξικού ελέγχου, ενώ ο δεύτερος τα ερμηνεύει ως οχήματα για επικοινωνιακές νόρμες και δέσμευση κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, η φυλακή είναι αρκετά πολύπλοκο ίδρυμα ώστε να λειτουργεί και στις δύο παραμέτρους αμοιβαία ή διαδοχικά.
»Είναι βασικό να λάβουμε υπόψη τις συμβολικές διαστάσεις της τιμωρίας σε μια εποχή όπου η τιμωρητική πολιτική οδηγείται όλο και περισσότερο από θεωρητικές εκφράσεις σε κατάσταση αμόκ. Η καταπολέμηση του εγκλήματος έχει παντού μεταλλαχθεί σε ένα γκροτέσκο θέατρο αστικής ηθικής όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούν για να σκηνοθετήσουν την αρσενική τους πυγμή και να λοιδορήσουν τους "ανάξιους" φτωχούς, όπως και να υποστηρίξουν το έλλειμμα της νομιμότητας από το οποίο πάσχουν όταν εγκαταλείπουν την προστατευτική αποστολή του κράτους στο κοινωνικό και οικονομικό μέτωπο. Οι πολιτικοί υπεραμύνονται μέτρων -όπως απαγορεύσεις κυκλοφορίας για τους νέους, αυτόματες επιβολές ισοβίων για αμετανόητους εγκληματίες ή δεμένους μαζί κρατουμένους με ριγωτές στολές- τα οποία είναι εντελώς άνευ αξίας από την πρακτική άποψη της μείωσης της εγκληματικότητας, όσο αυτά βολεύουν στο να γεννούν συναισθήματα εκδίκησης και στο να δραματοποιούν το όριο μεταξύ "ημών" των νομοταγών εργαζόμενων οικογενειών και "αυτών" του αποκρουστικού υποκόσμου.
»Η πυρετώδης εκστρατεία να μπουν στη μαύρη λίστα και να εξοριστούν οι σεξουαλικοί εγκληματίες, για παράδειγμα, είναι ακατανόητη από την αυστηρή άποψη του λογικού ελέγχου της εγκληματικότητας. Η διάχυση θεσπισμάτων όπως ο "Megan's Law"** ακριβώς όταν ο δείκτης σεξουαλικών εγκλημάτων πέφτει, δεν βγάζει νόημα με όρους οργανικής λογικής, από τη στιγμή που θέτει πρώην σεξουαλικούς εγκληματίες υπό επαναλαμβανόμενη ταπείνωση, τους ωθεί στην παρανομία και συνεπώς αυξάνει τις πιθανότητες να υποτροπιάσουν. Αλλά έχει νόημα για τα καλά εάν υπολογίσεις ότι με το να μεταχειρίζεσαι σεξουαλικούς εγκληματίες ως ανήθικα σκουπίδια που πρέπει να φυλακίζονται, εκτοπίζει το συλλογικό άγχος από τη δουλειά, την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα προς την κατεύθυνση των παραβιαζόντων το νόμο και, συμβολικά, τσιμεντώνει την ηθική ενότητα εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται από την αντίθεσή τους προς αυτούς». *
**Νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνια του 2004 που μεταξύ άλλων πληροφορεί κάθε ενδιαφερόμενο (και μέσω ιστοσελίδας) για τις κινήσεις κάθε καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα στο παρελθόν. Ο «Νόμος της Μέγκαν» ονομάστηκε έτσι εις μνήμην της 7χρονης Μέγκαν Κάνκαν από το Νιου Τζέρσεϊ, την βίασε και σκότωσε υπότροπος παιδεραστής που είχε μόλις μετακομίσει στη γειτονιά της.
Χ.ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/11/2009
Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009
Το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού
Του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
Τι έγινε το 1989 στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Γιατί κατέρρευσαν τόσο αιφνίδια και τόσο γρήγορα, σαν χάρτινοι πύργοι, τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη; Ορισμένοι νοσταλγοί του «σοβιετικού μοντέλου» υποστηρίζουν ότι η κατάρρευση αυτή οφείλεται σε μια σειρά λαθών, που έγιναν στα τελευταία χρόνια του καθεστώτος, στην «προδοσία» του Γκορμπατσόφ και στην ολέθρια περεστρόικα.
Θεωρούν επομένως ότι ήταν ένα ατύχημα της Ιστορίας, που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Οι περισσότεροι μελετητές ανιχνεύουν αντίθετα τα αίτια της κατάρρευσης σε βαθύτερες εγγενείς και δομικές αντιφάσεις του συστήματος και ερμηνεύουν το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας οικονομικής και πολιτικής παρακμής της ΕΣΣΔ. Η μακροχρόνια συνύπαρξη ανελευθερίας και οικονομικής στασιμότητας έπληττε ευθέως το κύρος και την αξιοπιστία της επίσημης ιδεολογίας. Η προϊούσα υποβάθμιση της οικονομίας υπέσκαπτε όχι μόνον τα θεμέλια της νομιμοποίησης του συστήματος, αλλά ακόμα και την ικανότητα της εξουσίας να καταπιέζει τους αντιπάλους της και να καταπνίγει κάθε αντιπολίτευση με τη βία.
Στα βασικά χαρακτηριστικά του, το μοντέλο που κυριαρχούσε σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν, με μικρές παραλλαγές, εκείνο που είχε εδραιωθεί στη σταλινική περίοδο. Ηταν δηλαδή το σοβιετικό μοντέλο της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια του κομμουνιστικού κόμματος, της γενικευμένης καταστολής και καταπίεσης όλων των διαφωνούντων και των αντιπάλων, του δογματικού ιδεολογικού «μονοθεϊσμού», του αυταρχικού αστυνομικού και «πανεποπτικού» ελέγχου όλης της κοινωνίας. Η επίσημη ιδεολογία, στο όνομα της οικοδόμησης μιας αταξικής και αρμονικής κοινωνίας, καταπολεμούσε τον πλουραλισμό κάθε είδους. Υποστήριζε ότι η συγκεντροποίηση της εξουσίας, η δικτατορική κυριαρχία του μοναδικού κόμματος πάνω στην κοινωνία, η κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός είχαν ισχυρά πλεονεκτήματα. Μεταξύ άλλων, υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν και την πιο ορθολογική και αποτελεσματική αξιοποίηση των υλικών πόρων, επειδή καταργούσαν τα κόστη που πηγάζουν από τις συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες.
Σε μια πρώτη φάση (από τη δεκαετία του 1930 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1960), η σοβιετική οικονομία γνώρισε μια θεαματική ανάπτυξη, πληρώνοντας παράλληλα ένα πελώριο και τρομερό ανθρώπινο και κοινωνικό τίμημα. Η εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ενωσης υπήρξε η πρώτη και η πιο σημαντική περίπτωση ταχείας οικονομικής ανάπτυξης μιας μεγάλης χώρας, μέσω μιας οικονομίας βασιζόμενης στην κρατική ιδιοκτησία και στον κεντρικό σχεδιασμό. Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα λειτούργησε ως σχετικά αποτελεσματική βιομηχανική - στρατιωτική μεγαμηχανή στο πεδίο των μεγάλων αριθμών, όσο δηλαδή το ζητούμενο ήταν να πραγματοποιηθεί μια απογείωση σε μεγάλη κλίμακα. Εδωσε ταυτόχρονα ένα σκληρότατο μάθημα βιομηχανικής παιδαγωγικής σε έναν απέραντο αγροτικό πληθυσμό. Ωστόσο, η οικονομία της ΕΣΣΔ δεν υπήρξε και δεν μπορούσε να γίνει το οικονομικό μέλλον του κόσμου, όπως προφήτευαν ορισμένοι μελετητές ή όπως εύχονταν οι υποστηρικτές της και όπως φοβούνταν οι αντίπαλοί της. Μπορούσε μόνον να επεκταθεί, λειτουργώντας ατελώς και προσωρινά ως πρότυπο προς μίμηση για ορισμένες εθνικοαπελευθερωτικές και αντιαποικιοκρατικές επαναστάσεις, στις γεωργικές περιοχές του Τρίτου Κόσμου.
Σύμφωνα με το κυρίαρχο σταλινικό μοντέλο, προνομιακός τομέας της οικονομίας παρέμενε σταθερά η βαριά βιομηχανία, η ανάπτυξη της οποίας θεωρούνταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη όλων των άλλων τομέων. Τα καταναλωτικά αγαθά έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, ενώ πολύ ακριβό ήταν το τίμημα που πλήρωναν οι Σοβιετικοί για να διατηρούν μιαν ορισμένη στρατιωτική ισορροπία με τη Δύση.
Τα κυριότερα οφέλη για τις μάζες των εργαζομένων ήταν η έλλειψη ανεργίας (αν και ήταν πολύ διαδεδομένες η υποαπασχόληση κι η κακοπληρωμένη εργασία), η άνοδος της μαζικής εκπαίδευσης και η βελτίωση του υγειονομικού συστήματος.
Τα οργανικά ελαττώματα του σοβιετικού παραγωγικού συστήματος έγιναν πιο φανερά στη μακρά περίοδο οικονομικής στασιμότητας, που άρχισε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Στα χρόνια 1970-1985 φάνηκε πιο καθαρά ότι η σοβιετική οικονομία έχανε οριστικά τη μάχη του οικονομικού ανταγωνισμού με τη Δύση. Στο διάστημα αυτό, και παρά τις διάφορες «μεταρρυθμιστικές» απόπειρες, το σοβιετικό οικονομικό σύστημα απέτυχε κραυγαλέα κάθε φορά που προσπάθησε να υπερβεί την αρχική φάση της επεκτατικής εκβιομηχάνισης, για να οδηγηθεί προς μιαν οικονομία που θα εξασφάλιζε τα επίπεδα κατανάλωσης και την υλική ευημερία που υποσχόταν το ίδιο το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Επομένως, δεν ήταν πλέον δυνατό να διατηρηθεί ζωντανή η πίστη στην ανωτερότητα και στις ελπιδοφόρες προοπτικές του σοβιετικού κομμουνισμού. Εμοιαζε να διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα οι βασικές επαγγελίες της επίσημης κομμουνιστικής ιδεολογίας για μιαν οικονομία που θα ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες και για μια κοινωνία δίκαιη και εξισωτική. Η αξιοπιστία της ιδεολογίας άρχισε να εξανεμίζεται, όταν στην ανελευθερία και στην οικονομική παρακμή προστέθηκαν η εκτεταμένη διαφθορά και η ηθικο-πολιτική χρεοκοπία του καθεστώτος, που ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού σε όλη την μπρεζνιεφική περίοδο.
Στην ίδια περίοδο που το σοβιετικό μπλοκ έμενε στάσιμο, η δυτική οικονομία έμπαινε σε μια φάση ορμητικής αλλαγής και τεχνολογικής ανανέωσης, της οποίας στρατηγικός πυρήνας ήταν η πληροφορική και η αυτοματοποίηση. Το σοβιετικό σύστημα, επιβαρημένο από την ακαμψία του κεντρικού σχεδιασμού, από την παραλυτική εξουσία μιας γραφειοκρατίας από τη φύση της εχθρικής προς την αλλαγή και από την παθητική αντίσταση των εργαζομένων στις αναδιαρθρώσεις, δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τεχνολογικής ανανέωσης και της ποιότητας της παραγωγής. Δεν διέθετε την αναγκαία ευελιξία, ελαστικότητα και αποδοτικότητα που θα το καθιστούσαν αξιόμαχο στον διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό. Το συγκεντρωτικό και αυταρχικό σύστημα -αυτό που στο παρελθόν κατόρθωνε να προωθεί νέους τεχνολογικούς προσανατολισμούς από τα πάνω- στεκόταν τώρα εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών από τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις. Το πνεύμα της πρωτοβουλίας δεν έβρισκε κίνητρα και θεσμικά στηρίγματα και η ανάληψη ρίσκου αποθαρρυνόταν. Η Σοβιετική Ενωση δεν κατόρθωνε να μειώσει την τεχνολογική απόσταση που χώριζε τη βιομηχανία της από τη βιομηχανία των κυριότερων δυτικών χωρών.
Και ενώ η χώρα έβλεπε τα ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης να μένουν σταθερά χαμηλά, η μπρεζνιεφική ηγεσία πήρε τη μοιραία απόφαση να πλειοδοτήσει στην εξωτερική πολιτική, προσπαθώντας μάταια να αναζωογονήσει μιαν αυτοκρατορική στρατηγική. Ξεκίνησε έτσι μια μεγάλη προσπάθεια για να διεκδικήσει τη στρατιωτική υπεροχή στον εξοπλιστικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, υποβάλλοντας σε πρόσθετη πίεση την ήδη εξασθενημένη σοβιετική οικονομία. Ο στρατιωτικός τομέας σπαταλούσε πελώριους πόρους, αλλά, καθώς υπάκουε στη λογική της αδιαφάνειας και της μυστικότητας, δεν μεταβίβαζε τα επιστημονικά και τεχνολογικά του επιτεύγματα στο υπόλοιπο παραγωγικό σύστημα, το οποίο αποδυναμωνόταν όλο και περισσότερο εξαιτίας αυτής της ανισορροπίας.
Από την άλλη μεριά, βαρύτατο ήταν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος που συνεπαγόταν η έλλειψη δημοκρατίας. Η πεποίθηση που είχαν πάντοτε οι κομμουνιστές που βρίσκονταν στην εξουσία ,ότι ο κοινωνικός, οικονομικός και πολιτικός και πολιτισμικός πλουραλισμός ήταν ένα κακό που έπρεπε να καταπολεμηθεί και να ξεριζωθεί οριστικά, αποκαλύφθηκε καταστροφική. Αυτός ο πλουραλισμός τροφοδοτούσε τον δυναμισμό των δυτικών κοινωνιών και οικονομιών. Ενώ αντίθετα ο συγκεντρωτικός - γραφειοκρατικός κολεκτιβισμός και ο αυταρχικός πολιτικός και αστυνομικός έλεγχος μιας αδρανούς και πολιτισμικά στάσιμης κοινωνίας αποτελούσαν σοβαρές αιτίες της δομικής κρίσης του σοβιετικού συστήματος.
Οταν ανέλαβε την εξουσία, το 1985, ο Γκορμπατσόφ είχε επίγνωση της σοβαρότητας αυτής της κρίσης. Η μπρεζνιεφική περίοδος είχε αφήσει μια βαριά αρνητική κληρονομιά: οικονομική στασιμότητα, ιδεολογική απολίθωση, διάχυτη διαφθορά. Το αρχικό πρόγραμμα του Γκορμπατσόφ σκόπευε να δώσει μιαν ισχυρή ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα. Καθώς όμως δεν κατόρθωνε να πετύχει μια γρήγορη αντιστροφή των τάσεων στην οικονομία, ο Γκορμπατσόφ προσπάθησε να ανταποκριθεί στο αίτημα για δημοκρατία, που ωρίμαζε στην κοινωνία, ή τουλάχιστον για μια χαλάρωση του ασφυκτικού ελέγχου της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Ετσι, από τα μέσα του 1988, προσέθεσε στην περεστρόικα και στην γκλάσνοστ ένα τρίτο στοιχείο: τον εκδημοκρατισμό. Αλλά οι προσπάθειές του να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα «ανανέωσης του σοσιαλισμού» κατέδειξαν τελικά ότι το σοβιετικό σύστημα, εξαιτίας της απόλυτης ακαμψίας του και της έλλειψης μιας δραστήριας κοινωνίας πολιτών, δεν διέθετε τους αναγκαίους ηθικούς και πολιτικούς πόρους για να αυτομεταρρυθμιστεί. Οι μεταρρυθμίσεις έτειναν αντίθετα να το καταστρέφουν, στον βαθμό που πυροδοτούσαν άλυτες και ακυβέρνητες αντιφάσεις στο εσωτερικό του.
