Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

Μαζικό πείραμα παραψυχολογίας στο Twitter

Για πρώτη φορά ένα επιστημονικό πείραμα, στον τομέα της παραψυχολογίας, πρόκειται να διεξαχθεί αποκλειστικά μέσω της όλο και πιο δημοφιλούς υπηρεσίας κοινωνικής δικτύωσης Twitter.
Βρετανοί ειδικοί, υπό τον καθηγητή ψυχολογίας Ρίτσαρντ Γουάιζμαν, του πανεπιστημίου του Χερτφορντσάιρ, έναν από τους πιο γνωστούς ειδικούς διεθνώς σε θέματα παραψυχολογίας, θα μελετήσουν το φαινόμενο της «εξ αποστάσεως όρασης», δηλαδή της ικανότητας που ισχυρίζονται ότι έχουν μερικοί άνθρωποι να εντοπίζουν και να ξεχωρίζουν μια τοποθεσία καθαρά με το νου τους.

Μέλη του κοινού, όλη αυτή την εβδομάδα, θα κληθούν να στείλουν στο Twitter τις εντυπώσεις τους για ένα τυχαία διαλεγμένο σημείο στη Βρετανία, το οποίο θα επισκεφθεί ο ερευνητής. Το κοινό στη συνέχεια θα ψηφίσει για το ποια από τις πέντε φωτογραφίες που θα αναρτηθούν σε μια ιστοσελίδα, δείχνει που ακριβώς στεκόταν στην πραγματικότητα ο ερευνητής.

Το πείραμα θα επαναληφθεί τέσσερις φορές, με οπτικά διαφορετικές τοποθεσίες κάθε φορά, σύμφωνα με τη Daily Telegraph και το New Scientist (το γνωστό βρετανικό επιστημονικό περιοδικό συνεργάζεται για το πείραμα). Αν στο τέλος του πειράματος οι ψήφοι σωστά επισημάνουν τουλάχιστον τρεις τοποθεσίες-στόχους, θα αποδειχτεί ότι υπάρχει υπερ-αισθητική αντίληψη (ESP).

Σύμφωνα με τον καθηγητή Γουάιζμαν, που δήλωσε «προσωπικά σκεπτικιστής για το ζήτημα», «τρεις επιτυχίες είναι πολύ πέρα από τις τυχαίες πιθανότητες και θα ήταν κάτι εντυπωσιακό». Ο Γουάιζμαν θα επισκεφτεί κάθε μια από τις τέσσερις τοποθεσίες-στόχους και θα στείλει ένα μήνυμα στο Twitter σε χιλιάδες συμμετέχοντες ενθαρρύνοντάς τους να στείλουν στο Twitter τις σκέψεις τους για το που ακριβώς στη Βρετανία βρίσκεται.

Είκοσι λεπτά μετά, θα στείλει ένα δεύτερο μήνυμα στο Twitter με το οποίο θα παραπέμπει τους συμμετέχοντες σε μια ιστοσελίδα όπου θα βρουν μια φωτογραφία με την πραγματική φωτογραφία του μέρους όπου βρίσκεται και άλλες τέσσερις φωτογραφίες-μαϊμούδες.

Το κοινό θα ψηφίσει τέσσερις διαδοχικές φορές, αφού το πείραμα θα επαναληφθεί με τέσσερις διαφορετικές τοποθεσίες.

Όπως δήλωσε ο καθηγητής Ρ.Γουάιζμαν, το Τwitter επιτρέπει σε χιλιάδες άτομα να συμμετάσχουν άμεσα, με μηνύματα σε πραγματικό χρόνο, πράγμα ιδανικό για ένα πείραμα επαλήθευσης της υπερ-αισθητικής αντίληψης.

Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται πείραμα με αντικείμενο την εξ αποστάσεως όραση (remote viewing). Στη δεκαετία του ΄70, εν μέσω του ψυχρού πολέμου, η CIA είχε δαπανήσει 20 εκατ. δολ. για τέτοιες έρευνες, στο πλαίσιο του «Προγράμματος Stargate», που αποσκοπούσε στην αξιοποίηση ψυχικών κατασκόπων κατά της ΕΣΣΔ.

Κατά τον Γουάιζμαν, οι Σοβιετικοί έκαναν ανάλογα πειράματα και οι ενδείξεις από τις εργαστηριακές έρευνες είναι ότι «όντως κάτι συνέβαινε τότε, από τη στιγμή μάλιστα που η CIA έκρινε ότι έπρεπε να διατηρεί το συγκεκριμένο πρόγραμμα επί τουλάχιστον δέκα δέκα χρόνια».

Η εξ αποστάσεως όραση έχει συνδεθεί με τη λεγόμενη «αστρική προβολή» και την τηλεπάθεια, αν και κανείς επιστήμων δεν ξέρει αν όντως υπάρχει και πώς λειτουργεί. Το πείραμα του Γουάιζμαν, αντί να εστιασθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις «ψυχικά προικισμένων» ατόμων, θα αξιοποιήσει το Twitter για να ασχοληθεί με τη λεγόμενη «σοφία του πλήθους», σύμφωνα με την οποία ο μέσος όρος της γνώμης των πολλών δίνει τελικά πιο ακριβές αποτέλεσμα από οποιαδήποτε εκτίμηση μεμονωμένου ατόμου.

Το 1927 το BBC είχε ελέγξει τις τηλεπαθητικές ικανότητες του κοινού, ζητώντας από 25.000 ακροατές του να μαντέψουν τι έκαναν ένας μαθηματικός και ένας βιολόγος που ήσαν κλεισμένοι σε ένα γραφείο. Αν και υπήρξαν μερικές εντυπωσιακές μεμονωμένες επιτυχίες, το πείραμα είχε γενικά κριθεί αποτυχημένο, με την έννοια ότι δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη τηλεπάθειας.

Οποιοσδήποτε (και από την Ελλάδα) μπορεί να μέρος στο νέο πείραμα, το οποίο θα ξεκινήσει αύριο, στη διεύθυνση https://twitter.com/RichardWiseman. Τα αποτελέσματα αναμένεται να γίνουν γνωστά σε μια περίπου εβδομάδα.

Η Γη ίσως έχει «καρδιά που πάλλεται»


Ο πλανήτης μας ίσως έχει «καρδιακό παλμό», σύμφωνα με μια νέα θεωρία Νορβηγών γεωεπιστημόνων, οι οποίοι, μελετώντας σεισμολογικά στοιχεία από τη Χαβάη και την Ισλανδία, υποστηρίζουν ότι ο πυρήνας της Γης πιθανώς απελευθερώνει ταυτόχρονες στήλες μάγματος προς την επιφάνεια κάθε περίπου 15 εκατ. χρόνια.
H νέα ανατρεπτική θεωρία παρουσιάστηκε από τον Ρολφ Μίλντε του πανεπιστημίου του Μπέργκεν και τον Γιαν Ίνγκε Φαλέιντε του πανεπιστημίου του Όσλο. Αν η θεωρία τους είναι σωστή, θα αποτελεί πραγματική επανάσταση για το τι συμβαίνει κάτω από τα πόδια μας.

Σύμφωνα με το New Scientist, ανεξάρτητοι γεωπιστήμονες που τους ζητήθηκε να τη σχολιάσουν, εμφανίστηκαν διχασμένοι, με μερικούς να απορρίπτουν την θεωρία και άλλους να δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι δύο νορβηγοί επιστήμονες μελέτησαν το πάχος του γήινου φλοιού κάτω από την Ισλανδία και τη Γροιλανδία. Η Ισλανδία βρίσκεται στη Μεσο-Ατλαντική Ράχη, όπου αναδύεται συνεχώς μάγμα για να σχηματίσει νέο φλοιό. Κάτω από την Ισλανδία πιστεύεται ότι υπάρχει μια στήλη μάγματος και όταν περισσότερο μάγμα αναδύεται από το βάθος της Γης, τότε παχαίνει πιο γρήγορα ο φλοιός στην επιφάνεια.

Οι νέες μετρήσεις έδειξαν ότι ο φλοιός παχαίνει κατά περιοδικά διαστήματα, με συχνότητα περίπου κάθε 15 εκατ. χρόνια, μια ένδειξη ότι με ακριβώς τη συχνότητα αναδύεται και το μάγμα υπό την πίεση του πυρήνα του πλανήτη μας. Ανάλογες μετρήσεις στη Χαβάη, η οποία επίσης «κάθεται» πάνω σε μια μεγάλη στήλη μάγματος, έδειξαν περιέργως μια ανάλογη εικόνα και –κυρίως- μια συχνότητα ανόδου του μάγματος που συμπίπτει με αυτή την Ισλανδίας.

Σύμφωνα με τους δύο ερευνητές, εφόσον οι δύο περιοχές (Ισλανδία-Χαβάη) βρίσκονται σε πολύ διαφορετικά μέρη της Γης, ο παρατηρούμενος συγχρονισμός στην ανάδυση του μάγματος δεν πρέπει να σχετίζεται με τον μανδύα της Γης, αλλά με τον πυρήνα, με κάποιο τρόπο που δεν είναι ακόμα γνωστός. Η εκτίμηση αυτή οδήγησε τους νορβηγούς επιστήμονες στην εκτίμηση ότι ο πυρήνας του πλανήτη μας κατά περιοδικά διαστήματα θερμαίνει το υπερκείμενο μάγμα, δημιουργώντας συγχρονισμένες στήλες μάγματος που αναδύεται σε διάφορες περιοχές της Γης.

«Αν είναι σωστή η θεωρία αυτή, τότε θα αποτελεί σημαντική αλλαγή σε σχέση με τις τωρινές αντιλήψεις μας», δήλωσε ο Ρόντρι Ντέηβις από το Imperial College του Λονδίνου. Πολλοί γεωλόγοι που πιστεύουν ότι υπάρχουν οι στήλες μάγματος (ένα είδος «καμινάδων» που ανεβάζουν το μάγμα από τα έγκατα της Γης στην επιφάνεια), θεωρούν ότι η όλη διαδικασία μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από διαδικασίες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα αποκλειστικά στον μανδύα, όπως η συσσώρευση μάγματος στις περιοχές με διαφορετικό ιξώδες (διαφορετική εσωτερική τριβή των ρευστών).

Πολλοί γεωλόγοι, μετά τη δημοσιοποίηση της νέας θεωρίας, δήλωσαν ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς και για ποια αιτία μπορεί ο πυρήνας να γεννά τους τεράστιους «καρδιακούς παλμούς» θερμότητας, που απαιτούνται για να εκτοξευτεί το μάγμα συγχρονισμένα προς την επιφάνεια. Επίσης δεν αποκλείουν ότι μελλοντικές πιο λεπτομερείς μετρήσεις ίσως καταρρίψουν το επιχείρημα του συγχρονισμού στην κίνηση του μάγματος, δείχνοντας ότι η στήλη της Ισλανδίας και αυτή της Χαβάης ενεργοποιούνται μεν σε σχετικά κοντινά χρονικά διαστήματα, αλλά όχι ταυτόχρονα.

Από την άλλη, πάλι, σύμφωνα με τον Μάικ Κόφιν του βρετανικού Εθνικού Ωκεανογραφικού Κέντρου, επειδή ο μανδύας δεν είναι ομοιόμορφος, οι στήλες μάγματος που εκτοξεύονται από τον πυρήνα μπορεί να μην φθάνουν ταυτόχρονα στην επιφάνεια.

«Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».



Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν όντως εκείνη που το ανέδειξε ως πολιτικό δίλημμα στο έργο της «Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας», το οποίο γράφτηκε τον Απρίλιο του 1915 και δημοσιεύτηκε στις αρχές του 1916 με το ψευδώνυμο Γιούνιους. Αλλά η ίδια η Λούξεμπουργκ στο επίμαχο χωρίο αποδίδει την πατρότητα της ρήσης στον Φρίντριχ Ενγκελς.

**Το κείμενο έχει ως εξής: «Ο Φρίντριχ Ενγκελς είπε κάποτε: Η αστική κοινωνία στέκει προ ενός διλήμματος, είτε να μεταβεί στο σοσιαλισμό είτε να κατρακυλήσει πίσω στη βαρβαρότητα. Τι σημαίνει μια "κατρακύλα στη βαρβαρότητα" στο σημερινό ύψος του ευρωπαϊκού πολιτισμού; Ολοι έχουμε διαβάσει μέχρι σήμερα αυτές τις λέξεις χωρίς να το πολυσκεφτούμε και τις επαναλάβαμε χωρίς να υποψιαζόμαστε τη φριχτή τους σοβαρότητα. Μια ματιά γύρω μας αυτή τη στιγμή δείχνει τι θα σήμαινε η κατρακύλα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα. Αυτός ο παγκόσμιος πόλεμος είναι μια κατρακύλα στη βαρβαρότητα. Ο θρίαμβος του ιμπεριαλισμού οδηγεί στην εκμηδένιση του πολιτισμού - σποραδικά κατά τη διάρκεια ενός σύγχρονου πολέμου και οριστικά, όταν η περίοδος των παγκοσμίων πολέμων που ξεκίνησε τώρα ακολουθήσει την πορεία της μέχρι τις τελευταίες συνέπειες».

**Και η Λούξεμπουργκ συνεχίζει: «Στεκόμαστε λοιπόν σήμερα μπροστά στο ίδιο δίλημμα με εκείνο που διατύπωνε ο Ενγκελς πριν από μια γενιά, από σαράντα χρόνια: Είτε θρίαμβος του ιμπεριαλισμού και παρακμή κάθε πολιτισμού, όπως συνέβη στην αρχαία Ρώμη, ερήμωση, παρακμή, ένα τεράστιο νεκροταφείο. Είτε νίκη του σοσιαλισμού, δηλαδή της ένοπλης αγωνιστικής δράσης του διεθνούς προλεταριάτου εναντίον του ιμπεριαλισμού και της μεθόδου του, δηλαδή του πολέμου» (Rosa Luxemburg, "Gesammelte Werke, Dietz Verlag", Berlin 1987, τ. 4, σ. 62).

**Αλλά ποιο είναι αυτό το επίμαχο χωρίο του Ενγκελς; Ούτε οι σχολιαστές των «Απάντων» της Λούξεμπουργκ ούτε όσοι επαναλαμβάνουν σε διάφορα πολιτικά ή θεωρητικά κείμενα το δίλημμα αυτό δεν μας διαφωτίζουν. Με μια πρώτη ματιά στα κείμενα του Ενγκελς που τοποθετούνται στο χρονικό πλαίσιο των σαράντα χρόνων πριν από

το 1915-6 (Marx Engels Werke, Dietz Verlag, Berlin 1987, τ. 18-19) δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε το αρχικό κείμενο.

**Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισε πριν από 40 χρόνια (άντε πάλι οι τεσσαρακονταετίες) ο γνωστός μαρξιστής συγγραφέας Michael Loewy. Σε άρθρο του σε γαλλικό περιοδικό ο Loewy παρατηρεί ότι ο Ενγκελς δεν έγραψε ακριβώς αυτή τη φράση, αλλά κάτι παρόμοιο στο «Αντί-Ντύρινγκ» (Partisans, no 45, 1969). Το χωρίο έχει ως εξής: «Τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τον σύγχρονο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως και το σύστημα της κατανομής των αγαθών που δημιούργησε ο τρόπος αυτός, έχουν έρθει σε οξύτατη αντίφαση με τον ίδιο αυτό τρόπο παραγωγής και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που κάνει αναπόφευχτη την ανατροπή αυτού του τρόπου παραγωγής και κατανομής, μια ανατροπή που θα έχει σαν αποτέλεσμα να καταργήσει όλες τις διαφορές των τάξεων, αν δεν θέλουμε να εξαφανιστεί ολόκληρη η σύγχρονη κοινωνία».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 30/5/2009 ΙΟΣ

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Η «μαμή της Ιστορίας»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΛΟΥΔΗ

Οι συχνές αναφορές των «κλασικών» Marx και Engels στη βία μπορούν να συγκροτηθούν σε μια ολοκληρωμένη θεωρία· ωστόσο, η θρυλούμενη ρήση του Marx για τη βία ως «μαμή της Ιστορίας» μπορεί να οδηγήσει, με τη γενικότητα και την αοριστία της, σε παρερμηνείες και συγχύσεις.

Ο Marx ήταν, όπως θα έπρεπε να αναμένεται, και στο θέμα αυτό πολύ πιο συγκεκριμένος από τους θιασώτες και τους παραχαράκτες του: Ο Marx χρησιμοποιεί, ρητορικά, αυτή τη μεταφορά στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου» (1867), στο σημείο στο οποίο εξετάζεται η «πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου» στις πρώτες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία) από το 17ο αιώνα, με διάφορες μεθόδους: «Οι μέθοδοι αυτές στηρίζονται εν μέρει πάνω στην κτηνώδη βία, όπως π.χ. το αποικιοκρατικό σύστημα. Ολοι όμως χρησιμοποιούσαν την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωμένη και οργανωμένη βία της κοινωνίας, για να αναπτύξουν, σαν σε θερμοκήπιο, τη διαδικασία της μεταμόρφωσης του φεουδαρχικού στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και να συντομέψουν αυτή τη μετάβαση. Η βία είναι η μαμή κάθε παλαιάς κοινωνίας, που εγκυμονεί μια νέα. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη».

Τριπλό συμπέρασμα: Στη βάση κάθε βίας είναι η οικονομία -η βία είναι κατά βάσιν οικονομική βία. β) Πάνω σ' αυτή την οικονομική βάση στηρίζεται η κοινωνική βία συγκεντρωμένη στην κρατική εξουσία (στα γερμανικά η λέξη Gewalt σημαίνει ταυτόχρονα: βία και εξουσία). γ) Στις ταξικές κοινωνίες (φεουδαρχία, καπιταλισμός) η βία, οικονομική και κρατική, είναι ταξική. Στην ταξική κοινωνία «το κράτος αναλαμβάνει το στόχο να διατηρήσει με τη βία τους όρους διαβίωσης και κυριαρχίας της άρχουσας πάνω στην εξουσιαζόμενη τάξη» (Engles, «Αντι-Ντύριγκ», 1878).

Για τον Marx («Κομουνιστικό Μανιφέστο», 1848) και η νέα, η εργατική - προλεταριακή, Επανάσταση στηρίζεται, όπως και όλες οι προηγούμενες, πάνω στη βία. Σε αντίθεση όμως μ' αυτές, στόχος της προλεταριακής (αντι)βίας είναι η κατάργηση κάθε ταξικής, οικονομικής και πολιτικής, βίας· η νέα αυτή επαναστατική βία δεν μπορεί να είναι ατομική και εθνική, αλλά μαζική και διεθνής: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!».

Ωστόσο, για τον Engels («Κριτική του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος», 1891), είκοσι χρόνια μετά την Παρισινή Κομούνα (1871), δεν αποκλείεται η ειρηνική, χωρίς τη χρήση βίας, μετάβαση στο σοσιαλισμό κάτω από ορισμένες συνθήκες, όπως π.χ. σε χώρες πολύ προχωρημένες στην εποχή του στους δημοκρατικούς θεσμούς (Αγγλία, Γαλλία, Αμερική).

Το διαβόητο έργο του G. Sorel «Στοχασμοί για τη βία» («Reflexions sur la violence», 1908) αποτελεί το κοινό σημείο αναφοράς για την περί βίας θεωρία στον 20ό αιώνα: Σε ριζική αντίθεση με τους «κλασικούς» Marx και Engels, ο Sorel μυθοποιεί και απολυτοποιεί την προλεταριακή βία. Εχοντας μαθητεύσει στο σχολείο του γαλλικού σοσιαλ-ουτοπισμού (Proudhon) και αναρχοσυνδικαλισμού (Reclus) και του συγχρόνου του μπερξονισμού («ζωτική ορμή») και νιτσεϊσμού (θέληση για δύναμη, ηρωισμός, Υπεράνθρωπος), ο Sorel κατασκευάζει ένα εκρηκτικό μίγμα, που περιέχει αρκετό ακτιβισμό, βολονταρισμό, ανορθολογισμό και ρατσισμό (εκτροφή μιας «ανώτερης» πολεμικής ράτσας). Μ' αυτή την ιδεολογική βόμβα μολότοφ, ο Sorel καλεί το προλεταριάτο να αναλάβει «άμεση δράση» (action direct) με γενικές απεργίες, μποϊκοτάρισμα, σαμποτάζ και καταλήψεις εργοστασίων, με στόχο τη δημιουργία μιας ιδανικής ράτσας, που θ' αποτελείται από μιαν elite εργατών-παραγωγών και ηρώων-πολεμιστών - αφήνοντας άθιχτη την οικονομική βάση του συστήματος: τον ίδιον τον καπιταλισμό.

Φαίνεται σήμερα ευνόητο, γιατί λίγο πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Sorel συμμάχησε με την ακροδεξιά εθνικιστική οργάνωση «Action Francaise» (Γαλλική Δράση) του Ch. Maurras και γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο ο Mussolini τον αναγνώρισε ως τον πρώτο ιδεολογικό δάσκαλό του.

Εδώ, στον Sorel, βρίσκονται προφανώς οι θεωρητικές καταβολές των πράξεων βίας του συγχρόνου μας «ακροαριστερού», δηλαδή του ακροδεξιού νεοαναρχισμού. *

Ιστορία μειονοτήτων, Ιστορία άρνησης

Του ΧΑΝΤΙ ΟΥΛΟΥΕΝΓΚΙΝ*

Πάλι έχασε το μέτρο ο Ονούρ Οϊμέν, που εκφράζει τον χώρο των υπερεθνικιστών στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, το οποίο επιμένει να φέρει ταμπέλα σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Κι αυτό επειδή ο πρωθυπουργός προχωρώντας με ένα βήμα μπρος και ένα πίσω, έκανε στροφή από την πρόσφατη δήλωσή του «μπορούμε να διώξουμε τους 40 χιλιάδες παράνομους Αρμένιους» και έκανε τούτη τη φορά μία πολύ σωστή διαπίστωση, ενδεχομένως για να διορθώσει την γκάφα του.

Περιληπτικά είπε «πρέπει να δεχθούμε ότι διώχνοντας με το ζόρι (σ.τ.μ. ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί την τουρκική λέξη metazori, που όχι μόνο έχει ελληνική ρίζα, αλλά είναι η πανομοιότυπη μεταφορά του όρου "με το ζόρι" και έχει ακριβώς το ίδιο νόημα) τις εθνοτικές και θρησκευτικές μας μειονότητες από τα πατρικά τους εδάφη, καταφύγαμε στο παρελθόν σε φασιστοειδείς μεθόδους».

Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για πολύ σοβαρή αυτοκριτική. Αντικατοπτρίζει την αντικειμενική πραγματικότητα. Συνεπώς, όπως θεωρήσαμε ντροπή τα λόγια του Ερντογάν για τους 40 χιλιάδες παράνομους Αρμένιους, θα πρέπει τώρα να τον χειροκροτήσουμε, αφού επέδειξε το θάρρος αυτό.

