Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Η δημοκρατία του ενός

Η εκλογή του αρχηγού από το «λαό» υπονομεύει τα κόμματα

Κεντρικό ζήτημα στον εσωκομματικό ανταγωνισμό της Νέας Δημοκρατίας αναδεικνύεται το μέγεθος του εκλογικού σώματος που θα κληθεί να αποφασίσει για τον διάδοχο του κ. Καραμανλή.

Στην αρχή οι υποψήφιοι υποχρεώθηκαν να ομολογήσουν ότι πρέπει να παραβιαστεί το καταστατικό του κόμματος. Ο απερχόμενος πρόεδρος αναγκάστηκε να αλλάξει την αρχική απόφασή του για να αποκτήσει η προτεινόμενη διαδικασία κάποια νομιμοποίηση. Στη συνέχεια οι υποψήφιοι συμφώνησαν ότι θα επιτραπεί μέχρι την τελευταία στιγμή εγγραφή μελών, ενώ πριν από λίγες μέρες προτάθηκε από έναν υποψήφιο να επεκταθεί το δικαίωμα ψήφου και στους φίλους του κόμματος. Και όλα αυτά, κάτω από το βάρος της ανάλογης διαδικασίας που είχε εφαρμοστεί στο ΠΑΣΟΚ με την εκλογή του σημερινού πρωθυπουργού.

Κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει αυτή τη διαδικασία. Θα δεχτεί αμέσως τους μύδρους όχι μόνο των συνυποψηφίων του αλλά και των περισσότερων τηλεπαρουσιαστών, οι οποίοι πρώτοι επέμειναν στο δόγμα «όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα».

Αλλά αυτός ο τρόπος εκλογής αρχηγού, ο οποίος τείνει να θεσμοποιηθεί στα δύο μεγάλα κόμματα, δεν έχει καμιά σχέση με το αίτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η εκλογή από το «λαό της παράταξης» μπορεί να ηχεί ωραία στ' αυτιά, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τον κοινοβουλευτισμό, την αντιπροσωπευτική ή την άμεση δημοκρατία και τη δημοκρατική συγκρότηση των κομμάτων που προβλέπεται ακόμα και από το Σύνταγμα.

Η νομιμοποίηση του αρχηγού από ένα σώμα εκλογέων το οποίο συνέρχεται μόνο στιγμιαία, τη μέρα της εκλογής, και στη συνέχεια εξαφανίζεται, μπορεί να του δίνει πολιτική ισχύ, μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες της τηλεοπτικής του καθιέρωσης, αλλά ισοδυναμεί με αυτοδιάλυση του κόμματος, εφόσον ο αρχηγός αυτονομείται απ' αυτό, με αποτέλεσμα όλες οι κομματικές εξουσίες να πηγάζουν πλέον από αυτόν και όχι από την κομματική βάση.

Οι υποστηρικτές του νέου τρόπου εκλογής επικαλούνται την εφαρμογή του μέτρου ακόμα και από κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς με δημοκρατική παράδοση, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας, όμως κι εκεί το μέτρο εφαρμόστηκε ως αντίδοτο της μεγάλης κρίσης του κόμματος, ενώ και ο νέος αρχηγός που εκλέχτηκε πριν από λίγες μέρες το πρώτο που βιάστηκε να πει απολογητικά είναι ότι δεν θα το παίξει «το μόνο αφεντικό του κόμματος».

Κακά τα ψέματα. Η προσφυγή στο «λαό της παράταξης» σημαίνει ότι τα στελέχη της έχουν παραδεχτεί ότι το κόμμα είναι πλέον ανενεργό. Στο παρελθόν έχει εφαρμοστεί αυτός ο τρόπος εκλογής από τα πιο αντιδημοκρατικά και αντικοινοβουλευτικά κόμματα.

Ο ίδιος ο Χίτλερ προτείνει «να εκλέγεται μόνο ο αρχηγός του κόμματος από το σύνολο των μελών» έτσι ώστε «όλες οι εντολές να είναι δικές του και να μην εξαρτάται από κανέναν» («Ο αγών μου», μτφρ. Δ.Π. Κωστελένος, εκδ. Ζάρβανος, Αθήνα 1961, σ. 334).

Η υιοθέτηση του τρόπου αυτού εκλογής, κάτω από το πρόσχημα της απόλυτης δημοκρατίας, καταλήγει στην ανεξέλεγκτη επιβολή του ενός και κυρίως υπονομεύει κάθε προσπάθεια δημοκρατικής οργάνωσης των κομμάτων.
ΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 31/10/2009

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

«Η ανάπτυξη της θρησκευτικής πίστης απορρέει από γενετική εγγραφή»




Ο Κ. Κριμπάς υποστηρίζει ότι η θεωρία της εξέλιξης είναι μια «οιονεί θεωρία των πάντων»
Η φετινή χρονιά είναι ως γνωστόν αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του Κάρολου Δαρβίνου, ο οποίος, ανακαλύπτοντας τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής, θεμελίωσε επιστημονικά την ανατρεπτική ιδέα της εξέλιξης. Σε ολόκληρο τον κόσμο πραγματοποιούνται αμέτρητες ομιλίες, εκθέσεις και συνέδρια για να τιμήσουν το έργο του ευυπόληπτου βικτοριανού επαναστάτη. Και η χώρα μας δεν θα μπορούσε βέβαια να αποτελέσει εξαίρεση: σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας διοργανώθηκαν ήδη αρκετές, συνήθως επετειακές, εκδηλώσεις που απευθύνονταν στο ευρύτερο ή το πιο ειδικό κοινό.
Καμία όμως από αυτές τις εκδηλώσεις δεν θα μπορούσε να συγκριθεί -για τη συμβολή της στη διάδοση των εξελικτικών ιδεών στη χώρα μας- με την πρόσφατη δημοσίευση του βιβλίου για τον δαρβινισμό από τον Κώστα Κριμπά, επιφανή εξελικτικό βιολόγο και ακαδημαϊκό.

Εδώ και πολλά χρόνια κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο καθηγητής Κριμπάς ετοίμαζε πυρετωδώς μια εκτενέστατη μελέτη για την ανάπτυξη της εξελικτικής σκέψης. Αυτό το πολυαναμενόμενο επιστημονικό βιβλίο κυκλοφόρησε μόλις πριν από μία εβδομάδα, με τίτλο «Δαρβινισμός και η ιστορία του έως τις μέρες μας».

Με αυτή τη διπλή ευκαιρία -του Ετους για τον Δαρβίνο και την καθόλου συμπτωματική έκδοση του βιβλίου του την ίδια χρονιά- ζητήσαμε από τον Κ. Κριμπά να μας ξεναγήσει στο πολυδαίδαλο αλλά ολοζώντανο σύμπαν των εξελικτικών ιδεών. Και είναι μεγάλη τιμή και χαρά για τη στήλη επιστήμης της «Ε» να φιλοξενεί τις σκέψεις ενός στοχαστή που αναγνωρίζεται διεθνώς ως ο κορυφαίος Ελληνας εξελικτικός.

Φέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Κ. Δαρβίνου και τα 150 χρόνια από τη δημοσίευση του βιβλίου του η «Καταγωγή των ειδών». Ποιες από τις εξελικτικές ιδέες του Δαρβίνου θεωρείτε ότι είναι ακόμη επίκαιρες και ποιους τομείς της βιολογικής έρευνας τον 21ο αιώνα επηρεάζουν περισσότερο;

«Ο Δαρβίνος ήταν πλουραλιστής. Ως εκ τούτου, ορισμένες από τις προτάσεις του σήμερα δεν γίνονται αποδεκτές, όπως η κληρονομικότητα των επίκτητων ιδιοτήτων ή η θεωρία του για την κληρονομικότητα, δηλαδή η υπόθεση της «παγγένεσης». Ομως άλλες ισχύουν, όπως η κοινή καταγωγή των ζωντανών ειδών, η αποσπασματικότητα που παρουσιάζουν τα απολιθώματα. Οι απόψεις διίστανται κατά πόσον η εξέλιξη είναι βαθμιαία, όπως ήθελε ο Δαρβίνος, ή αν διενεργείται με άλματα. Στους γενετιστές επικρατεί το βαθμιαίο ενώ οι παλαιοντολόγοι προτιμούν τα άλματα. Βέβαια, διαφέρουν οι κλίμακες του χρόνου στις οποίες οι δύο αυτοί κλάδοι αναφέρονται: ό,τι οι γενετιστές θεωρούν ότι είναι μια μακρά χρονική περίοδος, οι παλαιοντολόγοι το θεωρούν μια ελάχιστη στιγμή στο γεωλογικό χρόνο. Εκείνο όμως που κυρίως θα μας μείνει από τον Δαρβίνο είναι η φυσική επιλογή ως μηχανισμός προώθησης των εξελικτικών αλλαγών. Η πρότασή του (και του Αλφρεντ Ράσελ Ουάλας αλλά και μερικών άλλων) για τη δράση της φυσικής επιλογής ήταν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά γόνιμη για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων σε τομείς που, εκ πρώτης όψεως, δεν συνδέονται εμφανώς με την οργανική εξέλιξη, όπως ο ανοσοποιητικός μηχανισμός και ο νευρωνικός δαρβινισμός».

Ο ιστορικός της επιστήμης Τόμας Κουν διέκρινε δύο τύπους επιστημονικής δραστηριότητας: την «επαναστατική» και τη «φυσιολογική» επιστήμη. Στην πρώτη εντάσσονται οι πιο σημαντικές και ανατρεπτικές θεωρίες, ενώ στη δεύτερη οι πιο προβλέψιμες και λιγότερο ανατρεπτικές ανακαλύψεις της επιστημονικής έρευνας. Δεδομένης της τεράστιας επιρροής των εξελικτικών ιδεών στη βιολογική, στη φιλοσοφική αλλά και στην κοινωνιολογική σκέψη, πόσο νόμιμο θα ήταν να μιλάμε σήμερα για μια «δαρβίνεια επανάσταση»;

«Εχω (και όχι μόνο εγώ) ένα πρόβλημα με τον Τόμας Κουν, θεωρώ δηλαδή ότι το εξηγητικό του σχήμα αναφέρεται μόνο στην επιστήμη της Φυσικής. Το ίδιο άλλωστε υποστηρίζει και ο μεγάλος βιολόγος Ερνστ Μάιρ. Στη Φυσική, οι επαναστάσεις του Κουν συνιστούν όντως μια ριζική αλλαγή του βασικού πλαισίου αναφοράς. Αυτό έγινε με τη μετάβαση από τον Αριστοτέλη στους Γαλιλαίο-Κοπέρνικο-Νεύτωνα, και αργότερα με τη μετάβαση από αυτούς στον Αϊνστάιν. Η βιολογία (και όχι μόνο αυτή) δεν παρουσιάζει τέτοιες απότομες ρήξεις. Ενα ζήτημα βέβαια που προκύπτει είναι πότε ορίζουμε την απαρχή μιας επιστήμης. Παρότι υπάρχει κάποια συνέχεια, νομίζω φρόνιμο να περιορίσουμε την εφαρμογή του όρου «επιστήμη» μόλις ένας κλάδος αρχίζει να αποκτά μια σύγχρονη οντότητα. Για να γίνω πιο σαφής, η εξελικτική βιολογία ουσιαστικά αρχίζει με τον Δαρβίνο (και ας προϋπήρξαν ο Λαμάρκ και ο Ζοφρουά Σεντ Ιλίρ), η γενετική αρχίζει με τους Μέντελ και Μόργκαν (και όχι με τον Γκέρντνερ ή τον Νοντέν), η μικροβιολογία με τον Παστέρ και τον Κοχ.