Το σχέδιο του Γκορμπατσόφ να προχωρήσει σε μιαν αναδιάρθρωση του σοβιετικού συστήματος κατέληξε έτσι σε μιαν ολική αποτυχία. Η περεστρόικα εγκαινίασε ανεξέλεγκτες και καταστροφικές διαδικασίες, οι οποίες δεν οδήγησαν στην ανανέωση του κομμουνισμού αλλά στην κατάρρευσή του. Οι μεταρρυθμίσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο εκείνων που τις σχεδίασαν, προκαλώντας την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, πυροδοτώντας πολιτικές συγκρούσεις και ενεργοποιώντας τις αποσχιστικές τάσεις πολλών εθνοτήτων που ένιωθαν ότι καταπιέζονται. Η εμφάνιση αυτών των αποσταθεροποιητικών ταραχών σε μια κοινωνία, η οποία μέχρι τότε ελεγχόταν αυστηρά και ολοκληρωτικά από τα πάνω, επιβεβαίωνε για άλλη μια φορά τις αναλύσεις του Τοκβίλ στο σπουδαίο έργο του «Το παλαιό καθεστώς και η επανάσταση» (εκδόσεις «Πόλις», 2006). Σύμφωνα με τον Τοκβίλ, η απόπειρα να μεταρρυθμιστεί ένα ανελεύθερο και εξαιρετικά άκαμπτο καθεστώς είναι πιθανότερο να καταλήξει, όχι στη βελτίωσή του, αλλά στην πτώση του.
Και είναι μια τρομερή ειρωνεία της ιστορίας το ότι έτυχε στο κομμουνιστικό σύστημα να γνωρίσει εκείνη τη «γενική κρίση» και την κατάρρευση, που ο παγκόσμιος κομμουνισμός είχε πιστέψει και προφητέψει ότι θα πραγματοποιούνταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Ο σοβιετικός κομμουνισμός, ο οποίος φιλοδοξούσε να είναι «επιστημονικός», ικανός δηλαδή όσο καμιά άλλη πολιτική δύναμη να «σχεδιάζει» το παρόν και το μέλλον, έχασε πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του, της ίδιας της εξουσίας του, και οδηγήθηκε σε μια καταστροφική κρίση.
Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ προκάλεσε μιαν αλυσιδωτή αντίδραση μαζικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων ενάντια στον κομμουνισμό, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση όλων των καθεστώτων που εγκαθιδρύθηκαν μετά το 1945. Ετσι τα καθεστώτα, που γεννήθηκαν με τη φιλοδοξία να αποτελέσουν αυθεντική έκφραση του λαού, αποκαλύφθηκαν σε τέτοιο σημείο αντιλαϊκά, ώστε να καταρρεύσουν υπό την πίεση μιας γιγάντιας λαϊκής αντίθεσης. Και κατά την πτώση τους, δεν υπήρξε σχεδόν κανείς που να θέλει να παλέψει για να τα διατηρήσει -πράγμα που καθρεφτίζει εύγλωττα την ηθική και πολιτική χρεοκοπία τους και φωτίζει τον συνδυασμό ιδεολογικού ψεύδους και πολιτικής καταπίεσης, πάνω στον οποίο βασιζόταν για πολλά χρόνια ο «σοσιαλισμός» τους.
Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν μια τέτοιας ιστορικής σημασίας πολιτική και κοινωνική αλλαγή -όπως η κατάρρευση της σοβιετικής «αυτοκρατορίας»- δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Στην πραγματικότητα βέβαια, η ειρηνική κατάρρευση του ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού δεν οφειλόταν μόνον στην κινητοποίηση των λαών, αλλά πρέπει να αποδοθεί κυρίως στη θεμελιώδη αλλαγή προσανατολισμού της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής υπό τον Γκορμπατσόφ. Η λαϊκή αντίθεση στα διάφορα κομμουνιστικά καθεστώτα είχε εκδηλωθεί έντονα και στο παρελθόν, όπως δείχνουν οι ταραχές στην Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία το 1953, οι εξεγέρσεις στην Πολωνία και την Ουγγαρία το 1956, η ευρεία συναίνεση στην «Ανοιξη της Πράγας» το 1968 και η άνοδος της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία στα 1980-81. Αυτό που άλλαξε το 1989, σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις στην Ανατολική Ευρώπη, δεν ήταν τόσο το εύρος της λαϊκής αντίθεσης στα καθεστώτα που υποστήριζε η ΕΣΣΔ όσο η συνολική κατεύθυνση της σοβιετικής πολιτικής. Αν στο παρελθόν η Σοβιετική Ενωση είχε κάνει το παν για να καταπνίξει κάθε μορφή πολιτικού φιλελευθερισμού ή εκδημοκρατισμού στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, στα τέλη του 1989 δεν απέμεναν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η Ανατολική Ευρώπη μπορούσε ανεμπόδιστα να προχωρήσει σε σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς τον φόβο μιας σοβιετικής στρατιωτικής επέμβασης. Και μολονότι ο Γκορμπατσόφ δεν είχε την πρόθεση να διαλύσει το σοβιετικό μπλοκ και δεν είχε προβλέψει ότι οι αλλαγές, που ο ίδιος είχε εγκαινιάσει, θα οδηγούσαν στο γρήγορο τέλος του κομμουνισμού, αυτός ακολούθησε με συνέπεια την πολιτική του, της αποφυγής χρήσης βίας.
«Ευγνωμοσύνη στον Γκορμπατσόφ»
«Πριν από 20 χρόνια έπεσε ειρηνικά το Τείχος του Βερολίνου. Για εμένα κάθε επέτειος είναι εντελώς ιδιαίτερη ημέρα ανασκόπησης και χαράς. Σήμερα, όμως, βιώνουμε την εξασθένηση της συνείδησης για τη σημασία εκείνου του απαξιωτικού για το Βερολίνο κτίσματος. Το Τείχος δεν διχοτομούσε μόνον μια μεγαλούπολη χωρίζοντας οικογένειες -το Τείχος ήταν και σύμβολο για τη διχοτόμηση της Γερμανίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης σε ελεύθερο και ανελεύθερο κόσμο.
Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι εάν το 1989 δεν έπεφτε το Τείχος, δεν θα είχε συντελεστεί η επανένωση της Γερμανίας και πως οι εξελίξεις σε όλο τον κόσμο θα είχαν πάρει εντελώς διαφορετική τροπή. Μεγάλο μέρος της πολιτικής αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης οφείλεται στην υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του Μιτεράν, ενώ απεριόριστη ευγνωμοσύνη αξίζει στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, που χάραξε τον δρόμο της γκλάσνοστ και της περεστρόικα -αλλά και που επέλεξε την ειρήνη και δεν κινητοποίησε εκείνον τον Νοέμβριο τα ρωσικά τεθωρακισμένα».
Χέλμουτ Κολ, καγκελάριος της Δυτ. Γερμανίας 1982-1988
(από τον πρόλογο του βιβλίου του «Die Mauer» - «Το Τείχος»)
«Ως πολιτικός μπορεί να έχασα...»
«Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες (από την πτώση) αλλά δεν ήταν απροσδόκητη. Μεγάλες αλλαγές ήταν σε εξέλιξη στη Σοβιετική Ενωση και στην ανατολική Ευρώπη. Από την εποχή του πολέμου, ένα μεγάλο πρόβλημα είχε παραμείνει άλυτο: αυτό μιας διαιρεμένης Ευρώπης, που αφορούσε κυρίως τους Γερμανούς (...). Θα μπορούσε η πτώση του Τείχους να μην είχε οδηγήσει σε κατάρρευση του κομμουνισμού; Ναι, πιθανώς. Αν ο πρόεδρος Ερικ Χόνεκερ είχε αρχίσει τις μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της χώρας δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα. Ο κόσμος το ήθελε. Σε όλες τις άλλες χώρες η αλλαγή προχωρούσε. Η ΕΣΣΔ, προπύργιο του σοσιαλισμού, άλλαζε. Ο Χόνεκερ δεν έκανε τίποτα (...). Η ΕΣΣΔ άλλαζε με μια νέα γενιά ηγετών. Δίχως τις αλλαγές αυτές, ο Ρίγκαν θα μπορούσε να χορέψει όποιον χορό ήθελε στο Βερολίνο. Το Τείχος θα ήταν ακόμα εκεί (...). Είναι οι εσωτερικές συγκρούσεις για το μέλλον της ΕΣΣΔ που βρίσκονται στη ρίζα της κατάρρευσής της. Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευα ότι η ένωση των δημοκρατιών μας μπορούσε να επιβιώσει. Εγιναν λάθη. Η δημοκρατία της Ρωσίας κυβερνιόταν από ανθρώπους που ενεργούσαν κατά της περεστρόικα... ήταν σαν τα ζώα, διψασμένοι για εξουσία και κατέστρεψαν τη χώρα, την ένωση, την οικονομία και το ίδιο το μέλλον τους (...). Ως πολιτικός μπορεί να έχασα, όμως οι πολιτικές που υπερασπίστηκα βοήθησαν να γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώς το 1991. Η περεστρόικα έφτασε σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Εχασα, αλλά η περεστρόικα κέρδισε».
Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τότε, γενικός γραμματέας Κ.Ε. Κομμουνιστικού Κόμματος ΕΣΣΔ (Le Temps / Ελβετία)
«Ηταν για μένα μεγάλη έκπληξη»
«Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ πού ήμουν (όταν άρχισε να διαλύεται το Τείχος). Ημουν πιθανώς στο γραφείο μου και το πληροφορήθηκα πριν γίνει επισήμως γνωστό. Παραδέχομαι ότι για μένα ήταν μεγάλη έκπληξη. Ημουν στο Βερολίνο στις 6 και 7 Οκτωβρίου. Και ο Γκορμπατσόφ ήταν εκεί για μια μεγάλη εκδήλωση που είχε οργανώσει ο Χόνεκερ, με αφορμή την 40ή επέτειο από τη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο κόσμος περνούσε μπροστά από τη σκηνή και φώναζε: "Γκόρμπι, Γκόρμπι, βοήθησέ μας". Πήγα στον Γκορμπατσόφ και του είπα. "Τελείωσε. Ηρθε το τέλος". Παραδέχτηκε ότι αυτό ήταν το τέλος. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η πτώση του Τείχους ήταν απλώς μια τυπική υπόθεση (...) Με υπερηφάνεια λέω ότι ήμουν μέρος της διαδικασίας. Παράδοξο, πράγματι. Εγώ, ο αυτουργός ενός στρατιωτικού νόμου αλλά και συναυτουργός των αλλαγών που έγιναν τη δεκαετία του '80, που είχαν σημαντικές διαστάσεις, όχι μόνο για την Πολωνία (...) Μπορεί να φαίνεται ακατανόητο ότι εγώ, άνθρωπος του παλιού καθεστώτος, μπορώ σήμερα να λέω ότι οι αλλαγές ήταν απολύτως αναγκαίες για την Πολωνία και όλη την Ευρώπη (...) Ο κομμουνισμός, η βίβλος του κομμουνισμού δημιουργήθηκε όχι κατά μήκος του Βόλγα, αλλά κατά μήκος του Ρήνου. Και ήταν γεμάτη ελκυστικές και ευγενείς ιδέες, εν μέρει ουτοπικές, αν και πιστεύω ότι παραμένουν σε ισχύ από φιλοσοφική και ηθική άποψη. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο σταλινισμός αμαύρωσε την ιδεολογία του κομμουνισμού».
Στρατηγός Βόιτσεκ Γιαρουζέλσκι, τότε πρωθυπουργός Πολωνίας (Euronews)
«Δεν μελετήσαμε τη διεύρυνση»
«Το γεγονός μάς συντάραξε και περιμέναμε να δούμε εάν επρόκειτο να εξελιχθεί ειρηνικά. Δεν ξέραμε πώς θα αντιδρούσε η αστυνομία ή την αντίδραση της κομμουνιστικής ηγεσίας. Παρακολουθούσαμε προσεκτικά ό,τι συνέβαινε. Αυτό που είχε σημασία όμως, ήταν ό,τι ακολούθησε τις επόμενες εβδομάδες. Ο καγκελάριος Κολ και ο Γκορμπατσόφ, αλλά και ο πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος, ενέτειναν την επικοινωνία τους, ώστε να προλάβουμε επεισόδια που θα μπορούσαν να κοστίσουν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Περιμέναμε να δούμε τι θα συμβεί. Επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων συναντήθηκαν στα Ηλύσια Πεδία, καθώς η Ε.Ε. ήταν υπό γαλλική προεδρία. Αρχίσαμε να εξηγούμε ότι δεν υπήρχε κάτι που να προκαλεί ανησυχία, αν και πολλοί ενίσταντο στη γερμανική ενοποίηση. Δουλέψαμε πολύ σκληρά προς αυτή την κατεύθυνση. Τον Απρίλιο του 1990 το σύνολο της ευρωπαϊκής κοινότητας αναγνώρισε την πρόθεση της Γερμανίας για ενοποίηση (...) Μου έδωσε μεγάλη χαρά ότι ανοίξαμε την αγκαλιά μας στις χώρες που αναδύονταν από τον ολοκληρωτισμό (...) ζήτησα, ωστόσο, από την κοινότητά μας, το σπίτι που μοιραζόμαστε, να προετοιμαστεί για να εντάξει ακόμα δέκα χώρες. Αλλά απέτυχα. Ηταν στη σύνοδο της Λισαβόνας, το 1992. Λυπάμαι που δεν βάλαμε το σπίτι μας σε τάξη και δεν μελετήσαμε πώς θα είναι η Ευρώπη των 25 ή των 27 πριν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για τη διεύρυνση».
Ζακ Ντελόρ, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Euronews)
Τι έγινε το 1989 στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Γιατί κατέρρευσαν τόσο αιφνίδια και τόσο γρήγορα, σαν χάρτινοι πύργοι, τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη; Ορισμένοι νοσταλγοί του «σοβιετικού μοντέλου» υποστηρίζουν ότι η κατάρρευση αυτή οφείλεται σε μια σειρά λαθών, που έγιναν στα τελευταία χρόνια του καθεστώτος, στην «προδοσία» του Γκορμπατσόφ και στην ολέθρια περεστρόικα.
Θεωρούν επομένως ότι ήταν ένα ατύχημα της Ιστορίας, που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Οι περισσότεροι μελετητές ανιχνεύουν αντίθετα τα αίτια της κατάρρευσης σε βαθύτερες εγγενείς και δομικές αντιφάσεις του συστήματος και ερμηνεύουν το τέλος του σοβιετικού κομμουνισμού ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας οικονομικής και πολιτικής παρακμής της ΕΣΣΔ. Η μακροχρόνια συνύπαρξη ανελευθερίας και οικονομικής στασιμότητας έπληττε ευθέως το κύρος και την αξιοπιστία της επίσημης ιδεολογίας. Η προϊούσα υποβάθμιση της οικονομίας υπέσκαπτε όχι μόνον τα θεμέλια της νομιμοποίησης του συστήματος, αλλά ακόμα και την ικανότητα της εξουσίας να καταπιέζει τους αντιπάλους της και να καταπνίγει κάθε αντιπολίτευση με τη βία.
Στα βασικά χαρακτηριστικά του, το μοντέλο που κυριαρχούσε σε όλες τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν, με μικρές παραλλαγές, εκείνο που είχε εδραιωθεί στη σταλινική περίοδο. Ηταν δηλαδή το σοβιετικό μοντέλο της συγκέντρωσης όλων των εξουσιών στα χέρια του κομμουνιστικού κόμματος, της γενικευμένης καταστολής και καταπίεσης όλων των διαφωνούντων και των αντιπάλων, του δογματικού ιδεολογικού «μονοθεϊσμού», του αυταρχικού αστυνομικού και «πανεποπτικού» ελέγχου όλης της κοινωνίας. Η επίσημη ιδεολογία, στο όνομα της οικοδόμησης μιας αταξικής και αρμονικής κοινωνίας, καταπολεμούσε τον πλουραλισμό κάθε είδους. Υποστήριζε ότι η συγκεντροποίηση της εξουσίας, η δικτατορική κυριαρχία του μοναδικού κόμματος πάνω στην κοινωνία, η κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός είχαν ισχυρά πλεονεκτήματα. Μεταξύ άλλων, υποτίθεται ότι εξασφάλιζαν και την πιο ορθολογική και αποτελεσματική αξιοποίηση των υλικών πόρων, επειδή καταργούσαν τα κόστη που πηγάζουν από τις συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες.