Διότι διατυπώθηκε για πρώτη φορά από επίσημα χείλη η παραπάνω πραγματικότητα. Κατά συνέπεια η δήλωση έγινε ιστορική και επιπρόσθετα έδωσε το μήνυμα ότι, εν τέλει, η Ιστορία μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, δίχως προκαταλήψεις. Και επειδή ο Ερντογάν εξέφρασε την αντικειμενική πλην όμως ταμπού πραγματικότητα, ο Ονούρ Οϊμέν άνοιξε το στόμα του κι όποιον πάρει ο χάρος. Επαναστάτησε λέγοντας «συκοφαντεί την Ιστορία μας». Είπατε συκοφαντία στην Ιστορία; Πολύ καλά, ας έλθουμε αμέσως στο θέμα.

Οχι, δεν θα αναφερθώ στο πογκρόμ εναντίον των εβραίων το 1934 ούτε στο χαράτσι του φόρου περιουσίας το 1942, τη λεηλασία εναντίον των Ελλήνων στις 6-7 Σεπτεμβρίου 1955 και την αρπαγή των μειονοτικών περιουσιών το 1964.

Ούτε θα ρωτήσω «αμέσως μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υπήρχαν στην Τουρκία τουλάχιστον 300 χιλιάδες μη μουσουλμάνοι. Από τότε μέχρι σήμερα, έχει πενταπλασιαστεί ο πληθυσμός μας. Αφήστε κατά μέρος το να διατηρούσαν τον πληθυσμό που αρχικά είχαν, αλλά για ποιο λόγο άραγε ο σημερινός αριθμός του πληθυσμού αυτού, ακόμη και με τον πιο αισιόδοξο υπολογισμό, δεν είναι ούτε το ένα τρίτο του 1923;».

Δεν θα ρωτήσω επίσης για ποιο λόγο δεν είναι εδώ τα παιδιά και τα εγγόνια του Κότσου στο Μόδι, του Θοδωρή στα Καλαμίσια, του Αλέκου στο Νιχώρι (σ.τ.μ. γνωστές παλιές ελληνικές ταβέρνες της Πόλης), που είμαι σίγουρος ότι έχει πάει και ο αντιπρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, για ποιο λόγο ονομάσαμε τις Σαράντα Εκκλησιές Κιρκλάρελι, τα Ταταύλα Κουρτουλούς ή τον Αγιο Στέφανο Γιεσίλκιοϊ.

Διότι είμαι σίγουρος ότι ο Οϊμέν και οι υπόλοιποι φασίστες του κράτους, γνωρίζοντας ότι εξακολουθεί να απαγορεύεται με «μυστικό νόμο» στους μη μουσουλμάνους να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι ή αξιωματικοί, δεν θα κοκκινίσουν, καθώς θα λένε «μα τι φταίει το κράτος; Εφυγαν οικειοθελώς».

Ετσι ε; Τότε ορίστε, πάρτε κράτος. Και μάλιστα θεωρία και πρακτική κράτους, από τις καλύτερες:

Η παρακάτω δήλωση ανήκει στον πρωθυπουργό της εποχής Ισμέτ Ινονού και δημοσιεύτηκε στις 31 Αυγούστου 1931 στην εφημερίδα «Μιλιέτ»:

«Στη χώρα αυτή, μόνο το τουρκικό έθνος έχει δικαίωμα να απαιτεί εθνοτικά και φυλετικά δικαιώματα. Κανείς άλλος δεν έχει τέτοιο δικαίωμα».

Τι θα πείτε λοιπόν για το «φυλετικό έθνος» που επισήμως ορίζει ο Εθνάρχης; (σ.τ.μ. τίτλος του Ινονού την περίοδο 1938-1950).

Τα παρακάτω λόγια είναι από την περίφημη ομιλία που είχε κάνει στο Οντεμις ο υπουργός Δικαιοσύνης της ίδιας εποχής, Μαχμούτ Εσάτ Μπόζκουρτ:

«Οι Τούρκοι είναι οι μοναδικοί αφέντες και κύριοι της χώρας αυτής. Οσοι δεν κατάγονται από την καθαρή τουρκική φυλή έχουν ένα και μόνο δικαίωμα στη χώρα αυτή. Το δικαίωμα να είναι υπηρέτες και δούλοι».

Τη στιγμή που ακόμη και ο πιο υψηλά ιστάμενος του Δικαίου αναγνωρίζει σε αυτούς «που δεν κατάγονται από την καθαρή τουρκική φυλή» μόνο το δικαίωμα να είναι υπηρέτες και δούλοι, τότε, άντε ας μην πω ναζί για να μη ντραπείτε πολύ, αλλά πώς αρνείστε το γεγονός ότι υιοθετήθηκε «φασιστοειδής κρατική πολιτική» απέναντι στις μειονότητες;

Επιπρόσθετα, επειδή ακριβώς είναι γνωστά τα αρχεία αυτά, δεν μπορούν να αποσιωπηθούν έτσι κρυφά, με αντίτιμο να προκληθεί πόλεμος στα καλά καθούμενα, όπως είχε συμβεί με τα ζωτικά κρυπτογραφήματα που κατά την κρίση στα Ιμια το 1996, σε εποχή που ο Οϊμέν ήταν γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών, είχαν σταλεί από τη Ρώμη και έδειχναν ότι η βραχονησίδα ανήκε στην Ελλάδα.

Μην αρνείστε τη «φασιστοειδή» μειονοτική μας Ιστορία, διότι εσείς θα μειωθείτε ακόμη περισσότερο.

* Αρθογράφος της τουρκικής εφημερίδας «Χουριέτ»

ΕΝΑΣ ΕΞΤΡΕΜΙΣΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ


Ο δικός μας Μιχάλης
Τιμήθηκε από τη Βουλή, τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, απ' τα κόμματα. Το άξιζε. Ισως, όμως, η πιο τιμητική αναφορά στον Μιχάλη Παπαγιαννάκη να είναι ο προσωπικός τόνος που έδωσε στα συλλυπητήριά της η Αλέκα Παπαρήγα, σπάζοντας για χάρη του το αυστηρό πρωτόκολλο του Περισσού. Οταν πριν από έξι μήνες έφτασε στα χέρια μας το ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε στις επόμενες σελίδες, η πρώτη μας σκέψη ήταν να το δείξουμε στον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, που αναφερόταν ονομαστικά, μαζί με άλλους, ως ύποπτος για βομβιστικές ενέργειες της Δημοκρατικής Αμυνας.

Το έγγραφο αυτό ήταν άλλο ένα τεκμήριο της αντιδικτατορικής του δράσης και αποδείκνυε ότι την περίοδο της δικτατορίας βρισκόταν στο στόχαστρο των διεθνών μυστικών υπηρεσιών, μαζί με άλλους γνωστούς και άγνωστους αντιστασιακούς.

Του το δείξαμε μόλις το επέτρεψε η κατάσταση της κλονισμένης υγείας του. Εκείνος του έριξε μια φευγαλέα ματιά, μόρφασε ειρωνικά και το άφησε δίπλα στο κρεβάτι του. Δεν είχε ανάγκη καμιά έκθεση μυστικών υπηρεσιών για να επιβεβαιώσει την προσωπική αγωνιστική του διαδρομή.

Αλλά πόσοι από τους πολλούς που έμαθαν με συγκίνηση το θάνατό του την περασμένη Τρίτη μπορούσαν να διανοηθούν ότι ο γνωστός μειλίχιος πολιτικός με τους καλούς τρόπους και την ευρωπαϊκή πατίνα είχε σχέση με δυναμικές ενέργειες αντίστασης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας; Και πόσοι άλλοι γνωρίζουν τον αφανή του ρόλο στην επεισοδιακή απελευθέρωση του Μίκη Θεοδωράκη από τον Σερβάν Σρεμπέρ το 1970, μια ενέργεια που πραγματοποιήθηκε με «καραμπόλα», μετά την άρνηση της χούντας να απελευθερώσει τον καθηγητή Καράγιωργα που μόλις είχε καταδικαστεί στη δίκη της Δημοκρατικής Αμυνας;

Αυτή ήταν, αυτή είναι, η γοητεία του πολιτικού Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Κανένα πολιτικό και ιδεολογικό καλούπι δεν τον χώραγε. Και ο ίδιος ποτέ δεν επιδίωξε να αξιοποιήσει το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν για να χτίσει μια εικόνα «ηγέτη». Προτιμούσε πάντα την άμεση πολιτική ανταλλαγή επιχειρημάτων από την αναφορά σε ένδοξες ή σκοτεινές σελίδες του παρελθόντος της αριστεράς.

Από την πλούσια διαδρομή σχεδόν μισού αιώνα του Παπαγιαννάκη στο χώρο της ελληνικής αριστεράς και της ευρωπαϊκής διανόησης επιλέξαμε να θυμίσουμε τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ηταν το ξεκίνημα της πρώτης από τις τρεις διαδοχικές θητείες του στο Ευρωκοινοβούλιο και η περίοδος που αναδείχτηκε σε ηγετικό στέλεχος του ενιαίου τότε Συνασπισμού. Τότε ήταν που έγινε γνωστός και στο ευρύ κοινό, χάρη στη δημιουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών που αμέσως τον λάτρεψαν: όχι μόνο «έγραφε καλά» στο γυαλί, αλλά ο λόγος του ήταν κατανοητός, καθόλου «ξύλινος» και προκαλούσε τον ευθύ αντίλογο.

Μάλιστα τότε πολλοί θεωρούσαν ότι ο Παπαγιαννάκης υπήρξε ο πιο προβεβλημένος έλληνας πολιτικός. Μετρήσεις, βέβαια, δεν υπήρχαν ακόμα. Πάνω απ' όλα, ήταν για μας η περίοδος που τον γνωρίσαμε από κοντά και νιώσαμε την έκπληξη μόλις ανακαλύψαμε ότι πίσω από αυτόν τον «φιλελεύθερο της αριστεράς», τον «σοσιαλδημοκράτη» (όπως αυτοπροσδιορίζεται στη συνέντευξη που έδωσε στον Σταύρο Θεοδωράκη, «Τα Νέα», 28/2/09) κρυβόταν ένας γόνιμος ριζοσπαστισμός και μια «εξτρεμιστική» προσήλωση σε ιδέες και αρχές.

Και τότε μπορέσαμε να αντιληφθούμε τη βαθιά πολιτική και όχι μόνο προσωπική φιλία που τον συνέδεε με δυο άλλες εξαιρετικές μορφές της ανανεωτικής αριστεράς: τον Φίλιππο Ηλιού και τον Αγγελο Ελεφάντη.

**Το βασικό χαρακτηριστικό του Παπαγιαννάκη, έτσι όπως ξετυλίχτηκε η δράση του εκείνα τα χρόνια, είναι η άρνησή του να ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής και η προθυμία του να συνταχθεί με όσους διώκονταν ή αδικούνταν από την κρατική αυθαιρεσία.

Από την προστασία της φώκιας Από την προστασία της φώκιας Ηταν ο πρώτος που επιχείρησε -και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε- να αξιοποιήσει η ελληνική αριστερά ορισμένες πλευρές του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» και να δικαιωθούν μέσω Ευρώπης ομάδες και πολίτες που βρίσκονταν μέχρι τότε στο πολιτικό περιθώριο. Χαρακτηριστική είναι η καμπάνια στα τέλη του 1990 για την αναγνώριση του δικαιώματος των αντιρρησιών συνείδησης να αρνηθούν τη στράτευση και για τη θεσμοθέτηση εναλλακτικής θητείας. Τότε ακόμα κρατούνταν 420 θρησκευτικοί αρνητές στράτευσης στις στρατιωτικές φυλακές.