Ασφαλώς ο Δαρβίνος, σε μια θεώρηση της επιστήμης χρονικά ευρύτερη από τη δική μου, αποτέλεσε μια τομή. Προϋπήρξαν και άλλες μεγάλες τομές στην ιστορία ή την προϊστορία της εξελικτικής, όπως π.χ. εκείνη της διατύπωσης της κλίμακας των ειδών και εκείνη του Λαμάρκ. Η τομή του Δαρβίνου, χωρίς να αλλάξει το εννοιολογικό πλαίσιο, υπήρξε η πιο δραστική και η πιο γόνιμη».

Από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, η δαρβινική εξελικτική θεωρία δεν έμεινε αμετάβλητη. Οπως κάθε γόνιμη επιστημονική θεωρία, οφείλει να διευρύνεται και να αναπροσαρμόζεται συνεχώς ώστε να εξηγεί τα νέα ερευνητικά δεδομένα που συνήθως η ίδια έφερε στο φως. Ποιες, κατά τη γνώμη σας, είναι οι δραστικότερες μεταβολές που έχουν υποστεί οι εξελικτικές ιδέες που διατύπωσε ο Δαρβίνος πριν από 150 χρόνια;

«Αμέσως μετά τον θάνατο του Δαρβίνου, την επόμενη χρονιά, το 1883, ο Γερμανός βιολόγος Αύγουστος Βάισμαν τροποποίησε τον δαρβινισμό με τον αποκλεισμό της κληρονομικότητας των επίκτητων ιδιοτήτων (φαινόμενο στην ύπαρξη του οποίου πίστευε ο Δαρβίνος και οι περισσότεροι στην εποχή του, και που εσφαλμένα αποδίδεται σήμερα μόνο στο έργο του Γάλλου βιολόγου Ιωάννη Λαμάρκ). Μια δεύτερη ουσιώδης μεταβολή έγινε με τη σύνθεση του δαρβινισμού (κυρίως της φυσικής επιλογής) και της γενετικής, του μηχανισμού κληρονομικότητας που μελέτησε πρώτος ο Μέντελ και αργότερα ο Μόργκαν και οι συνεργάτες του. Αυτό έγινε πιο πρόσφατα, πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και αποτελεί μια ουσιώδη αλλαγή, μια πρόταση εξηγητική που και σήμερα κυριαρχεί. Μια σημαντική περαιτέρω διεύρυνση προτάθηκε το 1975 με την εφαρμογή του δαρβινισμού στην κοινωνιολογία (ό,τι αποκαλούμε κοινωνιοβιολογία), μια εξαιρετικά γόνιμη επέκταση. Τέλος, στις μέρες μας διευκρινίστηκαν ορισμένες πλευρές του δαρβινικού μηχανισμού από τη σύγχρονη εμβρυολογία (μια σύνθεση δαρβινισμού και εμβρυολογίας, ονομαζόμενη "evo-devo"). Αυτές αποτελούν κατά τη γνώμη μου τις μεγάλες τομές. Βέβαια το 1953 η διαπίστωση της μοριακής δομής της κληρονομικής ουσίας (του DNA) ενίσχυσε πάρα πολύ την εξελικτική και της άνοιξε νέους ορίζοντες. Ο δαρβινισμός ολοένα συμπληρώνεται, μεταβάλλεται, επεκτείνεται, αποτελεί έναν γρήγορα εξελισσόμενο κλάδο, πυρήνα των βιολογικών επιστημών».

Σε όλα σας τα βιβλία υπερασπίζεστε την εξηγητική δύναμη και τη μεγάλη γονιμότητα των εξελικτικών μοντέλων και ειδικότερα τη δαρβινική ιδέα της «φυσικής επιλογής» ως κυρίαρχου -αλλά όχι και αποκλειστικού- μηχανισμού πραγματοποίησης των εξελικτικών αλλαγών. Στο τελευταίο σας εντυπωσιακό βιβλίο για τον δαρβινισμό υποστηρίζετε, μάλιστα, τη δυνατότητα διεύρυνσης και τη σχεδόν υποχρεωτική εφαρμογή αυτού του εξηγητικού σχήματος ακόμη και στα τυπικά ανθρώπινα νοητικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, δηλαδή στη νευροεπιστήμη και την κοινωνιοβιολογία. Υπάρχει άραγε κάποιο όριο στην εξηγητική δύναμη και στις δυνατότητες επέκτασης της «φυσικής επιλογής»;

«Οντως η φυσική επιλογή αποτελεί μηχανισμό παραγωγής τάξεως από αταξία με μηχανικό τρόπο. Εκτός της εξελικτικής χρησιμοποιήθηκε και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως στην εξελικτική ψυχολογία, στην εξελικτική επιστημολογία, την ηθική, την αισθητική, την κοινωνιολογία, τη μελέτη της οικονομικής συμπεριφοράς, και, όπως επισημαίνετε, τις νευροεπιστήμες. Ειδικότερα θέλω να υπογραμμίσω τον ρόλο που διαδραματίζει η φυσική επιλογή στη μελέτη της Λογικής και στην κατανόηση της έλλογης σκέψης εν γένει, με την επισήμανση των αδυναμιών του λογικού μας οργάνου, των ασθενών του σημείων (εκείνων των γνωστικών περιοχών για τις οποίες η λογική μας δεν είναι κατάλληλα δομημένη, δηλαδή για την κατανόηση των φαινομένων που βρίσκονται εκτός της μεσοκλίμακας, της μεσαίας κλίμακας φαινομένων και όντων στην οποία ζούμε, και για την κατανόηση των οποίων δομήθηκε διά της φυσικής επιλογής η έλλογη σκέψη μας). Ετσι, όσα συμβαίνουν στη μικροκλίμακα, στο υποατομικό επίπεδο ή στις υψηλές ενέργειες, ή στη μεγαλοκλίμακα, συχνά φαίνεται να αντιβαίνουν στον κοινό νου και την κατανόησή του. Μια θεωρία που εξηγεί τις ιδιαιτερότητες της έλλογης σκέψης, του κατ' εξοχήν νοητικού μας οργάνου, νομίζω ότι αποκτά την εξηγητική ισχύ και το status μιας "γενικής θεωρίας", μιας οιονεί θεωρίας των πάντων».

Από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, η εξελικτική θεωρία πολεμήθηκε σφοδρά από θρησκευτικές και εκκλησιαστικές οργανώσεις στη Δύση. Ποια ήταν η υποδοχή του δαρβινισμού στη νεότερη Ελλάδα;

«Σε αντίθεση με τις ιδέες που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν για να ανταποκριθούν σε βαθύτερες εσωτερικές μας ανάγκες, όπως οι αντιλήψεις για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους και των τριών σταδίων της ιστορίας του, ή η "μεγάλη ιδέα", οι εξελικτικές ιδέες αποτέλεσαν ένα από τα "εξωτερικά" ιδεολογικά ρεύματα που κυριολεκτικά εισέβαλαν στη χώρα μας. Οι δαρβινικές θεωρίες, μάλιστα, ήρθαν στην Ελλάδα με σημαντική καθυστέρηση.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας 1870-1880 λείπουν τα συγγράμματα ή τα άρθρα που ασχολούνται αποκλειστικά με τις δαρβινικές επιστημονικές ιδέες. Οι πρώτες σχετικές μελέτες ήταν εχθρικές, αφού γράφτηκαν από περισσότερο ή λιγότερο εμπαθείς και μορφωμένους θεολόγους. Μόνο είκοσι δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της "Καταγωγής των ειδών" (το 1859 στην Αγγλία) θα κάνουν την εμφάνισή τους κάποια ελληνικά άρθρα που επιχειρούν να εξηγήσουν με επιστημονικούς όρους τον εξελικτικό μηχανισμό!

Για την υποδοχή -τη "δεξίωση" όπως θα έλεγε ο Κ.Θ. Δημαράς- των δαρβινικών ιδεών στην Ελλάδα πολλά έχουν γραφτεί και πολλά ετοιμάζονται να δημοσιευτούν. Οι αντιστάσεις στον τόπο μας δεν πρέπει να αποδοθούν αποκλειστικά στις θρησκευτικές αντιρρήσεις. Μολονότι οι θρησκευτικές αντιρρήσεις έπαιξαν και δυστυχώς εξακολουθούν να παίζουν σημαίνοντα ρόλο σε πολλές χώρες, νομίζω ότι στην Ελλάδα έχουμε μιαν ιδιαιτερότητα. Οπως εξηγεί η μεγάλη μας ιστορικός Ρένα Πατρικίου στο τελευταίο της βιβλίο "Οι φόβοι ενός αιώνα", η υπεράσπιση της ταυτότητας παίζει σημαντικό ρόλο στους Νεοέλληνες: ο φόβος διακυβεύσεως της ταυτότητάς μας αρδεύεται από την ανασφάλεια για την απώλεια του δεσμού μας με τους αρχαίους προγόνους μας. Η παράδοση, στοιχείο συνέχειας, συμπεριλαμβάνει βέβαια και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ετσι η όποια σκοταδιστική άποψη ορισμένων ιερωμένων (διότι υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις) αποκτά μεγαλύτερη εμβέλεια. Πάντως, όπως εξηγώ στο τελευταίο μου βιβλίο, η ανάπτυξη της θρησκευτικής πίστης απορρέει από γενετική εγγραφή αυτής της ικανότητας, που είναι προϊόν φυσικής επιλογής. Και αυτό συμβαίνει γιατί η θρησκευτική πίστη φαίνεται να ωφελεί αρκετά άτομα, τους επιτρέπει να αντιμετωπίζουν ευκολότερα τις δύσκολες στιγμές της ζωής τους, τους παρέχει ασφάλεια». *

Αναζητώντας το νόημα της εξέλιξης των εξελικτικών ιδεών

Με το τελευταίο του βιβλίο «Δαρβινισμός και η ιστορία του έως τις μέρες μας», ο Κ. Κριμπάς προσφέρει στην ελληνική γραμματεία μία μοναδικού βάθους κριτική αποτίμηση όλων των εξελικτικών θεωριών που εμφανίστηκαν μέχρι σήμερα, καθώς και των προσώπων που τις ανακάλυψαν.