Σε μια πρώτη φάση (από τη δεκαετία του 1930 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1960), η σοβιετική οικονομία γνώρισε μια θεαματική ανάπτυξη, πληρώνοντας παράλληλα ένα πελώριο και τρομερό ανθρώπινο και κοινωνικό τίμημα. Η εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ενωσης υπήρξε η πρώτη και η πιο σημαντική περίπτωση ταχείας οικονομικής ανάπτυξης μιας μεγάλης χώρας, μέσω μιας οικονομίας βασιζόμενης στην κρατική ιδιοκτησία και στον κεντρικό σχεδιασμό. Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα λειτούργησε ως σχετικά αποτελεσματική βιομηχανική - στρατιωτική μεγαμηχανή στο πεδίο των μεγάλων αριθμών, όσο δηλαδή το ζητούμενο ήταν να πραγματοποιηθεί μια απογείωση σε μεγάλη κλίμακα. Εδωσε ταυτόχρονα ένα σκληρότατο μάθημα βιομηχανικής παιδαγωγικής σε έναν απέραντο αγροτικό πληθυσμό. Ωστόσο, η οικονομία της ΕΣΣΔ δεν υπήρξε και δεν μπορούσε να γίνει το οικονομικό μέλλον του κόσμου, όπως προφήτευαν ορισμένοι μελετητές ή όπως εύχονταν οι υποστηρικτές της και όπως φοβούνταν οι αντίπαλοί της. Μπορούσε μόνον να επεκταθεί, λειτουργώντας ατελώς και προσωρινά ως πρότυπο προς μίμηση για ορισμένες εθνικοαπελευθερωτικές και αντιαποικιοκρατικές επαναστάσεις, στις γεωργικές περιοχές του Τρίτου Κόσμου.
Σύμφωνα με το κυρίαρχο σταλινικό μοντέλο, προνομιακός τομέας της οικονομίας παρέμενε σταθερά η βαριά βιομηχανία, η ανάπτυξη της οποίας θεωρούνταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη όλων των άλλων τομέων. Τα καταναλωτικά αγαθά έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, ενώ πολύ ακριβό ήταν το τίμημα που πλήρωναν οι Σοβιετικοί για να διατηρούν μιαν ορισμένη στρατιωτική ισορροπία με τη Δύση.
Τα κυριότερα οφέλη για τις μάζες των εργαζομένων ήταν η έλλειψη ανεργίας (αν και ήταν πολύ διαδεδομένες η υποαπασχόληση κι η κακοπληρωμένη εργασία), η άνοδος της μαζικής εκπαίδευσης και η βελτίωση του υγειονομικού συστήματος.
Τα οργανικά ελαττώματα του σοβιετικού παραγωγικού συστήματος έγιναν πιο φανερά στη μακρά περίοδο οικονομικής στασιμότητας, που άρχισε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Στα χρόνια 1970-1985 φάνηκε πιο καθαρά ότι η σοβιετική οικονομία έχανε οριστικά τη μάχη του οικονομικού ανταγωνισμού με τη Δύση. Στο διάστημα αυτό, και παρά τις διάφορες «μεταρρυθμιστικές» απόπειρες, το σοβιετικό οικονομικό σύστημα απέτυχε κραυγαλέα κάθε φορά που προσπάθησε να υπερβεί την αρχική φάση της επεκτατικής εκβιομηχάνισης, για να οδηγηθεί προς μιαν οικονομία που θα εξασφάλιζε τα επίπεδα κατανάλωσης και την υλική ευημερία που υποσχόταν το ίδιο το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Επομένως, δεν ήταν πλέον δυνατό να διατηρηθεί ζωντανή η πίστη στην ανωτερότητα και στις ελπιδοφόρες προοπτικές του σοβιετικού κομμουνισμού. Εμοιαζε να διαψεύδονται από την ίδια την πραγματικότητα οι βασικές επαγγελίες της επίσημης κομμουνιστικής ιδεολογίας για μιαν οικονομία που θα ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες και για μια κοινωνία δίκαιη και εξισωτική. Η αξιοπιστία της ιδεολογίας άρχισε να εξανεμίζεται, όταν στην ανελευθερία και στην οικονομική παρακμή προστέθηκαν η εκτεταμένη διαφθορά και η ηθικο-πολιτική χρεοκοπία του καθεστώτος, που ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού σε όλη την μπρεζνιεφική περίοδο.
Στην ίδια περίοδο που το σοβιετικό μπλοκ έμενε στάσιμο, η δυτική οικονομία έμπαινε σε μια φάση ορμητικής αλλαγής και τεχνολογικής ανανέωσης, της οποίας στρατηγικός πυρήνας ήταν η πληροφορική και η αυτοματοποίηση. Το σοβιετικό σύστημα, επιβαρημένο από την ακαμψία του κεντρικού σχεδιασμού, από την παραλυτική εξουσία μιας γραφειοκρατίας από τη φύση της εχθρικής προς την αλλαγή και από την παθητική αντίσταση των εργαζομένων στις αναδιαρθρώσεις, δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τεχνολογικής ανανέωσης και της ποιότητας της παραγωγής. Δεν διέθετε την αναγκαία ευελιξία, ελαστικότητα και αποδοτικότητα που θα το καθιστούσαν αξιόμαχο στον διεθνή οικονομικό ανταγωνισμό. Το συγκεντρωτικό και αυταρχικό σύστημα -αυτό που στο παρελθόν κατόρθωνε να προωθεί νέους τεχνολογικούς προσανατολισμούς από τα πάνω- στεκόταν τώρα εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών από τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις. Το πνεύμα της πρωτοβουλίας δεν έβρισκε κίνητρα και θεσμικά στηρίγματα και η ανάληψη ρίσκου αποθαρρυνόταν. Η Σοβιετική Ενωση δεν κατόρθωνε να μειώσει την τεχνολογική απόσταση που χώριζε τη βιομηχανία της από τη βιομηχανία των κυριότερων δυτικών χωρών.
Και ενώ η χώρα έβλεπε τα ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης να μένουν σταθερά χαμηλά, η μπρεζνιεφική ηγεσία πήρε τη μοιραία απόφαση να πλειοδοτήσει στην εξωτερική πολιτική, προσπαθώντας μάταια να αναζωογονήσει μιαν αυτοκρατορική στρατηγική. Ξεκίνησε έτσι μια μεγάλη προσπάθεια για να διεκδικήσει τη στρατιωτική υπεροχή στον εξοπλιστικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, υποβάλλοντας σε πρόσθετη πίεση την ήδη εξασθενημένη σοβιετική οικονομία. Ο στρατιωτικός τομέας σπαταλούσε πελώριους πόρους, αλλά, καθώς υπάκουε στη λογική της αδιαφάνειας και της μυστικότητας, δεν μεταβίβαζε τα επιστημονικά και τεχνολογικά του επιτεύγματα στο υπόλοιπο παραγωγικό σύστημα, το οποίο αποδυναμωνόταν όλο και περισσότερο εξαιτίας αυτής της ανισορροπίας.
Από την άλλη μεριά, βαρύτατο ήταν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος που συνεπαγόταν η έλλειψη δημοκρατίας. Η πεποίθηση που είχαν πάντοτε οι κομμουνιστές που βρίσκονταν στην εξουσία ,ότι ο κοινωνικός, οικονομικός και πολιτικός και πολιτισμικός πλουραλισμός ήταν ένα κακό που έπρεπε να καταπολεμηθεί και να ξεριζωθεί οριστικά, αποκαλύφθηκε καταστροφική. Αυτός ο πλουραλισμός τροφοδοτούσε τον δυναμισμό των δυτικών κοινωνιών και οικονομιών. Ενώ αντίθετα ο συγκεντρωτικός - γραφειοκρατικός κολεκτιβισμός και ο αυταρχικός πολιτικός και αστυνομικός έλεγχος μιας αδρανούς και πολιτισμικά στάσιμης κοινωνίας αποτελούσαν σοβαρές αιτίες της δομικής κρίσης του σοβιετικού συστήματος.
Οταν ανέλαβε την εξουσία, το 1985, ο Γκορμπατσόφ είχε επίγνωση της σοβαρότητας αυτής της κρίσης. Η μπρεζνιεφική περίοδος είχε αφήσει μια βαριά αρνητική κληρονομιά: οικονομική στασιμότητα, ιδεολογική απολίθωση, διάχυτη διαφθορά. Το αρχικό πρόγραμμα του Γκορμπατσόφ σκόπευε να δώσει μιαν ισχυρή ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα. Καθώς όμως δεν κατόρθωνε να πετύχει μια γρήγορη αντιστροφή των τάσεων στην οικονομία, ο Γκορμπατσόφ προσπάθησε να ανταποκριθεί στο αίτημα για δημοκρατία, που ωρίμαζε στην κοινωνία, ή τουλάχιστον για μια χαλάρωση του ασφυκτικού ελέγχου της κοινωνικο-πολιτικής ζωής. Ετσι, από τα μέσα του 1988, προσέθεσε στην περεστρόικα και στην γκλάσνοστ ένα τρίτο στοιχείο: τον εκδημοκρατισμό. Αλλά οι προσπάθειές του να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα «ανανέωσης του σοσιαλισμού» κατέδειξαν τελικά ότι το σοβιετικό σύστημα, εξαιτίας της απόλυτης ακαμψίας του και της έλλειψης μιας δραστήριας κοινωνίας πολιτών, δεν διέθετε τους αναγκαίους ηθικούς και πολιτικούς πόρους για να αυτομεταρρυθμιστεί. Οι μεταρρυθμίσεις έτειναν αντίθετα να το καταστρέφουν, στον βαθμό που πυροδοτούσαν άλυτες και ακυβέρνητες αντιφάσεις στο εσωτερικό του.
Το σχέδιο του Γκορμπατσόφ να προχωρήσει σε μιαν αναδιάρθρωση του σοβιετικού συστήματος κατέληξε έτσι σε μιαν ολική αποτυχία. Η περεστρόικα εγκαινίασε ανεξέλεγκτες και καταστροφικές διαδικασίες, οι οποίες δεν οδήγησαν στην ανανέωση του κομμουνισμού αλλά στην κατάρρευσή του. Οι μεταρρυθμίσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο εκείνων που τις σχεδίασαν, προκαλώντας την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, πυροδοτώντας πολιτικές συγκρούσεις και ενεργοποιώντας τις αποσχιστικές τάσεις πολλών εθνοτήτων που ένιωθαν ότι καταπιέζονται. Η εμφάνιση αυτών των αποσταθεροποιητικών ταραχών σε μια κοινωνία, η οποία μέχρι τότε ελεγχόταν αυστηρά και ολοκληρωτικά από τα πάνω, επιβεβαίωνε για άλλη μια φορά τις αναλύσεις του Τοκβίλ στο σπουδαίο έργο του «Το παλαιό καθεστώς και η επανάσταση» (εκδόσεις «Πόλις», 2006). Σύμφωνα με τον Τοκβίλ, η απόπειρα να μεταρρυθμιστεί ένα ανελεύθερο και εξαιρετικά άκαμπτο καθεστώς είναι πιθανότερο να καταλήξει, όχι στη βελτίωσή του, αλλά στην πτώση του.
Και είναι μια τρομερή ειρωνεία της ιστορίας το ότι έτυχε στο κομμουνιστικό σύστημα να γνωρίσει εκείνη τη «γενική κρίση» και την κατάρρευση, που ο παγκόσμιος κομμουνισμός είχε πιστέψει και προφητέψει ότι θα πραγματοποιούνταν στον καπιταλιστικό κόσμο. Ο σοβιετικός κομμουνισμός, ο οποίος φιλοδοξούσε να είναι «επιστημονικός», ικανός δηλαδή όσο καμιά άλλη πολιτική δύναμη να «σχεδιάζει» το παρόν και το μέλλον, έχασε πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του, της ίδιας της εξουσίας του, και οδηγήθηκε σε μια καταστροφική κρίση.
Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ προκάλεσε μιαν αλυσιδωτή αντίδραση μαζικών κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων ενάντια στον κομμουνισμό, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση όλων των καθεστώτων που εγκαθιδρύθηκαν μετά το 1945. Ετσι τα καθεστώτα, που γεννήθηκαν με τη φιλοδοξία να αποτελέσουν αυθεντική έκφραση του λαού, αποκαλύφθηκαν σε τέτοιο σημείο αντιλαϊκά, ώστε να καταρρεύσουν υπό την πίεση μιας γιγάντιας λαϊκής αντίθεσης. Και κατά την πτώση τους, δεν υπήρξε σχεδόν κανείς που να θέλει να παλέψει για να τα διατηρήσει -πράγμα που καθρεφτίζει εύγλωττα την ηθική και πολιτική χρεοκοπία τους και φωτίζει τον συνδυασμό ιδεολογικού ψεύδους και πολιτικής καταπίεσης, πάνω στον οποίο βασιζόταν για πολλά χρόνια ο «σοσιαλισμός» τους.
Ποτέ άλλοτε στο παρελθόν μια τέτοιας ιστορικής σημασίας πολιτική και κοινωνική αλλαγή -όπως η κατάρρευση της σοβιετικής «αυτοκρατορίας»- δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Στην πραγματικότητα βέβαια, η ειρηνική κατάρρευση του ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού δεν οφειλόταν μόνον στην κινητοποίηση των λαών, αλλά πρέπει να αποδοθεί κυρίως στη θεμελιώδη αλλαγή προσανατολισμού της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής υπό τον Γκορμπατσόφ. Η λαϊκή αντίθεση στα διάφορα κομμουνιστικά καθεστώτα είχε εκδηλωθεί έντονα και στο παρελθόν, όπως δείχνουν οι ταραχές στην Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία το 1953, οι εξεγέρσεις στην Πολωνία και την Ουγγαρία το 1956, η ευρεία συναίνεση στην «Ανοιξη της Πράγας» το 1968 και η άνοδος της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία στα 1980-81. Αυτό που άλλαξε το 1989, σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις στην Ανατολική Ευρώπη, δεν ήταν τόσο το εύρος της λαϊκής αντίθεσης στα καθεστώτα που υποστήριζε η ΕΣΣΔ όσο η συνολική κατεύθυνση της σοβιετικής πολιτικής. Αν στο παρελθόν η Σοβιετική Ενωση είχε κάνει το παν για να καταπνίξει κάθε μορφή πολιτικού φιλελευθερισμού ή εκδημοκρατισμού στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, στα τέλη του 1989 δεν απέμεναν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η Ανατολική Ευρώπη μπορούσε ανεμπόδιστα να προχωρήσει σε σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς τον φόβο μιας σοβιετικής στρατιωτικής επέμβασης. Και μολονότι ο Γκορμπατσόφ δεν είχε την πρόθεση να διαλύσει το σοβιετικό μπλοκ και δεν είχε προβλέψει ότι οι αλλαγές, που ο ίδιος είχε εγκαινιάσει, θα οδηγούσαν στο γρήγορο τέλος του κομμουνισμού, αυτός ακολούθησε με συνέπεια την πολιτική του, της αποφυγής χρήσης βίας.
«Ευγνωμοσύνη στον Γκορμπατσόφ»
«Πριν από 20 χρόνια έπεσε ειρηνικά το Τείχος του Βερολίνου. Για εμένα κάθε επέτειος είναι εντελώς ιδιαίτερη ημέρα ανασκόπησης και χαράς. Σήμερα, όμως, βιώνουμε την εξασθένηση της συνείδησης για τη σημασία εκείνου του απαξιωτικού για το Βερολίνο κτίσματος. Το Τείχος δεν διχοτομούσε μόνον μια μεγαλούπολη χωρίζοντας οικογένειες -το Τείχος ήταν και σύμβολο για τη διχοτόμηση της Γερμανίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης σε ελεύθερο και ανελεύθερο κόσμο.
Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι εάν το 1989 δεν έπεφτε το Τείχος, δεν θα είχε συντελεστεί η επανένωση της Γερμανίας και πως οι εξελίξεις σε όλο τον κόσμο θα είχαν πάρει εντελώς διαφορετική τροπή. Μεγάλο μέρος της πολιτικής αποκλιμάκωσης της έντασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης οφείλεται στην υποστήριξη των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του Μιτεράν, ενώ απεριόριστη ευγνωμοσύνη αξίζει στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, που χάραξε τον δρόμο της γκλάσνοστ και της περεστρόικα -αλλά και που επέλεξε την ειρήνη και δεν κινητοποίησε εκείνον τον Νοέμβριο τα ρωσικά τεθωρακισμένα».
Χέλμουτ Κολ, καγκελάριος της Δυτ. Γερμανίας 1982-1988
(από τον πρόλογο του βιβλίου του «Die Mauer» - «Το Τείχος»)
«Ως πολιτικός μπορεί να έχασα...»
«Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες (από την πτώση) αλλά δεν ήταν απροσδόκητη. Μεγάλες αλλαγές ήταν σε εξέλιξη στη Σοβιετική Ενωση και στην ανατολική Ευρώπη. Από την εποχή του πολέμου, ένα μεγάλο πρόβλημα είχε παραμείνει άλυτο: αυτό μιας διαιρεμένης Ευρώπης, που αφορούσε κυρίως τους Γερμανούς (...). Θα μπορούσε η πτώση του Τείχους να μην είχε οδηγήσει σε κατάρρευση του κομμουνισμού; Ναι, πιθανώς. Αν ο πρόεδρος Ερικ Χόνεκερ είχε αρχίσει τις μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της χώρας δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα. Ο κόσμος το ήθελε. Σε όλες τις άλλες χώρες η αλλαγή προχωρούσε. Η ΕΣΣΔ, προπύργιο του σοσιαλισμού, άλλαζε. Ο Χόνεκερ δεν έκανε τίποτα (...). Η ΕΣΣΔ άλλαζε με μια νέα γενιά ηγετών. Δίχως τις αλλαγές αυτές, ο Ρίγκαν θα μπορούσε να χορέψει όποιον χορό ήθελε στο Βερολίνο. Το Τείχος θα ήταν ακόμα εκεί (...). Είναι οι εσωτερικές συγκρούσεις για το μέλλον της ΕΣΣΔ που βρίσκονται στη ρίζα της κατάρρευσής της. Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευα ότι η ένωση των δημοκρατιών μας μπορούσε να επιβιώσει. Εγιναν λάθη. Η δημοκρατία της Ρωσίας κυβερνιόταν από ανθρώπους που ενεργούσαν κατά της περεστρόικα... ήταν σαν τα ζώα, διψασμένοι για εξουσία και κατέστρεψαν τη χώρα, την ένωση, την οικονομία και το ίδιο το μέλλον τους (...). Ως πολιτικός μπορεί να έχασα, όμως οι πολιτικές που υπερασπίστηκα βοήθησαν να γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώς το 1991. Η περεστρόικα έφτασε σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Εχασα, αλλά η περεστρόικα κέρδισε».
Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τότε, γενικός γραμματέας Κ.Ε. Κομμουνιστικού Κόμματος ΕΣΣΔ (Le Temps / Ελβετία)
«Ηταν για μένα μεγάλη έκπληξη»
«Μου είναι δύσκολο να θυμηθώ πού ήμουν (όταν άρχισε να διαλύεται το Τείχος). Ημουν πιθανώς στο γραφείο μου και το πληροφορήθηκα πριν γίνει επισήμως γνωστό. Παραδέχομαι ότι για μένα ήταν μεγάλη έκπληξη. Ημουν στο Βερολίνο στις 6 και 7 Οκτωβρίου. Και ο Γκορμπατσόφ ήταν εκεί για μια μεγάλη εκδήλωση που είχε οργανώσει ο Χόνεκερ, με αφορμή την 40ή επέτειο από τη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο κόσμος περνούσε μπροστά από τη σκηνή και φώναζε: "Γκόρμπι, Γκόρμπι, βοήθησέ μας". Πήγα στον Γκορμπατσόφ και του είπα. "Τελείωσε. Ηρθε το τέλος". Παραδέχτηκε ότι αυτό ήταν το τέλος. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η πτώση του Τείχους ήταν απλώς μια τυπική υπόθεση (...) Με υπερηφάνεια λέω ότι ήμουν μέρος της διαδικασίας. Παράδοξο, πράγματι. Εγώ, ο αυτουργός ενός στρατιωτικού νόμου αλλά και συναυτουργός των αλλαγών που έγιναν τη δεκαετία του '80, που είχαν σημαντικές διαστάσεις, όχι μόνο για την Πολωνία (...) Μπορεί να φαίνεται ακατανόητο ότι εγώ, άνθρωπος του παλιού καθεστώτος, μπορώ σήμερα να λέω ότι οι αλλαγές ήταν απολύτως αναγκαίες για την Πολωνία και όλη την Ευρώπη (...) Ο κομμουνισμός, η βίβλος του κομμουνισμού δημιουργήθηκε όχι κατά μήκος του Βόλγα, αλλά κατά μήκος του Ρήνου. Και ήταν γεμάτη ελκυστικές και ευγενείς ιδέες, εν μέρει ουτοπικές, αν και πιστεύω ότι παραμένουν σε ισχύ από φιλοσοφική και ηθική άποψη. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο σταλινισμός αμαύρωσε την ιδεολογία του κομμουνισμού».
Στρατηγός Βόιτσεκ Γιαρουζέλσκι, τότε πρωθυπουργός Πολωνίας (Euronews)
«Δεν μελετήσαμε τη διεύρυνση»
«Το γεγονός μάς συντάραξε και περιμέναμε να δούμε εάν επρόκειτο να εξελιχθεί ειρηνικά. Δεν ξέραμε πώς θα αντιδρούσε η αστυνομία ή την αντίδραση της κομμουνιστικής ηγεσίας. Παρακολουθούσαμε προσεκτικά ό,τι συνέβαινε. Αυτό που είχε σημασία όμως, ήταν ό,τι ακολούθησε τις επόμενες εβδομάδες. Ο καγκελάριος Κολ και ο Γκορμπατσόφ, αλλά και ο πρόεδρος Μπους ο πρεσβύτερος, ενέτειναν την επικοινωνία τους, ώστε να προλάβουμε επεισόδια που θα μπορούσαν να κοστίσουν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Περιμέναμε να δούμε τι θα συμβεί. Επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων συναντήθηκαν στα Ηλύσια Πεδία, καθώς η Ε.Ε. ήταν υπό γαλλική προεδρία. Αρχίσαμε να εξηγούμε ότι δεν υπήρχε κάτι που να προκαλεί ανησυχία, αν και πολλοί ενίσταντο στη γερμανική ενοποίηση. Δουλέψαμε πολύ σκληρά προς αυτή την κατεύθυνση. Τον Απρίλιο του 1990 το σύνολο της ευρωπαϊκής κοινότητας αναγνώρισε την πρόθεση της Γερμανίας για ενοποίηση (...) Μου έδωσε μεγάλη χαρά ότι ανοίξαμε την αγκαλιά μας στις χώρες που αναδύονταν από τον ολοκληρωτισμό (...) ζήτησα, ωστόσο, από την κοινότητά μας, το σπίτι που μοιραζόμαστε, να προετοιμαστεί για να εντάξει ακόμα δέκα χώρες. Αλλά απέτυχα. Ηταν στη σύνοδο της Λισαβόνας, το 1992. Λυπάμαι που δεν βάλαμε το σπίτι μας σε τάξη και δεν μελετήσαμε πώς θα είναι η Ευρώπη των 25 ή των 27 πριν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για τη διεύρυνση».
Ζακ Ντελόρ, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Euronews)
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Η άνοδος του τεχνο-επιστημονικού ανορθολογισμού
Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» και την παράλληλη χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας, το σοσιαλιστικό πρόταγμα διεθνώς εισήλθε σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, ανάλογης της πολυδιάστατης κρίσης στην οποία ήδη οδηγείτο το καπιταλιστικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς και η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία». Οι δυο αυτές παράλληλες αλλα και διαπλεκόμενες κρίσεις, σε συνδυασμό με την συστηματική προσπάθεια της υπερεθνικης ελίτ (δηλαδή του πλέγματος των συναλλήλων σχέσεων και συμφερόντων ως προς το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγορας) να ενσωματώσει πλήρως στη Νέα Τάξη κάθε κράτος-παρία, ιδιαίτερα στην κρίσιμη ενεργοπαραγωγό περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, είχε σειρά σημαντικών συνεπειών στο πολιτικό επίπεδο. Έτσι, από τη μια μεριά, η υπερεθνική ελίτ με επικεφαλής την Αγγλοσαξονική, με αφορμή την επίθεση της 9/11 (για την οποία υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι την γνώριζε άλλα δεν τη σταμάτησε) ξεκίνησε μια σειρά εγκληματικών πολέμων για την αλλαγή καθεστώτων που ήδη έχει αλλάξει τον πολιτικό χάρτη της περιοχής. Η συστημική αυτή βία σε μαζική έκταση, που συμπληρώνεται από την αντίστοιχη Σιωνιστική βια στην Παλαιστίνη, οδήγησε αναπόφευκτα στον κύκλο της αντιβίας (δηλαδή της νομιμοποιημένης αντίστασης των λαών) και του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» που αποτέλεσε το φύλλο συκής για την εγκαθίδρυση της σημερινής ημι-ολοκληρωτικής «δημοκρατίας».[i]
Η πολυδιάστατη κρίση, όμως, στη δύση, σε συνδυασμό με τους τρομοκρατικούς πολέμους της υπερεθνικής ελίτ στην Ανατολή, οδήγησε σε μια παράλληλη άνοδο του ανορθολογισμού, είτε με τη μορφή της αναβίωσης των παλαιών θρησκειών (Ισλαμισμός, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός)[ii], είτε με τη μορφή της εξάπλωσης νέων μορφών ανορθολογισμού (Νέα Εποχή, ανορθολογικές μορφές θεραπείας κλπ). Πέρα όμως από όλες αυτές τις μορφές ανορθολογισμού, στις ΗΠΑ, όπου ο ανορθολογισμός κάθε μορφής παρουσιάζει ιδιαίτερη έξαρση για λόγους που δεν είναι του παρόντος, η ιδιαίτερη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης οδήγησε, στο πολιτικό επίπεδο, σε δυο διαμετρικά αντίθετα «κινήματα» που και τα δυο ισχυρίζονται ότι κινούνται στον ευρύτερο ελευθεριακό χώρο. Έτσι, από τη μια μεριά, υπάρχει η κίνηση των «πρωτογονιστων» (John Zerzan κ.α), με περιορισμένο αριθμό υποστηρικτών σε διεθνές επίπεδο, που απορρίπτουν την σύγχρονη τεχνοεπιστημη ως μη ουδέτερη, και τη θεωρούν βασική αιτία της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης, υποστηρίζοντας την ανορθολογική επιστροφή σε «μη-πολιτισμένους» τρόπους ζωής, μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης, και την εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ραγδαία (χάρη στα άφθονα κεφάλαια για μαζική διαφήμιση με εφετζίδικα Χολιγουντιανού τύπου φιλμς, βίντεο και όλα τα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα επικοινωνίας) μια άλλη κίνηση σε 70 χώρες, πάλι εξ ΗΠΑ καταγόμενη, με το όνομα Zeitgeist (παλαιός Γερμανικός όρος που σημαίνει το “πνεύμα της εποχής”) που ήδη αριθμεί 350.000 μέλη, με τη χώρα μας να έρχεται επικεφαλής στο ενδιαφέρον γι αυτή.
Σε αντίθεση με το σαφώς πολιτικό κίνημα των πρωτογονιστών, το κίνημα Zeitgeist δεν είναι καν πολιτικό, όπως αναγνωρίζει ο επί κεφαλής του Peter Joseph, επιβεβαιώνοντας τον αταξικό χαρακτήρα του κινήματος, που θεμελιώνεται βέβαια στην υιοθέτηση της συστημικής αντίληψης για τον αταξικό χαρακτήρα της σημερινής κοινωνίας.[iii] Το κίνημα αυτό, όπως δηλώνει ο Joseph, αποτελεί στη πραγματικότητα τον «ακτιβιστικό βραχίονα του Venus project», το οποίο ανέπτυξε ο γκουρού του κινήματος Jacque Fresco, (από την τοποθεσία Venus της Φλόριδας οπού έχει στήσει το ερευνητικό του κέντρο, σε ένα πελώριο κτήμα 85.000 τ.μ. που στεγάζει 10 κτίρια σχεδιασμένα από τον ίδιο). Φυσικά, ο αυτοχαρακτηρισμός του κινήματος ως μη πολιτικού είναι σε απόλυτη λογική συνέπεια με τον α-ταξικό χαρακτήρα του. Γι αυτό, άλλωστε, το αίτημα της αυτοδιεύθυνσης των πολιτών που συνοψίζει την κλασική έννοια της Πολιτικής (αντίθετα με την μικροπολιτική των επαγγελματιών πολιτικών σήμερα) δεν αποτελεί καν αίτημα του κινήματος Zeitgeist, εφόσον φαίνεται ότι το κίνημα αυτό στη πραγματικότητα στοχεύει στην αυτοδιεύθυνση των …μηχανών. Έτσι, ενώ για τους πρωτογονιστές η τεχνοεπιστήμη αποτελεί ανάθεμα, για τους Jacque Fresco & Peter Joseph αποτελεί τον...από μηχανής Θεό! Ο στόχος είναι ένα οικονομικό σύστημα που θα βασίζεται στην τεχνοεπιστημονικη άριστη διαχείριση των πραγματικών πόρων, αντί όπως σήμερα, στο χρήμα, την ανταλλαγή, την ανταγωνιστικότητα και το κέρδος. Και όλα αυτά, μέσα σε ένα νιρβάνα μετασπάνεως, οπού όλοι θα μπορούν να ικανοποιούν την οποιαδήποτε ανάγκη που επιλέγουν, χωρίς καν να χρειάζεται να εργάζονται, αφού η πλήρης αυτοματοποίηση θα έχει καταργήσει ουσιαστικά την εργασία, σε ένα κόσμο χωρίς φτώχεια, έγκλημα, διαφθορά και πολέμους—φαινόμενα που αποδίδονται στις νευρώσεις και τη σπάνιν που δημιουργεί το σημερινό νομισματικό “σύστημα”. Δεν είναι λοιπόν περίεργη η μαζική αποδοχή του οράματος αυτού--ιδιαίτερα από τα αστικά στρώματα που έχουν την πολυτέλεια του χρόνου ν ασχολούνται με παρόμοιες φαντασιώσεις—όταν υπόσχεται τον παράδεισο επί της γης και όταν μάλιστα υποτίθεται ότι τον θεμελιώνει στην “επιστημονική μέθοδο” και όχι σε κάποια (άμεσα ανορθολογική) θρησκεία η δοξασία.