Ο Παπαγιαννάκης μετέτρεψε σε ευρωπαϊκό το ζήτημα αυτό και λίγους μήνες αργότερα προκλήθηκε διεθνές σκάνδαλο (10/5/91) όταν οι ελληνικές αρχές απαγόρευσαν σε έλληνες και ξένους βουλευτές και ευρωβουλευτές την είσοδο στους χώρους κράτησης των φυλακισμένων αντιρρησιών συνείδησης στις φυλακές του Αυλώνα.

**Οσοι έχουν παρακολουθήσει τις πιο πρόσφατες διεργασίες στο χώρο του Συνασπισμού και τη φιλολογία για το ενδεχόμενο προσέγγισης με το ΠΑΣΟΚ θα εκπλαγούν μόλις μάθουν ότι στις 12/4/91 η σχετική συζήτηση στον ενιαίο Συνασπισμό είχε εντελώς διαφορετική εικόνα απ' αυτή που φαντάζονται. Ο Παπαγιαννάκης υποστήριζε ότι δεν είναι το μείζον θέμα της συγκυρίας η συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, ενώ ο Φλωράκης δήλωνε ότι πρέπει να προωθηθεί η πολιτική συνεργασία και η Παπαρήγα συμφωνούσε υπέρ της συνεργασίας, αλλά χωρίς να τεθεί η αριστερά σε θέση άμυνας!

**Σήμερα γνωρίζουμε ότι πολλοί από εκείνους που κατηγορούσαν επί χρόνια τον Παπαγιαννάκη για τις «δεξιές» και «φιλοπασοκικές» του τάσεις έχουν στραφεί προς εκείνες τις κατευθύνσεις που υποτίθεται ότι καταπολεμούσαν, ενώ εκείνος έμεινε μέχρι τέλους πιστός στις θέσεις του για την αυτονομία της αριστεράς. Στις 5/4/93 ο Μίμης Ανδρουλάκης παραιτήθηκε από κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Συνασπισμού, τον οποίο χαρακτήρισε «εκφυλισμένο πολιτικό σχηματισμό» και επιτέθηκε στον Παπαγιαννάκη:

«Δεν μπορώ να εκπροσωπώ στη βουλή τις δεξιές απόψεις του Μιχάλη Παπαγιαννάκη». Ο Μιχάλης αρκέστηκε σε έναν προφητικό αποχαιρετισμό: «Το πολιτικό άλμα του Μίμη Ανδρουλάκη είναι δική του υπόθεση. Ωρα καλή στην πρύμνη του και αέρα στα πανιά του».

**Αλλά και όσοι επικρίνουν την ευρωπαϊκή του εμμονή και την πολιτική του επιλογή να πραγματοποιηθεί η ευρωπαϊκή ενοποίηση, ασφαλώς δεν θυμούνται ότι στις 8/6/92 ο Παπαγιαννάκης διατύπωνε τη θέση ότι η συνθήκη του Μάαστριχτ πρέπει να εγκριθεί με δημοψήφισμα και όχι από τη Βουλή.

**Η σημερινή όψιμη ανακάλυψη των οικολογικών ευαισθησιών της ελληνικής κοινωνίας χρωστάει πολλά στη δράση του Παπαγιαννάκη. Και πολλά από τα στελέχη του σημερινού οικολογικού κινήματος, στο πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ και των Οικολόγων Πράσινων, προέρχονται από εκείνη την εποχή και μαθήτευσαν δίπλα του.

Η συνεπής του στάση στα οικολογικά ζητήματα δεν ήταν καθόλου ανέξοδη. Στις 14/1/92 οι δήμαρχοι Θεσσαλίας έστειλαν επιστολή στην ηγεσία του Συνασπισμού, με την οποία τον κατηγορούσαν ότι με τις ερωτήσεις που κατέθεσε στο Ευρωκοινοβούλιο σαμποτάρει την ολοκλήρωση του έργου της εκτροπής του Αχελώου, «προβάλλοντας περιβαλλοντικά ζητήματα».

Ενα μόλις χρόνο αργότερα ο Παπαγιαννάκης δικαιώθηκε. Οπως δήλωνε ο ίδιος στον «Ιό» (27/3/93), «η αμφισβήτηση του έργου πέρασε από τους μικρούς κύκλους ευαίσθητων πολιτών στην ευρύτερη ελληνική κοινή γνώμη, πράγμα που ταρακούνησε τους βουλευτές της περιοχής». Αυτό που τον έθλιβε ήταν το γεγονός ότι η αμφισβήτηση συνδέεται και με αντίρροπα συμφέροντα: «Θέλω να είμαι όσο το δυνατόν καλόπιστος, αλλά ειλικρινά η όψιμη οικολογίζουσα στροφή γεννά θλιβερές σκέψεις για την ποιότητα του πολιτικού μας πολιτισμού».

**Στην ίδια κατηγορία ζητημάτων που συνήθως αποφεύγουν οι πολιτικοί ανήκει και το θέμα της επέκτασης των εγκαταστάσεων της «Πετρόλα» στην Ελευσίνα, το οποίο ο Παπαγιαννάκης έθεσε με ερώτησή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 20/2/92.

Σε ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις στις Βρυξέλλες αλλά και στη Γένοβα Σε ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις στις Βρυξέλλες αλλά και στη Γένοβα Η υπόθεση, όπως είναι γνωστό, εκκρεμεί ακόμα (βλ. «Ιός», 8/6/08).

**Αλλά τα πιο «αντιδημοφιλή» ζητήματα που τόλμησε να θίξει εκείνη την περίοδο των αρχών της δεκαετίας του 1990 ο Παπαγιαννάκης -ακόμα και σε αντίθεση με την επίσημη κομματική γραμμή- είχαν σχέση με τα λεγόμενα «εθνικά θέματα», την αναγνώριση των μειονοτήτων και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τον Φεβρουάριο του 1991 προκλήθηκε σκάνδαλο στην Αθήνα μόλις δημοσιεύτηκε η Εκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποία αναφερόταν σε μειονότητες στην Ελλάδα. Και τόλμησε μόνο ο Παπαγιαννάκης να διαφωνήσει με το κλίμα υστερίας που κυρίευσε τα μέσα ενημέρωσης και τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα:

«Οσα θίγονται στην Εκθεση, η Ελλάδα τα έχει αναγνωρίσει σε διεθνείς συμβάσεις και συναντήσεις. Τα περί ανθελληνικής συνωμοσίας δεν με πείθουν».

**Ενα χρόνο αργότερα ορισμένες αλυσίδες σουπερμάρκετ κήρυξαν μποϊκοτάζ κατά των ολλανδικών και των ιταλικών προϊόντων, εξαιτίας της «φιλοσκοπιανής» στάσης των κυβερνήσεων των δύο χωρών. Το μποϊκοτάζ στηρίχτηκε από τη συντριπτική μερίδα των μέσων ενημέρωσης. Με δηλώσεις του στον «Ιό» (29/2/92) ο Παπαγιαννάκης δεν δίστασε να κατακρίνει την υστερία: «Δύσκολα πείθομαι ότι την κοινωνία των πολιτών εκπροσωπούν ηγεμονικά εμπορικές επιχειρήσεις, αν και τίποτα δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη στιγμή της κοινωνίας μας. Δεν πείθομαι σχεδόν καθόλου από τους στόχους του μποϊκοτάζ. Εχω την αίσθηση μιας πολιτικής εύκολων λύσεων (φαντάζομαι ότι με λιγότερο τυρί γκούντα ελαφραίνει η συνείδηση του καθενός...) και ενός ανεπίτρεπτου εκβιασμού. Ασε που καλλιεργεί και ένα κλίμα αντιευρωπαϊσμού και μισαλλοδοξίας, χωρίς κόστος και χωρίς διέξοδο».

**Για να υποστηρίξει τις απόψεις του σ' αυτά τα τόσο δύσκολα θέματα ο Παπαγιαννάκης δεν περιοριζόταν σε δημόσιες δηλώσεις. Οταν χρειαζόταν, έσπευδε δίπλα σε διωκόμενους πολίτες για να εκδηλώσει την έμπρακτη συμπαράστασή του. Στις 27/1/92 δικάζονταν 5 μέλη της ΟΑΚΚΕ που είχαν συλληφθεί να κολλούν αφίσες στην Αθήνα με τίτλο «Οχι στο σοβινισμό. Να αναγνωριστεί η Σλαβική Μακεδονία».

Το σύνθημα μοιάζει τώρα μετριοπαθές και ασφαλώς θα ήταν μεγάλη επιτυχία της «εθνικής γραμμής» να πετύχει κάτι τέτοιο. Αλλά τότε ζούσαμε την περίοδο των συλλαλητηρίων, του Μεγαλέξανδρου και της Μακεδονίας που είναι μόνο μία. Ο Παπαγιαννάκης αψήφησε το κλίμα τραμπουκισμού και τρομοκρατίας έξω από το δικαστήριο και κατέθεσε με ψυχραιμία ότι η αφίσα αποτελεί μόνο αμφισβήτηση της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης και δεν περιέχει ύβρεις, όπως διατεινόταν το κατηγορητήριο. «Μου προκαλεί ανησυχία η παραπομπή σε δίκη με τέτοιες κατηγορίες», ήταν η κατάληξη του Μιχάλη στη δίκη.

**Σ' αυτά τα ζητήματα οι θέσεις που διατύπωνε ο Παπαγιαννάκης μοιάζουν σήμερα προφητικές.

Στις 6/11/92, διαχωρίζοντας τη θέση του από το κόμμα του πρότεινε (μαζί με τον Λεωνίδα Κύρκο) να δεχτεί η Ελλάδα μια ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό για την ΠΓΔΜ («Μακεδονική Δημοκρατία του Βαρδάρη»), κάτι που αποτελεί σήμερα την πεμπτουσία της περήφανης εξωτερικής πολιτικής, αλλά τότε αντιμετωπιζόταν περίπου ως προδοσία. Εκείνος που αντέδρασε περισσότερο στην πρόταση αυτή από τον τότε Συνασπισμό ήταν ο Μίμης Ανδρουλάκης.

**Ενα άλλο ζήτημα που έθεσε ο Παπαγιαννάκης πολύ πριν κάποια ελληνική κυβέρνηση αναλάβει να το λύσει είναι η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στις νέες ταυτότητες. Με άρθρο του στην «Ε» (10/3/93) εξήγησε εγκαίρως ότι «τις νομικές εγγυήσεις τις χρειάζονται οι θρησκευτικές μειονότητες και όχι οι πλειονότητες».

Το σημαντικό είναι ότι όλες αυτές οι «αιρετικές» θέσεις και η προσωπική του στράτευση κόντρα στο ρεύμα δεν απαιτούσε να υιοθετηθούν σώνει και καλά από τους συντρόφους του.

**Πάλευε για μια αριστερά που θα είναι «ένα νεφέλωμα, ένας μεγάλος επιτελικός οργανισμός, που όχι μόνο θα επιτρέπει αλλά θα επιβάλλει τη συμμετοχή, τη συζήτηση, την αντίρρηση, τη συναπόφαση» (20/11/90).

Το όραμά του είναι ακόμα επίκαιρο.

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

«Κλείστε τον υπολογιστή και το κινητό», συστήνει ο επικεφαλής της Google!


Ο επικεφαλής της πιο δημοφιλούς στον κόσμο μηχανής αναζήτησης συμβούλευσε τους φοιτητές να μην «κολλάνε» στον ψηφιακό κόσμο, να κλείσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους και να κάνουν πραγματικές ανθρώπινες διασυνδέσεις και όχι μέσω Ίντερνετ.