Προϊόν εργασίας 12 χρόνων, αυτό το ογκώδες βιβλίο (938 σελίδες!) κυκλοφορεί σήμερα άριστα επιμελημένο από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα», αποτελώντας την πρώτη συστηματική προσπάθεια διερεύνησης όλων των θεωρητικών και πειραματικών εφαρμογών της ιδέας της εξέλιξης. Μιας αναμφίβολα άκρως παραγωγικής αλλά και ανατρεπτικής ιδέας, οι συνέπειες της οποίας υπερβαίνουν κατά πολύ τους ασφυκτικούς περιορισμούς που συχνά θέτουν οι επιμέρους επιστημονικοί κλάδοι στον εαυτό τους.

Με όχημα τη λεπτομερή παρουσίαση της ανάπτυξης της εξελικτικής σκέψης στις επιστήμες της ζωής, ο συγγραφέας καταφέρνει να ανασυγκροτήσει τις πιο σημαντικές θεωρητικές-μεθοδολογικές προσεγγίσεις αλλά και τις σφοδρές αντιπαραθέσεις που οδήγησαν στα μέσα του εικοστού αιώνα στην επικράτηση της ορθόδοξης σήμερα επιστημονικής ερμηνείας των εξελικτικών φαινομένων: τη λεγόμενη «νέα σύνθεση» ή «νεοδαρβινισμό».

Παρά τις επιστημονικές προτιμήσεις και τις προσωπικές επιλογές του -τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν κρύβει- ο Κ. Κριμπάς επέλεξε, ως καλός ιστορικός της επιστήμης, να παρουσιάσει και τις περισσότερες εναλλακτικές θεωρίες επειδή γνωρίζει ότι αυτές αποδεικνύονται συχνά εξαιρετικά χρήσιμες για την πρόοδο της εξελικτικής σκέψης. Από αυτή την αντιστικτική αντιπαράθεση των «ορθόδοξων» και των «ετερόδοξων» εξελικτικών προσεγγίσεων προέκυψε αυτή η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ζωντανή ιστορική ανασυγκρότηση της πολυτάραχης ιστορίας των εξελικτικών ιδεών τους δύο τελευταίους αιώνες.
Σ.ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 30/10/2009

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Έλλη Παπά (σύζυγος Μπελογιάννη): «το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».


«Μακάρι να είχαν εκτελέσει και μένα μαζί με τον Νίκο». Η Ελλη Παππά μιλάει για τον Μπελογιάννη, τα βιβλία που έστελνε από τη φυλακή στον γιό τους, την παρακμή του κομμουνισμού αλλά και τη σημερινή κατάσταση.
Της ΟΛΓΑΣ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ
Λευκά λαμπερά μαλλιά, μάτια σαν μικροί κρατήρες φωτός, κυρίαρχα σε ένα πρόσωπο γαλήνης -αυτή είναι η πρώτη εικόνα που μου δίνει η Ελλη Παππά, πηγαίνοντας να τη συναντήσω στο σπίτι της, στου Ζωγράφου, για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Με υποδέχεται ντυμένη απλά και κομψά - μια χρυσή καρφίτσα στη βάση του λαιμού είναι το μοναδικό της στολίδι, «σημείο», σκέφτομαι, μιας χαμένης στις μέρες μας αρχοντιάς.

Σχεδόν μεσημέρι, ο ήλιος πέφτει απ' τις τζαμόπορτες στο διαμέρισμα, 5ος όροφος, ανοιχτός, όλο ταράτσες πολυκατοικιών, ο ορίζοντας. Μέσα, βιβλία, πολλά βιβλία, δυο κυκλάμινα σε γλάστρες μπροστά στο σβηστό τζάκι, το σκυλί της, η Βιόλα, να στριφογυρίζει, φωτογραφίες και πίνακες -ανάμεσά τους, το γνωστό σκίτσο του Μπελογιάννη από τον Πικάσο και το χειρόγραφό του που το συνόδευσε, σε άλλο κάδρο- ακίνητα.

Εχουν μόλις κυκλοφορήσει σε ανατύπωση, μέσα σε χάρτινη κασετίνα, τα δέκα βιβλία μινιατούρες, παραμύθια που έγραψε ή διασκεύασε, ζωγράφισε και βιβλιοδέτησε η ίδια, και τα 'στελνε στον μικρό γιο της -καρπό τής σχέσης της με τον Νίκο Μπελογιάννη- όταν ήταν στη φυλακή και κείνος μεγάλωνε στα χέρια της αδελφής της Διδώς Σωτηρίου. Την κοιτάζω, κάπου μισόν αιώνα από τότε, το μικρό σώμα μέσα στη μεγάλη πολυθρόνα -ποιος ξένος μπορεί να μετρήσει το βάρος εκείνου του συμβόλου, εκείνου του μύθου πάνω της.

- Ησασταν στην ίδια φυλακή, της Καλλιθέας, όταν τον εκτέλεσαν. Πώς να σας ρωτήσω τι αισθανόσασταν μέσα στην καρδιά αυτής της τραγωδίας;

«Δεν μπορείς να απαντήσεις, όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να τα πεις αυτά και πώς να τα νιώσουν οι άλλοι; Να είσαι εκεί και να τον πάρουν απ' τα χέρια σου. Στη φυλακή, τον αποχαιρέτησα... Εμένα μου έδωσαν χάρη, δηλαδή ισόβια, ως μητέρα που ήμουν, και δεν με εκτέλεσαν. Γιατί κι εγώ είχα καταδικαστεί σε θάνατο».

- Πώς είναι να περιμένεις από ώρα σε ώρα έναν τέτοιο θάνατο;

«Οταν είσαι εκεί, το ξέρεις, το έχεις αποδεχτεί, ότι κάποια στιγμή μπορεί να συμβεί αυτό, να χτυπήσει η πόρτα και να σε πάρουν -πολλές γυναίκες σκοτώθηκαν έτσι. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο· αν κάνεις, θα προδώσεις... Το τραγικό για μένα είναι ότι δεν πήγα μαζί με τον Νίκο. Διότι αυτό ήθελα. Να πεθάνω, να φύγω μαζί του».

- Παρ' ότι είχατε το παιδί;

Η Ελλη Παππά με τον Νίκο Μπελογιάννη, τελευταία ημέρα της δίκης τους
«Ναι. Το παιδί θα ζούσε, ίσως και καλύτερα χωρίς εμένα, και όταν μεγάλωνε, θα καταλάβαινε... Οι γυναίκες στη φυλακή το αγαπούσαν απ' την αρχή -όταν με σήκωσαν απ' του Αβέρωφ και με πήγαν στο μπουντρούμι της Καλλιθέας για εκτέλεση, αυτές το έκρυψαν για μέρες όπου μπορούσαν: από θάλαμο σε θάλαμο, κάτω από τα ράντζα των κρατουμένων, αρρώστησε σοβαρά από το πήγαιν'-έλα, 6 μηνών παιδάκι ήταν, και το γιάτρεψαν. Γιατί αυτοί, οι ασφαλίτες, με το πρόσχημα ότι θα το φέρουν σε μένα, ζητούσουν να το πάρουν...»

- Για ποιον λόγο;

«Για άγνωστους λόγους. Τέλος πάντων, σώθηκε τότε κι όταν επέστρεψα στις φυλακές Αβέρωφ, το ξαναβρήκα. Μείναμε μαζί ώσπου έγινε 3 χρόνων -αυτό ήταν το όριο παραμονής παιδιών σε φυλακές- και πέρασε καλά, γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν εκεί μέσα, και οι συγγενείς απ' έξω ερχόντουσαν να τον δουν... Ο χωρισμός ήταν πολύ σκληρός και για τους δυο μας· εμένα με έκανε κομμάτια. Ηταν φρίκη να βλέπεις το παιδί σου μία φορά τον μήνα, για πολλά χρόνια. Ετσι έφτιαξα αυτά τα βιβλιαράκια και μετά μια άλλη σειρά, με έργα του Αριστοφάνη... Ωσπου αποφυλακίστηκα το '63, με το που βγήκε ο Παπανδρέου. Και ο Νίκος, τελειώνοντας το Δημοτικό, έμπαινε στην εφηβεία...»

- Και από τότε κύλησε η ζωή;

«Ναι, αλλά δεν κύλησε έτσι δα. Γιατί είχαμε και τη χούντα το '67, και πάλι χωρίσαμε με τον Νίκο... Πήγα εξορία. Στα Γιούρα. Οπου αρρώστησα πολύ άσχημα και τότε οι Σοβιετικοί κατάφεραν να με πάρουν από κει, να με φέρουν στην Αθήνα και τελικά να με ελευθερώσουν, χωρίς η ίδια να γνωρίζω τίποτα. Με σκοπό να με πάρουν μαζί τους στη Σοβετική Ενωση, για να ενισχύσουν τον αντιδικτατορικό αγώνα, στην ουσία για να με αξιοποιήσουν υπέρ του καθεστώτος, προβάλλοντας την εικόνα του κομμουνιστή που μένει πιστός στις ιδέες του. Είχαν κάνει μεγάλη προετοιμασία, άρχισαν να στρώνουν το κόκκινο χαλί για να με δεχτούν, αλλά δεν πήγα. Αρνήθηκα.

- Γιατί;

«Γιατί είχε γίνει εν τω μεταξύ η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, προς την οποία ήμουν αντίθετη. Ομως, ήταν πολύ βαρύ για κείνους αυτό που τους έκανα. Και από τότε οι σχέσεις μας διαρρήχθηκαν. Δηλαδή με αγνόησαν, και δικαίως. Πήγε στη θέση μου ο Ρίτσος για τον ίδιο σκοπό... Εγώ έμεινα εδώ, προσπάθησα να σταθώ στα ποδια μου, ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, που ήμασταν μαζί στον 'Ριζοσπάστη', μου έδωσε δουλειά στη 'Γυναίκα'. Χωρίς να υπογράφω απ' την αρχή, γιατί ήταν χούντα ακόμα· μου έλεγε για τις πιέσεις που δεχόταν, θα είχε πρόβλημα».

- Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού σας έκανε να σκεφτείτε ποτέ αν όλο αυτό που έγινε, ο αγώνας και οι θυσίες τόσων ανθρώπων, άξιζε τον κόπο;

«Αξιζε τον κόπο, αλλά καταρρακώθηκε από κάθε άποψη. Οταν το 1989 κατέρρευσε το σύμπαν, αποδείχτηκε ότι ήταν όλο εις μάτην. Οτι όλο αυτό που λεγόταν Σοβιετική Ενωση γεννήθηκε για να πεθάνει».

Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»
- Ηταν αναμενόμενο για σας;

«Εγώ και όσοι ήξερα δεν το είχαμε μετρήσει έτσι. Παρ' ότι από την εποχή που ήμουν στη φυλακή, προ χούντας, έφταναν ώς εμάς από την Σοβιετική Ενωση κάποιες πληροφορίες, σαν βαρίδια. Οπως π.χ. η συνωμοσία κάποιων μεγαλογιατρών να φάνε διάφορα κομματικά στελέχη, που τους έστειλαν στη Σιβηρία. Ηταν φοβερό· γιατί να γίνονται τέτοια πράγματα εκεί, αναρωτιόμουν, είχα ταραχτεί τόσο, που φώναζα στον ύπνο μου 'Σοβιετική Ενωση'! Τόσο δεμένη ήμουν μ' αυτό το κίνημα, τόσο φοβόμουν, είχα το προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί».

-Επαληθεύτηκε το προαίσθημά σας...

«Ναι, από τότε όλα τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν ανάποδα. Ωσπου ήρθε ο Γκορμπατσόφ, που τον είδαμε σαν κάτι καινούργιο, ότι θα μπορούσε να σώσει τον σοσιαλισμό. Αλλά μας την έδωσε την κατραπακιά, αντί σωτηρίας είδαμε την οριστική κατάπτωσή του. Γιατί το σύστημα κατέρρεε και ο Γκορμπατσόφ δεν μπορούσε ούτε καν να διαχειριστεί αυτή την κατάρρευση».

- Τι το οδήγησε στην κατάρρευση αυτή;

«Ηταν σάπιο απ' την αρχή αυτό που έστησαν και άκρως αντίθετο προς τις ιδέες που ευαγγελιζόταν, οι οποίες βέβαια δεν έφταιγαν».

- Από την εποχή του Λένιν ξεκινάτε;

«Να μην πούμε από τον Λένιν, αλλά από τον Στάλιν και πέρα άρχισε να σαπίζει, βλέπαμε αυτή την πτώση. Ωσπου ήρθε, και ήταν τραγικό -η Σοβιετική Ενωση εξαφανίστηκε, οι χώρες που τη συνιστούσαν είναι ξέφτια πια... Από την ώρα που ένας Γιέλτσιν πήρε την εξουσία στη Ρωσία, φάνηκε ότι το πράγμα δεν είχε πλέον ελπίδα. Διότι ήταν σάπιος και αυτός, εξέφρασε όλη την παρακμή. Και είδατε πού καταλήξαμε: στον Πούτιν».

- Το λέτε απαξιωτικά... Τι εκφράζει ο Πούτιν για σας;

- Τις μεγάλες μαφίες του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ο,τι εκφράζουν και αυτοί που έχουν φύγει από τη Ρωσία, ο Αμπράμοβιτς, ο Χοντορκόφσκι κ.λπ. Αλλωστε, αυτές οι μαφίες, όλοι αυτοί, ξεπήδησαν μέσα από την Κα Γκε Μπε, ουσιαστικά. Και ο Πούτιν ανάμεσά τους. Και βλέπουμε σήμερα τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης να τις υφίσταται όλος ο κόσμος. Και θα τις υφίσταται».

- Ποιες είναι συγκεκριμένα αυτές οι συνέπειες;

«Οτι έχει τώρα τον Μπους και τους υπόλοιπους, που έχουν πέσει πάνω στη γη να τη φάνε. Και κυνηγάνε τα πάντα, με πολέμους, με καταπάτηση των ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, προκειμένου να το πετύχουν. Με μοναδικό στόχο το χρήμα. Αυτό, το χρήμα, κυριεύει τον κόσμο τώρα, αυτό διαφεντεύει τα πάντα. Αυτό είναι η εξουσία, όλες οι εξουσίες, το μόνο πράγμα που έχει αξία· τίποτε άλλο».

- Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ Πούτιν και Μπους;

«Τι διαφορές; Απλώς, ο Μπους είναι ο χειρότερος εκφραστής αυτού του γεγονότος, αυτού του εξαμβλώματος που έχει καταντήσει ο κόσμος... Είναι φοβερό, μια επανάσταση, όπου είχαν επικεντρωθεί οι ελπίδες όλων, να μεταλλαχθεί στο αντίθετό της. Και επιπλέον, να βιώνουμε όλη αυτή την ξεδιαντροπιά, αυτό το έγκλημα της απώλειας των καλύτερων από τα υλικά με τα οποία μπορεί να είναι φτιαγμένος ένας άνθρωπος».

- Επομένως, μπορεί να πει κανείς ότι τελικά οι ωραίες ιδέες δεν είναι δυνατόν να βρουν εφαρμοργή στην κοινωνία των ανθρώπων;

«Μπορεί να το πει».

- Αρα, ρίχνουμε αυλαία;

«Οχι οριστική. Οι ιδέες για τις οποιες μιλούμε, τώρα δεν βρίσκουν εφαρμογή. Ξανασυζητιούνται μετά από έναν αιώνα».

- Να έρθουμε λίγο και στα δικά μας, και να σας ρωτήσω πώς θα φτιάχνατε το πορτρέτο του σύγχρονου Ελληνα.

«Είμαι λίγο απ' έξω, όμως έτσι ίσως να βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά. Νομίζω, λοιπόν, ότι στον τόπο μας οι άνθρωποι ζουν πια χωρίς να ξέρουν πού πάνε. Ποιο είναι το δικό τους συμφέρον, ποιος είναι ο εχθρός τους, ποιος είναι ο σύντροφός τους, ποιος είναι ο φονιάς τους. Το μόνο που τους ενδιαφέρει -και σ' αυτό συμβάλλει και η παιδεία, που είναι ανύπαρκτη- είναι να ζήσουν σήμερα, τώρα».

- Να ζήσουν, με ποιον τρόπο;

«Με ό,τι τους πλασάρουν τα περιοδικά λάιφ στάιλ και η τηλεόραση λάιφ στάιλ. Που είναι ό,τι έρχεται απ' έξω, αλλά στο πιο κιτς».

- Υπάρχει κάτι όπου μπορούμε να προσβλέπουμε;

- Εγώ το μόνο, όπου προσβλέπω, όπου μπορώ να δω μια ελπίδα -τολμώ να το πω- είναι η νέα γενιά. 'Βιάζεσαι', μου λένε μερικοί, αλλά το πιστεύω, ακούγοντας τα ίδια τα νέα παιδιά που έρχονται εδώ, χωρίς να τα ξέρω, για να μιλήσουν μαζί μου. Και διαπιστώνω ότι αρνούνται αυτόν τον κόσμο, δεν τον θέλουν. Αυτό είναι το μόνο που με γαληνεύει στην Ελλάδα σήμερα».

- Και η ελληνική Αριστερά; Πώς την επηρέασε αυτή η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού;

«Ακόμα και η Ανανεωτική Αριστερά βρέθηκε να έχει χάσει πολλά από τα πρότυπά της. Γιατί δεν είχε ποτέ, μεταπολιτευτικά, το θάρρος να ξεκόψει απ' όλα αυτά και να εμφανίσει δικό της πρότυπο. Οσο για το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».

- Για να καταλήξει πού η Αριστερά σήμερα;

«Για την ώρα, δεν μοιάζει να καταλήγει πουθενά».

-Μερικοί υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καν.

«Εχει μια βάση αυτό. Είμαστε σε μια φάση επαναπροσδιορισμού των όρων Αριστερά, αριστερός».

- Την πολιτική μας σκηνή, πώς τη βλέπετε συνολικά;

«Σαν να είμαι στη θάλασσα και έχει τσούχτρες. Αυτό το γλοιώδες πράγμα που σε τσιμπάει ξαφνικά και δεν ξέρεις από πού σου 'ρχεται».

- Τι θα λέγατε για τις δύο... κορυφαίες τσούχτρες του δικομματικού παιχνιδιού;

«Είναι πολύ λίγοι και οι δύο για τις σημερινές ανάγκες του τόπου. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω για πρόσωπα. Θα σας πω μόνο ότι βλέπω μια διολίσθηση προς το αντικοινωνικό κράτος τύπου Θάτσερ, όπου ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως όχληση προς τα μεγάλα συμφέροντα. Και η νομοθεσία μεριμνά μόνο γι' αυτά».

- Για σας, θεωρούν ότι η σύνδεσή σας με τον Μπελογιάννη κυρίως, πέρα από την δική σας μετέπειτα διαδρομή, σας προσδίδει το στοιχείο ενός «μύθου» στον χώρο της Αριστεράς. Εχετε αυτή την αίσθηση;

«Ποτέ δεν είχα τέτοια αίσθηση. Και όταν μου αποδίδουν άλλοι αυτόν το χαρακτηρισμό, δεν ξέρω τι να τον κάνω».

- Λοιπόν, ποια θα λέγατε ότι είστε;

«Δεν έχω καθήσει να το σκεφτώ ποτέ. Δεν είχα φανταστεί ότι θα είχα ν' αντιμετωπίσω, κάποια στιγμή, τέτοια ερώτηση. Φοβάμαι και που την ακούω».

- Ισως, κοιτάζοντας πίσω στη ζωή σας, πρόσωπο μιας τραγωδίας;

«Δεν μπορώ να απαντήσω σ' αυτό. Το μόνο που ξέρω για τον εαυτό μου είναι ότι είμαι μαχήτρια. Οπου και αν γυρίσω πίσω στη ζωή μου, δεν βλέπω παρά τον άνθρωπο που μάχεται».

- Τι ήταν ο Μπελογιάννης στη ζωή σας;

«Το άπαν».

- Αναρωτιέμαι αν, πενήντα τόσα χρόνια μετά, τον σκέφτεστε στην καθημερινότητά σας...

«Είναι πάντα κοντά μου. Τον αισθάνομαι. Τον ρωτάω για ό,τι κάνω. Και εκείνος βρίσκει τον τρόπο να μου απαντήσει».