Όμως, στην πραγματικότητα, μολονότι το όραμα αυτό κάνει κάποιες σωστές διαπιστώσεις για τα συμπτώματα της κρίσης, θεμελιώνεται σε μια έμμεσα ανορθολογική, ή ψευτο-επιστημονική, μέθοδο για να εξηγήσει τις αιτίες της και να προτείνει λύσεις για την διέξοδο από αυτή που δεν έχουν καμιά σχέση με μια πραγματική δημοκρατία, η οποία θεμελιώνεται πάντα στην συλλογική και ατομική αυτοδιεύθυνση των πολιτών. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι, μολονότι το όραμα αυτό υποτίθεται ότι βασίζεται στην επιστήμη, δεν απολαύει της ίδιας απήχησης μεταξύ των επιστημόνων—και δεν αναφέρομαι βέβαια μονο στους ορθόδοξους επιστήμονες που οι υποστηρικτές του τεχνοεπιστημονικου αυτού σεναρίου θα τους απορρίψουν εύκολα ως ιδεολόγους του σημερινού συστήματος. Και ο λόγος είναι προφανής. Τα τεχνοεπιστημονικά συμπεράσματα για την πλήρη αυτοματοποίηση, τη χρήση “τεχνητής ευφυΐας” κλπ συνάγονται με βάση κάποιες σημερινές τάσεις αυτοματοποίησης, οι οποίες όμως κάθε άλλο παρά αντικαθιστούν τον ανθρώπινo παράγοντα γενικά. Αντίθετα, στοχεύουν στην μείωση του εργατικού κόστους, με την αντικατάσταση της ανειδίκευτης ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίας από μηχανές (π.χ. στη βιομηχανία αυτοκινήτων) για χάρη του μεγαλυτέρου κέρδους, ή στη συμπλήρωση των υπηρεσιών υψηλής τεχνογνωσίας που παρέχουν οι ειδικοί, πάντα κάτω από τον έλεγχο τους (π.χ. ρομποτική χειρουργική). Αποτελούν επομένως επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ότι είναι δυνατή η πλήρης αντικατάσταση της εργασίας από μηχανές, κάτι που σήμερα, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εμποδίζεται από κάποια συνωμοσία για τη μη παραγωγή της απαραίτητης τεχνολογίας ή—ακόμη χειρότερα—από την “τεχνητή” σπάνιν που δήθεν δημιουργεί το νομισματικό σύστημα. Το ίδιο αποτελεί επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα η ιδέα της κατάργησης της σπάνεως, εφόσον ακόμη και ο κομουνιστικός νιρβάνας της παραδοσιακής αντισυστημικής Αριστεράς αφορούσε κυρίως τις βασικές ανάγκες που υποτίθεται ότι μπορούν να ορισθούν “αντικειμενικά” , ενώ βέβαια οι ανάγκες των πολιτών γενικά μόνο από τους ίδιους τους πολίτες μπορούν να καθοριστούν, δημοκρατικά, και όχι από διάφορους τεχνοεπιστήμονες με τη βοήθεια σουπερ-κομπιούτερ! [iv]
Μολονότι, επομένως, είναι αλήθεια ότι το χρήμα, σε μια οικονομία της αγοράς όπως η σημερινή, συμβάλλει σημαντικά στη μη ικανοποίηση των αναγκών, ακόμη και των βασικών, της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού, o λόγος δεν είναι βέβαια ο αναφερόμενος στη δήθεν επιστημονική ανάλυση του οράματος αυτού ότι η ίδια η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται βασικά από τις μεταβολές στην προσφορά χρήματος, την οποία καθορίζουν οι ελίτ.[v] Το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο και όχι αυτοσκοπός, που ξεκίνησε παλιά σαν μέσο ανταλλαγής αλλά σήμερα είναι βασικά μέσο συσσώρευσης πλούτου, και επομένως οικονομικής δύναμης, ενώ η ανταλλακτική του λειτουργία περιορίζεται καθημερινά από τη σημερινή τεχνολογία. Ο λόγος είναι η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης στα χέρια των ολίγων που παράγει και αναπαράγει το σημερινό σύστημα—συγκέντρωση η οποία στο Venus project περιγράφεται ως απλό σύμπτωμα του γεγονότος ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική.[vi]
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η λύση που προτείνεται, μέσα από μια εντελώς α-νιστορική ανάλυση που συγχέει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς με όλα τα προκαπιταλιστικά και μετακαπιταλιστικά συστήματα[vii]--στην οποία απουσιάζει οποιαδήποτε ταξική ανάλυση που θα έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική, πολιτική και πολιτιστική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια των ολίγων-- δεν είναι βέβαια μια πραγματική δημοκρατία, όπου οι πολίτες ελέγχουν άμεσα την οικονομική και πολιτική διαδικασία,[viii] αλλά ο «συνολικός ανασχεδιασμός του πολιτισμού» μας, δηλαδή των αξιών με τις οποίες έχουμε γαλουχηθεί στο σημερινό σύστημα[ix]. Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη λύση από το Zeitgeist είναι ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα[x] συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης που, χάρη στην διαχείριση μιας άριστης τεχνολογίας που στηρίζεται στην τελευταία λέξη της τεχνοεπιστημης, θα μπορεί να λύνει όλα τα ενεργειακά και γενικότερα οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί η ίδια η συγκέντρωση και ανάπτυξη.[xi] Ούτε, τέλος, είναι περίεργο ότι η μετάβαση σε αυτή τη κοινωνία προτείνεται να γίνει μέσω της εκπαίδευσης και του παραδείγματος (ο σχεδιασμός και κατασκευή μιας πειραματικής πόλης όπου θα εφαρμόζονται οι ιδέες αυτές θα παίξει σχετικά καθοριστικό ρόλο) στη διαδικασία για την αλλαγή των αξιών μας . Έτσι, μαζί με τις ταξικές διαιρέσεις πετιέται στο καλάθι των άχρηστων και η Κοινωνική Πάλη για την κατάργηση του σημερινού συστήματος και η όλη προσπάθεια είναι να πείσουμε όλους, από τους αδίστακτους πολυεκατομμυριούχους και τους εγκληματίες επαγγελματίες πολιτικούς μέχρι τον τελευταίο εργάτη και άνεργο, ότι το συμφέρον όλων μας , σαν μια οικογένεια, είναι να φωτιστούμε από τη μεγαλοφυΐα των Fresco και Joseph στην ανάγκη να εγκαθιδρύσουμε, όλοι αδελφωμένοι και άμεσα, τον επί της γης παράδεισο τους. Τα υπόλοιπα είναι θέμα κοινωνικής εξέλιξης, όπως δηλώνεται ρητά στο Venus Project : «To Venus Project δεν συνιστά την διάλυση του υπάρχοντος συστήματος της ελεύθερης επιχείρησης –πιστεύουμε ότι το σύστημα αυτό θα πεθάνει από μόνο του, σαν τμήμα της κοινωνικής εξέλιξης.»
* Το άρθρο αυτό αποτελεί μια πληρέστερη εκδοχή του άρθρου με τον ίδιο τίτλο που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 7/11/2009. Μια ακόμη πιο βελτιωμένη έκδοση θα δημοσιευθεί σύντομα στα Αγγλικά στο διεθνές θεωρητικό περιοδικό The International Journal of Inclusive Democracy http://www.inclusivedemocracy.org/journal/
[i] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, Η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα, (Κουκκίδα 2009) , Μέρος Τρίτο
[ii] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία: Η άνοδος του νέου ανορθολογισμού, (Ελεύθερος Τύπος, 2000)
[iii] Ο Peter Joseph είναι σαφής στην πλήρη υιοθέτηση της συστημικής άποψης ότι δεν υπάρχουν ταξικές διαιρέσεις όταν μιλά για τον μη πολιτικό χαρακτήρα του “κινήματος”: “Το κίνημα Zeitgeist δεν είναι ένα πολιτικό κίνημα: δεν αναγνωρίζει διαιρετικές έννοιες όπως τα έθνη, οι κυβερνήσεις, ο ρατσισμός, οι θρησκείες, οι πίστεις ή η τάξη. Αντίθετα, βλέπουμε τον κόσμο σαν ένα οργανισμό, και το ανθρώπινο είδος σαν μια οικογένεια” (sic!)., P. Zeitgeist Movement: Orientation Presentation (2009) http://www.youtube.com/watch?v=K9DDNCHMjeY. Βλ. για τη θέση της Περιεκτικής Δημοκρατίας στο θέμα , Τ. Φωτόπουλος, “Οι ταξικές διαιρέσεις σήμερα” , (περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία τεύχη 8-9)
[iv] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία 10 Χρόνια Μετά, (Ελεύθερος Τύπος, 2008) κεφ 6
[v] “Η αύξηση της προσφοράς χρήματος ονομάζεται νομισματική επέκταση, ενώ η μείωση της ονομάζεται νομισματική συρρίκνωση. Όταν και οι δυο αυτές δυνάμεις είναι ενεργές, έχουμε μια κυκλική τάση που ονομάζεται “οικονομικός κύκλος” . Γενικά, η περίοδος επέκτασης συνήθως συνδέεται με την αποκαλούμενη “οικονομική ανάπτυξη”, δεδομένου ότι περισσότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία και συχνά περισσότερες δουλειές δημιουργούνται . Αντίθετα, η περίοδος συρρίκνωσης συχνά ονομάζεται ύφεση ή κρίση, δεδομένου ότι στερεύει το χρήμα , και επομένως λιγότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία , με αποτέλεσμα την ανεργία και τη χρεοκοπία επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη καθεαυτή, δεδομένου ότι ο υποκείμενος μηχανισμός βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στην ποσότητα ρευστότητας (χρήματος) μέσα στο σύστημα.” (THE ZEITGEIST MOVEMENT - OBSERVATIONS AND RESPONSES Activist Orientation Guide, p. 19 ) http//thezeitgeistmovement.com/The%20Zeitgeist%20Movement.pdf
[vi] “Η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική. Σήμερα έχουμε τα μέσα να παράγουμε αγαθά και υπηρεσίες εν αφθονία για όλους” (The Venus Project), http://www.thevenusproject.com/
[vii] βλ. πχ την παρακάτω περιγραφή του σημερινού “απαρχαιωμένου νομισματικού συστήματος» σε σχέση με τα προηγούμενα, οπου για όλα τα δεινά ευθύνεται το χρήμα και η ανταλλαγή!: «Όλα τα οικονομικά συστήματα το κόσμου – ο σοσιαλισμός, ο κομουνισμός, ο φασισμός, ακόμη και το περιλάλητο σύστημα της ελεύθερης επιχείρησης διαιωνίζουν τη κοινωνική διαστρωμάτωση, τον ελιτισμό, τον εθνικισμό, και τον ρατσισμό , (φαινόμενα) που πρωταρχικά βασίζονται στην οικονομική ανισομέρεια. Όσο ένα κοινωνικό σύστημα βασίζεται στο χρήμα η την ανταλλαγή οι άνθρωποι και τα έθνη θα προσπαθούν να διατηρούν την οικονομική ανταγωνιστικότητα , και αν δεν μπορούν να επιτύχουν αυτό με το εμπόριο θα το επιτύχουν με στρατιωτική επέμβαση ” (The Venus Project).
[viii] βλ. για παράδειγμα την απάντηση που δίνεται στη ερώτημα “ποιος παίρνει τις αποφάσεις σε μια οικονομία που βασίζεται στους πραγματικούς πόρους: “Κανένας. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτήν την οικονομία δεν βασίζεται στης απόψεις των πολιτικών και στα κορπορατιστικα η εθνικά συμφέροντα , αλλά αντίθετα όλες οι αποφάσεις θα παίρνονται με βάση τις νεότερες τεχνολογίες και την ικανότητα της γης να «αντέξει» τις αποφάσεις αυτές. Οι η/υ θα μπορούσαν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες με ηλεκτρονικούς αισθητήρες εγκατεστημένους σε ολόκληρο το βιομηχανικό και φυσικό σύμπλεγμα, ώστε να παίρνονται οι πιο κατάλληλες αποφάσεις” (The Venus Project)
[ix] “ Είτε θα συνεχίσουμε με τα ξεπερασμένα κοινωνικά ήθη και συνήθειες, οπότε το μέλλον μας απειλείται, είτε θα υιοθετήσουμε ένα πιο κατάλληλο σύνολο αξιών που σχετίζεται άμεσα με την αναδυόμενη κοινωνία. (…) Το Venus Project παρουσιάζει μια θαρραλέα νέα κατεύθυνση για την ανθρωπότητα, η οποία συνεπάγεται τίποτα λιγότερο από τον συνολικό αυτοσχεδιασμό του πολιτισμού μας” (The Venus Project )
[x] “Όταν οι η/υ θα έχουν αισθητήρες σε όλες τις περιοχές του φυσικού και κοινωνικού συμπλέγματος , θα είμαστε σε θέση να επιτύχουμε τη συγκεντροποίηση της λήψης αποφάσεων. Σε μια παγκόσμια οικονομία πόρων, οι αποφάσεις δεν θα βασίζονται σε τοπικιστικές πολιτικές, αλλα σε μια ολιστική προσέγγιση επίλυσης προβλημάτων. Το συγκεντροποιημένο σύστημα θα ειναι συνδεδεμένο με ερευνητικά εργαστήρια και πανεπιστήμια, όπου όλα τα στοιχεία θα καταγράφονται και θα ανανεώνονται συνεχώς.” (The Venus Project)
[xi] βλ. T. Fotopoulos, “Myths on the Ecological Crisis”, The International Journal of INCLUSIVE DEMOCRACY, vol.3, no.2, (April 2007) http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol3/vol3_no2_Myths_Ecological_Crisis.htm
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/
Η πολυδιάστατη κρίση, όμως, στη δύση, σε συνδυασμό με τους τρομοκρατικούς πολέμους της υπερεθνικής ελίτ στην Ανατολή, οδήγησε σε μια παράλληλη άνοδο του ανορθολογισμού, είτε με τη μορφή της αναβίωσης των παλαιών θρησκειών (Ισλαμισμός, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός)[ii], είτε με τη μορφή της εξάπλωσης νέων μορφών ανορθολογισμού (Νέα Εποχή, ανορθολογικές μορφές θεραπείας κλπ). Πέρα όμως από όλες αυτές τις μορφές ανορθολογισμού, στις ΗΠΑ, όπου ο ανορθολογισμός κάθε μορφής παρουσιάζει ιδιαίτερη έξαρση για λόγους που δεν είναι του παρόντος, η ιδιαίτερη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης οδήγησε, στο πολιτικό επίπεδο, σε δυο διαμετρικά αντίθετα «κινήματα» που και τα δυο ισχυρίζονται ότι κινούνται στον ευρύτερο ελευθεριακό χώρο. Έτσι, από τη μια μεριά, υπάρχει η κίνηση των «πρωτογονιστων» (John Zerzan κ.α), με περιορισμένο αριθμό υποστηρικτών σε διεθνές επίπεδο, που απορρίπτουν την σύγχρονη τεχνοεπιστημη ως μη ουδέτερη, και τη θεωρούν βασική αιτία της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης, υποστηρίζοντας την ανορθολογική επιστροφή σε «μη-πολιτισμένους» τρόπους ζωής, μέσω της αποβιομηχάνισης, της κατάργησης του καταμερισμού της εργασίας και της εξειδίκευσης, και την εγκατάλειψη της τεχνολογίας. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ραγδαία (χάρη στα άφθονα κεφάλαια για μαζική διαφήμιση με εφετζίδικα Χολιγουντιανού τύπου φιλμς, βίντεο και όλα τα σύγχρονα διαδικτυακά μέσα επικοινωνίας) μια άλλη κίνηση σε 70 χώρες, πάλι εξ ΗΠΑ καταγόμενη, με το όνομα Zeitgeist (παλαιός Γερμανικός όρος που σημαίνει το “πνεύμα της εποχής”) που ήδη αριθμεί 350.000 μέλη, με τη χώρα μας να έρχεται επικεφαλής στο ενδιαφέρον γι αυτή.
Σε αντίθεση με το σαφώς πολιτικό κίνημα των πρωτογονιστών, το κίνημα Zeitgeist δεν είναι καν πολιτικό, όπως αναγνωρίζει ο επί κεφαλής του Peter Joseph, επιβεβαιώνοντας τον αταξικό χαρακτήρα του κινήματος, που θεμελιώνεται βέβαια στην υιοθέτηση της συστημικής αντίληψης για τον αταξικό χαρακτήρα της σημερινής κοινωνίας.[iii] Το κίνημα αυτό, όπως δηλώνει ο Joseph, αποτελεί στη πραγματικότητα τον «ακτιβιστικό βραχίονα του Venus project», το οποίο ανέπτυξε ο γκουρού του κινήματος Jacque Fresco, (από την τοποθεσία Venus της Φλόριδας οπού έχει στήσει το ερευνητικό του κέντρο, σε ένα πελώριο κτήμα 85.000 τ.μ. που στεγάζει 10 κτίρια σχεδιασμένα από τον ίδιο). Φυσικά, ο αυτοχαρακτηρισμός του κινήματος ως μη πολιτικού είναι σε απόλυτη λογική συνέπεια με τον α-ταξικό χαρακτήρα του. Γι αυτό, άλλωστε, το αίτημα της αυτοδιεύθυνσης των πολιτών που συνοψίζει την κλασική έννοια της Πολιτικής (αντίθετα με την μικροπολιτική των επαγγελματιών πολιτικών σήμερα) δεν αποτελεί καν αίτημα του κινήματος Zeitgeist, εφόσον φαίνεται ότι το κίνημα αυτό στη πραγματικότητα στοχεύει στην αυτοδιεύθυνση των …μηχανών. Έτσι, ενώ για τους πρωτογονιστές η τεχνοεπιστήμη αποτελεί ανάθεμα, για τους Jacque Fresco & Peter Joseph αποτελεί τον...από μηχανής Θεό! Ο στόχος είναι ένα οικονομικό σύστημα που θα βασίζεται στην τεχνοεπιστημονικη άριστη διαχείριση των πραγματικών πόρων, αντί όπως σήμερα, στο χρήμα, την ανταλλαγή, την ανταγωνιστικότητα και το κέρδος. Και όλα αυτά, μέσα σε ένα νιρβάνα μετασπάνεως, οπού όλοι θα μπορούν να ικανοποιούν την οποιαδήποτε ανάγκη που επιλέγουν, χωρίς καν να χρειάζεται να εργάζονται, αφού η πλήρης αυτοματοποίηση θα έχει καταργήσει ουσιαστικά την εργασία, σε ένα κόσμο χωρίς φτώχεια, έγκλημα, διαφθορά και πολέμους—φαινόμενα που αποδίδονται στις νευρώσεις και τη σπάνιν που δημιουργεί το σημερινό νομισματικό “σύστημα”. Δεν είναι λοιπόν περίεργη η μαζική αποδοχή του οράματος αυτού--ιδιαίτερα από τα αστικά στρώματα που έχουν την πολυτέλεια του χρόνου ν ασχολούνται με παρόμοιες φαντασιώσεις—όταν υπόσχεται τον παράδεισο επί της γης και όταν μάλιστα υποτίθεται ότι τον θεμελιώνει στην “επιστημονική μέθοδο” και όχι σε κάποια (άμεσα ανορθολογική) θρησκεία η δοξασία.