Η μάλλον απρόσμενη προτροπή έγινε από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Έρικ Σμιτ, σε ομιλία του σε χιλιάδες πτυχιούχους του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, σύμφωνα με τα ξένα πρακτορεία. Όπως είπε στους φοιτητές, αν θέλουν να καταλάβουν τι πραγματικά είναι σημαντικό γι’ αυτούς, πρέπει να…γίνουν «αναλογικοί», αντί για «ψηφιακοί».

«Κλείστε τον κομπιούτερ σας και το κινητό τηλέφωνό σας, αν πρόκειται πραγματικά να ανακαλύψετε τι είναι αληθινά ανθρώπινο γύρω μας. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από το να κρατάτε το χέρι του εγγονού σας, καθώς κάνει τα πρώτα του βήματα», είπε χαρακτηριστικά ο Σμιτ, που έχει διδακτορικό από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας-Μπέρκλεϊ.

Μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στο μέλλον, κάλεσε τους φοιτητές να είναι ευέλικτοι στη ζωή τους και να μη διστάζουν να κάνουν λάθη και να μαθαίνουν από αυτά. Συγκρίνοντας τη δική του γενιά με τη νέα «γενιά του Google και του Facebook», είπε ότι στο παρελθόν οι άνθρωποι περνούσαν τον χρόνο τους προσπαθώντας να κρύψουν τις πιο ενοχλητικές τους στιγμές, ενώ σήμερα οι νέοι καταγράφουν και δημοσιοποιούν τα πάντα στο διαδίκτυο (στο YouTube, σε blogs κλπ).

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Η υπεροχή του... καπιταλισμού

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Σαντιάγκο Αλμπα Ρίκο: «Ο καπιταλισμός επιβιώνει, ή ακόμα και ενισχύεται, με τις ανθρώπινες συμφορές».

Ο Σαντιάγκο Αλμπα Ρίκο είναι ισπανός φιλόσοφος, συγγραφέας και δοκιμιογράφος. Το ακόλουθο κείμενό του είναι ένα κριτικό σχόλιο για τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση.

Ας δούμε πρώτα απ' όλα τι δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 950 εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από πείνα αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι υπάρχουν 4,75 δισεκατομμύρια φτωχοί σε όλο τον κόσμο, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι υπάρχουν ένα δισεκατομμύριο άνεργοι σε όλο τον κόσμο, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι πάνω από το 50% του παγκόσμιου οικονομικά ενεργού πληθυσμού εργάζεται σε επισφαλείς συνθήκες, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 45% του παγκόσμιου πληθυσμού δεν έχει πρόσβαση σε νερό, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση στις πιο στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 113 εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και 875 εκατομμύρια ενήλικες συνεχίζουν να είναι αναλφάβητοι, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 12 εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας απολύτως ιάσιμων ασθενειών, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 13 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας της καταστροφής του περιβάλλοντος, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

*Το ότι 16.306 είδη, μεταξύ των οποίων το ένα τέταρτο των θηλαστικών, απειλούνται με εξαφάνιση, αυτό δεν είναι καπιταλιστική κρίση.

Ολα αυτά συνέβαιναν πριν από την κρίση. Τι είναι, επομένως, καπιταλιστική κρίση; Πότε αρχίζει μια καπιταλιστική κρίση;

Μιλάμε για καπιταλιστική κρίση όταν το να πεινάνε 950 εκατομμύρια άνθρωποι, το να διατηρούνται μέσα στη φτώχεια 4,75 δισεκατομμύρια άνθρωποι, το να παραμένει χωρίς νερό το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού και χωρίς υπηρεσίες υγείας το 50%, το να λιώνουν οι πάγοι, το να αφήνουμε αβοήθητα τα παιδιά και το να αφανίζουμε τα δέντρα και τις αρκούδες ήδη δεν γεννάει αρκετό κέρδος για 1.000 πολυεθνικές και για 2,5 εκατομμύρια πολυεκατομμυριούχους.

Αυτό που καταδεικνύει την ανώτερη αποτελεσματικότητα και την ικανότητα αντίστασης του καπιταλισμού είναι το ότι όλες αυτές οι ανθρώπινες συμφορές -που θα είχαν αποδείξει την καταστροφική αναποτελεσματικότητα οποιουδήποτε άλλου συστήματος- δεν έχουν καμία επίπτωση στην αξιοπιστία του, ούτε και τον εμποδίζουν να λειτουργεί με εντατικούς ρυθμούς.

Είναι ακριβώς αυτή η μηχανική αδιαφορία που καθιστά τον καπιταλισμό φυσικό, άτρωτο, απαραίτητο.

Ο σοσιαλισμός δεν θα επιβίωνε με αυτή την περιφρόνηση για την ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι όπως δεν επιβίωσε στη Σοβιετική Ενωση, επειδή σχεδιάστηκε ακριβώς για να ικανοποιεί τις ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο καπιταλισμός επιβιώνει, ή ακόμα και ενισχύεται, με τις ανθρώπινες συμφορές, ακριβώς επειδή δεν εμφανίστηκε στην ιστορία για να τις απαλύνει.

Κανένα άλλο ιστορικό σύστημα δεν παρήγαγε περισσότερο πλούτο και κανένα δεν παρήγαγε περισσότερη καταστροφή. Αρκεί να εξετάσουμε παράλληλα αυτές τις δύο κατευθυντήριες γραμμές -την κατευθυντήρια γραμμή του πλούτου και την κατευθυντήρια γραμμή της καταστροφής- για να αντιληφθούμε όλη την αξία του και όλο το μεγαλείο του.

Αυτό το διπλό καθήκον, που είναι το δικό του καθήκον, ο καπιταλισμός το εκπληρώνει καλύτερα από κάθε άλλον και ο θρίαμβός του είναι αμετάκλητος. Και αυτός ο θρίαμβος συνεπάγεται το ότι υπάρχουυν όλο και περισσότερα τρόφιμα και όλο και περισσότερη πείνα, όλο και περισσότερα φάρμακα και όλο και περισσότεροι άρρωστοι, όλο και περισσότερα άδεια σπίτια και όλο και περισσότερες άστεγες οικογένειες, όλο και περισσότερη εργασία και όλο και περισσότεροι άνεργοι, όλο και περισσότερα βιβλία και όλο και περισσότεροι αναλφάβητοι, όλο και περισσότερα ανθρώπινα δικαιώματα και όλο και περισσότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (...).

Οι λύσεις που προτείνουν και θα εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις του πλανήτη διαιωνίζουν σε κάθε περίπτωση τη σύμφυτη με τον καπιταλισμό λογική της διεύρυνσης του κέρδους ως προϋπόθεσης φυσικής επιβίωσης: ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών, επιμήκυνση του χρόνου εργασίας, ελευθερία των απολύσεων, μείωση των κοινωνικών δαπανών, απαλλαγές για τους επιχειρηματίες.

Δηλαδή, αν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά είναι επειδή δεν πηγαίνουν χειρότερα. Δηλαδή, αν 950 εκατομμύρια πεινασμένοι δεν αρκούν για να εγγυηθούν αρκετό κέρδος, θα χρειαστεί να διπλασιαστεί αυτός ο αριθμός. Ο καπιταλισμός έγκειται σε τούτο: πριν από την κρίση καταδικάζει στη φτώχεια 4,75 δισεκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις. Σε καιρούς κρίσης, και για να βγούμε από αυτήν, μπορούμε μόνο να αυξήσουμε το ποσοστό του κέρδους αυξάνοντας τον αριθμό των θυμάτων του.

Το πρόβλημα δεν είναι η κρίση του καπιταλισμού αλλά ο ίδιος ο καπιταλισμός. Σε έναν κόσμο με πολλά όπλα και λίγες ιδέες, με πολύ πόνο και λίγη οργάνωση, με πολύ φόβο και λίγη στράτευση -στον κόσμο που γέννησε ο καπιταλισμός- η βαρβαρότητα είναι πολύ πιο πιθανή από τον σοσιαλισμό.

«Η κυβερνητική Αριστερά, ανίκανη να δώσει λύση στην κρίση»

Ο ΙΒΑΝ ΛΕΜΕΤΡ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ
«Βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός πιο σκληρού «Μάη» από αυτόν του '68»
Του ΜΩΥΣΗ ΛΙΤΣΗ
Γέννημα του χάσματος μεταξύ των πολιτικών της παραδοσιακής Αριστεράς και των προσδοκιών των εργαζομένων χαρακτηρίζει το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα που δημιουργήθηκε πρόσφατα στη Γαλλία, ένα από τα ιδρυτικά του στελέχη, ο Ιβάν Λεμέτρ.

Σε συνέντευξή του στην «Ε» μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο Λεμέτρ κάνει λόγο για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου ευρωπαϊκού αντικαπιταλιστικού πόλου, θεωρεί ότι η κυβερνητική Αριστερά δεν μπορεί να δώσει λύσεις και υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός ακόμη πιο σκληρού «Μάη» από αυτόν του '68.

Ο Λεμέτρ είναι ένας από τους κεντρικούς ομιλητές στο τετραήμερο Μαρξισμός 2009, που οργανώνει το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα στις 14-17 Μαΐου στην ΑΣΟΕΕ.

Τι καινούργιο φέρνει το Αντικαπιταλιστικό Κόμμα; Ποια η διαφορά με την παλαιά Κομμουνιστική Επαναστατική Λίγκα (LCR) και την παραδοσιακή Αριστερά (κομμουνιστές, σοσιαλιστές κ.λπ.);

«Η δημιουργία του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (ΝΡΑ) έρχεται να καλύψει το χάσμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στις πολιτικές που ακολουθούν τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς και τις προσδοκίες των εργαζομένων και της νεολαίας.

Το κόμμα μας κατάφερε να εφαρμόσει μια πολιτική ενότητας στους αγώνες με την υπεράσπιση, χωρίς υποχωρήσεις, των ίδιων της των οραμάτων και των στόχων, ένα σχέδιο υπεράσπισης των συμφερόντων των μισθωτών και του λαού απέναντι στην κρίση, χρησιμοποιώντας τη συνολική αντίδραση και τη γενική απεργία για να το επιβάλει. Το ΝΡΑ έρχεται σε ρήξη με την παράδοση της ρεφορμιστικής Αριστεράς, που διαχωρίζει την κινητοποίηση στο κοινωνικό και συνδικαλιστικό πεδίο από τις πολιτικές και εκλογικές προσδοκίες σε θεσμικό επίπεδο. Το ΝΡΑ εμφανίζεται σαν ένα κόμμα πάλης που αμφισβητεί ριζοσπαστικά τις λύσεις στην κρίση οι οποίες συμβάλλουν στη διαιώνιση του χρεοκοπημένου καπιταλιστικού συστήματος, συνδέοντας τις απαιτήσεις των εργαζομένων με τη λαϊκή ανάγκη ελέγχου των τραπεζών και των πιστώσεων, της οικονομίας και του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Δεν είμαστε πια μόνο μια δύναμη διαμαρτυρίας της Αριστεράς αλλά ένα μικρό κόμμα που υπερασπίζεται μια πολιτική υπέρ των εργαζομένων και των αγώνων τους».

Εχω την αίσθηση ότι παρ' όλο που ζούμε τη μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού από την εποχή του '30, η Αριστερά δεν μπορεί ακόμη να παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής εναλλακτικής λύσης.