- Και αν μετράτε την οδύνη που σάς άφησε με ό,τι ωραίο σάς έδωσε αυτός ο έρωτας.

«Η οδύνη δεν μετράει. Είναι άλλο. Αισθάνομαι ως ευλογία τη συνάντηση μαζί του. Ο πόνος τού πρόωρου χαμού του δεν είναι μόνο για μένα. Είναι και για όσα θα μπορούσε να δώσει σ' αυτόν τον έρμο τόπο. Και δεν πρόλαβε. Δεν τον άφησαν».
Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/12/2006

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

«ΌΧΙ» δασκάλων στις μαθητικές παρελάσεις


Ο Σύλλογος διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης αντιτίθεται στη συμμετοχή των μαθητών του στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου εκφράζοντας τις παιδαγωγικές αντιρρήσεις στο θεσμό της μαθητικής παρέλασης. Του Aρίστου Αναγνώστου.

«Η ολοκληρωτική νοοτροπία, ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις, ο μιλιταρισμός, η ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας και η αφομοίωση δεν έχουν προφανώς καμιά σχέση με την κατάκτηση της ιστορικής γνώσης και την κριτική προσέγγιση της συλλογικής μνήμης από τους μαθητές Αν κάτι πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είναι αυτό που χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν στους δρόμους με τη λήξη του πολέμου: “Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός στη γη” Κι αυτό φυσικά δε μπορεί να γίνει μέσα από την παρέλαση, το αντίθετο μάλιστα», αναφέρει στην ανακοίνωσή του ο Σύλλογος των δασκάλων του 1ου Πειραματικού Δημοτικού.

Παρέλαση με το ζόρι

Ωστόσο, παρά την άρνηση των δασκάλων, οι μαθητές του 1ου Πειραματικού θα παρελάσουν με …άνωθεν επιβολή. Αυτή είναι η απόφαση του Διευθυντή του 1ου Γραφείου της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Εποπτικού Συμβουλίου των Πειραματικών Δημοτικών Σχολείων του ΠΤΔΕ-ΑΠΘ, το οποίο απαρτίζουν ο επίκουρος καθηγητής, Αθανάσιος Αϊδίνης και οι λέκτορες Τάσος Λιάμπας και Έφη Παπαδημητρίου. Με ομόφωνη απόφασή του το εποπτικό Συμβούλιο εκφράζει την υποστήριξή του στο Σύλλογο Διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου για τις παρελάσεις, θεωρώντας τις «ως συντηρητικά ιδεολογικά σύμβολα και αναχρονιστικές πρακτικές που αντιτίθενται στην υπόσχεση της Παιδαγωγικής ως Επιστήμης της Εκπαίδευσης για ένα ανθρώπινο και δημοκρατικό σχολείο για όλα τα παιδιά, που προετοιμάζει το δημιουργικό, κοινωνικό, ικανό για συνεργασία και ολόπλευρα ολοκληρωμένο άνθρωπο».

Δάσκαλοι: Η Ιστορία μιλά από μόνη της

Ο Σύλλογος διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δ. Σ. Θεσσαλονίκης του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ θυμίζει μεταξύ άλλων στην ανακοίνωσή του ότι: «Το μαθητικό συμπλήρωμα στις στρατιωτικές παρελάσεις ξεκίνησε στα χρόνια του Μεταξά, όταν η ομοιομορφία της εμφάνισης μαθητών και μαθητριών ήταν δεδομένη, ενώ η στρατιωτικοποίηση της νεολαίας ( Ε.Ο.Ν.) ήταν βασικός στόχος του καθεστώτος. Από τότε οι μαθητικές παρελάσεις συνεχίζονται αδιάλειπτα καθοριζόμενες από ένα θολό νομοθετικό πλαίσιο -«προαιρετικά και με το ζόρι», παρά την καταδίκη της χώρας μας από το ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το θέμα της υποχρεωτικότητας της συμμετοχής μαθητών και εκπαιδευτικών σ΄ αυτές. Η μόνη περίοδος που τέθηκε ουσιαστικά ζήτημα κατάργησής τους ήταν αμέσως μετά τη χούντα. Όμως οι παρελάσεις έμειναν ανέγγιχτες από οποιαδήποτε απόπειρα «εκσυγχρονισμού» ακολούθησε και έτσι μέχρι σήμερα μαθητές και μαθήτριες συνεχίζουν να παίζουν τα στρατιωτάκια με τους εκπαιδευτικούς (και ιδίως τους/τις γυμναστές/τριες) σε ρόλο «επιλοχία».

Από τη σκοπιά της παιδαγωγικής

«Προφανώς, η μαθητική παρέλαση (και μάλιστα στρατιωτικού τύπου) δεν αντέχει ούτε τη στοιχειώδη κριτική προσέγγιση από οποιαδήποτε σύγχρονη παιδαγωγική σκοπιά. Αφού όλα στην παρέλαση παραπέμπουν σε παιδαγωγικούς αρχαϊσμούς στρατιωτικού τύπου. Γι’ αυτό και όλη η προετοιμασία είναι μια ξεκομμένη δράση στο χώρο του σχολείου. Συναντά τη χαρούμενη αποδοχή των μαθητών/τριών, μόνο γιατί γίνεται «έξω» και αντιμετωπίζεται με την ιλαρότητα ενός παιχνιδιού ρόλων. Έτσι όμως η «εγχάραξη» επιτυγχάνεται πολύ ευκολότερα, αφού οι «συνθήκες πρόσληψης» είναι σχεδόν ιδανικές (πολύ θα θέλαμε ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής εκπαιδευτικής διαδικασίας να γίνεται «έξω» και με «παιχνιώδη» διδακτική προσέγγιση).

Όμως τι ακριβώς «εγχαράσσεται»;

α) Διαχωρισμός-διακρίσεις: αγόρια μπροστά, κορίτσια πίσω (ολοφάνερα σεξιστικό), αλλά και ψηλοί/ές μπροστά, κοντοί/ές πίσω (ολοφάνερα ακατανόητο). Και κυρίως άξιοι/ες ξεχωριστά -η Ελλάδα της σημαίας-πληβείοι πίσω. Μάλιστα η εξάδα μόνο πηγαίνει συνήθως στη Δοξολογία και πάντα μπροστά- ξεκομμένη από τον υπόλοιπο μαθητικό όχλο. Εδώ, συναντάμε και το μεγάλο θέμα της απόρριψης των παιδιών με αναπηρίες. Η εγκύκλιος που επιτρέπει και τη συμμετοχή ανάπηρων στην πράξη περιορίζεται στους/ις σημαιοφόρους και αποτελεί καταφανώς επικοινωνιακό τρικ, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γενικευτεί, αφού οι απαιτήσεις για τη συμμετοχή στα «παρελαύνοντα τμήματα» δεν σέβονται διόλου τις ιδιαίτερες δυσκολίες και ανάγκες αυτών των παιδιών.

β) Θηριοδαμαστικός παβλοφισμός: Όλοι/όλες περπατάμε με το ίδιο αφύσικο βήμα, μετά από πολύωρη, μάλιστα, εκγύμναση, που μετατρέπει το σχολείο σε τσίρκο. Για να μπορούμε να «στοιχιζόμαστε» βλέποντας μόνο το κεφάλι του μπροστινού μας και να «ζυγιζόμαστε» ρίχνοντας ματιές στο πλάι στο/στη διπλανό/ή μας και εντέλει να κινούμαστε σαν ρομποτάκια με το ρυθμό που επιβάλλει -παβλοφικά-η σφυρίχτρα ή το «ένα στο αριστερό».

γ) Αγελισμός - ομοιομορφία: συνδέεται με το προηγούμενο όσον αφορά στην κίνηση στο χώρο, αλλά επεκτείνεται και στην ενδυμασία. Την πιο ορατή προσπάθεια υποταγής του ατόμου στη μαζική ομοιομορφία του συνόλου. Τώρα τελευταία, μάλιστα, έχουμε σύνδεση του εθνικοσοσιαλιστικού αυτού κατάλοιπου με το θεσμό της χορηγίας. Συνήθως φροντιστήρια «χορηγούν» μέρος (φουλάρια, γιλέκα, μπερέδες κ.λ.π.) της ενδυμασίας.

δ) Υποβιβασμός του ελεύθερου πολίτη σε υποταγμένο «υπήκοο»: Από ποιο φεουδαρχικό χρονοντούλαπο άραγε βγαίνουν αυτοί οι «επίσημοι» που στέκονται κάθε φορά στην εξέδρα (δεσπότης, στρατηγός, νομάρχης -οι αρχές και εξουσίες του τόπου) επιθεωρώντας με βλοσυρό βλέμμα τους υπηκόους τους, καθώς αυτοί τους «αποδίδουν τιμές» (γιατί άραγε;) στρέφοντας την κεφαλή δεξιά (ενώ ταυτόχρονα κοιτάνε λοξά τη «στοίχισή» τους και ακόμα πιο λοξά τη «ζύγισή» τους);

ε) Κιτς και αισθητική κακογουστιά: Εκτός από τον τρόπο που κινούμαστε και τα ρούχα που φοράμε στην παρέλαση ακούμε και μουσική (δεν υπάρχει τελετουργία χωρίς μουσική υπόκρουση άλλωστε, εκτός από αυτές που απαιτούν πλήρη σιωπή). Και τι μουσική! Στρατιωτικά εμβατήρια (την κακοποίηση, δηλαδή, της όποιας συμφωνικής παράδοσης της Δύσης) που επενδύουν μουσικά κάποια άτεχνα στιχάκια εθνικιστικού κρεσέντου.

στ) Eθνικιστική μονοπολιτισμικότητα: Παρά τα ρητορικά φληναφήματα περί «σεβασμού των πολιτισμικών διαφορών» οι παρελάσεις αποτελούν έναν ακόμη μηχανισμό (τον πιο χοντροκομμένο, ίσως) για την επιβολή είτε της αφομοίωσης είτε της ρατσιστικής απόρριψης και του αποκλεισμού του «διαφορετικού» από την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι «καθιερωμένες» πλέον αντιπαραθέσεις γύρω από το ζήτημα των αλλοδαπών σημαιοφόρων το αποδεικνύουν περίτρανα.
tvxs.gr

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Ο γόρδιος δεσμός του χρέους

«Ή θα αφανίσουμε το δημόσιο χρέος και τη διαφθορά ή αυτά θα αφανίσουν τη χώρα».
Με τη δήλωση αυτή η νέα υπουργός Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου επανέλαβε προεκλογικά κάτι που σοφά έχει δηλωθεί επανειλημμένα στο παρελθόν από μεγάλους πολιτικούς όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το πρόβλημα είναι πως την τελευταία 30ετία το χρέος σταθερά διογκούται, με τη χώρα να γονατίζει σήμερα.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2009 το δημόσιο χρέος (κεντρική κυβέρνηση) της χώρας ανήλθε σε 292 δισ. ευρώ και είναι βέβαιο πως έως το τέλος του έτους θα έχει υπερβεί τα 300 δισ. ή το 122% του ΑΕΠ. Με τον συνυπολογισμό της «άσπρης τρύπας» των ασφαλιστικών ταμείων και των ΟΤΑ (γενική κυβέρνηση) το χρέος φτάνει τα 165 δισ. ή το 108% του ΑΕΠ, με πιθανότερη κατάληξη το 110%. Τα 3/4 του χρέους αυτού αφορούν εξωτερικό χρέος, συνημμένο στο «σκληρό» ευρώ. Αυτό σημαίνει πως σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής ύφεσης ή στασιμότητας και αποπληθωρισμού θα είναι εξαιρετικά δύσκολη η συγκράτηση της ανόδου του.