Όμως, στην πραγματικότητα, μολονότι το όραμα αυτό κάνει κάποιες σωστές διαπιστώσεις για τα συμπτώματα της κρίσης, θεμελιώνεται σε μια έμμεσα ανορθολογική, ή ψευτο-επιστημονική, μέθοδο για να εξηγήσει τις αιτίες της και να προτείνει λύσεις για την διέξοδο από αυτή που δεν έχουν καμιά σχέση με μια πραγματική δημοκρατία, η οποία θεμελιώνεται πάντα στην συλλογική και ατομική αυτοδιεύθυνση των πολιτών. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι, μολονότι το όραμα αυτό υποτίθεται ότι βασίζεται στην επιστήμη, δεν απολαύει της ίδιας απήχησης μεταξύ των επιστημόνων—και δεν αναφέρομαι βέβαια μονο στους ορθόδοξους επιστήμονες που οι υποστηρικτές του τεχνοεπιστημονικου αυτού σεναρίου θα τους απορρίψουν εύκολα ως ιδεολόγους του σημερινού συστήματος. Και ο λόγος είναι προφανής. Τα τεχνοεπιστημονικά συμπεράσματα για την πλήρη αυτοματοποίηση, τη χρήση “τεχνητής ευφυΐας” κλπ συνάγονται με βάση κάποιες σημερινές τάσεις αυτοματοποίησης, οι οποίες όμως κάθε άλλο παρά αντικαθιστούν τον ανθρώπινo παράγοντα γενικά. Αντίθετα, στοχεύουν στην μείωση του εργατικού κόστους, με την αντικατάσταση της ανειδίκευτης ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίας από μηχανές (π.χ. στη βιομηχανία αυτοκινήτων) για χάρη του μεγαλυτέρου κέρδους, ή στη συμπλήρωση των υπηρεσιών υψηλής τεχνογνωσίας που παρέχουν οι ειδικοί, πάντα κάτω από τον έλεγχο τους (π.χ. ρομποτική χειρουργική). Αποτελούν επομένως επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα οι αναπόδεικτοι ισχυρισμοί ότι είναι δυνατή η πλήρης αντικατάσταση της εργασίας από μηχανές, κάτι που σήμερα, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εμποδίζεται από κάποια συνωμοσία για τη μη παραγωγή της απαραίτητης τεχνολογίας ή—ακόμη χειρότερα—από την “τεχνητή” σπάνιν που δήθεν δημιουργεί το νομισματικό σύστημα. Το ίδιο αποτελεί επιστημονική φαντασία και όχι επιστημονικό συμπέρασμα η ιδέα της κατάργησης της σπάνεως, εφόσον ακόμη και ο κομουνιστικός νιρβάνας της παραδοσιακής αντισυστημικής Αριστεράς αφορούσε κυρίως τις βασικές ανάγκες που υποτίθεται ότι μπορούν να ορισθούν “αντικειμενικά” , ενώ βέβαια οι ανάγκες των πολιτών γενικά μόνο από τους ίδιους τους πολίτες μπορούν να καθοριστούν, δημοκρατικά, και όχι από διάφορους τεχνοεπιστήμονες με τη βοήθεια σουπερ-κομπιούτερ! [iv]
Μολονότι, επομένως, είναι αλήθεια ότι το χρήμα, σε μια οικονομία της αγοράς όπως η σημερινή, συμβάλλει σημαντικά στη μη ικανοποίηση των αναγκών, ακόμη και των βασικών, της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού, o λόγος δεν είναι βέβαια ο αναφερόμενος στη δήθεν επιστημονική ανάλυση του οράματος αυτού ότι η ίδια η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται βασικά από τις μεταβολές στην προσφορά χρήματος, την οποία καθορίζουν οι ελίτ.[v] Το χρήμα είναι απλώς ένα μέσο και όχι αυτοσκοπός, που ξεκίνησε παλιά σαν μέσο ανταλλαγής αλλά σήμερα είναι βασικά μέσο συσσώρευσης πλούτου, και επομένως οικονομικής δύναμης, ενώ η ανταλλακτική του λειτουργία περιορίζεται καθημερινά από τη σημερινή τεχνολογία. Ο λόγος είναι η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης στα χέρια των ολίγων που παράγει και αναπαράγει το σημερινό σύστημα—συγκέντρωση η οποία στο Venus project περιγράφεται ως απλό σύμπτωμα του γεγονότος ότι η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική.[vi]
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η λύση που προτείνεται, μέσα από μια εντελώς α-νιστορική ανάλυση που συγχέει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς με όλα τα προκαπιταλιστικά και μετακαπιταλιστικά συστήματα[vii]--στην οποία απουσιάζει οποιαδήποτε ταξική ανάλυση που θα έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική, πολιτική και πολιτιστική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια των ολίγων-- δεν είναι βέβαια μια πραγματική δημοκρατία, όπου οι πολίτες ελέγχουν άμεσα την οικονομική και πολιτική διαδικασία,[viii] αλλά ο «συνολικός ανασχεδιασμός του πολιτισμού» μας, δηλαδή των αξιών με τις οποίες έχουμε γαλουχηθεί στο σημερινό σύστημα[ix]. Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη λύση από το Zeitgeist είναι ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα[x] συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης που, χάρη στην διαχείριση μιας άριστης τεχνολογίας που στηρίζεται στην τελευταία λέξη της τεχνοεπιστημης, θα μπορεί να λύνει όλα τα ενεργειακά και γενικότερα οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί η ίδια η συγκέντρωση και ανάπτυξη.[xi] Ούτε, τέλος, είναι περίεργο ότι η μετάβαση σε αυτή τη κοινωνία προτείνεται να γίνει μέσω της εκπαίδευσης και του παραδείγματος (ο σχεδιασμός και κατασκευή μιας πειραματικής πόλης όπου θα εφαρμόζονται οι ιδέες αυτές θα παίξει σχετικά καθοριστικό ρόλο) στη διαδικασία για την αλλαγή των αξιών μας . Έτσι, μαζί με τις ταξικές διαιρέσεις πετιέται στο καλάθι των άχρηστων και η Κοινωνική Πάλη για την κατάργηση του σημερινού συστήματος και η όλη προσπάθεια είναι να πείσουμε όλους, από τους αδίστακτους πολυεκατομμυριούχους και τους εγκληματίες επαγγελματίες πολιτικούς μέχρι τον τελευταίο εργάτη και άνεργο, ότι το συμφέρον όλων μας , σαν μια οικογένεια, είναι να φωτιστούμε από τη μεγαλοφυΐα των Fresco και Joseph στην ανάγκη να εγκαθιδρύσουμε, όλοι αδελφωμένοι και άμεσα, τον επί της γης παράδεισο τους. Τα υπόλοιπα είναι θέμα κοινωνικής εξέλιξης, όπως δηλώνεται ρητά στο Venus Project : «To Venus Project δεν συνιστά την διάλυση του υπάρχοντος συστήματος της ελεύθερης επιχείρησης –πιστεύουμε ότι το σύστημα αυτό θα πεθάνει από μόνο του, σαν τμήμα της κοινωνικής εξέλιξης.»
* Το άρθρο αυτό αποτελεί μια πληρέστερη εκδοχή του άρθρου με τον ίδιο τίτλο που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία της 7/11/2009. Μια ακόμη πιο βελτιωμένη έκδοση θα δημοσιευθεί σύντομα στα Αγγλικά στο διεθνές θεωρητικό περιοδικό The International Journal of Inclusive Democracy http://www.inclusivedemocracy.org/journal/
[i] Βλ. Τ. Φωτόπουλος, Η Παγκόσμια Κρίση, Η Ελλάδα και το Αντισυστημικό Κίνημα, (Κουκκίδα 2009) , Μέρος Τρίτο
[ii] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Θρησκεία, Αυτονομία, Δημοκρατία: Η άνοδος του νέου ανορθολογισμού, (Ελεύθερος Τύπος, 2000)
[iii] Ο Peter Joseph είναι σαφής στην πλήρη υιοθέτηση της συστημικής άποψης ότι δεν υπάρχουν ταξικές διαιρέσεις όταν μιλά για τον μη πολιτικό χαρακτήρα του “κινήματος”: “Το κίνημα Zeitgeist δεν είναι ένα πολιτικό κίνημα: δεν αναγνωρίζει διαιρετικές έννοιες όπως τα έθνη, οι κυβερνήσεις, ο ρατσισμός, οι θρησκείες, οι πίστεις ή η τάξη. Αντίθετα, βλέπουμε τον κόσμο σαν ένα οργανισμό, και το ανθρώπινο είδος σαν μια οικογένεια” (sic!)., P. Zeitgeist Movement: Orientation Presentation (2009) http://www.youtube.com/watch?v=K9DDNCHMjeY. Βλ. για τη θέση της Περιεκτικής Δημοκρατίας στο θέμα , Τ. Φωτόπουλος, “Οι ταξικές διαιρέσεις σήμερα” , (περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία τεύχη 8-9)
[iv] βλ. Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία 10 Χρόνια Μετά, (Ελεύθερος Τύπος, 2008) κεφ 6
[v] “Η αύξηση της προσφοράς χρήματος ονομάζεται νομισματική επέκταση, ενώ η μείωση της ονομάζεται νομισματική συρρίκνωση. Όταν και οι δυο αυτές δυνάμεις είναι ενεργές, έχουμε μια κυκλική τάση που ονομάζεται “οικονομικός κύκλος” . Γενικά, η περίοδος επέκτασης συνήθως συνδέεται με την αποκαλούμενη “οικονομική ανάπτυξη”, δεδομένου ότι περισσότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία και συχνά περισσότερες δουλειές δημιουργούνται . Αντίθετα, η περίοδος συρρίκνωσης συχνά ονομάζεται ύφεση ή κρίση, δεδομένου ότι στερεύει το χρήμα , και επομένως λιγότερο χρήμα τίθεται σε κυκλοφορία , με αποτέλεσμα την ανεργία και τη χρεοκοπία επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει οικονομική ανάπτυξη καθεαυτή, δεδομένου ότι ο υποκείμενος μηχανισμός βασίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στην ποσότητα ρευστότητας (χρήματος) μέσα στο σύστημα.” (THE ZEITGEIST MOVEMENT - OBSERVATIONS AND RESPONSES Activist Orientation Guide, p. 19 ) http//thezeitgeistmovement.com/The%20Zeitgeist%20Movement.pdf
[vi] “Η πολιτισμική αλλαγή δεν συμβάδισε με την τεχνολογική. Σήμερα έχουμε τα μέσα να παράγουμε αγαθά και υπηρεσίες εν αφθονία για όλους” (The Venus Project), http://www.thevenusproject.com/
[vii] βλ. πχ την παρακάτω περιγραφή του σημερινού “απαρχαιωμένου νομισματικού συστήματος» σε σχέση με τα προηγούμενα, οπου για όλα τα δεινά ευθύνεται το χρήμα και η ανταλλαγή!: «Όλα τα οικονομικά συστήματα το κόσμου – ο σοσιαλισμός, ο κομουνισμός, ο φασισμός, ακόμη και το περιλάλητο σύστημα της ελεύθερης επιχείρησης διαιωνίζουν τη κοινωνική διαστρωμάτωση, τον ελιτισμό, τον εθνικισμό, και τον ρατσισμό , (φαινόμενα) που πρωταρχικά βασίζονται στην οικονομική ανισομέρεια. Όσο ένα κοινωνικό σύστημα βασίζεται στο χρήμα η την ανταλλαγή οι άνθρωποι και τα έθνη θα προσπαθούν να διατηρούν την οικονομική ανταγωνιστικότητα , και αν δεν μπορούν να επιτύχουν αυτό με το εμπόριο θα το επιτύχουν με στρατιωτική επέμβαση ” (The Venus Project).
[viii] βλ. για παράδειγμα την απάντηση που δίνεται στη ερώτημα “ποιος παίρνει τις αποφάσεις σε μια οικονομία που βασίζεται στους πραγματικούς πόρους: “Κανένας. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτήν την οικονομία δεν βασίζεται στης απόψεις των πολιτικών και στα κορπορατιστικα η εθνικά συμφέροντα , αλλά αντίθετα όλες οι αποφάσεις θα παίρνονται με βάση τις νεότερες τεχνολογίες και την ικανότητα της γης να «αντέξει» τις αποφάσεις αυτές. Οι η/υ θα μπορούσαν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες με ηλεκτρονικούς αισθητήρες εγκατεστημένους σε ολόκληρο το βιομηχανικό και φυσικό σύμπλεγμα, ώστε να παίρνονται οι πιο κατάλληλες αποφάσεις” (The Venus Project)
[ix] “ Είτε θα συνεχίσουμε με τα ξεπερασμένα κοινωνικά ήθη και συνήθειες, οπότε το μέλλον μας απειλείται, είτε θα υιοθετήσουμε ένα πιο κατάλληλο σύνολο αξιών που σχετίζεται άμεσα με την αναδυόμενη κοινωνία. (…) Το Venus Project παρουσιάζει μια θαρραλέα νέα κατεύθυνση για την ανθρωπότητα, η οποία συνεπάγεται τίποτα λιγότερο από τον συνολικό αυτοσχεδιασμό του πολιτισμού μας” (The Venus Project )
[x] “Όταν οι η/υ θα έχουν αισθητήρες σε όλες τις περιοχές του φυσικού και κοινωνικού συμπλέγματος , θα είμαστε σε θέση να επιτύχουμε τη συγκεντροποίηση της λήψης αποφάσεων. Σε μια παγκόσμια οικονομία πόρων, οι αποφάσεις δεν θα βασίζονται σε τοπικιστικές πολιτικές, αλλα σε μια ολιστική προσέγγιση επίλυσης προβλημάτων. Το συγκεντροποιημένο σύστημα θα ειναι συνδεδεμένο με ερευνητικά εργαστήρια και πανεπιστήμια, όπου όλα τα στοιχεία θα καταγράφονται και θα ανανεώνονται συνεχώς.” (The Venus Project)
[xi] βλ. T. Fotopoulos, “Myths on the Ecological Crisis”, The International Journal of INCLUSIVE DEMOCRACY, vol.3, no.2, (April 2007) http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol3/vol3_no2_Myths_Ecological_Crisis.htm
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Η δύναμη του λόγου
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας του ισπανού φιλοσόφου Φερνάντο Σαβατέρ στο «Φόρουμ του βιβλίου», που οργανώθηκε τον Νοέμβριο του 2008 στο Κάλιαρι.
Η Εμιλι Ντίκινσον γράφει: «Δεν γνωρίζω τίποτα στον κόσμο που να έχει τόση δύναμη όση η λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και την κοιτάζω μέχρις ότου αρχίσει να λάμπει». Συχνά με ρωτούν αν η Εμιλι Ντίκινσον, μια συνεσταλμένη ποιήτρια του 19ου αιώνα, ενός αιώνα οπτιμισμού και ακλόνητης πίστης στην πρόοδο (αν και αυτή δεν ήταν βέβαια μια αγωνίστρια), θα σκεφτόταν το ίδιο στον σημερινό κόσμο, έναν κόσμο φόβου. Φόβου για την τύχη της οικονομίας, για την απειλή στην επιβίωση της ανθρωπότητας, για την τρομοκρατία, τον πόλεμο, την εγκληματικότητα. Σε αυτό το ερώτημα εγώ απαντάω: ναι. Για έναν απλό λόγο: το σύμπαν μας έχει θεμελιωθεί από τον λόγο.
Η μυθολογική μας παράδοση λέει ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος». Στην αρχή είναι τα λόγια αυτά που γεννούν τα πράγματα. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας. Είμαστε συμβολικά όντα, δηλαδή υποταγμένα σε ένα δεσμό λέξεων.
Ο Αριστοτέλης, όταν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο, κάτοχος πολιτικής γνώσης, μια ύπαρξη που ζει σε συντροφιά με τους άλλους, το κάνει βασιζόμενος στο γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι μιλάμε, χρησιμοποιούμε μια γλώσσα -την οποία δεν την έχουμε επινοήσει, αλλά την έχουμε βρει ήδη δεδομένη- και ότι αυτή η γλώσσα δίνει μορφή στη σκέψη μας, στις επιθυμίες μας.