«Η κυβερνητική Αριστερά, στην πραγματικότητα, είναι ανίκανη να δώσει λύση στην κρίση γιατί δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη με το σύστημα μέσα στο οποίο είναι απόλυτα ενταγμένη. Αυτό ακριβώς εξηγεί τη διαρκή κρίση του Σοσιαλιστικού Κόμματος αλλά και τη δυσκολία του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο σήμερα συνδέεται με το Κόμμα της Αριστεράς που προήλθε από την απόσχιση του Σοσιαλιστικού Κόμματος τον προηγούμενο Οκτώβριο, να επανακτήσει μια πραγματική επιρροή».

Ο κόσμος εξακολουθεί να είναι καχύποπτος απέναντι στα κόμματα της Αριστεράς, ιδίως αυτά που ευαγγελίζονται «επανάσταση» και «σοσιαλισμό», μετά όλες αυτές τις αποτυχίες του παρελθόντος. Συμφωνείτε;

«Οι επιπτώσεις από τις προδοσίες και τις τερατώδεις στρεβλώσεις που επέφερε ο σταλινισμός στην ιδέα του κομμουνισμού συνεχίζουν να λειτουργούν ανασταλτικά στην αναγέννηση ενός εργατικού κινήματος που θα έχει ένα επαναστατικό σχέδιο για την κοινωνία. Η παγκόσμια κρίση όμως του καπιταλισμού ξαναφέρνει το ενδεχόμενο αυτό στην επικαιρότητα, υπό την προϋπόθεση να αποκτήσει ένα περιεχόμενο δημοκρατικό και επαναστατικό».

Ποιος είναι ο στόχος σας στις επικείμενες ευρωεκλογές;

«Το σύνθημά μας είναι: "Δεν υπάρχει περίπτωση να πληρώσουμε την κρίση τους!". Οι ευρωεκλογές είναι η ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε τις λύσεις διαφόρων κομμάτων για την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού. Απέναντι σε όλους τους υπερασπιστές του συστήματος που διατείνονται ότι θα το ρυθμίσουν ή θα το σταθεροποιήσουν, προτάσσουμε την εκδοχή μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης για μια Ευρώπη των εργαζομένων και των λαών. Είναι επίσης μια ευκαιρία να κάνουμε ένα βήμα μπρος στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού αντικαπιταλιστικού πόλου».

Βλέπουμε μια αυξανόμενη ευρωπαϊκή κοινωνική δυσαρέσκεια. Βρισκόμαστε μπροστά στο ενδεχόμενο ενός νέου Μάη του '68;

«Η οικονομική και κοινωνική κρίση εμπεριέχει και μια μεγάλη πολιτική κρίση, μια κοινωνική σύγκρουση της οποίας σήμερα γνωρίζουμε τις απαρχές. Η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων βρίσκεται απέναντι στις λαϊκές προσδοκίες και τη νεολαία. Από αυτή την άποψη, μπορεί να πει κανείς ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν επικείμενο νέο Μάη του '68, ο οποίος όμως θα είναι πολύ πιο βαθύς, γιατί η κρίση των κυρίαρχων τάξεων είναι από μόνη της πολύ πιο βαθιά. Επιστρέφουμε σε μια εποχή νέων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων».

Πώς σχολιάζετε τις αυξανόμενες μη παραδοσιακές αντιδράσεις διαμαρτυρίας των εργαζομένων, όπως το «bossnaping», την ομηρία στελεχών επιχειρήσεων;

«Οι ομηρίες στελεχών που γίνονται στη Γαλλία εκφράζουν μια ριζοσπαστικοποίηση μερίδας της εργατικής τάξης, ειδικότερα των νέων με τους οποίους είμαστε απόλυτα αλληλέγγυοι. Αντιμετωπίζουμε ωστόσο την πρόκληση να δώσουμε μια συνολική προοπτική σε αυτή τη ριζοσπαστικοποίηση, για να προετοιμάσουμε την αντιπαράθεση, με στόχο την ήττα της εργοδοσίας και της κυβέρνησης».

Επανάστασης εγκώμιον



«Μπορεί να χάσαμε τις μάχες, αλλά έχουμε τα καλύτερα τραγούδια»
Του SERGE HALIMI

Εχουν περάσει διακόσια είκοσι χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση και το κουφάρι της σαλεύει ακόμη. Η κρίση του καπιταλισμού ταράζει και πάλι την ολιγαρχία που νέμεται την εξουσία. Η ατμόσφαιρα σήμερα είναι πιο ελαφριά, ή πιο βαριά - αναλόγως πώς τη βλέπει καθένας. Αναφερόμενη στους «διανοούμενους και τους καλλιτέχνες που προτρέπουν στην εξέγερση», η «Le Figaro» τα βάφει ήδη όλα μαύρα. «Ο Φρανσουά Φιρέ μάλλον έκανε λάθος: η Γαλλική Επανάσταση δεν τελείωσε»(1).
Κι όμως, στον εορτασμό της 200ής επετείου ο Φρανσουά Μιτεράν είχε προσκαλέσει τη Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Ζοζέφ Μουμπούτου για να επιβεβαιώσουν τον ενταφιασμό της... Ηταν η ίδια χρονιά (1989) που, γιορτάζοντας την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο Φράνσις Φουκουγιάμα ανήγγειλε το «τέλος της ιστορίας», δηλαδή τη διαιώνιση της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας και το οριστικό κλείσιμο, στα δικά του βεβαίως μάτια, της παρένθεσης των επαναστάσεων.

Οπως και πολλοί άλλοι ιστορικοί, ο Φιρέ δεν είχε κρύψει τότε τη στενοχώρια του ώστε να ξορκίσει την ανάμνηση και να απομακρύνει τον πειρασμό. «Και βλέπαμε να προχωρούν αυτοί οι υπέροχοι ξυπόλυτοι σ' έναν κόσμο που τους θαύμαζε»: Αλλοτινά έκφραση της ιστορικής αναγκαιότητας (Μαρξ), της «νέας εποχής της ιστορίας» (Γκέτε), της εποποιίας των στρατιωτών του Ετους Β'(2), που ύμνησε ο Βικτόρ Ουγκό, η αναπαράσταση της Γαλλικής Επανάστασης είχε πάντα ματωμένα χέρια.

Από τον Ρουσό ώς τον Μάο, η ουτοπία της ισότητας, του τρόμου, της αρετής είχε καταπατήσει τις προσωπικές ελευθερίες, είχε γεννήσει το τέρας του ολοκληρωτικού κράτους. Κατόπιν, η «δημοκρατία» είχε κερδίσει, μια δημοκρατία ενθουσιώδης, ειρηνική, μια δημοκρατία της αγοράς. Κληρονόμος και αυτή, των επαναστάσεων ενός άλλου επιπέδου, της Αγγλικής, της Αμερικανικής, επαναστάσεων περισσότερο πολιτικών παρά κοινωνικών, επαναστάσεων «ντεκαφεϊνέ»(3).

Και στην αντίπερα όχθη της Μάγχης, ένας βασιλιάς είχε αποκεφαλιστεί. Ομως η αντίσταση της αριστοκρατίας ήταν λιγότερο σθεναρή απ' ό,τι στη Γαλλία, η μπουρζουαζία δεν ένιωσε την ανάγκη να συμμαχήσει με τον λαό για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της.

Στα πλουσιότερα στρώματα, ένα τέτοιο μοντέλο, χωρίς «ξυπόλυτους» και «ξεβράκωτους»(4), φαινόταν λιγότερο επικίνδυνο.

Η Λοράνς Παριζό, πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρηματιών, δεν πρόδωσε, επομένως, το αξίωμά της, δηλώνοντας σε δημοσιογράφο των «Financial Times»: «Λατρεύω τη γαλλική ιστορία, αλλά δεν μου αρέσει η Επανάσταση. Ηταν μια περίοδος ακραίας βίας η οποία μας κάνει ακόμα να υποφέρουμε. Υποχρέωσε τον καθένα μας να επιλέξει στρατόπεδο». Και αμέσως πρόσθεσε: «Η δημοκρατία μας δεν είναι τόσο επιτυχημένη όσο η αγγλική»(5).

«Να επιλέξει στρατόπεδο». Αυτού του είδους η κοινωνική πόλωση είναι προβληματική, όταν αντίθετα θα έπρεπε να είμαστε όλοι αλληλέγγυοι με την επιχείρηση, με το αφεντικό, με τη μάρκα - αλλά ο καθένας από τη θέση του. Γιατί στα μάτια όσων δεν την εκτιμούν, το πρόβλημα με την επανάσταση δεν είναι τόσο η βία -ένα φαινόμενο λυπηρό μεν αλλά συνηθισμένο στην Ιστορία- αλλά η ανατροπή της κοινωνικής τάξης, πράγμα σπανιότερο, που επέρχεται με τον πόλεμο ανάμεσα στους κατέχοντες και στους προλετάριους.

Σταθερές αξίες

Το 1988, ο πρόεδρος Μπους, ψάχνοντας για ένα ισχυρό επιχείρημα, κατηγόρησε τον αντίπαλό του από το Δημοκρατικό Κόμμα, τον Μάικλ Δουκάκη - έναν πλήρως ακίνδυνο τεχνοκράτη: «Θέλει να μας χωρίσει σε τάξεις. Αυτό είναι καλό για την Ευρώπη, αλλά εδώ είναι Αμερική».

Κοινωνικές τάξεις στην Αμερική! Καταλαβαίνει κανείς το μέγεθος μιας τέτοιας κατηγορίας. Σε σημείο που, είκοσι χρόνια αργότερα, όταν η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας επέβαλε θυσίες τόσο άνισες όσο και τα κέρδη πριν από αυτές - ένας στίχος της «Διεθνούς» γίνεται επίκαιρος «να δώσει ο κλέφτης τον λαιμό του»...(6)

Ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου έκρινε επείγον να κατευνάσει τη λαϊκή οργή: «Ενα από τα σημαντικότερα διδάγματα της κρίσης είναι ότι η οικονομία μας δεν λειτουργεί παρά μόνο εάν είμαστε όλοι μαζί. [...] Δεν γίνεται να βλέπουμε έναν δαίμονα σε κάθε επενδυτή ή σε κάθε επιχειρηματία που προσπαθεί να βγάλει κέρδος»(7). Το είχαμε ήδη υποπτευθεί, ο Μπαράκ Ομπάμα δεν θα κάνει επανάσταση.

«Η επανάσταση είναι κατ' αρχάς ρήξη. Εκείνος που δεν αποδέχεται τη ρήξη με την καθεστηκυία τάξη, με την καπιταλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος». Αυτά έλεγε ο Φρανσουά Μιτεράν το 1971.

Από τότε, οι όροι εγγραφής στο Σοσιαλιστικό Κόμμα έγιναν λιγότερο αυστηροί, μην αποκλείοντας τον γενικό διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ντομινίκ Στρος-Καν, ούτε τον γενικό διευθυντή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, Πασκάλ Λαμί.

Η ιδέα της επανάστασης υποχώρησε και αλλού, ακόμα και στους πιο ριζοσπαστικούς σχηματισμούς. Ετσι, η δεξιά υιοθέτησε τη λέξη, η οποία προφανώς ήταν ακόμα φορέας ελπίδας, για να την κάνει συνώνυμο της παλινόρθωσης, της καταστροφής του ιστού κοινωνικής προστασίας που είχε κατακτηθεί από την «καθεστηκυία τάξη».

Οι επαναστάσεις, ωστόσο, πάντα εγκαλούνταν για την ακραία βία στην οποία κατέληγαν. Για παράδειγμα, αναφέρεται με απαξίωση η σφαγή των ελβετών φρουρών κατά την κατάληψη των ανακτόρων του Κεραμεικού, τον Αύγουστο του 1792, ή η σφαγή της τσαρικής οικογένειας στο Αικατερίνμπουργκ, τον Ιούλιο του 1918, ή ακόμη η σφαγή των αξιωματικών του στρατού του Τσανγκ Κάι Σεκ μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους κινέζους κομμουνιστές, το 1949.