Το 2010 προβλέπεται (με μηδενική ανάπτυξη) να αυξηθεί σε 115% του ΑΕΠ περίπου, δηλαδή 35 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τον προβλεπόμενο μέσο ευρωπαϊκό όρο (90% του ΑΕΠ). Και εάν την τελευταία 10ετία φάνηκε να συγκρατείται στα επίπεδα του 100% περίπου, αυτό οφείλεται περισσότερο στη διπλή λογιστική ανατίμηση του ΑΕΠ (ώστε να συμπεριληφθεί μέρος της παραοικονομίας) παρά στη σταθεροποιητική δράση της οικονομικής ανάπτυξης πάνω στην αύξησή του.

Οπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρία, η αύξηση του λόγου δημοσίου χρέους/ΑΕΠ εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες:

α) Το τρέχον επίπεδο του λόγου χρέους/ΑΕΠ.

β) Το ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ.

γ) Το μέσο πραγματικό επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται το εν λόγω χρέος, και

δ) Την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστού στο ΑΕΠ (προκύπτει από το συνολικό δημόσιο έλλειμμα αν αφαιρεθούν οι τόκοι).

Στην ελληνική περίπτωση ο λόγος χρέους/ΑΕΠ έχει ανέλθει στο 110%, ενώ το ονομαστικό επιτόκιο με το οποίο εξυπηρετείται το χρέος είναι σταθερό (κατά 80%) και κυμαίνεται γύρω στο 4,5%. Οπότε με πληθωρισμό μηδενικό και έως 1% το πραγματικό επιτόκιο είναι 4%.

Για να μην έχουμε, λοιπόν, νέα διόγκωση του κρατικού χρέους ή πρέπει να πετύχουμε σαν οικονομία ένα πρωτογενές πλεόνασμα όσο οι τόκοι σαν ποσοστό στο ΑΕΠ (4-5%), ή πρέπει να πετύχουμε ένα ρυθμό ανάπτυξης αντίστοιχο, ή ένα συνδυασμό των δύο. Ομως, με την παγκόσμια οικονομία στο χάλι που είναι και την ελληνική υπερχρεωμένη, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να υπερβεί σημαντικά το μηδέν.

Συνεπώς, το μεγάλο μέρος της όλης προσπάθειας πρέπει να προέλθει από τη διαμόρφωση πρωτογενών πλεονασμάτων (προϊόν της δημοσιονομικής εξυγίανσης) ή και τη μείωση του ονομαστικού επιτοκίου (αναδιάρθρωση-επιμήκυνση χρέους).

Και οι δύο αυτοί ενδιάμεσοι στόχοι είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγισθούν, αφού α) δεν προβλέπεται να αυξηθεί το ΑΕΠ το 2010, β) φέτος πάμε για πρωτογενές έλλειμμα 5-6% του ΑΕΠ και όχι για κάποιο πλεόνασμα (για να έμενε σταθερό το χρέος το 2010 θα χρειαζόταν πρωτογενές πλεόνασμα 5% του ΑΕΠ), ενώ γ) λόγω της ένταξής της στην Ε.Ε. η Ελλάδα δεν μπορεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της απευθείας στις ξένες αγορές δεχόμενη ως αντάλλαγμα μια νομισματική υποτίμηση (όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις) αλλά πρέπει να ζητήσει την οικονομική αρωγή της Ε.Ε. ή την έκδοση ευρωομολόγου με χαμηλό επιτόκιο.

Αρα, το 2010 δεν πρόκειται να υπάρξει φρένο στη διόγκωση ελλείμματος και χρέους. Απλώς θα αρχίσει η προσπάθεια επιβράδυνσής τους, με σκοπό να αντιστραφεί η πορεία τους τα επόμενα έτη. Το πότε ακριβώς θα γίνει η αντιστροφή και πότε θα πλησιάσουμε πάλι το όριο ελλείμματος του 3% που θέλει η Ε.Ε. είναι κάτι που θα κριθεί στις διαβουλεύσεις με την Κομισιόν.

Εξ ου και η ανάγκη προετοιμασίας ενός σοβαρού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης.
Του Κ. ΚΑΛΛΩΝΙΑΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/10/2009

Το στοίχημα των 100 ημερών

Οποιαδήποτε λήψη αποφάσεων τούτη τη δύσκολη ώρα για την ελληνική οικονομία προαπαιτεί την πλήρη γνώση της κατάστασής της.
Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών επιτεύχθηκε χωρίς να βελτιωθεί το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, όπως αυτό καταδεικνύεται από τη θέση της χώρας στη σχετική κατάταξη των διεθνών οργανισμών. Αυτό το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής, σε περιβάλλον ταχείας ανάπτυξης της ζήτησης, ταυτοχρόνως, οδήγησε σε άνοδο τις τιμές τόσο των αγαθών όσο, κυρίως, των υπηρεσιών. Οι ατέλειες και οι «κλειστότητες» των επιμέρους αγορών συνέτειναν στο ίδιο αποτέλεσμα. Σήμερα που η ζήτηση υποχωρεί ο πληθωρισμός περιορίζεται, χωρίς όμως για πολλά αγαθά και υπηρεσίες να έχει υποχωρήσει αναλόγως και η λεγόμενη «ακρίβεια» λόγω των μη ανταγωνιστικών αγορών.

Η ανάπτυξη της ζήτησης κατά την περίοδο 1995-2008 επιτεύχθηκε, ειδικότερα, χωρίς να αξιοποιηθεί το εργασιακό δυναμικό της χώρας, το οποίο συνεχίζει να υποαπασχολείται κατά έναν λανθάνοντα «ορθολογικό» τρόπο, καθώς το θεσμικό πλαίσιο δεν ενθαρρύνει την εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα, και άρα και την απασχόληση που συνεπάγεται αυτή η παραγωγική δραστηριότητα. Το αποτέλεσμα το βλέπετε στους δρόμους και στα προαύλια των δημόσιων οργανισμών όπου πηγαινοέρχονται άπραγοι άνεργοι, άεργοι και «εργαζόμενοι» στα προγράμματα stage.

Επιπλέον, όσον αφορά ειδικότερα τις αγορές εργασίας, το σχετικό πλέγμα των φορολογικών και άλλων κινήτρων φαίνεται να μην ευνοεί τη μισθωτή εργασία σε σύγκριση με την αυτοαπασχόληση, αλλά και σε σύγκριση με τη χρήση του -εγκατεστημένου- κεφαλαίου. Αυτή η πραγματικότητα συσχετίζεται σημαντικά με την έντονα προοδευτική φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία, την ίδια ώρα που η αντίστοιχη επιβάρυνση της «εναλλακτικής» αυτοαπασχόλησης, λόγω φοροδιαφυγής και χαμηλών ασφαλιστικών εισφορών, είναι πολύ χαμηλότερη.

Από την άλλη, όμως, η αυτοαπασχόληση έχει μεγαλύτερο κόστος εισόδου, καθώς οι αγορές είναι κλειστές. Το αποτέλεσμα είναι ένας διπλός αποκλεισμός, ιδίως για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας: Η μισθωτή εργασία υπερφορολογείται αλλά και οι αγορές της αυτοαπασχόλησης και των επαγγελμάτων είναι κλειστές. Ολη αυτή η κατάσταση σχετίζεται όμως κρίσιμα (και) με τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, και άρα την ανικανότητά της να παράγει, δηλαδή να απασχολήσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό.

Η αύξηση του ΑΕΠ μέχρι το 2008, παρ' όλο που η παραγωγή και η απασχόληση διατηρήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα λόγω της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, οφείλεται σε πολύ συγκεκριμένους παράγοντες. Δηλαδή, στις θετικές επιπτώσεις που είχε η ένταξη στην ΟΝΕ στη μακροοικονομική σταθεροποίηση, και την παράλληλη δημιουργία της ιδιωτικής πίστης στη χώρα μετά την απομάκρυνση των σχετικών διοικητικών απαγορεύσεων. Οφείλεται στις αυξημένες εισροές από τη ναυτιλία, τον τουρισμό, την κτηματαγορά, αλλά και τα κοινοτικά κονδύλια. Η σχετικώς ταχεία λοιπόν αυτή ανάπτυξη του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση της εγχώριας απασχόλησης, οδηγεί σε μια λανθάνουσα ή τεχνητή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όπως μετριέται από τη «ζήτηση προς απασχόληση», παρ' όλο που η ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής παραμένει πολύ χαμηλή.

Την ίδια ώρα, οι υψηλές επενδύσεις συνδυάζονται ιδανικά με μια υποστήριξη από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία και την ευκολότερη χρηματοδότηση από το πιστωτικό σύστημα, μέχρι πρότινος τουλάχιστον. Συμπερασματικά, είχαμε υψηλή ζήτηση και υψηλές τιμές (λόγω και των κλειστών επιμέρους αγορών), υψηλή επένδυση (αλλά μη αποδοτική, κακώς χρησιμοποιούμενη), χαμηλή απασχόληση και όλο αυτό οδήγησε σε έναν συνδυασμό φαινομενικά υψηλής παραγωγικότητας και... χαμηλής ανταγωνιστικότητας.

Ολες οι προαναφερόμενες αδυναμίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις και στα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας, τόσο λόγω της συνακόλουθης υστέρησης των εσόδων από φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και ασφαλιστικών εισφορών όσο και λόγω της συγκέντρωσης ενός υπερβολικά μεγάλου μέρους του συνολικού δανεισμού της χώρας στο Δημόσιο, ο οποίος όμως τελικώς καθορίζει και την πιστοληπτική ικανότητα όλης της οικονομίας και άρα το κόστος δανεισμού.

Σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, τα στοιχεία δείχνουν ότι η αντιμετώπιση των αδυναμιών της μάλλον απαιτεί μια στρατηγική με τρεις παράλληλους άξονες. Τη μείωση της προοδευτικότητας των επιβαρύνσεων στη μισθωτή εργασία, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής αλλά και της διακριτής πολιτικής εισφορών που ευνοεί την αυτοαπασχόληση και, κυρίως, το με κάθε μέσο άνοιγμα των κλειστών αγορών με την ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Αμεσα όλα αυτά, στις 100 πρώτες μέρες.
Του ΘΟΔΩΡΗ ΠΕΛΑΓΙΔΗ Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/10/2009

Το νόημα του 1989

Ποια θα είναι η τύχη του κομμουνιστικού ιδεώδους μετά την ιστορική ήττα που σηματοδοτεί η πτώση του Τοίχους το 1989; Απαντάει ο γάλλος ιστορικός Φρανσουά Φιρέ
Το ακόλουθο κείμενο του γάλλου ιστορικού Φρανσουά Φιρέ (1927-1997) δημοσιεύτηκε το 1994 σε ειδικό αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια από την ίδρυση του περιοδικού «Le Noubel Observateur», του οποίου ο Φιρέ υπήρξε τακτικός συνεργάτης.

Η ιστορία θα πει αναμφίβολα ότι μεταξύ των μεγάλων διανοητικών και πολιτικών υποχρεώσεων, που ανέλαβε το περιοδικό «Le Noubel Observateur» εδώ και τριάντα χρόνια, η κριτική του κομμουνισμού εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή. Δεν είναι το μικρότερο παράδοξο, ούτε και η μικρότερη τιμή αυτού του περιοδικού της αριστεράς, το ότι διατήρησε αυτή την πορεία πλεύσης στο εσωτερικό μιας αριστεράς, στην οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα απολάμβανε μια τόσο ευρεία απήχηση και διέθετε τόσο σημαντικό κύρος.

Αυτή η ελευθερία πνεύματος θα μας είναι ακόμα περισσότερο αναγκαία σε αυτό το τέλος του αιώνα από όσο μας ήταν στα τελευταία τριάντα χρόνια. Γιατί μολονότι σήμερα για το γρήγορο και πλήρες ναυάγιο του σοβιετικού κομμουνισμού βασιλεύει η σιωπή, που ακολουθεί τις μεγάλες καταρρεύσεις, παραμένει το καθήκον να αποκρυπτογραφηθούν το νόημα και η σημασία αυτής της καταστροφής. Πρέπει να κατανοήσουμε το γιατί έγινε η κατάρρευση και με τόσο παράξενο τρόπο, σχεδόν σαν να προετοιμάστηκε από τον τελευταίο ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης.

Υπάρχει όμως ένα μυστήριο ακόμα πιο βασανιστικό, επειδή μας παραπέμπει στο μέλλον, και είναι το να μάθουμε τι θα απογίνει το κομμουνιστικό ιδεώδες, τώρα που αυτό στερήθηκε την εδαφική του ενσάρκωση: Θα γίνει το σάβανο μιας νεκρής ελπίδας, το τέλος μιας εποχής, ή θα γίνει το ανανεωμένο εργαλείο ενός νέου μεσσιανισμού, απαλλαγμένου από τη ρωσική υποθήκη;

Αν το κομμουνιστικό ιδεώδες υπήρξε τόσο ισχυρό και τόσο οικουμενικό στον 20ό αιώνα, αν αυτό πέρασε με τόση δύναμη τα σύνορα της Σοβιετικής Ενωσης για να γίνει ο σοβιετικός μύθος ισχυρός παντού, τόσο στη Δύση όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αυτό συνέβη επειδή είναι μια ιδέα για την οικουμενικότητα των ανθρώπων, χριστιανικής και δημοκρατικής προέλευσης, απαλλαγμένη όμως από την ιστορική της σύνδεση με τον καπιταλισμό.

Το κομμουνιστικό ιδεώδες συνδέεται αδιαχώριστα με τη σύγχρονη δημοκρατία. Λειτούργησε ως η άλλη όψη της, ο έλεγχος της συνείδησής της, το μέλλον της, όπως μπορούμε να το δούμε στην ευρωπαϊκή ιστορία μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Είναι στο βάθος, παρά τις προσπάθειες του Μαρξ να το μετατρέψει σε αναγκαιότητα, μια πίστη, ένα ηθικό ιδεώδες του μέλλοντος.

Αν θέλουμε να αντιληφθούμε τη δύναμη αυτής της πίστης, αρκεί να δούμε, για παράδειγμα, το πώς το κομμουνιστικό ιδεώδες δεν έπαψε να επιδιορθώνεται από τους θιασώτες του, προκειμένου να επιβιώσει από τις διαψεύσεις της εμπειρίας. Θα είχε ενδιαφέρον να γραφεί η ιστορία της διαδοχής των «ρεβιζιονισμών», που σημαδεύει τη ζωή της μαρξιστικής διανόησης, με μοναδικό σκοπό να διασώσουν το κομμουνιστικό ιδεώδες από τις τραγωδίες που το έχουν εκθέσει. Ομως, το καινούριο στοιχείο της κατάστασης, μετά το 1989 στην Κεντρική Ευρώπη και μετά το 1991 στην πρώην Σοβιετική Ενωση, συνδέεται με το ότι η κατάρρευση του κομμουνισμού, με τους τρόπους με τους οποίους εκδηλώθηκε, κλείνει τον δρόμο σε κάθε ρεβιοζιονισμό.

Ο Ντούμπτσεκ στην εξουσία στην Πράγα θα μπορούσε να ενσαρκώνει έναν άλλο κομμουνισμό, αλλά όχι ο Χάβελ. Ο Γκορμπατσόφ στη Μόσχα διατήρησε επί μακρόν αυτή την αμφισημία, αλλά αυτή δεν υπάρχει πλέον επί Γέλτσιν. Πάνω στα ερείπια των κομμουνιστικών καθεστώτων δεν εμφανίζεται τίποτε άλλο εκτός από το γνωστό ρεπερτόριο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντί να είναι μια εξερεύνηση του μέλλοντος, η σοβιετική εμπειρία δεν είναι πλέον παρά μια παρένθεση στην πορεία προς τα μπρος της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Από αυτό όμως προκύπτει επίσης ότι εμείς ζούμε ήδη σε ένα κλειστό πολιτικό σύμπαν, χωρίς κανέναν άλλο ορίζοντα εκτός από τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Κατάσταση εντελώς νέα, αν πάρουμε υπόψη μας ότι, εδώ και δύο αιώνες, η πολιτική στην Ευρώπη δεν έπαψε να τροφοδοτείται με ιδέες και πάθη από τις ριζοσπαστικές κριτικές του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας στο όνομα μιας πιο οργανωμένης ή πιο αδελφικής κοινωνίας: στα δεξιά ήταν η νοσταλγία των ιεραρχιών, στα αριστερά ήταν η ελπίδα του σοσιαλισμού. Σήμερα και η μια και η άλλη είναι νεκρές. Να 'μαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι να ζούμε στον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Η σύγχρονη δημοκρατία μπορεί να ζήσει χωρίς επαναστατική ουτοπία, δηλαδή χωρίς την άρνηση του εαυτού της; Από όλα τα καθεστώτα που εμφανίστηκαν στην ιστορία, η δημοκρατία είναι εκείνο που εκδηλώνει την πιο ισχυρή τάση να κατασκευάζει εχθρούς ακόμη και μεταξύ αυτών που ευεργετεί. Αυτή τροφοδοτεί από τη φύση της μια πλειοδοσία που έχει αναλυθεί από τον Τοκβίλ: όσο περισσότερο προοδεύει η ισότητα των ανθρώπων τόσο περισσότερο το συναίσθημα ή η μνησικακία που συνδέονται με την ανισότητα μεγαλώνουν. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη δημοκρατία συνδέεται αδιαχώριστα, όχι μόνον με το πάθος για την ισότητα, αλλά και με μια κλίση προς μιαν ουτοπική θεώρηση της ιστορίας.

Στον εικοστό αιώνα το κομμουνιστικό κίνημα ήταν εκείνο που κατηύθυνε αυτές τις συγκινησιακές διαθέσεις. Σήμερα που το τίμημα που πληρώθηκε στην ουτοπία βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, βρισκόμαστε απλώς σε μια προσωρινή περίοδο «μυθολογικής αμπώτιδος», σύμφωνα με την έκφραση του Εντγκάρ Μορέν, και αν ναι, ποιες νέες μυθολογικές επενδύσεις εμφανίζονται στον ορίζοντα; Ή μήπως το τέλος του κομμουνισμού τερματίζει έναν ιστορικό κύκλο που άνοιξε πριν από δύο αιώνες η Γαλλική Επανάσταση και, αν αυτό συμβαίνει, ποια θα είναι τα επίμαχα ζητήματα της δημοκρατικής πολιτικής; *
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 18/10/2009

Μεγάλες προσδοκίες

Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, Γεώργιος Ανδρέα Παπανδρέου Β', δεν έχει βέβαια τη ρητορική δεινότητα του Α'. Κάθε άλλο. Το τάλαντο αυτό όμως δεν έχει πια τόση σημασία. Τόσο μάλλον που ο νέος πρωθυπουργός έχει, όπως φαίνεται, καλούς λογογράφους.

Ούτε ο σημερινός πρωθυπουργός έχει την πολιτική ιδιοφυΐα του πατέρα του, συνδυασμένη μάλιστα με οικονομολογική γνώση διεθνούς κύρους, αλλά και δημεγερτική ικανότητα. Εχει, όμως, άξιους συνεργάτες. Σχημάτισε μια αξιόλογη κυβέρνηση που δίνει πολλές ελπίδες. Είναι συστηματικός, μεθοδικός, επίμονος. Ηταν πάντα συμπαθής στο κοινό. Με την αίγλη της νίκης, έγινε και λαοφιλής. Είναι μοντέρνος. Με πείρα στις διεθνείς επαφές του, που στην πραγματικότητα αξιώνουν λιγότερα από όσα νομίζουμε. Με οργανωτικές ικανότητες που δεν είχαν φανεί και έχουν, έτσι, εκπλήξει.

ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ βοήθησαν αποφασιστικά στην αναβάθμιση της εικόνας του Γιώργου Παπανδρέου. Η πρώτη ήταν η απαξιωτική εντύπωση που ήταν κάποτε διάχυτη γι' αυτόν και τη διέψευσε στην κοινή γνώμη το εσωκομματικό αλλά και το εκλογικό τελικά επίτευγμά του. Η δεύτερη ήταν η παταγώδης αποτυχία της Ν.Δ. στις πρόσφατες εκλογές και η καταρράκωση της εικόνας του Κώστα Καραμανλή. Η εξέλιξη των εντυπώσεων για τον τέως πρωθυπουργό ήταν αντίστροφη προς εκείνη του διαδόχου του. Στον δικομματισμό, με το έντονο αρχηγικό σύνδρομο, όταν απογοητεύει ο ένας, δημιουργεί ελπίδες ο άλλος.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ των προγραμματικών δηλώσεων του πρωθυπουργού στην εναρκτήρια ομιλία του την Παρασκευή, κατά τη διαδικασία της (δεδομένης) ψήφου εμπιστοσύνης, ήταν οραματικό, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε. Αν είναι και ρεαλιστικό -όπως πρόσθεσε- μένει να αποδειχθεί. Ηταν βέβαια γενικό. Οι ομιλίες των υπουργών που ακολουθούν την αρχική πρωθυπουργική τοποθέτηση (αλλά και την έκδοση της εφημερίδας τις πρωινές ώρες του Σαββάτου) έχουν σκοπό να εξειδικεύσουν τα διάφορα θέματα. Οι πρωθυπουργικές δηλώσεις της Παρασκευής καθορίζουν πάντως το πνεύμα και την πολιτική της νέας κυβέρνησης.

ΔΥΟ ΑΞΟΝΕΣ του πρωθυπουργικού λόγου είναι χαρακτηριστικοί. Αναπτύσσεται μια ρητορική ελπίδα -όχι όμως ανερμάτιστη- μέσα σ' ένα κλίμα καταστροφής:

* Στην οικονομία, πρώτα. «Κατάσταση έκτακτης ανάγκης», χωρίς όμως έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπισή της. «Δημοσιονομικός εκτροχιασμός». «Η κατάσταση της οικονομίας είναι εκρηκτική». Είμαστε αντιμέτωποι με τις Βρυξέλλες που ζητάνε, πέρα από την καθαρότητα και τη διαφάνεια, «μέτρα που να ανταποκρίνονται υπεύθυνα και αποτελεσματικά στην κατάσταση της ύφεσης και της οικονομίας». Ποια, όμως, μπορεί να είναι αυτά, ενόψει των γνωστών απαιτήσεων, οικονομετρικής κυρίως φύσης, της Ε.Ε.; Η πράσινη ανάπτυξη, η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, η μείωση της κρατικής σπατάλης, ο εναλλακτικός τουρισμός είναι θετικά και ελπιδοφόρα. Είναι, όμως, δομικά και μακρόπνοα. Εναπόκειται στη διαπραγματευτική ικανότητα της κυβέρνησης να αποδείξει στους «εταίρους που ζητάνε τα αυτονόητα» ότι θα αντιμετωπιστεί έτσι η απελπιστική οικονομική συγκυρία.

* Στο σύστημα διακυβέρνησης, έπειτα, αλλά κυρίως. Ο κ. Παπανδρέου διαπίστωνε, ως βαθύτερο και σημαντικότερο αίτιο της κακοδαιμονίας μας, «μια πολυδιάστατη κρίση διακυβέρνησης, ηθικής, αξιών, θεσμών και εμπιστοσύνης». Εδώ τα προτεινόμενα μέτρα είναι επίσης σε σωστή κατεύθυνση, αλλά αόριστα και συχνά ανεπαρκή. Η

διαφάνεια, το «πόθεν έσχες», η σωστή και πλήρης λειτουργία των ΚΕΠ και του ΑΣΕΠ, αν επιτευχθούν, είναι μόνο προϋποθέσεις. Δεν είναι αποτελεσματικές πρακτικές για να μην είναι μόνο σύνθημα το «Πρώτα ο πολίτης». Η διάσπαση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών δεν αρκεί για να επιφέρει «γερό χτύπημα στο μαύρο πολιτικό χρήμα». Ούτε είχαμε -την Παρασκευή τουλάχιστον- το παραμικρό δείγμα για το πώς θα ξεκαθαρίσουν οριστικά οι «σχέσεις της πολιτικής με την επικοινωνιακή εξουσία».

«ΝΑΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ» μας διαβεβαίωσε ο πρωθυπουργός σε στιλ Μπαράκ Ομπάμα («Yes, we can»). Μπορούμε, πάντως, να ελπίζουμε...
Του ΘΑΝΑΣΗ ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΥ 18/10/2009

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

«Η Ευρώπη χρωστά τον Αριστοτέλη στα μοναστήρια του Μεσαίωνα»


Πώς έφθασαν τα ελληνικά κείμενα στη Δύση; Μέσα από αραβικές μεταφράσεις ή από χριστιανούς μοναχούς;

«Αισθάνομαι βαθιά απογοητευμένος, γιατί αντιμετωπίζουν τα έργα μου με ιδεολογικά και όχι επιστημονικά κριτήρια», λέει ο Σιλβέν Γκουγκενέμ
Ο 49χρονος καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λυών, Σιλβέν Γκουγκενέμ, προτάσσει τη συμβολή της Δύσης, και όχι του Ισλάμ, στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στη λατινοκρατούμενη γλωσσικά Δυτική Ευρώπη. Η ιστορική μελέτη του «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σεν-Μισέλ» (μτφρ.: Φανή Γαϊδατζή, Φανή Μπούμπουλη, «Ολκός») από το τέλος του 2008, οπότε εξεδόθη στη Γαλλία από τον μεγάλο εκδοτικό οίκο «Seuil», προκάλεσε σάλο αντιδράσεων κυρίως στους αραβικούς κύκλους και στον πολιτικό χώρο της άκρας Αριστεράς.

Σ' έναν συλλογικό τόμο δώδεκα επιστημόνων, που τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Fayard», ο Σιλβέν Γκουγκενέμ κατηγορήθηκε για φασιστική και ρατσιστική αντιμετώπιση. Μαζί μ' αυτόν την πλήρωσε κυρίως ο κορυφαίος Φερνάν Μπροντέλ (1902-1985), ο οποίος χρεώνεται τις ίδιες κατηγορίες για τη «Γραμματική των πολιτισμών» του. Και οι αρνητικές κρίσεις είχαν συνέχεια: σε επιστημονικό συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Μάρτιο, πάλι έβαλλαν εναντίον του. Κατά διαβεβαίωση του «κατηγορούμενου», δεν συμμετείχε ούτε ένας βυζαντινολόγος, η μόνη ειδικότητα η οποία, πάντα κατά τη γνώμη του, μπορούσε να απαντήσει στις «αιρετικές» αιτιάσεις του.

Το τι ακριβώς υποστηρίζει στον «Αριστοτέλη στο Μον-Σεν-Μισέλ», το περιέγραψε χθες το μεσημέρι σε κεντρικό αθηναϊκό εστιατόριο. Η θέση του συνίσταται στο εξής: Οτι η αρχαία σοφία και η αριστοτελική σκέψη δεν μεταφέρθηκε στη Δύση από τις λατινικές μεταφράσεις των αραβικών κειμένων του Αριστοτέλη. Από το Βυζάντιο διαδόθηκε στη Δύση, με σημείο αιχμής τον 12ο αιώνα, στη μονή του Ορους του Αγίου Μιχαήλ (Μον-Σεν-Μισέλ), που βρίσκεται στα σύνορα της Νορμανδίας με τη Βρετάνη. Οι πρώτες αριστοτελικές μεταφράσεις οφείλονται στον αντιγραφέα Ιάκωβο από τη Βενετία, που είχε ζήσει στην Ανατολή και γνώριζε καλά τα ελληνικά.

Οι «σκοτεινοί χρόνοι»

επιστρέφουν

«Οι "σκοτεινοί χρόνοι" του Μεσαίωνα επιστρέφουν. Επιβάλλεται η διαστρεβλωμένη εικόνα μιας χριστιανοσύνης καθυστερημένης σε σχέση μ' ένα "Φωτισμένο Ισλάμ". Σ' αυτό χρωστά, δήθεν, την πρόοδό της χάρη στη μετάδοση μιας ελληνικής γνώσης της οποίας η μεσαιωνική περίοδος είχε χάσει το κλειδί», είπε χθες ο Σιλβέν Γκουγκενέμ. «Μια τέτοια άποψη εμπίπτει περισσότερο στη σφαίρα της ιδεολογικής προκατάληψης παρά της επιστημονικής ανάλυσης. Ξεχνά το πάγιο ενδιαφέρον για την αρχαία Ελλάδα κατά τους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, καθώς και τα ελληνικά πολιτισμικά στοιχεία της χριστιανικής θρησκείας».

Με έμφαση, ο Σιλβέν Γκουγκενέμ ζήτησε να συνυπολογίσουμε το πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον της Γαλλίας, το οποίο στάθηκε εχθρικό απέναντί του. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε φοιτητές και συνάδελφοί του καθηγητές στο Πανεπιστήμιο της Λιόν να υπογράψουν από κοινού διαμαρτυρία, στην οποία αναφερόταν ότι με τον «Αριστοτέλη στο Μον-Σεν-Μισέλ» «γίνεται μία απόπειρα να παραγραφεί η οφειλή της Ευρώπης στην αραβική γλώσσα και στην ισλαμική θρησκεία». Η αντίδραση, που προήλθε από τους εκπαιδευτικούς κύκλους, τον ενόχλησε τόσο πολύ, ώστε επέλεξε για ένα διάστημα να απομακρυνθεί από τα καθηγητικά του καθήκοντα και να αποκλειστεί από επιτροπές κρίσης διδακτορικών διατριβών, που ενέπιπταν στο δικό του επιστημονικό αντικείμενο, τους ιππότες και τις σταυροφορίες.

«Αισθάνομαι βαθιά απογοητευμένος γιατί τα κριτήρια, με τα οποία αντιμετωπίζουν το έργο μου, είναι ιδεολογικά και όχι επιστημονικά. Θα πρόσθετα και πληγωμένος από την πολεμική που μου ασκείται, ιδιαίτερα από ανθρώπους που δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο μου», είπε. Στο πλευρό του είχε εκτός από επιστήμονες της δικής του ειδικότητας -ορισμένοι εξ αυτών και Αραβες ή αραβικής καταγωγής- κι έναν ζωντανό μύθο της Ιστορίας των μεσαιωνικών χρόνων, τον Ζακ Λε Γκοφ, ο οποίος αποφάνθηκε: «Βρίσκω το βιβλίο ενδιαφέρον, αν και συζητήσιμο». *