Ακόμα και ο αναχωρητής ή εκείνος που αποσύρεται στη μοναξιά του βουνού, μιλάει με τον εαυτό του και με το Θεό με μια γλώσσα που δεν έχει επινοήσει, αλλά την έχει βρει έτοιμη για χρήση. Αυτή η γλώσσα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοινωνία που ζει μέσα στον καθένα από μας. Ιδού γιατί αυτό που μας συγκροτεί ως πολιτικά, κοινωνικά και ανθρώπινα όντα και μας καθιστά μέρος του ανθρώπινου γένους είναι η ικανότητά μας να μιλάμε και κυρίως να κατανοούμε το νόημα του γλωσσικού συμβόλου, ενός κόσμου λέξεων.
Οι λέξεις αλλάζουν, όπως αλλάζουν και τα μέσα επικοινωνίας με τα οποία αυτές μεταβιβάζονται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά ο κεντρικός τους ρόλος παραμένει αναλλοίωτος. Χρησιμεύουν για να εκφράζουν τα πάντα: τα συναισθήματα, τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον, την ορθολογική σκέψη καθώς και τα τρελά πάθη.
Οταν λέω αυτά τα πράγματα, μιλώντας σαν γέρος λόγιος, μου αντιτείνουν ότι σήμερα οι λέξεις υποκαθίστανται συχνά από άλλες, πιο ισχυρές μορφές επικοινωνίας: εικόνες, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες. Υπάρχει μάλιστα ένα είδος ουτοπικού αφορισμού, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, σύμφωνα με τον οποίο μια εικόνα αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Δεν συμφωνώ και δεν είναι αληθινό. Μια εικόνα χωρίς λέξεις δεν αξίζει τίποτα. Αναφέρω ένα παράδειγμα: η φωτογραφία ενός πτώματος σε ένα χωράφι πάνω σε ένα λόφο μπορεί να αντιστοιχεί σε εκείνη του θύματος ενός εγκλήματος, ενός πολέμου, ενός ατυχήματος. Αλλά αυτό το πτώμα μπορεί να είναι και το πτώμα ενός εκτελεσμένου δικτάτορα. Τα συμφραζόμενα θα είναι εκείνα που θα καταστήσουν κατανοητή την εικόνα: τρομερή, αξιοθαύμαστη, θλιβερή.
Προσοχή όμως! Οι λέξεις και οι εικόνες μπορεί να είναι απατηλές. Ενας λόγος παραπάνω για να πούμε ότι μια απομονωμένη εικόνα δεν έχει ποτέ αρκετή δύναμη. Αληθεύει όμως το αντίθετο: οι λέξεις αφαιρούν τη δύναμη των εικόνων.
Αληθεύει επίσης ότι σήμερα οι λέξεις φτάνουν σε μας μέσα από ασυνήθιστα μέσα. Στην αρχή και για πολλούς αιώνες οι λέξεις ήταν αποκλειστικά προφορικές. Στη συνέχεια μετατράπηκαν σε γραπτές λέξεις, με σκοπό να προσδιοριστούν οι νόμοι και οι κανόνες συμπεριφοράς. Μόνον αργότερα θα αρχίσουν να τυπώνονται και να αποδίδονται, ενώ σήμερα φτάνουν σε μας από την οθόνη του υπολογιστή και μέσα από μηνύματα κάθε τύπου. Ωστόσο, επιμένω: η δύναμη των λέξεων συνεχίζει να είναι η ίδια.
Πώς γίνεται αυτό; Επειδή όσο ισχυρή και να είναι η επίδραση των εικόνων, πρόκειται μόνον για μια υπνωτιστική επίδραση. Για να μας κάνει να συλλογιστούμε ή να αναπτύξουμε κριτικό πνεύμα, μια εικόνα δεν είναι αρκετή, ενώ ο λόγος είναι πάντοτε.
Αφού έπλεξα αυτό το εγκώμιο στο λόγο, θα ήθελα να προειδοποιήσω τον αναγνώστη: υπάρχει ένας εθισμός στις λέξεις. Υπάρχουν οι λέξεις που καταλήγουν να χάνουν τη λαμπρή τους όψη και που δεν λάμπουν πλέον, αντίθετα με την εικόνα που έδινε η Εμιλι Ντίκινσον. Μερικές λέξεις, εξαιτίας του ότι επαναλαμβάνονται ή πέφτουν στο κενό, χάνουν το νόημά τους.
Εχω στο νου μου εκφράσεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» ή ακόμη και εκείνες τις ερωτικές, όπως το «σ' αγαπώ». Τις έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές, έχουμε δει την πραγματικότητα να τις διαψεύδει και επομένως καταλήγουμε να δυσπιστούμε γι' αυτές. Οι λόγοι των πολιτικών, για παράδειγμα, είναι συνήθως γεμάτοι με αυτές τις λέξεις και λένε όλο και λιγότερα ή τίποτα. Ιδού γιατί το να εμφυσήσει νέα ζωή στις λέξεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογοτεχνίας.
Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που κατορθώνουν να δώσουν στις λέξεις κοινής χρήσης -όχι σε εκείνες τις παράξενες ή ασυνήθιστες- μια νέα ζωή, μια νέα δύναμη (...).*
Η Εμιλι Ντίκινσον γράφει: «Δεν γνωρίζω τίποτα στον κόσμο που να έχει τόση δύναμη όση η λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και την κοιτάζω μέχρις ότου αρχίσει να λάμπει». Συχνά με ρωτούν αν η Εμιλι Ντίκινσον, μια συνεσταλμένη ποιήτρια του 19ου αιώνα, ενός αιώνα οπτιμισμού και ακλόνητης πίστης στην πρόοδο (αν και αυτή δεν ήταν βέβαια μια αγωνίστρια), θα σκεφτόταν το ίδιο στον σημερινό κόσμο, έναν κόσμο φόβου. Φόβου για την τύχη της οικονομίας, για την απειλή στην επιβίωση της ανθρωπότητας, για την τρομοκρατία, τον πόλεμο, την εγκληματικότητα. Σε αυτό το ερώτημα εγώ απαντάω: ναι. Για έναν απλό λόγο: το σύμπαν μας έχει θεμελιωθεί από τον λόγο.
Η μυθολογική μας παράδοση λέει ότι «Εν αρχή ην ο Λόγος». Στην αρχή είναι τα λόγια αυτά που γεννούν τα πράγματα. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας. Είμαστε συμβολικά όντα, δηλαδή υποταγμένα σε ένα δεσμό λέξεων.
Ο Αριστοτέλης, όταν υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο, κάτοχος πολιτικής γνώσης, μια ύπαρξη που ζει σε συντροφιά με τους άλλους, το κάνει βασιζόμενος στο γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι μιλάμε, χρησιμοποιούμε μια γλώσσα -την οποία δεν την έχουμε επινοήσει, αλλά την έχουμε βρει ήδη δεδομένη- και ότι αυτή η γλώσσα δίνει μορφή στη σκέψη μας, στις επιθυμίες μας.
Ακόμα και ο αναχωρητής ή εκείνος που αποσύρεται στη μοναξιά του βουνού, μιλάει με τον εαυτό του και με το Θεό με μια γλώσσα που δεν έχει επινοήσει, αλλά την έχει βρει έτοιμη για χρήση. Αυτή η γλώσσα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοινωνία που ζει μέσα στον καθένα από μας. Ιδού γιατί αυτό που μας συγκροτεί ως πολιτικά, κοινωνικά και ανθρώπινα όντα και μας καθιστά μέρος του ανθρώπινου γένους είναι η ικανότητά μας να μιλάμε και κυρίως να κατανοούμε το νόημα του γλωσσικού συμβόλου, ενός κόσμου λέξεων.
Οι λέξεις αλλάζουν, όπως αλλάζουν και τα μέσα επικοινωνίας με τα οποία αυτές μεταβιβάζονται από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά ο κεντρικός τους ρόλος παραμένει αναλλοίωτος. Χρησιμεύουν για να εκφράζουν τα πάντα: τα συναισθήματα, τα όνειρα και τα σχέδια για το μέλλον, την ορθολογική σκέψη καθώς και τα τρελά πάθη.
Οταν λέω αυτά τα πράγματα, μιλώντας σαν γέρος λόγιος, μου αντιτείνουν ότι σήμερα οι λέξεις υποκαθίστανται συχνά από άλλες, πιο ισχυρές μορφές επικοινωνίας: εικόνες, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες. Υπάρχει μάλιστα ένα είδος ουτοπικού αφορισμού, που επαναλαμβάνεται συνεχώς, σύμφωνα με τον οποίο μια εικόνα αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Δεν συμφωνώ και δεν είναι αληθινό. Μια εικόνα χωρίς λέξεις δεν αξίζει τίποτα. Αναφέρω ένα παράδειγμα: η φωτογραφία ενός πτώματος σε ένα χωράφι πάνω σε ένα λόφο μπορεί να αντιστοιχεί σε εκείνη του θύματος ενός εγκλήματος, ενός πολέμου, ενός ατυχήματος. Αλλά αυτό το πτώμα μπορεί να είναι και το πτώμα ενός εκτελεσμένου δικτάτορα. Τα συμφραζόμενα θα είναι εκείνα που θα καταστήσουν κατανοητή την εικόνα: τρομερή, αξιοθαύμαστη, θλιβερή.
Προσοχή όμως! Οι λέξεις και οι εικόνες μπορεί να είναι απατηλές. Ενας λόγος παραπάνω για να πούμε ότι μια απομονωμένη εικόνα δεν έχει ποτέ αρκετή δύναμη. Αληθεύει όμως το αντίθετο: οι λέξεις αφαιρούν τη δύναμη των εικόνων.
Αληθεύει επίσης ότι σήμερα οι λέξεις φτάνουν σε μας μέσα από ασυνήθιστα μέσα. Στην αρχή και για πολλούς αιώνες οι λέξεις ήταν αποκλειστικά προφορικές. Στη συνέχεια μετατράπηκαν σε γραπτές λέξεις, με σκοπό να προσδιοριστούν οι νόμοι και οι κανόνες συμπεριφοράς. Μόνον αργότερα θα αρχίσουν να τυπώνονται και να αποδίδονται, ενώ σήμερα φτάνουν σε μας από την οθόνη του υπολογιστή και μέσα από μηνύματα κάθε τύπου. Ωστόσο, επιμένω: η δύναμη των λέξεων συνεχίζει να είναι η ίδια.
Πώς γίνεται αυτό; Επειδή όσο ισχυρή και να είναι η επίδραση των εικόνων, πρόκειται μόνον για μια υπνωτιστική επίδραση. Για να μας κάνει να συλλογιστούμε ή να αναπτύξουμε κριτικό πνεύμα, μια εικόνα δεν είναι αρκετή, ενώ ο λόγος είναι πάντοτε.
Αφού έπλεξα αυτό το εγκώμιο στο λόγο, θα ήθελα να προειδοποιήσω τον αναγνώστη: υπάρχει ένας εθισμός στις λέξεις. Υπάρχουν οι λέξεις που καταλήγουν να χάνουν τη λαμπρή τους όψη και που δεν λάμπουν πλέον, αντίθετα με την εικόνα που έδινε η Εμιλι Ντίκινσον. Μερικές λέξεις, εξαιτίας του ότι επαναλαμβάνονται ή πέφτουν στο κενό, χάνουν το νόημά τους.
Εχω στο νου μου εκφράσεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» ή ακόμη και εκείνες τις ερωτικές, όπως το «σ' αγαπώ». Τις έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές, έχουμε δει την πραγματικότητα να τις διαψεύδει και επομένως καταλήγουμε να δυσπιστούμε γι' αυτές. Οι λόγοι των πολιτικών, για παράδειγμα, είναι συνήθως γεμάτοι με αυτές τις λέξεις και λένε όλο και λιγότερα ή τίποτα. Ιδού γιατί το να εμφυσήσει νέα ζωή στις λέξεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογοτεχνίας.
Οι μεγάλοι συγγραφείς είναι εκείνοι που κατορθώνουν να δώσουν στις λέξεις κοινής χρήσης -όχι σε εκείνες τις παράξενες ή ασυνήθιστες- μια νέα ζωή, μια νέα δύναμη (...).*
Η Ελλη Παπά για τον έρωτα, την επανάσταση, τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τον αληθινό Μπελογιάννη
Με αφορμή το βιβλίο «Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο», η ‘Ελλη Παπά γράφει για τον κομμουνισμό, τον έρωτα και τον Νίκο Μπελογιάννη «τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'». Από τον Στέλιο Κούλογλου.
Μια παρηγοριά για να κάνεις τον δημοσιογράφο στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αναξιοπιστίας και κρίσης, είναι ότι σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις σημαντικούς ανθρώπους. Η Ελλη Παπά ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος, μια κορυφαία προσωπικότητα που η χώρα μας και η αριστερά γεννούν όλο και πιο σπάνια. Είχα την τύχη να την γνωρίσω την δεκαετία του 90 με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ για την αντίσταση, τον εμφύλιο και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και τα κατοπινά χρόνια συνδεθήκαμε με μια σχέση φιλική και πολύ δημιουργική.
Συνήθιζε κατά καιρούς να μου στέλνει δικές της, εξαιρετικά οξυδερκείς αναλύσεις για την παγκόσμια κατάσταση καθώς και άρθρα που είχε ψαρέψει στο ίντερνετ και θεωρούσε ότι ίσως με ενδιάφεραν. Παρ ότι είχε βάλει πλώρη για τα 90 σέρφαρε κανονικά σαν να ήταν 18αρα. Τέτοιο ανήσυχο, ανοιχτό μυαλό ήταν- και αυτό προσδιορίζει και το μέγεθος της απώλειας. Της απώλειας της τωρινής που έφυγε απο την ζωή αλλά και της απωλειών που είχε αυτή η χώρα όταν έστειλε μετά τον πόλεμο να σαπίσουν στις φυλακές ή στο εκτελεστικό απόσπασμα ανθρώπους σαν την Ελλη και τον σύντροφο της τον Νίκο Μπελογιάννη. Γιατί από τις διηγήσεις τις δικές της και των άλλων αλλά τα κείμενα του που -όπως θα ειτε παρακάτω- μου έστειλε, έχω καταλάβει ότι και ο αληθινός Μπελογιάννης ανάλογου διαμετρήματος άνθρωπος ήταν.
Σκέφτομαι συχνά , με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις , την γενικευμένη κριση και πολύ πρόσφατα την τρομοκρατία, πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της χώρας αν είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της αριστεράς αν άνθρωποι σαν τον Μπελογιάννη δεν είχαν θυσιασθεί στ βωμό ποικίλων σκοπιμοτήτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, χώρια ότι ανήκει στην σφαίρα του «αν».
Το 2002 τελειώσα το βιβλίο μου "Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο” και το έστειλα στην Ελλη να το διαβάσει. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο έρωτας στον υπαρκτό σοβιετικό σοσιαλισμό, ή αν ο τελευταίος -όπως και όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα- σκότωνε τον έρωτα. Μου έστειλε για απάντηση μια μακριά πολυσέλιδη επιστολή-κείμενο, επίσημο και στο χαρτί όχι e-mail αυτή την φορά, που ξεκινούσε με την παρακάτω εισαγωγή:
Αγαπητέ μου φiλε
Το βιβλίο σου δεν ξέρω πώς θα γίνει δεκτό από τους αμετανόητους θιασώτες του ύπαρκτού. Για μένα ήταν μια βαθειά κατάδυση στα βρωμερά απόνερά του που δυστυχώς τα γνώρισα, καλύτερα τα έζησα, στην ακμή τους και σε όλο τους το μεγαλείο -σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, μα αυτό δεν αλλάζει πολλά.
Οι πληγές του μένουν. Αφιέρωσα πολλά από τα χρόνια μου στην προσπάθεια να τα «ξεπλύνω» από πάνω μου κι από όσα μυαλά θα κατανοούσαν την ανάγκη να έρθουν στο φως για να απαλλαγεί απ'αυτά ό τι μπορεί (ακόμη) να λέγεται σοσιαλισμός, κομμουνισμός 'και άλλα τέτοια σημαντικά', όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Μαγιακόφσκι. Λίγα κατάφερα και πολλά υπέμεινα. Ας είναι, φυλάγομαι από το θρήνο για όσα μπορούσαν να γίνουν και χάθηκαν.