Τότε όμως δεν θα έπρεπε να κρύβουμε την πείνα του κόσμου, την ώρα που οι ευγενείς χόρευαν στις Βερσαλίες και οι ιερείς μάζευαν νέους φόρους. Ούτε τους εκατοντάδες ειρηνικούς διαδηλωτές, που σφαγιάστηκαν την «κόκκινη Κυριακή» του Ιανουαρίου του 1905, από τους στρατιώτες του Νικολάου Β'. Ούτε τους επαναστάτες της Καντόνας και της Σαγκάης που κάηκαν ζωντανοί, μέσα στα καζάνια των ατμομηχανών, το 1927. Για να μην αναφέρουμε την καθημερινή κοινωνική βία...

Το επεισόδιο με τους επαναστάτες που κάηκαν ζωντανοί δεν σημάδεψε μόνο όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία της Κίνας. Είναι επίσης γνωστό από τα εκατομμύρια των αναγνωστών της «Ανθρώπινης Μοίρας»(8), αφού για δεκαετίες, οι μεγαλύτεροι συγγραφείς και καλλιτέχνες συμμάχησαν με το εργατικό κίνημα για να υμνήσουν τις επαναστάσεις, το αύριο που τραγουδά(9). Ακόμα κι αν, πράγματι, ελαχιστοποίησαν τα πολιτικά προβλήματα, τις τραγωδίες, τα άγρια πρωινά εγερτήρια (πολιτική αστυνομία, λατρεία προσώπων, νεποτισμός, στρατόπεδα εργασίας, εκτελέσεις).

Αντίθετα, εδώ και τριάντα χρόνια δεν μιλάμε παρά μόνο γι' αυτά. Εχουν καταστεί απαραίτητα ιδεολογικά εφόδια, μάλιστα, για να επιτύχει κάποιος στο Πανεπιστήμιο, στον τύπο, για να λάμψει στην Ακαδημία. «Επανάσταση σημαίνει έκρηξη βίας. Οι κοινωνίες μας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες. Η μέγιστη ευθύνη εκείνων που έχουν δημόσιο βήμα είναι να προειδοποιούν τους πολίτες για να προλάβουν αυτήν την έκρηξη», εξηγεί ο Μαξ Γκαλό(10).

Ο Φιρέ, από την πλευρά του, εκτιμούσε ότι κάθε προσπάθεια ριζικού μετασχηματισμού ήταν ολοκληρωτική ή τρομοκρατική, ότι «είναι σχεδόν αδύνατον να διανοηθεί κανείς μιαν άλλη κοινωνία». Και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στον κόσμο που ζούμε»(11). Καταλαβαίνει κανείς ότι μια τέτοια μοίρα ικανοποιεί τις προσδοκίες των αναγνωστών του, οι οποίοι είναι προστατευμένοι από τις καταιγίδες, ζώντας μια ευχάριστη καθημερινότητα με δείπνα και φιλολογικές συζητήσεις.

Η φοβία των επαναστάσεων και η άμεση συνέπειά της, η νομιμοποίηση του συντηρητισμού, αποκαλύπτουν και άλλους λαμπαδηδρόμους εκτός από τον Γκαλό και τον Φιρέ, στα μέσα ενημέρωσης και στον κινηματογράφο ακόμα. Εδώ και τριάντα χρόνια, επιδιώκουν να θεμελιώσουν ότι εκτός φιλελεύθερης δημοκρατίας υπάρχουν μόνο τυραννικά καθεστώτα σε συνέργεια μεταξύ τους.

Μυστικά και ψέματα

Η γερμανοσοβιετική συμφωνία κρίθηκε περισσότερο σημαντική από άλλες παρά φύσιν συμμαχίες, όπως οι Συμφωνίες του Μονάχου και η χειραψία ανάμεσα στον Αδόλφο Χίτλερ και τον Νέβιλ Τσάμπερλεν - τουλάχιστον ο ναζί και ο συντηρητικός είχαν κοινό σημείο το μίσος τους για τα λαϊκά μέτωπα. Και ο ίδιος φόβος των τάξεων ενέπνευσε τους αριστοκράτες της Φεράρας και τους σιδεράδες της κοιλάδας του Ρουρ να ευνοήσουν την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία και του Τρίτου Ράιχ(12) αντίστοιχα. Αυτά επιτρέπεται να τα θυμίζουμε;

Αν είναι έτσι, ας πάμε παρακάτω... Ο Λεόν Μπλουμ, ενώ θεωρητικοποιούσε την άρνησή του για μια επανάσταση σοβιετικού τύπου, την οποία ένας από τους φίλους του είχε χαρακτηρίσει «μπλανκισμό με ρώσικη»(13), αναζήτησε τα όρια της κοινωνικής μεταλλαγής, με την καθολική ψηφοφορία ως μοναδικό όπλο. «Δεν είμαστε εντελώς σίγουροι ότι οι εκπρόσωποι και οι ηγέτες της σημερινής κοινωνίας, τη στιγμή που οι θεμελιώδεις αρχές μοιάζουν ν' απειλούνται, δεν θα βγουν και οι ίδιοι έξω από τα όρια της νομιμότητας», προειδοποιούσε το 1924.

Πράγματι, τέτοιου τύπου «παραβιάσεις» δεν έλειψαν, από το «pronunciamiento» του Φράνκο(14), το 1936, μέχρι το πραξικόπημα του Πινοτσέτ, το 1973, δίχως να ξεχνάμε την ανατροπή του Μοσαντέχ από τον Σάχη στο Ιράν, το 1953. Ο σοσιαλιστής ηγέτης υπογράμμιζε ότι «στη Γαλλία ποτέ η δημοκρατία δεν εδραιώθηκε από μία νόμιμη ψήφο σύμφωνη με τις συνταγματικές επιταγές. Εδραιώθηκε χάρη στη θέληση του εξεγερμένου λαού ενάντια στην υπάρχουσα νομιμότητα»(15).

Σήμερα χρησιμοποιούμε το ίδιο επιχείρημα για να μειώσουμε τις άλλες μορφές συλλογικής παρέμβασης (ανάμεσά σ' αυτές και οι απεργίες στον δημόσιο τομέα, οι οποίες συγκρίνονται σχεδόν με την κράτηση ομήρων), κι έτσι η καθολική ψηφοφορία έχει αναχθεί στο Α και το Ω κάθε πολιτικής δράσης.

Τα ερωτήματα που έθεσε ο Λεόν Μπλουμ είναι ακόμα επίκαιρα: «Σήμερα ζούμε μια πλήρη πραγματικότητα; Η επιρροή του αφεντικού και του ιδιοκτήτη δεν βαραίνει, άραγε, στους ψηφοφόρους μέσω της πίεσης που ασκούν οι οικονομικές εξουσίες και ο τύπος; Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας είναι, άραγε, εκείνο της ψήφου του κάθε ελεύθερου ψηφοφόρου, ελεύθερου από άποψη κουλτούρας της σκέψης, ανεξαρτησίας του ατόμου; Και για να απελευθερώσουμε το άτομο, δεν είναι, άραγε, απαραίτητη η επανάσταση;»(16).

Κι όμως, θα μπορούσε κανείς να ψιθυρίσει ότι το αποτέλεσμα της κάλπης αντιστάθηκε στις συνδυασμένες πιέσεις της εργοδοσίας, της οικονομικής εξουσίας και του τύπου, σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες, την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Ιρλανδία. Και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο δεν λήφθηκε υπόψη...

«Χάσαμε όλες τις μάχες, αλλά έχουμε τα καλύτερα τραγούδια». Ο συγγραφέας, ένας δημοκράτης μαχητής που βρήκε καταφύγιο στη Γαλλία μετά τη νίκη του Φράνκο, χαρακτηρίζει με τον τρόπο του τους συντηρητικούς και τη βασανιστική παιδαγωγική της υποταγής.

Με απλά λόγια, οι επαναστάσεις αφήνουν στην ιστορία και στην ανθρώπινη συνείδηση ένα ανεξίτηλο σημάδι, ακόμα και όταν αποτυγχάνουν, ακόμα και όταν τις ατιμάζουν. Ενσαρκώνουν τη σπάνια αυτή στιγμή όπου η μοίρα ξεσηκώνεται και ο λαός παίρνει προβάδισμα.

Γιατί ο καθένας με τη δική του ματιά (οι αντάρτες του «Ποτέμκιν», οι επιζώντες της Μεγάλης Πορείας, οι «barbudos» της Σιέρα Μαέστρα) ανασταίνουν την πράξη των στρατιωτών του Ετους Β' για το οποίο ο βρετανός ιστορικός Ερικ Χόμπσμπαουμ έγραψε: «Η Γαλλική Επανάσταση αποκάλυψε τη δύναμη ενός λαού τόσο κραυγαλέα, που δεν επέτρεψε σε καμία κυβέρνηση να την ξεχάσει - μόνο και μόνο από την ανάμνηση ενός στρατού φτιαγμένου την τελευταία στιγμή και ανεκπαίδευτου, αλλά νικηφόρου έναντι του ισχυρού συνασπισμού των επίλεκτων και έμπειρων στρατευμάτων των ευρωπαϊκών μοναρχιών»(17).

Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για «ανάμνηση»: το σύγχρονο πολιτικό λεξιλόγιο και τα περισσότερα δικαστικά συστήματα του κόσμου εμπνέονται από τον κώδικα που εφηύρε η Επανάσταση. Και όποιος θυμάται τον «τριτοκοσμισμό» της δεκαετίας του '60 μπορεί ν' αναρωτηθεί εάν ένα μέρος της δημοφιλίας του στην Ευρώπη δεν προήλθε μόνο και μόνο από το συναίσθημα της αναγνώρισης, με τη διπλή έννοια της λέξης: αναγνώριση και παραδοχή.

Μαθήματα απ' το Νότο

Πράγματι, το επαναστατικό ιδεώδες του Διαφωτισμού, δημοκρατικό και απελευθερωτικό, φάνηκε να ξαναγεννιέται στον Νότο, εν μέρει χάρη στους Βιετναμέζους, τους Αλγερινούς, τους Κινέζους, τους Χιλιανούς που είχαν δώσει «τα μαθήματά τους» στη Γηραιά Ηπειρο.

Η αυτοκρατορία μεγάλωνε, νέες αποικίες έπαιρναν τη σκυτάλη, η επανάσταση συνεχιζόταν. Η σημερινή κατάσταση είναι διαφορετική.

Η απελευθέρωση της Κίνας και της Ινδίας, η εδραίωση της θέσης τους στη διεθνή σκηνή προκαλούν εδώ κι εκεί περιέργεια και συμπάθεια, αλλά δεν έχουν καμία αναφορά σε «παγκόσμια» ελπίδα που να συνδέεται, για παράδειγμα, με την ισότητα, με τα δικαιώματα των καταπιεσμένων, με ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, με την αποτροπή των συντηρητικών παλινορθώσεων.

Ο σημερινός ενθουσιασμός που προκαλεί η Λατινική Αμερική είναι μεγαλύτερος, γιατί ο πολιτικός προσανατολισμός είναι παράλληλα δημοκρατικός και κοινωνικός. Μια κάποια ευρωπαϊκή αριστερά δικαιολογεί εδώ και είκοσι χρόνια την προτεραιότητα που δίνει στα αιτήματα των μεσαίων τάξεων, θεωρητικοποιώντας το τέλος της «επαναστατικής παρένθεσης», την πολιτική εξάλειψη των λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις της Βενεζουέλας και της Βολιβίας κινητοποιούν και πάλι τις τάξεις αυτές, αποδεικνύοντάς τους ότι κάποιος τις νοιάζεται, ότι η ιστορική τους μοίρα δεν έχει σφραγιστεί, ότι, η μάχη συνεχίζεται.

Οσο επιθυμητές κι αν είναι, οι επαναστάσεις σπανίζουν. Προϋποθέτουν μια μάζα δυσαρεστημένων, έτοιμων να δράσουν, ένα κράτος του οποίου η νομιμότητα αμφισβητείται από ένα μέρος των υποστηρικτών του (εξαιτίας της ανικανότητάς της στον οικονομικό ή στρατιωτικό τομέα ή εξαιτίας εσωτερικών διχασμών που την παραλύουν και κατόπιν τη διαλύουν). Εξαρτώνται επίσης από την αναβίωση ριζοσπαστικών ιδεών για την αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης, μειοψηφικών στην αρχή αλλά στις οποίες μπορούν να βασιστούν όλοι όσοι έχουν χάσει την παλαιότερη πίστη τους(18).

Η αμερικανίδα ιστορικός Βικτόρια Μπόνελ μελέτησε τους εργάτες της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, στις παραμονές του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. Καθώς πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση όπου η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα υπήρξε ο πρωταγωνιστής μιας «επιτυχημένης» επανάστασης, αξίζει να αναφέρουμε το συμπέρασμά της:

«Αυτό που χαρακτηρίζει την επαναστατική συνείδηση είναι η πίστη ότι τα αιτήματα δεν μπορούν να ικανοποιηθούν παρά μόνο μέσω της αλλαγής των υπαρχόντων θεσμών και της εγκαθίδρυσης μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης»(19).

Η αρχή της αμφισβήτησης

Η συνειδητοποίηση αυτή δεν έρχεται αυθόρμητα. Προηγείται πολιτική κινητοποίηση και διανοητικός αναβρασμός. Ακόμα περισσότερο, μια που γενικότερα -και είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα- οι διεκδικήσεις των κοινωνικών κινημάτων είναι κατ' αρχάς αμυντικές. Θέλουν να εδραιώσουν ξανά το κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο θεωρούν ότι παραβιάστηκε από τα αφεντικά, τους ιδιοκτήτες γης, τους τραπεζίτες, τους κυβερνώντες. Το ψωμί, η δουλειά, η κατοικία, οι σπουδές, το αύριο: όχι (ακόμα) ένα «λαμπρό μέλλον», αλλά η «εικόνα ενός παρόντος δίχως τα δυσβάσταχτα βάρη του»(20).

Μόνο αφού η ανικανότητα των ηγετών να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις που νομιμοποιούν τη θέση και τα προνόμιά τους γίνει ολοφάνερη, τίθεται μερικές φορές το ερώτημα -πέρα από τους κύκλους των πολιτικά στρατευμένων- αν «οι βασιλιάδες, οι καπιταλιστές, οι ιερείς, οι στρατηγοί, οι γραφειοκράτες έχουν κοινωνική χρησιμότητα»(21). Μπορούμε, τότε, να μιλήσουμε για επανάσταση. Η μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο είναι δυνατόν να γίνει γρήγορα -δύο χρόνια κράτησε το 1789, μερικούς μήνες το 1917- ή να μη γίνει καθόλου.

Εδώ και δύο αιώνες σχεδόν, εκατομμύρια πολιτικά ή συνδικαλιστικά στρατευμένοι, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι εξέτασαν τις παραμέτρους που καθορίζουν το αποτέλεσμα: Η κυβερνώσα τάξη είναι διασπασμένη και με πεσμένο ηθικό; Είναι ο κατασταλτικός της μηχανισμός αλώβητος; Οι κοινωνικές τάξεις που επιθυμούν την αλλαγή είναι οργανωμένες και ικανές να συνεννοηθούν;

Σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν έγιναν τόσες μελέτες πάνω στο θέμα όσο στις ΗΠΑ, όπου το ζητούμενο ήταν να κατανοήσουν καλύτερα τις επαναστάσεις, να αποδεχθούν όσα επέφεραν, με στόχο να αποφύγουν κάθε πιθανότητα να συμβούν.

Η αξιοπιστία των εργασιών αυτών αποδείχθηκε... τυχαία. Για παράδειγμα, το 1977, ανησυχούσαν κυρίως για την «ακυβερνησία» των καπιταλιστικών κοινωνιών. Και, σε αντίθεση, ετίθεντο ερωτήματα όπως «γιατί η ΕΣΣΔ είναι τόσο σταθερή». Πληθώρα απαντήσεων: επικέντρωση των σοβιετικών ηγετών και του λαού στην τάξη και τη σταθερότητα, συλλογική κοινωνικοποίηση απέναντι στις αξίες του καθεστώτος, μη σωρευτική φύση των προβλημάτων -κάτι που επιτρέπει ελιγμούς στο κόμμα- καλά οικονομικά αποτελέσματα που συμβάλλουν στη σταθερότητα, άνοδος του βιοτικού επιπέδου, στάτους πολύ ισχυρό κ.λπ.(22).

Ο πασίγνωστος πολιτειολόγος του Πανεπιστημίου του Γέιλ, Σάμιουελ Χάντιγκτον, κατέληγε στο εξής συμπέρασμα: «Καμία από τις προκλήσεις που προβλέπονται για τα επόμενα χρόνια δεν μοιάζει να είναι ποιοτικά διαφορετική από εκείνες στις οποίες το σοβιετικό σύστημα κατάφερε ήδη ν' απαντήσει»(23).

Ολοι γνωρίζουμε τη συνέχεια...

1. «Le Figaro», Παρίσι, 9-4-09.

2. ΣτΕ: Το Ετος Β' του δημοκρατικού ημερολογίου ξεκίνησε στις 22 Σεπτεμβρίου 1793 και έληξε στις 21 Σεπτεμβρίου 1794.

3. «Με δύο λόγια, αυτό που απαιτεί η νεοφιλελεύθερη ευαισθησία είναι μια επανάσταση "ντεκαφεϊνέ", μια επανάσταση χωρίς τη γεύση της επανάστασης», συνοψίζει ο Slavoj Zizek στο «Ροβεσπιέρος: Αρετή και τρομοκρατία: Λόγοι από τη Γαλλική Επανάσταση», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2008.

4. ΣτΕ: Ο όρος «ξεβράκωτος», παρ' όλο που έχει κυριαρχήσει, δεν είναι ακριβής. Το sans-culottes δεν αναφέρεται στο σημερινό «βρακί», αλλά στο τότε είδος στενής «βράκας» που φορούσαν οι αριστοκράτες. Αντιθέτως, οι επαναστάτες φορούσαν παντελόνια.

5. «Financial Times Magazine», Λονδίνο, 7-8 Οκτωβρίου 2006.

6. ΣτΕ: Ο στίχος δεν υπάρχει στην ελληνική απόδοση της «Διεθνούς».

7. Συνέντευξη τύπου στις 24 Μαρτίου 2009.

8. ΣτΕ: Andre Malraux, Εξάντας, 2005. Αρκεί να θυμηθούμε και τους στίχους στα ελληνικά της επαναστατικής μελοποιίας: «Και στην Καντόνα σφάζουν ακόμα προλετάριους ηρωικούς...».

9. ΣτΕ: «Το αύριο που τραγουδά», τίτλος της αυτοβιογραφίας του Γκαμπριέλ Περί, βουλευτή του ΚΚΓ, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1941. Σε αυτήν περιλαμβάνεται το αποχαιρετιστήριο γράμμα που έγραψε την παραμονή της εκτέλεσής του, στο οποίο αναφέρεται η φράση: «Πιστεύω ακόμα και αυτή τη νύχτα ότι ο αγαπητός μου Πολ Βαγιάν-Κουτουριέ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο κομμουνισμός είναι η νεολαία του κόσμου και ότι ετοιμάζει το αύριο που τραγουδά».

10. «Le Point», Παρίσι, 25.02.2009. ΣτΕ: Max Gallo, ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, θήτευσε στο ΚΚΓ, πριν περάσει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και κατόπιν ακολουθήσει τον Ζαν-Πιέρ Σεβενμάν.

11. Francois Furet, «Le Passe d'une illusion. Essai sur l'idee communiste au XXe siecle», Robert Laffont -Calmann-Levy, 1995, σ. 572. ΣτΕ: Ακαδημαϊκός, ιστορικός (με εξειδίκευση στη Γαλλική Επανάσταση) και αρθρογράφος, θήτευσε επίσης στο ΚΚΓ, πριν περάσει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα.

12. Το 1970, ο Βιτόριο ντε Σίκα στο «Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι» και ο Λουκίνο Βισκόντι στο «Οι Καταραμένοι» αναφέρθηκαν σε αυτό το θέμα.

13. ΣτΕ: «blanquisme a la sauce tartare». Λογοπαίγνιο αμετάφραστο στα ελληνικά. Το «blanquisme» είναι σχεδόν ομόηχο με το «blanquette» (παραδοσιακός αριστοκρατικός τρόπος μαγειρέματος του αρνιού ή του μοσχαριού με άσπρη σάλτσα). Η «sauce tartare» είναι μια δημοφιλής σάλτσα με βάση τη μαγιονέζα αλλά με όνομα που παραπέμπει στη Ρωσία. Για τη θεωρία του Αυγούστου Μπλανκί, βλ. Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Μπλανκισμός και Σοσιαλδημοκρατία», http://politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=6286.

14. ΣτΕ: «pronunciamiento», δήλωση. Μια ομάδα αξιωματικών, μια «junta», δηλώνει την αντίθεσή της στην υπάρχουσα κυβέρνηση και περιμένει την αντίδραση του υπόλοιπου στρατού. Αν δεν λάβει υποστήριξη, οι χαμένοι αποσύρονται, αλλιώς η κυβέρνηση (δημοκρατικά εκλεγμένη ή προηγούμενη χούντα) παραιτείται.

15. Leon Blum, «L'ideal socialiste», «La Revue de Paris», Μάιος 1924. Αναφέρεται από τον Jean Lacouture, «Leon Blum», Seuil, Παρίσι, 1977, σ. 201.

16. Ο.π.

17. Eric J. Hobsbawm, «Aux armes, historiens. Deux siecles d'histoire de la Revolution francaise», La Decouverte, Παρίσι, 2007, σ. 123.

18. Βλ. Jack Α. Goldstone's «Revolution, Revolution», Wadsworth Publishing, Μπέλμοντ (Καλιφόρνια), 2002, και Theda Skocpol, «Etats et revolutions Socials», Fayard, Παρίσι, 1985.

19. Victoria Bonnell, «The Roots of Rebellion. Workers' Politics and Organizations in St. Petersburg and Moscow, 1900-1914», p.7, Editeur/ville.

20. Barrington Moore, «Injustice. The Social Bases of Obedience and Revolt», Sharpe, White Plains, Νέα Υόρκη, 1978, σ. 209.

21. Ο.π., σ. 84.

22. Βλ. Seweryn Bialer, «Stalin's Successors. Leadership, stability, and change in the Soviet Union», Cambridge University Press, 1977.

23. Samuel Huntington, «Remarks on the Meaning of Stability in the Modern Era», στο S. Bialer and S. Sluzar (ed.), «Radicalism in the Contemporary Age, 3- Strategies and Impact of Contemporary Radicalism», Westview Press, Boulder, CO, 1977, σ. 277.