Και τώρα στο βιβλίο σου. Από την αρχή με τράβηξε αυτό που ήταν για σένα το πρώτο 'κινούν' για να το γράψεις κι όσο προχωρούσα έκανα -μοιραία- τη σύγκριση. Από τη μια η Πολιτεία του Πλάτωνα που στον εικοστό αι.μ.χ.πήρε το όνομα του 'υπαρκτού', η πολιτεία που διώχνει τον έρωτα μαζί με όλα τα αισθήματα που έκαναν ανθρώπινη την κοινωνία των ανθρώπων, μαζί με την τέχνη και τους ποιητές (αλλά που κρατάει τους πιο ατάλαντους που δέχονται να γράφουν τους μύθους που οι 'φιλόσοφοι βασιλείς' τους υπαγορεύουν - γνωστή η φάρα τους) και με όλα τα παρεπόμενά της. Από την άλλη εκείνοι που αρνήθηκαν τον απανθρωπισμό τους, εκείνοι που εγώ τους κατατάσσω στο 'είδος Μαγιακόφσκι'.
Έτσι έφτασα να διαβάζω τα όσα έλεγαν (τόσο ρεαλιστικά δοσμένα που να σου κόβεται η ανάσα) οι ήρωες κι οι ηρωίδες του βιβλίου σου- και στην ακοή μου να έρχονται τα λόγια που εγώ άκουσα από τον Νίκο. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο σου σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο όπως εγώ τον έζησα - τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμασταν οι μόνοι) που έδιναν τη ζωή τους για ένα κομμουνισμό που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων.
Θα μου πεις αν έχω δίκιο όταν διαβάσεις τα 'Γράμματα στο γιο μου' (σε λίγο θα εκδοθούνε, συνοδεύοντας μια σειρά βιλιαράκια μινιατούρες που έκανα στη φυλακή για το γιο μου).(1) Το κακό είναι πως δεν είναι ακριβώς ανέκδοτα, έχουνε κι όλας τη μικρή τους ιστορία: Τα είχα γράψει στη φυλακή -σε τρεις δόσεις, όσες και όσο άντεχα κάθε φορά- από το 1955 ως το 1962.Τα έστειλα στη Διδώ για να τα δώσει στο γιο μου όταν θα γινόταν δεκάξη χρονών. Βγήκα από τη φυλακή τις μέρες της Πρωτοχρονιάς του 1964, έτσι που έλεγα πια πως θα τα έδινα εγω στο γιο μου στα δεκάξη του χρόνια. Λάθος. Τα δεκάξη του με βρήκαν εξόριστη της δικτατορίας στα Γιούρα, κι έτσι σωστά είχα προβλέψει πως η Διδώ θα του τα έδινε.
Αλλά τότε ακριβώς εκείνη είχε αρχίσει να γράφει την 'Εντολή' και του τα ζήτησε για να τα περιλάβει στο βιβλίο της. Της τα έδωσε. Κανείς δεν σκέφτηκε αν εγώ θα συμφωνούσα. Τέλος πάντων, δεν πειράζει, έγινε κι αυτό. Μόνο που, μέσα στον όγκο του βιβλίου, περάσανε σαν, πώς να το πώ, να το πω σαν 'γραφικότητα'; Κάπως έτσι. Ακόμη και σήμερα αναγνώστες και προπαντός αναγνώστριες της 'Εντολής' μου λένε 'Διαβάσαμε και τα γράμματά σου, καημενούλα, τί έχεις περάσει!'. Τέτοια. Ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ποια σημασία έδινε σ'αυτά τα γράμματα ήταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Μα ο Αναγνωστάκης είναι Ποιητής. Τα όσα μου είπε ήταν βάλσαμο για μένα και πάντα τα θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.
Τώρα θα σου εξομολογηθώ και κάτι, υπό ... αυστηράν εχεμύθειαν: η αδελφή μου, παρά την ευαισθησία της, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τ ο μόνο που μου είπε γι'αυτά τα γράμματα όταν βγήκα απ' τα Γιούρα ήταν: 'Μα, βρε παιδί μου, τι ερωτισμός ηταν αυτος...'!!! Έτσι ακριβώς.
Κι άλλη μια εξομολόγηση. Εγώ είχα διαφορετική από τον Νίκο αντίληψη για το ιδιωτικό και τη δημοσιότητα του ιδιωτικού. Θα το δεις και στα γράμματά του, πως και την έκδοση της αλληλογραφίας μας ήθελε (με μια μικρή εξαίρεση, κι αυτή με 'ίσως') και τις βιογραφίες μας να γράψουμε. Ωστόσο, στην τωρινή μου απόφαση, να εκδοθεί μόνη η αλληλογραφία μας έπαιξε μεγάλο ρόλο εκείνη η βούληση του Νίκου. Είναι λίγο σαν να του το χρωστάω. Κι ευτυχώς που τα μαθαίναμε απέξω τα γράμματά μας, στην αρχή αυθόρμητα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα κρατάμε από το φόβο ότι κάποιος από τους δεσμοφύλακες μπορούσε να τα βρει αλλά θέλαμε να μας συντροφεύουν στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες της μοναξιάς, κι ύστερα με υπόδειξη του Νίκου πως μπορούσε κάποτε να τα εκδόσουμε.
Αυτά. Μπορεί να σε κούρασα, αλλά ήθελα να τα πω κάποτε, κι αν 'διάλεξα' εσένα φταίει το βιβλίο σου. Ίσως ήθελα ν'αποκαταστήσω την τιμή εκείνων των κομμουνιστών που, παρ'όλα αυτά, ξέρανε να περνάνε πέρα και πάνω από 'όλα αυτά' και να υψώνουν κάτω από τη σκιά του θανάτου το θρίαμβο της ζωής που είναι ο έρωτας; Ίσως. να ήταν, πιο απλά, η εκτίμησή μου για σένα, που άνετα την κέρδισες.
Λοιπόν,καλή ανάγνωση!
15.2.03 Έλλη
tvxs.gr
Μια παρηγοριά για να κάνεις τον δημοσιογράφο στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης αναξιοπιστίας και κρίσης, είναι ότι σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις σημαντικούς ανθρώπους. Η Ελλη Παπά ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος, μια κορυφαία προσωπικότητα που η χώρα μας και η αριστερά γεννούν όλο και πιο σπάνια. Είχα την τύχη να την γνωρίσω την δεκαετία του 90 με αφορμή μια σειρά ντοκιμαντέρ για την αντίσταση, τον εμφύλιο και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και τα κατοπινά χρόνια συνδεθήκαμε με μια σχέση φιλική και πολύ δημιουργική.
Συνήθιζε κατά καιρούς να μου στέλνει δικές της, εξαιρετικά οξυδερκείς αναλύσεις για την παγκόσμια κατάσταση καθώς και άρθρα που είχε ψαρέψει στο ίντερνετ και θεωρούσε ότι ίσως με ενδιάφεραν. Παρ ότι είχε βάλει πλώρη για τα 90 σέρφαρε κανονικά σαν να ήταν 18αρα. Τέτοιο ανήσυχο, ανοιχτό μυαλό ήταν- και αυτό προσδιορίζει και το μέγεθος της απώλειας. Της απώλειας της τωρινής που έφυγε απο την ζωή αλλά και της απωλειών που είχε αυτή η χώρα όταν έστειλε μετά τον πόλεμο να σαπίσουν στις φυλακές ή στο εκτελεστικό απόσπασμα ανθρώπους σαν την Ελλη και τον σύντροφο της τον Νίκο Μπελογιάννη. Γιατί από τις διηγήσεις τις δικές της και των άλλων αλλά τα κείμενα του που -όπως θα ειτε παρακάτω- μου έστειλε, έχω καταλάβει ότι και ο αληθινός Μπελογιάννης ανάλογου διαμετρήματος άνθρωπος ήταν.
Σκέφτομαι συχνά , με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις , την γενικευμένη κριση και πολύ πρόσφατα την τρομοκρατία, πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της χώρας αν είχαμε αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία της αριστεράς αν άνθρωποι σαν τον Μπελογιάννη δεν είχαν θυσιασθεί στ βωμό ποικίλων σκοπιμοτήτων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, χώρια ότι ανήκει στην σφαίρα του «αν».
Το 2002 τελειώσα το βιβλίο μου "Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο” και το έστειλα στην Ελλη να το διαβάσει. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο έρωτας στον υπαρκτό σοβιετικό σοσιαλισμό, ή αν ο τελευταίος -όπως και όλα τα ολοκληρωτικά συστήματα- σκότωνε τον έρωτα. Μου έστειλε για απάντηση μια μακριά πολυσέλιδη επιστολή-κείμενο, επίσημο και στο χαρτί όχι e-mail αυτή την φορά, που ξεκινούσε με την παρακάτω εισαγωγή:
Αγαπητέ μου φiλε
Το βιβλίο σου δεν ξέρω πώς θα γίνει δεκτό από τους αμετανόητους θιασώτες του ύπαρκτού. Για μένα ήταν μια βαθειά κατάδυση στα βρωμερά απόνερά του που δυστυχώς τα γνώρισα, καλύτερα τα έζησα, στην ακμή τους και σε όλο τους το μεγαλείο -σε μικρότερη βέβαια κλίμακα, μα αυτό δεν αλλάζει πολλά.
Οι πληγές του μένουν. Αφιέρωσα πολλά από τα χρόνια μου στην προσπάθεια να τα «ξεπλύνω» από πάνω μου κι από όσα μυαλά θα κατανοούσαν την ανάγκη να έρθουν στο φως για να απαλλαγεί απ'αυτά ό τι μπορεί (ακόμη) να λέγεται σοσιαλισμός, κομμουνισμός 'και άλλα τέτοια σημαντικά', όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Μαγιακόφσκι. Λίγα κατάφερα και πολλά υπέμεινα. Ας είναι, φυλάγομαι από το θρήνο για όσα μπορούσαν να γίνουν και χάθηκαν.
Και τώρα στο βιβλίο σου. Από την αρχή με τράβηξε αυτό που ήταν για σένα το πρώτο 'κινούν' για να το γράψεις κι όσο προχωρούσα έκανα -μοιραία- τη σύγκριση. Από τη μια η Πολιτεία του Πλάτωνα που στον εικοστό αι.μ.χ.πήρε το όνομα του 'υπαρκτού', η πολιτεία που διώχνει τον έρωτα μαζί με όλα τα αισθήματα που έκαναν ανθρώπινη την κοινωνία των ανθρώπων, μαζί με την τέχνη και τους ποιητές (αλλά που κρατάει τους πιο ατάλαντους που δέχονται να γράφουν τους μύθους που οι 'φιλόσοφοι βασιλείς' τους υπαγορεύουν - γνωστή η φάρα τους) και με όλα τα παρεπόμενά της. Από την άλλη εκείνοι που αρνήθηκαν τον απανθρωπισμό τους, εκείνοι που εγώ τους κατατάσσω στο 'είδος Μαγιακόφσκι'.
Έτσι έφτασα να διαβάζω τα όσα έλεγαν (τόσο ρεαλιστικά δοσμένα που να σου κόβεται η ανάσα) οι ήρωες κι οι ηρωίδες του βιβλίου σου- και στην ακοή μου να έρχονται τα λόγια που εγώ άκουσα από τον Νίκο. Κι όταν έκλεισα το βιβλίο σου σκέφτηκα πως έπρεπε να γνωρίσεις τον Νίκο όπως εγώ τον έζησα - τον ζωντανό, τον αληθινό, κι όχι τον πλαστό των επίσημων 'μνημοσύνων'. Πως έπρεπε να γνωρίσεις ότι υπήρξανε κομμουνιστές (και δεν είμασταν οι μόνοι) που έδιναν τη ζωή τους για ένα κομμουνισμό που ήταν από την ίδια του τη φύση ερωτικός και χαιρόταν όταν έβλεπε να ανθίζει ο έρωτας στις καρδιές των ανθρώπων.
Θα μου πεις αν έχω δίκιο όταν διαβάσεις τα 'Γράμματα στο γιο μου' (σε λίγο θα εκδοθούνε, συνοδεύοντας μια σειρά βιλιαράκια μινιατούρες που έκανα στη φυλακή για το γιο μου).(1) Το κακό είναι πως δεν είναι ακριβώς ανέκδοτα, έχουνε κι όλας τη μικρή τους ιστορία: Τα είχα γράψει στη φυλακή -σε τρεις δόσεις, όσες και όσο άντεχα κάθε φορά- από το 1955 ως το 1962.Τα έστειλα στη Διδώ για να τα δώσει στο γιο μου όταν θα γινόταν δεκάξη χρονών. Βγήκα από τη φυλακή τις μέρες της Πρωτοχρονιάς του 1964, έτσι που έλεγα πια πως θα τα έδινα εγω στο γιο μου στα δεκάξη του χρόνια. Λάθος. Τα δεκάξη του με βρήκαν εξόριστη της δικτατορίας στα Γιούρα, κι έτσι σωστά είχα προβλέψει πως η Διδώ θα του τα έδινε.
Αλλά τότε ακριβώς εκείνη είχε αρχίσει να γράφει την 'Εντολή' και του τα ζήτησε για να τα περιλάβει στο βιβλίο της. Της τα έδωσε. Κανείς δεν σκέφτηκε αν εγώ θα συμφωνούσα. Τέλος πάντων, δεν πειράζει, έγινε κι αυτό. Μόνο που, μέσα στον όγκο του βιβλίου, περάσανε σαν, πώς να το πώ, να το πω σαν 'γραφικότητα'; Κάπως έτσι. Ακόμη και σήμερα αναγνώστες και προπαντός αναγνώστριες της 'Εντολής' μου λένε 'Διαβάσαμε και τα γράμματά σου, καημενούλα, τί έχεις περάσει!'. Τέτοια. Ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ποια σημασία έδινε σ'αυτά τα γράμματα ήταν ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Μα ο Αναγνωστάκης είναι Ποιητής. Τα όσα μου είπε ήταν βάλσαμο για μένα και πάντα τα θυμάμαι με ευγνωμοσύνη.
Τώρα θα σου εξομολογηθώ και κάτι, υπό ... αυστηράν εχεμύθειαν: η αδελφή μου, παρά την ευαισθησία της, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Τ ο μόνο που μου είπε γι'αυτά τα γράμματα όταν βγήκα απ' τα Γιούρα ήταν: 'Μα, βρε παιδί μου, τι ερωτισμός ηταν αυτος...'!!! Έτσι ακριβώς.
Κι άλλη μια εξομολόγηση. Εγώ είχα διαφορετική από τον Νίκο αντίληψη για το ιδιωτικό και τη δημοσιότητα του ιδιωτικού. Θα το δεις και στα γράμματά του, πως και την έκδοση της αλληλογραφίας μας ήθελε (με μια μικρή εξαίρεση, κι αυτή με 'ίσως') και τις βιογραφίες μας να γράψουμε. Ωστόσο, στην τωρινή μου απόφαση, να εκδοθεί μόνη η αλληλογραφία μας έπαιξε μεγάλο ρόλο εκείνη η βούληση του Νίκου. Είναι λίγο σαν να του το χρωστάω. Κι ευτυχώς που τα μαθαίναμε απέξω τα γράμματά μας, στην αρχή αυθόρμητα, γιατί δεν μπορούσαμε να τα κρατάμε από το φόβο ότι κάποιος από τους δεσμοφύλακες μπορούσε να τα βρει αλλά θέλαμε να μας συντροφεύουν στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες της μοναξιάς, κι ύστερα με υπόδειξη του Νίκου πως μπορούσε κάποτε να τα εκδόσουμε.
Αυτά. Μπορεί να σε κούρασα, αλλά ήθελα να τα πω κάποτε, κι αν 'διάλεξα' εσένα φταίει το βιβλίο σου. Ίσως ήθελα ν'αποκαταστήσω την τιμή εκείνων των κομμουνιστών που, παρ'όλα αυτά, ξέρανε να περνάνε πέρα και πάνω από 'όλα αυτά' και να υψώνουν κάτω από τη σκιά του θανάτου το θρίαμβο της ζωής που είναι ο έρωτας; Ίσως. να ήταν, πιο απλά, η εκτίμησή μου για σένα, που άνετα την κέρδισες.
Λοιπόν,καλή ανάγνωση!
15.2.03 Έλλη
tvxs.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)